← Κύπρος

ΖΩΟΤΡΟΦΕΣ ΠΕΛΑΡΓΟΣ ΛΤΔ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ ΓΑΒΡΙΛΗ, Αρ. Αγωγής: 10411/10, 13/1/2016

ΖΩΟΤΡΟΦΕΣ ΠΕΛΑΡΓΟΣ ΛΤΔ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ ΓΑΒΡΙΛΗ, Αρ. Αγωγής: 10411/10, 13/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A17 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 10411/10 Μεταξύ: ΖΩΟΤΡΟΦΕΣ ΠΕΛΑΡΓΟΣ ΛΤΔ Ενάγουσα και ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ ΓΑΒΡΙΛΗ Εναγομένου 13 Ιανουαρίου 2016 Για τον ενάγοντα: κα Δημητρό Για τον εναγόμενο: κος Ευθυμίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της επίδικης διαδικασίας είναι το διάταγμα ημερομηνίας 28.11.2014 (στη συνέχεια το διάταγμα). Το διάταγμα αφορά επιβάρυνση αριθμού μετοχών που κατέχονται από τον Χαραλαμπίδη Γαβρίλη (στη συνέχεια ο καθ' ου η αίτηση). Συγκεκριμένα το εκδοθέν διάταγμα διατάζει επιβάρυνση του συμφέροντος/ιδιοκτησίας του καθ' ου η αίτηση σε· (α) 500 συνήθεις μετοχές της εταιρείας Sannen Farm Limited, και (β) 333 συνήθεις μετοχές της εταιρείας G.C.E. Farmtech Limited. Απώτερος σκοπός του διατάγματος είναι η εξασφάλιση, όπως αναφέρεται στο ίδιο το διάταγμα, του εξ αποφάσεως χρέους. Παρεμβάλλω εδώ ότι το περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του δικαστηρίου αποκαλύπτει ότι πριν την καταχώριση της επίδικης αίτησης, συγκεκριμένα την 05.02.2013, δηλώθηκε απόφαση υπέρ των εναγόντων (στη συνέχεια οι αιτητές) και εναντίον του καθ' ου η αίτηση. Η εκδοθείσα απόφαση ήταν για ποσό €29.111,61, πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 30.04.2008 μέχρι εξοφλήσεως και δικηγορικά έξοδα €1.292, πλέον νόμιμο τόκο από 07.12.2010. Η εκτέλεση της απόφασης, εν προκειμένω της απαίτησης και όχι των δικηγορικών, ανεστάλη μέχρι την 01.03.2013 και περαιτέρω από μήνα σε μήνα, νοουμένου ότι από την 01.03.2013 και κάθε 1ην ημέρα εκάστου επομένου μηνός, με 7 ημέρες χάρη, ο καθ' ου η αίτηση θα καταβάλλει το ποσό των €2.000 μέχρι εξοφλήσεως. Αν οι δόσεις καταβάλλονται ανελλιπώς και χωρίς καθυστέρηση, τότε άμα συμπληρωθεί ποσό €20.000 η απόφαση θα θεωρείται εξοφληθείσα. Τώρα, η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε την 14.11.2014 και τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου την 26.11.2014, για να αναβληθεί όμως και να οριστεί εκ νέου την 28.11.2014, ημερομηνία που εκδόθηκε και το διάταγμα. Πρέπει να λεχθεί εδώ ότι με την έκδοση του επίδικου διατάγματος δόθηκαν οδηγίες στους αιτητές δια ανάληψη εγγυήσεως, ενώ και το διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο. Άμα την επίδοση του διατάγματος εμφανίστηκε στο δικαστήριο ο καθ' ου η αίτηση και καταχώρισε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Αυτή η ένσταση είναι η κινητήριος δύναμη της επίδικης διαδικασίας. Η ένσταση εδράζεται στον περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο, Ν.31(Ι)/1992, συγκεκριμένα στα άρθρα 3

(2)
(4), 4
(1)
(2), 5
(2)και 10
(3)· στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 7 και 9
(2)· στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60, άρθρα 29, 30, 31 και 32· στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.48 κκ3, 4, 8(κ) και 9· και στις συμφυείς εξουσίες, τις γενικές αρχές του νόμου και την πρακτική του δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης προβάλλονται τα ακόλουθα: «(α) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά και/ή πραγματικά αστήρικτη και/ή αβάσιμη και/ή δεν είναι σύμφωνη με τους σχετικούς Νόμους και Διαδικαστικούς Κανονισμούς και/ή άλλως πως. (β) Δεν συνέτρεχαν οι απαιτούμενες υπό του Νόμου και/ή της Νομολογίας προϋποθέσεις για την έκδοση του Διατάγματος ημερ. 28.11.2014 για την επιβάρυνση του συμφέροντος/ιδιοκτησίας του καθ' ου η αίτηση επί 500 μετοχών της εταιρείας Sannen Farm Ltd και 333 μετοχών της εταιρείας G.C.E. Farmtech Ltd. (γ) Δεν είναι εύλογο και/ή δίκαιο όπως το εκδοθέν Διάταγμα Επιβάρυνσης παραμείνει σε ισχύ γιατί θα έχει ως αποτέλεσμα τον σοβαρό και δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων και/ή των συμφερόντων του καθ' ου η αίτηση/εναγομένου. (δ) Η παρούσα αίτηση είναι αόριστη και/ή γενική και/ή καταχρηστική και/ή αντιμάχεται τον σκοπό της σχετικής διαδικασίας και/ή των σχετικών Δικονομικών και/ή Διαδικαστικών Θεσμών. (ε) Το εκδοθέν Διάταγμα Επιβάρυνσης δεν ζητήθηκε καλόπιστα και ή η αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικώς, με μοναδικό σκοπό να εκβιαστεί ο καθ' ου η αίτηση. (στ) Οι ισχυρισμοί στο σώμα της υπό εκδίκαση αίτησης και στη συνοδεύουσα αυτή ένορκη δήλωση είναι γενικοί και/ή αόριστοι και εν πάση περιπτώσει δεν είναι παραδεκτοί και/ή δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το πραγματικό και/ή νομικό υπόβαθρο το οποίο περιβάλλει στην πραγματικότητα την παρούσα υπόθεση και/ή η αιτήτρια παρέλειψε να θέσει και/ή αποκαλύψει ενώπιον του Δικαστηρίου ουσιώδη στοιχεία που εγνώριζε. (ζ) Οι ισχυρισμοί της αιτήτριας ως εμφαίνονται στη συνοδεύουσα την υπό εκδίκαση αίτηση ένορκη δήλωση, είναι αχρείαστοι και προκαλούν αμηχανία, δυσμενείς και εσφαλμένες εντυπώσεις. (η) Οι ισχυρισμοί της αιτήτριας αφίστανται της πραγματικότητας και είναι παραπλανητικοί και/ή αναληθείς και/ή ανακριβείς. (θ) Οι περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης δικαιολογούν όπως το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του καθ' ου η αίτηση και ακυρώσει το εκδοθέν διάταγμα με έξοδα εναντίον της αιτήτριας.» Περαιτέρω, η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση που ομνύει ο δικηγόρος του καθ' ου η αίτηση. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι η απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του καθ' ου η αίτηση, συγκεκριμένα ο τρόπος εξόφλησης τούτης, συναρτάται με άλλες τρεις υποθέσεις. Η πρώτη είναι η 10410/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, όπου ενάγοντες είναι και πάλιν οι αιτητές και εναγόμενος η εταιρεία Sannen Farm Ltd, εταιρεία συμφερόντων του καθ' ου η αίτηση. Οι άλλες δύο υποθέσεις είναι η αίτηση 14/12 του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και η αγωγή 345/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Στις δύο τελευταίες υποθέσεις, 14/12 και 345/12, αναφέρει ο ομνύων, εξ αποφάσεως χρεώστης είναι οι αιτητές, ενώ εξ αποφάσεως πιστωτής είναι τρίτο πρόσωπο, πελάτης του συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση. Ο συσχετισμός των τεσσάρων υποθέσεων, σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα την ένσταση, έγκειται στο ότι ανάλογη ήταν η μεθοδολογία αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους. Εν συντομία, σε κάθε μια από τις τέσσερεις υποθέσεις εκδόθηκε απόφαση και η εκτέλεση ανεστάλη με τον όρο ότι ο οφειλέτης θα κατέβαλε την εκεί καθορισμένη μηνιαία δόση. Τούτη η δόση, σύμφωνα με τον ομνύοντα την ένσταση, καταβαλλόταν από τον ίδιο για τις αγωγές 10410/10 και 10411/10, ενώ ο ίδιος ήταν που εισέπραττε από την τότε συνήγορο των αιτητών τη δόση των υποθέσεων 14/12 και 345/
  1. Ο λόγος αυτής της τακτικής οφείλεται, σύμφωνα με τον ομνύοντα, στην οικονομική κρίση και ιδιαίτερα τα έκτακτα μέτρα που λήφθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα το Μάρτιο του 2013 και κατέστησαν αδύνατη την απόσυρση χρημάτων από πιστωτικά ιδρύματα. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο συμφωνήθηκε μεταξύ των συνηγόρων, δηλαδή τον ομνύοντα και την κα Λουκία Δικωμίτου, τότε συνήγορο των αιτητών, να μην προβούν σε λήψη μέτρων εκτέλεσης και να δοθεί περισσότερος χρόνος δια την εξόφληση των αποφάσεων. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι μεταξύ 12.03.2013 και 03.06.2014 ο καθ' ου η αίτηση κατέβαλε στους αιτητές το ποσό των €24.000, ποσό που εξόφλησε τις δύο αγωγές, ενώ πληρώθηκαν και τα δικηγορικά έξοδα της τότε δικηγόρου των αιτητών. Τόσο ο καθ' ου η αίτηση όσο και οι αιτητές δεν τήρησαν, σύμφωνα με τον ομνύοντα, το χρονοδιάγραμμα αναστολής εκτέλεσης των τεσσάρων αποφάσεων, αλλά αυτό ήταν κατόπιν συνεννόησης των δικηγόρων λόγω της οικονομικής κατάστασης. Ως εκ των πιο πάνω, είναι η θέση του ομνύοντα ότι ο καθ' ου η αίτηση έχει εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος και ότι η αίτηση προωθείται καταχρηστικά. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τους ισχυρισμούς και των αιτητών. Αν όμως χρειάζεται να ειπωθεί κάτι, αναφέρω ότι οι πιο πάνω αιτιάσεις του ομνύοντα την ένσταση δεν απαντήθηκαν από τους αιτητές. Εν τούτοις τα πιο πάνω δεν καθορίζουν την τύχη της επίδικης διαδικασίας. Και εξηγώ· Ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση έθεσε υπόψιν του δικαστηρίου την υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Συνεργατικού Συγκροτήματος Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνοικο Λτδ, Πολ. Αίτ. 167/13, ημερομηνίας 11.10.2013, για να εισηγηθεί όμως ότι διατάγματα ως το υπό κρίση δεν εκδίδονται μονομερώς, όπως εδώ έγινε. Με όλο το σεβασμό έχω όμως την εντύπωση ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος παρερμηνεύει τα λεχθέντα στην εν λόγω υπόθεση. Αν είναι κάτι που ρητά αναφέρεται στην πιο πάνω απόφαση, είναι πως ο νόμος προβλέπει δύο ειδών διατάγματα που ουδεμία σχέση έχουν μεταξύ τους. Μάλιστα το δικαστήριο τόνισε ότι η πρώτη κατηγορία διαταγμάτων, η οποία διέπεται από το άρθρο 3 του νόμου, σκοπεί σε εκτέλεση της απόφασης που έχει εκδοθεί, ενώ η άλλη κατηγορία, η οποία διέπεται από το άρθρο 9 του νόμου, σκοπεί σε διαφύλαξη της περιουσίας του εναγομένου, υπό μορφή προσωρινού διατάγματος, ώστε αν ήθελε εκδοθεί απόφαση εναντίον του να μην μείνει ανικανοποίητη. Μόνο στη δεύτερη περίπτωση εφαρμόζεται το άρθρο 9 του Κεφ. 6 και συνεπώς επιβάλλεται ανάληψη εγγύησης και το εκδοθέν διάταγμα ορίζεται επιστρεπτέο. Όπως αναφέρεται στην απόφαση· «Στην προκειμένη περίπτωση η μονομερής αίτηση με την οποία ζητήθηκε το διάταγμα, δεν στηρίζεται στο άρθρο 32 του Ν. 14/60, ούτε στο άρθρο 9 του Κεφ. 6, αλλά στο Νόμο 31(Ι)/
  2. Δυνάμει του συγκεκριμένου Νόμου μπορούν, μεταξύ άλλων να εκδοθούν δύο ειδών διατάγματα: τελικά «διατάγματα επιβάρυνσης» δυνάμει του άρθρου 3 και «προσωρινά διατάγματα επιβάρυνσης» δυνάμει του άρθρου 9 του Νόμου 31(Ι)/
  3. Τα πρώτα εκδίδονται για σκοπούς εκτέλεσης, όπως είναι η παρούσα περίπτωση και τα δεύτερα εκκρεμούσης της αγωγής.» Και πιο κάτω· «Είναι φανερό από το περιεχόμενο του άρθρου 3 ότι η διαδικασία που χαράσσεται με το Νόμο 31(Ι)/92 είναι μια ιδιόμορφη διαδικασία διακριτή από αυτή που προβλέπεται στο άρθρο 9 του Κεφ. 6 και αφορά στην έκδοση «προσωρινών διαταγμάτων» εκκρεμούσης της αγωγής (βλ. Ψάλτης ν. Χ΄΄Λόη
(2001)1Β ΑΑΔ 1454, 1458). Σε τέτοιες περιπτώσεις το δικαστήριο για διασφάλιση των δικαιωμάτων του εναγομένου, εφαρμόζοντας τις πρόνοιες του άρθρου 9
(3)του Κεφ. 6 ορίζει το διάταγμα επιστρεπτέο. Όμως για την έκδοση «επιβαρυντικών διαταγμάτων» ως μέτρο εκτέλεσης, ο Νόμος δεν ορίζει παρόμοια διαδικασία. Αντίθετα, δια του άρθρου 3
(3)του Νόμου, ορίζεται διαφορετική διαδικασία προβλέποντας ότι το Δικαστήριο δύναται «να επιβάλει όρους σχετικά με την πληροφόρηση του οφειλέτη .. ή σχετικά με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα.». Πέραν τούτου, το άρθρο 3
(4)του Νόμου δεν προβλέπει για καταχώρηση ένστασης για αμφισβήτηση του διατάγματος, αλλά για υποβολή αίτησης για ακύρωση ή διαφοροποίηση του διατάγματος. Πρόκειται για άλλη μια ουσιαστική διαφορά που τονίζει το ιδιόμορφο της διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 3 του Νόμου.» Ποια όμως είναι η σημασία όλων των ανωτέρω; Ευθέως και απερίφραστα απαντώ λέγοντας ότι οι οδηγίες του δικαστηρίου, άμα την έκδοση του επίδικου διατάγματος, για ανάληψη εγγύησης και επιπλέον, ο ορισμός τούτου ως επιστρεπτέο, συνιστούσε σφάλμα και υπέρβαση εξουσίας. Αυτό γιατί η υπό κρίση περίπτωση διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 3 του νόμου και όχι του άρθρου 9. Η όλη διαδικασία αφορά εκτέλεση και ως εκ τούτου έπεται της απόφασης. Συνεπώς, σε τέτοια περίπτωση η έκδοση του διατάγματος δεν προϋποθέτει ανάληψη εγγύησης, αλλά ούτε και απόδειξη ότι το αίτημα είναι κατεπείγον. Η δε προβλεπόμενη διαδικασία διεξάγεται μονομερώς και όχι άλλως πως. Ενσυνείδητα αποφεύγω να σχολιάσω τους ουσιαστικούς ισχυρισμούς της ένστασης καθώς και της αίτησης, εφόσον το μεν διάταγμα έχει εκδοθεί, συνεπώς έχει ήδη κριθεί ότι οι ισχυρισμοί της αίτησης ικανοποιούν έκδοση τούτου και περαιτέρω, η ένσταση δεν είναι κατάλληλο ένδικο διάβημα αμφισβήτησης του διατάγματος. Όπως αναφέρεται πιο πάνω, με παραπομπή στα λεχθέντα στην υπόθεση Συνεργατικό Συγκρότημα Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνοικο Λτδ, σε τέτοια περίπτωση κατάλληλο ένδικο μέσο είναι η υποβολή αίτησης για ακύρωση ή διαφοροποίηση του διατάγματος. Μάλιστα τέτοια αίτηση υποβάλλεται από το θιγόμενο, δηλαδή τον καθ' ου η αίτηση. Είναι γι' αυτό το λόγο που δεν εξετάζω τους σχετικούς ισχυρισμούς σε αυτό το πλαίσιο, εφόσον κάτι τέτοιο θα συνιστούσε αλλοίωση της νενομισμένης διαδικασίας και περαιτέρω, θα αντέστρεφε το βάρος απόδειξης δίδοντας πλεονέκτημα στον καθ' ου η αίτηση και αφαιρώντας από την αιτητή την ευχέρεια απάντησης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η ένσταση δεν είναι ορθό μέτρο ακύρωσης του επίδικου διατάγματος. Ως εκ τούτου το εκδοθέν διάταγμα παραμένει ισχυρό και αναλλοίωτο. Τα έξοδα της επίδικης διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον του καθ' ου η αίτηση. Αναμένω ότι αν το διάταγμα ήθελε αμφισβητηθεί θα υποβληθεί σχετική αίτηση, ως προβλέπεται στο άρθρο 3 του σχετικού νόμου. (Υπ.) ........... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.