← Κύπρος

Φουκαρίδης και Σία Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα, Αγωγή αρ. 2216/12, 18/1/2016

Φουκαρίδης και Σία Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα, Αγωγή αρ. 2216/12, 18/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε. Δ. Αγωγή αρ. 2216/12 ΜΕΤΑΞΥ: Φουκαρίδης και Σία Λτδ Ενάγουσας και Γενικού Εισαγγελέα Εναγομένου ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 18 Ιανουαρίου, 2016 Για τον Εναγόμενο-Αιτητή: κα Μαρία Δρυμιώτου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για την Ενάγουσα-Καθ' ης η αίτηση: κα Λουκία Πατσαλίδου για κκ. Λουκής Γ. Λουκαΐδης & Σία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Στις 30.3.2012 καταχωρήθηκε επί γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος η παρούσα αγωγή, με την οποία η Ενάγουσα αξιώνει €61.017,00 ως αποζημιώσεις για κατακυρωθείσα προσφορά Σχολικής Εφορείας αρ. 6/2008-09 για εργασίες για το 2009 προς όφελος του Γ' Δημοτικού Σχολείου Αραδίππου η οποία όμως δεν υλοποιήθηκε από πλευράς Υπουργείου Παιδείας και το ποσό της προσφοράς απωλέσθηκε από την Ενάγουσα, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Ο Εναγόμενος καταχώρησε εμφάνιση στις 11.4.2012 και ακολούθησε η καταχώρηση της Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας. Λόγω της μικρής έκτασης αυτής, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο της: «

  1. Η ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με εγγεγραμμένο γραφείο στην Ξυλοτύμπου και λειτουργεί τα τελευταία 15 χρόνια ως εργοληπτική εταιρεία για κατασκευές οικιών και άλλων παρόμοιων έργων.
  2. Ο εναγόμενος ενάγεται για τις υποχρεώσεις του Υπουργείου Παιδείας.
  3. Προς όφελος της ενάγουσας κατακυρώθηκε προσφορά αρ. 6/2008-09 της Σχολικής Εφορείας του Γ' Δημοτικού Σχολείου Αραδίππου για εργασίες για το 2009 προς όφελος του Σχολείου αυτού για το ποσό των €61.017,00 η οποία όμως δεν υλοποιήθηκε από πλευράς Υπουργείου Παιδείας με αποτέλεσμα να απωλέσει η Ενάγουσα το εν λόγω ποσό. Για την κατακύρωση της εν λόγω προσφοράς κατακρατείτο τραπεζιτική εγγύηση της ενάγουσας προς όφελος του Υπουργείου Παιδείας για την περίοδο Δεκέμβριο 2008 μέχρι 23/6/
  4. Η ενάγουσα αξιοί:
  5. Το ποσό των €61.017,00 ως ανωτέρω.
  6. Νόμιμο τόκο προς 8%
  7. Οποιανδήποτε άλλη δίκαιη/ορθή θεραπεία ήθελε κρίνει πρέπεουσα το Δικαστήριο.
  8. Έξοδα πλέον ΦΠΑ.» Με την Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος εγείρει τις ακόλουθες τρεις προδικαστικές ενστάσεις: «
  9. (α) Η παρούσα αγωγή δεν έπρεπε να καταχωρηθεί εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και/ή ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δεν έπρεπε να αναφέρεται ως διάδικος στην παρούσα αγωγή. (β) Η Ενάγουσα, με την Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε βάση αγωγής εναντίον του Εναγόμενου. (γ) Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δεν ευθύνεται και/ή δεν εκπροσωπεί και/ή δεν ενάγεται για τις Σχολικές Εφορίες.». Χωρίς επηρεασμό των προδικαστικών ενστάσεων, ο Εναγόμενος αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και αναφέρει ότι το Υπουργείο Παιδείας ουδέποτε κατακύρωσε οποιανδήποτε προσφορά προς όφελος της Ενάγουσας και/ή ουδέποτε κατακράτησε οποιαδήποτε τραπεζική εγγύηση της Ενάγουσας. Ακολούθησαν ένορκες αποκαλύψεις εγγράφων και από τις δύο πλευρές και ακολούθως η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 25.9.2014, στις 4.2.2015 και στις 22.9.
  10. Στις 22.9.2015 ζητήθηκε αναβολή της ακρόασης της αγωγής με σκοπό να καταχωρηθεί αίτηση για εκδίκαση προδικαστικών σημείων. Στις 29.9.2015 καταχωρήθηκε αίτηση από τον Εναγόμενο-Αιτητή με νομική βάση τη Δ.27 Θ.1 και 2[1] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, με την οποία ο Αιτητής ζήτησε όπως τα νομικά σημεία (προδικαστικές ενστάσεις) που εγέρθηκαν στην παράγραφο 1, υποπαράγραφοι (α), (β) και (γ) (ανωτέρω) της Υπεράσπισης του, προδικαστούν και/ή αποφασισθούν από το Δικαστήριο πρώτα και/ή προ της ακρόασης ολόκληρης της αγωγής, επειδή τυχόν επιτυχία τους θα θέσει εκτός συζήτησης ολόκληρη την αγωγή. Η Εναγομένη-Καθ' ης η αίτηση αποδέχτηκε την αίτηση ημερομηνίας 29.9.
  11. Η ακροαματική διαδικασία και οι θέσεις που προβλήθηκαν Δηλώθηκαν από τις δύο πλευρές ως παραδεκτά, τα ακόλουθα γεγονότα: «Στις 10.10.2008 προκηρύχθηκε εκ μέρους της σχολικής εφορείας Αραδίππου προσφορά με αρ. 6/2008 - 2009 για το εξωτερικό βάψιμο του Γ' Δημοτικού Σχολείου Αραδίππου. Προς τούτο δόθηκε εγγυητική εκ μέρους της Ενάγουσας με ημερομηνία 22.10.2008 η οποία επιστράφηκε στις 23.6.2010 λόγω ακύρωσης του διαγωνισμού.» Επίσης, κατατέθηκε ως παραδεκτό έγγραφο αντίγραφο της εγγυητικής επιστολής ημερομηνίας 22.10.2008 (Τεκμήριο 1). Η εγγυητική επιστολή είναι για το ποσό των €2.379,00 και εκδόθηκε από την Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, κατά παράκληση της Ενάγουσας, προσφοροδότη στον επίμαχο διαγωνισμό με αρ. 6/2008-2009, προς όφελος της Εφορείας Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Αραδίππου, που είναι, αντιλαμβάνομαι, το ίδιο και το αυτό σώμα με τη «σχολική εφορεία Αραδίππου». Οι δύο πλευρές καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις θέσεις τους. Είναι η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Εναγόμενου ότι οι τρεις προδικαστικές ενστάσεις εδράζονται στον ίδιο παρονομαστή, ήτοι στο απαράδεκτο της θέσης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως διάδικου στην παρούσα αγωγή, και προσθέτει ότι αν κάποιος έπρεπε να εναχθεί, αυτός δεν θα μπορούσε παρά να είναι η σχολική εφορεία Αραδίππου, δηλαδή, η Αναθέτουσα Αρχή του επίδικου διαγωνισμού. Είναι η θέση της ότι με βάση το άρθρο 57 του περί Δικαστηρίου Νόμου, Ν.14/60, ο Γενικός Εισαγγελέας ενάγεται και/ή καθίσταται διάδικος για πράξεις της κεντρικής διοίκησης. Η σχολική εφορεία Αραδίππου δεν είναι, κατά τη θέση της, μέρος της κεντρικής διοίκησης, έτσι ώστε για πράξεις που την αφορούν να δύναται να εναχθεί ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, και παραπέμπει προς υποστήριξη των θέσεων της στα άρθρα 4 και 8 των περί Σχολικών Εφορειών Νόμων του 1997 έως 2001 (Ν. 108(Ι)/1997). Είναι η θέση της ότι από κανένα σημείο της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας δεν μπορεί να συναχθεί ευθύνη από μέρους της κεντρικής διοίκησης, και το Υπουργείο Παιδείας απουσιάζει παντελώς από το όλο σκηνικό και είναι άσχετο με το διαγωνισμό - δεν αποτελεί ούτε αναθέτουσα αρχή, ούτε και έχει εμπλακεί με οποιοδήποτε τρόπο με τη διάθεση της εγγυητικής που είχε δοθεί από την Ενάγουσα ως προσφοροδότη στον επίμαχο Διαγωνισμό και η οποία εν πάση περιπτώσει επιστράφηκε με τη ματαίωση του. Επιπλέον, η σχολική εφορεία Αραδίππου είναι υπεύθυνη για την οικονομική διαχείριση του σχολείου προς όφελος του οποίου προκηρύχθηκε ο επίμαχος διαγωνισμός. Εισηγείται την αποδοχή των προδικαστικών ενστάσεων του Εναγόμενου και την απόρριψη της αγωγής της Ενάγουσας ως νόμω και ουσία αβάσιμης. Από την άλλη, η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Ενάγουσας είναι ότι όταν η υπόθεση στρέφεται εναντίον κρατικών οργάνων της Κυπριακής Δημοκρατίας, σύμφωνα με το άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60η αγωγή στρέφεται εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα. Στην προκειμένη περίπτωση η Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται σε παραβίαση των υποχρεώσεων του Υπουργείου Παιδείας, και η αγωγή στρέφεται εναντίον του Υπουργείου Παιδείας. Το Υπουργείο Παιδείας, κατά τη θέση της, είναι το αρμόδιο όργανο που εγκρίνει την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας που διαχειρίζεται η οποιαδήποτε σχολική εφορεία και μεριμνά για τη βελτίωση και συντήρηση οποιασδήποτε φύσης οικοδομής. Επίσης το Υπουργικό Συμβούλιο αποφασίζει για τη συντήρηση και βελτίωση των σχολικών κτηρίων με εισήγηση του Υπουργού. Προσθέτει ότι έγιναν προσφορές και η Ενάγουσα πέτυχε το βάψιμο μιας ακίνητης περιουσίας για την αξιοποίηση της οποίας, όπως λέει ο Νόμος, υπεύθυνο είναι το Υπουργείο Παιδείας, και ότι τεκμαίρεται ότι οι προσφορές έγιναν κατόπιν εγκρίσεως του Υπουργείου Παιδείας. Συνεχίζει ότι η προσφορά της Ενάγουσας πέτυχε και κατέθεσε εγγύηση. Έχει συμβληθεί, συνεπώς, κατά την εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της Ενάγουσας, με το Κράτος - το Υπουργείο Παιδείας, το οποίο ενέκρινε την προώθηση και υλοποίηση της επίδικης προσφοράς. Αυτό είναι, εξηγεί, το cause of action της Ενάγουσας, δηλαδή παράβαση συμβατικής υποχρέωσης ή τουλάχιστο παράβαση μιας δήλωσης, ένα representation από μέρους του Υπουργείου Παιδείας επί του οποίου στηρίχθηκε η Ενάγουσα και στο τέλος δεν υλοποιήθηκε. Προς υποστήριξη των θέσεων της, παρέπεμψε σε απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 33, παρ. 614 «Negligent statements». Καταλήγει ότι κατά τη δίκη θα κατατεθούν στοιχεία και επιστολές που υποδεικνύουν ότι η μη υλοποίηση της συμβατικής υποχρέωσης του Υπουργείου Παιδείας οφειλόταν σε υπαιτιότητα των Υπηρεσιών του, ότι τα γεγονότα κατά τη δίκη θα ρίξουν περισσότερο φως στην παράβαση αυτή, και ότι αν η δίκη διακοπεί σε αυτό το στάδιο, θα διακοπεί και η διαδρομή προς τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Νομική πτυχή και αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Ως ανωτέρω αναφέρθηκε, για να υποστηρίξει η Ενάγουσα τη θέση της ότι ορθώς στράφηκε εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα, η ευπαίδευτη συνήγορος της ξεκαθαρίζει στην αγόρευση της ότι «η αγωγή στρέφεται εναντίον του Υπουργείου Παιδείας», με το οποίο, κατά τη θέση της, συμβλήθηκε η Ενάγουσα ή το οποίο προέβη σε μια δήλωση (representation) επί της οποίας στηρίχθηκε η Ενάγουσα και στο τέλος δεν υλοποιήθηκε. Αυτή είναι, σημειώνει, η αιτία αγωγής (cause of action). Για να υποστηρίξει τη θέση της ότι η Ενάγουσα συμβλήθηκε με το Υπουργείο Παιδείας, η ευπαίδευτη συνήγορος της Ενάγουσας ισχυρίζεται ότι έγιναν προσφορές και η Ενάγουσα πέτυχε το βάψιμο μιας ακίνητης περιουσίας για την αξιοποίηση της οποίας, υπεύθυνο είναι το Υπουργείο Παιδείας, και ότι τεκμαίρεται ότι οι προσφορές έγιναν κατόπιν εγκρίσεως του Υπουργείου Παιδείας. Συνεχίζει ότι η προσφορά της Ενάγουσας πέτυχε και κατέθεσε εγγύηση. Έχει συμβληθεί, συνεπώς, κατά την εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της Ενάγουσας, με το Κράτος - το Υπουργείο Παιδείας, το οποίο ενέκρινε την προώθηση και υλοποίηση της επίδικης προσφοράς. Λέγει επίσης ότι η μη υλοποίηση της συμβατικής υποχρέωσης του Υπουργείου Παιδείας οφειλόταν σε υπαιτιότητα των Υπηρεσιών του. Σχετικώς παρατηρώ ότι εις ουδεμία σύμβαση με το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού αναφέρεται η Ενάγουσα στην Έκθεση Απαίτηση της. Σε κάθε περίπτωση, έχει δηλωθεί ως παραδεκτό γεγονός ότι ο διαγωνισμός με αρ. 6/2008 - 2009 για το εξωτερικό βάψιμο του Γ' Δημοτικού Σχολείου Αραδίππου προκηρύχθηκε εκ μέρους της σχολικής εφορείας Αραδίππου και η εγγυητική επιστολή συμμετοχής στο διαγωνισμό εκδόθηκε προς όφελος της Εφορείας Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Αραδίππου. Κατά τις πρόνοιες του περί του Συντονισμού των Διαδικασιών Σύναψης Δημόσιων Συμβάσεων Προμηθειών, Έργων και Υπηρεσιών και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2006, Ν. 12(Ι)/2006, οι σχολικές εφορείες αποτελούν αναθέτουσες αρχές, ξεχωριστές από το κράτος. Τούτο καθίσταται σαφές από την ερμηνεία που δίδεται στο άρθρο 2 του Νόμου για τους όρους «αναθέτουσες αρχές»[2] και «οργανισμός δημοσίου δικαίου»,[3] καθώς και από το Παράρτημα III του ίδιου νόμου, στο οποίο περιέχεται ενδεικτικός κατάλογος των οργανισμών και των κατηγοριών οργανισμών δημοσίου δικαίου, και στο οποίο περιλαμβάνονται οι σχολικές εφορείες. Αλλά και έτσι να μην είχαν τα πράγματα, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι για το διαγωνισμό «δόθηκε εγγυητική εκ μέρους της Ενάγουσας με ημερ. 22.10.2008 η οποία επιστράφηκε στις 23.6.2010 λόγω ακύρωσης του διαγωνισμού» και αυτό είναι το ουσιώδες. Αφού ο επίδικος διαγωνισμός με αρ. 6/2008-2009 ακυρώθηκε, κάτι το οποίο αποτελεί παραδεκτό γεγονός, ο διαγωνισμός αυτός δεν έχει οδηγήσει σε σύναψη σύμβασης,[4] πόσο μάλλον με το Υπουργείο Παιδείας ως αναφέρει η ευπαίδευτη συνήγορος της Ενάγουσας στη γραπτή της αγόρευση. Ως προς τη θέση της Ενάγουσας ότι το Υπουργείο Παιδείας προέβη σε μια δήλωση, επί της οποίας η Ενάγουσα βασίστηκε, θέση σε σχέση με την οποία η ευπαίδευτη συνήγορος της παρέπεμψε στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 33, παρ. 614 «Negligent statements», και την αρχή που καθιέρωσε η υπόθεση Hedley Byrne & Co Ltd v. Heller & Partners Ltd [1963] 2 All ER 575, παρατηρώ τα εξής: Στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's, Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, 1975, στις σελ. 701[5] και 702[6] αναφέρονται τόσο τα συστατικά στοιχεία του σχετικού αστικού αδικήματος, όσο και οι κανόνες δικογράφησης αυτού. Έχω παραθέσει την Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας στο σύνολο της πιο πάνω. Με αυτή δεν καταλογίζεται στο Υπουργείο Παιδείας οποιαδήποτε αμελής δήλωση, στην οποία η Ενάγουσα να βασίστηκε. Συγκεκριμένα, στην Έκθεση Απαίτησης δεν προσδιορίζεται οποιαδήποτε παράσταση/δήλωση που να έγινε από το Υπουργείο Παιδείας προς την Ενάγουσα, με σκοπό να βασιστεί η Ενάγουσα πάνω της και να ενεργήσει επ' αυτής, και η οποία να έγινε αμελώς και να ήταν ψευδής, αναληθής, ανακριβής ή παραπλανητική, και πάνω στην οποία η Ενάγουσα όντως να βασίστηκε και να έπραξε βάσει αυτής, και ως αποτέλεσμα τούτου, να υπέστη ζημιά. Σημειώνω τέλος ότι η απόφαση για ακύρωση του διαγωνισμού, αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη.[7] Η αποκλειστική αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου[8] με βάση το Άρθρο 146 του Συντάγματος «αποκλείει την εξέταση, άμεσα, έμμεσα ή παρεμπιπτόντως, από οποιοδήποτε δικαστήριο άλλο από το Ανώτατο Δικαστήριο, της νομιμότητας και εγκυρότητας εκτελεστής διοικητικής πράξης και κάθε προπαρασκευαστικής πράξης ή ενέργειας συναφούς προς την έκδοσή της» (Takis P. Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1424). Όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν προδιαγράφουν την τύχη της παρούσας αγωγής. Όμως, για σκοπούς πληρότητας, θα εξετάσω και το κατά πόσο ο Γενικός Εισαγγελέας ευθύνεται και/ή εκπροσωπεί και/ή ενάγεται για τις σχολικές εφορείες. Σύμφωνα με το άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, το οποίο έχει πλαγιότιτλο «Αγωγαί υπό ή κατά της Δημoκρατίας»: «
  1. Αγωγαί υπό της Δημoκρατίας εvαvτίov oιoυδήπoτε πρoσώπoυ, εκτός εάv άλλως πρoβλέπεται υπό oιoυδήπoτε vόμoυ, θα εγείρωvται εv ovόματι τoυ Γεvικoύ Εισαγγελέως της Δημoκρατίας, και αγωγαί εκ μέρoυς oιoυδήπoτε πρoσώπoυ κατά της Δημoκρατίας, εκτός εάv άλλως πρoβλέπεται υπό oιoυδήπoτε vόμoυ, θα εγείρωvται εvαvτίov τoυ Γεvικoύ Εισαγγελέως της Δημoκρατίας ως εvαγoμέvoυ. Τoιαύται αγωγαί, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv oιoυδήπoτε vόμoυ ή διαδικαστικoύ καvovισμoύ, θα εκδικάζωvται κατά τov αυτόv τρόπov, ως πρoς όλας τας απόψεις, ως και αι δίκαι μεταξύ ιδιωτώv διαδίκωv.» Πρόνοιες περί του διορισμού σχολικών εφορειών περιέχοντο σε νόμους της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης. Η Ελληνική Κοινοτική Συνέλευση, αφού λειτούργησε μέχρι το Μάρτη του 1965, ομόφωνα αποφάσισε να αποποιηθεί από την 31η Μαρτίου, 1965, τις αρμοδιότητες της και να καλέσει την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας και τη Βουλή των Αντιπροσώπων να μεριμνήσουν όπως, όσον το δυνατό ταχύτερο, περιέλθουν οι βασικές για το εθνικό μέλλον του λαού αρμοδιότητες της Συνέλευσης στην εξουσία της Δημοκρατίας. Η απόφαση της αυτοδιάλυσης και αποποίησης των αρμοδιοτήτων της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, Αρ. 397, της 25ης Μαρτίου, 1965, Παράρτημα Τέταρτο, Μέρος III, σελ.
  2. Με την απόφαση αυτή δημιουργήθηκε κενό εξουσίας. Τότε, η Βουλή των Αντιπροσώπων, ενεργώντας δυνάμει του δικαίου της ανάγκης, αποφάσισε να λάβει νομοθετικά μέτρα για τη λειτουργία του πολιτεύματος και την πλήρωση του πολιτειακού κενού. Θέσπισε σχετικά τον περί Μεταβιβάσεως της Ασκήσεως των Αρμοδιοτήτων της Ελληνικής Κοινοτικής Συνελεύσεως και περί Υπουργείου Παιδείας Νόμο του 1965, Ν. 12/
  3. Έτσι η νομοθετική αρμοδιότητα μεταβιβάστηκε στη Βουλή των Αντιπροσώπων (άρθρο 3
(2)) και οι διοικητικές αρμοδιότητες για εκπαιδευτικά, μορφωτικά και διδακτικά θέματα μεταβιβάστηκαν στο Υπουργείο Παιδείας (άρθρο 3
(3)(α)). Τα υπόλοιπα θέματα μεταβιβάστηκαν στο Υπουργικό Συμβούλιο και ασκούνται από τέτοιο όργανο, αρχή ή πρόσωπο, και με τέτοιο τρόπο, όπως ήθελε με απόφαση του καθορίσει το Υπουργικό Συμβούλιο (άρθρο 3
(3)(ε)). Το άρθρο 8
(1)του Νόμου 12/65 προβλέπει ότι οι Νόμοι της Συνέλευσης θα εξακολουθήσουν να ισχύουν μέχρις ότου τροποποιηθούν ή καταργηθούν με οποιοδήποτε νόμο που θα ψηφίσει η Βουλή των Αντιπροσώπων. Το 1970, η Βουλή των Αντιπροσώπων προέβλεψε τα περί του διορισμού, αρμοδιοτήτων και λειτουργιών των σχολικών εφορειών. Όπως επισημάνθηκε στη Συμεωνίδη κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α.
(1992)3 Α.Α.Δ 137, 144: «Η νομική οντότητα της Σχολικής Εφορείας διέπεται από το Άρθρο 6 του Περί Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως (Τροποποιητικού) Νόμου 69/70, που τροποποίησε την Περί Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως Νομοθεσία (Κεφ. 166, Νόμοι Αρ. 21/59, 19/67, 62/68, Ε.Κ.Ν. 7/62, 14/62, 16/62, 7/63, 11/63, 1/64, 12/64), με την προσθήκη των άρθρων 16-20. Ο Νόμος αυτός προβλέπει για το διορισμό των Σχολικών Εφορειών από το Υπουργικό Συμβούλιο, καθώς και τη θητεία, τις αρμοδιότητες και άλλα συναφή θέματα που περιβάλλουν τις Σχολικές Εφορείες.» Αργότερα, τα άρθρα 6, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 73 και 74 του περί Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως Νόμου καταργήθηκαν από τον περί Σχολικών Εφορειών Νόμο του 1997, Ν. 108(Ι)/97, ο οποίος διέπει, πλέον, τα περί των σχολικών εφορειών. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου 108(Ι)/97, «σχολική εφορεία» σημαίνει σώμα προσώπων που εκλέγεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου για την άσκηση των αρμοδιοτήτων που καθορίζονται από το Νόμο. Τα περί εκλογής ή ορισμού σχολικών εφορειών προβλέπονται στο άρθρο 4 του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 4
(2)(α) και (β) του Νόμου η σχολική εφορεία, αναφορικά με δήμο, απαρτίζεται από έντεκα μέλη εκ των οποίων τα επτά αναδεικνύονται με εκλογές που διεξάγονται σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Δήμων Νόμων και των περί Δημοτικών και Κοινοτικών Εκλογών (Υπήκοοι Άλλων Κρατών Μελών) Νόμων και τα άλλα τέσσερα ορίζονται από το δημοτικό συμβούλιο, ανάμεσα από τα μέλη του, ως εκπρόσωποί του και, αναφορικά με κοινότητα, απαρτίζεται από τα μέλη του κοινοτικού συμβουλίου, με πρόεδρο τον πρόεδρο του κοινοτικού συμβουλίου. Το άρθρο 4
(2)(γ), (δ) και (ε) περιέχει διατάξεις αναφορικά με το διορισμό σχολικών εφορειών σε συμπλέγματα κοινοτήτων (πρόεδρος και μέλη κοινοτικών συμβουλίων) και συμπλέγματα κοινοτήτων και δήμων όταν το σχολείο λειτουργεί σε κοινότητα (εφαρμόζονται κατ' αναλογία οι πρόνοιες του άρθρου 4
(2), (γ) και (δ)). Σύμφωνα με το άρθρο 6 του Νόμου, κάθε σχολική εφορεία, το αργότερο μέσα σε δέκα ημέρες αφότου τα μέλη της εκλεγούν ή/και ορισθούν σύμφωνα με το Νόμο, συνέρχεται στην πρώτη συνεδρίαση της, και καταρτίζεται σε σώμα. Στο άρθρο 8 του Νόμου 108(Ι)/97 καθορίζονται οι αρμοδιότητες της σχολικής εφορείας. Κρίνω ότι η πλευρά του Εναγόμενου έχει δίκαιο. Ο Γενικός Εισαγγελέας ενάγεται όταν αγωγή στρέφεται εναντίον της Δημοκρατίας, εναντίον, δηλαδή, της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα μέλη των σχολικών εφορειών είτε εκλέγονται απευθείας μέσω εκλογών, είτε αποτελούν τα μέλη του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου που εξελέγησαν με βάση τους σχετικούς νόμους.[9] Οι σχολικές εφορείες αποτελούν σώματα που εκλέγονται ή ορίζονται με βάση το Νόμο 108(Ι)/97, απαγκιστρωμένα, κατά την κρίση μου, από τον κυβερνητικό μηχανισμό, με την Κυβέρνηση να ασκεί επ' αυτών την εποπτεία που καθορίζει και επιτρέπει ο Νόμος 108(I)/
  1. Ακόμα, όμως, και αν δεν έχουν έτσι τα πράγματα, η παρούσα αγωγή δεν θα μπορούσε εν πάση περιπτώσει να διασωθεί. Τούτο επειδή η Ενάγουσα δεν προωθεί τη θέση, είτε στην Έκθεση Απαίτησης της, είτε μέσω της γραπτής αγόρευσης της ευπαιδεύτου συνηγόρου της, ότι ο Γενικός Εισαγγελέας ενάγεται ως εκπρόσωπος της σχολικής εφορείας Αραδίππου ή λόγω παραβιάσεως υποχρεώσεων της εν λόγω σχολικής εφορείας, αφού ξεκάθαρη θέση της Ενάγουσας είναι ότι ο Γενικός Εισαγγελέας ενάγεται λόγω παραβίασης υποχρεώσεων του Υπουργείου Παιδείας εναντίον, όμως, του οποίου, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, δεν αποκαλύπτεται, κατά την κρίση μου, αιτία αγωγής. Κατάληξη Υπό το φως των ανωτέρω καταλήγω ότι οι εγερθείσες από τον Εναγόμενο προδικαστικές ενστάσεις θα πρέπει να επιτύχουν. Κατά συνέπεια η αγωγή απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον της Ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «
  2. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
  3. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.» [2] «αναθέτουσες αρχές» σημαίνει το κράτος, τις αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης, τους οργανισμούς δημοσίου δικαίου και τις ενώσεις μίας ή περισσοτέρων από αυτές τις αρχές ή ενός ή περισσοτέρων από αυτούς τους οργανισμούς δημοσίου δικαίου. [3] «οργανισμός δημοσίου δικαίου» σημαίνει κάθε οργανισμό- (α) Ο οποίος έχει συσταθεί με συγκεκριμένο σκοπό την κάλυψη αναγκών γενικού συμφέροντος που δεν εμπίπτουν στο βιομηχανικό ή εμπορικό τομέα, (β) ο οποίος έχει νομική προσωπικότητα, και (γ) η δραστηριότητα του οποίου χρηματοδοτείται κατά το μεγαλύτερο μέρος από το κράτος, τις αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου ή η διαχείριση του οποίου υπόκειται σε έλεγχο ασκούμενο από το κράτος ή τις αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης ή τους οργανισμούς δημοσίου δικαίου, ή του οποίου περισσότερο από το ήμισυ των μελών του διοικητικού, διευθυντικού ή εποπτικού συμβουλίου του, διορίζεται από το κράτος, τις αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης ή από άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου, ενδεικτικός κατάλογος των οργανισμών και των κατηγοριών οργανισμών δημοσίου δικαίου που πληρούν τα ως άνω κριτήρια παρατίθεται στο Παράρτημα III. Η Αρμόδια Αρχή Δημόσιων Συμβάσεων κοινοποιεί περιοδικά στην Επιτροπή τις οποιεσδήποτε μεταβολές που επήλθαν στον κατάλογο αυτό. [4] Βλ. σχετικά Παντελής Μιχαηλίδης (Τυλλήρη) ν. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α.
(1997)1 ΑΑΔ 797, όπου στη σελ. 771 αποφασίστηκε ότι: «Η κατακύρωση της προσφοράς δεν μπορούσε να δημιουργήσει συμβατική σχέση ιδιωτικού δικαίου. Με την κοινοποίησή της δε προς τον εφεσείοντα δεν συνάπτεται ούτε συντελείται σύμβαση ιδιωτικού δικαίου. (Βλέπε: Εφορεία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Στροβόλου v. Δώρου Χ"Παύλου και Άλλων, Πολιτικές Εφέσεις 8048 και 8153, ημερομηνίας 30.4.1993). Το κατά πόσο ανακλήθηκε ή όχι η κατακύρωση που είναι και αυτό ζήτημα δημοσίου δικαίου, δεν επηρεάζει την κατάσταση αφού το υπόβαθρο της θέσης του εφεσείοντα πως με την κατακύρωση συνάφθηκε σύμβαση, δεν υπάρχει. Σύμβαση Ιδιωτικού Δικαίου μεταξύ των μερών θα συνετελείτο εάν και όταν υπεγράφετο το σχετικό συμβόλαιο. Τότε μόνο θα ξέφευγε από το πεδίο του Δημοσίου Δικαίου και εφαρμογή θα είχαν πλέον οι διατάξεις του περί Συμβάσεων Νόμου.» [5] «In order to sustain an action for damages for negligent misstatement under the doctrine of Hedley Byrne, the essential elements that must be established, i.e. pleaded and proved, would seem to be the following:
(1)that the statement, whether oral or in writing, may be of a fact or it may consist of an opinion or it may take the form of giving advice or information;
(2)that the statement is made by a person who is so placed, whether by reason of his profession, calling or special position, that others may be reasonably expected to rely upon his skill or judgment or ability to make careful inquiry or to give reliable advice or information. .......;
(3)that such statement is made by such person who intends or knows or ought to know that the person to whom it is made or to whom it is reasonably contemplated that it will be passed, will place reliance thereon and will be induced thereby to act upon the statement for the particular purpose or transaction for which it was given or was required;
(4)that the maker of the statement was guilty of negligence or breach of duty in the making of the statement, in consequence of which the statement was false, untrue, inaccurate or misleading;
(5)that the person to whom the statement is made or to whom it has been reasonably passed does in fact rely on the statement and is in fact induced thereby to act on the faith and truth thereof in respect of the particular purpose or transaction in relation to which the statement was made;
(6)that in consequence of so acting on such statement, the person to whom it is made or reasonably passed has suffered damage». [6] «Pleading. In an action based on negligent misstatement, the Statement of Claim must contain the necessary particulars of the representations relied on (R.S.C., Ord. 18, r.12
(1)(a)) as well as of an allegation that the defendant intended the plaintiff to rely and to act on the representations (Ord. 18, r.12
(1)(b)); and moreover, the court may order the plaintiff to serve particulars of the facts and circumstances relied on to support the allegation that the defendant knew or ought to have known that the plaintiff would rely on the representations or be induced by them to act in the way he did (Ord. 18, r.12
(4)). The Statement of Claim must also clearly and distinctly set forth the facts relied on to show that the defendant was under a duty towards the plaintiff to take care in the making of the statements (see Selangor United Rubber Estates Ltd. v. Cradock [1965] Ch. 896), otherwise the Statement of Claim may be struck out (see Mutual Life and Citizens'Assurance Co. Ltd. v. Evatt [1971] A.C. 793) » [7] Μεταξύ άλλων, Leisureland Hotel Enterprises Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1993)3 Α.Α.Δ. 538, Odessey Agr. Air Spraying Ltd ν. Δημοκρατίας
(1994)3 Α.Α.Δ.
  1. [8] Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι πριν την τροποποίηση του Συντάγματος με τον περί της Όγδοης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο του 2015, Ν.130(Ι)/
  2. [9] Άρθρα 11 - 42 του περί Δήμων Νόμου, Ν.111/1985και άρθρα 11 - 40 του περί Κοινοτήτων Νόμου, Ν. 86(Ι)/
  3. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.