← Κύπρος

Evgenii Bugaev ν. Phoenix Pharmacy Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 4418/2015, 25/1/2016

Evgenii Bugaev ν. Phoenix Pharmacy Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 4418/2015, 25/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4418/2015 Μεταξύ: Evgenii Bugaev Ενάγοντος v. 1. Phoenix Pharmacy Ltd 2. Iakov Alexandrovich Eroshevskiy 3. G.S. National Corporate Services Ltd 4. LLC Kombinat Khimiko-Pischevoy Aromatiki Εναγομένων Αίτηση ημ. 15 Σεπτεμβρίου 2015 για Απαγόρευση Αποξένωσης Περιουσίας και για Διορισμό Ενδιάμεσου Παραλήπτη Ημερομηνία: 25 Ιανουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: Δρ Π. Κούρτελλος για Δρ Π. Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Ν. Γεωργιάδης για Γεωργιάδης & Πελίδης ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με βάση την υπό κρίση Αίτηση, στις 17.9.15 το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται η διάθεση και ή αποξένωση και ή επιβάρυνση 329 μετοχών, ήτοι του 98,8% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγομένης 4, οι οποίες φέρονται εγγεγραμμένες προς όφελος και ή στο όνομα του Εναγομένου 2. Περαιτέρω το Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινό διάταγμα διορισμού ενδιάμεσου Παραλήπτη των Εναγομένων 1 και 4 για τον περιορισμένο σκοπό προστασίας και ή διατήρησης των υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων των εν λόγω Εναγομένων. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι πριν την εγγραφή των μετοχών επ΄ ονόματι του Εναγομένου 2, η Εναγομένη 1 κατείχε τις εν λόγω 329 από τις 333 μετοχές της Εναγομένης 4. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν ένσταση στην Αίτηση προβάλλοντας διάφορους λόγους ένστασης, οι βασικοί εκ των οποίων είναι οι ακόλουθοι: 1. Δεν υπάρχει βάση αγωγής και ή αγώγιμο δικαίωμα καθότι η παρούσα Αγωγή στηρίζεται σε ισχυριζόμενη παρακοή προσωρινού διατάγματος το οποίο εκδόθηκε στην Αγωγή αρ. 6769/14. 2. Η καταχώριση της Αγωγής είναι ενοχλητική και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. 3. Ο Ενάγων δεν προσήλθε με καθαρά χέρια και δεν προέβη σε πλήρη και αληθή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. 4. Το Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία και ή εξουσία να διορίσει ενδιάμεσο Παραλήπτη σε αλλοδαπή εταιρεία, ήτοι την Εναγομένη 4. 5. Η Κύπρος δεν είναι ο κατάλληλος χώρος (forum) για την εκδίκαση της παρούσας Αγωγής. 6. Ο Ενάγων δεν ικανοποίησε το στοιχείο του επείγοντος για την εξασφάλιση των αιτούμενων διαταγμάτων μονομερώς. Κατά την ακρόαση της Αίτησης οι δικηγόροι κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις τις οποίες ανέπτυξαν επιγραμματικά προφορικώς. Οι αγορεύσεις ήταν ιδιαίτερα αναλυτικές και εμπεριστατωμένες και προσέφεραν χρήσιμη καθοδήγηση προς το Δικαστήριο. Λαμβάνοντας υπόψιν τη φύση της Αίτησης και τους λόγους ένστασης, κρίνεται σκόπιμη η εξέταση αυτής (της Αίτησης) κατά θέμα ξεχωριστά με τη σειρά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ορθή και όχι κατ΄ ανάγκη με τη σειρά που αυτά προβάλλονται μέσω των λόγων ένστασης. Σε αυτό το πλαίσιο θα διαφανούν και οι αντίστοιχες θέσεις των δύο πλευρών, οι οποίες θα αποτελούν το αντικείμενο εξέτασης από το Δικαστήριο. Ι. Πραγματικό Υπόβαθρο Αίτησης Κρίνεται αρχικά απαραίτητο να τεθεί το ιστορικό και υπόβαθρο των γεγονότων το οποίο αποτελεί τη βάση τόσο της παρούσας Αγωγής όσο και της υπό κρίση Αίτησης, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι ο Ενάγων ήγειρε και την Αγωγή αρ. 6769/14 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εναντίον των τεσσάρων Εναγομένων της παρούσας Αγωγής και άλλων τριών. Στα πλαίσια της εν λόγω Αγωγής ο Ενάγων καταχώρισε Αίτηση ημ. 24.11.14 δυνάμει της οποίας στις 25.11.14 το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς προσωρινά διατάγματα με τα οποία απαγορευόταν η διάθεση, αποξένωση και ή μείωση των περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1 (Phoenix) και της Εναγομένης 5 (LLC Kombinat). Ενόσω τα προαναφερόμενα προσωρινά απαγορευτικά διατάγματα βρίσκονταν σε ισχύ, στις 19.8.15 η Εναγομένη 1 (Phoenix) προχώρησε στη μεταβίβαση και εγγραφή των 329 μετοχών τις οποίες κατείχε στην εκεί Εναγομένη 5 (LLC Kombinat) στο όνομα και προς όφελος του Εναγομένου 2 (στην παρούσα Αγωγή), ο οποίος έτσι κατέχει ολόκληρο το μετοχικό κεφάλαιο της Εναγομένης 5. Αξίζει να σημειωθεί ότι η διενέργεια της εν λόγω μεταβίβασης είναι αποδεκτό γεγονός από την πλευρά των Εναγομένων στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης. Επιπλέον ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι κατά την ισχύ των προαναφερόμενων προσωρινών διαταγμάτων στην Αγωγή 6769/14, έλαβαν χώρα και άλλες ενέργειες κατά παράβαση αυτών, και ειδικότερα: (
  2. i)Κίνηση στον τραπεζικό λογαριασμό της Εναγομένης 1 (Phoenix) στην Eurobank Cyprus μεταξύ 1.12.14-31.12.14, και απόσυρση χρημάτων, μειώνοντας έτσι την αξία των περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1, και (
  3. ii)Μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας στη Ρωσία η οποία ανήκε στην Εναγομένη 1 (Phoenix) στο όνομα του Εναγομένου 2 (στην παρούσα Αγωγή). Στηριζόμενος στην ισχυριζόμενη παράβαση των προσωρινών διαταγμάτων και στην προαναφερόμενη συμπεριφορά των Εναγομένων, ο Ενάγων καταχώρισε την παρούσα Αγωγή με την οποία ουσιαστικά ζητά (
  4. i)Απόφαση δυνάμει της οποίας η εν λόγω μεταβίβαση να κηρύσσεται άκυρη και (
  5. ii)Eπαναφορά των 329 μετοχών στην Εναγομένη 1 με την ανάλογη διόρθωση των σχετικών μητρώων. Επίσης προβάλλει αξιώσεις για απόδοση λογαριασμών και για επιδίκαση γενικών και τιμωρητικών αποζημιώσεων λόγω δόλου, απάτης, κατάχρησης εμπιστοσύνης και παράβασης καθήκοντος πίστεως. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 ενάγονται υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές της Εναγομένης 1 για παράβαση καθήκοντος, ενώ η Εναγομένη 3 είναι και η γραμματέας της εταιρείας. Με την καταχώριση της παρούσας Αγωγής ο Ενάγων καταχώρισε την υπό κρίση Αίτηση επιδιώκοντας βασικά την απαγόρευση της περαιτέρω αποξένωσης των 329 μετοχών της Εναγομένης 4 (LLC Kombinat) από τον Εναγόμενο 2 και τον διορισμό ενδιάμεσου Παραλήπτη για τη διασφάλιση της διατήρησης της περιουσίας των Εναγομένων 1 και 4. Όπως αναφέρεται ανωτέρω, το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς ανάλογα προσωρινά διατάγματα. ΙΙ. Νομική Πτυχή για Έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων Όπως είναι νομολογιακά καθιερωμένο, το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others

(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σ' αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 424/11, ημ. 27.3.14, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231. ΙΙΙ. Σοβαρό Ζήτημα προς Εκδίκαση Αποτελεί κοινό έδαφος ότι η παρούσα Αγωγή είναι παράγωγη αγωγή, δηλαδή αυτή εγείρεται από τον Ενάγοντα ως μέτοχο μειοψηφίας εκ μέρους της Εναγομένης 1 και εναντίον των κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραγούντων εν σχέσει με αυτήν. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Mammous κ.ά. v. Willstrop κ.ά.
(2012)1 Α.Α.Δ. 90: «... παράγωγη είναι η αγωγή που εγείρεται από ένα μέτοχο και βασίζεται σε αιτία αγωγής που έχει η εταιρεία, σε αντιπαράθεση με αιτία αγωγής που ανήκει στον μέτοχο. Το Κοινό Δίκαιο επιτρέπει σε ένα μέτοχο μειοψηφίας να εγείρει αγωγή εκ μέρους της εταιρείας σε περιπτώσεις όπου η εταιρεία δεν ενεργεί η ίδια, γιατί ο αδικoπραγών ελέγχει την εταιρεία και μπορεί να την εμποδίσει από του να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια.» Με βάση το περιεχόμενο της γενικής οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος διαφαίνεται ότι η βασική αξίωση του Ενάγοντος συνίσταται στην ακύρωση της μεταβίβασης των 329 μετοχών της Εναγομένης 4 στον Εναγόμενο 2 και στην επαναφορά αυτών στην Εναγομένη
  1. Αυτή η αξίωση στηρίζεται σε απάτη, δόλο, συνωμοσία, παράβαση καθήκοντος πίστεως και παράβαση σχέσης εμπιστοσύνης, συμπεριφορά η οποία αποδίδεται στους Εναγόμενους 2-
  2. Η εν λόγω ισχυριζόμενη συμπεριφορά αποτελεί επίσης τη βάση και για άλλες αξιώσεις προς όφελος της Εναγομένης 1, ήτοι για απόδοση λογαριασμών και για αποζημιώσεις, γενικές, ειδικές, επαυξημένες και τιμωρητικές. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ότι διαζευκτικά και ή συμπληρωματικά προς τη βασική αξίωση για ακύρωση της επίδικης μεταβίβασης στη βάση αδικοπραξιών και παράβασης καθήκοντος, ζητείται και ακύρωση αυτής ως εξ υπαρχής άκυρης και ή παράνομης καθότι έλαβε χώρα κατά παράβαση του εκδοθέντος διατάγματος στην Αγωγή 6769/
  3. Αυτή βεβαίως είναι διαζευκτική και επικουρική αξίωση. Λαμβάνοντας υπόψιν το περιεχόμενο της γενικής οπισθογράφησης, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι αυτή αποκαλύπτει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, κυρίως εφόσον αυτή βασίζεται σε δόλο, απάτη και κατάχρηση εμπιστοσύνης. Τα στοιχεία αυτά ενισχύονται και μέσα από την ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση και τα αναφερόμενα σε αυτήν επίσης καταδεικνύουν την ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης. IV. Ορατή Πιθανότητα Επιτυχίας Στα πλαίσια εξέτασης αυτής της προϋπόθεσης, εντάσσονται οι βασικότεροι και πλείστοι λόγοι ένστασης. ΙV.1 Αγωγή 6769/14 Για την καλύτερη κατανόηση και ορθή αξιολόγηση των θέσεων των δύο πλευρών, αρχικά καθίσταται αναγκαία μία σύντομη αναφορά στην Αγωγή 6769/14 και στη διαδικασία που ακολουθήθηκε σε εκείνη όσον αφορά τα προσωρινά διατάγματα. Είναι και πάλι κοινώς αποδεκτό από τις δύο πλευρές πως και εκείνη η Αγωγή είναι παράγωγη. Ο Ενάγων ισχυρίζεται επίσης πως εκείνη είναι και προσωπική. Οι αιτούμενες στην εν λόγω Αγωγή θεραπείες, όπως περιέχονται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο της ένταλμα, Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση της υπό κρίση Αίτησης, είναι ουσιαστικά οι ακόλουθες: · Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται η διάθεση και ή αποξένωση και ή μείωση των περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1 (Phoenix), · Διάταγμα για την παύση των Εναγομένων 2 και 4 (G.S. National Corporate Services Ltd και Iakov Alexandrovich Eroshevskiy αντίστοιχα) από Διευθυντές της Εναγομένης 1, · Διάταγμα με το οποίο να κηρύσσεται άκυρη η συμφωνία ενεχυρίασης μετοχών ημ. 20.6.11 η οποία παραχωρήθηκε από την Εναγομένη 1 (Phoenix) έναντι πιστωτικών διευκολύνσεων ημ. 5.4.11 προς όφελος της Εναγομένης 6 (Palladium) επί του συμμετοχικού μεριδίου της Εναγομένης 1 στο μετοχικό κεφάλαιο της Εναγομένης 5 (LLC Combinat), ήτοι του 98,8% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγομένης 5, συνεπεία δόλου και απάτης, · Απόδοση λογαριασμών, · Γενικές, ειδικές, επαυξημένες και τιμωρητικές αποζημιώσεις προς όφελος της Εναγομένης 1 και εναντίον των υπόλοιπων Εναγομένων για δόλο, απάτη, συνωμοσία, πρόκληση ζημιάς με παράνομα μέσα και παράβαση καθήκοντος πίστεως, και · Διατάγματα Αποκάλυψης. Αποτελεί επίσης αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι στις 25.11.14 εκδόθηκαν τα προσωρινά διατάγματα στην Αγωγή 6769/14 τα οποία (όπως έχει ήδη αναφερθεί) μεταξύ άλλων, απαγόρευαν την αποξένωση και ή μεταβίβαση και ή επιβάρυνση και ή μείωση των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 1 (Phoenix) και 5 (LLC Kombinat). Τόσο η Αίτηση ημ. 24.11.14 όσο και η ένορκη δήλωση που τη συνόδευε επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα στην ένορκη δήλωση της υπό κρίση Αίτησης. Βασική θέση του Ενάγοντος είναι ότι στις 10.1.12 υπέγραψε συμφωνία για τη μεταβίβαση στον εκεί Εναγόμενο 4 (Εναγόμενο 2 στην παρούσα) 21.300 μετοχές της Εναγομένης 5 (LLC Kombinat). Ήταν όρος της συμφωνίας ότι η μεταβίβαση θα γινόταν μόνο εφόσον καταβάλλετο το τίμημα πώλησης, κάτι το οποίο ως ισχυρίζεται ο Ενάγων δεν έγινε. Παρά ταύτα και χωρίς ο Ενάγων να έχει υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο μεταβίβασης μετοχών, η συμφωνηθείσα αυτή μεταβίβαση έλαβε χώρα. Επίσης ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι η Εναγομένη 1 ιδρύθηκε με μετόχους τα τρία αδέλφια, ήτοι τον Ενάγοντα, τον Εναγόμενο 4 και τον Vladimir. Έχει ήδη αναφερθεί ότι η Εναγομένη 5 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο θυγατρική της Εναγομένης 1, εφόσον η τελευταία κατείχε τις 329 από τις 333 μετοχές της πρώτης. Διευθυντής ήταν από της ιδρύσεως της ο Εναγόμενος 4 και από το 2010 και η εκεί Εναγομένη 2 (G.S. National Corporate Services Ltd). Αποτελεί επίσης ισχυρισμό του Ενάγοντος ότι το 2007 αυτός και ο Vladimir συνήψαν συμφωνίες δανείων με την Εναγομένη 1, για τον σκοπό αγοράς του μετοχικού κεφαλαίου στην Εναγομένη 5 μέσω της Εναγομένης 1, με ημερομηνία αποπληρωμής των δανείων το
  4. Από το 2010 οι σχέσεις μεταξύ των αδελφών κλονίστηκαν, ο Ενάγων παρέμενε πλήρως στο σκοτάδι αναφορικά με τις εργασίες των εταιρειών, με τελικό αποτέλεσμα την εκβιαστική στάση του Εναγομένου 4 προς αυτόν για αποπληρωμή κεφαλαίων υπό την απειλή διάλυσης των Εναγομένων 1 και
  5. Είναι ισχυρισμός του Ενάγοντος πως η Εναγομένη 5 είναι κερδοφόρα εταιρεία και πως είναι προς το συμφέρον του (Ενάγοντος) όπως αυτή συνεχίσει τις εργασίες της. Ο Ενάγων αποδίδει παράβαση καθηκόντων εμπιστοσύνης στους διευθυντές της Εναγομένης 1, εφόσον δεν τηρούσαν τα βιβλία της εταιρείας αναφορικά με τα έσοδα και έξοδα και τα περιουσιακά στοιχεία της σύμφωνα με το Καταστατικό και παρέλειψαν να εφοδιάσουν τον ίδιο με τις πληροφορίες που ζητούσε αναφορικά με τις εργασίες της. Στα πλαίσια της Αίτησης ημ. 24.11.14, οι Εναγόμενοι 1-6 εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο δικηγόρο και καταχώρισαν κοινή ένσταση ενώ η Εναγομένη 7 δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία. Η ένορκη δήλωση που συνόδευε την ένσταση των Εναγομένων 1-6 επισυνάπτεται αυτούσια ως Τεκμήριο 11 στην ένορκη δήλωση της υπό κρίση Αίτησης. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της, οι Εναγόμενοι επικαλούντο την υπογραφή συμφωνίας ημ. 23.9.11 μεταξύ του Ενάγοντος (ως πωλητή) και του Εναγομένου 4 (ως αγοραστή) για την πώληση 49.500 μετοχών της Εναγομένης
  6. Αυτή η συμφωνία έγινε στα πλαίσια διευθέτησης μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγομένου 4 εφόσον ήταν ο τελευταίος ο οποίος δάνεισε τα χρήματα στον Ενάγοντα ο οποίος στη συνέχεια τα δάνεισε στην εταιρεία το
  7. Την ίδια ημερομηνία ο Ενάγων υπέγραψε και έγγραφο μεταβίβασης των μετοχών. Η μεταγενέστερη συμφωνία του 2012 έγινε διότι ο Ενάγων άλλαξε γνώμη και δεν επιθυμούσε πλέον την πώληση όλων των μετοχών του, όμως το τίμημα για τις 21.300 μετοχές είχε καταβληθεί και εν πάση περιπτώσει η μεταβίβαση έγινε καθόλα νόμιμα και με βάση το έγγραφο μεταβίβασης του
  8. Ο Ενάγων πληροφορήθηκε για τη μεταβίβαση από την κόρη του Vera, η οποία ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η διευθύντρια της Εναγομένης 6 (Palladium) και ενεργούσε ως ο σύνδεσμος μεταξύ των Εναγομένων 1 και
  9. Τέλος, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η επίδικη συμφωνία ενεχυρίασης και η συμφωνία δανείου ακυρώθηκαν και αυτό ήταν ή όφειλε να ήταν εν γνώσει του Ενάγοντος ενόψει της παρουσίας του σε συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας ημ. 5.4.
  10. Σε συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του Ενάγοντος, Τεκμήρια 8 και 9 στην ένορκη δήλωση της υπό κρίση Αίτησης, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι σχέσεις του Ενάγοντος με την κόρη του δεν ήταν καλές από το 2009 και ότι αυτό ήταν εν γνώσει του Εναγομένου 4, ενώ ο Ενάγων ουδέποτε έλαβε μέρος στην εν λόγω συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου. Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ότι η ακρόαση της Αίτησης στην Αγωγή 6769/14 είχε ολοκληρωθεί και επιφυλάχθηκε απόφαση πριν τη φερόμενη ημερομηνία της επίδικης μεταβίβασης των μετοχών. ΙV.2 Καταλληλότητα Δικαστικού Διαβήματος - Ύπαρξη Αγώγιμου Δικαιώματος Είναι προφανές ότι το έναυσμα για την καταχώριση της παρούσας Αγωγής και της υπό κρίση Αίτησης είναι η ισχυριζόμενη δόλια συμπεριφορά των Εναγομένων 2-4 η οποία ακολούθησε την έκδοση και ισχύ των προσωρινών διαταγμάτων τα οποία εκδόθηκαν στην Αγωγή 6769/14 και η οποία συμπεριφορά απέληγε στην παράβαση αυτών. Η αποδιδόμενη συμπεριφορά των Εναγομένων 2-4 και η ισχύς των διαταγμάτων συνιστούν τη βάση αλλά και την αφετηρία αξιολόγησης της υπό κρίση Αίτησης. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο θεωρεί ότι στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης θα πρέπει να στηριχθεί και περιοριστεί στο γεγονός της ύπαρξης και ισχύος των εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων και στη μεταγενέστερη συμπεριφορά των Εναγομένων 2-4 χωρίς να ασχοληθεί με οποιονδήποτε τρόπο είτε με το τι προηγήθηκε μέχρι και την έκδοση αυτών είτε με τις θέσεις των δύο πλευρών στα πλαίσια της Αίτησης στην Αγωγή 6769/14, καθότι είναι σαφές ότι αυτά αποτελούν αντικείμενο ξεχωριστής διαδικασίας και εν πάση περιπτώσει δεν κρίνονται ουσιώδη για την εξέταση της υπό κρίση Αίτησης (θέμα το οποίο αναλύεται εκτενέστερα κατωτέρω). Με δεδομένη αυτή τη διαπίστωση και με γνώμονα την αρχή ότι στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε ουσιαστική αξιολόγηση ούτε και σε τελικά συμπεράσματα επί των γεγονότων της Αίτησης, θα ακολουθήσει η εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης σε συνάρτηση με τα συναφή εγερθέντα ζητήματα. Το πρώτο θέμα που χρήζει εξέτασης είναι η καταλληλότητα του δικαστικού διαβήματος και η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο Ενάγων επικαλείται και στηρίζεται σε σειρά αστικών αδικημάτων καθώς και παραβάσεις σχέσεων εμπιστοσύνης. Αναμφίβολα πρόκειται για υπαρκτές στο νόμο αιτίες αγωγής και σίγουρα οποιοδήποτε από αυτά δύναται να αποτελέσει αγώγιμο δικαίωμα. Αποτελεί όμως λόγο ένστασης ότι η μόνη αιτία αγωγής στην παρούσα Αγωγή είναι η ισχυριζόμενη παρακοή διατάγματος το οποίο εκδόθηκε σε άλλη Αγωγή και η οποία (ισχυριζόμενη παρακοή) δεν δημιουργεί από μόνη της βάση αγωγής και ή αγώγιμο δικαίωμα. Είναι ορθή η θέση του δικηγόρου του Ενάγοντος πως η βάση Αγωγής δεν είναι η ισχυριζόμενη παρακοή διατάγματος, αλλά πως αυτή αποτελεί συστατικό στοιχείο του νομικού και πραγματικού υπόβαθρου που συνθέτει την επίδικη διαφορά. Ο Ενάγων στηρίζεται στη δόλια συμπεριφορά των Εναγομένων 2-4 όσον αφορά την επίδικη μεταβίβαση ενόσω η μεταβίβαση απαγορευόταν δυνάμει των διαταγμάτων. Ο Ενάγων επίσης επικαλείται παράβαση καθήκοντος πίστεως των Εναγομένων 2 και 3, ως διευθυντών της Εναγομένης 1, καθότι ουδέποτε συγκάλεσαν συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου για να εγκριθεί η επίδικη μεταβίβαση και ουδέποτε εγκρίθηκε τέτοιο ψήφισμα. Είναι γεγονός ότι η όποια ενδεχόμενη παράβαση των όρων των εν λόγω διαταγμάτων δίδει δικαίωμα στον Ενάγοντα να καταχωρίσει αίτηση παρακοής στα πλαίσια της ίδιας Αγωγής. Η αίτηση παρακοής προβλέπεται από το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60 και αποσκοπεί βασικά στη συμμόρφωση με τα διατάγματα του Δικαστηρίου. Όπως έχει επανειλημμένως λεχθεί, η αίτηση για παρακοή προσλαμβάνει τον χαρακτήρα οιονεί ποινικής κατηγορίας και η απόδειξη της υπόκειται στους αυστηρούς κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Wendling κ.ά. v. Eleri Trading Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 22/10, ημ. 20.5.14, Πέτσα v. Πιερίδη
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1716 και Μιχαηλίδης v. Poliakova (Αρ. 2)
(2011)1(Β) Α.Α.Δ.
  1. Με την υποβολή αίτησης παρακοής αυτή πρέπει να επιδοθεί στον καθ΄ ου η αίτηση ο οποίος και έχει τη δυνατότητα να ενστεί, δηλαδή στην ουσία να παραδεχθεί ή όχι την παρακοή. Με αυτά τα δεδομένα, είναι σαφές ότι τέτοια διαδικασία δεν είναι ικανή αφ΄ εαυτής να αποτρέψει άμεσα τον οποιοδήποτε κίνδυνο περαιτέρω αποξένωσης περιουσίας η οποία έχει ήδη κατ΄ ισχυρισμόν αποξενωθεί κατά παράβαση του εν λόγω διατάγματος, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις μη παραδοχής, οπότε η αίτηση οδηγείται σε ακρόαση. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ότι το άρθρο 42 του Ν.14/60 δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να εξαναγκάσει εις υπακοήν προς οποιοδήποτε διάταγμα, διά προστίμου, φυλακίσεως ή μεσεγγυήσεως. Αυτή η εξουσία όμως ασκείται με γνώμονα τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και δεν είναι απόλυτη. Αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό με την καθυστέρηση η οποία εύλογα και εξ αντικειμένου συνεπάγεται λόγω της αναγκαιότητας επίδοσης της αίτησης, καταδεικνύει ότι αυτό δεν είναι επαρκές να παρέχει άμεση και ικανοποιητική προστασία στον επηρεαζόμενο από την παρακοή ούτε και δύναται να του στερήσει το δικαίωμα άμεσης λήψης μέτρων για την αποφυγή οριστικής εξαφάνισης των περιουσιακών στοιχείων τα οποία ήδη εξανεμίστηκαν κατά παράβαση ενός δικαστικού διατάγματος. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσον η ύπαρξη δυνατότητας καταχώρισης αίτησης παρακοής για κάποια συμπεριφορά αποκλείει εκ προοιμίου τη δυνατότητα καταχώρισης ξεχωριστής αγωγής βασιζόμενης στην ίδια συμπεριφορά όταν ο ενάγων ισχυρίζεται ότι αυτή συνιστά δόλια, απατηλή, κακόπιστη και καταχρηστική της εμπιστοσύνης δράση και για την οποία επιθυμεί να διεκδικήσει όχι απλώς την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση αλλά και αποζημιώσεις από τους υπαίτιους. Δεν θεωρώ ότι η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα δύναται να είναι άλλη εκτός από αρνητική. Οποιαδήποτε άλλη θεώρηση θα ισοδυναμούσε με ανεπίτρεπτη στέρηση του δικαιώματος προσφυγής στη δικαιοσύνη μέσω επιτρεπόμενου ένδικου μέσου. Ούτε και η εισήγηση των Εναγομένων ότι ο Ενάγων θα μπορούσε να υποβάλει την ίδια (ως η υπό κρίση) Αίτηση στα πλαίσια της Αγωγής 6769/14 με βρίσκει σύμφωνη. Ως διαφαίνεται ανωτέρω, οι δύο Αγωγές και αντίστοιχες Αιτήσεις έχουν διαφορετικές βάσεις Αγωγής και ξεχωριστό υπόβαθρο γεγονότων, θέμα το οποίο θα απασχολήσει και σε διαφορετικό πλαίσιο σε κατοπινό στάδιο. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο θεωρεί πως έχει καταδειχθεί η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος το οποίο εδράζεται στην ισχυριζόμενη δόλια συμπεριφορά των Εναγομένων και η οποία έχει ως συνέπεια την παράβαση των εν ισχύι δικαστικών διαταγμάτων. Το κατά πόσον τα γεγονότα της παρούσας είναι τέτοια τα οποία καταδεικνύουν την πιθανότητα επιτυχίας είναι ξεχωριστό ζήτημα το οποίο εξετάζεται κατωτέρω. ΙV.3 Ισχυριζόμενη Παράβαση Διαταγμάτων και Δόλια Συμπεριφορά Αποτελεί βασικό ισχυρισμό των Εναγομένων ότι η επίδικη μεταβίβαση δεν αποτελεί παρακοή των διαταγμάτων ημ. 25.11.14, και ότι αυτή έγινε καλή τη πίστη, δυνάμει απόφασης του αρμόδιου Ρωσικού Δικαστηρίου, με σκοπό την αποπληρωμή χρεών της Εναγομένης 1 προς τον Εναγόμενο 2, χρέη για τα οποία ο Ενάγων είχε γνώση. Ειδικότερα, στην ένορκη δήλωση της ένστασης γίνεται αναφορά στην υπογραφή δύο συμφωνιών με βάση τις οποίες η Εναγομένη 1 ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στον Εναγόμενο 2 το ποσό των $5.293.
  2. Ο Ενάγων προσπάθησε να ακυρώσει τις εν λόγω συμφωνίες ενώπιον των Ρωσικών Δικαστηρίων αλλά ανεπιτυχώς. Ο Εναγόμενος 2 απέστειλε απαίτηση πληρωμής προς την Εναγομένη 1 του υπόλοιπου τιμήματος εφόσον είχε γίνει μερική εξόφληση με τη μεταβίβαση ακίνητης ιδιοκτησίας. Ακολούθησε συμφωνία μεταξύ των μερών (Εναγομένης 1 και Εναγομένου 2) όπως η αποπληρωμή γίνει μερικώς με μεταβίβαση μετοχών και μερικώς με την πληρωμή σε μετρητά, υπό την προϋπόθεση έγκρισης της από το Διαιτητικό Δικαστήριο της Πετρούπολης. Στις 2.2.15 το Ρωσικό Δικαστήριο ενέκρινε τη συμφωνία και έτσι οι πράξεις έγιναν καθόλα νόμιμα. Επισυνάπτονται δε τα σχετικά έγγραφα, Τεκμήρια 12-
  3. Όπως διαπιστώνεται από το περιεχόμενο των εν λόγω Τεκμηρίων, οι δύο συμφωνίες υπεγράφησαν πριν και ή ταυτόχρονα με την έκδοση των απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι στις 14.10.14 και 25.11.14 αντίστοιχα (Τεκμήρια 12 και 13). Όμως όλα τα υπόλοιπα διαβήματα έλαβαν χώρα μεταγενέστερα, ήτοι η απαίτηση πληρωμής αποστάληκε στις 26.12.14 (Τεκμήριο 14), ενώ η συμφωνία και η έγκριση αυτής από το Δικαστήριο έγιναν στις 2.2.15 (Τεκμήρια 15 και 16 αντίστοιχα). Με δεδομένο ότι οι Εναγόμενοι 1-6 εμφανίστηκαν και εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο στα πλαίσια της Αίτησης στην Αγωγή 6769/14 και με δεδομένο ότι η ένσταση τους καταχωρίστηκε τον Απρίλιο του 2015 (Τεκμήριο 11 στην ένορκη δήλωση της υπό κρίση Αίτησης), προκύπτει πως οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν από τότε γνώση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Με βάση το πρακτικό του Δικαστηρίου ημ. 6.2.15 όσον αφορά την Αίτηση στην Αγωγή 6769/14 (Τεκμήριο 12 στην ένορκη δήλωση της υπό κρίση Αίτησης) προκύπτει πως οι εκεί Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 5 εμφανίστηκαν μέσω δικηγόρου και επομένως είχαν λάβει γνώση των διαταγμάτων ενωρίτερον. Με αυτά τα δεδομένα, συνάγεται πως οι Εναγόμενοι 1 και 2 (στην παρούσα Αγωγή) προχώρησαν στην επίδικη μεταβίβαση καθ΄ ον χρόνο γνώριζαν για την έκδοση και ισχύ των διαταγμάτων. Το γεγονός ότι αυτοί προέβησαν στην εν λόγω ενέργεια κάτω από την προστασία της αναγνώρισης της απόφασης του Ρωσικού Δικαστηρίου δεν είναι ικανό από μόνο του σε αυτό το στάδιο να καταρρίψει τον ισχυρισμό περί παράβασης των ημεδαπών διαταγμάτων. Ούτε και το επιχείρημα των Εναγομένων ότι η διαδικασία μεταβίβασης είχε ξεκινήσει πριν την έκδοση των διαταγμάτων και απλώς ολοκληρώθηκε με την τυπική διαδικασία μεταγενέστερα αυτών διαφοροποιεί την κατάσταση. Μπορεί να συμφωνήθηκε και εγκρίθηκε δικαστικώς η επίδικη μεταβίβαση, όμως διαφαίνεται πως η υλοποίηση της δεν είχε ακόμη γίνει και αυτή εμπίπτει εντός των πράξεων οι οποίες απαγορεύονταν δυνάμει των διαταγμάτων καθ΄ ον χρόνο αυτά βρίσκονταν σε ισχύ. Άλλωστε το γεγονός της μεταβίβασης ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τους Εναγόμενους, οι οποίοι απλώς επικαλούνται το νομότυπο των πράξεων τους για τους λόγους που αναλύονται ανωτέρω. Ανάλογο επιχείρημα προβλήθηκε στην υπόθεση Halin v. Timour κ.ά.
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 424, ότι δηλαδή δεν υπήρχε παράβαση του διατάγματος επειδή ο εφεσείων είχε υποχρέωση να αποσύρει το ποσό και το δώσει σε τρίτο πρόσωπο δυνάμει νόμιμης υποχρέωσης του η οποία προϋπήρχε της έκδοσης του διατάγματος. Αυτό το επιχείρημα κρίθηκε ως ανεδαφικό και μάλιστα ως απόδειξη της σκόπιμης παράβασης του διατάγματος. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου απαντούν και στη θέση των Εναγομένων ότι τα διατάγματα επιδόθηκαν στον Εναγόμενο 2 (στην παρούσα Αγωγή) μετά την τέλεση της επίδικης μεταβίβασης. Η επίδοση ενδεχομένως να αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση στα πλαίσια αίτησης παρακοής αλλά στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης θεωρώ ότι ο Ενάγων έχει καταδείξει επαρκώς τη γνώση των Εναγομένων για τα διατάγματα και τις μετέπειτα ενέργειες τους και ότι αυτό είναι αρκετό για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Παρόλο που ο βασικός ισχυρισμός του Ενάγοντος όσον αφορά την παράβαση των διαταγμάτων εστιάζεται στην προαναφερόμενη επίδικη μεταβίβαση, εντούτοις το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν και τον ισχυρισμό του Ενάγοντος για τις αποσύρσεις χρημάτων από τον τραπεζικό λογαριασμό της Εναγομένης 1 και για τη μεταβίβαση ακίνητης ιδιοκτησίας της Εναγομένης 1 στον Εναγόμενο
  1. Και αυτές οι πράξεις χαρακτηρίζονται από τον Ενάγοντα ως παράβαση των διαταγμάτων εφόσον απολήγουν σε μείωση και αποξένωση περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης
  2. Όμως αυτές φέρονται να έλαβαν χώρα, η μεν πρώτη μεταξύ 1.12.14 και 31.12.14, ενώ η δεύτερη στις 22.1.
  3. Ο χρόνος τέλεσης τους αναμφίβολα έπεται της έκδοσης των διαταγμάτων, αλλά η κατάσταση εδώ διαφοροποιείται λόγω των ημερομηνιών καθότι δεν υπάρχει σαφής μαρτυρία αναφορικά με το πότε έγινε επίδοση των διαταγμάτων ή πότε για πρώτη φόρα εμφανίστηκε δικηγόρος εκ μέρους των Εναγομένων 1-6 ή τουλάχιστον των Εναγομένων 1, 2, 4 και
  4. Η μόνη μαρτυρία που υπάρχει προέρχεται από το προαναφερόμενο πρακτικό της δικασίμου ημ. 6.2.15 στα πλαίσια της Αίτησης της Αγωγής 6769/14 δυνάμει του οποίου φαίνεται ξεκάθαρα η εμφάνιση δικηγόρου εκ μέρους των Εναγομένων 1, 2 και
  5. Με αυτά τα δεδομένα το Δικαστήριο θεωρεί πως ο Ενάγων δεν κατάφερε να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας αναφορικά με αυτό το σκέλος του επιχειρήματος του όσον αφορά αυτές τις ενέργειες εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 4 στην Αγωγή 6769/14 και Εναγομένων 1 και 2 στην παρούσα. Οι Εναγόμενοι εισηγούνται περαιτέρω πως ο Ενάγων δεν παρουσίασε καμία μαρτυρία αναφορικά με την ύπαρξη δόλου και κακής πίστης στην αποδιδόμενη ενέργεια των Εναγομένων, ήτοι στην επίδικη μεταβίβαση των μετοχών. Χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται και πάλι σε ουσιαστική αξιολόγηση των ισχυρισμών του Ενάγοντος, θεωρεί πως η ενέργεια της μεταβίβασης από μόνη της δύναται, υπό τις περιστάσεις που πραγματοποιήθηκε, να αποτελέσει ένδειξη ύπαρξης δόλου και απάτης εκ μέρους των εμπλεκομένων σε αυτή, εφόσον δηλαδή γνώριζαν για την ύπαρξη των διαταγμάτων. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η προαναφερόμενη υπόθεση Halin v. Timour κ.ά. (ανωτέρω), η οποία βεβαίως αφορά το θέμα του ηθελημένου της παρακοής διατάγματος. Κρίνεται λοιπόν πως ο Ενάγων έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στον ισχυρισμό του ότι ενεργεί δολίως όποιος ενώ γνωρίζει τη δικαστική διαδικασία απαγόρευσης συμμετέχει σε τέτοια μεταβίβαση. Το γεγονός πως η Εναγομένη 1 έχασε και αποστερείται περιουσιακό της στοιχείο, ήτοι το 98,8% των μετοχών σε άλλη εταιρεία, αποτελεί ένδειξη δυσμενούς επηρεασμού των συμφερόντων της. Ο ισχυρισμός περί του αντιθέτου από πλευράς Εναγομένων δεν ευσταθεί. ΙV.4 Έλλειψη Δικαιοδοσίας και Καταλληλότητα των Κυπριακών Δικαστηρίων Τέλος, προβάλλονται ως λόγοι ένστασης η έλλειψη δικαιοδοσίας και καταλληλότητας της Κύπρου ως χώρου εκδίκασης της παρούσας Αγωγής. Ουδεμία αναφορά γίνεται σε αυτούς στην ένορκη δήλωση της ένστασης. Μόνο κατά το στάδιο της αγόρευσης των Εναγομένων προβάλλεται το επιχείρημα πως, στη βάση των προαναφερθέντων στην Αίτηση γεγονότων, τελικώς η επίδικη διαφορά αφορά μόνο τον Εναγόμενο 2 σε σχέση με μετοχές Ρωσικής εταιρείας (της Εναγομένης 4), καθότι η Εναγομένη 1 προστίθεται ως ονομαστικός διάδικος και δεν υπάρχει μαρτυρία για εμπλοκή των Εναγομένων 3 και 4 στην επίδικη μεταβίβαση. Ως εκ τούτου είναι η εισήγηση ότι, από τη στιγμή που η διαφορά περιορίζεται σε δύο Ρώσους διάδικους, τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας και δεν είναι κατάλληλα για την εκδίκαση της παρούσας Αγωγής. Σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο περιορίζεται να επισημάνει ότι η επίδικη διαφορά αφορά μετοχές και περιουσία εταιρείας με έδρα την Κύπρο και ως εκ τούτου έχει καταδειχθεί η ύπαρξη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Με αυτά τα δεδομένα και για σκοπούς της υπό κρίση Αίτησης, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι ο Ενάγων προσκόμισε μαρτυρία η οποία δημιουργεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας, υπό την έννοια ότι εάν στο τέλος καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι η μεταβίβαση πραγματοποιήθηκε κατά την ισχύ των διαταγμάτων και εν γνώσει της δικαστικής απαγόρευσης, τότε θα δικαιούται σε θεραπεία. V. Μη Αποκάλυψη Ουσιωδών Γεγονότων Το στάδιο αυτό κρίνεται κατάλληλο για εξέταση ακόμη ενός βασικού λόγου ένστασης, ήτοι ότι ο Ενάγων παρέλειψε να αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Αυτός ο λόγος καλύπτει διάφορες πτυχές γεγονότων, και ειδικότερα τις θέσεις των Εναγομένων και τα γεγονότα που αφορούν την Αίτηση στην Αγωγή 6769/14, τις συνθήκες και τους λόγους της επίδικης μεταβίβασης των μετοχών και την έγερση άλλων διαδικασιών από τον Ενάγοντα στη Ρωσία αναφορικά με τα ίδια θέματα. Ο Ενάγων θεωρεί ότι συμμορφώθηκε με το καθήκον για αποκάλυψη, είτε λόγω του ότι παρουσίασε μαρτυρία για μέρος αυτών είτε λόγω του ότι κάποια από αυτά δεν είναι, κατά τη θέση του, ουσιώδη για σκοπούς αποκάλυψης στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης. Αποτελεί βασική νομική αρχή ακολουθούμενη σταθερά τόσο από την Αγγλική όσο και την Κυπριακή νομολογία ότι στις μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής έχει υποχρέωση να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Παράλειψη αποκάλυψης όλων των ουσιαστικών γεγονότων θεωρείται ως είδος "εξαπάτησης" του Δικαστηρίου και έχει ως συνέπειες την άρνηση του Δικαστηρίου να τον ακούσει και την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος που εξέδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία του. Η πιο πάνω καθιερωμένη νομική αρχή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί, όπως έχει χαρακτηριστικά λεχθεί στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ. κ.ά.
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 1453. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 το Εφετείο τόνισε για ακόμα μια φορά ότι η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως ("uberrima fides"), και επομένως ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων εκτείνεται ακόμα και σε αναφορά σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά - βλ. Global Cruises v. Metro Shipping
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.
  1. Χρήσιμη καθοδήγηση επί του θέματος προσφέρει επίσης η πιο πρόσφατη υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.ά. v. Adeona Holdings Ltd, Πολ. Έφ. αρ. Ε6/14, ημ. 27.2.
  2. Στην εν λόγω υπόθεση επαναλήφθηκαν οι πιο πάνω αρχές και προστέθηκαν τα ακόλουθα: «Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος. Στην υπόθεση Brink´s-Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 All ER 188 o δικαστής Balcombe LJ επεξηγώντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής:- «The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a two-fold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R v Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 509. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realise that they have this duty of disclosure and of the consequences (which may include a liability in costs) if they fail in that duty. Nevertheless, this judge-made rule cannot be allowed itself to become an instrument of injustice. It is for this reason that there must be a discretion in the court to continue the injunction, or to grant a fresh injunction in its place, notwithstanding that there may have been non-disclosure when the original ex parte injunction was obtained: see in general Bank Mellat v Nikpour (Mohammad Ebrahaim) [1985] F.S.R. 87, 90 and Lloyds Bowmaker Ltd v Britannia Arrow Holdings Plc., ante p. 1337, a recent decision of this court in which the authorities are fully reviewed. I make two comments on the exercise of this discretion.
(1)Whilst, having regard to the purpose of the rule, the discretion is one to be exercised sparingly, I would not wish to define or limit the circumstances in which it may be exercised.
(2)I agree with the views of Dillon L.J. in the Lloyds Bowmaker case, at. P. 1349C-D, that if there is jurisdiction to grant a fresh injunction, then there must also be a discretion to refuse, in an appropriate case, to discharge the original injunction.» Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται πως η παρουσίαση από τον Ενάγοντα αυτούσιας την ένορκης δήλωσης της ένστασης τους στην Αίτηση στην Αγωγή 6769/14 δεν ικανοποιεί το καθήκον του για πλήρη αποκάλυψη. Είναι γεγονός πως η νομολογία απαιτεί την αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων με δίκαιο τρόπο, και κάποτε με ειδική και ρητή αναφορά σε αυτά στην ένορκη δήλωση ενόψει του πιθανού μεγάλου όγκου των εγγράφων και της δυσκολίας ανάγνωσης αυτού στα στενά χρονικά πλαίσια εντός των οποίων αναμένεται η απόφαση επί μονομερών αιτήσεων. Αυτό προκύπτει από το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Commercial Injunctions, Steven Gee, 5η έκδοση, σελ. 242, παρ. 9.003: «It may well not be a sufficient answer to an allegation of non-disclosure for an applicant to say that the relevant information giving rise to the defence was contained in an exhibit, though not referred to in the body of the affidavit in the context of a possible defence. Exhibits to such affidavits are often voluminous. Because without notice applications are frequently dealt with comparatively shortly and the judge may not have had the opportunity of considering the papers in detail before the hearing, the applicant has the responsibility of ensuring that all relevant points are presented clearly and distinctly. Thus, in Siporex Trade XA v. Comdel Commodities Ltd, Bingham J. said that the applicant must "identify the crucial points for and against the application, and not rely on the mere exhibiting of numerous documents". .. In National Bank of Sharjah v. Dellborg, Lloyd L.J. said: "If the facts are not fairly stated in the affidavit, it will not assist the plaintiff to be able to point to some exhibit from which the fact might be extracted. If they are fairly stated then it should not avail the defendant to show that some document, relevant on discovery, has been omitted."» Κρίνεται ακόμη σκόπιμη η παραπομπή στην υπόθεση Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. v. Daventree Resources Ltd κ.ά.
(2008)1(B) Α.Α.Δ. 801, η οποία περιέχει μία διαφωτιστική σύνοψη των αρχών που διέπουν το θέμα της μη αποκάλυψης ουσιωδών στοιχείων. Όπως εξάγεται από όσα αναφέρονται ανωτέρω, στην ένορκη δήλωση της Αίτησης επισυνάπτονται όλες οι ένορκες δηλώσεις του Ενάγοντος αλλά και η ένορκη δήλωση της ένστασης στα πλαίσια της Αίτησης στην Αγωγή 6769/14. Όντως πρόκειται για σχετικά μεγάλο όγκο εγγράφων. Όμως το Δικαστήριο είχε τη δυνατότητα να τα μελετήσει κατά τη μονομερή εξέταση της υπό κρίση Αίτησης. Εκείνα όμως τα γεγονότα τα οποία έχουν ιδιαίτερη σημασία στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης είναι η έκδοση και ισχύς των διαταγμάτων και η μετέπειτα συμπεριφορά των Εναγομένων και όχι οι θέσεις των δύο πλευρών αναφορικά με την πρώτη Αίτηση στην Αγωγή 6769/14. Οι θέσεις των Εναγομένων εις απάντηση των όσων αναφέρθηκαν από τον Ενάγοντα είναι μεν σχετικές αλλά δεν αποτελούν το βασικό υπόβαθρο γεγονότων της υπό κρίση Αίτησης έτσι ώστε να απαιτείτο ειδική αναφορά και απάντηση αυτών στην ένορκη δήλωση και στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης. Επί τούτου το Δικαστήριο δεν υιοθετεί τη θέση των Εναγομένων περί του αντιθέτου. Στα πλαίσια της μη αποκάλυψης οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται επίσης πως ο Ενάγων παραπλάνησε το Δικαστήριο για τη δήθεν παράβαση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Αυτοί οι ισχυρισμοί αφορούν τις συνθήκες και τους λόγους της επίδικης μεταβίβασης και περιέχονται στις παρ. 35 και 37 της ένορκης δήλωσης της ένστασης. Το Δικαστήριο θεωρεί σκόπιμο όπως ασχοληθεί με τον κάθε ισχυρισμό ξεχωριστά: § Παρ. 35 (α) Ο Ενάγων παρερμήνευσε τη δήλωση του δικηγόρου του ενώπιον Δικαστηρίου ότι τα προσωρινά διατάγματα στην Αγωγή 6769/14 απαγόρευαν μόνο πράξεις διάθεσης, αποξένωσης, επιβάρυνσης ή ελάττωσης της αξίας των περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1. Η δήλωση του δικηγόρου του Ενάγοντος έγινε στα πλαίσια της Αίτησης στην Αγωγή 6769/14 στις 6.2.15.Το πρακτικό επισυνάπτεται αυτούσιο ως Τεκμήριο 12 στην ένορκη δήλωση της υπό κρίση Αίτησης. Όντως αυτή η θέση ερμηνεύτηκε από τον Εναγόμενο 2 στην παρ. 34 της ένορκης δήλωσης της ένστασης στην Αίτηση στην Αγωγή 6769/14, ως «. Mr. Georgiades asked the lawyers of the Plaintiff to clarify on record that the injunction would not prohibit any acts done for the benefit of the Company. Indeed after this clarification was given before the court, Larisa, on the instructions of Vera, proceeded with the filing to the Registrar in Cyprus of the papers for the cancellation of the pledge from the Cyprus Registry. » Παρόλο που το θέμα δεν έχει ιδιαίτερη σημασία για την υπό κρίση Αίτηση εντούτοις προκύπτει κάποια ανακρίβεια στην ερμηνεία την οποία είναι η πλευρά των Εναγομένων που απέδωσε στην εν λόγω δήλωση. (β) Ο Ενάγων απέκρυψε ότι στην οπισθογράφηση της απαίτησης στην Αγωγή 6769/14 ζητά την ακύρωση της ενεχυρίασης των μετοχών και επομένως δεν νοείται ως παρακοή του διατάγματος η ακύρωση της εν λόγω ενεχυρίασης. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι με την επισύναψη του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου στην Αγωγή 6769/14 μέσω της ένορκης δήλωσης της υπό κρίση Αίτησης ήταν ξεκάθαρο και πλήρως αντιληπτό το τι αξίωνε ο Ενάγων και ότι η ισχυριζόμενη παράβαση των διαταγμάτων ουδόλως συνδέεται με την ενεχυρίαση των μετοχών, αλλά αντιθέτως με την επίδικη μεταβίβαση των μετοχών. (γ) Ο Ενάγων απέκρυψε τη θέση του Εναγομένου 2 στην ένορκη του δήλωση της ένστασης στην Αίτηση της Αγωγής 6769/14 ότι δεν μπορούσε να υπάρχει παρακοή διατάγματος εφόσον δεν είχε γίνει η επίδοση των διαταγμάτων στον Εναγόμενο 2. Το θέμα έχει ήδη απασχολήσει το Δικαστήριο ανωτέρω. Εκείνο το οποίο ήταν σημαντικό να καταδειχθεί ήταν η γνώση των Εναγομένων για τα διατάγματα. (δ) Ο Ενάγων απέκρυψε το γεγονός ότι το μόνο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο που μπορούσε να δώσει οδηγίες στους διευθυντές της Εναγομένης 1, ήτοι την Εναγομένη 3, είναι η Vera. Το Δικαστήριο αδυνατεί να αντιληφθεί τη σημασία αυτού του γεγονότος στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης και κατ΄ επέκταση της αναγκαιότητας αποκάλυψης αυτού. (ε) Ο Ενάγων επιχείρησε να καταδείξει ένα modus operandi του Εναγομένου 2 στην προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Είναι γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση της υπό κρίση Αίτησης η όλη συμπεριφορά που αποδίδεται στους Εναγόμενους ως συνιστώσα παράβαση των διαταγμάτων χαρακτηρίζεται ως modus operandi. Αυτή όμως είναι η θέση του Ενάγοντος στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης και η δική του εκτίμηση για τη στάση των Εναγομένων, η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προς αξιολόγηση. Έτσι δεν τίθεται θέμα παραπλάνησης επί αυτού. § Παρ. 37 (α) Ο Ενάγων γνώριζε και δεν αποκάλυψε τις οφειλές της Εναγομένης 1 σε διάφορους πιστωτές, συμπεριλαμβανομένου του Εναγομένου 2. (β) Ο Ενάγων γνώριζε και δεν αποκάλυψε την εξέλιξη των γεγονότων αναφορικά με την οφειλή προς τον Εναγόμενο 2, πράγμα που θα καταδείκνυε ότι η μεταβίβαση έγινε με αντάλλαγμα την εξόφληση του μεγαλύτερου χρέους της Εναγομένης 1 προς τον Εναγόμενο 2. Επίσης ο Ενάγων απέκρυψε ότι στις 30.4.14 υπέγραψε συμφωνία εκχώρησης προς όφελος του Εναγομένου 2 της συμφωνίας δανείου την οποία ο ίδιος συνήψε με την Εναγομένη 1 καθώς επίσης και συμφωνία διακανονισμού. Η αντίκρουση των πιο πάνω θέσεων στην αγόρευση του Ενάγοντος, ότι δεν ήταν εις γνώσιν του Ενάγοντος, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν εφόσον αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης. Όπως όμως ορθώς επισημαίνεται στην αγόρευση, και ήδη αναφέρεται ανωτέρω, αυτοί οι ισχυρισμοί δεν είναι ικανοί να αποτελέσουν δικαιολογία για την παράβαση των διαταγμάτων. Τα ουσιώδη γεγονότα ήταν η ισχύς των διαταγμάτων, η γνώση των Εναγομένων και η ισχυριζόμενη δόλια συμπεριφορά τους η οποία αποτελούσε παράβαση αυτών, για τα οποία δεν υπήρξε οποιαδήποτε παραπλάνηση. Όσον αφορά τις συμφωνίες εκχώρησης και διακανονισμού πράγματι αυτές αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση στην Αγωγή 6769/14 και επομένως έχουν αποκαλυφθεί. Όμως οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να επισημάνουν πως ο Ενάγων ισχυρίζεται περαιτέρω (
  1. i)ότι η συμφωνία εκχώρησης υπεγράφη κατόπιν προτροπής του Εναγομένου 2 ο οποίος τον ενημέρωσε πως η Εναγομένη 1 και οι συνδεδεμένες με αυτή εταιρεία βρίσκονταν στα πρόθυρα εκκαθάρισης, (
  2. ii)ότι ο Ενάγων ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε αντιπαροχή για την εν λόγω εκχώρηση και (iii) ότι αυτή, με βάση νομική συμβουλή Ρώσων δικηγόρων, είναι εξ υπαρχής άκυρη. Επιπλέον ο Ενάγων ισχυρίζεται πως η συμφωνία διακανονισμού προνοούσε ότι όλες οι απαιτήσεις των μερών με βάση τη συμφωνία εκχώρησης είχαν πλήρως διευθετηθεί, επομένως προκύπτει ότι η νομιμότητα της επηρεάζεται και εξαρτάται από τη νομιμότητα της συμφωνίας εκχώρησης. (γ) Tο πληρεξούσιο δυνάμει του οποίου έγινε η επίδικη μεταβίβαση υπεγράφη πριν καν την έκδοση των διαταγμάτων στην Αγωγή 6769/14, ήτοι στις 8.8.14, και ο Ενάγων μπορούσε να πληροφορηθεί γι΄ αυτό το γεγονός από τη Vera. Ο Ενάγων σκόπιμα απέκρυψε αυτό το γεγονός για να παραπλανήσει το Δικαστήριο πως το πληρεξούσιο υπεγράφη μετά την έκδοση των διαταγμάτων. O Ενάγων έχει ήδη θέσει τη δική του εκδοχή πως οι σχέσεις του με την κόρη του είχαν ψυχρανθεί από το 2009 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2014 (παρ. 17 στη δεύτερη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Αίτησης στην Αγωγή 6769/14). Επομένως δεν τίθεται ζήτημα παραπλάνησης από πλευράς του για το συγκεκριμένο ζήτημα. Δηλαδή, πέραν του ότι οι Εναγόμενοι αναφέρονται σε δυνατότητα γνώσης και όχι σε υπαρκτή γνώση που δεν αποκαλύφθηκε, θα πρέπει να σημειωθεί πως μια τέτοια γνώση δεν υφίστατο δεδομένης της ψυχρότητας στις σχέσεις πατέρα-κόρης. Εν πάση περιπτώσει, όπως έχει ήδη επισημανθεί, το ουσιώδες στα υπό εξέταση γεγονότα δεν είναι η ημερομηνία της υπογραφής του πληρεξουσίου αλλά η διενέργεια της μεταβίβασης. (δ) O Ενάγων ισχυρίζεται ότι το πληρεξούσιο υπεγράφη από τον Εναγόμενο 2 υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή της Εναγομένης 1, με προφανή σκοπό να δώσει την εσφαλμένη εντύπωση ότι ο Εναγόμενος 2 το υπέγραψε για να προβεί στη μεταβίβαση των μετοχών «εν κρυπτώ». Είναι γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση της Αίτησης, η οποία έγινε από δικηγόρο του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα, γίνεται αναφορά σε πληροφορίες που λήφθηκαν από τον Ενάγοντα για το πρόσωπο το οποίο παρουσιάστηκε για τη μεταβίβαση «δυνάμει πληρεξουσίου που υπέγραψε ο ίδιος ο Iakov υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή της εταιρείας» - παρ. 29(iii). Αυτή η αναφορά πράγματι επιβεβαιώνει τη θέση ότι το πληρεξούσιο υπεγράφη εκ μέρους της Εναγομένης 1, από τον Εναγόμενο 2, αλλά δεν αναφέρεται ημερομηνία υπογραφής της έτσι ώστε να θεωρηθεί ότι υπάρχει παραπλάνηση. Εν πάση περιπτώσει έχει ήδη κριθεί πως η ημερομηνία δεν αποτελεί ουσιώδες γεγονός. (ε) Ο Ενάγων απέκρυψε πως η Vera ήταν το μόνο πρόσωπο το οποίο μπορούσε να δώσει οδηγίες στους Κύπριους διευθυντές της Εναγομένης 1 με βάση σχετική εξουσιοδότηση ημ. 5.11.11, η οποία υπεγράφη και από τα τρία αδέλφια, και πως αυτή έδωσε οδηγίες για την υπογραφή του πληρεξουσίου αναφορικά με την επίδικη μεταβίβαση. Το Δικαστήριο έχει ήδη ασχοληθεί με το θέμα των εξουσιών και των ενεργειών της κόρης του Ενάγοντος και τη μη δυνατότητα ενημέρωσης του γι΄ αυτές από την ίδια λόγω της ρήξης των σχέσεων τους. Επισημαίνεται όμως πως η εξουσιοδότηση (Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση της ένστασης στην Αίτηση 6769/14) είναι γενικής φύσης και δεν αφορά ρητώς την επίδικη μεταβίβαση έτσι ώστε να τίθεται θέμα παραπλάνησης εκ μέρους του Ενάγοντος. Όσον αφορά τις δικαστικές διαδικασίες στη Ρωσία, το Δικαστήριο καταρχάς θεωρεί ότι διαδικασία η οποία ηγέρθη από τον αδελφό του Ενάγοντος, για την οποία γίνεται αναφορά στην παρ. 38(α) της ένορκης δήλωσης της ένστασης, δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα της παρούσας. Η δικαστική διαδικασία εκ μέρους του Ενάγοντος για ακύρωση της συμφωνίας πώλησης των 21.300 μετοχών και επανεγγραφής τους στο όνομα του Ενάγοντος απορρίφθηκε λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, όπως άλλωστε αναγνωρίζουν οι Εναγόμενοι. Σχετική είναι η παρ. 38(β) της ένορκης δήλωσης της ένστασης. Η έφεση επίσης απορρίφθηκε (Τεκμήρια 6 και 7 στην ένορκη δήλωση της ένστασης). Ενόψει αυτής της κατάληξης το Δικαστήριο αδυνατεί να αντιληφθεί πώς αυτή η διαδικασία είναι ουσιώδης αναφορικά με τα γεγονότα της υπό κρίση Αίτησης. Σύμφωνα με την παρ. 38(γ) η δικαστική διαδικασία για αναγνώριση και εκτέλεση των προσωρινών διαταγμάτων τα οποία εκδόθηκαν στην Αγωγή 6769/14 απορρίφθηκε λόγω παράβασης δικονομικών κανόνων. Όπως αναφέρεται στην ίδια την απόφαση (Τεκμήριο 8) ο Ενάγων διατηρεί το δικαίωμα καταχώρισης νέας διαδικασίας. Με αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο θεωρεί πως αυτή η διαδικασία δεν ενέχει σημασία στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης. Η δικαστική διαδικασία για την ακυρότητα της συμφωνίας μεταξύ της Εναγομένης 1 και του Εναγομένου 2 για τη μεταβίβαση των μετοχών απερρίφθη μεν, ως ο ισχυρισμός των Εναγομένων, αλλά όχι επί της ουσίας. Σχετική είναι η παρ. 38(δ) της ένορκης δήλωσης της ένστασης. Όπως αναφέρεται στην ίδια την απόφαση, Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση της ένστασης, αυτή απορρίφθηκε λόγω έλλειψης προώθησης της. Το Δικαστήριο επίσης αδυνατεί να αντιληφθεί πώς αυτό το γεγονός είναι ουσιώδες στην υπό κρίση Αίτηση. Τέλος, στην παρ. 38(ε) της ένορκης δήλωσης της ένστασης γίνεται αναφορά σε δικαστική διαδικασία εκ μέρους του Ενάγοντος και άλλων δύο προσώπων με την οποία ζητείται η ακύρωση των δύο συμφωνιών μεταξύ της Εναγομένης 1 και του Εναγομένου 2 για τη μερική εξόφληση του χρέους της πρώτης προς τον τελευταίο με τη μεταβίβαση ακίνητης ιδιοκτησίας. Όπως διαφαίνεται από το περιεχόμενο της απόφασης, Τεκμήρια 10 και 11, η διαδικασία αφορούσε αίτημα για λήψη προσωρινών μέτρων και απορρίφθηκε. Ούτε και αυτή η διαδικασία κρίνεται ουσιώδης για σκοπούς της υπό κρίση Αίτησης. Επιπρόσθετα το Δικαστήριο επισημαίνει πως όλες οι δικαστικές διαδικασίες ηγέρθησαν και ολοκληρώθηκαν (με την έκδοση αποφάσεων) πριν την έκδοση των διαταγμάτων στην Αγωγή 6769/14. Το Δικαστήριο θεωρεί πως τα όποια διαβήματα έγιναν πριν την έκδοση των διαταγμάτων δεν αφορούν την υπό κρίση Αίτηση, καθότι τα ουσιώδη γεγονότα αυτής έχουν ως αφετηρία την έκδοση και ισχύ των διαταγμάτων. Οποιαδήποτε διαβήματα λήφθηκαν από τον Ενάγοντα πριν την έκδοση αυτών ενδεχομένως αποτελούν αντικείμενο άλλης διαδικασίας και όχι της παρούσας. Τα γεγονότα της υπό κρίση Αίτησης και η φύση των δικαστικών διαδικασιών οι οποίες ηγέρθησαν στη Ρωσία, όπως αναλύονται ανωτέρω, διαφοροποιούν την παρούσα από την υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1 (Α) Α.Α.Δ. 82, στην οποία παρέπεμψε ο δικηγόρος των Εναγομένων. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει πως ο Ενάγων αποκάλυψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης εκπληρώνοντας το καθήκον του ως τάσσει η νομολογία σε μονομερείς αιτήσεις. VI. Κατάχρηση Διαδικασίας Το Δικαστήριο έχει ήδη προβεί στη διαπίστωση ότι η παρούσα Αγωγή έχει ξεχωριστή και ανεξάρτητη βάση από την Αγωγή 6769/14 και ότι οι δύο αυτές Αγωγές αφορούν διαφορετικά γεγονότα και οι αντίστοιχες μονομερείς Αιτήσεις έχουν ξεχωριστό αντικείμενο. Επομένως, δεν τίθεται θέμα κατάχρησης είτε στη βάση ότι οι δύο Αιτήσεις στοχεύουν στο ίδιο αποτέλεσμα είτε στη βάση ότι οι δύο Αγωγές εδράζονται στην ίδια βάση και στα ίδια γεγονότα, ως είναι η θέση των Εναγομένων. Με αυτά τα δεδομένα, ούτε προκύπτει πως η παρούσα Αγωγή και η υπό κρίση Αίτηση έχουν αποκλειστικό σκοπό την παράκαμψη του Δικαστηρίου το οποίο επιλήφθηκε την πρώτη Αίτηση. Τονίζεται για ακόμη μια φορά πως η παρούσα διαδικασία έχει ως βάση ισχυριζόμενη δόλια συμπεριφορά η οποία συνδέεται με την παράβαση δικαστικών διαταγμάτων. Οι Εναγόμενοι στηρίζονται επίσης στον μεγάλο όγκο των τεκμηρίων τα οποία επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης, και τα οποία ως επί το πλείστον αφορούν την Αγωγή 6769/14, για να ισχυριστούν κατάχρηση στην προώθηση της παρούσας διαδικασίας η οποία κατά τη γνώμη τους θα μπορούσε να είχε ενταχθεί στα πλαίσια της Αγωγής 6769/14. Το Δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει επί του συγκεκριμένου θέματος και απλώς αρκείται στο να επαναλάβει ότι τα συνημμένα τεκμήρια της Αγωγής 6769/14 ήταν απαραίτητα για να τεθεί το υπόβαθρο των γεγονότων της υπό κρίση Αίτησης, αλλά κυρίως και για να υπάρξει πλήρης αποκάλυψη της εκεί διαδικασίας η οποία και οδήγησε στην έκδοση των διαταγμάτων. Είναι σαφές από όσα αναφέρονται ανωτέρω πως το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση των ισχυρισμών οι οποίοι τέθηκαν στα πλαίσια της προηγούμενης Αίτησης αλλά περιορίζεται στην εξέταση των γεγονότων που αφορούν την υπό κρίση Αίτηση. Το Δικαστήριο οφείλει ακόμη να επισημάνει πως είναι η πλευρά των Εναγομένων που επιδίωξε να εντάξει στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης μεγάλο μέρος γεγονότων τα οποία αφορούν την Αγωγή 6769/14 και ή άλλες διαδικασίες. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την προσπάθεια διεύρυνσης των επίδικων θεμάτων της υπό κρίση Αίτησης και απαιτούσε την ενασχόληση του Δικαστηρίου με θέματα τα οποία τελικώς κρίθηκαν άσχετα και ή μη ουσιώδη. Ούτε και το επιχείρημα των Εναγομένων περί ταύτισης μέρους των θεραπειών μεταξύ των δύο Αγωγών κρίνεται βάσιμο. Μέρος των αιτούμενων θεραπειών και στις δύο Αγωγές αφορούν αποζημιώσεις για δόλο, απάτη και συνωμοσία. Διέλαθε την προσοχή τους όμως πως αυτές οι αξιώσεις στηρίζονται σε εντελώς διαφορετικό υπόβαθρο γεγονότων, επομένως δεν υπάρχει ταύτιση τους. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν ότι στα πλαίσια της πρώτης Αίτησης ζητείτο ο διορισμός ενδιάμεσου Παραλήπτη, θεραπεία η οποία δεν δόθηκε μονομερώς και αποτέλεσε αντικείμενο της εκδίκασης εκείνης της Αίτησης. Αυτό δεν συνεπάγεται πως η υπό κρίση Αίτηση έχει σκοπό να πετύχει αυτό που ο Ενάγων δεν πέτυχε στην πρώτη Αίτηση, όπως τίθεται από τους Εναγόμενους. Τα δεδομένα της πρώτης Αίτησης παρουσιάστηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης και το Δικαστήριο είχε ολοκληρωμένη εικόνα τόσο για το αιτητικό της πρώτης Αίτησης και τα εκδοθέντα διατάγματα όσο και για το αιτητικό της δεύτερης (υπό κρίση) Αίτησης. Πέραν των συνημμένων τεκμηρίων, στην παρ. 15 της ένορκης δήλωσης της υπό κρίση Αίτησης γίνεται ρητή αναφορά στο αιτητικό της Αίτησης στην Αγωγή 6769/14, στα εκδοθέντα διατάγματα και στο μέρος της Αίτησης το οποίο διατάχθηκε όπως επιδοθεί. Επίσης επί του θέματος της κατάχρησης, το Δικαστήριο θεωρεί πως η παρ. 36 της ένορκης δήλωσης της υπό κρίση Αίτησης θέτει με πλήρη και ακριβοδίκαιο τρόπο το τεθέν ζήτημα ως εξής: «Προσθέτω δε ότι καίτοι ο διορισμός ενδιάμεσου Π/Δ έχει ζητηθεί και στο πλαίσιο της αγωγής 6769/14 το σεβαστό Δικαστήριο δεν έχει εισέτι αποφανθεί επί τούτου, απόφασης επιφυλαχθείσης εξάλλου δε το σχετικό αίτημα εδράζεται επί των νέων γεγονότων και τελεί σε συνάφεια με την αιτία αγωγής στην παρούσα ώστε ποσώς δεν αξιώνεται καταχρηστικά ούτε δε ήταν δυνατό να εγερθεί στα πλαίσια της υφιστάμενης εκκρεμοδικίας.» Άλλωστε υπενθυμίζεται πως με την υπό κρίση Αίτηση επιδιώκετο εξειδικευμένα η περαιτέρω απαγόρευση αποξένωσης της περιουσίας της Εναγομένης 4 από τα χέρια του Εναγομένου 2, η οποία προφανώς έγινε κατά παράβαση των διαταγμάτων. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται επίσης πως υπάρχει ο κίνδυνος έκδοσης διαφορετικών αποφάσεων από τα Κυπριακά Δικαστήρια επί των ιδίων θεμάτων. Τονίζεται για ακόμη μία φορά πως οι δύο Αγωγές διαφέρουν τόσο ως προς τη βάση τους όσο και ως προς τα γεγονότα. Το επιχείρημα του δικηγόρου των Εναγομένων ότι υπάρχει η πιθανότητα το εκδικάζον την Αγωγή 6769/14 Δικαστήριο να ακυρώσει τα διατάγματα ενώ το Δικαστήριο στην παρούσα να τα διατηρήσει σε ισχύ είναι όντως ενδιαφέρον και έχει προβληματίσει το παρόν Δικαστήριο. Τελικώς όμως αυτή η θέση παραμένει χωρίς έρεισμα. Το εν λόγω επιχείρημα στηρίζεται σε μία νομική παρανόηση και λανθασμένη ερμηνεία ότι τα υπό κρίση διατάγματα αποτελούν την προέκταση των διαταγμάτων της Αγωγής 6769/14, στηρίζονται αποκλειστικά και μόνο στην ισχυριζόμενη παρακοή των πρώτων και πως η βιωσιμότητα των δεύτερων εξαρτάται άμεσα από την εξακολούθηση της ισχύος των πρώτων. Είναι προφανές ότι το σημαντικό στοιχείο στην παρούσα διαδικασία είναι η ισχυριζόμενη δόλια συμπεριφορά των Εναγομένων καθ΄ ον χρόνο τα πρώτα διατάγματα βρίσκονταν σε ισχύ και οι τυχόν συνέπειες αυτής της συμπεριφοράς, και όχι κατά πόσον εκείνα τα διατάγματα θα παραμείνουν σε ισχύ ή όχι. Τέλος, προβάλλεται ο ισχυρισμός εκ μέρους των Εναγομένων ότι υπάρχει το ενδεχόμενο έκδοσης συγκρουόμενων αποφάσεων μεταξύ των Κυπριακών και των Ρωσικών Δικαστηρίων επί των ιδίων θεμάτων. Στο σημείο αυτό το Δικαστήριο περιορίζεται στην επισήμανση πως το αντικείμενο της υπό κρίση Αίτησης είναι η δόλια συμπεριφορά των Εναγομένων αναφορικά με τις ενέργειες τους στη μεταβίβαση των μετοχών ενόσω αυτό απαγορευόταν από διατάγματα εκδοθέντα από Κυπριακά Δικαστήρια, και όχι η εγκυρότητα ή μη των όποιων συμφωνιών μεταξύ Εναγομένου 2 και Εναγομένης 1 για την αποπληρωμή οφειλών ακόμα και μέσω της μεταβίβασης μετοχών, χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε σύμπτωση ("overlap") μεταξύ των διαδικασιών που βρίσκονται εις γνώσιν του Δικαστηρίου. Ενόψει δε της φύσης των Ρωσικών διαδικασιών, το Δικαστήριο αδυνατεί στο παρόν στάδιο να καταλήξει ότι η παρούσα διαδικασία η οποία αφορά δόλια συμπεριφορά σε σχέση με εκδοθέντα από το Κυπριακό Δικαστήριο διατάγματα είναι καταχρηστική ή ηγέρθη με αλλότρια κίνητρα. Τέλος, το Δικαστήριο επιθυμεί να αναφέρει πως η καταχώριση της ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης αρ. 15102/15 Ε.Δ. Λεμεσού εκ μέρους του Ενάγοντος και εναντίον των Εναγομένων 1-3 και της Λαρίσας Σμυέλοβα Βασιλείου ως Κατηγορουμένων για απείθεια κατά νομίμων διαταγών κατά παράβαση των άρθρων 137 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, αναφορικά με τα διατάγματα τα οποία εκδόθηκαν στα πλαίσια της Αγωγής 6769/14, ουδόλως αποδίδει καταχρηστικό χαρακτήρα στην έγερση της παρούσας Αγωγής και την υπό κρίση Αίτηση. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Θεοφάνους v. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά.
(2009)2 Α.Α.Δ. 634, η φύση των δύο διαδικασιών είναι διαφορετική και «. οι δύο δικαιοδοσίες, δηλαδή αυτή για αστική απείθεια και αυτή για ποινική απείθεια μπορούν να συνυπάρχουν. Η δικαιοδοσία σε σχέση με την αστική καταφρόνηση είναι χωριστή από την ποινική δικαιοδοσία οιουδήποτε άλλου δικαστηρίου». VII. Νομική Πτυχή για Διορισμό Ενδιάμεσου Παραλήπτη Η εξουσία του Δικαστηρίου για διορισμό Παραλήπτη παρέχεται επίσης από το άρθρο 32
(1)του Ν. 14/60, το οποίο προνοεί ως ακολούθως: «Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας, δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίου διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov.» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το ίδιο το λεκτικό του άρθρου διαχωρίζει τα κριτήρια για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, τα οποία ρητώς προνοούνται στην επιφύλαξη του άρθρου, σε αντιπαραβολή με αυτά που διέπουν το θέμα διορισμού Παραλήπτη που είναι μόνο όπως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει «δίκαιον ή πρόσφορον». Η πρώτη παράγραφος του άρθρου 32
(1)αναφέρεται και στις δύο περιπτώσεις, ήτοι την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος και τον διορισμό Παραλήπτη, ενώ στην επιφύλαξη γίνεται αναφορά μόνο στην έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Με βάση το ίδιο το λεκτικό του άρθρου 32
(1), είναι πρόδηλο ότι η επιφύλαξη διαχωρίζει πλέον τις δύο περιπτώσεις της πρώτης παραγράφου, και δεν αφορά ούτε και εφαρμόζεται στην περίπτωση διορισμού Παραλήπτη. Επομένως, τα μόνα κριτήρια που θέτει το άρθρο 32
(1)για τον διορισμό Παραλήπτη είναι όταν το Δικαστήριο ήθελε κρίνει αυτό «δίκαιον ή πρόσφορον». Οι δύο αυτές λέξεις που περιέχονται στο άρθρο 32
(1)πρέπει να ερμηνεύονται και ικανοποιούνται σωρευτικά και όχι διαζευκτικά, παρόλο που έτσι καταγράφονται στο άρθρο. Γι΄ αυτή τη θέση το Δικαστήριο στηρίζεται στην ερμηνεία που δόθηκε στην αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια του παλαιού Judicature Act 1973, και ειδικότερα του άρθρου 25
(8), το οποίο παρείχε εξουσία στο Δικαστήριο να διορίζει Παραλήπτη όπου κρίνεται «just or convenient». Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή η πρόνοια αντικαταστάθηκε από το άρθρο 45
(1)του Supreme Court of Judicature (Consolidation) Act 1925 και το άρθρο 37
(1)του μεταγενέστερου Supreme Court Act 1981, τα οποία αναφέρουν ότι το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διαταγή για τον διορισμό Παραλήπτη σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο θεωρεί «just and convenient to do so». Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 21, σελ. 348-349, παρ. 730, αναφέρεται ότι η παλαιά νομοθετική διάταξη πρέπει να διαβάζεται ως «just, as well as convenient». Το ακόλουθο απόσπασμα αποκαλύπτει και το σκεπτικό πίσω από αυτή την ερμηνεία: «They do not mean that the Court can grant an injunction simply because the Court thinks convenient, but mean that the Court should grant an injunction for the protection of rights or the prevention of injury according to legal principles. They confer no arbitrary nor unfettered discretion on the Court, and do not authorize it to invent new modes of enforcing judgments in substitution for the ordinary modes.» Αυτή η ερμηνεία δόθηκε και στην υπόθεση Harris v. Beauchamp Brothers
(1894)1 Q.B. 801, C.A. Το Δικαστήριο υιοθετεί αυτή τη θέση καθότι όντως η Αγγλική νομοθετική πρόνοια είναι πανομοιότυπη με την Κυπριακή και η ερμηνεία που δίδεται αντανακλά και αποδίδει επακριβώς τον σκοπό αυτής. Η μόνη Κυπριακή απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην οποία εκδόθηκε διάταγμα προσωρινού παραλήπτη στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Support Nominees Ltd κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1370, επιβεβαιώνει αυτή την προσέγγιση. Στην εν λόγω υπόθεση λέχθηκε ότι «όσον αφορά το Άρθρον 32
(1)του Νόμου 14/60, ναι μεν μπορεί να είναι ασύνηθες και σπανιότατο ή να μην έχει εκδοθεί προηγουμένως τέτοιο διάταγμα, αλλά είναι σαφές ότι το άρθρο δίνει δικαίωμα για διορισμό παραλήπτη, σε όλες εκείνες τις περιπτώσεις που το Δικαστήριο το κρίνει δίκαιο και πρόσφορο, ακόμη και αν δεν αξιούται ή χορηγείται μετ΄ αυτού αποζημίωση ή άλλη θεραπεία». Βεβαίως το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Μία ανάγνωση της πλούσιας Αγγλικής νομολογίας δεικνύει ότι το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψιν όλες τις περιστάσεις της κάθε περίπτωσης, συμπεριλαμβανομένου του κατά πόσον ο αιτών τον διορισμό Παραλήπτη έχει καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Αν δεν καταδειχθεί τέτοια πιθανότητα ευλόγως το Δικαστήριο θα καταλήξει ότι ο διορισμός Παραλήπτη δεν δικαιολογείται καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιονδήποτε σκοπό, οπότε αυτός (ο διορισμός) δεν θα θεωρείται δίκαιος και πρόσφορος. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση BAT Industries Plc v. Windward Prospects Ltd
(2013)EWHR 2013. Από την ίδια υπόθεση προκύπτει επίσης ότι στα πλαίσια εξέτασης του κατά πόσον είναι «δίκαιον και πρόσφορον» όπως διοριστεί Παραλήπτης, ανάμεσα στις περιστάσεις που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν είναι το κατά πόσον ο αιτών θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν διοριστεί Παραλήπτης, καθώς επίσης και το πού κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση Jaber and others v. Science and Information Technology Ltd and others
(1992)BCLC 764, Ch. D. Στο σύγγραμμα Commercial Injunctions, Steven Gee, 5η έκδοση, σελ. 459, παρ. 16.004, αναφέρεται ότι ανάμεσα στις περιπτώσεις στις οποίες κρίνεται δίκαιον και πρόσφορον όπως διοριστεί ενδιάμεσος Παραλήπτης περιλαμβάνεται και όταν ο εναγόμενος δύναται να διαχειριστεί την περιουσία με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να καταστεί αδύνατη η εκτέλεση τελικής απόφασης εναντίον του. Χρήσιμη καθοδήγηση για τα περιστατικά της υπό κρίση Αίτησης προσφέρει το ακόλουθο απόσπασμα από τις σελ. 462-463, παρ. 16.008: «The nature of the remedy is more intrusive, more expensive, and less reversible than the granting of an injunction. The receiver has to be paid. The defendant no longer has control of the assets. Irreparable damage may be done to the business of the defendants through the publicity. The claimant must show that the appointment is appropriate because some other less invasive remedies would be inadequate. . . If
(1)assets are liable to be dissipated or are otherwise in jeopardy and
(2)cannot satisfactorily be preserved by injunction, then it may be appropriate to appoint a receiver. . Other examples of situation calling for the appointment of a receiver are where the defendants are likely to act in disregard of an injunction or have already done so, or where assets need to be managed and if relief were limited to an injunction their value would not be preserved, e.g. a portfolio of share or commodity options, or where the assets need to be exploited in order to realise their true worth, e.g. a patent or a business. The court will not shrink from making an appointment in an appropriate case on an application made without notice, however this is a strong thing to do and will only be done when an injunction may not hold the position satisfactorily and there is imminent peril of substantial irreparable damage if an immediate appointment is not made.» Επίσης στη σελ. 472-3, παρ. 16.021, αναγνωρίζεται η εξουσία διορισμού Παραλήπτη πριν τη δίκη ως μία σημαντική ενδιάμεση θεραπεία αναφορικά με τη διατήρηση "υπό εξαφάνιση περιουσιακών στοιχείων". Αντίστοιχη αναφορά περιέχεται και στο σύγγραμμα The Law of Administrators and Receivers, Lightman & Moss, 5η έκδοση, σελ. 777, παρ. 29-003, ως εξής: «The court may appoint a receiver or a receiver and manager of a company or specified assets at the instance of a person who claims that he owns assets which have been improperly transferred to the company, or at the instance of a shareholder, or creditor, if assets are in jeopardy because of the risk of misappropriation or dissipation by those in control of its affairs or because of breach or evasion of a freezing injunction.» Είναι προφανές από την πιο πάνω νομική ανάλυση ότι ο διορισμός ενδιάμεσου Παραλήπτη ενδείκνυται ως ενδιάμεση θεραπεία στις περιπτώσεις εκείνες όπου το προσωρινό διάταγμα κρίνεται ανεπαρκές να προσφέρει την προστασία των περιουσιακών στοιχείων τα οποία πρέπει να διατηρηθούν μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, και ειδικότερα όπου υπάρχει ήδη παράβαση δικαστικού διατάγματος. Το Δικαστήριο θεωρεί πως το αίτημα για τον διορισμό ενδιάμεσου Παραλήπτη στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης αποσκοπούσε ακριβώς σε αυτή την κατεύθυνση, ήτοι την απαγόρευση της περαιτέρω αποξένωσης της περιουσίας της Εναγομένης 1 (η οποία κατ΄ ισχυρισμόν έγινε δόλια και κατά παράβαση των διαταγμάτων). Έχει ήδη καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας του Ενάγοντος σε θεραπεία και έχει επίσης διαφανεί πως η ύπαρξη δικαστικών διαταγμάτων δεν ήταν ικανή να αποτρέψει και ή εμποδίσει την παράβαση αυτών και την αποξένωση του μεγαλύτερου μέρους της περιουσίας της Εναγομένης 1. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την κατοχή ολόκληρου του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγομένης 1 από τον Εναγόμενο 2, ο οποίος ενεργώντας ως ενήργησε, ήτοι κατά τρόπον που υπάρχει ορατή πιθανότητα να διαπιστωθεί δόλος, απέσπασε τον πλήρη έλεγχο αυτής. Αυτή η στάση του Εναγομένου 2 δημιουργεί ισχυρή πιθανότητα και ενέχει τον άμεσο κίνδυνο περαιτέρω αποξένωσης της εν λόγω περιουσίας. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Merck Sharp Dohme Corp v. Teva Pharma BV
(2013)EWHC 1958 (Pat) και Redland Bricks v. Morris
(1969)2 W.L.R.
  1. Επομένως, η υπό κρίση περίπτωση θεωρείται κατάλληλη για τον διορισμό ενδιάμεσου Παραλήπτη με σκοπό τη διαφύλαξη της περιουσίας της Εναγομένης 1 η οποία βρίσκεται ήδη στα χέρια του Εναγομένου
  2. Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο αποσκοπούσε και ο ισχυρισμός στην παρ. 40 της ένορκης δήλωσης της υπό κρίση Αίτησης πως υπάρχει πραγματικός και άμεσος κίνδυνος περαιτέρω αποξένωσης σε τρίτο άγνωστο στον Ενάγοντα πρόσωπο ή πρόσωπα και πως «. η γενόμενη μεταβίβαση ήδη συνιστά κάμψη δικαστικού διατάγματος και υλοποίηση κινδύνου τον οποίο επιδίωκε η προτέρα αγωγή να αποτρέψει, επί ματαίω ως εκ του αποτελέσματος». Η δυνατότητα διορισμού Παραλήπτη για αλλοδαπή εταιρεία και η καταλληλόλητα του προσώπου το οποίο διορίστηκε στην προκειμένη περίπτωση θα τύχουν εξέτασης σε κατοπινό στάδιο εάν αυτό κριθεί αναγκαίο. VΙII. Δυσκολία ή Αδυναμία Απονομής Πλήρους Δικαιοσύνης - Ισοζύγιο Ευχέρειας Μέχρι στιγμής έχει καταδειχθεί ότι συντρέχουν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 όσον αφορά την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων για μη αποξένωση περιουσίας ενώ η δεύτερη προϋπόθεση ισχύει και για τον διορισμό ενδιάμεσου Παραλήπτη. Θα πρέπει να εξεταστεί επίσης η τρίτη προϋπόθεση και το πού κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας αναφορικά και με τα δύο διατάγματα. Πέραν των όσων αναφέρονται στο κεφάλαιο της νομικής πτυχής ανωτέρω, κρίνεται σκόπιμη η παραπομπή στην υπόθεση M. Ch. Mitsingas Trading Ltd. and Another ν. Timberland Co.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Το ίδιο ισχύει και για το εύρημα του Δικαστηρίου ότι στην απουσία του προσωρινού διατάγματος θα ήταν, σε περίπτωση τελικής επιτυχίας, αδύνατη η πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων τους. Όπως επισημαίνεται στην Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R.231, 240, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλείται στην απόφαση του, το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός έχει προεκτάσεις, μεταξύ των οποίων και ο επηρεασμός της εμπορικής εύνοιας, που είναι δύσκολο να αποτιμηθούν σε χρήμα ή να εξακριβωθούν με βεβαιότητα.» Αν η υπόθεση εκ της φύσεως της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει μελλοντικά πλήρη δικαιοσύνη. Άλλη περίπτωση είναι όταν αν δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα θα είναι αδύνατη η ικανοποίηση, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης του Εναγομένου, τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος. Κατά την εκτίμηση αυτής της προϋπόθεσης, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν τη φύση της παρούσας Αγωγής, ως παράγωγης, και τις αιτούμενες θεραπείες. Ειδικότερα, είναι πρόδηλο πως η Αγωγή εγείρεται από μέτοχο μειοψηφίας προς όφελος της Εναγομένης 1 και επιδιώκεται η ανάκτηση υπέρ της των μετοχών οι οποίες πριν την επίδικη μεταβίβαση ήταν εγγεγραμμένες στο όνομα της. Επομένως, ζητείται η επιστροφή στην εταιρεία των μετοχών τις οποίες κατείχε και οι οποίες την καθιστούσαν τη βασική μέτοχο της Εναγομένης
  1. Με αυτά τα δεδομένα η θέση των Εναγομένων πως τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγομένης 1 δεν αποτελούν αντικείμενο της Αγωγής δεν έχει έρεισμα. Οι αξιώσεις για αποζημιώσεις στρέφονται εναντίον τόσο του Εναγομένου 2, όσο και των Εναγομένων 3 και 4, για αστικά αδικήματα και παράβαση καθήκοντος πίστεως. Έχει καταδειχθεί στον απαιτούμενο σε ενδιάμεσες αιτήσεις βαθμό πως οι ενέργειες που αποδίδονται σε αυτούς κατέληξαν σε παράβαση των δικαστικών διαταγμάτων. Αυτές οι αξιώσεις στρέφονται εναντίον και των τριών αυτών Εναγομένων και δεν ευσταθεί η θέση των τελευταίων ότι περιορίζονται μόνο σε ισχυριζόμενες πράξεις του Εναγομένου 2 οι οποίες προκάλεσαν ζημιά στην Εναγομένη
  2. Ο δε Ενάγων έχει άμεσο συμφέρον ως μέτοχος της Εναγομένης
  3. Εφόσον το αντικείμενο των υπό εξέταση διαταγμάτων είναι μετοχές εταιρείας, το Δικαστήριο θεωρεί δύσκολο αν όχι αδύνατο ότι η οποιαδήποτε ζημιά ήθελε προκληθεί από τη μη διατήρηση των διαταγμάτων δύναται να αποτιμηθεί σε χρήμα. Οι μετοχές είναι κινητή και μεταβλητή αξία και είναι δύσκολο να υπολογίσει κανείς την αξία αυτών σε συγκεκριμένο χρόνο και κυρίως να υπολογίσει την πιθανή απόδοση κερδών, μερισμάτων κλπ. Επί τούτου ο ισχυρισμός του Εναγομένου 2 πως έχει κάθε οικονομική δυνατότητα να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό ήθελε αποφασισθεί ως αποζημίωση, πέραν του ότι είναι γενικός και αόριστος, δεν κρίνεται ικανός να υποστηρίξει τον ισχυρισμό των Εναγομένων ότι η ζημιά μπορεί να καθορισθεί. Σχετική με τον τρόπο υπολογισμού των αποζημιώσεων αναφορικά με μετοχές είναι η υπόθεση Lapertas Fisheries Ltd κ.ά. v. Ζαρβού
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ.
  1. Οι Εναγόμενοι περαιτέρω ισχυρίζονται πως η διατήρηση των διαταγμάτων μη αποξένωσης περιουσίας θα προκαλέσει στους ίδιους ανεπανόρθωτη ζημιά την οποία ο Ενάγων δεν θα είναι σε θέση να αποζημιώσει και παραπέμπουν στη συμφωνία εκχώρησης (του 2014) από τον Ενάγοντα στον Εναγόμενο 2 της συμφωνίας δανείου που ο Ενάγων είχε υπογράψει με την Εναγομένη
  2. Το Δικαστήριο έχει ήδη αναφερθεί στη συμφωνία εκχώρησης και στους ισχυρισμούς του Ενάγοντος επί της νομικής ισχύος αυτής. Επίσης αδυνατεί να αντιληφθεί πώς αυτή η θέση και ή ο ισχυρισμός ότι ο Ενάγων δανείστηκε τα χρήματα από τον Εναγόμενο 2 (το 2007) επειδή ο ίδιος δεν είχε χρήματα καταδεικνύουν χωρίς άλλο την όποια οικονομική δυσχέρεια του Ενάγοντος. Αντιθέτως υπάρχει η παρασχεθείσα εγγύηση από τον Ενάγοντα. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί πως ο λόγος ένστασης περί ανεπάρκειας του ποσού της χορηγηθείσας εγγύησης δεν αποτελεί καλό λόγο για τη μη οριστικοποίηση και ή μη έκδοση των διαταγμάτων αν αυτό κριθεί δικαιολογημένο. Με βάση τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Melouskia Commercial Ltd κ.ά. v. Chumachenko Alisa κ.ά., Πολ. Έφεση αρ. Ε71/13, ημ. 30.9.14, θα μπορούσε να γίνει αύξηση του ποσού της εγγύησης σε περίπτωση υποβολής σχετικής αίτησης. Στην προκειμένη περίπτωση στον συναφή λόγο ένστασης προβάλλεται η ανεπάρκεια του ποσού της διαταχθείσας εγγύησης των €100.000 και πως θα έπρεπε αυτή να ήταν ύψους τουλάχιστον €2 εκ. ενόψει της κακής και ή ανύπαρκτης οικονομικής κατάστασης του Ενάγοντος. Η ίδια γενική αναφορά επαναλαμβάνεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει πως δεν έχει καταδειχθεί η κακή και ή ανύπαρκτη οικονομική κατάσταση του Ενάγοντος η οποία να δικαιολογεί την όποια αύξηση του ποσού της εγγύησης, η οποία εν πάση περιπτώσει κρίνεται επαρκής με βάση τα δεδομένα της Αίτησης. Τέλος, εντός αυτής της προϋπόθεσης το Δικαστήριο εντάσσει και επαναφέρει εκ νέου προς εξέταση το επιχείρημα των Εναγομένων περί της πιθανής συνέχισης ισχύος των διαταγμάτων της παρούσας Αγωγής ενώ τα πρώτα διατάγματα να έχουν ακυρωθεί από το Δικαστήριο και τη θέση τους περί πρόκλησης αδικίας στους ίδιους με την ύπαρξη των νέων διαταγμάτων ενώ δεν ισχύουν τα προγενέστερα. Λαμβάνοντας υπόψιν τα γεγονότα της υπό κρίση Αίτησης και κυρίως τη συμπεριφορά των Εναγομένων, καταδεικνύεται χωρίς δυσκολία ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει προς την πλευρά του Ενάγοντος για τη διαφύλαξη της περιουσίας η οποία εξανεμίστηκε κατά παράβαση δικαστικού διατάγματος, και όχι υπέρ των Εναγομένων οι οποίοι φαίνεται πως ενήργησαν με δόλιο τρόπο παραγνωρίζοντας το δικαστικό διάταγμα. IX. Στοιχείο του Επείγοντος στην Έκδοση των Διαταγμάτων Όσον αφορά το στοιχείο του επείγοντος στην έκδοση των διαταγμάτων μονομερώς, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd. v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσο καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του Εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» Έχει ήδη αναφερθεί πως η επίδικη μεταβίβαση έλαβε χώρα στις 19.8.
  1. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος, αυτό το γεγονός περιήλθε για πρώτη φορά εις γνώσιν του στις 27.8.15, κατόπιν έρευνας την οποίαν διεξήγαγαν οι αλλοδαποί δικηγόροι του. Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 14.Ι και 14.ΙΙ στην ένορκη δήλωση της υπό κρίση Αίτησης. Ο Ενάγων ενημέρωσε σχετικά τον δικηγόρο του στην Κύπρο, Δρα Π. Κούρτελο, περί της μεταβίβασης μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος στις 10.9.15, Τεκμήριο 14 στην ένορκη δήλωση της υπό κρίση Αίτησης. Η παρούσα Αγωγή και η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκαν στις 15.9.
  2. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η πλευρά του Ενάγοντος έδρασε άμεσα στη λήψη μέτρων αναφορικά με το γεγονός της επίδικης μεταβίβασης, χωρίς να προκύψει οτιδήποτε νεότερο από τους Εναγόμενους στο μεταξύ. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, η φύση της αποδιδόμενης στους Εναγόμενους 2-4 συμπεριφορά αλλά κυρίως οι συνέπειες αυτής, ήτοι η παράβαση δικαστικού διατάγματος και η απώλεια σημαντικού μεριδίου της Εναγομένης 1 στην Εναγομένη 4, αναμφίβολα ικανοποιούν το στοιχείο του κατεπείγοντος στην παροχή άμεσης θεραπείας μονομερώς. X. Διορισμός και Καταλληλότητα Παραλήπτη Με βάση όλα τα πιο πάνω, από τη στιγμή που η Αγωγή αποσκοπεί στην επαναφορά των περιουσιακών στοιχείων, ήτοι μετοχών, της Εναγομένης 1 στην ίδια, και εγείρεται προς όφελος αυτής, τότε το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ της διατήρησης των διαταγμάτων μη αποξένωσης περιουσίας. Διαφορετική αντιμετώπιση θα παρείχε κάθε δυνατότητα περαιτέρω ανεξέλεγκτης αποξένωσης των εν λόγω μετοχών με πιθανή εξαφάνιση τους. Εκείνο δηλαδή το οποίο προέχει στην υπό κρίση περίπτωση είναι η διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων η οποία εμφανίζεται να είναι απότοκο δόλιας συμπεριφοράς και παράβασης των διαταγμάτων καθότι η όποια ζημιά ήθελε προκληθεί δεν θα μπορεί να εκτιμηθεί σε χρήμα. Εφόσον δε, έχει διαφανεί δόλια συμπεριφορά από πλευράς των Εναγομένων 2-4 στη διενέργεια της επίδικης μεταβίβασης, καθιστώντας με αυτό τον τρόπο αδύνατη την αποτελεσματικότητα οποιουδήποτε δικαστικού διατάγματος μη αποξένωσης περιουσίας, θεωρώ ότι είναι δίκαιον και πρόσφορον όπως διοριστεί ενδιάμεσος Παραλήπτης προς τον σκοπό διατήρησης της υφιστάμενης κατάστασης και κυρίως προς συμμόρφωση με τα (νέα) δικαστικά διατάγματα. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως ο διορισμός Παραλήπτη, εξ αντικειμένου επηρεάζει τη φήμη και το όνομα της εταιρείας και πως ο διορισμός Παραλήπτη συνεπάγεται και καταβολή της αμοιβής του. Η ισχυριζόμενη ζημιά στη φήμη και αξιοπιστία της Εναγομένης 4 με τους τραπεζίτες και πελάτες, η οποία σημειωτέον πως τίθεται με πολύ γενικό τρόπο, δεν είναι ικανή να διαφοροποιήσει τη διαπίστωση του Δικαστηρίου για την αναγκαιότητα διατήρησης του Παραλήπτη. Άλλωστε υπενθυμίζεται πως ο διορισμός του αφορά περιορισμένο σκοπό. Ο λόγος ένστασης ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να διορίζει Παραλήπτη αναφορικά με εταιρεία με έδρα το εξωτερικό δεν ενισχύεται από οποιοδήποτε σύγγραμμα ή απόφαση. Αντίθετη προσέγγιση θα περιόριζε την εξουσία του Δικαστηρίου να παρέχει επαρκή θεραπεία και θα στερούσε το δικαίωμα του διαδίκου σε αποτελεσματική προστασία. Με βάση την πιο πάνω ανάλυση, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Το μόνο που απομένει προς εξέταση είναι η καταλληλότητα του συγκεκριμένου Παραλήπτη ο οποίος έχει διοριστεί. Τούτο καθίσταται αναγκαίο καθότι ο Παραλήπτης είναι λειτουργός του Δικαστηρίου και ενεργεί και προς όφελος και για την προστασία όλων των μερών στην αγωγή - The Law relating to Receivers, Managers and Administrators, Hubert Picarda, 4η έκδοση, σελ.
  3. Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο διόρισε τον κ. Δήμο Κάτση, δικηγόρο και αδειούχο Σύμβουλο Αφερεγγυότητας, ως ενδιάμεσο Παραλήπτη. Ο κ. Κάτσης είχε προταθεί από την πλευρά του Ενάγοντος στο ανάλογο αιτητικό της υπό κρίση Αίτησης και με βάση τις ιδιότητες του το Δικαστήριο έκρινε τον κ. Κάτση ως κατάλληλο για διορισμό. Επί αυτού του θέματος άλλωστε το Δικαστήριο παρατηρεί πως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αναφέρεται πως ο διορισμός ως Παραλήπτη Κύπριου δικηγόρου ο οποίος δεν έχει γνώσεις για το Ρωσικό δίκαιο το οποίο διέπει τη λειτουργία της Εναγομένης 4 ούτε και για τη Ρωσική αγορά όπου η Εναγομένη 4 δραστηριοποιείται δεν μπορεί να είναι ωφέλιμος. Επίσης προβάλλεται ο ισχυρισμός πως αυτός ο διορισμός θα είναι καταστροφικός για την εταιρεία εφόσον ο Παραλήπτης δεν έχει γνώσεις για τη λειτουργία, διεύθυνση και οργάνωση Ρωσικής εταιρείας όπως η Εναγομένη 4, η οποία, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, ασχολείται με την ανάπτυξη και παραγωγή χημικών προσθέτων στα φαγητά. Όπως φαίνεται από το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο ενέκρινε αίτημα του Ενάγοντος για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, με τη σύμφωνη γνώμη του δικηγόρου των Εναγομένων. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση επισυνάφθηκε η ένορκη δήλωση του ενδιάμεσου Παραλήπτη ημ. 23.10.15, η οποία καταχωρίστηκε από τον τελευταίο προς συμμόρφωση με τις οδηγίες του Δικαστηρίου οι οποίες περιλαμβάνονται στο διάταγμα διορισμού του. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν με τη σειρά τους απαντητική συμπληρωματική ένορκη δήλωση, κατόπιν και πάλι άδειας του Δικαστηρίου και με τη σύμφωνη γνώμη της άλλης πλευράς. Είναι γεγονός ότι η συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Ενάγοντος καταχωρίστηκε κατόπιν της συγκατάθεσης του δικηγόρου των Εναγομένων ο οποίος δήλωσε επίσης ότι η συγκατάθεση του δίδετο για σκοπούς εξοικονόμησης χρόνου και επίσπευσης της διαδικασίας ακρόασης της Αίτησης. Ακόμα και με αυτά τα δεδομένα, ο ισχυρισμός στην απαντητική συμπληρωματική ένορκη δήλωση των Εναγομένων ότι δεν αποκαλύπτεται καλός λόγος για την καταχώριση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του Ενάγοντος δεν μπορεί να προβάλλεται εκ των υστέρων. Εν πάση περιπτώσει επισημαίνεται πως η καταχώριση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του Ενάγοντος καταχωρίστηκε κατόπιν της έγκρισης του Δικαστηρίου το οποίο θεώρησε το αίτημα δικαιολογημένο. Είναι απολύτως ορθή η θέση των Εναγομένων ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να λάβει υπόψιν μαρτυρία από την πλευρά του Ενάγοντος, παρά μόνο αυτή που περιέχεται στην αρχική ένορκη δήλωση της Αίτησης, για σκοπούς διατήρησης σε ισχύ των προσωρινών διαταγμάτων. Είναι σαφές από την πιο πάνω ανάλυση ότι το Δικαστήριο περιορίστηκε αποκλειστικά σε αυτή τη μαρτυρία. Τονίζεται δε πως το θέμα που τώρα εξετάζεται είναι μόνο η καταλληλότητα του ενδιάμεσου Παραλήπτη, και εφόσον αυτός υπέβαλε ήδη ένορκη δήλωση το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να ανατρέξει σε αυτήν, πάντοτε για σκοπούς απόφασης περί της καταλληλότητας του ή όχι. Με βάση όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της υπό κρίση Αίτησης αλλά και από τον ίδιο τον Παραλήπτη στη δική του ένορκη δήλωση, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι αυτός, λόγω της ιδιότητας αλλά και της εμπειρίας που διαθέτει, είναι κατάλληλος για διορισμό. Ειδικότερα το Δικαστήριο στηρίζεται στην επαγγελματική του ιδιότητα αλλά και στην εμπειρία του σε θέματα εταιρικού δικαίου, διαχείρισης εταιρειών και αναδιοργάνωσης εταιρειών, και κυρίως στις γνώσεις του για το Ρωσικό εταιρικό δίκαιο και τον τρόπο διαχείρισης Ρωσικών εταιρειών. Περαιτέρω είναι ενεργά αναμεμειγμένος σε δικαστικές διαφορές που αφορούν μετόχους και ή μεταξύ μετόχων. Επίσης διδάσκει σε Πανεπιστημιακό Ίδρυμα στη Μόσχα και έχει συνάψει συμφωνίες με Ρώσους δικηγόρους για την παροχή συμβουλών σε θέματα Ρωσικού δικαίου. Αξίζει να σημειωθεί ακόμη πως ο κ. Κάτσης ταξιδεύει συχνά στη Ρωσία και έχει άδεια εισόδου πολλαπλής χρήσεως. Ως εκ τούτου ο κ. Κάτσης κρίνεται πως διαθέτει τα αναγκαία εφόδια για τον διορισμό του για τον συγκεκριμένο σκοπό. Οι Εναγόμενοι μέσω της συμπληρωματικής ένορκης τους δήλωσης, εγείρουν διάφορα ζητήματα, σχολιάζοντας το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Παραλήπτη αφήνοντας να νοηθεί πως βασικά αυτός δεν ενήργησε με τον δέοντα τρόπο και ή πως παραπλανεί το Δικαστήριο αναφορικά με τα γεγονότα. Είναι δε η εισήγηση του δικηγόρου των Εναγομένων πως το Δικαστήριο θα πρέπει να ζητήσει εξηγήσεις από τον Παραλήπτη γι΄ αυτές τις ενέργειες του. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι επιφύλαξαν πλήρως τα δικαιώματα τους σε σχέση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Παραλήπτη και ή με τις πράξεις και ή παραλείψεις του σε σχέση με τον διορισμό του. Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι διατηρεί, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, την εξουσία να καλέσει τον Παραλήπτη «να παρέχει κάθε αναγκαία λεπτομέρεια και ή εξήγηση σε σχέση με τις ενέργειες ή παραλείψεις ενεργειών που ενδεχομένως να παρατηρηθούν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του», όπως ήδη αναφέρεται ρητώς και στο προσωρινό διάταγμα διορισμού του, και μάλιστα να τερματίσει τον διορισμό του και διορίσει άλλον Παραλήπτη εις αντικατάσταση του πρώτου. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα The Law relating to Receivers, Managers and Administrators, Hubert Picarda, 4η έκδοση, σελ.
  4. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο κ. Κάτσης είναι κατάλληλο πρόσωπο για τον διορισμό του και ότι σε αυτό το στάδιο δεν καθίσταται σκόπιμη η εξέταση των υπολοίπων θεμάτων τα οποία εγείρονται αναφορικά με το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης, εφόσον αυτό μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο είτε αυτεπαγγέλτως - εάν κριθεί αναγκαίο - είτε και κατόπιν αίτησης οποιασδήποτε πλευράς. XI. Οριστικοποίηση των Εκδοθέντων Προσωρινών Διαταγμάτων και Έγκριση του Υπόλοιπου Μέρους της Αίτησης Το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί πως δικαιολογείται η οριστικοποίηση των εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων. Μέρος του αιτητικού της υπό κρίση Αίτησης δεν εγκρίθηκε μονομερώς και το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση του. Αυτό αφορά μόνο μέρος του αιτητικού του διορισμού Παραλήπτη και ειδικότερα κάποιες εξουσίες του. Το εκδοθέν διάταγμα που αφορά τον διορισμό ενδιάμεσου Παραλήπτη παρέχει σε αυτόν βασικά τις ακόλουθες εξουσίες: (i) Να προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για να λάβει από τους αξιωματούχους και ή τους αντιπροσώπους των Εναγομένων 1 και 4 πλήρη πρόσβαση σε όλα τα στοιχεία αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία, χρέη, υποχρεώσεις και εταιρικά θέματα τους ώστε να δύναται να ασκήσει τα καθήκοντα του, (ii) Να ενεργεί ως ενδιάμεσος Παραλήπτης και ή Διευθυντής των επιχειρήσεων και ή τραπεζικών λογαριασμών και ή των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 1 και 4, με εξουσίες που θα διασφαλίζουν, μεταξύ άλλων, την εφαρμογή και ή υπακοή στα διατάγματα που έχουν εκδοθεί στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης. Ο Παραλήπτης δεν θα έχει καμίαν εξουσία αναφορικά με την Αγωγή 6769/14 και ή άλλη εκκρεμούσα διαδικασία στην Κύπρο και ή στην αλλοδαπή. (iii) Εξασκεί όλα τα δικαιώματα ψήφου και ή άλλα δικαιώματα των Εναγομένων 1 και 4 υπό την ιδιότητα τους ως μετόχων σε άλλα νομικά πρόσωπα με αποκλειστικό σκοπό τη μη αποξένωση και ή επιβάρυνση και ή μείωση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων των εν λόγω εταιρειών, (iv) Εξασκεί όλα τα δικαιώματα ψήφου και ή άλλα δικαιώματα των Εναγομένων 1 και 4 υπό την ιδιότητα τους ως μετόχων σε άλλα νομικά πρόσωπα κατά τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να θέσει υπό τον έλεγχο του τη διαχείριση και ή τη διεύθυνση των περιουσιακών στοιχείων των εν λόγω εταιρειών, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας να διορίσει και ή αντικαταστήσει όλα και ή οποιοδήποτε μέλος του διοικητικού τους συμβουλίου και ή οποιονδήποτε άλλο αξιωματούχο και ή αντιπρόσωπο τους, με μοναδικό σκοπό να προστατεύσει και ή διατηρήσει τα περιουσιακά στοιχεία των εταιρειών, (v) Συνεχίσει τις δραστηριότητες των Εναγομένων 1 και
  5. Είναι εμφανές ότι ο ενδιάμεσος Παραλήπτης έχει περιορισμένες εξουσίες οι οποίες αποσκοπούν μόνο στη διαφύλαξη των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 1 και
  6. Οι εξουσίες οι οποίες επιπλέον ζητούνται είναι όπως αυτός: α) Προβεί σε ενδελεχή έλεγχο των εταιρικών θεμάτων των Εναγομένων 1 και 4, β) Λάβει όλα τα αναγκαία δικαστικά διαβήματα είτε στην Κυπριακή Δημοκρατία είτε σε άλλο κράτος με σκοπό να προστατεύσει και ή ανακτήσει τα περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων 1 και 4, γ) Εργοδοτήσει και ή διορίσει οποιονδήποτε επαγγελματία στην Κύπρο και ή στο εξωτερικό όπως κρίνει αναγκαίο για να τον βοηθήσει στην εκτέλεση των καθηκόντων του, δ) Προβεί σε οποιοδήποτε άλλο διάβημα κρίνει αναγκαίο προς επικουρία της άσκησης των καθηκόντων του, ε) Θέσει υπό τον έλεγχο του τη διαχείριση και η διεύθυνση των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 1 και 4, και στ) Λάβει όλα τα αναγκαία διαβήματα για να αποτρέψει και ή διορθώσει οποιαδήποτε αλλαγή του μετοχικού κεφαλαίου και ή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των Εναγομένων 1 και
  7. Το Δικαστήριο θεωρεί πως οι εξουσίες οι οποίες έχουν ήδη παραχωρηθεί στον ενδιάμεσο Παραλήπτη είναι επαρκείς για τον περιορισμένο σκοπό του διορισμού του και για την πρόσδοση αποτελεσματικότητας στα εκδοθέντα διατάγματα. Οι εξουσίες που δεν έχουν εγκριθεί μονομερώς είτε διευρύνουν τις εξουσίες του Παραλήπτη πέραν του καθορισμένου σκοπού του διορισμού του (π.χ. ο έλεγχος των εταιρικών θεμάτων των εταιρειών, η λήψη δικαστικών μέτρων για ανάκτηση των περιουσιακών στοιχείων τους και η διόρθωση του μετοχικού κεφαλαίου τους) είτε δεν κρίνονται αναγκαίες για την πλήρη και ορθή άσκηση των εξουσιών του (π.χ. η εργοδότηση προσώπου). Επισημαίνεται επίσης πως τυχόν παροχή εξουσίας για πρόσληψη άλλων προσώπων θα προκαλέσει αύξηση του κόστους που συνεπάγεται ο διορισμός Παραλήπτη, στοιχείο το οποίο πάντοτε συνυπολογίζεται από το Δικαστήριο - βλ. BAT Industries Plc v. Windward Prospects Ltd (ανωτέρω), Jaber and others v. Science and Information Technology Ltd and others (ανωτέρω) και Commercial Injunctions, Steven Gee, 5η έκδοση, σελ. 462, παρ. 16.
  8. Τέλος μέρος των εν λόγω εξουσιών ήδη καλύπτεται από τις παραχωρηθείσες εξουσίες, π.χ. το να προβεί σε διάβημα υποβοηθητικό για την άσκηση των καθηκόντων του και λάβει τον έλεγχο της διαχείρισης των περιουσιακών στοιχείων των εταιρειών. Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως παρέχεται η δυνατότητα στον Παραλήπτη να αποταθεί προς το Δικαστήριο για οποιοδήποτε ζήτημα ήθελε προκύψει αναφορικά με την εκτέλεση των εξουσιών του. Επομένως, το Δικαστήριο θεωρεί πως δεν καθίσταται αναγκαία η έκδοση διαταγμάτων αναφορικά με το υπόλοιπο μέρος του αιτητικού που αφορά τις εξουσίες του ενδιάμεσου Παραλήπτη. XII. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι τα προσωρινά διατάγματα πρέπει να καταστούν απόλυτα. Ως εκ τούτου τα προσωρινά διατάγματα ημ. 17.9.15 καθίστανται απόλυτα. Τα αιτητικά υπό τις παρ. Β (v), (vi), (vii), (viii), (ix) και (xi) της Αίτησης απορρίπτονται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντος - Αιτητή και εναντίον των Εναγομένων - Καθ΄ ων η Αίτηση αλληλεγγύως και ή καχωρισμένως, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.