Χαράλαμπου Κύπρου Χωματένου υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Ελέγκως Κύπρου Χωματένου ν. Χριστάκη Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2270/2008, 22/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2270/2008 Μεταξύ: Χαράλαμπου Κύπρου Χωματένου υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Ελέγκως Κύπρου Χωματένου Ενάγοντος και
- Χριστάκη Γεωργίου
- Μελή Ιωάννου Κυριάκου
- Παναγιώτη Ιωάννου Κυριάκου
- Κώστα Ευσταθίου Λουκά
- Γεωργίου Μιχαήλ Κίκα
- Ειρήνης Σπύρου Γρούτα
- Μάριου Γεωργίου Κουπεπίδη
- Παναγιώτη Νικολάου Σάββα Εναγομένων Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 19.1.2010 Μεταξύ: Χαράλαμπου Κύπρου Χωματένου υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Ελέγκως Κύπρου Χωματένου Ενάγοντος Και
- Χριστάκη Γεωργίου
- Μελή Ιωάννου Κυριάκου
- Παναγιώτη Ιωάννου Κυριάκου
- Κώστα Ευσταθίου Λουκά
- Γεωργίου Μιχαήλ Κίκα
- Ειρήνης Σπύρου Γρούτα
- Μάριου Γεωργίου Κουπεπίδη
- Σωτήτη Νικολάου υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του Παναγιώτη Νικολάου Σάββα Εναγομένων Ημερομηνία: 22 Ιανουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Μ. Κυριακίδης Για Εναγόμενο 1: κ. Χ Τσαγγαρός Για Εναγόμενο 2: Καμία Εμφάνιση Για Εναγόμενο 3: κα Σ. Ανδρέου Για Εναγόμενο 4: κ. Σ. Καραολής Για Εναγόμενο 5: κ. Π. Λάμνησος Για Εναγόμενο 7: κα Ζ. Σουρουλλά Για Εναγόμενο 8: κ. Κ. Παπαϊωάννου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση ο Ενάγοντας - Αιτητής ζητά άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρήσει δύο συμπληρωματικές Ένορκες Δηλώσεις Αποκάλυψης Εγγράφων σε σχέση με έγγραφα που περιήλθαν στην κατοχή του δικηγόρου του κ. Ανδρέα Μαθηκολώνη στην αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με αρ. 221/10 καθώς και προς συμπλήρωση στοιχείων σε έγγραφα που λόγω αβλεψίας δεν συμπεριλήφθηκαν και διόρθωση δακτυλογραφικών λαθών που έγιναν στην πρώτη Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης Εγγράφων ημερομηνίας 8.1.2014 Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.Θ. 1 και 2, Δ.28 Θ.Θ. 1 και 4, Δ.57 Θ.2, επί των Συμφυών Εξουσιών του Δικαστηρίου να ρυθμίζει την ενώπιον του διαδικασία και επί του αρ. 30 3(β) και (γ) του Συντάγματος. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η Αίτηση, εμφαίνονται στην επισυνημμένη Ένορκη Δήλωση του Χαράλαμπου Χωματένου ημ. 18.12.2015 και στο φάκελο της υπόθεσης. Παραθέτω συνοπτικά το ιστορικό στην διαδικασία που οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Στις 19.10.2012 εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο ο Ενάγοντας διατάχθηκε να προβεί σε ένορκη αποκάλυψη όλων των εγγράφων τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της αγωγής και τα οποία ευρίσκονται στην κατοχή και/ή την φύλαξη του εντός 30 ημερών από την επίδοση του διατάγματος. Το διάταγμα επιδόθηκε αλλά ο Ενάγοντας δεν συμμορφώθηκε εντός του καθορισθέντος χρόνου. Ακολούθησε η καταχώριση εκ μέρους του Ενάγοντος αίτησης ημερομηνίας 7.11.2013 με την οποία ο Ενάγοντας ζήτησε επέκταση του χρόνου καταχώρισης Ένορκης Δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων. Η Αίτηση εγκρίθηκε και ο χρόνος επεκτάθηκε για 30 ημέρες από 17.12.
- Τελικά η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων καταχωρήθηκε εντός της πιο πάνω προθεσμίας, ήτοι στις 8.1.
- Σε αυτή αποκαλύπτονται μεταξύ άλλων, 8 αντίγραφα πληρεξουσίων εγγράφων εκ των οποίων τα 7 ταυτοποιούνται με αριθμούς ενώ το ένα δεν φέρει οποιοδήποτε διακριτικό γνώρισμα. Στην ίδια ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων αποκαλύπτονται 2 πρωτότυπα πληρεξούσια, το ένα χωρίς στοιχεία ταυτοποίησης και το άλλο με ημ. 11.10.
- Η ακροαματική διαδικασία βρισκόταν σε εξέλιξη και ενώ κατέθετε ο πρώτος μάρτυρας του Ενάγοντος (Μ.Ε. 1) υπάλληλος του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, επιχειρήθηκε από την πλευρά του Ενάγοντος να κατατεθούν ως τεκμήρια κάποια πληρεξούσια έγγραφα. Η κατάθεση των εν λόγω εγγράφων προσέκρουσε στην Ένσταση κάποιων εκ των Εναγομένων τους οποίους τα προς κατάθεση έγγραφα φαίνεται ότι αφορούσαν. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση από έδρας, δεν επέτρεψε την κατάθεση των εν λόγω εγγράφων καθότι δεν αποκαλύπτονταν με την Ένορκη Δήλωση αποκάλυψης εγγράφων που ο Ενάγοντας κατέθεσε στο Δικαστήριο στις 8.1.
- Η κυρίως εξέταση του Μ.Ε.1 ούσα μακροσκελής δεν ολοκληρώθηκε σε μια δικάσιμο. Η υπόθεση αναβλήθηκε για συνέχιση της ακρόασης και ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Μ.Ε. 1 σε άλλη ημερομηνία. Ο Ενάγοντας προφανώς για να επιχειρήσει εκ νέου να καταχωρήσει τα σχετικά τεκμήρια προχώρησε σε καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων χωρίς προηγουμένως να λάβει σχετική άδεια από το Δικαστήριο. Με ενδιάμεση απόφαση του ημ. 15.12.2015, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι οι συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν στο φάκελο του Δικαστηρίου χωρίς άδεια, καταχωρήθηκαν παράτυπα και ως εκ τούτου δεν θα λαμβάνονταν υπόψη. Την ίδια ημέρα ο δικηγόρος του Ενάγοντα, υπέβαλε αίτημα αναβολής της περαιτέρω ακρόασης της αγωγής, με σκοπό την υποβολή αίτησης για άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την καταχώρηση δύο συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης εγγράφων και διόρθωσης των λαθών και παραλείψεων στην πρώτη ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων ημ. 8.1.
- Το αίτημα εγκρίθηκε έτσι καταχωρήθηκε η υπό κρίση Αίτηση. Ο Ενόρκως Δηλών προς υποστήριξη της Αίτησης παρουσιάζει ως τεκμήρια Α και Β δύο Συμπληρωματικές Ένορκες Δηλώσεις Αποκάλυψης Εγγράφων. Η πρώτη (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α) αφορά έγγραφα τα οποία περιήλθαν στην κατοχή του δικηγόρου του κ. Ανδρέα Μαθηκολώνη στην αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με αρ. 221/10, μετά την πρώτη Ένορκη Δήλωση Αποκαλύψεις Εγγράφων ημ. 8.1.
- Η δεύτερη (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β) αφορά συμπλήρωση στοιχείων εγγράφων που εξ αβλεψίας παραλείφθηκαν και διόρθωση δακτυλογραφικών λαθών αναφορικά με τον προσδιορισμόν εγγράφουν που περιλαμβάνονται στην πρώτη Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης Εγγράφουν ημ. 8.1.
- Ο Ενάγοντας αναφέρει επίσης ότι το κύριο επίδικο θέμα της παρούσας αγωγής είναι το κύρος των μεταβιβάσεων του μεριδίου της αποθανούσας Ελέγκως Χωματένου επί των κτημάτων της τα οποία αναφέρονται στην Έκθεση Απαιτήσεως. Το κύρος αυτών θα εξαρτηθεί από το κύρος των πληρεξουσίων τα οποία φέρουν την ιδιοκτήτρια Ελέγκω Χωματένου να πληρεξουσιοδότησε τον Εναγόμενο 1 να μεταβιβάσει τα μερίδια της και των οποίων αμφισβητεί τη γνησιότητα ισχυριζόμενος πλαστογραφία της υπογραφής της. Υποστηρίζει ότι όλα τα έγγραφα τα οποία ζητεί να αποκαλύψει είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα του κύρους των πληρεξουσίων και της πλαστογράφησης της υπογραφής της Ελέγκως Χωματένου. Ειδικότερα με την πρώτη εκ των ενόρκων δηλώσεων που ο Ενάγοντας προτίθεται να καταχωρήσει θέλει να αποκαλύψει 2 εκθέσεις του γραφολόγου της Αστυνομίας Ελευθέριου Χριστοδούλου, μια αστυνομική Έκθεση ημ. 2.4.2014 υπογεγραμμένη από τον Γιώργο Τρυφωνίδη, Ανώτερο Αστυνόμο, φωτοαντίγραφα δειγμάτων υπογραφής του Εναγομένου 1, φωτοαντίγραφο καταθέσεων του Εναγομένου 1 στην Αστυνομία, φωτοαντίγραφο καταθέσεων στην Αστυνομία του πιστοποιούντος υπαλλήλου Ελευθέριου Γαληνιώτη, φωτοαντίγραφα τριών πληρεξουσίων ημ. 15.11.1982 δοθέντων υπό της Ελέγκως Χωματένου στο σύζυγο της Κύπρο Χωματένο τα οποία χρησιμοποιήθηκαν στις μεταβιβάσεις ακινήτων με αρ. φακέλου Π. 8542/82, Π 8543/82 και Π. 8546/82, φωτοαντίγραφα εγγράφων με την υπογραφή της Ελέγκως Χωνατένου και φωτοαντίγραφο σημειώσεων του γραφολόγου Ελευθέριου Χριστοδούλου. Με τη δεύτερη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης Εγγράφων, επιχειρείται η συμπλήρωση στοιχείων σε έγγραφα τα οποία αποκαλύπτονται στην πρώτη Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης εγγράφων ημ. 8.1.2015 που είτε παραλείφθηκαν εξ αβλεψίας είτε παραποιήθηκαν λόγω δακτυλογραφικών λαθών, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να προσδιοριστούν ούτε να ταυτοποιηθούν με τα έγγραφα που έχει πρόθεση να παρουσιάσει κατά την δίκη. Τα λάθη έγιναν, όπως αναφέρει, είτε λόγω εξ αριθμού κάποιων πληρεξουσίων είτε εξ αβλεψίας και λάθους κατά τη δακτυλογράφηση. Όλοι οι Εναγόμενοι και ο κάθε ένας από αυτούς ξεχωριστά καταχώρησαν Ένσταση στην Αίτηση. Τις έχω μελετήσει στο σύνολο τους. Συνοψίζω πιο κάτω τους λόγους Ένστασης όπως προκύπτουν από αυτές.
- Η υπό εξέταση αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και/ή λανθασμένη.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Η αίτηση έχει καταχωρηθεί σε καθυστερημένο στάδιο και/ή είναι καταχρηστική και/ή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας χωρίς να δοθεί οποιοσδήποτε ικανοποιητικός λόγος για την καθυστέρηση αυτή.
- Δεν αποκαλύπτεται βάσιμος και/ή εύλογος λόγος και/ή καλός λόγος για να δοθεί σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας άδεια για καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης Αποκάλυψης Εγγράφων.
- Ο Αιτητής δεν αποκάλυψε όλα τα γεγονότα και/ή εσκεμμένα απέκρυψε γεγονότα.
- Η αίτηση είναι παραπλανητική και ανεπίτρεπτη ένεκα του γεγονότος ότι επιχειρείται έντεχνα να επιτραπεί η εισαγωγή νέων έγγραφων τα οποία δεν σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση και/ή ούτε δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης του Αιτητή.
- Τα έγγραφα που επιχειρούνται να αποκαλυφθούν δεν δημιουργήθηκαν μετά την έκδοση του πρώτου διατάγματος αποκάλυψης εγγράφων και/ή ούτε προσδιορίζει ο Αιτητής πότε περιήλθαν στην κατοχή του.
- Η αίτηση παραβιάζει το άρθρο 30 του Συντάγματος και ως εκ τούτου δεν είναι ορθό και δίκαιο να δοθεί η αιτούμενη άδεια.
- Η Αίτηση είναι καταχρηστική και/ή γίνεται με κακή πίστη, καθώς επιδιώκει να καταλάβει τους Καθ' ων η Αίτηση εξ απρόοπτου.
- Υπό τις περιστάσεις δεν είναι εύλογο και/ή δίκαιο να εκδοθεί η αιτούμενη άδεια.
- Το αιτούμενο διάταγμα αναφορικά με την δεύτερη Ένορκη Δήλωση δεν μπορεί να εκδοθεί λόγω δεδικασμένου.
- Η Γενική Αποκάλυψη Εγγράφων δεν γίνεται στη μορφή που προνοείται στην Δ.28, Κ.
- Δηλαδή πρέπει να έχει δύο παραρτήματα Μέρος Α και Μέρος Β ως ο σχετικός τύπος 22 που προνοείται από την Δ.28 Κ2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όλες οι Ενστάσεις συνοδεύονται από Ένορκες Δηλώσεις το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει και εάν χρειαστεί θα αναφερθώ σε ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται σε αυτές στην συνέχεια της απόφασής μου. Η Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση στις 7.1.2015 κατά την οποία οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν αναπτύσσοντας τις αντίστοιχες θέσεις τους τις οποίες έχω επίσης μελετήσει. Καμιά πλευρά δεν ζήτησε την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με τη νομολογία, η αποκάλυψη εγγράφων δυνάμει της Δ.28 θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο δύναται να εξετάσει το θέμα μέσω των δικογράφων, ενόρκων δηλώσεων ή και οποιασδήποτε διαδικασίας μέσα στην ίδια την αγωγή και εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Όπως έχει υποδειχθεί η αποκάλυψη εγγράφων έχει ως σκοπό τη λήψη πληροφοριών και την παρουσίαση εγγράφων που έχουν σχέση με την αντιδικία των μερών για την προετοιμασία της ακρόασης. Συνήθως ζητείται μετά το κλείσιμο της δικογραφίας οπότε τα επίδικα θέματα θα έχουν καθοριστεί με ακρίβεια. Επιπλέον στοχεύει στην ορθή παρουσίαση της υπόθεσης, την αποφυγή αχρείαστων εξόδων και την αποτροπή αιφνιδιασμού κατά την διάρκεια της δίκης. Με άλλα λόγια η αποκάλυψη εγγράφων συμβάλλει στην δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Για αυτόν ακριβώς το λόγο η νομολογία έχει υποδείξει ότι το Δικαστήριο θα αρνηθεί να εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων αν κρίνει ότι δεν είναι αναγκαίο για τη δίκαιη επίλυση της εκδίκασης της υπόθεσης για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας. (βλ. Τηλλυρή ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2271). Η Δ.28 Θ.3. προνοεί ότι ο διάδικος ο οποίος διατάχθηκε να αποκαλύψει έγγραφα δεν το πράξει τότε δεν θα μπορεί να χρησιμοποιήσει έγγραφο το οποίο δεν αποκάλυψε ως μαρτυρία εκτός εάν δώσει επαρκή αιτιολογία στο Δικαστήριο για την παράλειψη. Έχει υποδειχθεί ότι η υποχρέωση αποκάλυψης συνεχίζεται μέχρι και την ολοκλήρωση της δίκης. Στην Αγγλική απόφαση Vernon v. Bosley (Νο. 2)
(1997)1 All E.R. 614 αναφέρεται ότι υπάρχει συνεχής και αδιάκοπη υποχρέωση των διαδίκων και των δικηγόρων τους να αποκαλύπτουν τα έγγραφα που έχουν στην κατοχή τους έστω και αν αυτά έχουν ξεχαστεί ή αγνοηθεί, ή υποτίθεται πως δεν υπήρχαν εξ αρχής. Σε σχέση με ξεχασμένα έγγραφα γίνεται παραπομπή στην Mitchell v. Darley Μain Colliery Co
(1884)1 Cab & EL 215 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα στις σελ. 216 -217: "Now, in my opinion, a party, who, after filing an affidavit of documents, discovers a document of which his opponent has a right to inspection, but which is not disclosed in the schedule because it has been forgotten, or overlooked, or supposed not to exist, is bound to inform his opponent of the discovery either by a supplementary affidavit, which I think is the proper course, or at least by notice; and he has no right to keep back all knowledge of the newly - discovered document simply because he has not aware of it at the time he swore his affidavit in obedience to the order for discovery. To keep back under such circumstances a document known to be material would, in my opinion, amount to a reprehensible want of frankness, and if by reason of such conduct, unnecessary expense is entailed upon the party entitled to discovery, such unnecessary expense ought to be visited upon the party who ought to give it." Στην ίδια απόφαση γίνεται αναφορά στο The Supreme Court Practice 1987, Vol.1 para. 24/1/2 όπου αναφέρονται τα εξής: «Continuing obligation to give discovery - Although one reading of O.24, r.1 may suggest that discovery need be given only of documents which have come into a party´s possession before the date of his list of documents, this is not the limit of a party´s obligation to give discovery imposed by the rule. The obligation is general, and requires the disclosure of all relevant documents whenever they may come into a party´s possession. This requirement is supported by the linked principle that a party must not seek to take his opponent by surprise (cf. O.18, rr.8 and 9) and that he must not, by withholding relevant documents, mislead his opponent or the Court into believing that the statement in his list that he has given full discovery continues to be true.» Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3rd Edition, Volume 12 στη σελ. 30 στο κεφάλαιο" Disclosure of Documents" παρ. 43 αναφέρονται τα ακόλουθα: 43. Subsequent discovery of the other document. If after the affidavit of documents has been filed a document is discovered of which the opposite party has a right to have inspection, it is the duty of the party filing the affidavit to give information to his opponent of the fact, either by supplementary affidavit or by notice." Όπως αναφέρεται στο Annual Practice 1958 σελ. 713-714 και 716, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να απαιτήσει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων υπό τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στην Αγωγή Ναυτοδικείου Oscar Shipping PTE Ltd v. Του φορτίου επί του Πλοίου Asphodel (Αρ. 2),
(2012)1 Α.Α.Δ. 2771 o Κραμβής Δ. επανέλαβε την γενική αρχή ότι από τη στιγμή που εκδόθηκε διαταγή αποκάλυψης εγγράφων, η υποχρέωση της αποκάλυψης είναι γενική και δεν περιορίζεται μόνο στα έγγραφα που έχουν αρχικά αποκαλυφθεί αλλά επεκτείνεται και σ' εκείνα που μετέπειτα περιέρχονται στην κατοχή του διάδικου που υπέχει την υποχρέωση. Απέρριψε όμως την Αίτηση των Εναγόντων να καταχωρήσουν περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων. Και τούτο διότι η Αίτηση είχε υποβληθεί μετά την έναρξη της ακρόασης επί της ουσίας της υπόθεσης και προτού κλείσει η υπόθεση των εναγόντων. Λέχθηκε ότι η αίτηση θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα αν η υπό κρίση αίτηση υποβαλλόταν στα αρχικά στάδια της ακροαματικής διαδικασίας και όχι σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας. Στην υπόθεση Δ. Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 2)
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 798) λέχθηκε ότι η τμηματική αποκάλυψη εγγράφων δεν είναι ενδεδειγμένη ή πρόσφορος για σκοπούς της εύρυθμης λειτουργίας της διαδικασίας. Τούτο όμως λέχθηκε υπό διαφορετικά δεομένα. Σε εκείνη την περίπτωση οι εφεσείοντες είχαν καταχωρήσει μια αίτηση με την οποία ζητούσαν από τους αντιδίκους αποκάλυψη κάποιων λογαριασμών. Στην συνέχεια απέσυραν την εν λόγω Αίτηση και μετά από κάποιο χρονικό διάστημα καταχώρησαν νέα αίτηση με την οποία ζητούσαν αποκάλυψη λογαριασμών το σύνολο σχεδόν των οποίων εζητείτο αποκάλυψη εκαλύπτετο από την προηγούμενη αίτηση. Προέκυπτε επομένως κατάχρηση της διαδικασίας. Στην παρούσα περίπτωση τα πράγματα διαφοροποιούνται. Κατ΄αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι στην παρούσα περίπτωση σε αντίθεση με την Λούκος (ανωτέρω) είναι ο διάδικος που κατέχει τα έγγραφα, που επιθυμεί να προβεί σε περαιτέρω αποκάλυψη και όχι ο αντίδικος του. Όπως ήδη αναφέρθηκε με παραπομπή σε νομολογία και συγγράμματα, είναι υποχρέωση του να το πράξει, από την στιγμή που έχει πλέον στην κατοχή του έγγραφα. Δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε κακοπιστία στην πρόθεσή του ούτε διαπιστώνω κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Υπάρχει όντως κάποια κατακριτέα καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης, όχι όμως τέτοιας έκτασης που να καταδυκνύει πρόθεση κακοπιστίας εκ μέρους του Ενάγοντα. Σε κάθε περίπτωση ο Ενάγοντας στην Ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι τα έγγραφα αυτά περιήλθαν στην κατοχή του μετά την καταχώριση της πρώτης Ένορκης Δήλωσης στις 8.1.
- Δεν ζητήθηκε η αντεξέτασή του σε σχέση με αυτό τον ισχυρισμό. Ούτε ζητήθηκε η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα σε σχέση με δακτυλογραφικά λάθη και/ή λάθη λόγω δυσανάγνωστων αριθμών κάποιων εγγράφων των οποίων επιχειρείται η διόρθωσή τους ώστε να περιγράφονται με σαφήνεια. Επισημαίνω επίσης ότι ουδείς εκ των Εναγομένων δεν είχε ζητήσει την επιθεώρηση των εγγράφων που είχαν αποκαλυφθεί με την ένορκη δήλωση ημερομηνίας 8.1.
- Είναι θεωρώ, το λιγότερο υπερβολική η θέση των Εναγομένων ότι με την επιδιωκόμενη διόρθωση θα καταληφθούν εξ απροόπτου, ειδικά δε σε σχέση με τα έγγραφα των οποίων επιχειρείται η διόρθωση στην περιγραφή. Εξ άλλου η ανάγκη για ορθή περιγραφή προκύπτει ακριβώς για να μπορούν τα έγγραφα να ταυτοποιηθούν σε περίπτωση που ζητηθεί η προσκόμιση τους προς επιθεώρηση. Παραπέμπω σχετικά στο σύγγραμμα Annual Practice 1958 σελ. 716 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Sufficient Description of Documents.—It is sufficient if the documents are described in such a manner as to enable production, if ordered, to be enforced (Taylor v. Batten, 4 Q. B. D. pp. 87, 88; Budden v. Wilkinson, [1893] 2 Q. B. 432).» Από την στιγμή που δεν ζητήθηκε ποτέ η προσκόμιση των εν λόγω εγγράφων προς επιθεώρηση δεν βλέπω πως επηράζονται τα δικαιώματα των Εναγομένων σε σχέση με την διόρθωση της περιγραφής των εγγράφων. Ούτε αναφέρεται κάτι απτό στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις Ενστάσεις. Γενικά δεν έχω πεισθεί ότι οι Εναγόμενοι καταλαμβάνονται εξ απροόπτου. Η ακρόαση έχει μεν ξεκινήσει, βρίσκεται όμως σε αρχικό στάδιο. Σε σχέση με τον λόγο Ένστασης ότι τα έγγραφα δεν είναι σχετικά, υπενθυμίζω ότι το διάταγμα αποκάλυψης που είχε εκδοθεί αρχικά ήταν γενικό. Εναπόκειτο στον Ενάγοντα να επιλέξει ποια έγγραφα θα αποκαλύψει ώστε να επιχειρήσει να τα καταθέσει στην δίκη. Το γεγονός ότι κάποια έγγραφα αποκαλύπτονται σε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων κατόπιν γενικού διατάγματος αποκάλυψης δεν σημαίνει ότι τα έγγραφα τούτα είναι κατ΄ ανάγκη σχετικά. Η σχετικότητα τους και κατ' επέκταση η δεκτότητα τους ως μαρτυρία θα κριθεί κατά το στάδιο που θα επιχειρηθεί (αν επιχειρηθεί) η κατάθεση τους στην δίκη. Εν πάση περιπτώσει ο Ενάγοντας προτάσσει κάποιους ισχυρισμούς στην ένορκη του δήλωση που καταδεικνύουν εκ πρώτης όψεως σχετικότητα με τα επίδικα θέματα και δη το θέμα του κύρους των πληρεξουσίων εγγράφων. Το Δικαστήριο θα ακούσει οποιεσδήποτε ενστάσεις επί της σχετικότητας των εν λόγω εγγράφων στο κατάλληλο στάδιο. Εν συντομία αναφέρω επίσης, ότι στην παρούσα περίπτωση δεν προκύπτει θέμα δεδικασμένου. Ούτε έχει εξεταστεί αίτημα αυτής της φύσης σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας ώστε να προκύπτει θέμα κατάχρησης της διαδικασίας. Εξ άλλου επισημαίνω ότι νομολογία έχει υποδείξει ότι η απόρριψη μιας ενδιάμεσης αίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τελική και ως εκ τούτου η καταχώριση νέας δεν μπορεί να προσκρούσει στην αρχή του δεδικασμένου. (βλ. Recnex Trading Ltd κ.ά. ν. Τράπεζα Πειραιώς Κύπρου Λτδ., ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολ. Έφεση 71/11, ημερ. 16.4.2014). Σε σχέση με τον λόγο Ένστασης ότι η αίτηση δεν στηρίζεται σε ορθή δικονομική βάση θεωρώ ότι δεν μπορεί να ευσταθήσει. Η αίτηση στηρίζεται στην Δ.28.Θ.1 στη βάση της οποίας έχει εκδοθεί το αρχικό διάταγμα ένορκης αποκάλυψης εγγράφων από το οποίο πηγάζει και η συνεχής υποχρέωση του Ενάγοντος για αποκάλυψη. Επίσης η Αίτηση στηρίζεται στην Δ.57 Θ.2 ακριβώς διότι η παρούσα περίπτωση αφορά παράταση του χρόνου συμμόρφωσης προς το διάταγμα γενικής αποκάλυψης το οποίο είχε εκδοθεί. Δεν έχει σημασία εάν οι προτιθέμενες να καταχωρηθούν ένορκες δηλώσεις ονομάζονται «συμπληρωματικές» ή «περαιτέρω αποκάλυψη». Η ουσία είναι ότι πρόκειται για επέκταση του αρχικού χρόνου που είχε τεθεί για γενική αποκάλυψη. Εν όψει όλων των πιο πάνω και από τη στιγμή που η ακρόαση της παρούσας υπόθεσης βρίσκεται ακόμα σε αρχικά στάδια δεν βλέπω με ποιο τρόπο η έγκριση του Αιτήματος του ενάγοντος θα βλάψει δυσμενώς τα συμφέροντα των Εναγομένων. Απεναντίας κρίνω ότι ο Ενάγοντας θα μπορέσει να υπερπηδήσει τον σκόπελο της Δ.
- Θ.3 ώστε να μπορέσει να παρουσιάσει ή τουλάχιστον να επιχειρήσει να παρουσιάσει την υπόθεσή του κατά το στάδιο της ακρόασης με την μέγιστη δυνατή κατά την κρίση του πληρότητα. Δεν μπορώ να του αποστερήσω αυτή την δυνατότητα. Η έγκριση του Αιτήματος θεωρώ ότι θα είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής δικαιοσύνης και εντός των πλαισίων του άρθρου 30 του Συντάγματος. Κάτω από τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης καταλήγω ότι πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έγκρισης του Αιτήματος. Σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι η Αποκάλυψη Εγγράφων δεν γίνεται στη μορφή που προνοείται στην Δ.28, Θ.2 αρκεί να πω ότι όπως φαίνεται και από τα συγγράμματα που παρέθεσα πιο πάνω η περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων μπορεί να γίνει ακόμα και με ειδοποίηση. (either by a supplementary affidavit, .. or at least by notice). Το σημαντικό είναι τα έγγραφα τα οποία αποκαλύπτονται να μπορούν να αναγνωρισθούν. Συνεπώς ούτε ο λόγος αυτός μπορεί να ευσταθήσει. Τελειώνω με ένα απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση του εντίμου Π.Ε.Δ. Ν. Σάντη σε ενδιάμεση αίτηση στην αγωγή αρ. 1421/11,Μιχαήλ Χαραλάμπους κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (για Υπουργείο Αμυνας και Αστυνομίας) ημερομηνίας 26.11.2015 που αφορούσε αίτημα παρόμοιο με το υπό εξέταση. Το παραθέτω αυτούσιο: «Θέλω, ως κατακλείδα, να υπογραμμίσω τα ακόλουθα. Στην Kipagrotiki Ltd ν Σάββα
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1610 - που και αυτή αφορούσε σε αποκάλυψη εγγράφων - το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε στο τέλος της απόφασης και τα ακόλουθα που θα έπρεπε πιθανώς να αποτελούσαν το φάρο των διαδίκων και στη σημερινή διαδικασία. Τονίστηκε λοιπόν από το Εφετείο, πως: «η εντύπωση μας τελικά είναι πως ένα απλό ζήτημα που θα μπορούσε να είχε αντιμετωπιστεί κατά τρόπο πρακτικό και δίκαιο με στοιχειώδη συνεννόηση, περιεπλάκη αχρείαστα». Αυτή η υπογράμμιση θα μπορούσε να τύχει και κάποιας ευρύτερης προέκτασης. Δεν θα ήταν άτοπο να καταγράψει κανείς πως έχουμε πλέον ξεφύγει από τα δικονομικά στεγανά που χαρακτήριζαν τις δικαστικές διαδικασίες παλαιότερων εποχών και των οποίων χαρακτηριστικό ήταν η υιοθέτηση τακτικών αιφνιδιασμού των αντιδίκων (trial by ambush), παρά η ελαστικότερη αντίκριση που τωρινά εφαρμόζεται (συνήθως), όπου οι διάδικοι ανοίγουν τα χαρτιά τους από πολύ νωρίς (cards on the table), δίχως εμπλοκή σε δικονομικού τύπου παρελκύσεις και αγκυλώσεις, εκτός των περιπτώσεων εκείνων βεβαίως που η αφοσίωση στη δικονομική αυστηρότητα προκύπτει ως εκ των πραγμάτων αδήριτος.» Εκδίδεται διάταγμα ως το αιτητικό (A) της αίτησης. Η περαιτέρω αποκάλυψη να γίνει μέχρι την 10.00 π.μ. της 25.1.2016. Την ίδια ημέρα να τεθούν τα έγγραφα στην διάθεση των Εναγομένων για επιθεώρηση. Αν και η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος δεν κρίνεται ικανή να οδηγήσει σε απόρριψη της Αίτησης, εντούτοις κρίνω ότι μπορεί να δικαιολογηθεί λόγω και του σταδίου στο οποίο υπεβλήθη το αίτημα η παρέκκλιση από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Επομένως διατάσσεται ο Ενάγοντας - Αιτητής να καταβάλει τα έξοδα της Αίτησης στους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Είναι πληρωτέα στο τέλος της Αγωγής. [Υπ.] Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο