ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ ν. F.P.P. FISH PROCESSING LTD, Αρ. Αγωγής: 616/09, 18/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A25 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 616/09 Μεταξύ: ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ Ενάγοντας και F.P.P. FISH PROCESSING LTD Εναγομένης 18 Ιανουαρίου 2016 Για τον ενάγοντα: κος Γ. Παπαντωνίου Για την εναγομένη: κος Μ. Φιλίππου ΑΠΟΦΑΣΗ Ενάγων στην υπό κρίση αγωγή είναι η Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του διευθυντή τμήματος τελωνείων (στη συνέχεια το τελωνείο). Από την άλλη το πρόσωπο που ενάγεται είναι η εταιρεία F.P.P. Fish Processing Ltd (στη συνέχεια η εταιρεία ή η εναγομένη). Λέγω εταιρεία εφόσον αποτελεί παραδεχτό γεγονός ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο της αγωγής η εναγομένη ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λευκωσία και ασχολείτο με εισαγωγή ψαριών και/ή κατεψυγμένο σολομό, καθώς επίσης παρασκευή καπνιστού σολομού (βλ. 2η παράγραφο έκθεσης απαιτήσεως σε συσχετισμό με 3η παράγραφο υπεράσπισης). Αντικείμενο της αγωγής είναι η αξίωση του τελωνείου που ανέρχεται σε €45.435, πλέον τόκο, ποσό που αντιπροσωπεύει, σύμφωνα με το τελωνείο, φόρο κατανάλωσης που καίτοι επιβλήθηκε στην εταιρεία δεν έχει εξοφληθεί. Τώρα, συνιστά αναμφισβήτητο γεγονός ότι ο επίδικος φόρος κατανάλωσης επιβλήθηκε μετά από έρευνα που διεξήχθη στα υποστατικά της εταιρείας. Τούτη η έρευνα έλαβε χώρα την 25.09.2006 και μεταξύ των τελωνειακών λειτουργών που διεξήγαγαν τούτη ήταν και οι Γεώργιος Παπαδόπουλος και Άντρη Τσούντα. Κατά την έρευνα οι τελωνειακοί λειτουργοί συνομίλησαν με το διευθυντή της εναγομένης εταιρείας, δηλαδή το Χαράλαμπο Δημητριάδη (στη συνέχεια ο διευθυντής). Μάλιστα ο τελευταίος προέβη σε γραπτή κατάθεση και είναι τούτη το τεκμήριο 7 ενώπιον του δικαστηρίου. Επιπλέον κατά τη διερεύνηση ο διευθυντής της εναγομένης εταιρείας παρέδωσε στους τελωνειακούς λειτουργούς και διάφορα άλλα έγγραφα, μεταξύ αυτών το τεκμήριο 12 ενώπιον του δικαστηρίου. Για την ώρα αποφεύγω να τοποθετηθώ και δη να χαρακτηρίσω το τεκμήριο 12, εφόσον η θέση των μερών διαφέρει. Το μεν τελωνείο θεωρεί πως το τεκμήριο 12 είναι καταστάσεις πωλήσεων της εναγομένης εταιρείας, ο δε διευθυντής της εναγομένης ότι είναι καταστάσεις πωλήσεων τρίτης εταιρείας, εν προκειμένω της F.P.P. Trading Limited. Εκ λάθους, διατείνεται ο διευθυντής, η εναγομένη παρέδωσε τα έγγραφα τρίτης εταιρείας και ο λόγος οφείλεται στο ότι οι δυο εταιρείες, εναγομένη και F.P.P. Trading Limited, έχουν κοινούς αξιωματούχους και σχετίζονται. Οι σχετικές αιτιάσεις της υπεράσπισης εξετάζονται βεβαίως πιο κάτω. Σε αυτό το στάδιο υποδεικνύω ότι τα τεκμήρια 11Α και 11Β, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από το τελωνείο, επιβεβαιώνουν ότι οι δύο εταιρείες έχουν κοινά εταιρικά στοιχεία και ιδιαίτερα αξιωματούχους. Τώρα, γεγονός είναι ότι λόγω της έρευνας που διεξήχθη στα υποστατικά της εναγομένης, το τελωνείο επέβαλε στην εταιρεία νέα φορολογία. Προς τούτο εξέδωσε «εκ των υστέρων βεβαίωση άλλης τελωνειακής οφειλής», δηλαδή το τεκμήριο 1 ενώπιον του δικαστηρίου. Την 16.02.2007 αποτάθηκε στο τελωνείο ο διευθυντής της εναγομένης και με επιστολή του ζήτησε να επιτραπεί στην εταιρεία να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό σε 12 ισόποσες μηνιαίες δόσεις (βλ. τεκμήριο 2). Το τελωνείο συγκατατέθηκε στον τρόπο αποπληρωμής, εν τούτοις έθεσε τον όρο όπως η εξόφληση διενεργηθεί σε έξι μηνιαίες δόσεις με την προσκόμιση ανέκκλητης τραπεζικής εγγύησης (βλ. τεκμήριο 3). Το κατά πόσο η εναγομένη εξόφλησε το φόρο κατανάλωσης που της επιβλήθηκε, είναι ένα από τα επίδικα ζητήματα και συνεπώς διερευνάται πιο κάτω. Εκείνο όμως που είναι αναμφισβήτητο είναι ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η λειτουργία της εναγομένης διεπόταν από δυο εγγυήσεις που είχε παραχωρήσει στο τελωνείο. Οι εν λόγω εγγυήσεις είναι τα τεκμήρια 8 και
- Καίτοι όμως τον επίδικο χρόνο οι δύο εγγυήσεις ήταν σε ισχύ, αναμφισβήτητο είναι ότι το τελωνείο δεν εξαργύρωσε τούτες. Μάλιστα στη συνέχεια, δηλαδή την 04.03.2010, η εναγομένη εταιρεία αιτήθηκε ανάκληση τούτων. Η σχετική επιστολή της εταιρείας δεν προσκομίστηκε στο δικαστήριο. Ό,τι όμως προσκομίστηκε είναι η απάντηση του τελωνείου προς την εκδότρια τράπεζα. Λόγω τούτου στην πορεία ανακλήθηκαν και οι δύο εγγυήσεις. Η μεν εγγύηση του τεκμηρίου 8 ανακλήθηκε την 17.05.2010, η δε εγγύηση του τεκμηρίου 9 την 04.08.
- Οι απαντητικές επιστολές του τελωνείου, δηλαδή οι επιστολές ανάκλησης των εγγυήσεων, είναι τα τεκμήρια 14 και 13, αντίστοιχα. Παρ' ότι μέχρι τον Αύγουστο του 2010 το τελωνείο συγκατατέθηκε στην ανάκληση και των δύο εγγυήσεων, εν τούτοις το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, συγκεκριμένα την 28.09.2010, αποτάθηκε στην εκδότρια τράπεζα και ζήτησε εξαργύρωση της μίας εκ των δύο εγγυήσεων, εν προκειμένω εκείνης του τεκμηρίου
- Μάταια βεβαίως εφόσον οι δύο εγγυήσεις είχαν ήδη ανακληθεί. Η σχετική επιστολή του τελωνείου προς την εκδότρια τράπεζα είναι το τεκμήριο
- Δύο άλλα γεγονότα που ολοκληρώνουν την εικόνα των αναμφισβήτητων γεγονότων είναι και τα εξής∙ πρώτο, η φορολογία που επιβλήθηκε στην εναγομένη δεν προσβλήθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο και δεύτερο, η εναγομένη διώχθηκε ποινικά. Η ποινική υπόθεση που αφορά την εναγομένη είναι η 16536/08 και καταχωρίστηκε την 29.07.
- Κατηγορούμενοι στην εν λόγω υπόθεση ήταν η εταιρεία και ο διευθυντής της. Οι δε κατηγορίες που αντιμετώπισαν ήταν δυο, η πρώτη αφορούσε κατασκευή προϊόντων που υπόκεινται σε φόρο κατανάλωσης και η δεύτερη δόλια αποφυγή καταβολής φόρων κατανάλωσης. Οι δύο κατηγορούμενοι παραδέχτηκαν την πρώτη κατηγορία, ενώ απαλλάχθηκαν, κατόπιν ακρόασης, στη δεύτερη κατηγορία. Όλα τα πιο πάνω είναι παραδεχτά ή αναμφισβήτητα γεγονότα και συνεπώς καθίστανται ευρήματα του δικαστηρίου. Είναι ευχερέστερο και εξυπηρετεί τους σκοπούς της απόφασης, πριν οτιδήποτε άλλο να αναπτυχθούν τα επίδικα θέματα και στη συνέχεια να παρατεθεί η μαρτυρία που προσκομίστηκε. Υποδεικνύεται λοιπόν ότι η υπεράσπιση της εναγομένης είναι πολυδιάστατη και θέτει υπό αμφισβήτηση τόσο το εύλογο και δικαιολογημένο της οφειλής, όσο και το ότι παραμένει οφειλόμενη. Ειδικότερα, είναι η θέση της υπεράσπισης ότι εφόσον τα στοιχεία στα οποία στηρίχτηκε η έρευνα του τελωνείου, δηλαδή τα έγγραφα που αποτελούν το τεκμήριο 12, ανήκουν σε τρίτη εταιρεία, λανθασμένα και αδικαιολόγητα φορολογήθηκε η εναγομένη. Παρ' όλα αυτά, είναι η θέση της υπεράσπισης πως ούτως ή άλλως το τελωνείο δεν δικαιούται να αξιώνει οιονδήποτε ποσό. Ο λόγος δια αυτό είναι διττός. Ο μεν πρώτος είναι η εξόφληση της οφειλής, ο δε δεύτερος και πλέον σημαντικός θέλει το τελωνείο να κωλύεται να αξιώνει οιονδήποτε ποσό και αυτό λόγω προηγούμενης συμπεριφοράς του. Ό,τι επικαλείται η υπεράσπιση είναι τη συγκατάθεση του τελωνείου δια ανάκληση των δύο εγγυήσεων. Στη δεύτερη επιστολή του τελωνείου, τεκμήριο 13, αναφέρεται ότι∙ «Αναφέρομαι στη σχετική με το πιο πάνω θέμα επιστολής σας με ημερομηνία 4 Μαρτίου 2010 και σας πληροφορώ ότι η Ανώτερη Τελωνειακή Λειτουργός Λευκωσίας με έχει ενημερώσει ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε εκκρεμότητα κατά τη διάρκεια της ισχύος του υπό αναφορά εγγυητηρίου εγγράφου. Συναφώς πληροφορείστε ότι το εν λόγω εγγυητήριο έχει ανακληθεί και επισυνάπτεται σχετικό φωτοαντίγραφο. Το πρωτότυπο έχει κρατηθεί στο Αρχιτελωνείο για σκοπούς αρχείου.» Οι εγγυήσεις ανακλήθηκαν λόγω του ότι δεν υπήρχε εκκρεμότητα, λέει η υπεράσπιση, και ως εκ τούτου συνεπάγεται ότι η οφειλή έχει εξοφληθεί. Εν πάση όμως περιπτώσει, ισχυρίζεται η υπεράσπιση, η παρά πάνω επιστολή του τελωνείου συνιστά κώλυμα που δεν επιτρέπει σήμερα αντίθετη προσέγγιση, δηλαδή αξίωση οιασδήποτε οφειλής. Η πρώτη από τις αιτιάσεις της υπεράσπισης, δηλαδή το εύλογο και δικαιολογημένο της φορολογίας, κρίνω πως μπορεί να τύχει διαπραγμάτευσης σε τούτο το στάδιο. Η δικανική αρχή που διέπει το θέμα επαναλήφθηκε πρόσφατα στην υπόθεση ΑΟΜΜ Γαλαξίας Παραγωγές Λίμιτεδ ν. Δήμος Στροβόλου, ECLI:CY:AD:2014:A520, Πολ. Έφ. 348/10, ημερομηνίας 11.07.
- Αναφέρθηκε εκεί πως∙ «Η εγκυρότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης μπορεί να προσβληθεί μόνο με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Εφόσον δεν προσβληθεί ή ακυρωθεί από αρμόδιο αναθεωρητικό Δικαστήριο η διοικητική πράξη, η απόφαση διατηρεί καθόλα την ισχύ της ως προς τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή (Takis P. Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 1424, Συμβούλιο Εγγραφής Αρχιτεκτόνων & Πολιτικών Μηχανικών v. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453). Η αποκλειστική δικαιοδοσία για τον έλεγχο της νομιμότητας αποφάσεων, πράξεων η παραλείψεων αρχών ή οργάνων της Δημοκρατίας, τα οποία ασκούν εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία, επαφίεται, λοιπόν, μόνο στο Ανώτατο Δικαστήριο. Σταθερή είναι η γραμμή της νομολογίας ότι δεν μπορούν να υπάρχουν παράλληλες θεραπείες στο πλαίσιο του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Ενόψει των προνοιών του, είναι νομολογημένη αρχή του Κυπριακού Διοικητικού Δικαίου ότι η εγκυρότητα διοικητικών πράξεων δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο, άμεσα ή έμμεσα, οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας ενώπιον άλλου Δικαστηρίου, πολιτικής ή ποινικής. Με βάση τις ρητές πρόνοιες του Άρθρου 146, παροχή παράλληλης δικαιοδοσίας σε άλλα Δικαστήρια είναι ανεπίτρεπτη και ο θεσμικός αυτός διαχωρισμός των δικαιοδοσιών είναι κάθετος και απόλυτος. Θέματα όπως η ιδιοκτησία ή κατοχή, το είδος του υποστατικού και το ύψος των τελών, είναι ζητήματα που αφορούν την εγκυρότητα της διοικητικής πράξης επιβολής του τέλους και δεν μπορούν να αμφισβητηθούν στα πλαίσια άλλης παράλληλης διαδικασίας, πέραν της αναθεωρητικής που καθορίζεται στο Άρθρο 146 του Συντάγματος (James Peter v. Δήμου Αγίου Αθανασίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 612, 615). Εφόσον η απόφαση για επιβολή τέλους δεν ακυρώθηκε ή δεν προσβλήθηκε, αυτό καθίσταται απαιτητό με αγωγή, στην οποία η νομιμότητα της απόφασης δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και η οφειλή πρέπει να θεωρείται δεδομένη (D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd κ.ά. v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος
(2000)1 Α.Α.Δ. 1946, Amazing Trading Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2002)1 Α.Α.Δ. 1136, 1138-9).» Στη δοσμένη περίπτωση αποτελεί κοινό τόπο ότι η βεβαίωση τελωνειακής οφειλής, δηλαδή το τεκμήριο 1, δεν προσβλήθηκε με προσφυγή. Αποτέλεσμα τούτου είναι πως η φορολογία είναι ισχυρή και βεβαίως δεσμευτική για παν ενδιαφερόμενο. Με αυτό νοείται ότι το παρών δικαστήριο δεν κέκτηται εξουσία εξέτασης των στοιχείων που οδήγησαν στη φορολόγηση, εφόσον οι αποφάσεις του τελωνείου συνιστούν διοικητική απόφαση που ακυρώνεται μόνο με προσφυγή (βλ. Κυριάκου ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2000)1Α Α.Α.Δ. 589, 592). Είτε το τεκμήριο 12 αφορά την εναγομένη είτε τρίτη εταιρεία, είναι παντελώς αδιάφορο για τούτο το δικαστήριο. Ο λόγος βεβαίως οφείλεται όχι σε αδιαφορία για το δίκαιο, αλλά επειδή το επαρχιακό δικαστήριο δεν δικαιούται να εξετάσει τη νομιμότητα και ορθότητα της πράξης. Το μόνο αρμόδιο όργανο να πράξει κάτι τέτοιο είναι το Ανώτατο Δικαστήριο. Ωσαύτως, όπου δεν ασκείται προσφυγή η πράξη της διοίκησης, που ούτως ή άλλως περιβάλλεται από τεκμήριο νομιμότητας, καθίσταται τελεσίδικη, μη αναθεωρήσιμη και βεβαίως δεσμευτική. Αυτό είναι που ισχύει και στη δοσμένη περίπτωση και γι' αυτό δεν επιτρέπεται ενασχόληση με οιονδήποτε μαρτυρικό υλικό που αντιστρατεύεται την πιο πάνω βασική αρχή. Συνεπώς δεν έχει σημασία σε ποιαν εταιρεία αποδίδεται το περιεχόμενο του τεκμηρίου 12, αλλά ότι η φορολογία που επέβαλε το τελωνείο, τεκμήριο 1, δεν ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ως εκ των πιο πάνω, για σκοπούς της παρούσας θεωρώ ότι η φορολογία που επιβλήθηκε στην εναγομένη, η οποία δεν προσβλήθηκε, είναι ορθή, δικαιολογημένη και βεβαίως δεσμευτική. Συνεπώς, απαλλαγμένη η υπόθεση από αυτή την πτυχή της υπεράσπισης επιτρέπει εξέταση των υπολοίπων ζητημάτων που ηγέρθηκαν. Σπεύδω λοιπόν να συνοψίσω τη μαρτυρία που προσκομίστηκε, υπό το φως βεβαίως των επίδικων θεμάτων και αποφεύγοντας επανάληψη όσων έχουν ήδη λεχθεί. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης κλήθηκαν πέντε μάρτυρες, τρεις από το τελωνείο και δύο από την εταιρεία. Εκ μέρους του τελωνείου κλήθηκαν οι∙ Γεώργιος Παπαδόπουλος (ΜΕ1), Χρυσόστομος Ηροδότου (ΜΕ2) και Άντρη Τσούντα (ΜΕ3). Για την υπεράσπιση κλήθηκαν οι∙ Άντρη Μακρή (ΜΥ1) και Πάμπος Δημητριάδης (ΜΥ2). Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος και η Άντρη Τσούντα είναι δύο από τους τελωνειακούς λειτουργούς που έλαβαν μέρος στη διερεύνηση της υπόθεσης. Ανέφεραν συναφώς ότι πρώτα εντόπισαν καπνιστό σολομό της εναγομένης σε διάφορες υπεραγορές και ακολούθως μετέβησαν στα υποστατικά της τελευταίας, όπου από τα στοιχεία που τους έδωσε κατέληξαν στη φορολογία που επιβλήθηκε. Ο δε διευθυντής της εναγομένης παραδέχθηκε την οφειλή, ανέφεραν οι μάρτυρες, και ζήτησε διευκολύνσεις σε σχέση με την καταβολή του ποσού. Όπως ήταν φυσικό και οι δυο μάρτυρες αντεξετάστηκαν σε σχέση με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 13, δηλαδή την απαντητική επιστολή του τελωνείου στο αίτημα ανάκλησης της εγγύησης. Και οι δύο μάρτυρες αρνήθηκαν ότι η επίδικη φορολογία έχει εξοφληθεί. Μάλιστα ανέφεραν ότι εκείνοι ήταν οι υπεύθυνοι για τη διερεύνηση και συνεπώς αν η οφειλή εξοφλείτο με οιονδήποτε τρόπο, οι ίδιοι θα το γνώριζαν ή θα εξέδιδαν απόδειξη, πράγμα που δεν έκαναν. Ο Παπαδόπουλος ερωτήθηκε και για το τεκμήριο 9, δηλαδή την εγγύηση του
- Αντικείμενο της ερώτησης ήταν κατά πόσο αυτή η εγγύηση είναι η ανέκκλητη εγγύηση που το τελωνείο έθεσε ως όρο για εξόφληση της φορολογίας. Η απάντηση του μάρτυρα ήταν αρνητική λέγοντας ότι ο αριθμός 121/2006 (στο μάρτυρα υποδείχθηκε το τεκμήριο 14 και όχι το τεκμήριο 9) δεν ανταποκρίνεται σε ανέκκλητη εγγύηση. Τέλος, ο μεν Παπαδόπουλος εξέφρασε άγνοια για το περιεχόμενο του τεκμηρίου 13 (δηλαδή της επιστολής του τελωνείου προς την εναγομένη όπου αναφέρεται ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε εκκρεμότητα), η δε Τσούντα ανέφερε πως η εν λόγω επιστολή οφείλεται σε ελλιπή διερεύνηση και σε ουδεμία περίπτωση το τελωνείο παραιτήθηκε από την οφειλή. Σύμφωνα και με τους δύο μάρτυρες, η οφειλή δεν έχει εξοφληθεί. Και ο Χρυσόστομος Ηροδότου (ΜΕ3) είναι λειτουργός του τελωνείου, απλώς τα καθήκοντά του είναι που διαφέρουν, εφόσον ο εν λόγω μάρτυρας εργάζεται στο λογιστήριο. Η μαρτυρία τούτου αφορά το τεκμήριο
- Ας σημειωθεί εδώ ότι εκκρεμούσης της ακροαματικής διαδικασίας, συγκεκριμένα την 12.06.2015, οι συνήγοροι προέβησαν σε κοινή δήλωση που οδήγησε στην εκ συμφώνου κατάθεση του τεκμηρίου
- Είναι τούτο δέσμη 42 αποδείξεων της εταιρείας, οι οποίες εκδόθηκαν από το τελωνείο. Σημειώνεται περαιτέρω ότι ρητά δηλώθηκε από τους συνηγόρους πως οι εν λόγω αποδείξεις κατατέθηκαν απλώς για σκοπούς εξέτασης και αντεξέτασης. Σε αυτό λοιπόν το πλαίσιο ο Ηροδότου επεξήγησε τη μεθοδολογία που ακολουθεί το λογιστήριο του τελωνείου. Ανέφερε ότι το τελωνείο διατηρεί λογιστικό βιβλίο στο οποίο καταγράφονται οι αποδείξεις είσπραξης και ο αριθμός εκτελώνισης των εμπορευμάτων. Φωτοαντίγραφα τούτου του βιβλίου, συγκεκριμένα τέσσερις σελίδες που αφορούν την περίοδο μεταξύ 19.01.2006 και 30.12.2008, κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Ο Ηροδότου λοιπόν αντιπαρέβαλε το τεκμήριο 5 με το τεκμήριο
- Αναγνώρισε κάθε μια από τις αποδείξεις του τεκμηρίου 5 και τις αντιστοίχησε με τις σχετικές καταγραφές στο τεκμήριο
- Σε καμία περίπτωση, ανέφερε, δεν αφορούν την επίδικη φορολογία. Μάλιστα η υπό κρίση φορολογία δεν φαίνεται στο τεκμήριο 6, εφόσον στο βιβλίο καταγράφονται μόνο οι δηλωμένες εκτελωνίσεις και οι συναφείς τούτων πληρωμές, ανέφερε ο μάρτυρας. Ο Ηροδότου δεν αντεξετάστηκε για αυτή την πτυχή της μαρτυρίας του και δη ότι το τεκμήριο 5 δεν έχει σχέση με την επίδικη φορολογία. Η μαρτυρία της Άντρης Μακρή είναι καθ' όλα τυπική και έχει ήδη ενσωματωθεί στις διαπιστώσεις του δικαστηρίου. Αυτό γιατί η εν λόγω μάρτυρας είναι η πρωτοκολλητής του επαρχιακού δικαστηρίου στο οποίο καταχωρίστηκε η ποινική υπόθεση 16536/08 που αντιμετώπισε η εναγομένη. Η πρωτοκολλητής κλήθηκε απλώς για να αναφέρει ποιες ήταν οι κατηγορίες που αντιμετώπισε η εναγομένη και ποια ήταν η κατάληξη της υπόθεσης. Τελευταία μαρτυρία για την υπεράσπιση είναι αυτή του διευθυντή της εναγομένης, δηλαδή του Χαράλαμπου Δημητριάδη. Και αυτός με τη σειρά του επεξήγησε τη συνεργασία που είχαν εναγομένη και τελωνείο. Προς τούτο παρουσίασε το τεκμήριο 10 ώστε να υποστηρίξει πως διατηρείτο λογαριασμός και ότι η πιστή τήρηση του εξασφαλιζόταν από τις δύο εγγυήσεις, τεκμήρια 8 και
- Επιπλέον αναφέρθηκε στην έρευνα του τελωνείου για να καταλήξει ότι η εναγομένη έδωσε στο τελωνείο λανθασμένα στοιχεία, δηλαδή το τεκμήριο 12, ήτοι έγγραφα τρίτης εταιρείας. Αυτό, ανέφερε ο διευθυντής, το αντιλήφθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης όταν το εν λόγω έγγραφο παρουσιάστηκε ως τεκμήριο. Από την άλλη ο διευθυντής της εναγομένης τόνισε το γεγονός ότι το τελωνείο ανακάλεσε τις δύο εγγυήσεις που είχε χορηγήσει η εναγομένη. Αυτό, σύμφωνα με το διευθυντή, έγινε τρία και πλέον έτη μετά την έρευνα, γεγονός που αποδεικνύει ότι ο λόγος δια τον οποίο ανακλήθηκαν είναι επειδή ουδεμία οφειλή υφίστατο. Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω στρέφομαι σε αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων με κριτήριο τα εγγενή της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικά (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Σημειώνω περαιτέρω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίστηκε σε ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτάθηκε και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Ουδεμία αμφιβολία έχω ότι ο διευθυντής της εναγομένης δεν είπε την αλήθεια στο δικαστήριο. Η όλη εικόνα του ενόσω μαρτυρούσε, εν προκειμένω διστακτικότητα στο να απαντήσει ή λογόρροια επί άσχετων και μη επίδικων ζητημάτων, αποδεικνύουν ακριβώς την επιτηδειότητα της μαρτυρίας του και ότι στόχος του δεν ήταν η αποκάλυψη της αλήθειας αλλά διαφύλαξη των συμφερόντων του. Από την άλλη οι υπόλοιποι μάρτυρες δεν είναι παρά δημόσιοι υπάλληλοι που δεν έχουν οιονδήποτε προσωπικό συμφέρον. Η όποια εμπλοκή τους στην όλη υπόθεση έγινε καθηκόντως και όχι άλλως πως. Μάλιστα κατά την ακροαματική διαδικασία ο Παπαδόπουλος (ΜΕ1) είχε ήδη αφυπηρετήσει και συνεπώς δεν είχε οτιδήποτε να φοβηθεί ή να επωφεληθεί σε σχέση με την παραπέρα πορεία του στο τμήμα τελωνείων. Περαιτέρω, η μαρτυρία της Τσούντα συνάδει πλήρως και δικαιολογείται από το μαρτυρικό υλικό. Ο δε Ηροδότου δεν έχει προσωπική εμπλοκή σε αυτή καθ' εαυτή τη φορολόγηση. Απλώς του ζητήθηκε να εξετάσει το τεκμήριο 5, δηλαδή τις αποδείξεις της υπεράσπισης, και να αντιπαραβάλει τούτες με τις καταχωρίσεις στο βιβλίο (τεκμήριο 6) που τηρείτο, πράγμα που έκανε. Οι καταχωρίσεις στο λογιστικό βιβλίο (τεκμήριο 6) και το ότι οι αποδείξεις, τεκμήριο 5, ταυτίζονται πλήρως με αυτές, δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Τέλος, αναμφισβήτητες είναι πλείστες από τις ενέργειες των Παπαδόπουλου και Τσούντα σε σχέση με την έρευνα που έκαναν, και δη ότι έλαβαν κατάθεση από το διευθυντή της εναγομένης (τεκμήριο 7), στην οποία παραδέχτηκε το οφειλόμενο ποσό. Εν ολίγοις, η μαρτυρία του τελωνείου παρέμεινε αναμφισβήτητη, ενώ σε μεγάλο βαθμό επιβεβαιώνεται από τα τεκμήρια και τη μαρτυρία του διευθυντή της εναγομένης. Από την άλλη οι αιτιάσεις του διευθυντή της εναγομένης είναι σαθρές και αποκλίνουν από την κοινή λογική. Ενδεικτικό είναι ότι αμφισβητεί ακόμη και την επιβολή φορολογίας, κάτι όμως που δεν μπορεί να συζητηθεί εφόσον η φορολόγηση είναι εκτελεστή διοικητική πράξη και στην προκείμενη περίπτωση δεν έχει προσβληθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο. Παρ' όλα αυτά, ακόμη και η αμφισβήτηση της φορολογίας εδράζεται σε εξωπραγματικές αιτιάσεις που αναδεικνύουν το παράλογο του ισχυρισμού. Διατείνεται ο διευθυντής ότι η φορολογία οφείλεται σε λανθασμένα στοιχεία. Αυτά όμως τα στοιχεία ο ίδιος είναι που τα έδωσε στο τελωνείο. Και βεβαίως δεν είναι μόνο τα στοιχεία που ετοίμασε το λογιστήριο της εναγομένης που αποκαλύπτουν διάσταση, ο διευθυντής της εναγομένης έδωσε κατάθεση στην οποία παραδέχτηκε την οφειλή (τεκμήριο 7) και επιπλέον, στη συνέχεια συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο που άφηνε να νοηθεί ότι αποδεχόταν την οφειλή, εφόσον ζήτησε διευκολύνσεις στον τρόπο αποπληρωμής (βλ. τεκμήριο 2 - επιστολή προς τελωνείο, ημερομηνίας 16/02/2007). Διατείνεται όμως ότι μόλις στην ακρόαση της ποινικής υπόθεσης 16536/08 διαπίστωσε το σφάλμα. Αφήνω λίγο στο πλάι το εύλογο και δικαιολογημένο της φορολόγησης για να παρατηρήσω το εξής· η ποινική υπόθεση καταχωρίστηκε την 29/07/2008, δηλαδή σχεδόν δύο έτη μετά την έρευνα στα υποστατικά της εναγομένης και σχεδόν ενάμιση έτος μετά που ο διευθυντής ζήτησε διευκολύνσεις στον τρόπο αποπληρωμής της οφειλής. Καίτοι μέχρι εκείνη τη στιγμή ο διευθυντής δεν γνώριζε το σφάλμα που σήμερα επικαλείται, ουδέν ποσό κατέβαλε έναντι της οφειλής που και για τον ίδιο ήταν παραδεχτή, λογική και δίκαιη. Αυτός μάλιστα ήταν και ο λόγος που στη συνέχεια ακολούθησε η καταχώριση ποινικής υπόθεσης. Εν πάση όμως περιπτώσει, είναι αντιληπτό ότι η εναγομένη είναι εκείνη που φέρει το βάρος απόδειξης (evidential burden) του ισχυρισμού ότι έχει εξοφλήσει το ποσό της φορολογίας. Εν τούτοις τέτοια μαρτυρία δεν προσκομίστηκε στο δικαστήριο. Είναι αντιληπτό βεβαίως ότι το τεκμήριο 5 δεν συνιστά εξόφληση τούτης της οφειλής, εφόσον ο Ηροδότου επεξήγησε δεόντως τι είναι εκείνο που αφορά καθεμία από τις 42 αποδείξεις, αντιστοιχώντας μάλιστα το σύνολο με τις καταχωρίσεις στο τεκμήριο 6, και επί του προκειμένου δεν αμφισβητήθηκε ότι ουδεμία σχέση έχουν με τη φορολογία που επιβλήθηκε. Άλλη απόδειξη δεν προσκομίστηκε στο δικαστήριο. Η ανάκληση και μόνο των εγγυήσεων, τεκμήρια 8 και 9, δια των επιστολών τεκμήρια 13 και 14, δεν σημαίνει και εξόφληση της επίδικης φορολογίας. Το κατά πόσο η εν λόγω ενέργεια συνιστά κώλυμα που εμποδίζει σήμερα το τελωνείο να διεκδικήσει το επίδικο ποσό, είναι νομικό ζήτημα το οποίο πραγματεύομαι πιο κάτω. Εκείνο όμως που εδώ διαπιστώνω είναι ότι τα τεκμήρια 13 και 14 δεν αναφέρουν την επίδικη οφειλή, όπως ούτε την υπό κρίση αγωγή, που κατά τον ίδιο χρόνο υφίστατο και ήταν σε γνώση των μερών. Αξιολογώντας τούτο σε συνδυασμό με τους ισχυρισμούς των Παπαδόπουλου και Τσούντα, ότι εκείνοι ήταν υπεύθυνοι για έκδοση εξοφλητικής απόδειξης, ότι δεν εξέδωσαν τέτοια απόδειξη και ότι δεν ενημερώθηκαν για το περιεχόμενο των δυο επιστολών (τεκμήρια 13 και 14), που προφανώς εκ λάθους στάληκαν, καθώς επίσης την αδυναμία της εναγομένης να παρουσιάσει στο δικαστήριο σχετική εξοφλητική απόδειξη, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι τα τεκμήρια 8 και 9 δεν συνιστούν απόδειξη πληρωμής του οφειλόμενου ποσού. Από τα πιο πάνω αποκαλύπτεται ότι η εναγομένη δεν πλήρωσε τη φορολογία της εντός της περιόδου των δύο ετών μέχρι και την ακρόαση της ποινικής υπόθεσης, περίοδο για την οποία δεν είχε λόγο να την αμφισβητεί, αφού μέχρι τότε δεν είχε γνώση του τεκμηρίου 12. Αυτό φανερώνει ότι ποτέ η εναγομένη είχε πρόθεση να εξοφλήσει τη φορολογία, εφόσον για δύο και πλέον έτη από την ημερομηνία που επιβλήθηκε δεν το έπραξε. Από την άλλη ούτε και εκ των υστέρων πλήρωσε τούτη, εφόσον κανένα αποδεικτικό στοιχείο παρουσιάστηκε στο δικαστήριο. Η εγγύηση του 2006, δηλαδή το τεκμήριο 8, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως η ανέκκλητη εγγύηση που το τελωνείο ζήτησε μετά την έρευνα. Αυτό όχι μόνο γιατί το επεξήγησε ο Παπαδόπουλος, αλλά επειδή η εγγύηση αυτή χορηγήθηκε την 24/08/2006, δηλαδή πριν την έρευνα που οδήγησε σε επιβολή της επίδικης φορολογίας, σύμφωνα με ό,τι αναφέρεται στο πρόσωπο του εγγράφου. Όλα τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι η μαρτυρία του διευθυντή της εναγομένης δεν είναι τίποτα άλλο από επιτηδευμένο παραλήρημα που αντιστρατεύεται κάθε λογική αλλά και νομική αρχή, εφόσον δεν διστάζει να αμφισβητήσει και αυτή ακόμη τη φορολόγηση, που σήμερα όμως δεν είναι τίποτα άλλο από απλό χρέος, εφόσον δεν προσβλήθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι ορθή και αληθής είναι η μαρτυρία των μαρτύρων του τελωνείου και βεβαίως της πρωτοκολλητού. Επιπλέον, βάσει της αξιόπιστης μαρτυρίας καταλήγω ότι η ορθότητα της επιβληθείσας φορολογίας δεν μπορεί βεβαίως να τύχει αμφισβήτησης και περαιτέρω, ότι η φορολογία δεν έχει εξοφληθεί και ούτε προσκομίστηκε στο δικαστήριο οιονδήποτε στοιχείο που δικαιολογεί συμπέρασμα εξόφλησης. Ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο η ανάκληση των δύο εγγυήσεων, ή καλύτερα το λεκτικό της επιστολής τεκμήριο 13, «ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε εκκρεμότητα», συνιστά κώλυμα. Ας σημειωθεί εδώ ότι στη γραπτή αγόρευση της εναγομένης αναφέρεται πως τούτο το κώλυμα οφείλεται σε έγγραφο και/ή συμπεριφορά (βλ. 1η σελίδα εγγράφου Β, ήτοι γραπτή αγόρευση εναγομένης). Συνεπώς η θέση της εναγομένης περιορίζεται σε αυτά τα δύο είδη κωλύματος που πιο πάνω αναφέρονται και έτσι η έρευνα δεν θα επεκταθεί σε οτιδήποτε άλλο. Κρίνω εν τούτοις πως δεν δικαιολογείται κώλυμα λόγω εγγράφου, αγγλιστί estoppel by deed. Επί του προκειμένου σχετική είναι η υπόθεση Ορφανίδου ν. Ορφανίδη
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 1889. Στη σελίδα 1905 αναφέρεται ότι∙ «Το επίδικο έγγραφο στην παρούσα υπόθεση δεν έχει υπογραφεί και από τα δύο μέρη. Δεν είναι επομένως «συμφωνία» ή «έγγραφο» (deed) εντός της έννοιας των σχετικών όρων.» Ανάλογα ισχύουν και στη δοσμένη περίπτωση. Το τεκμήριο 13 δεν συνιστά έγγραφο που συνομολογήθηκε από τα μέρη, δηλαδή που υπογράφηκε και από τους δύο. Επιπλέον, δεν απευθύνεται στην εναγομένη αλλά στην τράπεζα. Τέλος, δεν υπογράφτηκε από την εναγομένη αλλά μόνο από το τελωνείο. Υπό αυτή την έννοια αδυνατώ να αντιληφθώ τίνι τρόπω συνιστά κοινό έγγραφο, ήτοι συμφωνία, που δεσμεύει τα μέρη. Καταλήγω συνεπώς ότι για όλους τους πιο πάνω λόγους το τεκμήριο 13 δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει κώλυμα λόγω εγγράφου. Τι εστί κώλυμα, γενικά, και ποια τα δικανικά γνωρίσματα τούτου, απασχόλησαν την υπόθεση Ιωάννου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1Γ ΑΑΔ 1522, 1527. Επεξηγήθηκε εκεί ότι κώλυμα λόγω συμπεριφοράς μπορεί να πάρει τη μορφή∙ «Σύμφωνα με τον Nokes το Κώλυμα (Estoppel) είναι ένας κανόνας με τον οποίο ένας διάδικος εμποδίζεται από του να εγείρει ή να αρνηθεί ένα γεγονός (Nokes "Introduction to Evidence", 3rd Ed., page 208), ενώ σύμφωνα με τον Phipson είναι ένας κανόνας που εμποδίζει ένα διάδικο από του να αρνηθεί την ύπαρξη μιας κατάστασης γεγονότων που έχει προβάλει προηγουμένως. (Phipson on Evidence, 12th Ed., page 912). Το Κώλυμα μπορεί να είναι
(1)Κώλυμα λόγω δεδικασμένου (Estoppel by record),
(2)Κώλυμα λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα (Estoppel by deed) και
(3)Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (Estoppel by conduct or Estoppel in pais). Σύμφωνα με τον κανόνα του Κωλύματος λόγω συμπεριφοράς, "Οταν ένας συμβαλλόμενος σε μια συναλλαγή με τα λόγια του ή τη συμπεριφορά του προβαίνει σε μια υπόσχεση ή διαβεβαίωση προς τον άλλο συμβαλλόμενο, που αποσκοπεί να επηρεάσει τις νομικές σχέσεις μεταξύ τους και ο άλλος συμβαλλόμενος ενεργεί πάνω σε αυτή, διαφοροποιώντας τη θέση του προς βλάβη, δεν θα επιτραπεί στο συμβαλλόμενο που προέβηκε στην υπόσχεση ή έδωσε τη διαβεβαίωση να ενεργήσει με τρόπο ασυμβίβαστο προς αυτή". (Χ" Γιάννης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1970)1 C.L.R. 32) Το Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς μπορεί να πάρει τη μορφή του (
- i)Κωλύματος λόγω παραστάσεων (Soanes v. London and South Western Railway [1919] 120 L.T. 598). (
- ii)Κωλύματος λόγω υποσχέσεων (Central London Property Trust Ltd. v. High Trees House Ltd. [1947] 1 K.B. 130) και (iii) Περιουσιακού Κωλύματος.» Επί του προκειμένου στο σύγγραμμα Phipson on Evidence, 16η έκδοση, παράγραφος 5-18 επεξηγείται ότι κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (estoppel in pais or by conduct) δυνατό να προκύψει και από συμφωνία ή συνθήκη. Στην προκείμενη περίπτωση έχει ήδη διαπιστωθεί ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει και έτσι δεν θα απασχολήσει. Αναφέρεται όμως ότι τέτοιο κώλυμα δυνατό να οφείλεται σε παράσταση (representation)∙ σιωπή (silence), παράλειψη (omission) ή συγκατάνευση (acquiescence)∙ καθώς επίσης αμέλεια∙ και παραίτηση (waiver). Δεν κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ με όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις. Αν είναι κάτι που δυνατό να ισχύει εδώ, είναι κώλυμα λόγω παράστασης (representation), με παράσταση να θεωρείται η αναφορά στο τεκμήριο 13 πως δεν υπάρχει οποιαδήποτε εκκρεμότητα. Ουδεμία από τις υπόλοιπες κατηγορίες κωλύματος είναι ικανή να απασχολήσει τα διαπιστωμένα γεγονότα και είναι για αυτό το λόγο που αποκλείονται από τη διερεύνηση. Κώλυμα λόγω παραστάσεως διαπιστώνεται, σύμφωνα με το Phipson, πιο πάνω, εκεί όπου η παράσταση αφορά γεγονός που είναι αναληθές, έστω και αν η αναλήθεια οφείλεται σε αθώο σφάλμα. Αναγνωρίζεται τούτο άμα τη διαπίστωση των ακολούθων πέντε προϋποθέσεων∙ (α) παράσταση γεγονότος (β) η παράσταση να είναι ακριβής (precise) και σαφής (unambigious) (γ) πρέπει να υπάρχει πρόθεση ή γεγονότα που ευλόγως οδηγούν σε συμπέρασμα ότι το άλλο μέρος θα δράσει βάσει της παράστασης (δ) ότι το μέρος που βασίζεται στην παράσταση πράττει τούτο σε βλάβη του, και τέλος, (ε) ότι η παράσταση είναι το αίτιο της βλάβης. Είναι φανερό ότι στην υπό κρίση περίπτωση ελλείπει το στοιχείο της βλάβης του άλλου μέρους, εν προκειμένω της εναγομένης. Εδώ η εναγομένη ουδεμία ζημία υπέστη από την ούτω καλούμενη παράσταση του τελωνείου. Εν ολίγοις, η εναγομένη δεν έπραξε κάτι βασιζόμενη στην παράσταση του τεκμηρίου 13. Επιπλέον, η παράσταση του τελωνείου δεν είναι υπαίτια για οιανδήποτε βλάβη. Συνακόλουθα, η εναγομένη δεν δικαιολογείται σήμερα να επικαλείται κώλυμα που δεν επιτρέπει στο τελωνείο να διεκδικήσει τη φορολογία που η πρώτη δεν κατέβαλε. Καταλήγω συνεπώς ότι ουδέν κώλυμα εμποδίζει το τελωνείο από διεκδίκηση της οφειλόμενης φορολογίας. Παρ' ότι έχω ήδη αναφέρει ότι οι διαπιστώσεις του δικαστηρίου δεν δικαιολογούν διερεύνηση άλλης μορφής κωλύματος, υποδεικνύω εν τούτοις ότι η περίπτωση κωλύματος λόγω παραίτησης (waiver), επίσης προϋποθέτει ότι το άλλο μέρος επωμίζεται ζημία λόγω της παραίτησης, και συνεπώς ούτε αυτή η περίπτωση εξυπηρετεί τη θέση της εναγομένης. Επιπλέον, απεμπόληση δικαιώματος λόγω συμπεριφοράς, τεκμηριώνεται μόνο εφόσον αναμφισβήτητα (unequivocally) συνάγεται τέτοια πρόθεση (βλ. Louis Tourist Agency Ltd ν. Ηλία
(1992)1ΑΑΔ 98, 103). Στην προκείμενη περίπτωση δεν διαπιστώνεται τέτοια πρόθεση. Η δε περίπτωση κωλύματος λόγω σιωπής, παράλειψης ή συγκατάνευσης, προϋποθέτει, σύμφωνα με τον Phipson, πιο πάνω, - βλ. παράγραφο 5-31 - καθήκον προς το πρόσωπο που παραπλανείται. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει στη δοσμένη περίπτωση. Το τελωνείο ουδέν καθήκον όφειλε στην εναγομένη. Ήταν υποχρέωση της τελευταίας να γνωρίζει τι ήταν εκείνο που όφειλε και όχι του τελωνείου να της υποδείξει. Παράδοξη όσο και αν είναι η ενέργεια του τελωνείου να συγκατανεύσει σε ανάκληση των εγγυήσεων τη στιγμή που εκκρεμούσε οφειλή, δεν σημαίνει ότι επωμίσθηκε και οιονδήποτε καθήκον. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι τα αδιάσειστα γεγονότα ενώπιον του δικαστηρίου δεν δικαιολογούν συμπέρασμα κωλύματος του τελωνείου για έγερση της αγωγής. Εκείνο όμως που παραμένει ως ατράνταχτο γεγονός, είναι πως η εναγομένη δεν εξόφλησε τη φορολογία που της έχει επιβληθεί και συνακόλουθα τη σχετική επιβάρυνση. Συνεπώς, υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγομένης εκδίδεται απόφαση ως το Α και Β της αξίωσης της αγωγής. Επιπλέον, υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγομένης επιδικάζονται και δικηγορικά έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ........... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο