ΔΗΜΟΣ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ, Αρ. Αγωγής: 5305/14, 29/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A58 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5305/14 Μεταξύ: ΔΗΜΟΣ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ Ενάγοντα - και - ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ Εναγόμενου Ημερομηνία: 29 Ιανουαρίου,
- Αίτηση Ημερομηνίας 4.9.15 Για Συνοπτική Απόφαση ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: Ο κ. Γ. Λεοντίου, για Γ. Λεοντίου ΔΕΠΕ (Δ.Θ.160). Για τον Εναγόμενο/Καθ' ου η αίτηση: Η κ. Μ. Δαμιανού, για Χριστοφίδης, Σαμψών & Σία (Δ.Θ.50). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγων/αιτητής αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση για ποσό €908.553,24, ως «.οφειλόμενο υπόλοιπο λογαριασμού επιβληθέντος τέλους θεάματος επί των πληρωμών οι οποίες εγένοντο υπό προσώπων και εισπράχθηκαν υπό ή εκ μέρους του Εναγομένου για την είσοδο τους εις δημόσιους ποδοσφαιρικούς αγώνες που έλαβαν χώρα στο Στάδιο ΓΣΠ στο Στρόβολο, εντός των δημοτικών ορίων Στροβόλου, κάτω από την επίβλεψη ή/και φροντίδα ή/και διεύθυνση ή/και αιγίδα ή/και εξουσία ή/και διοργάνωση του Εναγόμενου ή/και σύμφωνα με τις οδηγίες του, κατά την περίοδο 17/05/2011 μέχρι 31/12/12012 ή/και ως χρήματα εις χείρας του Εναγόμενου που εισπράχθηκαν ή/και έπρεπε να εισπραχθούν υπό ή εκ μέρους του ή/και υπό τις οδηγίες, διεύθυνση, φροντίδα ή/και επίβλεψή του, προς όφελος ή/και δια λογαριασμό του Ενάγοντα ή/και που βρίσκονται στην κατοχή ή/και στον έλεγχο ή/και εξουσία ή/και διαταγή του Εναγομένου ή/και αντιπροσώπων του ή/και ως αποζημιώσεις για παράβαση νομικής υποχρέωσης ή/και καθήκοντος ή/και κανονιστικής διάταξης ή/και ως εκκαθαρισμένος η/και παραδεδεγμένος λογαριασμός (account stated)». Η αίτηση, που εδράζεται στη Δ.18 θθ1-9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, υποστηρίζεται από συνοδευτική ένορκη δήλωση του Μιχάλη Αναστασιάδη, Οικονομικού Διευθυντή του ενάγοντα/αιτητή. Εκεί, ο ομνύων, αναδιπλώνει την εκδοχή του ενάγοντα/αιτητή λέγοντας πως ο τελευταίος συστάθηκε και λειτουργεί ως Δήμος σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Δήμων Νόμου 111/85 και συνιστά νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Είναι η αρμόδια αρχή για όλη την περιοχή που βρίσκεται εντός των δημοτικών ορίων Στροβόλου και ως τέτοια, νομίμως επιβάλλει τέλη, μεταξύ των οποίων και το τέλος θεάματος επί όλων των πληρωμών που καταβάλλονται από το κοινό και εισπράττονται για την είσοδο σε οποιοδήποτε δημόσιο θέαμα που λαμβάνει χώραν εντός των προειρημένων δημοτικών ορίων. Ο εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση συνιστά οργανισμό δημοσίου δικαίου με αθλητικές δραστηριότητες επί παγκύπριας κλίμακας και είναι η ανώτατη αθλητική αρχή της Δημοκρατίας. Ο ενάγων/αιτητής με απόφαση του ημερομηνίας 30.9.02 (βλ. Τεκμήριο 4), αποφάσισε να επιβάλει τέλος θεάματος επί ολόκληρου του εισιτηρίου εισόδου στους ποδοσφαιρικούς αγώνες και την καταβολή του αντίστοιχου τέλους από τον εναγόμενο/καθ' ου η αίτηση (που δεν προσέβαλε εγκαίρως την απόφαση αυτή0, με παρεπόμενο την απεμπόληση του δικαιώματος του να ακουστεί συναφώς από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ο εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση απάντησε στην απόφαση του ενάγοντα/αιτητή με επιστολή ημερομηνίας 30.10.02 (βλ. Τεκμήριο 5), στην οποία εξέφρασε τη θέση ότι προσπαθεί να ρυθμίσει το όλο ζήτημα. Κατά τους ουσιώδεις χρόνους, ο εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση διοργάνωνε υπό ή εκ μέρους ή/και υπό την αιγίδα, επίβλεψη, φροντίδα, διεύθυνση, έλεγχο και εξουσία του, ποδοσφαιρικούς αγώνες στο Στάδιο ΓΣΠ («το ΓΣΠ»), που βρίσκεται εντός των δημοτικών ορίων του ενάγοντα/αιτητή. Για τους υπό αναφορά ποδοσφαιρικούς αγώνες της περιόδου 17.5.11-31.12.12, εκδίδονταν και πωλούνταν από ή εκ μέρους του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση (ή υπό την επίβλεψη, φροντίδα, διεύθυνση, ευθύνη και οδηγίες του), εισιτήρια εισόδου καθορισμένης αξίας για το κοινό. Η τιμή του εισιτηρίου περιελάμβανε το τέλος θεάματος που επιβαλλόταν από τον ενάγοντα/αιτητή δυνάμει του Περί Δήμων Νόμου 111/85 και των σχετικών κανονισμών. Ο εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση κατά την επίδικη περίοδο και στο πλαίσιο του κύκλου εργασιών, αρμοδιοτήτων και δραστηριοτήτων του, οργάνωσε και είχε υπό την αιγίδα, επίβλεψη, φροντίδα και διεύθυνση του, ποδοσφαιρικούς αγώνες στο ΓΣΠ και εισέπραξε ή είχε καθήκον να εισπράξει για λογαριασμό του ενάγοντα/αιτητή τέλος θεάματος ύψους €1.287.376,
- Ο εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση έναντι του ποσού αυτού πλήρωσε στον ενάγοντα/αιτητή ποσό €378.823,46, ενώ συνεχίζει να κατακρατεί παρανόμως το εναπομείναν, ύψους €908.553,24 (βλ. Τεκμήριο 1) παρά τις σχετικές οχλήσεις (βλ. Τεκμήριο 2). Ο εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση καταχώρησε εναντίον του ενάγοντα/αιτητή την Προσφυγή 1413/11, επιχειρώντας να προσβάλει την ειδοποίηση που του απέστειλε ο τελευταίος, αξιώνοντας καταβολή και υπολογισμό του επίδικου τέλους θεάματος. Στην υπό αναφορά προσφυγή, ο ενάγων/αιτητής (καθ' ου η αίτηση σε εκείνη τη διαδικασία), ήγειρε πέντε προδικαστικές εντάσεις, μεταξύ των οποίων και την απουσία έννομου συμφέροντος του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση (αιτητή στην προσφυγή), αμφισβητώντας τον τρόπο υπολογισμού του επίδικου φόρου. Η προσφυγή εκδικάστηκε και απορρίφθηκε στις 8.1.13, χωρίς ακρόαση επί της ουσίας. Παρότι ο ενάγων/αιτητής ήταν ο επιτυχών διάδικος στην προσφυγή, εντούτοις καταχώρισε έφεση (με αριθμό 29/13, ως το Τεκμήριο 3), στο μέρος εκείνο της απόφασης του Δικαστηρίου όπου διατυπώθηκε η επισήμανση πως το ποιος εισπράττει το φόρο θεάματος και κατ' επέκτασιν το ποιος οφείλει να τον καταβάλει στον ενάγοντα/αιτητή, αποτελεί ζήτημα που «.δεν απασχολεί το Ανώτατο δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας προσφυγής, είναι όμως το ουσιαστικά επίδικο θέμα μεταξύ των μερών και μόνο στα πλαίσια αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο μπορεί να επιλυθεί». Ο εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση δεν έχει υπεράσπιση ή τουλάχιστον, καλή ή γνήσια ή καλόπιστη υπεράσπιση, στην ουσία της αγωγής και αυτό επειδή, πέραν των άλλων, τα θέματα που εγείρει στην Υπεράσπιση αφορούν στην ουσία της διοικητικής πράξης (στην εγκυρότητα και νομιμότητα της), με την οποία επεβλήθη το επίδικο τέλος θεάματος. Η εγκυρότητα της διοικητικής πράξης διά της οποίας ο ενάγων/αιτητής καθόρισε και επέβαλε στον εναγόμενο/καθ' ου η αίτηση το προρρηθέν τέλος θεάματος, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο άλλης διαδικασίας, εκτός εκείνης που διαλαμβάνεται στο Άρθρο 146.1 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ως εκ τούτου, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει εγκυρότητα διοικητικής πράξης από την οποία εκπορεύεται η υποχρέωση καταβολής του τέλους θεάματος. Τελικώς, ζητείται από τον ενάγοντα/αιτητή η έκδοση απόφασης συνοπτικώς, εφόσον συντρέχουν όλες ανεξαιρέτως οι προς τούτο κανονιστικές και νομολογιακές προϋποθέσεις. Ο εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση ενίσταται στο αίτημα. Οι ενστάσεις αποσαφηνίζονται στην ένορκη δήλωση του Βάσου Κουτσιούντα, λογιστή και υπεύθυνου λογιστηρίου στην υπηρεσία του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση, όπου και ο ομνύων αναλύει τους λόγους που κατά την άποψη του θεμελιώνουν τις αντιρρήσεις του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση στο τι επιδιώκει ο ενάγων/αιτητής. Προτάσσεται πως ο εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και ότι υπάρχουν ουσιώδη γεγονότα τα οποία επιβάλλουν να δοθεί σε αυτόν το δικαίωμα να τα προωθήσει κατά την ακροαματική διαδικασία, πέραν του ότι η αίτηση χρήζει απόρριψης καθότι καταχωρίστηκε καθυστερημένως και καταχρηστικώς (αλλά και πρόωρα), με τον ενάγοντα/αιτητή να στερείται αγώγιμου δικαιώματος εφόσον η ορθότητα και εγκυρότητα των διοικητικών του αποφάσεων για επιβολή φόρου θεάματος κατά την επίδικη περίοδο έχει προσβληθεί βάσει του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, με τις σχετικές προσφυγές να εκκρεμούν. Επεξηγείται, ότι ο εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση δεν διοργανώνει ποδοσφαιρικούς ή άλλους αγώνες, πόσω δε μάλλον υπό την επίβλεψη, φροντίδα, διεύθυνση και ευθύνη του. Δεν είναι πρόσωπο που διεξάγει επιχείρηση δημοσίου θεάματος και ούτε εκδίδει ή πωλεί εισιτήρια εισόδου. Ουδέποτε εισέπραξε (και δεν εισπράττει) φόρο θεάματος για λογαριασμό του ενάγοντα/αιτητή ούτε και έχει οποιαδήποτε ανάμιξη ή εμπλοκή σε κάτι τέτοιο. Ο εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση δεν έχει υποχρέωση έναντι του ενάγοντα/αιτητή (ή συμβατική ή άλλη σχέση), που να τον συνδέει με τον τελευταίο και καθορίζει τις τιμές των εισιτηρίων εισόδου στους αθλητικούς χώρους με βάση το νόμο. Επί των τιμών, υπολογίζεται ο φόρος θεάματος που εισπράττεται από το σωματείο ή από το πρόσωπο που οργανώνει τον ποδοσφαιρικό αγώνα. Δικαιούχοι εισπράκτορες είναι τα σωματεία που οργανώνουν τους ποδοσφαιρικούς αγώνες τα οποία κατέβαλαν και ξόφλησαν το φόρο θεάματος στο ακέραιο. Ο εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση, ακολουθώντας πάγια πρακτική, ορίζει τις μέγιστες και ελάχιστες τιμές των εισιτηρίων που κάθε ομάδα μπορεί να καθορίσει ως την τιμή εισόδου στον εκάστοτε αγώνα και μέχρι προσφάτως το αθλητόσημο (δικό του αποκλειστικό τέλος), καθώς και τον τρόπο κατανομής του στο γηπεδούχο σωματείο, στο στάδιο και στην ομοσπονδία του αθλήματος έτσι που τα εισπραχθέντα ποσά να επιμερίζονται σχεδόν αυτομάτως, χωρίς να περιέρχονται στην κατοχή του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση. Με απόφαση του ημερομηνίας 9.10.01, ο εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση καθόρισε την πραγματική τιμή του εισιτηρίου εισόδου στο 30% της συνολικής αξίας του εισιτηρίου, ενώ το υπόλοιπο 70%, θα συνίστατο από το αθλητόσημο το οποίο δεν θα υπολογιζόταν στην καταβολή του φόρου θεάματος. Τούτη η απόφαση επαναβεβαιώθηκε από τον εναγόμενο/καθ' ου η αίτηση και κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα/αιτητή με επιστολή ημερομηνίας 30.10.02 (βλ. Τεκμήριο 1, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση). Ο ενάγων/αιτητής δεν καταχώρησε προσφυγή και δεν προσέβαλε την απόφαση του εναγόμενου/ καθ' ου η αίτηση ή αμφισβήτησε την εξουσία του τελευταίου να λαμβάνει τέτοιες αποφάσεις, με συνεπόμενο η απόφαση ημερομηνίας 9.10.01, να παραμένει ισχυρή, έγκυρη και τελεσίδικη. Όλες οι εισπράξεις που προέρχονται από τις πωλήσεις εισιτηρίων που πληρώνουν οι φίλαθλοι για να παρακολουθούν ποδοσφαιρικούς αγώνες που πραγματοποιούνται στα αθλητικά στάδια της Κύπρου, συμπεριλαμβανομένου και του ΓΣΠ (στο Στρόβολο), εισπράττονται από το στάδιο στο οποίο διεξάγεται ο αγώνας για λογαριασμό, εκ μέρους και υπό τη φροντίδα και έλεγχο του γηπεδούχου σωματείου. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση δεν διοργάνωσε ποδοσφαιρικό αγώνα στο ΓΣΠ και προσέτι ουδείς ποδοσφαιρικός αγώνας διεξήχθηκε εκεί υπό ή εκ μέρους ή/και υπό την αιγίδα, επίβλεψη, φροντίδα, διεύθυνση, έλεγχο και εξουσία του. Η είσπραξη των εσόδων από τις πωλήσεις των εισιτηρίων γίνεται από το ΓΣΠ μέσω των υπάλληλων, εκπροσώπων και εξουσιοδοτημένων ατόμων από αυτό, για λογαριασμό της γηπεδούχου ομάδας, ο δε διαμοιρασμός, στο φύλλο εκκαθάρισης με βάση τον καθορισμένο από τον εναγόμενο/καθ' ου η αίτηση τύπο, ο οποίος μέχρι σήμερα δεν έχει αμφισβητηθεί και προσβληθεί δικαστικώς από τον ενάγοντα/αιτητή. Ο εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση ουδέποτε κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό στον ενάγοντα/αιτητή ως φόρο θεάματος και ποτέ δεν έδωσε εντολή ή οδηγία προς οποιονδήποτε τρίτο να το πράξει εκ μέρους του. Είναι τα γηπεδούχα σωματεία και το ΓΣΠ που πάντοτε κατέβαλλαν και καταβάλλουν φόρο θεάματος και η υποχρέωση τους αυτή αναγνωρίζεται στις διαδικασίες έκδοσης και διάθεσης των εισιτηρίων του ΓΣΠ, ως το Τεκμήριο
- Ο φόρος θεάματος εισπράττεται από τον ενάγοντα/αιτητή στο τέλος κάθε ημιχρόνου ποδοσφαιρικού αγώνα και δη από τους εκπροσώπους του οι οποίοι βρίσκονται πάντα παρόντες στο χώρο, ελέγχοντας τη διαδικασία και τις εισπράξεις. Μάλιστα, ο ενάγων/αιτητής γνωρίζει πως οι πληρωμές του φόρου θεάματος για τις αθλητικές οργανώσεις που διεξάγονται στο ΓΣΠ γίνονται από τα σωματεία (βλ. Τεκμήριο 8). Η κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα/αιτητή ως Τεκμήριο 1 (μετά των αποδείξεων είσπραξης), εκδόθηκαν μονομερώς και αποκλειστικώς από τον ενάγοντα/αιτητή χωρίς αποδοχή τους από τον εναγόμενο/καθ' ου η αίτηση. Ο ενάγων/αιτητής ως εκ των Προσφυγών 194/13 και 237/13 (βλ. Τεκμήρια 12 και 13, αντιστοίχως), οι οποίες εκκρεμούν, κωλύεται από το να επιδιώκει τις επίδικες θεραπείες στην αγωγή. Σε καμία περίπτωση ο ενάγων/αιτητής δεν θα μπορούσε να γνωρίζει το 2002, ότι κατά την περίοδο 17.5.11-31.12.12 θα διεξάγονταν στο ΓΣΠ οι συγκεκριμένοι ποδοσφαιρικοί αγώνες ούτε και θα μπορούσε να ξέρει τον αριθμό των πωληθέντων εισιτηρίων, την αξία τους και προπαντός την ταυτότητα του διοργανωτή ούτως ώστε να είναι σε θέση (κατά το 2002), να λάβει διοικητική απόφαση για το τέλος θεάματος σε σχέση με τους συγκεκριμένους, ανύπαρκτους τότε αγώνες, μηδέ και θα μπορούσε να γνωρίζει το πρόσωπο που θα διοργάνωνε και θα προσέφερε το θέαμα, έτσι που οι προσβαλλόμενες διοικητικές πράξεις να αποτελούν χρεωστικό υπόλοιπο. Ο ενάγων/αιτητής δεν κέκτηται διοικητική εξουσία, δυνατότητα ή διακριτική ευχέρεια να αποφασίζει από ποιον θα εισπράττει και ποιος οφείλει να του καταβάλλει το τέλος θεάματος. Τούτο το πρόσωπο δεν είναι άλλο από εκείνο που διεξάγει την επιχείρηση του δημοσίου θεάματος. Ο εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση δεν οφείλει το ποσό της αγωγής, με αυτή να στρέφεται εναντίον του λανθασμένου διαδίκου λόγω του ότι δεν είναι (ο εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση) ο χρεώστης του ενάγοντα/αιτητή είτε για το επίδικο ποσό είτε για οποιοδήποτε άλλο ποσό. Κατά τις αγορεύσεις, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα/αιτητή ανέπτυξε το γιατί θα πρέπει, κατά τη γνώμη του, να κριθεί πως συντρέχουν τα προαπαιτούμενα για έκδοση της απόφασης και να απορριφθούν ως αβάσιμες οι αιτιάσεις του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση περί ύπαρξης υπεράσπισης. Η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση αντέτεινε ότι δεν στοιχειοθετούνται τα αναγκαία για την έκδοση της απόφασης συνοπτικώς διότι ο ενάγων/αιτητής απέτυχε να παρουσιάσει το αίτημα του κατά τρόπο συνάδοντα με τις αυστηρές προϋποθέσεις που θέτει επί τούτω η Δ.18 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Δεν προσφέρθηκε προφορική μαρτυρία ή αντεξετάστηκε οιοσδήποτε των ομνυόντων. Έλαβα υπόψη τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, στην πλήρη έκταση της, καθώς και την επιχειρηματολογία των δικηγόρων. Συγκλίνω με τις θέσεις που προώθησε ο κ. Λεοντίου και αποκλίνω, με κάθε σεβασμό, από εκείνες της κ. Δαμιανού. Εξηγώ. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της έκδοσης συνοπτικής απόφασης είναι καλώς εμπεδωμένες στο δίκαιο μας και συνοψίζονται περιεκτικώς στη Νεάρχου και Άλλου ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) ΑΑΔ 818, 824-826, ως ακολούθως: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant [1895] 1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd.
(1996)1 A.A.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment &Finance Ltd.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408). Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής:- (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, Κ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση. Με το ίδιο θέμα δηλαδή το τι πρέπει να περιέχει μια ένορκη δήλωση για συνοπτική απόφαση, ιδιαίτερα εκεί που ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο, είναι και τα όσα αναφέρονται στη προαναφερθείσα υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ σελ. 790-794 (απόφαση πλειοψηφίας) όπου δίνονται και παραδείγματα (με αναφορά σε αγγλικές αποφάσεις) πότε μια ένορκη δήλωση κρίθηκε ικανοποιητική και πότε όχι. Από πλευράς Εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα ακόλουθα: (α) ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή. (Λαζάρου ν. Μακεδόνας, πιο πάνω). Επίσης ο Εναγόμενος/καθού η αίτηση πρέπει να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιό μέρος από την απαίτηση του Ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. γενικά τη Δ.18, Κ.3 και την υπόθεση Hermes Ins. Co Ltd v. Julios Theodorides πιο πάνω, σελ. 338-339 όπου φαίνονται με λεπτομέρεια τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του). Από τη στιγμή που ο Ενάγων/Αιτητής ικανοποιεί τα κριτήρια για να ζητήσει συνοπτική απόφαση τότε (όπως ήδη αναφέραμε) το βάρος μετατοπίζεται στον Εναγόμενο/καθού η αίτηση να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. (Βλ. επίσης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος,
(1989)1 A.A.Δ. 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 Α.Α.Δ., σελ. 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.)) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ., σελ. 239). Στην προαναφερθείσα υπόθεση Rck Sports v. Persona Advertising Ltd ο Δικαστής Καλλής με αναφορά στο Αγγλικό σύγγραμμα The Annual Practice 1967 διατύπωσε τις αρχές ως εξής: «Αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης: Συνοψίζονται ως πιο κάτω στο Annual Practice, 1967, σελ. 121: «H εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones v. Stones [1984] A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72, Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18, Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198, Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C,P.D. 213, Ray v. Banker, 4 Ex.D.279)». «Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd v. Delap [1905] 92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone [1894] A.C. 122, Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A. Jacobs n. Booth' s Distillery Co. [1901] 85 L.T. 262 H.L., Lindsay v. Martin, 5 T.L.R. 322)»». Είχα κατά νουν την πιο πάνω καθοδήγηση κατά την πραγμάτευση των εδώ εγειρόμενων ζητημάτων. Ως παραδεκτώς προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρίσθηκε στις 25.9.14, επιδόθηκε στον εναγόμενο/καθ' ου η αίτηση στις 26.9.14, με το σημείωμα εμφάνισης των δικηγόρων του τελευταίου, να καταχωρείται στις 2.10.14 και την Υπεράσπιση του στις 6.3.15. Όλες οι αναφορές του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση εν σχέσει με την επίδικη οφειλή - εκπορευόμενης της τελευταίας από τη μη καταβολή υπόλοιπου τέλους θεάματος (δημοτικής φορολογίας) - εκπηγάζουν από καθήκον διοικητικού οργάνου για συλλογή φόρων και τελών και συνεπώς η εναντίωση στην οφειλή αυτή κατατάσσεται τετραγωνισμένα εντός της σφαίρας του διοικητικού δικαίου, βάσει του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση απέτυχε να προσβάλει επιτυχώς ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου την επίδικη απόφαση του Δήμου Στροβόλου αναφορικώς με τον τρόπο υπολογισμού και καταβολής του υπό συζήτηση τέλους. Δεδομένου ότι η απόφαση για την επιβολή των επίδικων τελών δεν ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, τούτα τα τέλη καθίστανται απαιτητά με αγωγή, όπου βεβαίως η νομιμότητα της περί ης ο λόγος απόφασης δεν υπόκειται σε αμφισβήτηση, γιατί (ως επαναλήφθηκε από τον Έντιμο Λιάτσο, Δ.) στην ΑΟΜΜ Γαλαξίας Παραγωγές Λίμιτεδ ν Δήμου Στροβόλου, ΠΕ 348/10, ημ. 11.7.14: «Η εγκυρότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης μπορεί να προσβληθεί μόνο με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Εφόσον δεν προσβληθεί ή ακυρωθεί από αρμόδιο αναθεωρητικό Δικαστήριο η διοικητική πράξη, η απόφαση διατηρεί καθόλα την ισχύ της ως προς τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή (Takis P. Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 1424, Συμβούλιο Εγγραφής Αρχιτεκτόνων & Πολιτικών Μηχανικών v. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453). Η αποκλειστική δικαιοδοσία για τον έλεγχο της νομιμότητας αποφάσεων, πράξεων η παραλείψεων αρχών ή οργάνων της Δημοκρατίας, τα οποία ασκούν εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία, επαφίεται, λοιπόν, μόνο στο Ανώτατο Δικαστήριο. Σταθερή είναι η γραμμή της νομολογίας ότι δεν μπορούν να υπάρχουν παράλληλες θεραπείες στο πλαίσιο του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Ενόψει των προνοιών του, είναι νομολογημένη αρχή του Κυπριακού Διοικητικού Δικαίου ότι η εγκυρότητα διοικητικών πράξεων δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο, άμεσα ή έμμεσα, οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας ενώπιον άλλου Δικαστηρίου, πολιτικής ή ποινικής. Με βάση τις ρητές πρόνοιες του Άρθρου 146, παροχή παράλληλης δικαιοδοσίας σε άλλα Δικαστήρια είναι ανεπίτρεπτη και ο θεσμικός αυτός διαχωρισμός των δικαιοδοσιών είναι κάθετος και απόλυτος. Θέματα όπως η ιδιοκτησία ή κατοχή, το είδος του υποστατικού και το ύψος των τελών, είναι ζητήματα που αφορούν την εγκυρότητα της διοικητικής πράξης επιβολής του τέλους και δεν μπορούν να αμφισβητηθούν στα πλαίσια άλλης παράλληλης διαδικασίας, πέραν της αναθεωρητικής που καθορίζεται στο Άρθρο 146 του Συντάγματος (James Peter v. Δήμου Αγίου Αθανασίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 612, 615). Εφόσον η απόφαση για επιβολή τέλους δεν ακυρώθηκε ή δεν προσβλήθηκε, αυτό καθίσταται απαιτητό με αγωγή, στην οποία η νομιμότητα της απόφασης δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και η οφειλή πρέπει να θεωρείται δεδομένη (D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd κ.ά. v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος
(2000)1 Α.Α.Δ. 1946, Amazing Trading Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2002)1 Α.Α.Δ. 1136, 1138-9)». Αποκλειστική δικαιοδοσία για τον έλεγχο της νομιμότητας αποφάσεων, πράξεων ή παραλείψεων αρχών ή οργάνων της Δημοκρατίας που ασκούν εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία, έχει (τώρα) το Διοικητικό Δικαστήριο και αναλόγως (και κατά τους κρίσιμους χρόνους) το Ανώτατο Δικαστήριο. Κατ' ακολουθίαν, δεν μπορεί να επιζητείται (υπό οποιοδήποτε πρόσχημα), η απόδοση παράλληλης θεραπείας βάσει του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας (βλ. κατ' αναλογίαν, ΑΟΜΜ Γαλαξίας Παραγωγές Λίμιτεδ ν Δήμου Στροβόλου, ΠΕ 348/10, ημ. 11.7.14). Το Επαρχιακό Δικαστήριο αποστερείται δικαιοδοσίας ελέγχου της νομιμότητας της επίδικης διοικητικής πράξης. Η τελευταία, δεν έχει ακυρωθεί ή ανακληθεί, με επακόλουθο να παράγει έννομα αποτελέσματα, παρέχοντας συνάμα το δικαίωμα στον ενάγοντα/αιτητή να αξιώνει με αγωγή την καταβολή των οφειλομένων - με την προσεπιβάρυνση ύψους 10%, να δικαιολογείται βάσει των συνδυασμένων προνοιών των άρθρων 128 και 134 του Περί Δήμων Νόμου 111/85 - και να εξανδραποδίζει την ίδια ώρα (και κατά λογική δικαιϊκή συνέπεια), την ένταση του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση περί του υποτιθέμενου πρόωρου της αγωγής (βλ. κατ' αναλογίαν, Αντέννα Λίμιτεδ ν Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1079, 1089-1090). Η πρόταξη από μέρους του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση, σχολίου στο πλαίσιο απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.1.13, επί προδικαστικών ενστάσεων που ηγέρθηκαν στην Προσφυγή 1413/11 (Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού ν Δήμου Στροβόλου), πως η διαφωνία μεταξύ των διαδίκων «. εφ' όσον, ο μεν Δήμος θεωρεί τον ΚΟΑ ως τον οφείλοντα να εισπράττει και να καταβάλλει στο Δήμο το φόρο, ο δε ΚΟΑ θεωρεί ότι δεν είναι ο ίδιος που έχει αυτή την υποχρέωση αλλά το σωματείο το οποίο διαχειρίζεται το χώρο του θεάματος, δηλαδή της ποδοσφαιρικής συνάντησης» και ότι αυτό το θέμα «.δεν απασχολεί το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας προσφυγής, είναι όμως το ουσιαστικά επίδικο θέμα μεταξύ των μερών και μόνο στα πλαίσια αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο μπορεί να επιλυθεί», αποτελεί τοποθέτηση που (εκτός του ότι έχει εφεσιβληθεί από τον ενάγοντα/αιτητή), δεν συνιστά τίποτε περισσότερο παρά αναφορά κατά την ρύμη του σκεπτικού, χωρίς δικαστική διάθεση δημιουργίας δεσμευτικού προηγουμένου (obiter dictum). Η απόφαση του ενάγοντα/αιτητή να κρίνει τον εναγόμενο/καθ' ου η αίτηση ως τον διοργανωτή του δημοσίου θεάματος και τουτέστιν, ως το πρόσωπο από το οποίο δικαιολογείται η απαίτηση καταβολής του σχετικού τέλους θεάματος, συνθέτει και τούτη, διοικητική απόφαση κατά την ενάσκηση της διοικητικής λειτουργίας του ενάγοντα/αιτητή να επιβάλλει και εισπράττει δημοτική φορολογία η οποία ωστόσο μπορεί να ελεγχθεί μόνο στη βάση του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Κυπριακός Οργανισμός Αθλητισμού ν Δήμου Στροβόλου, Προσφυγή 1516/12, ημ. 30.6.15, Κυπριακός Οργανισμός Αθλητισμού ν Δήμου Στροβόλου, Προσφυγή 480/09, ημ. 10.10.11). Παρεμβάλλω, ότι στην Κυπριακός Οργανισμός Αθλητισμού ν Δήμου Στροβόλου, Προσφυγή 1516/12, ημ. 30.6.15, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε και τα ακόλουθα σχετικά, περί της απώλειας του όποιου δικαιώματος είχε ο εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση να προσφύγει εκεί ένεκα (και) της στάσης του να αρνείται το ρόλο του ως διοργανωτή: «Οι προδικαστικές ενστάσεις κρίνονται βάσιμες. Δεν χρειάζεται όμως να εξεταστεί η πρώτη περί του τίτλου της προσφυγής ενόψει των όσων ακολουθούν. Κατ΄ αρχάς, είναι οφειλόμενη η παρατήρηση ότι ατυχώς, κατ΄ ελάχιστον, ο Κ.Ο.Α. προτάσσει εισήγηση ότι μόλις με την προσβαλλόμενη πράξη του 2012, ήταν που πληροφορήθηκε την απαίτηση του Δήμου να εισπράττει από αυτόν το τέλος θεάματος. Δεν είναι η πρώτη φορά που το θέμα είχε απασχολήσει το Ανώτατο Δικαστήριο, ή, ακόμη, και τα Επαρχιακά Δικαστήρια. Στην υπόθεση Κυπριακός Οργανισμός Αθλητισμού ν. Δήμου Στροβόλου και/ή του Δημοτικού Συμβουλίου Στροβόλου και/ή του Δημάρχου Στροβόλου, προσφυγή υπ΄ αρ. 480/2009, ημερ. 10.10.2011, το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολήθηκε με το ίδιο ακριβώς ζήτημα. Στο επίκεντρο ήταν η επιβολή του τέλους και η είσπραξη από τον Κ.Ο.Α., «φορολογίας και/ή δημοτικού τέλους θεάματος», ημερ. 10.2.2009, όπως η πράξη αυτή κοινοποιήθηκε με επιστολή του Δήμου ημερ. 16.2.
- Με την επιστολή είχαν αναζητηθεί οι συσσωρευμένες οφειλές που είχαν δημιουργηθεί ακριβώς λόγω της αλλαγής του τρόπου υπολογισμού του τέλους ώστε από το 2002, αυτό να επιβαλλόταν επί του συνόλου του τιμήματος της αξίας του εισιτηρίου μη αφαιρούμενης της αξίας του αθλητόσημου, αντί επί του 30% της συνολικής τιμής αφαιρούμενου του αθλητόσημου εκ 70%. Η αναζήτηση της οφειλής αφορούσε όλα τα προηγηθέντα χρόνια 2002-
- Ηγέρθησαν παρόμοιες προδικαστικές ενστάσεις περί εκπρόθεσμης προσφυγής κ.ά., και το Δικαστήριο έκρινε ότι η πράξη του Δήμου, η οποία εκ των υστέρων και μόνο προσβαλλόταν εφόσον δεν είχε οποτεδήποτε προηγουμένως αμφισβητηθεί με ένδικα μέσα από τον Κ.Ο.Α., δεν ήταν τίποτε άλλο από «μια χρεωστική κατάσταση για συσσωρευθείσες φορολογίες ετών και επί μέρους ποδοσφαιρικών αγώνων, οι οποίες είχαν επιβληθεί μετά από κάθε αγώνα και για τη νομιμότητα της επιβολής των οποίων δεν ασκήθηκε από τον αιτητή εμπρόθεσμα, ένδικο μέσο.». Το Ανώτατο Δικαστήριο θεώρησε την προσβαλλόμενη πράξη ως μια υπενθυμητική και βεβαιωτική πράξη ώστε η προσφυγή να είχε ασκηθεί σαφώς εκπρόθεσμα, με αποτέλεσμα την απόρριψη της. Ουδέν αντιτείνουν οι συνήγοροι του Κ.Ο.Α. στην απαντητική τους αγόρευση. Επαναλαμβάνουν τη θέση ότι ο Δήμος δεν «γνώριζε και δεν είχε υποχρέωση να γνωρίζει» επειδή η απόφαση εκείνη του 2002 δεν τον αφορούσε, θέση εντελώς ανεπίτρεπτη υπό το φως των προηγηθέντων. Εισηγούνται περαιτέρω ότι δεν είναι υπό αμφισβήτηση μόνο ο τρόπος υπολογισμού του φόρου θεάματος, τον οποίο χαρακτηρίζουν ως το ένα σκέλος της προσφυγής, αλλά υπό αμφισβήτηση είναι και το έτερο εξίσου σημαντικό σκέλος, αυτό της νομιμοποίησης του Δήμου να επιδιώκει να εισπράττει οτιδήποτε από τον Κ.Ο.Α. Και αυτό όμως έχει στην ουσία επιλυθεί με την απόφαση στην 480/2009, ημερ. 10.10.
- Λανθασμένα λοιπόν ο Κ.Ο.Α. παραγνωρίζει την απόφαση αυτή η οποία έχει δημιουργήσει μέχρι τώρα και δεδικασμένο, εφόσον ακόμη εκκρεμεί η έφεση απ΄ αυτής. Το παράπονο του Κ.Ο.Α. ότι σε δύο διαδικασίες στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις αγωγές υπ΄ αρ. 2854/2010 και 6390/2007, κρίθηκε ότι ο Δήμος είχε δικαίωμα στην έγερση αγωγής για είσπραξη των οφειλομένων, τα οποία και δεν μπορούσε να αμφισβητήσει ο Κ.Ο.Α. διότι αυτά αφορούσαν, όσον αφορά την επιβολή, αλλά και το ύψος των τελών, διοικητική πράξη, δεν δικαιολογεί τον Κ.Ο.Α. να λέγει τώρα ότι διά της αποδοχής της προδικαστικής ενστάσεως επί του εκπροθέσμου, ο Κ.Ο.Α. θα απωλέσει το κατοχυρωμένο συνταγματικό δικαίωμα του να ακουστεί ενώπιον Δικαστηρίου. Το επιχείρημα είναι παντελώς αβάσιμο. Ο Κ.Ο.Α. πρέπει να μέμφεται τον εαυτό του για το λόγο της μη έγκαιρης και εμπρόθεσμης προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο. Είναι σαφές ότι η απόφαση του Δήμου του 2002, η οποία όχι μόνο κοινοποιήθηκε, αλλά και έτυχε απάντησης από τον Κ.Ο.Α., ήταν η μόνη εκτελεστή πράξη, η οποία και θα έπρεπε από τότε να προσβληθεί με αίτηση ακυρώσεως. Πέραν του δεδικασμένου που έχει δημιουργηθεί, επαναλαμβάνεται ότι η προσβαλλόμενη τώρα πράξη δεν είναι παρά πράξη εκτέλεσης εφόσον από τη διοίκηση, δηλαδή, από τον Δήμο Στροβόλου, η υπό αναφορά επιστολή του με την οποία απέστειλε ή υπενθύμισε τα χρεωστικά δελτία, ήταν ένα αναγκαίο μέτρο κατά την εξέλιξη της διαδικασίας εφαρμογής και είσπραξης των ποσών που είχαν αναλογίσει ως πληρωτέα στον Δήμο από τους διάφορους ποδοσφαιρικούς αγώνες. Η προσβαλλόμενη πράξη είναι απλώς πράξη εκτέλεσης διότι δεν είναι με οποιονδήποτε τρόπο η αρχική πράξη παραγωγής εννόμων αποτελεσμάτων και υποχρεώσεων, αλλά απλώς η εφαρμογή της αρχικής απόφασης του Δήμου του 2002, η οποία ήταν και η μόνη εκτελεστή πράξη. Σύμφωνα με τη νομολογία, εκτελεστή διοικητική πράξη είναι εκείνη η οποία παράγει άμεσα έννομα αποτελέσματα και επηρεάζουν τον διοικούμενο κατά τρόπο που να δημιουργεί σ΄ αυτόν έννομο συμφέρον να την προσβάλει. Γνώρισμα και μάλιστα χαρακτηριστικό της παραγωγής εννόμου αποτελέσματος, είναι η επιβολή υποχρεώσεων στον διοικούμενο η οποία να δύναται ταυτόχρονα να τύχει εφαρμογής διά νομίμου εξαναγκασμού από τη διοίκηση, (δέστε Δημοκρατία ν. Sunoil Bunkering Ltd
(1994)3 Α.Α.Δ. 26 και Γιασεμίδου ν. Δημοτικού Συμβουλίου Στροβόλου κ.ά. (Αρ. 1)
(1996)3 Α.Α.Δ. 357). Άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι η γνωστοποίηση της απόφασης στον διοικούμενο ώστε να μπορεί να την προσβάλει ως προκαλούσα άμεσα αποτελέσματα και όχι ως παραπέμπουσα σε μια απλή μελλοντική πιθανολόγηση. Κατά τον Π.Δ. Δαγτόγλου: «Γενικό Διοικητικό Δίκαιο» 5η έκδ. σελ. 289, παρ. 538, διοικητική εκτελεστή πράξη είναι εκείνη που αναπτύσσει άμεση νομική ισχύ και δεσμεύει τον αποδέκτη της, (δέστε P.A. College v. Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 187, Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v. Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού κ.ά.
(2011)3 Α.Α.Δ. 851 και Atlantis College (Μιχαήλ Αρέστη) ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 1499/2011, ημερ. 22.3.2013). Η υπό ημερ. 30.9.2002 επιστολή του Δήμου προς τον Κ.Ο.Α. τιτλοφορείτο: «Φόρος θεάματος για ποδοσφαιρικούς αγώνες στο στάδιο Γ.Σ.Π.», πληροφορούσε δε τον Κ.Ο.Α., ότι εφεξής ο Δήμος «.. θα υπολογίζει και εισπράττει τον φόρο θεάματος για τις ποδοσφαιρικές συναντήσεις που πραγματοποιούνται στο στάδιο του Γ.Σ.Π. επί της συνολικής αξίας των εισιτηρίων, μη αφαιρουμένου του αθλητόσημου, ως προνοείται από την περί Δήμων νομοθεσία και Κανονισμούς.». Στη συνέχεια, στην ίδια επιστολή, ο Δήμος πληροφορούσε τον Κ.Ο.Α. ότι οι οδηγίες αυτές είχαν ήδη διαβιβαστεί στο προσωπικό του Δήμου που ασχολείται με τον έλεγχο των εισιτηρίων των ποδοσφαιρικών συναντήσεων «... και θα εκδίδεται σχετικό χρεωστικό προς τον Οργανισμό σας για τον φόρο θεάματος επί της συνολικής αξίας των εισιτηρίων.». Είναι λοιπόν προφανές ότι από το 2002 και με τη γνωστοποίηση της επιστολής στον Κ.Ο.Α., είχε επιβληθεί υποχρέωση σ΄ αυτόν διαφορετική από τη ρύθμιση που προηγουμένως εφαρμοζόταν. Ο Δήμος επικαλέστηκε το Νόμο και τους Κανονισμούς για να αλλάξει τη μεθοδολογία του τρόπου επιβολής του τέλους θεάματος. Και όχι μόνο αυτό. Εξήγησε ταυτόχρονα ότι η αλλαγή στη ρύθμιση θα επέφερε και άμεσες επιπτώσεις στον Κ.Ο.Α., εφόσον θα εκδίδονταν πλέον προς εφαρμογή της απόφασης και τα ανάλογα χρεωστικά δελτία. Συνεπώς η επίπτωση της απόφασης του Δήμου επί του Κ.Ο.Α. ήταν άμεση και δι΄ αυτής παράχθηκαν έννομα αποτελέσματα, τα οποία όφειλε ο Κ.Ο.Α. εφόσον διαφωνούσε να αμφισβητούσε με την καταχώρηση προσφυγής εντός των προβλεπομένων από το Σύνταγμα διά του Άρθρου 146, χρόνου των 75 ημερών. Στην απόφαση της Ολομέλειας στην Α.Ο.Μ.Μ. Γαλαξίας Παραγωγές Λτδ ν. Δήμου Στροβόλου
(2003)3 Α.Α.Δ. 291, εκτός των όσων θα αναφερθούν κατωτέρω ως προς το έννομο συμφέρον, κρίθηκε ότι τα χρεωστικά δελτία που είχαν αποσταλεί προς τους εφεσείοντες με τη φορολογία θεάματος για παραστάσεις και εκδηλώσεις εντός των δημοτικών ορίων, «.. δεν ενσωμάτωναν τα ίδια εκτελεστή διοικητική πράξη αλλά συνιστούσαν αξίωση ποσών ήδη προκυπτόντων κατά τα προηγηθέντα.». Όπως και εκεί, έτσι και στην παρούσα προσφυγή, το προσδιοριστικό της αίτησης ακυρώσεως σχετίζεται με τον ορισμό, επιβολή και είσπραξη της φορολογίας και/ή του δημοτικού τέλους. Ο Κ.Ο.Α. με την απάντηση του ημερ. 30.10.2002, αναγνώρισε το δικαίωμα του Δήμου να επιβάλλει φόρο θεάματος, φόρος ή τέλος που επιβαλλόταν και προηγουμένως χωρίς αμφισβήτηση. Ήταν το ποσοστό επί του οποίου θα πληρωνόταν εφεξής που δημιούργησε το πρόβλημα. Επ΄ αυτού του ποσοστού υπήρχε διαφωνία. Αντί του 30% ο φόρος θεάματος θα επιβαλλόταν επί του συνόλου του εισιτηρίου εισόδου. Ο Κ.Ο.Α. επέστρεψε τα εκδοθέντα από το Δήμο τιμολόγια, εννοείται ως μη αποδεκτό τρόπο υπολογισμού του φόρου θεάματος, προσθέτοντας μάλιστα ότι θα προσπαθούσε να ρυθμίσει ανάλογα το όλο ζήτημα και θα ενημέρωνε προς τούτο ανάλογα τον Δήμο. Από αυτή την αντίδραση καταρρίπτονται τα επιχειρήματα του Κ.Ο.Α. στην αγόρευση του ότι η επιστολή του Δήμου ημερ. 30.9.2002 δεν τον αφορούσε, ή ότι δεν επέβαλλε οποιαδήποτε υποχρέωση (επεστράφησαν εκδοθέντα τιμολόγια), ή, ότι πολύ αργότερα πληροφορήθηκε με την τώρα προσβαλλόμενη πράξη το όλο ζήτημα. Επί όλων των σημείων αυτών, ο Κ.Ο.Α. ελέγχεται ως λανθασμένος. Πέραν του μη εκτελεστού της προσβαλλόμενης εδώ πράξης, ο Κ.Ο.Α. σαφώς δεν έχει ούτε έννομο συμφέρον στην υποβολή της υπό κρίση αιτήσεως ακυρώσεως. Και πάλι το θέμα έχει στην ουσία τελεσίδικα κριθεί από τη νομολογία. Στην Α.Ο.Μ.Μ. Γαλαξίας Παραγωγές Λτδ - ανωτέρω -, η Ολομέλεια θεώρησε ότι οι εφεσείοντες δεν είχαν έννομο συμφέρον να προσβάλουν την πράξη διότι δεν ήταν οι ίδιοι οι αποδέκτες του φόρου θεάματος, αλλά απλώς εισπράκτορες. Ο φόρος επιβαλλόταν επί του εισιτηρίου το οποίο αγόραζαν οι θεατές και οι οποίοι ήταν τα πρόσωπα τα οποία κατέβαλλαν το φόρο. Η Ολομέλεια ακολούθησε εν προκειμένω τη Sportsman Betting Company Ltd v. Δημοκρατίας
(2001)3 Α.Α.Δ. 1069, η οποία αφορούσε φόρο για συλλογικά στοιχήματα και στην οποία κρίθηκε ότι οι αποδέκτες τους δεν νομιμοποιούνταν σε προσφυγή εφόσον ο φόρος επιβάρυνε τα πρόσωπα που συμμετείχαν στο στοίχημα, με τους αποδέκτες να ενεργούσαν ως απλοί εισπράκτορες. Η Ολομέλεια στην Α.Ο.Μ.Μ. Γαλαξίας Παραγωγές Λτδ, κατέληξε ότι «... η προσβαλλόμενη επιβολή τέλους θεάματος δεν αφορούσε τους εφεσείοντες, πως το δικό τους συμφέρον ήταν έμμεσο και όχι "ίδιον" όπως απαιτείται από το Άρθρο 146.2 του Συντάγματος και πως δεν νομιμοποιούνταν στην άσκηση των προσφυγών», απορρίπτοντας τις εφέσεις. Ακολουθώντας την πιο πάνω θεώρηση του πράγματος, η νομολογία αυτή εφαρμόστηκε ευθέως και στον Κ.Ο.Α. Στην Κυπριακός Οργανισμός Αθλητισμού ν. Δήμου Στροβόλου κ.ά., υπόθ. αρ. 1413/2011, ημερ. 8.1.2013, το Ανώτατο Δικαστήριο σε προσφυγή ταυτόσημη με την παρούσα για άλλες βεβαίως περιόδους και χρεωστικές σημειώσεις, αποδέχθηκε παρόμοια προδικαστική ένσταση περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος στη βάση της απόφασης της Α.Ο.Μ.Μ. Γαλαξίας Παραγωγές Λτδ. Ο Κ.Ο.Α. δεν ήταν το υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο και δεν νομιμοποιείτο να προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο. Υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο ήταν μόνο ο θεατής, με τον Κ.Ο.Α. να ενεργεί ως απλώς εισπράκτορας. Η ουσία ήταν ότι ο Δήμος είχε νομοθετική εξουσία να επιβάλει το τέλος θεάματος, οι δε Κανονισμοί επέτρεπαν τη ρύθμιση του θέματος της είσπραξης. Και αυτή λοιπόν η υπόθεση (η υπ΄ αρ. 1413/2011), αφορούσε παρόμοιο θέμα ώστε να παραμένει έκπτωτη η θέση του Κ.Ο.Α. ότι για πρώτη φορά πληροφορήθηκε το ζήτημα με την υπό κρίση προσβαλλόμενη πράξη. Και ενώ η προαναφερθείσα απόφαση στην προσφυγή αρ. 480/2009, έλυσε το ζήτημα του εκπροθέσμου, η προσφυγή αρ. 1413/2011, έλυσε και το ζήτημα του εννόμου συμφέροντος. Όλα τα ανωτέρω νομολογηθέντα δεν απαντώνται από τον Κ.Ο.Α. Αναφέρονται γενικώς στις αρχές περί εννόμου συμφέροντος, της εκτελεστότητας μιας διοικητικής πράξης κλπ, αγνοώντας την πιο πάνω δεσμευτική νομολογία επί των θεμάτων αυτών, η οποία επεκτάθηκε και σε υποθέσεις επί των ιδίων θεμάτων και μεταξύ των ιδίων διαδίκων. Δεν χρειάζεται να εξεταστούν οποιεσδήποτε άλλες προδικαστικές ενστάσεις. Η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη .». Τα πιο πάνω (εκφρασθέντα διά του Έντιμου Ναθαναήλ, Δ.), έχουν εφαρμογή και στην τωρινή περίπτωση, τηρουμένων πάντοτε των αναλογιών. Για την ένσταση του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση πως η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι δικονομικώς παράτυπη και νομικώς άκυρη, παρατηρώ ότι η θέση υστερεί κατάλληλης εδραίωσης αφού ο ομνύων Μιχάλης Αναστασιάδης ορκίζεται θετικώς και επαρκώς περί των γεγονότων της υπόθεσης, επιβεβαιώνοντας τη βάση της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται, δηλώνοντας ρητώς ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η μαρτυρία του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση επί του ζητήματος του φόρου θεάματος και ειδικότερα της έκδοσης συναφών τιμολογίων σχετίζεται με την αμφισβήτηση του τρόπου υπολογισμού του επίδικου φόρου και όχι του αποδέχτη των τιμολογίων. Τα περί επιστροφής των τιμολογίων από τον εναγόμενο/καθ' ου η αίτηση καθότι τούτα εκδόθηκαν (ως ο τελευταίος λέγει), εκ παραδρομής, αποκλίνει κατά πολύ από το να αποτελεί (στη βάση του ενώπιον μου μαρτυρικού υλικού) υπεράσπιση (ισχνή έστω), χώρια ασφαλώς από το ενυπάρχον δικαιοδοτικό ζήτημα, ως έχει ήδη αναλυθεί. Περιπλέον, η θέση του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, πως ο ενάγων/αιτητής «. είσπραξε από τους έναντι του υπόχρεους στο ακέραιο το φόρο θεάματος που νόμιμα εδικαιούτο την περίοδο 17/05/2011 μέχρι 31/12/2012 και ουδέν ποσό οφείλεται σήμερα σ' αυτόν», χαρακτηρίζεται από γενικότητα, ασάφεια, αοριστία και ανεπάρκεια για υποστήριξη της άποψης περί αποκάλυψης υπεράσπισης (βλ. κατ' αναλογίαν, Αυγουστή και Άλλη v Πίριλλου
(1997)1(Α) ΑΑΔ 5, 11-13). Αποτελεί - η προσχηματική αυτή τοποθέτηση του υπό αναφορά διαδίκου (βλ. κατ' αναλογίαν, Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ v Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας ΑΕ (Αρ.1)
(2001)1(Α) ΑΑΔ 418, 422-423) - ένα απλό ισχυρισμό, δίχως καθόλου λεπτομέρειες και στοιχεία (όπως για το πώς και πότε συνέβη αυτή η φερόμενη είσπραξη), κατά τρόπο που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να καταλήξει επί του θέματος της ύπαρξης καλόπιστης υπεράσπισης στον απαιτούμενο εδώ βαθμό (βλ. κατ' αναλογίαν, Καμένος και Άλλης v Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ΠΕ 102/11, ημ. 22.7.14). Για τα περί καθυστερημένης καταχώρησης της παρούσας αίτησης και της επακόλουθης κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας - και μολονότι η καθυστέρηση στην επιδίωξη ενδιάμεσης θεραπείας (ή άλλου δικονομικού διαβήματος), μπορεί τωόντι να συνθέτει ενίοτε κρίσιμη μεταβλητή για την αποδοχή ή απόρριψη της θεραπείας τούτης ή του διαβήματος -διαπιστώνει κανείς ότι καμιά καθυστέρηση υπήρξε, τουλάχιστον της εμβέλειας εκείνης που θα μπορούσε δυνητικώς να θέσει τα πράγματα υπό διαφορετική οπτική και αυτό για το λόγο ότι η αγωγή καταχωρίστηκε στις 25.9.14, με την Υπεράσπιση να καταχωρίζεται την 6.3.15 (μετά από αίτηση για έκδοση απόφασης λόγω μη έγκαιρης καταχώρησης Υπεράσπισης) και την παρούσα αίτηση να καταχωρίζεται στις 4.9.15, παρόλο που, πράγματι, τούτο θα μπορούσε να είχε συμβεί νωρίτερα. Ουδεμία των υπόλοιπων ενστάσεων του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση ευσταθεί (ακόμη και κατά ελάχιστο βαθμό) και τούτο εξαιτίας των συνολικών αδυναμιών που τις περιστοιχίζουν, ως ήδη αναλύθηκε. Απουσιάζουν ουσιώδη γεγονότα που θα μπορούσαν να διαπλάσουν προσδοκία στον εναγόμενο/αιτητή ότι τούτα διαμορφώνουν με οποιοδήποτε τρόπο δικαίωμα υπεράσπισης στην τρέχουσα διαδικασία. Μήτε και διαπιστώνεται εσκεμμένη, ή άλλως πως ουσιώδης παράλειψη αναφοράς σε γεγονότα από μέρους του ενάγοντα/αιτητή στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τα οποία θα μπορούσαν να κατευθύνουν τα πράγματα προς την κατεύθυνση που υπέβαλε ο εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση. Απεναντίας, τα γεγονότα αποκαλύπτουν σαφές και αδιάσειστο αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα/αιτητή εναντίον του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση υπό συνθήκες που ποσώς θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως επιπόλαιες, καταπιεστικές ή καταχρηστικές, ως διατείνεται ο τελευταίος. Ο ενάγων/αιτητής ικανοποίησε τις σωρευτικές προϋποθέσεις της Δ.18 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, με τον εναγόμενο/καθ' ου η αίτηση - σε αντίθεση με τον ενάγοντα/αιτητή - να μην καταδεικνύει τα όσα επιβαλλόταν να καταδείξει συμφώνως των αρχών που περιστοιχίζουν αιτήματα αυτής της φύσης. Δεν υπάρχουν, με άλλα λόγια, επίδικα θέματα μεταξύ των διαδίκων τα οποία πρέπει να εκδικαστούν στο πλαίσιο της δίκης για τα οποία να επιβάλλεται να δοθεί η δυνατότητα στον εναγόμενο/καθ' ου η αίτηση να τα προωθήσει (βάσει της ήδη καταχωρησθείσας Υπεράσπισης του). Αναμφιβόλως, ο εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή (βλ. κατ' αναλογίαν, New Orchidea Fashion Ltd ν Εργοληπτικής Εταιρείας Βαρνάβας Χ¨ Κυπριανού Λτδ)
(1998)1(Α) ΑΑΔ 202, 207). Η αίτηση επιτυγχάνει, με έξοδα υπέρ του ενάγοντα/αιτητή και εναντίον του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα/αιτητή και εναντίον του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση, ως οι παράγραφοι Α-Δ της Έκθεσης Απαίτησης. Τα έξοδα της αίτησης και της αγωγής, να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο