← Κύπρος

THE MELBOURNE UNIVERSITY STUDENT UNION INCORPORATED (IN LIQUIDATION) ΔΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΣΗΜΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ ΤΗΣ CRAIG IVOR BOLWELL ν. AVONWOOD LIMITED, Αρ. Αγωγής

THE MELBOURNE UNIVERSITY STUDENT UNION INCORPORATED (IN LIQUIDATION) ΔΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΣΗΜΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ ΤΗΣ CRAIG IVOR BOLWELL ν. AVONWOOD LIMITED, Αρ. Αγωγής: 9908/10, 29/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9908/10 Μεταξύ: THE MELBOURNE UNIVERSITY STUDENT UNION INCORPORATED (IN LIQUIDATION) ΔΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΣΗΜΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ ΤΗΣ CRAIG IVOR BOLWELL Εναγόντων και AVONWOOD LIMITED Εναγομένων Ημερομηνία: 29 Ιανουαρίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: Ο κ. Α. Αποστολίδης, για Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ (Δ.Θ.211). Για τους Εναγόμενους: Η κ. Χ. Μαυρονικόλα, για Μαυρονικόλας & Σία ΔΕΠΕ (Δ.Θ.31). ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγομένων, τα ακόλουθα: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να εμποδίζει ή/και να απαγορεύει την Εναγομένη Εταιρεία AVONWOOD LIMITED» είτε αυτοπροσώπως ή/και μέσω υπαλλήλων ή/και υπηρετών αυτών ή/και αντιπροσώπων ή/και διευθυντών αυτών ή/και μέσω οποιασδήποτε άλλης συνδεδεμένης εταιρείας ή/και μέσω οποιουδήποτε άλλου φυσικού ή/και νομικού προσώπου που ενεργεί εκ μέρους ή/και για λογαριασμός της Εναγόμενης Εταιρείας από του να μεταφέρουν εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ή/και να μεταβιβάσουν ή/και μεταφέρουν σε οποιοδήποτε άλλο λογαριασμός ή/και διαθέσουν ή/και υποθηκεύσουν ή/και επιβαρύνουν ή άλλως πως αποξενώσουν ή και αποσύρουν ή/και δωρίσουν οποιαδήποτε χρήματα από οποιοδήποτε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρεί η Εναγομένη Εταιρεία σε Δολάρια Αυστραλίας ή/και σε οποιοδήποτε άλλο νόμισμα στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ, Μονάδα Διεθνών Επιχειρήσεων (International Business Unit), οδός Μιχαλακοπούλου 28, Άγιοι Ομολογητές, Λευκωσία, αρ. καταστήματος: 0155, που θα είχε ως αποτέλεσμα την οποιαδήποτε μείωση του υπολοίπου των εν λόγω λογαριασμών κάτω από ποσό αντίστοιχο με Δολάρια Αυστραλίας 1,2 εκατομμύρια ή/και το ισάξιο του σε Κυπριακές Λίρες ή/και σε οποιοδήποτε άλλο διαπραγματεύσιμο σκληρό νόμισμα (CONVERTIBLE HARD CURRENCY) μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάττει και να απαγορεύει στην Εναγόμενη Εταιρεία AVONWOOD LTD προσωπικά και/ή δια των υπηρετών και/ή αντιπροσώπων και/ή μέσω υπαλλήλων και/ή διευθυντών και/ή μέσω οποιασδήποτε άλλης συνδεδεμένης εταιρείας και/ή μέσω οποιουδήποτε άλλου φυσικού και/ή νομικού προσώπου από του να αποσύρουν και/ή να μεταφέρουν οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ή να επιβαρύνουν και/ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο να διαχειριστούν και/ή να χρησιμοποιήσουν και/ή να κλείσουν και/ή να διενεργήσουν οποιαδήποτε πράξη στους ή σε σχέση με τους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρεί στο όνομα της η Εναγόμενη εταιρεία στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, στην Ελληνική Τράπεζα Λτδ, στην Alpha Bank Ltd, στην Arab Bank plc, στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, στην HSBC Bank plc ή/και σε οποιαδήποτε άλλη τράπεζα και/ή χρηματοδοτικό και/ή χρηματικό οργανισμό και/ή Συνεργατική Τράπεζα και/ή Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία στην Κύπρο. Γ. Αποζημιώσεις υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων για εξαπάτηση και/ή απάτη και/ή δόλο και/ή για παράνομη κατακράτηση πράγματος (unlawful detention) και/ή για αθέμιτο πλουτισμό (unjust enrichment) και/ή για δόλιες και/ή ψευδείς παραστάσεις (fraudulent and/or false representations) και/ή για αμελείς παραστάσεις και/ή για παράβαση ευθύνης καταπιστεύματος (breach of fiduciary duty) και/ή για παράβαση καταπιστεύματος (breach of trust) και/ή συναδικοπραγία και/ή συνομωσία και/ή για παράβαση του περί Εγγεγραμμένων Συνδέσμων Νόμου (Incorporated Associations Act) του 1981 της Κοινοπολιτείας και/ή για συνομωσία και/ή για ιδιοποίηση (conversion) και/ή για παράνομη επέμβαση σε κινητή ιδιοκτησία και/ή για παράνομη κατακράτηση σε κινητή ιδιοκτησία. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων για την επαναφορά (restitution) κάθε απώλειας και/ή ζημιάς και/ή ποσού και/ή κινητής περιουσίας των Εναγόντων, στους Ενάγοντες από τους Εναγομένους. Ε. Επαυξημένες και παραδειγματικές αποζημιώσεις. ΣΤ. Αποζημιώσεις υπό μορφή απώλειας τόκων και/ή κερδών και/ή μερισμάτων και/ή άλλων εισοδημάτων.». Συνιστά εκδοχή των εναγόντων πως αποτελούν σύνδεσμο που συστάθηκε στη Μελβούρνη στις 3.1.89 και ότι ενεργούσαν ως φοιτητικό αντιπροσωπευτικό σώμα στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης («το Πανεπιστήμιο»). Η παρούσα αγωγή εγείρεται νομίμως και δεόντως, μέσω του διορισμένου εκκαθαριστή των εναγόντων Craig Ivor Bolwell (ΜΕ2). Δυνάμει συμφωνίας διαχείρισης ημερομηνίας 20.12.89 μεταξύ εναγόντων και Πανεπιστημίου, το τελευταίο παρείχε στους πρώτους ποικίλες διαχειριστικές ευθύνες και δικαιώματα εκμετάλλευσης περιουσιακών τους στοιχείων. Επιπροσθέτως (δυνάμει της ίδιας συμφωνίας), το Πανεπιστήμιο προέβαινε σε σύναψη ετήσιων συμφωνιών με τους ενάγοντες για την παροχή διευκολύνσεων και υπηρεσιών σε φοιτητές του Πανεπιστημίου με αντάλλαγμα συμφωνημένη αμοιβή, διεπόμενων όλων τούτων από τον Περί Ανώτατης Εκπαίδευσης της Πολιτείας της Βικτώρια Νόμο 1993 (Tertiary Education Act 1993 of the State of Victoria). Αυτές οι διευκολύνσεις και υπηρεσίες, πληρώνονταν από τους φοιτητές ως δίδακτρα που συλλέγονταν από το Πανεπιστήμιο στη βάση συγκεκριμένης Αυστραλιανής νομοθεσίας, ήτοι τον Περί Εγγεγραμμένων Συνδέσμων Νόμο (Incorporated Associations Act). Οι ενάγοντες προτάσσουν ακόμη ότι οι εναγόμενοι (που αποτελούν εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο από τη 2.8.99), χρησιμοποιήθηκαν από τον Andrew Landeryou κατά τα έτη 2002 - 2003 ως εταιρικό όχημα για τη μεταφορά χρημάτων σε διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς και πως κατά την ίδια περίοδο, ο Andrew Landeryou δολίως, απατηλώς και συνωμοτικώς με τους εναγόμενους και την Marbain Pty Ltd, παρότρυνε την τελευταία να αποξενώσει από την Αυστραλία χρηματικά ποσά που τούτος είχε προσπορισθεί από την πώληση των προαναφερθέντων δικαιωμάτων ως εκ των επίδικων συμφωνιών μίσθωσης και χρήσης (βλ. Τεκμήρια 16-17), με απώτερο σκοπό ολόκληρο ή μέρος των λεφτών αυτών να μεταφερθεί και κατατεθεί σε τραπεζικό λογαριασμό των εναγομένων οι οποίοι (κατά παρόμοιο τρόπο), παρανόμως και δολίως προξένησαν ζημιά και απώλεια στους ενάγοντες τού ύψους που περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης. Οι εναγόμενοι απορρίπτουν τις αξιώσεις των εναγόντων λέγοντας ότι δεν αποκαλύπτεται εναντίον τους οποιαδήποτε αιτία αγωγής και πως οι γενικοί ισχυρισμοί που προέταξαν οι ενάγοντες κατά τη δίκη, όχι μόνο δεν αφορούν στους εναγόμενους αλλά ούτε καν αποδεικνύουν τα όσα αυτοί ισχυρίζονται ότι έπραξαν οι εναγόμενοι σε σχέση με τα προσδιοριζόμενα στη δικογραφία επίδικα θέματα. Για να στοιχειοθετήσουν την απαίτηση, οι ενάγοντες προσέφεραν τη μαρτυρία των Robert John Cockerell (ΜΕ1) και Craig Ivor Bolwell (ΜΕ2). Οι εναγόμενοι δεν κάλεσαν μάρτυρες. Συνοψίζω αμέσως τη μαρτυρία των εναγόντων, υπογραμμίζοντας ταυτοχρόνως ότι όλες οι περικοπές από τα πρακτικά (και τις αγορεύσεις), αποδίδονται εδώ αυτούσιες, χωρίς επέμβαση είτε στη σύνταξη είτε στην ορθογραφία. Ο Robert John Cockerell, (ΜΕ1) - με παραπομπή σε σειρά γραπτών τεκμηρίων - ανέφερε πως κατά τους κρίσιμους χρόνους ήταν Διευθυντής στην Ernst & Young και ότι, ως αποτέλεσμα του διορισμού των τελευταίων για σκοπούς παροχής λογιστικής και ερευνητικής υποστήριξης στον Επίσημο Εκκαθαριστή των εναγόντων, μελέτησε έγγραφα σχετικώς με την υπόθεση προβαίνοντας συνάμα και στη διατύπωση ανάλογων ευρημάτων και διαπιστώσεων (ως το Έγγραφο-Τεκμήριο 2), εν σχέσει, δηλαδή, με τη φερόμενη εμπλοκή των Andrew Landeryou, της Marbain Pty Ltd και των εναγομένων στην κατ' ισχυρισμόν εξαπάτηση των εναγόντων. O Craig Ivor Bolwell, (ΜΕ2) - με αναφορά και αυτός σε γραπτά τεκμήρια - έδωσε μαρτυρία ως ο Επίσημος Παραλήπτης των εναγόντων, προβαίνοντας σε αναφορές περί εξαπάτησης των τελευταίων και ανάμειξης στις επιβουλές, των Andrew Landeryou, Marbain Pty Ltd και εναγομένων. Στις αγορεύσεις, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι υποστήριξαν ότι η μαρτυρία δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε αποδοχή των αντίστοιχων θέσεων τους. Διεξήλθα με προσοχή την επιχειρηματολογία των συνηγόρων και την παρουσιασθείσα γραπτή και προφορική μαρτυρία. Προέχει - στην έκταση που αυτό είναι πλέον πρόσφορο ως εκ της συμπλήρωσης της δίκης και της έκδοσης της παρούσας - η (επιγραμματική) ενασχόληση με τις τρεις προδικαστικές ενστάσεις που διατυπώνονται στην Υπεράσπιση, μόλο που τούτες δεν προωθήθηκαν κατά τις αγορεύσεις. Καμιά δεν ευσταθεί. Σε ό,τι αφορά στην πρώτη προδικαστική ένσταση, οι ενάγοντες νομιμοποιούνται στην έγερση της αγωγής βάσει του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης αλλά - κατά παρέκβαση - και εκείνου των εγγράφων που κατατέθηκαν στην ακροαματική διαδικασία ως Τεκμήρια 12-
  2. Παρενθέτω, πως το γεγονός ότι τα Τεκμήρια 12-14 αποτελούν αντίγραφα πρωτοτύπων τα οποία δεν κατατέθηκαν στην ακροαματική διαδικασία, δεν μέλει εδώ, επειδή δεν υπήρξε, κατ' ουσίαν, οποιαδήποτε αμφισβήτηση του περιεχομένου ή των καταβολών τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Genemp Trading Ltd v Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ ex Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ

(2013)1(Γ) ΑΑΔ 2059, 2071-2073). Αυτή η διαπίστωση περί των αντιγράφων, ισχύει εν γένει και για όλα τα υπόλοιπα έγγραφα που κατατέθηκαν στη δίκη, για τους ίδιους λόγους. Σε σχέση με τη δεύτερη προδικαστική ένσταση, σημειώνεται ότι μετά την τροποποίηση του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 (με το Ν29/(Ι)/00), δεν συνιστά κώλυμα σε αγωγή για αστικό αδίκημα το ότι τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αγωγή συνιστούν έγκλημα ή ποινικό αδίκημα βάσει των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νομοθετήματος. Αναφορικώς με την τρίτη προδικαστική ένσταση, η Έκθεση Απαίτησης παρουσιάζεται να αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων, τούτου κρινόμενου, ασφαλώς, στην όψη του δικογράφου. Προχωρώ στην ουσία της υπόθεσης. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου, αξιολογώντας τη μαρτυρία τους με πλήρη επίγνωση πως η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης. Έθεσα ως δείκτη, μεταξύ άλλων, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία αυτή, την πηγή και το κύρος των γνώσεων των μαρτύρων (στο βαθμό που τούτες αφορούσαν στο αντικείμενο της μαρτυρίας τους), την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης τους στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους (λαμβανομένης υπόψη και της μεσολαβούσας διερμηνείας), την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις), τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, την ειλικρίνεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμουν εξαιρετικά προσεκτικός στο να μην αποδώσω υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς τους, αντιλαμβανόμενος ότι κάτι τέτοιο ενδεχομένως να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), εφόσον δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαίτερα ικανοί στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εντύπωση από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να εκπηγάζουν από πλειάδα αιτιών χωρίς κατ' ανάγκην τούτες να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Οι μάρτυρες μού δημιούργησαν αρνητική εντύπωση ενώ κατέθεταν, με τη μαρτυρία τους να χαρακτηρίζεται, αναλόγως, από υπερβολή, ασάφεια, αοριστία και αντιφατικότητα. Εξηγώ. Ο Robert John Cockerell (ΜΕ1), είχε αναφέρει κατά τη μαρτυρία του πως διεξάγοντας τις έρευνες του και ετοιμάζοντας την έκθεση με τα ευρήματα του (ως το Τεκμήριο 2), είχε εξετάσει τα πρωτότυπα των εγγράφων που συνέθεσαν μέρος του υποβάθρου των συμπερασμάτων του και τούτο, επειδή όταν «. διεξάγουμε μια έρευνα μελετούμε τα πρωτότυπα και παίρνουμε αντίγραφα». Όμως, σε κατοπινά, παραδέχθηκε ότι για κάποια από τα έγγραφα αυτά, όπως παραδείγματος χάριν για το αντίγραφο της ένορκης κατάθεσης του Dean Royston McVeigh (βλ. Τεκμήριο 10, επί της βαρύτητας του οποίου θα ενασχοληθώ υστερότερα), δεν είχε (ο Robert John Cockerell (ΜΕ1)), δει ποτέ το πρωτότυπο τους. Το είχε δει μόνο σε μορφή αντιγράφου και όχι πρωτοτύπου (χωρίς να παρευρίσκεται αυτοπροσώπως στη διαδικασία που περιγράφεται στο Τεκμήριο 10), βασιζόμενος και επί αυτού για να μορφώσει τη γνώμη του. Δήλωσε, ότι η έκθεση που είχε ετοιμάσει (ως το Τεκμήριο 2), αποτελούσε την πρωτότυπη και αυθεντική εκδοχή της (ως την είχε συντάξει βάσει των εντολών που έλαβε προς τούτο), για να παραδεχθεί ωστόσο επέκεινα ότι το έγγραφο αποτελεί τη σύνοψη και μόνο της προηγούμενης του (εκτενέστερης) έκθεσης την οποία είχε διαμορφώσει «. κατόπιν πληρωμής από τους δικηγόρους για να τους βοηθήσει στη διεξαγωγή της δουλειάς τους σε αυτή την υπόθεση». Επιπλέον, ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση πως από ό,τι πιστεύει, πίσω από τις χαρακτηρισθείσες εδώ ως επίμαχες συναλλαγές βρίσκεται ο Andrew Landeryou, ο οποίος «. ήταν ένας εκ των Διευθυντών των Εναγομένων και ήταν το πρόσωπο το οποίο είχε τον έλεγχο της εταιρείας Marbain Pty Ltd .». Κατά την αντεξέταση, ο μάρτυς αποδέχθηκε πως ο Andrew Landeryou είχε διοριστεί Διευθυντής της Marbain Pty Ltd το 2005 και όχι νωρίτερα, δεχόμενος (ο μάρτυς), ότι τη γνώμη του αυτή τη βάσισε στην ένορκη κατάθεση του προσώπου αυτού (βλ. Τεκμήριο 10), το οποίο (έγγραφο) μολονότι κατατέθηκε ως «. αντίγραφο των πρακτικών της ακροαματικής διαδικασίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Βικτώρια .», είπε (ο μάρτυς), ότι τελικώς, δεν αποτελεί πρακτικό της έρευνας των εναγόντων στο Ανώτατο Δικαστήριο της Βικτώρια («όχι δεν είναι πρακτικά, είναι έγγραφο»), αλλά αντίγραφο τεκμηρίου που είχε επισυναφθεί σε μαρτυρία τρίτου προσώπου στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας, τις λεπτομέρειες της οποίας δεν γνώριζε. Δήλωσε επίσης, πως ο ίδιος ήταν παρών όταν δόθηκε η μαρτυρία του Andrew Landeryou ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Βικτώρια, αναγκαζόμενος όμως να αναιρέσει τη θέση κατά την αντεξέταση (με τρόπο που καθόλου δεν εντυπωσίασε το Δικαστήριο κατά την εκφορά του λόγου), παραδεχόμενος ότι δεν ήταν παρών «. εκεί τη συγκεκριμένη ημέρα». Τέλος - και χωρίς εννοείται να συμπλέκω την αξιοπιστία του μάρτυρα με το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών που αναδίπλωσε, κάτι που θα ήταν απαράδεκτο (βλ. κατ' αναλογίαν, Pissis Ltd v La Baguette Boulangerie-Patisserie Ltd, ΠΕ135/10, ημ. 30.9.15), ως ήδη ανέφερα υπό μορφή αυτοπροειδοποίησης και αυτοκαθοδήγησης πιο πάνω - σημειώνεται η γενικότερη πολύ αρνητική και μεροληπτική διάθεση που επέδειξε ο μάρτυς κατά τη μαρτυρία του εναντίον του Andrew Landeryou επιχειρώντας (με τη μεγαλύτερη ευκολία λυπούμαι να παρατηρήσω), να καταγνώσει στον τελευταίο ενοχή στη διάπραξη σοβαρών ποινικών αδικημάτων παρόλο που η άποψη και γνώμη του εδραζόταν, πολύ χαλαρά, σε δευτερογενή μαρτυρία και (πρωτίστως) σε υποθέσεις. Απορρίπτω τη μαρτυρία και εκδοχή του Robert John Cockerell (ΜΕ1). O Craig Ivor Bolwell (ΜΕ2), ήταν και αυτός - όπως και ο Robert John Cockerell (ΜΕ1) - πολύ έτοιμος και εύκολος στο να αποδώσει τα χείριστα στον Andrew Landeryou, δίχως παραπομπή σε μαρτυρία και περιστάσεις που θα μπορούσαν να κατατάξουν τη θέση του μάρτυρα ως, κατά συζήτησιν έστω, εύλογη, περιοριζόμενος, όπως και ο Robert John Cockerell (ΜΕ1), σε εικοτολογία. Ήταν, φέρ' ειπείν, πολύ χαρακτηριστική η συμπεριφορά του μάρτυρα στο εδώλιο όταν αντεξεταζόταν από την δικηγόρο των εναγομένων επί της θέσης που (ο μάρτυς) είχε διατυπώσει κατά την κυρίως εξέταση περί πλήρους ελέγχου της Marbain Pty Ltd από τον Andrew Landeryou. Τέθηκε σε αυτόν ότι με βάση το έγγραφο-Τεκμήριο 3, ο Andrew Landeryou είχε αναλάβει ως Διευθυντής της Marbain Pty Ltd μεταξύ 1.9.05-28.2.12, σε χρόνο δηλαδή πολύ μεταγενέστερο εκείνου που αφορά στα επίδικα θέματα και άρα (η θέση του μάρτυρα) περί πλήρους ελέγχου της Marbain Pty Ltd από τον Andrew Landeryou μεταξύ 2002-2003, δεν μπορούσε να ευσταθεί, πόσω δε μάλλον τα όσα του αποδίδονται για την υπογραφή, περιεχόμενο και χειρισμό των συμφωνιών ενοικίασης και χρήσης μεταξύ εναγόντων (The Melbourne University Student Union Incorporated) και Marbain Pty Ltd, ως τα Τεκμήρια 16-17(α)-(γ). Ο μάρτυς απάντησε πως διαφωνούσε με τη θέση της αντεξετάζουσας, γιατί «. υπήρχε μία συμφωνία μετόχων η οποία κρατούσε τις μετοχές σε καταπίστευμα (trust) για τον κύριο Andrew Landeryou και τον κύριο Benjamin Cass». Κλήθηκε ο μάρτυς να τοποθετηθεί ως προς το αν είχε αυτή τη συμφωνία, με τον τελευταίο να λέει ότι μπορεί και να την είχε. Μολαταύτα, δεν την παρουσίασε, αν την είχε, μηδέ και κλήθηκε κατά την επανεξέταση να προβεί σε οποιαδήποτε διευκρίνιση επί τούτω (ή ακόμη και κατάθεση του συγκεκριμένου εγγράφου στη διαδικασία). Η όλη συμπεριφορά του (και) κατά την αντεξέταση επί του συζητούμενου εξέπεμψε μια αδικαιολόγητη, ας μου επιτραπεί ο όρος, εμμονή εναντίον του Andrew Landeryou χωρίς επαρκή δικαιολόγηση και αιτιολόγηση στη βάση του μαρτυρικού υλικού. Απορρίπτω τη μαρτυρία και εκδοχή του Craig Ivor Bolwell (ΜΕ2). Η μη αποδοχή της μαρτυρίας των εναγόντων, καθιστά κατ' ακολουθίαν (και θα εξηγήσω περαιτέρω το λόγο, αμέσως πιο κάτω), την αγωγή απορριπτέα αφού στερείται πλέον τούτη αξιόπιστου και πειστικού μαρτυρικού θεμελίου, δίχως την ίδια στιγμή να δικαιολογείται άλλη απόληξη βάσει της έγγραφης μαρτυρίας που κατατέθηκε και που, παρομοίως, χαρακτηρίζεται και τούτη ως ανεπαρκής για ό,τι είναι που θα μπορούσε να συνθέσει εφαλτήριο για την έκδοση απόφασης υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων για όλες τις επιδιωκόμενες στη δικογραφία θεραπείες, ή μέρος αυτών. Διασαφηνίζω. Προτάσσουν οι ενάγοντες, ότι η μη παρουσίαση μαρτυρίας από πλευράς εναγομένων κατά τη δίκη θα πρέπει να οδηγήσει άνευ ετέρου στην έκδοση απόφασης εναντίον των τελευταίων, μια που τα όσα παρέμειναν αναντίλεκτα το δικαιολογούν. Η άποψη δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Οι ενάγοντες βαρύνονταν με την υποχρέωση απόδειξης της υπόθεσης στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ασχέτως της ενάσκησης του δικαιώματος των εναγομένων να μην καλέσουν μάρτυρες ή να προσκομίσουν άλλη μαρτυρία κατά τη δίκη (βλ. κατ' αναλογίαν, Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λίμιτεδ ν Ματσούκα και Άλλου, ΠΕ 91/10, ημ. 3.7.14, Demchenko και Άλλου v Nassar
(2007)1(B) ΑΑΔ 1342, Παναγιώτου ν Ιωάννου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 917). Η θέση απορρίπτεται. Λέγουν προσέτι οι ενάγοντες, πως, αν μη τι άλλο, η προειρημένη επιλογή των εναγομένων να μην παρουσιάσουν μαρτυρία προς επίρρωση των εκδοχών και υπερασπίσεων τους, μεταθέτει στους ώμους των εναγομένων το βάρος απόδειξης ότι η καθ' υπόθεσιν κατακράτηση από τους τελευταίους του ποσού των AU$884.950,00 (Δολαρίων Αυστραλίας), που κατατέθηκε στον τραπεζικό τους λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου, ως το Τεκμήριο 8 - ή, προστίθεται, το συνολικό ποσό των AU$1.891.000, ως διατυπώνεται στην παράγραφο 24 της Έκθεσης Απαίτησης (παρόλο που οι ενάγοντες δεν καταπιάστηκαν άμεσα με την έκφανση αυτή κατά τις αγορεύσεις) - δεν ισοδυναμεί με κατακράτηση κινητής περιουσίας σύμφωνα με τα προνοούμενα στο άρθρο 37
(2)του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Δεν συμφωνώ. Για να ενεργοποιηθεί το (νομοθετικό) τεκμήριο του άρθρου 37
(2)του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 - όπως και κάθε άλλο μαχητό νομοθετικό τεκμήριο - χρειάζεται, πρώτα, να παρουσιαστεί επαρκής μαρτυρία που να αποδεικνύει ή να καταδεικνύει το πρωταρχικό και βασικό γεγονός (εδώ το δικαίωμα των εναγόντων σε άμεση κατοχή των επίδικων ποσών), έτσι ώστε να διαπλαστεί και το αναγκαίο υπόβαθρο επί του οποίου θα μπορούσαν πλέον να δομηθούν τα περί παράνομης κατακράτησης, συμφώνως των διαλαμβανομένων στο άρθρο 37
(1)του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 (βλ. κατ' αναλογίαν, A Keane & P McKeown, The Modern Law of Evidence, 9η έκδ, 2012, σελ. 652-653). Εν προκειμένω και πέραν του ότι οι ενάγοντες ποτέ δεν αξίωσαν δεόντως (και ως όφειλαν), επιστροφή ή απόδοση των χρημάτων από τους εναγόμενους (με τους τελευταίους να αρνούνται να συμμορφωθούν) - γεγονός καταλυτικό, εν πάση περιπτώσει, για τη στοιχειοθέτηση της αξίωσης βάσει του άρθρου 37 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 (βλ. κατ' αναλογίαν, Π Αρτέμη και Γ Ερωτοκρίτου, Κεφ. 148: Αστικά Αδικήματα/Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμος 1, 2003, σελ. 123) - καμιά μαρτυρία (της εμβέλειας που αναλύεται) δόθηκε ώστε να επιτευχθεί αντικειμενικώς η ενεργοποίηση του προρρηθέντος νομοθετικού τεκμηρίου. Επεξηγώ. Ο Andrew Landeryou δεν υπηρετούσε ως Διευθυντής είτε στη Marbain Pty Ltd είτε στους εναγόμενους κατά την προσδιοριζόμενη από τους ενάγοντες κρίσιμη περίοδο και σίγουρα όχι κατά την 25.9.03, όταν μεταφέρθηκε το ποσό των AU$884.950,00 στο λογαριασμό των εναγομένων στην Τράπεζα Κύπρου με αριθμό 0155-41-133345-08 (βλ. Τεκμήρια 8 και 9). Ο Andrew Landeryou, σύμφωνα με τα έγγραφα του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, ως το Τεκμήριο 15, διορίστηκε ως Διευθυντής των εναγομένων την 3.1.05 (αποχωρώντας στις 17.1.13), ενώ Διευθύντρια των εναγομένων κατά την επίδικη περίοδο (μεταξύ 2.8.99 και 3.1.05), ήταν κάποια Μαρία Ζάρκος (Maria Zarkos), η οποία επαναδιορίστηκε αργότερα στη θέση της Διευθύντριας των εναγομένων την 17.1.13, σε αντικατάσταση του Andrew Landeryou. Ομοίως, κατά τους επίμαχους πάντοτε χρόνους, ο Andrew Landeryou δεν υπηρετούσε ως Διευθυντής της Marbain Pty Ltd, έχοντας διοριστεί ως Διευθυντής και Γραμματέας της τελευταίας την 1.9.05 και αποχωρήσει την 28.2.12. Οι υποψίες και συλλογισμοί των Robert John Cockerell (ΜΕ1) και Craig Ivor Bolwell (ΜΕ2), περί συγκαλυμμένης εμπλοκής του Andrew Landeryou στα τεκταινόμενα της Marbain Pty Ltd και των εναγομένων, κατά τον επιλήψιμο τρόπο που του απέδωσαν, παρέμειναν μετέωρα και ισχνά από απόψεως μαρτυρικής εμβέλειας για ό,τι εδώ τυγχάνει εντρύφησης. Οι αναφορές που αποδίδονται στον Andrew Landeryou στο έγγραφο - Τεκμήριο 10 (που παρουσιάζεται να εμπεριέχει τη μαρτυρία του τελευταίου στην υπόθεση Melbourne University Student Union v Darren Kenneth Ray and Others) - και που για λόγους που θα αναπτύξω ακολούθως, δεν αποτελεί αξιόπιστη βάση για εξαγωγή οιουδήποτε ασφαλούς συμπεράσματος - ποσώς τροποποιούν έτσι κι αλλιώς την προκύπτουσα εικόνα, καθώς απαύγασμα των τοποθετήσεων του Andrew Landeryou, αποτέλεσε εκεί το γεγονός ότι (σε κάποιους άγνωστους ή ανεπαρκώς προσδιορισμένους χρόνους στο εν λόγω τεκμήριο), οι εναγόμενοι λειτουργούσαν στη βάση όχι μόνο των δικών του οδηγιών αλλά και άλλων (όπως της Maria Zarkos και του Matthew Keats). Οι οδηγίες αυτές δεν εξισώθηκαν από τους ενάγοντες (ή θα μπορούσαν ενδεχομένως να εξισωθούν), είτε με τον απόλυτο είτε με το μερικό έλεγχο των εναγομένων από τον Andrew Landeryou και ίσως - χωρίς αυτό να αμβλύνει βεβαίως την κατάληξη περί της αξιοπιστίας των μαρτύρων των εναγόντων - να δικαιολογεί η προσέγγιση αυτή και την επιδειχθείσα αδυναμία των Robert John Cockerell (ΜΕ1) και Craig Ivor Bolwell (ΜΕ2), να εκφραστούν με την αναμενόμενη βεβαιότητα επί της έκφανσης αυτής, δίχως να καταφεύγουν σε διατυπώσεις περί «προφανούς» παρασκηνιακής εμπλοκής του Andrew Landeryou στα όσα του καταγιγνώσκονται, ή σε ύπαρξη «πίστης» και «πεποίθησης» από μέρους τους για μια τέτοια ταύτιση. Το ότι θα μπορούσε να συναχθεί από το Τεκμήριο 10, πως ο Andrew Landeryou είχε ζητήσει από την Μαρία Ζάρκος (Maria Zarkos) να ανοίξει τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα των εναγομένων (υποτιθέστο ότι οι αναφορές στο Τεκμήριο 10 αφορούν, τωόντι, στον επίδικο λογαριασμό των εναγομένων στην Τράπεζα Κύπρου, ή στους άλλους λογαριασμούς που αναφέρονται στην όψη των τραπεζικών εγγράφων στο Τεκμήριο 9), ή ακόμη και το ότι ο Andrew Landeryou μερίμνησε για την εταιρική σύσταση των εναγομένων, δεν συνιστούν αφ' εαυτών μίασμα για τον Andrew Landeryou (που δεν ήταν Διευθυντής των εναγομένων ή της Marbain Pty Ltd κατά τον κρίσιμο εκείνο χρόνο), ούτε και περιστατική μαρτυρία τέτοιας δυναμικής ώστε να δύναται τούτη να οδηγήσει τη σκέψη αλλού (και προς την κατεύθυνση που επιθυμούν οι ενάγοντες), ακόμη και αν η μαρτυρία ιδωθεί σε σύζευξη με άλλα ψήγματα αναφορών του Andrew Landeryou στο υπό αναφορά τεκμήριο - εναντίον πιθανώς και των συμφερόντων του - όπως, το ότι το χρηματικό ποσό μεταφέρθηκε από την Sun Rock Ltd (με δικές του οδηγίες), στον τραπεζικό λογαριασμό των εναγομένων στην Κύπρο. Μηδέ και αποδείχθηκαν ικανοποιητικώς, οι καταλογιζόμενες στην Marbain Pty Ltd παράνομες, δόλιες, ή άλλης παρόμοιας μορφής πράξεις και ενέργειες (ή του Andrew Landeryou ή των εναγόντων πριν από την εκκαθάριση τους, ή όλων αυτών και των όσων άλλων μνημονεύονται στη μαρτυρία υπό οποιοδήποτε συνδυασμό), κατά τρόπο που να καταστήσουν τα ποσά της αξίωσης ως προερχόμενα από παράνομες πράξεις και κατ' επέκτασιν ως παρανόμως κατακρατούμενα από τους εναγόμενους. Αυτό, διότι, η σύνδεση των στοιχείων αυτών εκπηγάζει, επαναλαμβάνω, από ελλιπούς αποδεικτικής βαρύτητας σκέψεις και υπόνοιες (έστω υποψίες), των Robert John Cockerell (ΜΕ1) και Craig Ivor Bolwell (ΜΕ2), χωρίς αναφορά σε βαρύνουσα μαρτυρία που να εξηγεί και να προσδίδει άλλη διάσταση στο περιεχόμενο των κατατεθέντων εγγράφων. Από πουθενά, με αναφορά στο μαρτυρικό υλικό, δεν αναδεικνύεται άμεσο ή έμμεσο δικαίωμα των εναγόντων στην πλήρη ή μερική κυριότητα του ποσού των AU$884.950,00 (βλ. κατ' αναλογίαν, Panayi v Artemiou and Others
(1976)1 JSC 510, 534), ή οποιουδήποτε άλλου ποσού καθάπτεται των επίδικων θεμάτων (με την υπόδειξη στο ποσό των AU$1.891.000, να μην έχει ταυτιστεί και επεξηγηθεί αρκούντως, συνολικώς ή αποσπασματικώς, με κατάλληλη μαρτυρία στα τραπεζικά έγγραφα και καταστάσεις λογαριασμού (βλ. Τεκμήρια 4-9 και 19)). Συναφές με την υπό συζήτηση θεματική (και εξίσου σημαντικό με τα υπό ανάλυση), είναι και το ότι οι ενάγοντες - που προτάσσουν στην Έκθεση Απαίτησης παραβίαση Αυστραλιανών νομοθεσιών ως κρίσιμο συστατικό των παράνομων καταβολών των επίδικων ποσών και της απτόμενης αυτών παράνομης συμπεριφοράς των εναγομένων (όπως και των Andrew Landeryou και Marbain Pty Ltd) και τις οποίες (νομοθετικές πρόνοιες), δεν παραδέχονται οι εναγόμενοι στην Υπεράσπιση - απέτυχαν να αποδείξουν με την αναμενόμενη επάρκεια, το αλλοδαπό αυτό δίκαιο (The Incorporated Associations Act και The Tertiary Education Act 1993 of the State of Victoria), ως ζήτημα πραγματικού γεγονότος είτε μέσω μαρτυρίας πραγματογνώμονα είτε με άλλο κοινώς αποδεκτό τρόπο μεταξύ των διαδίκων, με συνέπεια τον εξανδραποδισμό της συναφούς εκδοχής και της πρόκλησης αθεράπευτου ρήγματος στην αφορούσα αιτιώδη συνάφεια εν σχέσει με τις περιβάλλουσες συνθήκες αποκόμισης των περί ων ο λόγος ποσών και της εισροής τους στον τραπεζικό λογαριασμό (ή στους τραπεζικούς λογαριασμούς) των εναγομένων στην Τράπεζα Κύπρου (βλ. κατ' αναλογίαν, Impregilo SPA ν Του Πλοίου «Marwa M» Σημαίας Κύπρου (Αρ 1)
(2002)1(Α) ΑΑΔ 284, Federal Bank of Lebanon (SAL) ν Σιακόλα
(1999)1(Α) ΑΑΔ 44). Επανέρχομαι στα περί του εγγράφου που κατατέθηκε ως αντανακλών μέρος της διαδικασίας ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Βικτώρια (βλ. Τεκμήριο 10), για να υπογραμμίσω ότι τα πρακτικά αυτά (την αυθεντικότητα των οποίων δεν αμφισβήτησαν οι εναγόμενοι κατά τη δίκη), παρουσιάζονται ατελή καθότι εξάγεται από το περιεχόμενο των δύο τελευταίων σελίδων τους (1438-1439), πως η συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας εξέτασης του Andrew Landeryou (στις 5.5.05), θα συνεχιζόταν στις 25.5.05 και ώρα 10.30 π.μ. ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, δίχως να γνωρίζουμε τι είναι που συνέβη και λέχθηκε τη μέρα εκείνη (εάν όντως συνέβη και λέχθηκε κάτι), ούτε και ποια ήταν, τελικώς, η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Βικτώρια σε σχέση με τη διαδικασία αυτή (αν υπήρξε μια τέτοια απόφαση ή άλλος δικαστικός χειρισμός). Με άλλα λόγια, δεν μπορεί να ξέρει κανείς εάν ο Andrew Landeryou αναίρεσε, επεξήγησε, προσέθεσε, ή εξέφρασε κατιτί το διαφορετικό (από τα όσα εξέφερε στο Τεκμήριο 10 την 5.5.05), εν σχέσει με τα θέματα ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Βικτώρια (και ίσως σχετικά με αυτά που ενδιαφέρουν τώρα), με παρεπόμενο η μαρτυρική βαρύτητα των όσων διατύπωσε στο Τεκμήριο 10, να εξανεμίζεται - στην έκταση που δεν υποστηρίζονται από τα υπόλοιπα τεκμήρια, πλην της έκθεσης (Τεκμήριο 2), του Robert John Cockerell (ΜΕ1) - για όλους τους αυτονόητους λόγους, ανεξαρτήτως ακόμη και του γεγονότος πως δεν υποβλήθηκε από τους εναγόμενους κατά την αντεξέταση - και με το θέμα αυτό θα καταπιαστώ αμέσως κατωτέρω - οποιαδήποτε παράλληλη θέση επί του ζητήματος, με κανέναν από τους δύο μάρτυρες να ισχυρίζεται πρωτογενή γνώση για ό,τι είναι που ανέφερε συνολικώς ο Andrew Landeryou στην περιγραφόμενη αλλοδαπή δικαστική διαδικασία. Έρχομαι στο ζήτημα της απουσίας επαρκούς αντεξέτασης των Robert John Cockerell (ΜΕ1) και Craig Ivor Bolwell (ΜΕ2), που έθιξε ο δικηγόρος των εναγόντων. Υποβάλλουν οι ενάγοντες, πως η μαρτυρία που δόθηκε από τους Robert John Cockerell (ΜΕ1) και Craig Ivor Bolwell (ΜΕ2), δεν αμφισβητήθηκε αντεξεταστικώς από την δικηγόρο των εναγομένων, με συνεπόμενο να επιβάλλεται η αποδοχή της προς απόδειξη της αξίωσης. Μήτε και με αυτό συμφωνώ. Η παράλειψη αντεξέτασης σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας και της εκδοχής που προτάσσει ένας μάρτυς - μολονότι παρέχει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη ως αποδοχή των αντίστοιχων ισχυρισμών στα σημεία που καλύφθηκαν κατά την κυρίως εξέταση (βλ. κατ' αναλογίαν, Δρουσιώτης ν Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 505, Εργοληπτική Εταιρεία Σταύρος Δημοσθένους Λτδ και Άλλων ν Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου
(2012)1(Γ) ΑΑΔ 2627, Philippou General Bonded Warehouse Ltd ν Νικολαΐδη
(2006)1(Β) ΑΑΔ 1057 - δεν οδηγεί και δεν πρέπει να αφήνεται να οδηγεί απαρεγκλίτως σε μια τέτοια έκβαση, μια και το Δικαστήριο οφείλει στην κάθε περίπτωση να αξιολογεί τις εκδοχές των διαδίκων και να απολήγει στα δικά του συμπεράσματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Αντωνάκης Χρ Σολομωνίδης Λτδ ν και Άλλων ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Άλλου
(2005)1(Α) ΑΑΔ 491, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291). Αυτά ως προς το ζήτημα αρχής. Ως προς τα προκείμενα πραγματικά γεγονότα, διαπιστώνεται ότι η δικηγόρος των εναγομένων αντεξέτασε αμφότερους τους μάρτυρες των εναγόντων, με σαφή (ως προκύπτει από τη γενικότερη κατεύθυνση των ερωτήσεων της), διάθεση αμφισβήτησης της μαρτυρίας τους στη βάση ότι οι αναφορές και των δύο μαρτύρων, εκπορεύονταν, στην ουσία τους, από δευτερογενείς και τριτογενείς πηγές, με αποτέλεσμα (η εξ ακοής αυτή μαρτυρία), να μην υπέχει οποιασδήποτε αποδεικτικής αξίας και να απογυμνώνει συγχρόνως - και αυτό είναι το κύριο που απασχολεί το σημείο αυτό - το αξιόπιστο των τοποθετήσεων των μαρτύρων, ακριβώς, για το λόγο ότι δεν μπορούσαν να εκφράσουν με τρόπο σαφή, συγκεκριμένο, ακριβή και αξιόπιστο τα όσα κατέθεσαν, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στην πεμπτουσία αυτών που επιρρίπτουν εμμέσως (ή απευθείας), στους εναγόμενους. Τούτη η στρατηγική των εναγομένων κατά την αντεξέταση, ήταν επιτρεπτή (ίσως όμως όχι ιδανική) και δεν χρειαζόταν να συνοδεύεται από άμεση και φραστική αμφισβήτηση της μαρτυρίας των μαρτύρων με τη χρήση συγκεκριμένων τυποποιημένων εκφράσεων και δηλώσεων (βλ. κατ' αναλογίαν, Παφίτης & Άλλος ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 102, R v Lovelock
(1997)Crim LR 821, Browne v Dunn
(1893)6 R 67). Δεν ευσταθεί ούτε και αυτή η αντίρρηση των εναγόντων. Στη βάση των πιο πάνω, οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την υπόθεση τους στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η αγωγή απορρίπτεται. Το απαγορευτικό διάταγμα που εκδόθηκε στις 24.11.10, συνακολούθως παύει να ισχύει. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.