← Κύπρος

Θεοφανης Δημάτσας κ.α. ν. Κεντρική Τράπεζα Κύπρου υπό την ιδιότητα της ως Αρχή Εξυγίανσης κ.α., Αρ. Αγωγής: 5992/2014, 19/1/2016

Θεοφανης Δημάτσας κ.α. ν. Κεντρική Τράπεζα Κύπρου υπό την ιδιότητα της ως Αρχή Εξυγίανσης κ.α., Αρ. Αγωγής: 5992/2014, 19/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5992/2014 Μεταξύ: 1. Θεοφανης Δημάτσας 2. Στέλλα Δημάτσα Εναγόντων και 1. Κεντρική Τράπεζα Κύπρου υπό την ιδιότητα της ως Αρχή Εξυγίανσης δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου17

(1)/2013 2. Άντρη Αντωνιάδου υπό την ιδιότητα της ως Ειδική Διαχειρίστρια της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17
(1)/2013
  1. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
  2. Κυπριακή Δημοκρατία δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένων Ημερομηνία: 19 Ιανουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Αλεξάνδρου για κα Χριστίνα Χριστοφή Για Εναγόμενη 2 - Καθ' ης η Αίτηση 2: κ. Στυλιανού για Τορναρίτης & Σια ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση οι Ενάγοντες - Αιτητές ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να τροποποιείται ο τίτλος της Αγωγής με την απάλειψη του ονόματος της Εναγομένης 2 και της αντικαταστάσεως του με το όνομα της «
  3. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD δια του Ειδικού Διαχειριστή και/ή Ειδικής Διαχειρίστριας και/ή οποιουδήποτε άλλου εξουσιοδοτημένου προσώπου δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 και/ή δυνάμει οποιουδήποτε άλλου Νόμου και/ή Κανονισμού, εκ ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΤΖΩΝ ΚΕΝΝΕΝΤΥ 80, 1076 ΛΕΥΚΩΣΙΑ». Ζητούν επίσης Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει και/ή διατάσσει την τροποποίηση της Οπισθογράφησης του Κλητηρίου Εντάλματος και ειδικότερα των παραγράφων που εμφαίνονται με έντονο μαύρο χρώμα στο Κλητήριο Ένταλμα που επισυνάπτεται ως «Τεκμήριο Α» στην Ένορκο Δήλωση. Ζητούν επίσης διάταγμα και/ή Άδεια του Δικαστηρίου για συνέχιση της διαδικασίας. Η Αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.9, Δ.12, Δ.25, Δ.39, Δ.48 Θ.1,2,3,4,5,6,7,8,9, Δ.63 και Δ.64 ως επίσης και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση αναφέρονται στην Ένορκο Δήλωση του κου Θεοφάνη Δημάτσα, Ενάγοντα
  4. Ειδικότερα, από όσα αναφέρει αλλά και από το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου προκύπτει ότι στις 20.10.2014 καταχωρήθηκε η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή. Η Εναγομένη 1 έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στις 30.10.2014 και Έκθεση Υπεράσπισης στις 26.3.
  5. Η Εναγομένη 2 έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στις 6.11.2014 και Έκθεση Υπεράσπισης στις 19.1.
  6. Η Εναγομένη 3 έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στις 12.11.2014 και Έκθεση Υπεράσπισης στις 26.11.
  7. Ο Εναγόμενος 4 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 3.11.2014 και Έκθεση Υπεράσπισης στις 30.3.
  8. Ο Ενόρκως δηλών αναφέρει ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις της Έκθεσης Απαιτήσεως ή Οπισθογράφησης εμφαίνονται στο επισυνημμένο Κλητήριο Ένταλμα με μαύρα έντονα γράμματα, ως το «Τεκμήριο Α» το οποίο επισυνάπτεται στην δήλωση του. Παρατηρώντας το εν λόγω τεκμήριο η μόνη παράγραφος που διαπιστώνω ότι είναι σημειωμένη με μαύρα έντονα γράμματα και επομένως της οποίας επιδιώκεται η προσθήκη είναι η παράγραφος 2 της οπισθογράφησης Απαιτήσεως. Αντιπαραβάλλοντας το Τεκμήριο Α με το ήδη καταχωρημένο Κλητήριο Ένταλμα παρατηρώ ότι η παράγραφος 2 είναι εντελώς καινούρια παράγραφος η οποία παρεμβάλλεται μεταξύ της παραγράφου 1 και της παλαιάς παραγράφου
  9. Η παλαιά παράγραφος 2 αριθμείται πλέον ως παράγραφος 3 και τροποποιείται ουσιαστικά η αρίθμηση των επόμενων παραγράφων αντίστοιχα μέχρι το τέλος της μακροσκελούς οπισθογράφησης απαίτησης. Η νέα παράγραφος 2 που επιχειρείται να εισαχθεί προνοεί τα εξής: «Η CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ήταν δημόσια εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο, συμφώνως της σχετικής νομοθεσίας, και καθ' όλον τον ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ασχολείτο, μεταξύ άλλων, με τραπεζικές εργασίες σε ολόκληρη την Κύπρο. Έχει έδρα της τη Λευκωσία και διατηρεί παραρτήματα σε όλη την Κύπρο. Μέχρι τις 03/12/2006 η CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD λειτουργούσε με το όνομα Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ. Από τις 04/12/2006 μετονομάσθηκε σε Marfin Popular Bank Public Co Ltd και στις 05/04/2012 μετονομάσθηκε σε CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD.» Ο Ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η ανάγκη τροποποίησης του τίτλου του Κλητηρίου Εντάλματος καθίσταται εμφανής, λόγω της παραίτησης της Ειδικής Διαχειρίστριας της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Άντρης Αντωνιάδου περί τις 3.3.2015, η οποία αναφερόταν ονομαστικά στο Κλητήριο Ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 20.10.
  10. Περαιτέρω, η ανάγκη τροποποίησης ορισμένων σημείων της Έκθεσης Απαιτήσεως ή Οπισθογράφησης έγκειται ή είναι απόρροια της παραίτησης της Εναγομένης 2 από την ιδιότητα της ως Ειδικής Διαχειρίστριας της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, που επιβάλλει τη διαμόρφωση του κειμένου της Έκθεσης Απαιτήσεως ή Οπισθογράφησης κατά τρόπον, ώστε να είναι προσαρμοσμένη στα νέα δεδομένα που έχουν προκύψει. Επιπρόσθετα, ορισμένες εκ των αιτούμενων τροποποιήσεων συνίστανται σε κάποιες εκ παραδρομής και σε κάθε περίπτωση καλόπιστες παραλείψεις, που τελέστηκαν κατά τη σύνταξη της Εκθέσεως Απαιτήσεως ή Οπισθογράφησης. Η μόνη που προέβαλε Ένσταση στην αίτηση είναι η Εναγόμενη 2 - Καθ' ης η Αίτηση
  11. Η ειδοποίηση πρόθεσης καταχώρησης ένστασης που καταχώρησε στις 10.9.2015 στηρίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.1, Δ.2, Δ.9, Δ.12, Δ.25 κ.1, Δ.39, Δ.48 θθ. 1-4 και 6-9, Δ.59, Δ.63 και Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Νόμο 14/60 άρθρα 2, 29, 30, 31 και 43, στον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο 66(Ι)/98, στον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013, Ν.17(Ι)/2013, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Προβάλλει τους εξής λόγους Ένστασης:
  12. Η σκοπούμενη τροποποίηση του τίτλου σύμφωνα με το αιτητικό (Α) θα πρέπει να απορριφθεί καθότι: Α. Είναι αντικανονική και κατά παράβαση των σχετικών θεσμών και/ή κανονισμών. Β. Εμπεριέχει προσπάθεια προσθήκης και/ή αφαίρεση μερών της διαδικασίας κατά παράβαση των σχετικών θεσμών. Γ. Επιχειρεί να αντικαταστήσει ανόμοια και μη σχετικά μέρη και/ή πρόσωπα και/ή διάδικους. Δ. Επιχειρεί να εισάξει μη υπαρκτό και/ή υποθετικό διάδικο ή πρόσωπο. Ε. Δεν υπάρχει καμία συνάφεια και/ή σχέση νομική, πραγματική και/ή άλλως πως μεταξύ της υφιστάμενης εναγόμενης 2 και των κατ' ισχυρισμό προσώπων και/ή μερών και/ή διαδίκων με τους οποίους οι Αιτητές προσπαθούν να προσθέσουν δια αντικαταστάσεως. Στ. Σε κάθε περίπτωση, δεν υπάρχει η δέουσα τεκμηρίωση για την τροποποίηση του τίτλου και ειδικότερα γιατί οι Αιτητές προσπαθούν στο παρόν στάδιο να προσθέσουν μέρος που προϋπήρχε της αγωγής.
  13. Στο αιτητικό (Β) δεν αναφέρονται συγκεκριμένα και με σαφήνεια οι αιτούμενες ή οποιεσδήποτε τροποποιήσεις.
  14. Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, δεν προκύπτει ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία προς το σκοπό καθορισμού των πραγματικών ζητημάτων, τα οποία αμφισβητούνται μεταξύ των υφιστάμενων διαδίκων.
  15. Τυχόν έγκριση της παρούσας αίτησης θα επηρεάσει τα δικαιώματα της Εναγόμενης 2 σε τέτοιο βαθμό που θα είναι αδύνατο να αποζημιωθεί με την επιδίκαση υπέρ της οποιουδήποτε ποσού εξόδων και θα επηρεάσει την ευχέρεια και/ή την ικανότητα της Καθ' ης η Αίτηση να υπερασπίσει επαρκώς και/ή δεόντως τον εαυτό της.
  16. Η σκοπούμενη αίτηση θα δημιουργήσει αχρείαστα, καθυστέρηση στη διαδικασία και υπέρμετρη αύξηση των εξόδων και δε ξεκαθαρίζει επαρκώς και/ή καθόλου τα επίδικα θέματα και/ή τη διαφορά μεταξύ των διαδίκων.
  17. Το σύνολο των ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότων και το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλουν όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον των Αιτητών.
  18. Πιθανή επιτυχία της παρούσης αιτήσεως αλλάζει εξ αρχής την σύσταση των διαδίκων αφού η αγωγή καταχωρήθηκε εναντίον της Άντρης Αντωνιάδου προσωπικά και οι υποφαινόμενοι δικηγόροι θα πρέπει να διοριστούν εκ νέου από τον νέο διάδικο. Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κυρίας Βαρβάρας Αντωνίου δικηγόρου, συνεργάτη στο δικηγορικό γραφείο των κ.κ. Τορναρίτης & Σια ΔΕΠΕ, η οποία αναφέρεται αρχικά στο ιστορικό της υπόθεσης όπως αυτό προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου της διαδικασίας. Περαιτέρω η Ενόρκως δηλούσα επαναλαμβάνει και αναπτύσσει του λόγους Ένστασης. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι η πλευρά των Εναγόντων - Αιτητών υποστηρίζει ότι η Ένσταση δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη επειδή στην Ένορκη δήλωση προβαίνει δικηγόρος χωρίς να δίδεται προς τούτο καμία αιτιολογία. Δεν συμφωνώ με αυτή την θέση. Η νομολογία έχει μεν κατ' επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση πόσο δε μάλλον η Ένσταση που αυτή υποστηρίζει. Εν πάση περιπτώσει διαπιστώνω ότι με την Ένορκη Δήλωση δεν προστίθενται γεγονότα άλλα από όσα είναι εμφανή από τον φάκελο της διαδικασίας. Η Δ.48 Θ.4 δεν απαιτεί όπως οι Ενστάσεις συνοδεύονται από Ένορκη Δήλωση εάν τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Ένσταση είναι εμφανή από τον φάκελο της διαδικασίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων έχουν συνοψιστεί μεταξύ άλλων στην απόφαση Φοινιώτης ν. Green Mar Navigation
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 33. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι πλήρως κατατοπιστικό. «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v.Case, 28 Ch.D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Στην πιο πρόσφατη απόφαση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation, Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012, ημερομηνίας 4.3.2013 λέχθηκαν τα εξής: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες του κ. 1 της Δ.25, όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Επίσης, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά." Οι περισσότεροι εκ των λόγων Ένστασης που επικαλείται η πλευρά της Εναγομένης αρ 2 - Καθ' ης η Αίτηση 2, περιστρέφονται γύρω από το ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται ουσιαστικά η αντικατάσταση Εναγομένου και δη φυσικού προσώπου ήτοι της Άντρης Αντωνιάδου με το νομικό πρόσωπο Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, του οποίου νομικού προσώπου η Αντρη Αντωνιάδου ενεργούσε μέχρι πρότινος ως ειδική διαχειρίστρια. Όπως αναφέρει στην αγόρευση του ο κ. Στυλιανού, οι Ενάγοντες επιδιώκουν με την τροποποίηση να εισάγουν με «πλάγιο τρόπο» ως Εναγόμενο μέρος την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Είναι η θέση του ότι, εάν τέτοια ήταν η επιθυμία των Εναγόντων, θα έπρεπε να είχαν ζητήσει προσθήκη της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και όχι αντικατάσταση της Εναγομένης αρ. 2. Υποστηρίζει ότι η Εναγόμενη 2 και η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd είναι δύο ξεχωριστά πρόσωπα. Είναι σημαντικό για την παρούσα περίπτωση να αναφερθεί το νομοθετικό πλαίσιο που οδήγησε στον διορισμό Ειδικού Διαχειριστή στην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Ο σχετικός νόμος είναι ο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων ν. 17(Ι)/13 στον οποίον προνοούνται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: 14.
(1)Η Αρχή Εξυγίανσης δύναται να διορίσει Ειδικό Διαχειριστή, ο οποίος αναλαμβάνει τη διοίκηση του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, σύμφωνα με τους όρους της πράξης διορισμού του και τηρουμένου του σκοπού διορισμού του, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 15 και των εξουσιών του, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 16: .... .... .... 15. Ο Ειδικός Διαχειριστής διορίζεται με σκοπό την αποτελεσματικότερη εκτέλεση των μέτρων εξυγίανσης, ήτοι την παροχή οποιασδήποτε υπηρεσίας, διευκόλυνσης ή εκτέλεσης εργασίας, μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης, σε ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση ή και την επίβλεψη της διαδικασίας εκκαθάρισης του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση. 16.
(1)Για την επίτευξη του σκοπού διορισμού του, ο Ειδικός Διαχειριστής έχει άμεση πρόσβαση σε οποιαδήποτε στοιχεία ή πληροφορίες του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση και δύναται, σύμφωνα με τους όρους εντολής του, να απαιτεί ή να επιβάλλει όρους για- (α) τον περιορισμό του πεδίου εργασιών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση καθ' οιονδήποτε τρόπο, (β) την αναθεώρηση ή κατάργηση πολιτικών και στρατηγικών αποφάσεων που επηρεάζουν την οργανική ή λειτουργική δομή του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση (γ) την αναθεώρηση επιχειρηματικών υπηρεσιών και πολιτικών, που αφορούν την παροχή χορηγήσεων ή και αποδοχή και προσέλκυση καταθέσεων, (δ) τον περιορισμό ή και την απαγόρευση μεμονωμένης συναλλαγής, τάξης συναλλαγών ή συγκεκριμένων επενδύσεων, (ε) την απομάκρυνση ή αντικατάσταση οποιουδήποτε συμβούλου, μέλους της επιτροπείας, πρώτου εκτελεστικού διευθυντή ή μέλους της ανώτατης διεύθυνσης του επηρεαζόμενου ιδρύματος, (στ) τη διατήρηση συγκεκριμένων επιπέδων προληπτικής ρευστότητας και ιδίων κεφαλαίων, (ζ) τη λήψη οποιουδήποτε άλλου μέτρου ή ενέργειας ή την αποφυγή συγκεκριμένων ενεργειών. .... .... .... .... «
  1. Σε περίπτωση αγωγής, αίτησης ή άλλης νομικής διαδικασίας για αποζημιώσεις σχετικά με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και ευθυνών του Ειδικού Διαχειριστή, δυνάμει του παρόντος Νόμου, η Αρχή Εξυγίανσης, τα μέλη της Επιτροπής Εξυγίανσης, ο Υπουργός Οικονομικών, ο Ειδικός Διαχειριστής και τυχόν πρόσωπα, τα οποία έχουν διοριστεί σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 16 ή ενεργούν υπό τις οδηγίες του Ειδικού Διαχειριστή ή της Αρχής Εξυγίανσης για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, δεν υπέχουν οποιαδήποτε ευθύνη, εκτός εάν αποδειχθεί ότι η πράξη ή η παράλειψη δεν έγινε καλή τη πίστη ή είναι αποτέλεσμα δόλου ή βαριάς αμέλειας εκ μέρους τους. ... .... .... .... «
  2. Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 19, ο Ειδικός Διαχειριστής , τα πρόσωπα που απαρτίζουν τη Μονάδα Εξυγίανσης και τυχόν άλλα πρόσωπα, νομικά ή φυσικά, τα οποία έχουν διοριστεί ή εξουσιοδοτηθεί από την Αρχή Εξυγίανσης για την πραγμάτωση ενεργειών, δυνάμει του παρόντος Νόμου, δεν υπέχουν οποιαδήποτε ευθύνη σχετικά με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και ευθυνών τους, εκτός εάν αποδειχθεί ότι η πράξη ή η παράλειψη δεν έγινε καλή τη πίστη ή είναι αποτέλεσμα δόλου ή βαριάς αμέλειας εκ μέρους τους: Νοείται ότι, τα πιο πάνω πρόσωπα τυγχάνουν του ίδιου βαθμού προστασίας και μετά τον τερματισμό του διορισμού ή της εξουσιοδότησής τους ή και την ολοκλήρωση των ενεργειών ή του έργου που τους έχει ανατεθεί.» Τα άρθρα 19 και 30 καλύπτουν πράξεις ή παραλείψεις μεταξύ άλλων και του Ειδικού Διαχειριστή που αφορούν «...την άσκηση των αρμοδιοτήτων και ευθυνών του ...». Στην Εκθεση Απαίτησης δεν υπάρχουν ισχυρισμοί για πράξεις ή παραλείψεις ή για δόλο ή για βαριά αμέλεια της Ειδικής Διαχειρίστριας για θέματα που αφορούν την άσκηση των αρμοδιοτήτων της ως ειδική διαχειρίστρια. Εξ ου και η προδικαστική θέση της εναγομένης 2 στην Έκθεση Υπεράσπισης της ότι δεν υπάρχει αιτία αγωγής εναντίον της καθότι στην έκθεση απαίτησης δεν προβάλλεται κανένας ισχυρισμός για δόλο ή για βαριά αμέλεια της Άντρης Αντωνιάδου. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Cyprus Popular Bank Public Company Ltd εξακολουθεί ακόμα και μετά την περιέλευση της υπό καθεστώς εξυγίανσης να διατηρεί τη νομική της οντότητα. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε μετά την περιέλευση της Cyprus Popular Bank Public Company Ltd σε καθεστώς εξυγίανσης με βάση τον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων ν. 17(Ι)/13 και το περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd. Διάταγμα του 2013 (ΚΔΠ 104/2013). Με βρίσκει σύμφωνο η θέση του συνηγόρου των Αιτητών ότι τυχόν ευθύνη της Άντρης Αντωνιάδου ή οποιουδήποτε ειδικού διαχειριστή διοριστεί ή διορίστηκε μετά από αυτήν, είναι διαφορετική από τυχόν ευθύνη της Cyprus Popular Bank Public Company Ltd ως νομικό πρόσωπο. Επομένως εάν οι Ενάγοντες - Αιτητές επιθυμούσαν να ενάγουν την Cyprus Popular Bank Public Company Ltd έπρεπε να είχαν διατυπώσει τον τίτλο διαφορετικά. Με τον τρόπο που κατέγραψαν το όνομα της Εναγομένης αρ. 2 φαίνεται ακριβώς ότι η αγωγή στρέφεται εναντίον της Αντρης Αντωνιάδου και όχι εναντίον της Cyprus Popular Bank Public Company Ltd έστω και αν στο κείμενο της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρονται γεγονότα που έλαβαν χώρα πριν τον διορισμό της Άντρης Αντωνιάδου. Στην παρούσα περίπτωση οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν θέτουν ως επιχείρημα λανθασμένη περιγραφή (MISNOMER) του ονόματος της Εναγομένης 2 - Καθ' ης η Αίτηση. Δεν συζήτησαν την Αίτηση τους σε αυτή τη βάση. Με τον τρόπο που προωθούν την Αίτηση τους συνάγεται ότι θεωρούν ότι ορθώς έχουν εγείρει την αγωγή εναντίον της Άντρης Αντωνιάδου υπό την ιδιότητα της ως Ειδική Διαχειρίστρια της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD και απλώς ζητούν την τροποποίηση καθότι η Άντρη Αντωνιάδου παραιτήθηκε από την θέση της Ειδικής Διαχειρίστριας της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd περί τις 3.3.
  3. Θεωρώ ότι με τον τρόπο που η πλευρά των Εναγόντων - Αιτητών προώθησε το Αίτημα για τροποποίηση δεν καθίσταται σαφές τι είναι αυτό που επιζητούν. Εάν αυτό που οι Ενάγοντες - Αιτητές ζητούν είναι τη διακοπή της αγωγής εναντίον της Άντρης Αντωνιάδου και την έγερση αγωγής εναντίον της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, έπρεπε να πράξουν ακριβώς αυτό και να ζητούν με σαφήνεια την ανάλογη θεραπεία. Με αυτό τον τρόπο θα μπορούσε η Άντρη Ανωνιάδου να τοποθετηθεί σε σχέση με την διακοπή της αγωγής εναντίον της και πιθανόν να ζητούσε και τα έξοδα της αγωγής. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι το διοριστήριο το οποίο υπεγράφη από την Εναγόμενη 2 με το οποίο εξουσιοδοτεί το γραφείο Τορναρίτης & Σια ΔΕΠΕ να ενεργεί εκ μέρους της το υπογράφει η ίδια η Άντρη Αντωνιάδου. Σε περίπτωση που η Αίτηση εγκριθεί και προστεθεί ως Εναγομένη 2 η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd τότε θα προστεθεί διάδικος μη εκπροσωπούμενος στη διαδικασία ενώ αυτόματα η Άντρη Αντωνιάδου τίθεται εκτός διαδικασίας ενώ έχει ήδη εμφανιστεί στη διαδικασία και έχει λάβει δικονομικά διαβήματα καταχωρώντας Υπεράσπιση. Οι Ενάγοντες - Αιτητές δημιουργούν σύγχυση ως προς το αν η αγωγή διακόπτεται και/ή αποσύρεται εναντίον της Άντρης Αντωνιάδου ή εάν θεωρούν την Άντρη Αντωνιάδου υπό την ιδιότητα τους ως διαχειρίστρια της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd το ίδιο πρόσωπο με την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Όπως όμως φαίνεται από τα περισσότερα επιχειρήματα τους, μάλλον, το δεύτερο είναι που εισηγούνται. Ενώ όμως στην αγόρευση τους υποστηρίζουν αφενός ότι η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd ήταν πάντοτε εναγόμενη στην αγωγή, σε κάποιο στάδιο αναφέρονται στην Δ.9 Θ.10 που αφορά κακή συνένωση προσώπων ως Εναγομένων και/ή προσθήκη άλλων. Τούτο προκαλεί ακόμα μεγαλύτερη σύγχυση. Σημειώνω στο παρόν σημείο ότι η προσθήκη διαδίκου ως Εναγομένου δεν είναι κάτι άγνωστο στο δικονομικό μας σύστημα. Όπως λέχθηκε στην Mepa Underwriting Management Limited και Άλλοι ν. Aγροτικής Aνώνυμης Eλληνικής Eταιρείας Γενικών Aσφαλίσεων,
(1997)1 Α.Α.Δ. 772 το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί το δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να κάμει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους με το να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων. Σχετικοί είναι και οι Δ.9 Θ. 10 και 11. Η Δ.9 θ.10 δίδει τη διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο ή τον Δικαστή, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε με είτε χωρίς αίτηση και με όρους που θα φανούν δίκαιοι στο Δικαστήριο ή τον Δικαστή, να διατάξει όπως τα ονόματα οποιωνδήποτε προσώπων που είτε έχουν κακώς ενωθεί σαν ενάγοντες ή εναγόμενοι να διαγραφούν και τα ονόματα οποιωνδήποτε μερών που έπρεπε να είχαν ενωθεί ή που η παρουσία τους στο Δικαστήριο θα ήταν αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο να αποφασίσει και να διακανονίσει όλα τα ερωτήματα που υπάρχουν στην υπόθεση, να προστεθούν. Στο σύγγραμμα Annual Practice 1958 p. 623 κάτω από τον τίτλο «Parties» αναφέρονται τα ακόλουθα: «The statement of claim and the writ should correspond "in the names of the parties, in the number of the parties, and in the characters in which they sue and are sued "; a mere misnomer may be corrected in the statement of claim, but the writ should be amended before judgment. The plaintiff can always discontinue the action against any of the defendants by notice in writing under O. 26, r. 1 (q.v.). But if either party desires to add a new plaintiff or a new defendant, he must apply under O. 16, rr. 11 and 12 (Kendall v. Hamilton, 4 App. Cas. 501). And if an order be made adding any new party, the writ should be amended accordingly. If such new party be a defendant, the amended writ must be served on him (O. 16, r. 13). If any pleadings have been already delivered they will probably also need amendment, to show title in the new plaintiff or liability in the new defendant.» Οι παλαιοί Αγγλικοί Θεσμοί Ο.16 rr. 11 και 12 που αναφέρονται στο πιο πάνω απόσπασμα αντιστοιχούν στους Θεσμούς 10 και 11 της Δ.9 των Κυπριακών περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών. Αν και η Δ.9 περιλαμβάνεται γενικά και αόριστα στην νομική βάση της Αίτησης εντούτοις η Αίτηση δεν συζητήθηκε κατά την ακρόαση της σε εκείνη την βάση. Είναι νομολογημένο ότι κάθε Αίτηση πρέπει να περιλαμβάνει τη νομική βάση επί της οποίας στηρίζεται. Και τούτο διότι όπως υπέδειξε η νομολογία ενδιάμεση διαδικασία της εξέτασης αιτήσεων έχει ένα ασυνήθιστο χαρακτήρα αφού τα επίδικα θέματα πρέπει να εξετάζονται έξω από τα πλαίσια της ολοκληρωτικής δίκης και με αυτό το πνεύμα ο προσδιορισμός τους πρέπει να γίνεται με ακρίβεια για να μπορεί το Δικαστήριο να επιστρώσει το έδαφος για τη γρήγορη εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς. Με την ίδια σαφήνεια είναι αναγκαίο να διατυπώνεται και η Αιτούμενη θερπαεία. Η παρούσα περίπτωση είναι ακριβώς περίτρανο παράδειγμα αυτής της αναγκαιότητας. Η γενική και αόριστη αναφορά στην Δ.9 δεν μπορεί να προσδώσει την σαφήνεια εκείνη που απαιτείται στην επιδιωκόμενη θεραπεία. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδώσει θεραπεία στους Ενάγοντες άλλη από εκείνη που ζήτησαν πιθανολογόντας τις προθέσεις τους. Επαναλαμβάνω ότι από όσα προωθούν οι Ενάγοντες δεν φαίνεται να στηρίζουν την αίτηση τους σε κακή συνένωση προσώπων ως Εναγομένων (misjoinder or nonjoinder) αν και γίνεται κάποια (ελάχιστη) αναφορά στην Δ.9 Θ.10 στην αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου τους. Φαίνεται να θεωρούν ότι η Άντρη Αντωνιάδου υπό την ιδιότητα της ως ειδική διαχειρίστρια και η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd διά του ειδικού διαχειριστή είναι το ίδιο πρόσωπο ή ότι το δεύτερο πρόσωπο είναι συνέχεια του πρώτου. Όμως, όπως εξηγήθηκε πιο πάνω δεν είναι έτσι τα πράγματα. Προσθέτω στα πιο πάνω ότι αν η Αίτηση εγκριθεί με τον τρόπο που εισηγούνται οι Ενάγοντες - Αιτητές θα προκύψουν διάφορα πρακτικά και δικονομικά θέματα τα οποία κατά πάσα πιθανότητα θα οδηγήσουν σε αντιδικία τα μέρη. Ενδεικτικά αναφέρω ότι η υφιστάμενη Εναγομένη 2 - Καθ' ης η Αίτηση 2 έχει καταχωρήσει έκθεση υπεράσπισης. Εάν επιτραπεί αντικατάσταση της Εναγομένης 2 με τον τρόπο που εισηγούνται οι Ενάγοντες τότε η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd θα βρεθεί ως Εναγομένη και μάλιστα με καταχωρημένη την Έκθεση Υπεράσπισης της χωρίς να έχει δώσει προς τούτο οδηγίες και χωρίς να έχει διορίσει ως δικηγόρους το γραφείο Τορναρίτης & Σια ΔΕΠΕ. Εν όψει όλων των πιο πάνω η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος Εναγόντων - Αιτητών και υπέρ της Εναγομένης 2 - Καθ' ης η Αίτηση 2 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. [Υπ.] Χ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.