Α/ΦΟΙ Μ&Κ ΜΙΧΑΗΛ ν. ΜΑΡΙΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2100/08, 22/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A33 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2100/08 Μεταξύ: Α/ΦΟΙ Μ&Κ ΜΙΧΑΗΛ Ενάγοντες και
- ΜΑΡΙΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ
- ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Εναγόμενοι 22 Ιανουαρίου 2016 Για εναγόμενους - αιτητές: κος Γ. Χριστοφίδης Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κος Ντορζής ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η επίδικη αίτηση υποβλήθηκε από τους εναγομένους και ζητούμενο είναι η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός της απόφασης που εκδόθηκε την 22.05.
- Καίτοι το αίτημα ακούγεται σύνηθες, όσα ακολουθούν φανερώνουν ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Ο λόγος δια αυτό οφείλεται στο ότι η απόφαση που ζητείται να ακυρωθεί και παραμεριστεί, δεν εκδόθηκε ερήμην των εναγομένων αλλά μετά από μακρά ακροαματική διαδικασία. Για σκοπούς της επίδικης αίτησης συνιστά γεγονός ότι την 22.05.2015 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων. Η απόφαση λοιπόν ήταν το αποτέλεσμα δικαστικής κρίσης μετά από ακροαματική διαδικασία. Από μέρους των εναγόντων κλήθηκαν τρεις μάρτυρες, ενώ για τους εναγόμενους μαρτυρία έδωσε μόνο ο πρώτος. Περαιτέρω, μετά την έκδοση της απόφασης, συγκεκριμένα την 02.07.2015, οι εναγόμενοι καταχώρισαν έφεση (βλ. τεκμήριο Β στην επίδικη αίτηση). Θα ανέμενε κανείς ότι άμα την έκδοση της απόφασης το έργο του δικαστηρίου ολοκληρώνεται, τουλάχιστον στην έκταση που αφορά τη διαφορά των μερών, εφόσον έχει ήδη αποφανθεί για την ουσία του πράγματος και δημοσιεύσει την απόφασή του. Εν τούτοις οι εναγόμενοι δεν συμμερίζονται ότι τούτη είναι η λογική του πράγματος. Και εξηγώ· Διατείνονται οι εναγόμενοι ότι μετά την έκδοση της απόφασης, εν προκειμένω την 26.05.2015, αποτάθηκαν στο τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, όπου και διαπίστωσαν ότι οι ενάγοντες δεν είναι εγγεγραμμένος συνεταιρισμός. Ακολούθησε και δεύτερη έρευνα, αυτή τη φορά την 15.07.2015, η οποία επιβεβαίωσε το προηγούμενο συμπέρασμα, δηλαδή ότι οι ενάγοντες, ως αναφέρονται στο πρόσωπο της αίτησης και βεβαίως στο κλητήριο ένταλμα που προηγήθηκε, δεν είναι εγγεγραμμένο νομικό πρόσωπο. Τα αποτελέσματα της έρευνας είναι το τεκμήριο Δ στην αίτηση. Είναι λοιπόν η θέση των εναγομένων ότι εφόσον οι ενάγοντες ήταν ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο ενόσω εκκρεμούσε η αγωγή ή και μεταγενέστερα· «το Δικαστήριο στο πλαίσιο της άσκησης των σύμφητων εξουσιών του θα πρέπει αυτοδίκαια (ex debito justitiae) να ακυρώσει και παραμερίσει την εκδοθείσα απόφαση ως εξ υπαρχής άκυρη». Παρεμβάλλω εδώ ότι η αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, συγκεκριμένα· Δ.17, κ.10, Δ.19, Δ.26 κ.14 και Δ.48 κκ1-4, 9(h)· στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Το δε πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης, δηλαδή τα περί διαπιστώσεως ότι οι ενάγοντες είναι ανύπαρκτο πρόσωπο, αναφέρονται σε ένορκη δήλωση δικηγόρου που εργάζεται στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τους εναγόμενους. Στον αντίποδα οι ενάγοντες αμφισβητούν το εύλογο του αιτήματος. Η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης αναγράφει τέσσερις λόγους και τούτοι είναι· «
- Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αστήρικτη.
- Υπάρχει πολλαπλότητα διαδικασιών και κατάχρηση διαδικασίας καθ' ότι έχει καταχωρηθεί και έφεση από τους αιτητές εναντίον της εκδοθείσας απόφασης.
- Το Σεβαστό Δικαστήριο μετά την εκδίκαση της αγωγής και έκδοση της απόφασης είναι αναρμόδιο να επιληφθεί της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης.
- Η διαδικασία ισοδυναμεί με παραβίαση του δεδικασμένου και/ή αναψηλάφηση της δίκης έξω και πέρα από τη δικαιοδοσία του Σεβαστού Δικαστηρίου» Καινοφανές όσο και αν ακούγεται το αίτημα, για μόνο λόγο βεβαίως τα ιδιαίτερα γεγονότα που το περιβάλλουν, εν τούτοις δεν είναι απαλλαγμένο νομολογίας. Σειρά αποφάσεων που πιο κάτω παρατίθενται αποκαλύπτουν ότι η νομολογία το έχει καλύψει και θέλει τούτο να είναι οικοδόμημα κτισμένο στην άμμο και ως τέτοιο υποκείμενο σε καταστροφή άμα το καλύψει η πλημυρίδα της δικαιοσύνης. Και εξηγώ· Στην υπόθεση Orphanides v. Michaelides
(1968)1 C.L.R. 295, απασχόλησε αίτηση του εφεσίβλητου για επανάνοιγμα της διαδικασίας, ώστε να ακουστεί εκ νέου επί της ουσίας. Το δε αίτημα υπεβλήθη μετά την έκδοση απόφασης από το Εφετείο, με την οποία ο αιτητής διαφωνούσε. Δηλαδή όπως και εδώ το αίτημα υποβλήθηκε μετά την έκδοση της απόφασης. Το επιχείρημα του αιτητή στην υπόθεση Orphanides ήταν πως η αγγλική νομολογία, συγκεκριμένα η Order 41 rule 1, θέλει την απόφαση να καθίσταται τελεσίδικη άμα τη σύνταξη της και όχι κατά το χρόνο εκφώνησης. Μάλιστα η αγγλική νομολογία, ως ίσχυε τότε, αναγνώριζε ότι ο δικαστής είχε εξουσία να μεταβάλει την απόφασή του στο ενδιάμεσο, δηλαδή μεταξύ εκφώνησης και σύνταξης, εάν έκρινε πως τούτη ήταν εσφαλμένη ή έχρηζε διόρθωσης. Εν τούτοις στην υπόθεση Orphanides, πιο πάνω, το Ανώτατο Δικαστήριο απεφάνθη ότι· «The practise in Cyprus regarding delivery of reserved judgments on appeal is radically different from the practise regarding oral judgments in England». Και περαιτέρω· «Therefore, once, in Cyprus, a judgment has been delivered, signed and filed, there can be no possibility for the Court which has delivered it to rehear argument and to change it, or set it aside, except, of course, to the extent to which it has, always, been possible to correct an error in a judgment under the provisions of Order 25, rule 6 (which is known as the "slip" rule and corresponds to Order 20 rule 11 of the Rules of the Supreme Court in England), and under the inherent jurisdiction of the Court.» Η απόφαση στην υπόθεση Orphanides δεν στέκει μόνη της. Στην υπόθεση Αγαθοκλέους ν. ΕΔΑΞΥΛ Ξυλουργικές Επιχειρήσεις Λτδ κ.α.
(1997)1Α Α.Α.Δ. 302, 304, η οποία αφορούσε ανάλογο αίτημα, επαναλήφθηκε η αρχή και προστέθηκε κάτι εξίσου σημαντικό. Λέχθηκε εκεί ότι· « Η άποψή μας είναι πως η αίτηση είναι αβάσιμη. Το Ανώτατο Δικαστήριο ως Εφετείο, με διευρυμένη μάλιστα σύνθεση από 5 δικαστές, ερεύνησε το ζήτημα που μας απασχολεί στην υπόθεση Ορφανίδης v. Μιχαηλίδης
(1968)1 Α.Α.Δ. 295, στην οποία ηγέρθηκαν πανομοιότυπα νομικά σημεία. Δεν θα αναφερθούμε σε έκταση στην απόφαση. Θα αρκεστούμε να πούμε μόνο πως σ' αυτή γίνεται εξαντλητική συζήτηση του ζητήματος, με ειδική μάλιστα συγκριτική αναφορά στα ισχύοντα στην Αγγλία και στον τόπο μας. To μόνο που θα μπορούσαμε να προσθέσουμε, ως δικό μας σχόλιο, είναι πως η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Ορφανίδης υιοθέτησε ουσιαστικά τη θεμελιακή αρχή, που ενυπάρχει στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης που ακολουθούμε, της διασφάλισης δηλαδή της τελεσιδικίας. Δεν έχει το Δικαστήριο σύμφυτη εξουσία να παραμερίζει εκδοθείσα απόφασή του, με σκοπό την επανασυζήτησή της.» Τα πιο πάνω δεν είναι τίποτα άλλο από απλή διατυμπάνιση του αυτονόητου και της κοινής λογικής, στοιχεία που συνθέτουν το δίκαιο. Άπαξ και η ακροαματική διαδικασία ολοκληρωθεί και εκδοθεί απόφαση, το δικαστήριο δεν έχει εξουσία, σύμφυτη ή εκ του νόμου και κανονισμού, να παρέμβει σε αυτή, πλην των περιπτώσεων που ρητά εξειδικεύονται στη Δ.25 κ.6. Ο λόγος δια αυτό είναι προφανής, διαφορετική αντίληψη θα διαιώνιζε την αμφιβολία και οι διάδικοι θα στερούντο του αισθήματος ασφάλειας που προάγει η τελεσιδικία. Επί του προκειμένου μεστός είναι ο λόγος της υπόθεσης Παπαδόπουλος ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης
(1998)3 Α.Α.Δ. 608, όπου ο αείμνηστος Νικήτας, Δ. επεξήγησε τη σημασία της τελεσιδικίας, ακόμη και αν η απόφαση ήθελε θεωρηθεί άδικη. Ανέφερε ότι· « O αντίθετος προσανατολισμός θα δημιουργούσε επικίνδυνο ρήγμα στην αρχή της τελεσιδικίας. Το δεδικασμένο έχει τη θεωρητική του προέλευση και διατύπωση στο Ρωμαϊκό δίκαιο. Στον Ουλπιανό ανήκει η κλασσική φράση, που εκφράζει την πεμπτουσία του δόγματος, quia res judicata pro veritate accipitur (Dig. 15,25), που συνδέθηκε με την αλήθεια των νομικών καταστάσεων. Αξίζει να παραθέσουμε από τη μελέτη του καθηγητή Χρίστου Μπάκα στον τόμο "Δεδικασμένο" του Ερευνητικού Ινστιτούτου Δικονομικών Μελετών
(1989)στη σελ. 50, που φανερώνει τη διαχρονική αξία του δόγματος : "Σύμφωνα με την αρχή αυτή κάθε απόφαση άσχετα αν είναι δίκαια ή όχι, θεωρείται ότι περιέχει την αλήθεια και ο καθένας πρέπει να αποδεχθεί την απόφαση και την εκτέλεση της ....... Το πλάσμα αλήθειας που εισάγεται με την προαναφερόμενη αρχή είναι σαφώς προτιμότερο από τη διαιώνιση της αβεβαιότητας που θα κυριαρχούσε σε διαφορετική περίπτωση στη δίκαιη κρίση....."» Ουδεμία λοιπόν εξουσία επιτρέπει στο δικαστήριο να διαπραγματευτεί εκ νέου τα επίδικα θέματα αγωγής που αποφασίστηκε, γεγονός που καθιστά το αίτημα σαθρό και ανυπόστατο. Γι' αυτό και μόνο το λόγο το αίτημα απορρίπτεται. Δεν είναι μόνο η ανυπαρξία δικανικού ερείσματος που δικαιολογεί όμως απόρριψη του αιτήματος. Έτι περισσότερο επιβάλλεται η απόρριψη τούτου ένεκα κατάχρησης διαδικασίας. Αναφέρθηκε ήδη ότι μετά την έκδοση της απόφασης οι εναγόμενοι καταχώρισαν ειδοποίηση έφεσης. Τούτη η έφεση είναι το τεκμήριο Β στην αίτηση. Η σημασία τούτης της έφεσης αναδεικνύεται από τον τρίτο λόγο έφεσης. Αναφέρεται εκεί πως· « Λανθασμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η νομική υπόσταση δεν αμφισβητήθηκε αφού οι Ενάγοντες δεν παρουσίασαν μαρτυρία που να καταδείχνει ότι οι Ενάγοντες/Εφεσίβλητοι λειτουργούσαν ως ομμόρυθμη εταιρεία και ότι είχαν συσταθεί δεόντως ως ομμόρυθμη εταιρεία». Διαπιστώνεται λοιπόν ότι με την έφεση αμφισβητείται εκείνο ακριβώς που προσβάλλει και η αίτηση. Οι εναγόμενοι διατείνονται πως άλλο είναι εκείνο που αμφισβητείται με την έφεση και άλλο με την αίτηση. Είμαι της γνώμης πως η σχετική θέση δεν είναι ορθή. Η εξέταση του πράγματος δεν είναι μικροσκοπική και ούτε εξαρτάται από στενή δικανική ερμηνεία. Η έννοια της κατάχρησης σε αυτό το πλέγμα του δικαίου θέλει το διάδικο να καταχράται τη διαδικασία οπότε επιχειρεί να επιτύχει τον ίδιο σκοπό με διάφορα μέσα. Αυτό ισχύει και στην προκείμενη περίπτωση. Είτε οι εναγόμενοι αμφισβητούν ότι το αποδεικτικό υλικό που προσκομίστηκε κατά την ακρόαση δικαιολογούσε διαπίστωση ότι δεν αμφισβητήθηκε η υπόσταση των εναγόντων, είτε πάλι διατείνονται ότι σήμερα είναι που διαπιστώνεται πως οι εναγόμενοι δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, δεν έχει ιδιαίτερη διαφορά. Στόχος τους παραμένει η ακύρωση της εκδοθείσας απόφασης λόγω της υπόστασης των εναγόντων, την οποία υπόσταση πλήττουν ποικιλοτρόπως και με διάφορα μέσα. Και σε αυτήν όμως την περίπτωση η νομολογία επιλύει το ζήτημα. Καθ' όλα σχετική είναι η υπόθεση Τσιακλίδης ν. Ευαγγέλου
(2004)1Α Α.Α.Δ. 119, τα γεγονότα της οποίας ομοιάζουν με της παρούσας. Στην εν λόγω υπόθεση υποβλήθηκε αίτηση για παραμερισμό και ακύρωση της απόφασης που εκδόθηκε μετά από ακρόαση, επί τω ότι κατά το χρόνο εκδίκασης της αγωγής ο ενάγων βαρύνετο με διάταγμα παραλαβής, πράγμα δια το οποίο δεν πληροφόρησε το δικαστήριο όπως ούτε τον Επίσημο Παραλήπτη. Η αίτηση απορρίφθηκε πρωτόδικα και ακολούθησε έφεση, ενώ έφεση εκκρεμούσε και για την ουσία της αγωγής. Απορρίπτοντας την έφεση που είχε να κάνει με την αίτηση παραμερισμού, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα· « Η κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας προσλαμβάνει συνήθως διάφορες μορφές, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου επιδιώκεται ο ίδιος σκοπός με παράλληλες διαδικασίες. Το ένδικο μέσο της έφεσης παρέχει στον εφεσείοντα δυνατότητα πλήρους αναθεώρησης της εκκαλούμενης απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, ο εφεσείων άσκησε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης στα πλαίσια της οποίας διατηρούσε τη δυνατότητα συμπερίληψης λόγου ή λόγων έφεσης οι οποίοι να συνάδουν προς ό,τι αυτός ισχυρίζεται ή επικαλείται στην αίτηση που υπέβαλε πρωτοδίκως προς ακύρωση/παραμερισμό της απόφασης. Η απόφαση στην Perella (ανωτέρω) έχει επιβεβαιώσει την προηγούμενη νομολογία αλλά και αυτή, έχει επιβεβαιωθεί μεταγενέστερα από άλλες υποθέσεις, όπως στις Βασιλείου ν. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ. 133, Loukos Trading Co Ltd κ.ά.v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1014 και Μ & M Loizou Ltd κ.ά. ν. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 Α.Α.Δ. 717. Διαπιστώνουμε ότι η εν προκειμένω παράλληλη προώθηση δύο διαδικασιών συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του δικαστηρίου. Η έφεση κατά της πρωτόδικης (επί της ουσίας) απόφασης θα μπορούσε να αποτελέσει κατάλληλο ένδικο μέσο θεώρησης, μεταξύ άλλων, και του δικονομικού ζητήματος που προέκυψε αναφορικά με την ανάγκη τροποποίησης των δικογράφων προς αποκατάσταση της δικονομικής τάξης που είχε διαταραχθεί εξαιτίας της ακούσιας παράλειψης τροποποίησης των δικογράφων.» Ανάλογα ισχύουν και στην υπό κρίση περίπτωση. Η όλη συμπεριφορά των εναγομένων, δηλαδή η επιλογή τους να εφεσιβάλουν την απόφαση, καίτοι η καταχώριση έφεσης είναι αναφαίρετο δικαίωμά τους, δεν επιτρέπει παράλληλη προώθηση της επίδικης αίτησης. Διάδικος που επιθυμεί να αμφισβητήσει μια απόφαση και νιώθει πως έχει διάφορα μέσα στη διάθεσή του, οφείλει να σταθμίσει τα δεδομένα του και να προωθήσει το, κατά την άποψή του, πλέον πρόσφορο και εποικοδομητικό. Παράλληλη προώθηση διάφορων μέσων συνιστά κατάχρηση υποκείμενη σε καταστολή. Συνεπώς η κατάχρηση της διαδικασίας που διαπιστώνεται είναι άλλος ένας λόγος δια τον οποίο η αίτηση απορρίπτεται. Ούτε και επί της ουσίας όμως δικαιολογείται η αίτηση. Διατείνονται οι εναγόμενοι ότι κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο οι ενάγοντες δεν ήταν εγγεγραμμένοι, συνεπώς ήταν ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο, και αυτό παρά τα όσα αναφέρονται στο κλητήριο ένταλμα. Στο δικό μου μυαλό εγείρεται το ερώτημα· πότε διάδικος οφείλει ή επιτρέπεται να αμφισβητήσει την υπόσταση του αντιδίκου του. Εξ αρχής απαντώ ότι όσα πιο πάνω αναφέρονται καθιστούν σαφές ότι τούτος ο χρόνος δεν είναι μετά την απόφαση. Αναφέρω τούτο καθ' ότι εκπλήσσει το γεγονός ότι ο συνήγορος των εναγομένων διερεύνησε το θέμα μετά την έκδοση της απόφασης. Διερωτώμαι, ομολογώ, ποιος λόγος υπήρχε όταν η διαδικασία είχε ολοκληρωθεί, πώς θα εξυπηρετούνταν τα συμφέροντα του πελάτη του, δοθέντος ότι η απόφαση είχε εκδοθεί; Τέτοια έρευνα δεν έπεται της απόφασης, προηγείται της σύνταξης υπεράσπισης, ώστε οι όποιοι ισχυρισμοί να δικογραφηθούν δίκην προδικαστικής ενστάσεως ή να ενσωματωθούν σε αίτηση με αντικείμενο την απόρριψη της αγωγής επί τω ότι η διαδικασία είναι καταχρηστική. Επί του προκειμένου σχετική είναι η υπόθεση Lioufis and Co v. Ανδρονίκου
(1996)1 Α.Α.Δ. 773, 779, όπου στην απόφαση της πλειοψηφίας αναφέρεται ότι· «Συμφωνώ, επίσης, ότι δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση με την Υπεράσπιση η ύπαρξη της εταιρείας, του νομικού προσώπου που ήγειρε την αγωγή. Ό,τι θέλω να προσθέσω, είναι ότι η ύπαρξη των εναγόντων δε θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο αντιδικίας μέσω των δικογράφων. Οι έγγραφες προτάσεις έχουν ως λόγο τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. Η αντιδικία προϋποθέτει την ύπαρξη των διαδίκων. Αν ο ενάγων δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, δεν τίθεται, ούτε θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα αντιδικίας με τον εναγόμενο. Αγωγή εκ μέρους ανύπαρκτου προσώπου συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα είναι αίτηση για τη διαγραφή της αγωγής. Η θέση αυτή ευρίσκει έρεισμα στην απόφαση Russian Commercial and Industrial Bank v. Comptoir D'Escompte de Mulhouse [1925] A.C. 112 (ΗL). Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι η αμφισβήτηση εξουσίας του ενάγοντα να κινήσει αγωγή εξ ονόματος της ενάγουσας εταιρείας δεν μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο αντιδικίας, με την έγερση του θέματος στην Υπεράσπιση. Η θεραπεία έγκειτο στη λήψη μέτρων, σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, για τη διαγραφή του ενάγοντα και τον τερματισμό της διαδικασίας. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που αμφισβητείται η ύπαρξη του ενάγοντα - (βλ. Τhe Annual Practice 1958, σελ. 574 και 575).» Το δε απόσπασμα του Annual Practise στις σελίδες 574 και 575, το οποίο υιοθετήθηκε στη Lioufis, πιο πάνω, αναφέρει ότι· «Authority to Sue: .. But if the defendant desires to question the authority to sue in the plaintiff' s name, he must apply to stike out the plaintiff' s name at an early stage; he cannot by his defence dispute the authority, nor can he do so at the trial.». Τα πιο πάνω αποκαλύπτουν και το απαύγασμα της απόφασης Lioufis, πιο πάνω, δηλαδή πως η ακροαματική διαδικασία δεν είναι το κατάλληλο forum ανάδειξης ό,τι σχετικό της υπόστασης των διαδίκων. Αν τούτη η υπόσταση δεν αμφισβητηθεί προηγουμένως, εκλαμβάνεται ως δεδομένη, εφόσον στη δίκη δεν επιτρέπεται η αμφισβήτησή της. Καταλήγω συνεπώς ότι το κεφάλαιο υπόσταση διαδίκων έκλεισε την ίδια ώρα που άρχισε η ακροαματική διαδικασία, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε προηγουμένως και είναι τούτος άλλος ένας λόγος δια απόρριψη του αιτήματος. Για καθ' ένα και όλους μαζί τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι το αίτημα είναι παντελώς ανυπόστατο και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων. Προτού όμως ολοκληρώσω νιώθω υποχρεωμένος να αναφέρω και το εξής· καίτοι η προώθηση διαδικασίας είναι συνταγματικό και αναφαίρετο δικαίωμα διαδίκου και μάλιστα κατά τρόπο που θεωρεί ότι αρμόζει, ιδιαίτερα αιτήματα πρέπει να προωθούνται με περίσκεψη και επιμέλεια. Επιβάλλεται οι συνήγοροι, ως λειτουργοί της δικαιοσύνης, να διερευνούν ουσιαστικά τη νομολογία και το δίκαιο, ώστε αν ήθελαν πεισθεί ότι το αίτημα είναι ανυπόστατο, να συμβουλεύσουν τους πελάτες τους δεόντως. Με αυτό τον τρόπο αποφεύγεται ταλαιπωρία των διαδίκων και βεβαίως κατασπατάληση χρόνου και χρήματος, αλλά πρωτίστως διαφυλάσσεται το κύρος του θεσμού και της απονομής της δικαιοσύνης. (Υπ.) ........... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο