Daya Nandani Gomis Papapetrou ν. Κυριάκος Κυριάκου, Αρ. Αγωγής: 3895/2014, 7/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Ρασπόπουλου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3895/2014 Μεταξύ: Daya Nandani Gomis Papapetrou Ενάγουσα και Κυριάκος Κυριάκου Εναγομένου Ημερομηνία: 7 Ιανουαρίου 2016 Για Εναγόμενο - Αιτητή κα Μ. Ραφαήλ για Ι. Φράγκος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση: κ. Μιχάλης Παρασκευάς ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με αίτηση ημερομηνίας 28.4.2015 ο Εναγόμενος - Αιτητής ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να παραμερίζεται (set aside) η απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του στις 7.4.
- Η αξίωση της Ενάγουσας αφορά αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας παρακαταθήκης ή/και καθήκοντος επιμέλειας. Ειδικότερα η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι παρέδωσε το αυτοκίνητο της στον Εναγόμενο για σκοπούς πώλησης ή/και εξεύρεσης αγοραστή και ο Εναγόμενος δεν το επέστρεψε, αφού μετά από φωτιά που ξέσπασε στο υποστατικό που ευρισκόταν, αυτό υπέστη εκτεταμένες ζημιές ή/και καταστράφηκε ολοκληρωτικά. Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 7.7.
- Ο Εναγόμενος καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης στις 18.9.
- Στις 21.10.2014 η Ενάγουσα καταχώρισε αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης του Εναγομένου να καταχωρίσει Υπεράσπιση, η οποία ορίσθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου την 21.11.
- Κατά την ως άνω ημερομηνία οι συνήγοροι του Εναγομένου εμφανιστήκαν και ζήτησαν χρόνο για καταχώριση υπεράσπισης και έτσι η Αίτηση ορίστηκε εκ νέου για οδηγίες την 22.1.
- Στις 22.1.2015 οι συνήγοροι του Εναγομένου εμφανίστηκαν και ζήτησαν εκ νέου χρόνο για καταχώριση υπεράσπισης, και η αγωγή ορίστηκε για απόδειξη την 26.02.2015 εκτός εάν καταχωρείτο υπεράσπιση μέχρι 24.2.
- Η υπεράσπιση δεν καταχωρήθηκε εντός του πιο πάνω χρόνου και έτσι στις 26.2.2015 ο Εναγόμενος, χωρίς την ένσταση της άλλης πλευράς ζήτησε και έλαβε περαιτέρω χρόνο για καταχώριση υπεράσπισης. Η αγωγή ορίστηκε εκ νέου για απόδειξη την 2.4.2015 με οδηγίες να καταχωρηθεί η υπεράσπιση μέχρι 30.3.
- Η υπεράσπιση δεν καταχωρήθηκε εντός της πιο πάνω προθεσμίας και έτσι στις 2.4.2015 η πλευρά της Ενάγουσας προχώρησε με απόδειξη της αγωγής η οποία ολοκληρώθηκε στις 7.4.2015 οπότε και παρουσιάστηκε συμπληρωματική Ένορκη δήλωση. Την ίδια ημέρα, ήτοι στις 7.4.2015 εκδόθηκε η απόφαση της οποίας ζητείται ο παραμερισμός με την υπό κρίση αίτηση. Η Αίτηση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 Θ.10, Δ.26 Θ.14, Δ.33 Θ.5, Δ.48 Θ.Θ. 1, 2, 3, 8 και 9, επί του άρθρου 30
(3)του Συντάγματος και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από ένορκες δηλώσεις των δικηγόρων Παναγιώτη Αγαθοκλέους και Ανδρέα Γιάλλουρου. Ο Παναγιώτης Αγαθοκλέους είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Εναγόμενο - Αιτητή. Αναφέρει μεταξύ άλλων ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση υπεράσπισης οφείλεται στο ότι θα γινόταν αλλαγή στην εκπροσώπηση του Εναγομένου. Ειδικότερα θα γινόταν αντικατάσταση του δικηγορικού γραφείου I. Φράγκος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ από το δικηγορικό γραφείο Θεόδωρος Ιωαννίδης & Σία ΔΕΠΕ. Και τούτο διότι ο Εναγόμενος διατηρούσε ασφαλιστικό συμβόλαιο με την ασφαλιστική εταιρεία Prime Insurance η οποία κάλυπτε τόσο τα οχήματα τα οποία ανήκαν στον Εναγόμενο όσο και αυτά που κατέχονταν από αυτόν ως εμπίστευμα και τα οποία βρίσκονταν στο υποστατικό. Έτσι αποφασίστηκε όπως την εκπροσώπηση του Εναγομένου αναλάβει η εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία και ειδικότερα, εκ μέρους αυτής, το δικηγορικό γραφείο Θεόδωρος Ιωαννίδης & Σία ΔΕΠΕ. Στις 5.3.2015 οι δικηγόροι του Εναγομένου απέστειλαν επιστολή προς το δικηγορικό γραφείο Θεόδωρος Ιωαννίδης & Σία ΔΕΠΕ, στην οποία επεσύναψαν το περιεχόμενο των φακέλων της αγωγής καλώντας τους τελευταίους να προχωρήσουν με την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης. (Τεκμήριο Α). Στις 2.4.2015, θα εμφανιζόταν εκ μέρους του γραφείου I. Φράγκος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ο δικηγόρος Ανδρέας Γιάλλουρος, ο οποίος εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ και είχε λάβει σαφείς οδηγίες να αναφέρει στο Δικαστήριο ότι εντός των ημερών θα γινόταν η αλλαγή δικηγόρου και να ζητήσει από το Δικαστήριο να παραμείνει μια τελευταία ημερομηνία για οδηγίες ή για απόδειξη. Στις 2.4.2015 ο κ. Γιάλλουρος ενημερώθηκε από την δικηγόρο που εμφανίστηκε για την Ενάγουσα ότι εμφανίστηκε μόνη της στο Δικαστήριο και όρισε εκ νέου την υπόθεση για απόδειξη στις 6.4.
- Κατόπιν τούτου οι δικηγόροι του Εναγομένου έδωσαν εκ νέου οδηγίες στον κ. Γιάλλουρο, δίδοντας του τις ίδιες ακριβώς οδηγίες, ήτοι να εμφανιστεί στις 6.4.2015 και να ζητήσει από το Δικαστήριο να παραμείνει η υπόθεση σε μια νέα ημερομηνία, ούτως ώστε να εμφανιστεί ο νέος δικηγόρος που θα αναλάβει την υπόθεση. Στις 6.4.2015 εκ παραδρομής το δικηγορικό γραφείο Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ δεν εμφανίστηκε εκ μέρους του Εναγομένου - Αιτητή. Ο Ενόρκως Δηλών προβάλλει επίσης διάφορους ισχυρισμούς που άπτονται της αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος κατέβαλε τη δέουσα επιμέλεια και ότι εν πάση περιπτώσει κατέβαλε την επιμέλεια την οποία θα κατέβαλλε άνθρωπος συνηθισμένης σύνεσης υπό παρόμοιες περιστάσεις για τα δικά του αγαθά, του ίδιου όγκου, ποιότητας και αξίας με τα αγαθά που παρακατατέθηκαν. Περαιτέρω αναφέρει ότι η αξία του επίδικου αυτοκινήτου, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν μικρότερη από €8.000 και συγκεκριμένα ανερχόταν περί τις €5.
- Προς υποστήριξη των πιο πάνω προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς στους οποίους θα αναφερθώ σε κατοπινό στάδιο. Ο Ανδρέας Γιάλλουρος αναφέρει ότι είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ το οποίο είναι γραφείο επίδοσης του δικηγορικού γραφείου I. Φράγκος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Συμφωνεί με το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης του Παναγιώτη Αγαθοκλέους και αναφέρει περαιτέρω ότι στις 2.4.2015 γύρω στις 9.30 - 9.45 μίλησε τηλεφωνικώς με την δικηγόρο που εκπροσωπούσε την Ενάγουσα η οποία του ανέφερε ότι εμφανίστηκε μόνη της και η υπόθεση ορίστηκε για απόδειξη στις 6.4.
- Όταν την ρώτησε τον λόγο που εμφανίστηκε μόνη της, του ανέφερε ότι δεν είχε πληροφόρηση ότι θα γινόταν αλλαγή δικηγόρου. Κατά τα λοιπά η Ένορκη του Δήλωση αλληλεπικαλύπτεται με όσα αναφέρει ο Παναγιώτης Αγαθοκλέους. Στις 15.9.2015 η Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης η οποία βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.17, Θ.10, Δ.48, Θ.9(h), Δ.26, Θ.4, 6, 10, 13, Δ.33 Θ.3, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι Ενστασης: Α) Η Αίτηση του Εναγόμενου - Καθ' ου η αίτηση ημ. 28.4.2015 δεν αποκαλύπτει σοβαρή αιτιολογία γιατί ζητείται ο παραμερισμός. Β) Οι ένορκες δηλώσεις των κ.κ. Παναγιώτη Αγαθοκλέους και Ανδρέα Γιάλουρου αναφέρουν λανθασμένα στοιχεία και /ή γεγονότα και είναι εσφαλμένες ως προς τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεση. Γ) Ο Εναγόμενος - Αιτητής στην παρούσα αίτηση επέδειξε αδιαφορία η οποία προσλαμβάνει την μορφή καταφρόνησης της Δικαστικής Διαδικασίας και των δικαιωμάτων των αντιδίκων. Δ)Οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση δεν αποκαλύπτουν οποιαδήποτε γεγονότα που να υποδηλούν ότι ο Εναγόμενος - Αιτητής έχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση αναφέρονται στην επισυνημμένη ένορκο δήλωση της κας Νικολέτας Γεωργιάδου, Δικηγόρου, συνεργάτη στο δικηγορικό γραφείο του κ. Μιχάλη Παρασκευά που εκπροσωπεί την Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση. Η Ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι η μοναδική φορά που επικοινώνησε μαζί της οποιοσδήποτε δικηγόρος από το γραφείο των κ.κ. I. Φράγκου & Συνεργάτες ήταν η κα Μαρία Ραφαήλ, αφότου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση για να προβεί σε παρατηρήσεις εναντίον της ότι ενήργησε αντισυναδελφικά και αντιδεοντολογικά, αφού εμφανίστηκε μόνη της ενώπιον του Δικαστηρίου και προχώρησε σε απόδειξη. Αφού αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης, λέει ότι στις 2.4.2015 παρέδωσε στο Δικαστήριο ένορκη δήλωση της ενάγουσας προς απόδειξη της απαίτησης. Προτού εμφανιστεί προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με την κα Στάλω Παπουή , της οποίας το τηλέφωνο είχε σημειωμένο στον φάκελο της. Αφού δεν επικοινώνησε κανείς μαζί της, εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, περίπου η ώρα 9.40 π.μ. Την ίδια μέρα, γύρω στις 9:50- 9:55 π.μ. επικοινώνησε μαζί της ο κ. Γιάλλουρος για να την ενημερώσει ότι καθυστέρησε και δεν ήτο έγκαιρα στο Δικαστήριο για να εμφανιστεί στην εν λόγω υπόθεση. Τον ενημέρωσε για τα όσα έγιναν και ότι το Δικαστήριο έδωσε προφορικές οδηγίες για να εμφανιστεί ξανά στις 6.4.2015 καθ' ότι χρειαζόταν χρόνο για να μελετήσει την ένορκη δήλωση της Ενάγουσας. Την ίδια ημέρα ενημερώθηκε για πρώτη φορά ότι το Δικηγορικό γραφείο των κ.κ. I. Φράγκου ΔΕΠΕ θα αποσύρονταν και στην θέση τους θα διοριζόταν κάποιο άλλο γραφείο. Στις 6.4.2015 και αφού, στο μεσοδιάστημα δεν είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με τους αντίδικους δικηγόρους, εμφανίστηκε εκ νέου ενώπιον του Δικαστηρίου και η υπόθεση αναβλήθηκε για την επόμενη μέρα ήτοι 7.4.2015 για παρουσίαση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από κάποιο εκτιμητή που να προσδιορίζει την αξία του αυτοκινήτου της ενάγουσας, όπερ και έγινε. Η Ενόρκως δηλούσα δεν αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με τους ισχυρισμούς του Εναγομένου για εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Επικεντρώνετται μόνο στην υπέρμετρη καθυστέρηση του Εναγομένου να καταχωρίσει Έκθεση Υπεράσπισης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Παραμερισμός απόφασης που εκδόθηκε ερήμην είναι δυνατός σε περιπτώσεις όπου υπάρχει αντικανονικότητα στην διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης π.χ όταν η επίδοση της αγωγής κριθεί ως κακή. Σε τέτοιες περιπτώσεις το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση και δεν τίθεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του. (βλ. Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου (Ττόμη)
(1997)1 Α.Α.Δ. 247. Υπάρχουν όμως και οι περιπτώσεις που η απόφαση εκδόθηκε νομότυπα. Σε αυτές τις περιπτώσεις εντάσσονται οι πρόνοιες της Δ.17 θ.10 που αφορά σε παραμερισμό απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης, της Δ.26 θ.14 που αφορά σε παραμερισμό απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρισης υπεράσπισης και τέλος της Δ.33 θ.5 που αφορά σε παραμερισμό απόφασης λόγω παράλειψης του Εναγομένου να εμφανιστεί κατά τη δίκη. Η υπό κρίση περίπτωση εντάσσεται στα πλαίσια της Δ.26, Θ.14 που προνοεί τα εξής: «Οιαδήποτε απόφαση κατόπιν παραλείψεως είτε σύμφωνα με αυτή την Διάταξη ή κάτω από οιανδήποτε άλλη των κανονισμών αυτών μπορεί σε κατάλληλη περίπτωση να παραμερισθεί από το Δικαστήριο κάτω από τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα, ή όπως θα κρίνει το Δικαστήριο.» Σύμφωνα με την νομολογία, το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις, ασκεί την διακριτική του ευχέρεια εξετάζοντας διάφορους παράγοντες με κυριότερο να δείξει ο Αιτητής ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στη συνέχεια εξετάζεται η δικονομική συμπεριφορά του διαδίκου και δη κατά πόσον ο Αιτητής παρέχει επαρκή αιτιολόγηση για την παράλειψη εμφάνισης ή καταχώρισης υπεράσπισης. Στην πρόσφατη απόφαση NSM Democars Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A677, Πολιτική Έφεση αρ. 121/2010 ημερομηνίας 14.10.2015 που αφορούσε αίτηση παραμερισμού δυνάμει της Δ.17 Θ. 10 οι πρόνοιες της οποίας προσομοιάζουν με τις πρόνοιες της Δ.26, Θ.14 επαναλήφθηκε η διαχρονική θέση στη νομολογία ότι η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, συνιστά τον πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, απόφασης ληφθείσας ερήμην. Χαρακτηρίζεται δε «συζητήσιμη» μια υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Αρκεί δηλαδή να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση πράγμα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου κ.α. ν. Λουκίας Φωτίου, Πολιτική Έφεση 233/09, ημερ. 24.1.2014 με παραπομπή σε θεμελιακές αποφάσεις όπως η Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, 650, η Kotsapas v. Titan Construction Engineering Co.
(1961)C.L.R. 320 και η Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204 επεξηγήθηκε ότι η ανάγκη να καταδειχθεί «prima facie defence» δεν συνεπάγεται ανάγκη αξιολόγησης της αντικρουόμενης μαρτυρίας διότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε εκδίκαση του ίδιου σημείου εις διπλούν. Το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης βρίσκεται βεβαίως στους ώμους του αιτητή, αλλά αυτό το βάρος δεν εξυπακούει και την απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων ή τη θεμελίωση της υπεράσπισης, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της. Γίνεται επίσης παραπομπή στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774 όπου λέχθηκε ότι «είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας» και χωρίς να «... απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση.» Σχετικό είναι επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Χ¨ Νικολάου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1179, 1181: «.... Όσον αφορά αξιολόγηση, επισημαίνουμε πως για τους σκοπούς αίτησης της φύσεως της παρούσας, όπου δίδονται στοιχεία για την ύπαρξη καλής υπεράσπισης, δεν πρέπει αυτή να απορρίπτεται απλώς και μόνο γιατί υπάρχει σύγκρουση στα γεγονότα επί των ενόρκων δηλώσεων (Evans v. Bartlam) και στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης.» Το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, δηλαδή, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσης του και αφετέρου την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Έτσι ακόμη και όπου αποκαλύπτεται υπεράσπιση, αλλά η συμπεριφορά του διαδίκου είναι ενδεικτική αδιαφορίας για το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης ή τα δικαιώματα του αντιδίκου του, το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια απορρίπτοντας το αίτημα παραμερισμού της απόφασης. Στην υπόθεση Ανδρέου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1596, 1599, λέχθηκε ότι: «Οι αρχές οι οποίες προκύπτουν συμπυκνώνονται στις ακόλουθες προτάσεις: (α) Η παράλειψη εμφάνισης ή υποβολής υπεράσπισης πρέπει να εξηγηθεί όπως και η όποια καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. (β) Προϋπόθεση για τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης αποτελεί η αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης. (γ) Και όπου αποκαλύπτεται υπεράσπιση η αίτηση δυνατόν να απορριφθεί, όταν η καθυστέρηση στην κίνηση του μηχανισμού για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που να καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας.» Μετά την πιο πάνω επισκόπηση της νομολογίας προχωρώ να εξετάσω την παρούσα Αίτηση. Στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται ότι η αξίωση της Ενάγουσας είναι για ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας παρακαταθήκης ή/και καθήκοντος επιμέλειας ή/και λόγω παράβασης των καθηκόντων του ως καταπιστευματοδόχος. Ειδικότερα η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι παρέδωσε το αυτοκίνητο της με αριθμούς εγγραφής KTR915 μάρκας Jaguar στον Εναγόμενο ο οποίος διατηρούσε επιχείρηση πώλησης αυτοκινήτων, για σκοπούς πώλησης ή/και εξεύρεσης αγοραστή, και ο Εναγόμενος δεν επέστρεψε το αυτοκίνητο, αφού μετά από φωτιά που ξέσπασε στο υποστατικό που ευρισκόταν το ως άνω αυτοκίνητο στις 17.12.2013, αυτό υπέστη εκτεταμένες ζημιές ή/και καταστράφηκε ολοκληρωτικά. Η θέση του Εναγομένου - Αιτητή ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση εδράζεται ουσιαστικά, στο ότι ο Εναγόμενος κατέβαλε τη δέουσα επιμέλεια και ότι εν πάση περιπτώσει κατέβαλε την επιμέλεια την οποία θα κατέβαλλε άνθρωπος συνηθισμένης σύνεσης υπό παρόμοιες περιστάσεις για τα δικά του αγαθά, του ίδιου όγκου, ποιότητας και αξίας με τα αγαθά που παρακατατέθηκαν. Συγκεκριμένα το αυτοκίνητο της Ενάγουσας ήταν σταθμευμένο μαζί με τα υπόλοιπα αυτοκίνητα, τόσο του ιδίου του Εναγόμενου, όσο και άλλων πελατών του, με σκοπό την πώληση τους σε τρίτα άτομα, ως ακριβώς και η παρούσα περίπτωση. Επίσης διατηρούσε ασφάλεια, τόσο για τα δικά του αυτοκίνητα, όσο και για αυτά που βρίσκονταν σταθμευμένα στον ίδιο χώρο. Τόσο το αυτοκίνητο της Ενάγουσας, όσο και τα υπόλοιπα αυτοκίνητα που ήταν σταθμευμένα στη μάντρα αυτοκινήτων του Εναγόμενου, ως αναφέρεται ανωτέρω, βρίσκονταν σε ασφαλή και περιφραγμένο χώρο. Δε θα μπορούσε να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια ή δεν παρέλειψε να πράξει οτιδήποτε, που θα μπορούσε να αποτρέψει την πρόκληση ζημιάς στο επίδικο αυτοκίνητο. Σύμφωνα με έκθεση γεγονότων, η οποία έχει ετοιμαστεί από την Αστυνομική Διεύθυνση Λευκωσίας, η πυροσβεστική εκτιμά ότι η φωτιά τέθηκε κακόβουλα από άγνωστα άτομα. Η εν λόγω έκθεση παρουσιάζεται ως Τεκμήριο Ε. Η Ενάγουσα γνώριζε το χώρο στον οποίο θα ήταν σταθμευμένο το αυτοκίνητο της, τον οποίο είχε επιθεωρήσει εκ των προτέρων και ήταν της αρέσκειας της. Περαιτέρω ο Εναγόμενος - Αιτητής υποστηρίζει ότι η αξία του επίδικου αυτοκινήτου, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν μικρότερη από €8.000 και συγκεκριμένα ανερχόταν περί τις €5.
- καθότι υπήρχε ρητή συμφωνία ότι σε περίπτωση που ο Εναγόμενος ανεύρισκε αγοραστή, η αμοιβή του θα ήταν η διαφορά του ποσού πώλησης πέραν των €5.
- Με την αγόρευση του ο συνήγορος της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση προβάλλει ως επιχείρημα ότι η Ένορκη Δήλωση του Παναγιώτη Αγαθοκλέους δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποκαλύπτει γεγονότα που υποδηλούν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση καθότι δεν αναφέρει από ποιον είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην Ένορκη Δήλωση ήτοι αν είναι εξουσιοδοτημένος από τον ίδιο τον Εναγόμενο - Αιτητή. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι δεν αναφέρονται λόγοι για τους οποίους δεν ορκίζεται ο ίδιος ο Αιτητής. Κατ' αρχήν παρατηρώ ότι στο σώμα της Ένστασης δεν προβάλλεται ειδικός λόγος Ένστασης που να καλύπτει τα πιο πάνω επιχειρήματα της Ενάγουσας- Καθ' ης η Αίτηση. Η Δ.48 Θ.4 ορίζει ότι η ειδοποίηση για πρόθεση υποβολής Ένστασης θα αναφέρεται στο συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου ή στους συγκεκριμένους Διαδικαστικούς Κανονισμούς επί των οποίων βασίζεται η ένσταση και θα εξειδικεύει τους συγκεκριμένους λόγους της ένστασης. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι, ένεκα της παράλειψης αναφοράς ειδικού λόγου Ένστασης που να αφορά τα εν λόγω επιχειρήματα, οι συνήγοροι του Εναγόμενου - Αιτητή δεν προβαίνουν σε καμία αναφορά στην γραπτή τους αγόρευση εις απάντηση αυτών. Σε κάθε περίπτωση, αν και κατακριτέο το γεγονός ότι στην Ένορκη δήλωση προβαίνει δικηγόρος, δεν θεωρώ ότι η ενέργεια τούτη είναι τέτοια που να καθιστά την Αίτηση θνησιγενή. Η νομολογία έχει μεν κατ' επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση. Σημειώνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν ζητήθηκε η αντεξέταση του Παναγιώτη Αγαθοκλέους σε σχέση με την αναφορά του ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην Ένορκη Δήλωση. Δεν ευσταθεί επίσης ο ισχυρισμός ότι ο ενόρκως δηλών δεν αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησής του καθότι στην παράγραφο 1 της Ένορκης του Δήλωσης, ο Παναγιώτης Αγαθοκλέους αναφέρει ότι όσα αναφέρει τα γνωρίζει από σχετική πληροφόρηση που έχει λάβει μεταξύ άλλων και από τον ίδιο τον Εναγόμενο. Ούτε σε αυτό το σημείο ζητήθηκε η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα. Επαναλαμβάνω επίσης πως, ότι απαιτείται στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, είναι να δείξει ο Αιτητής ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που την στοιχειοθετούν (βλ. Κωνσταντινίδη ν. Hissin ανωτέρω). Επομένως, θεωρώ ότι θα ήταν ιδιαίτερα αυστηρό να μην μπορούν να εισαχθούν ισχυρισμοί γεγονότων για μόνο τον λόγο ότι αυτούς τους αναφέρει δικηγόρος και όχι ο ίδιος ο Εναγόμενος. Εξάλλου εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται μόνο και μόνο για τον λόγο αυτό. Διαφορετική προσέγγιση θα οδηγούσε στο αποτέλεσμα να πρέπει να παρουσιάζονται Ένορκες Δηλώσεις από κάθε μάρτυρα που ο Εναγόμενος θα παρουσίαζε κατά την εκδίκαση της αγωγής π.χ. μάρτυρα από την Αστυνομική Διεύθυνση Λακατάμιας ή την πυροσβεστική σε σχέση με την έκθεση γεγονότων σχετικά με εμπρησμό σε μάντρα αυτοκινήτων του Εναγομένου (Τεκμήριο Ε). Εν όψει των πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω τους ισχυρισμούς που προβάλλονται εκ μέρους του Εναγομένου - Αιτητή. Επειδή με αυτούς εγείρονται ζητήματα που αφορούν την έννοια και το περιεχόμενο μιας σύμβασης παρακαταθήκης, παρουσιάζω πιο κάτω με συνοπτικό τρόπο τη νομική πτυχή των ζητημάτων αυτών ώστε να μπορέσω στην συνέχεια να αποφασίσω κατά πόσον ο Εναγόμενος - Αιτητής αποκαλύπτει καλή τη πίστει υπεράσπιση. Το άρθρο 106
(1)(β) του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ορίζει ότι «παρακαταθήκη με ευρεία έννοια» είναι η παράδοση αγαθών από ένα πρόσωπο σε άλλο για κάποιο σκοπό, με το συμβατικό όρο ότι μόλις εκπληρωθεί ο σκοπός για τον οποίο παραδόθηκαν, αυτά θα επιστραφούν ή διατεθούν σύμφωνα με τις οδηγίες του προσώπου που τα παράδωσε. Το πρόσωπο που παράδωσε τα αγαθά καλείται «παρακαταθέτης» ενώ το πρόσωπο στο οποίο παραδόθηκαν «θεματοφύλακας». Στους Halsbury´s Laws of England, 4th Ed., Vol. 2, par. 1801 αναφέρεται ότι : «Under modern law, a bailment arises whenever one person (the bailee) is voluntarily in possession of goods belonging to another person (the bailor). The legal relationship of bailor and bailee can exist independently of any contract, and is created by the voluntary taking into custody of goods which are the property of another.» Στις περιπτώσεις παρακαταθήκης ο θεματοφύλακας αναλαμβάνει την κατοχή του αντικειμένου οικειοθελώς και φέρει ευθύνη για την ασφαλή φύλαξη του. Η έκταση της ευθύνης και των καθηκόντων του θεματοφύλακα (bailee) έναντι του παρακαταθέτη (bailor) αναφορικά με τα παρακατατεθέντα εμπορεύματα διέπεται από τα άρθρα 109 και 110 του Κεφ. 149 τα οποία προνοούν ότι ο θεματοφύλακας υποχρεούται να καταβάλει την επιμέλεια που ο συνήθης συνετός άνθρωπος θα κατέβαλλε αναφορικά με δικά του παρόμοια αγαθά και ότι δεν έχει οποιαδήποτε ευθύνη για την απώλεια ή καταστροφή τους αν καταβάλει την εν λόγω επιμέλεια. (βλ. επίσης Αυστριακές Αερογραμμές ν. Γενικών Ασφαλειών,
(1991)1 Α.Α.Δ. 764) Στους Halsbury´s Laws of England (ανωτέρω) στην παράγραφο 1815 αναφέρεται ότι: «In each case it has to be decided whether, having regard to any exempting conditions and all circumstances of the particular case including the nature, portability, value and character of the chattel, there has been a breach of duty on the bailees part to justify a finding of negligence. The fact that the chattel was lost or injured whilst in the bailees possession raises prima facie a presumption against him, but he may rebut it by proving that he was not to blame for the loss or injury.». Από τους ισχυρισμούς που προβάλλονται εκ μέρους του Εναγομένου - Αιτητή στην παρούσα περίπτωση κρίνω ότι αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή στον βαθμό που απαιτείται από τη νομολογία. Δεν θα επαναλάβω τους ισχυρισμούς του Εναγομένου. Όπως ήδη αναφέρθηκε, σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο, πρέπει να αποφύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου, κατά την πλήρη ακρόαση της υπόθεσης. Διαφορετική προσέγγιση θα μετέτρεπε τη διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας, έξω από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της. Αρκεί επομένως η αναφορά ότι κατά την κρίση μου οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του Εναγομένου αποκαλύπτουν θέματα τα οποία χρήζουν συζήτησης στο πλαίσιο της πλήρους δίκης. Προχωρώ πλέον να εξετάσω κατά πόσον η δικονομική συμπεριφορά του Εναγομένου είναι τόσο μεμπτή που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, εναντίον του παραμερισμού. Στην NSM Democars Ltd (ανωτέρω) λέχθηκε ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Έχοντας υπόψη μου όλα τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης όπως εκτέθηκαν πιο πάνω θεωρώ ότι από την μια ο Εναγόμενος έχει επιδείξει κατακριτέα συμπεριφορά αναφορικά με την καθυστέρηση στην καταχώριση υπεράσπισης. Από την άλλη όμως κρίνω ότι αυτή η συμπεριφορά δεν είναι τέτοια που να καταδεικνύει κακοπιστία ή ασυγχώρητη αμέλεια ώστε να στερηθεί του Συνταγματικού του δικαιώματος να προβάλει την υπεράσπιση του. Σημειώνω ότι στις 2.4.2015 υπήρχε πρόθεση εκ μέρους του Εναγομένου να εμφανιστεί για να ενημερώσει το Δικαστήριο για την προτιθέμενη αλλαγή δικηγόρου κάτι το οποίο επιβεβαιώνεται τόσο από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση αλλά και από την Ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση. Σημειώνω επίσης ότι οι συνήγοροι του ενήργησαν με σπουδή καταχωρόντας την παρούσα Αίτηση εντός ευλόγου χρόνου αφότου πληροφορήθηκαν ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον του πελάτη τους. Δεν παραγνωρίζω την υπαιτιότητα που υπάρχει στην πλευρά του Εναγομένου - Αιτητή στο να καταλήξει η υπόθεση στο σημείο που βρισκόμαστε σήμερα. Όφειλε βεβαίως ο Εναγόμενος - Αιτητής και δη οι εκπροσώποι αυτού να ενεργήσουν με περισσότερη επιμέλεια. Η αμέλεια τους όμως όπως εξήγησα δεν είναι ασύγγνωστη. Πρέπει όμως να οδηγήσει στην επιβολή όρων για τον παραμερισμό της απόφασης. Στην υπόθεση Κλεάνθους ν. Tradex Ltd
(1998)1 AAΔ.988 λέχθηκε ότι «κατά τον παραμερισμό απόφασης η οποία εκδόθηκε κανονικά αλλά διαπιστώνεται ότι υπήρξε υπαιτιότητα του εναγομένου, όπως συμβαίνει στην υπό εξέταση υπόθεση, η συνήθης πρακτική είναι να επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα τα έξοδα τα οποία θα υποστεί ως εκ του αποτελέσματος, η πληρωμή των οποίων, συνήθως εντός τακτής προθεσμίας, καθίσταται όρος για τον παραμερισμό.» Στην παρούσα περίπτωση, ενόψει του ότι η Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνέβαλε σε οποιοδήποτε βαθμό στη δημιουργία των εξόδων που προέκυψαν από την παράλειψη του Εναγόμενου-Αιτητή να καταχωρήσει Υπεράσπιση, κρίνω ότι ο Εναγόμενος - Αιτητής θα πρέπει να επιβαρυνθεί με αυτά όπως και με τα έξοδα της παρούσας Αίτησης. Το θέμα των εξόδων θα αποτελέσει όρο για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Αφού έλαβα υπόψη μου όλα τα δεδομένα της υπόθεσης θεωρώ ότι η επιβολή οποιωνδήποτε άλλων όρων πέραν εκείνου της πληρωμής των εξόδων θα συνιστούσε μέτρο που δεν δικαιολογείται από τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης και πιθανόν να οδηγούσε σε αποστέρηση του δικαιώματος προβολής υπεράσπισης. Εν όψει των πιο πάνω η απόφαση η οποία εκδόθηκε στις 7.4.2015 υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου παραμερίζεται υπό τον όρο ότι ο Εναγόμενος θα καταβάλει στην Ενάγουσα τα έξοδα που έχουν δημιουργηθεί μέχρι στιγμής περιλαμβανομένων και των εξόδων της παρούσας αίτησης εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία το ποσό των εξόδων αυτών θα κοινοποιηθεί προς τον Εναγόμενο - Αιτητή ή το δικηγόρο του αφού υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. Νοείται ότι η Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση θα καταχωρήσει κατάλογο εξόδων εντός 15 ημερών από σήμερα. Ο Εναγόμενος - Αιτητής να καταχωρήσει την Υπεράσπισή του εντός 10 ημερών από την ημερομηνία καταβολής των εξόδων. [Υπ.] Χ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο