← Κύπρος

Συλβάνα Ελευθεριάδου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αγωγή αρ.: 183/2015, 22/1/2016

Συλβάνα Ελευθεριάδου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αγωγή αρ.: 183/2015, 22/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 183/2015 Μεταξύ: Συλβάνα Ελευθεριάδου Ενάγουσα -και- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων ---------------- Αίτηση ημερ. 17.12.2015 για συμπληρωματική ένορκη δήλωση Ημερομηνία: 22 Ιανουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη/Αιτήτρια: κα Κλ. Πολυβίου Για την Ενάγουσα/Καθ'ης η Αίτηση: κ. Μ. Χριστοφόρου ---------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα ήταν πελάτιδα της πρώην Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (στη συνέχεια «η Λαϊκή Τράπεζα»), η οποία, όπως είναι γνωστό, τέθηκε υπό καθεστώς εξυγίανσης, με βάση των Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013 (Ν.17

(1)/2013), ενώ με βάση το Διάταγμα 104/2013 συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις της μεταφέρθηκαν στην Εναγόμενη Τράπεζα. Η Ενάγουσα, ως ισχυρίζεται, διατηρούσε διάφορους λογαριασμούς στη Λαϊκή Τράπεζα, ανάμεσα στους οποίους και τον λογαριασμό υπ' αρ. 008-09Ι047583, ο οποίος στις 14.03.2013 παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο ύψους €2.091.177,
  1. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι στις 14.3.2013, έδωσε εντολή στη Λαϊκή Τράπεζα για τη μεταφορά του πιο πάνω υπολοίπου που ήταν κατατεθειμένο στον πιο πάνω λογαριασμό, σε συγκεκριμένο λογαριασμό της στην Ελληνική Τράπεζα. Στην πιο πάνω εντολή της δεν έλαβε απάντηση, εφόσον ακολούθησαν τα γνωστά γεγονότα με την κατάρρευση της Κυπριακής Οικονομίας και τη θέσπιση του αναφερθέντος Νόμου Περί Εξυγίανσης. Θεωρώντας αντισυμβατική και αδικαιολόγητη την παράλειψη της Λαϊκής Τράπεζας να συμμορφωθεί με την εντολή της, καταχώρισε εναντίον της και άλλων προσώπων την αγωγή αρ. 2213/2013, στα πλαίσια της οποίας εξασφάλισε μονομερώς προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους Εναγόμενους να αποξενώσουν και/ή απομειώσουν το ποσό των €2.091.177,81, πλέον τόκους. Το υπό αναφοράν προσωρινό διάταγμα εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Η Λαϊκή Τράπεζα καταχώρισε ένσταση, υποστηρίζοντας ότι έχει συντελεστεί απομείωση του ποσού, ένεκα εφαρμογής της νομοθεσίας και των Διαταγμάτων που εκδόθηκαν για την εξυγίανση των Τραπεζών. Η Ενάγουσα υποστηρίζει πως κατά την προετοιμασία για την ακρόαση της αίτησης για το προσωρινό διάταγμα, διαπίστωσε πως το επίδικο ποσό έχει μεταφερθεί από την Λαϊκή Τράπεζα στην Εναγόμενη Τράπεζα και βρίσκεται κατατεθειμένο σε λογαριασμό με αρ. 357009764521 (στη συνέχεια «ο επίδικος λογαριασμός»). Της αποστάληκαν, μάλιστα, από την Εναγόμενη καταστάσεις λογαριασμού, στις οποίες παρουσιάζεται στον επίδικο λογαριασμό το ποσό που ήταν κατατεθειμένο στην Εναγόμενη Τράπεζα καθώς και οι τόκοι. Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 3, 4 και 5 που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της που υποστηρίζει την αίτηση για προσωρινό διάταγμα στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Ενόψει της πιο πάνω εξέλιξης, την οποία δεν γνώριζε, ως αναφέρει, προηγουμένως, έδωσε οδηγίες για καταχώριση νέας αγωγής εναντίον της Τράπεζας Κύπρου για να διαφυλαχθεί το ποσό της κατάθεσης της. Στις 21.1.2015 καταχωρίστηκε από την Ενάγουσα η πιο πάνω αγωγή, με την οποία διεκδικεί από την Εναγόμενη το ποσό που βρίσκεται πλέον κατατεθειμένο στον επίδικο λογαριασμό, μετά από την μεταφορά του από την Λαϊκή Τράπεζα. Την ίδια ημέρα αποτάθηκε μονομερώς για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων τα οποία να εμποδίζουν την Εναγόμενη από του να μεταφέρει, απομειώσει ή μεταβάλει καθ' οιονδήποτε τρόπο το επίδικο ποσό μαζί με τους τόκους. Το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για επίδοση της αίτησης στην Εναγόμενη, η οποία καταχώρισε ένσταση, υποστηρίζοντας πως η Ενάγουσα δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της. Σε κάθε όμως περίπτωση το επίδικο ποσό δεν εμπίπτει στα περιουσιακά στοιχεία τα οποία μεταφέρθηκαν στην Εναγόμενη Τράπεζα, με βάση τις πρόνοιες του Περί Εξυγίανσης Νόμου και του Διατάγματος Κ.Δ.Π. 104/
  2. Υποδεικνύοντας πως τα Διατάγματα που έχουν εκδοθεί είναι νόμιμα και εκτελεστά, εγείρει σειρά προδικαστικών ενστάσεων. Επί πλέον υποστηρίζει πως η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και πολλαπλότητα διαδικασιών, ενόψει της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος στην αναφερθείσα αγωγή αρ. 2213/
  3. Με την εξεταζόμενη αίτηση η Εναγόμενη ζητά άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για να συμπεριλάβει τη θέση ότι η Ενάγουσα έλαβε το εγγυημένο ποσό των €100.000, από άλλο λογαριασμό που διατηρούσε στην Εναγόμενη Τράπεζα. Το γεγονός αυτό, αναφέρει η Σ. Νεοφύτου, υπάλληλος της Εναγόμενης που υπογράφει την υποστηρικτική ένορκη δήλωση, περιήλθε στην αντίληψη της κατά τη μελέτη της υπόθεσης, μετά την καταχώριση της ένστασης. Η Ενάγουσα αντιτίθεται στο αίτημα, με 18 λόγους ένστασης. Με την αίτηση, υποστηρίζει η Ενάγουσα, η Εναγόμενη επιδιώκει να παραπλανήσει το Δικαστήριο αφού δεν δίδονται στοιχεία και λεπτομέρειες του λογαριασμού από τον οποίο λήφθηκε το ποσό των €100.000 και δεν παρατίθενται τα στοιχεία όλων των λογαριασμών που διατηρούσε η Ενάγουσα στη Λαϊκή Τράπεζα. Με τις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων με παραπομπές στη γνωστή επί του εξεταζόμενου θέματος νομολογία. Είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, με βάση τη Δ.48 θ.4
(2). (Βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 510). Προκειμένου να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια υπέρ του αιτήματος, θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι συντρέχει καλός λόγος. Η έννοια του «καλού λόγου» δεν καθορίζεται στη σχετική διαταγή και έτσι καλείται το Δικαστήριο να αποφασίζει σε κάθε περίπτωση ανάλογα με τις περιστάσεις που περιβάλλουν το αίτημα. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται, ασφαλώς, σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα και τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας. Όπως υποδείχθηκε στη σχετικά πρόσφατα υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κούππα ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 312/2010, ημερ. 17.7.2014, η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για την ακύρωση του διατάγματος δεν συνιστά «καλό λόγο», ώστε να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η φύση της παρούσας διαδικασίας είναι αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Είναι πολύ καλά γνωστό πως το στάδιο αυτό δεν προσφέρεται για ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας και εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων επί του πραγματικού και νομικού υπόβαθρου της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Έχω εξετάσει την αίτηση υπό το πρίσμα των νομικών αρχών που διέπουν το ζήτημα και αφού έλαβα υπόψη τις θέσεις και εισηγήσεις των δύο πλευρών, καθώς και όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έθεσαν με επιμέλεια υπόψη του Δικαστηρίου. Όπως υποδείχθηκε, η διαδικασία αφορά την έκδοση προσωρινού διατάγματος και δεν απαιτείται στο στάδιο αυτό ενδελεχής αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι ουσιαστικές θέσεις των δύο πλευρών και δεν απαιτείται να διακριβωθεί πόσους άλλους λογαριασμούς διατηρούσε η Ενάγουσα στη Λαϊκή ή την Εναγόμενη Τράπεζα και από ποιους λογαριασμούς έλαβε ή δεν έλαβε το εγγυημένο ποσό των €100.
  1. Η αξίωση της Ενάγουσας στην παρούσα αγωγή σχετίζεται με την, κατ' ισχυρισμόν, μεταφορά της κατάθεσης της από την Λαϊκή Τράπεζα στην Εναγόμενη και την άρνηση της τελευταίας να της αποδώσει το ποσό που, κατ' ισχυρισμόν, βρίσκεται κατατεθειμένο στον επίδικο λογαριασμό. Είναι εντελώς άσχετο για τους σκοπούς της εξεταζόμενης αίτησης, εάν η Ενάγουσα έλαβε το «εγγυημένο» ποσό των €100.000, από άλλο λογαριασμό που διατηρούσε στην Εναγόμενη ή την Λαϊκή Τράπεζα. Θεωρώ, ως εκ τούτου, αχρείαστη τη μαρτυρία που επιδιώκεται να τεθεί με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, για τους σκοπούς εκδίκασης της αίτησης για προσωρινό διάταγμα. Ενόψει των πιο πάνω επισημάνσεων, καταλήγω ότι δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Πέραν της πιο πάνω διαπίστωσης, θα απέρριπτα την αίτηση και για τον επιπρόσθετο λόγο της καθυστέρησης υποβολής του αιτήματος. Η αίτηση για προσωρινό διάταγμα εκκρεμεί από τον Ιανουάριο του έτους
  2. Η ένσταση έχει καταχωριστεί στις 26.2.2015 και η εξεταζόμενη αίτηση κατεχωρήθη στις17.12.2015, 10 σχεδόν μήνες μετά. Ενόψει των ανωτέρω, η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας, τα οποία να καταβληθούν στο τέλος, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............. Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.