← Κύπρος

Γ.Μ. ΝΕΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΘΕΟΔΟΤΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1369/15, 28/1/2016

Γ.Μ. ΝΕΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΘΕΟΔΟΤΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1369/15, 28/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A47 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1369/15 Μεταξύ: Γ.Μ. ΝΕΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγουσας και ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΘΕΟΔΟΤΟΥ Εναγομένου Αίτηση για παραμερισμό της απόφασης 28 Ιανουαρίου 2016 Για εναγόμενο - αιτητή: κος Καλλής Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κα Στυλιανού ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την επίδικη αίτηση ο εναγόμενος αιτείται παραμερισμό ή ακύρωση της απόφασης που εκδόθηκε την 30.06.2015. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, συγκεκριμένα Δ.17 κ.26, Δ.26 κ.14, Δ.48. κκ1-4 και 9(
  2. h)και Δ.33 κ.5 και στη συμφυή εξουσία και πρακτική του δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης συνοψίζεται σε δύο ένορκες δηλώσεις· η μεν πρώτη του δικηγόρου Κωνσταντίνου Καλλή (στη συνέχεια ο Καλλής), η δε δεύτερη του αιτητή. Στον αντίποδα οι ενάγοντες αντιτίθενται στο αίτημα και με την ένστασή τους διατείνονται πως· « 1. Η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αστήρικτη. 2. Η Ένορκη Δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση δεν αποκαλύπτει νομικό υπόβαθρο ή πραγματικά γεγονότα για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 30/06/2015. 3. Οι Ενόρκως Δηλούντες δεν αναφέρουν τα πραγματικά και αληθή γεγονότα στην ένορκη δήλωση τους. 4. Δεν παρέχονται καθόλου και/ή επαρκή και/ή βάσιμα δικαιολογητικά για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. 5. Η επίδοση της αγωγής έγινε προσωπικά στον εναγόμενο-αιτητή στην πιο πάνω αγωγή. 6. Η Αίτηση γίνεται σε προχωρημένο στάδιο. 7. Ο Εναγόμενος - αιτητής δεν έχει καμία και/ή καμιά βάσιμη υπεράσπιση στην Αγωγή.» Και η ένσταση των εναγόντων υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση που σε αυτή την περίπτωση ομνύει η Μαρία Μιχαήλ Γεωργιάδη, διευθύντρια των εναγόντων. Πριν οτιδήποτε άλλο κρίνω σκόπιμο να συνοψίσω τις αρχές που διέπουν το αίτημα, εφόσον με αυτό τον τρόπο θα προσδιοριστούν τα επίδικα θέματα, διαδικασία η οποία θα διευκολύνει την πάρα πέρα πορεία της υπόθεσης. Όπως έχει νομολογηθεί, o παραμερισμός απόφασης εξαρτάται, κατά κύριο λόγο, από το κατά πόσο ο αιτητής αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο (βλ. Λευκίδου v. Κανναουρίδη

(1999)1 Α.Α.Δ 528 και Siberia Air v. Βαρασίδα Πουλλίκα
(2005)1 Β Α.Α.Δ 893). Βεβαίως ο έλεγχος του δικαστηρίου δεν μπορεί να μην επεκταθεί και στους λόγους δια τους οποίους ο εναγόμενος παρέλειψε να εμφανιστεί στο δικαστήριο. Ασύγγνωστη συμπεριφορά, εν προκειμένω αδιαφορία που ισούται με καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, δεν επιτρέπει παραμερισμό της απόφασης (βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 Β Α.Α.Δ 941 και Λευκίδου, πιο πάνω). Στην Milouca, πιο πάνω, επαναλήφθηκε η βασική αρχή, όπως καθιερώθηκε στην υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R.
  1. Λέχθηκε λοιπόν ότι· «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απολεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert ν. Mainland Market [197η 2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-d)). Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Έχοντας συνοψίσει τις δικανικές αρχές η προσοχή στρέφεται στο πραγματικό πλαίσιο που περιβάλλει την αίτηση. Τούτο διακρίνεται σε δύο κατηγορίες· η πρώτη συνίσταται στα πραγματικά γεγονότα που διαπιστώνονται από το περιεχόμενο του φακέλου του δικαστηρίου, και η δεύτερη στους ισχυρισμούς των ομνυσάντων. Από το περιεχόμενο του φακέλου διαπιστώνεται ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον εναγόμενο προσωπικά την 26.05.
  2. Παρεμβάλλω εδώ ότι ο εναγόμενος δέχεται πως το κλητήριο ένταλμα του επιδόθηκε κατ' αυτό τον τρόπο. Ως εκ τούτου, εκλαμβάνω ως γεγονός την επίδοση κατά τον τρόπο που έχει αναφερθεί. Μετά την επίδοση της αγωγής, συγκεκριμένα την 22.06.2015, οι ενάγοντες καταχώρισαν αίτηση για έκδοση απόφασης, επί τω ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να καταχωρίσει εμφάνιση. Η σχετική αίτηση ορίστηκε την 30.06.2015, ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση του δικαστηρίου. Εν ολίγοις, την 30.06.2015 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου, ερήμην του τελευταίου. Αυτή η απόφαση λοιπόν είναι το αντικείμενο της επίδικης αίτησης που καταχωρίστηκε την 04.08.
  3. Ας δούμε τώρα τι είναι εκείνο που αναφέρουν οι ομνύσαντες τις διάφορες ένορκες δηλώσεις. Εξαρχής αναφέρω ότι τα δύο ζητήματα που εξετάζονται, ήτοι υπεράσπιση και λόγος δια τον οποίο ο εναγόμενος παρέλειψε να εμφανιστεί στο δικαστήριο, θα εξεταστούν αυτοτελώς και συγκεκριμένα μετά από παράθεση των εκατέρωθεν θέσεων, αρχίζοντας από το δεύτερο λόγο. Όπως προαναφέρθηκε η αίτηση υποστηρίζεται από δύο ένορκες δηλώσεις. Η πρώτη ένορκος δήλωση, δηλαδή αυτή του Κωνσταντίνου Καλλή, αναφέρει πως την 27.05.2015 ο εναγόμενος μετέβη στα γραφεία των συνηγόρων, εν προκειμένω του κου Καλλή, όπου είχε συνάντηση με τον τελευταίο. Εκεί συζήτησαν την επίδικη υπόθεση και ακολούθως υπέγραψε σημείωμα εμφανίσεως και έδωσε οδηγίες για καταχώριση τούτου. Σύμφωνα με τον Καλλή, αμέσως μετά έδωσε οδηγίες για άνοιγμα σχετικού φακέλου. Ο ομνύων επεξηγεί τη διαδικασία που τηρείται στο δικηγορικό γραφείο, δηλαδή πως το γραφείο χρησιμοποιεί το ηλεκτρονικό πρόγραμμα ΖΥΓΟΣ, το οποίο οργανώνει ολοκληρωτικά την καθημερινή εργασία του γραφείου. Το πρόγραμμα περιέχει, μεταξύ άλλων, ημερολόγιο εργασίας, το οποίο αυτομάτως παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο πρόσωπο να την επιληφθεί, καθιστώντας έτσι ευχερή την ανταπόκριση εντός των προθεσμιών που τάσσουν οι κανονισμοί. Σύμφωνα με τον ομνύοντα η σχετικότητα όλων των ανωτέρω έγκειται στο ότι αν και στην προκείμενη περίπτωση ανοίχθηκε ο φάκελος την 27.05.2015, συγκεκριμένα ανοίχθηκε ο φάκελος με αριθμό 9908, τις αμέσως επόμενες ημέρες, συγκεκριμένα μεταξύ 28.05.2015 και 10.06.2015, το ηλεκτρονικό σύστημα των υπολογιστών του γραφείου δέχθηκε επίθεση από ιό και/ή worm. Αποτέλεσμα τούτου ήταν ότι το ηλεκτρονικό πρόγραμμα ΖΥΓΟΣ υπέστη βλάβη και το σύστημα κατανομής εργασίας, μεταξύ αυτού και το υπενθυμητικό ημερολόγιο, αποσυντονίστηκε και κατέστη αναποτελεσματικό και ανενεργό. Συνεχίζει ο ομνύων ότι μόλις διαπιστώθηκε η βλάβη κλήθηκε ειδικός ο οποίος προέβη σε επιδιόρθωση τούτης. Εν τούτοις σε δεύτερο χρόνο απεκαλύφθη ότι η επιδιόρθωση ήτο μερική και όχι εφ' όλης της ύλης. Διαπιστώθηκε τούτο περί τα τέλη Ιουνίου 2015, όταν τρίτος δικηγόρος ενημέρωσε το γραφείο Καλλή ότι παρέλειψαν να καταχωρήσουν δικόγραφο εντός της προθεσμίας. Τότε συνειδητοποίησαν πως η βλάβη δεν είχε αποκατασταθεί. Κάλεσαν εκ νέου τεχνικό ο οποίος εντόπισε και εξολόθρευσε τον ιό και εγκατέστησε νέο πρόγραμμα προστασίας (anti-virus). Σχετικό εν προκειμένω είναι το τεκμήριο 1, ήτοι τιμολόγιο δια αγορά προγράμματος προστασίας. Η διαπίστωση ότι το λογισμικό πρόγραμμα δυσλειτουργούσε, έδωσε έναυσμα για έλεγχο, χειρονακτικό πλέον εις αντιδιαστολή ηλεκτρονικού, όλων των υποθέσεων του γραφείου. Σε αυτό το πλαίσιο την 28.07.2015 διαπιστώθηκε ότι δεν καταχωρίστηκε σημείωμα εμφανίσεως για τον εναγόμενο, ως ήταν και οι οδηγίες του. Ακολούθως αναζητήθηκε η υπόθεση στο πρωτοκολλητείο, για να πληροφορηθούν όμως οι συνήγοροι ότι εκδόθηκε απόφαση την 30.06.
  4. Ως εκ τούτου την 29.07.2015 ο Καλλής κάλεσε τον εναγόμενο στο γραφείο του όπου εκεί του εξήγησε τι είχε συμβεί. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι η τεχνολογία είναι αναγκαία για τη λειτουργία κάθε σύγχρονου δικηγορικού γραφείου. Εν τούτοις ενίοτε υπόκειται σε βλάβη και προκαλούνται καταστάσεις ως η επίδικη. Από τα συμφραζόμενα στην ένορκο δήλωση εναργώς συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο ομνύων αναλαμβάνει πλήρη ευθύνη, εφόσον η μη καταχώριση σημειώματος εμφανίσεως δεν οφείλεται στον εναγόμενο που εγκαίρως έδωσε οδηγίες, αλλά στη βλάβη των υπολογιστών του γραφείου. Όλα τα πιο πάνω, εν προκειμένω οι συναντήσεις του Καλλή με τον εναγόμενο, επιβεβαιώνονται από τον τελευταίο στη δική του ένορκο δήλωση. Αναφέρει δε ότι η ενημέρωση που έτυχε από τον Καλλή είναι πως το σημείωμα εμφανίσεως δεν καταχωρίστηκε λόγω προβλήματος στο σύστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών του δικηγορικού γραφείου. Ιδιαίτερη έμφαση δίδει ο εναγόμενος στον ισχυρισμό ότι η μη καταχώριση εμφάνισης δεν οφείλεται στον ίδιο, αλλά σε λόγους πέραν των δυνάμεών του. Αν ήθελε απορριφθεί το επίδικο αίτημα, αναφέρει, θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση του δικαιώματος να ακουστεί, τη στιγμή μάλιστα που ο ίδιος προέβη σε όλες τις δέουσες ενέργειες ώστε να τηρήσει τις προθεσμίες που τάσσουν οι κανονισμοί. Στον αντίποδα η ομνύουσα την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αναφέρει ότι το πρόβλημα που παρουσιάστηκε στο πρόγραμμα ΖΥΓΟΣ των δικηγόρων του εναγομένου, δεν αποτελεί επαρκή αιτιολογία για τη μη καταχώριση σημειώματος εμφανίσεως και ούτε δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώριση της επίδικης αίτησης. Υποδεικνύει συναφώς ότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη δήλωση Καλλή, η παράλειψη καταχώρισης σημειώματος εμφανίσεως διαπιστώθηκε την 28.07.
  5. Όφειλαν όμως, διατείνεται, να προβούν σε έλεγχο ευθύς μόλις διαπίστωσαν το πρόβλημα στο σύστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών. Υπό αυτή τη θεώρηση του πράγματος υποστηρίζει πως η παράλειψη καταχώρισης σημειώματος εμφανίσεως θα διαπιστωνόταν πολύ πιο πριν και εν πάση περιπτώσει πριν την έκδοση απόφασης. Εμμέσως πλην σαφώς η ομνύουσα αμφισβητεί και την γνησιότητα των ισχυρισμών στη δήλωση Καλλή, αναφέροντας· «Ακόμη και στην περίπτωση που οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντος είναι αληθείς» (βλ. 5η παράγραφο ενόρκου δηλώσεως). Εν κατακλείδι, προσάπτει στους δικηγόρους του εναγομένου αδιαφορία και αμελή συμπεριφορά. Όπως προανέφερα κάθε μία από τις δύο ενότητες που εξετάζονται σε αίτημα ως το υπό κρίση, θα τύχει διαπραγμάτευσης αμέσως μετά τη σύνοψη της μαρτυρίας που την αφορά. Σε αυτό το πλαίσιο το πρώτο που πρέπει να υποδειχθεί είναι πως ουδείς από τους ομνύσαντες αντεξετάστηκε. Αναφέρω τούτο ώστε να υποδείξω πως η αμφισβήτηση των εναγόντων δια την ειλικρίνεια των ισχυρισμών Καλλή και εναγομένου, ουδεμία έχει σημασία. Και εξηγώ· αφενός η δήλωση Καλλή είναι πλούσια σε λεπτομέρειες και πόρρω απέχει από αοριστία και ασάφεια. Παρέχει πλήρη αναφορά σε ημερομηνίες, τις οποίες αντιστοιχεί με γεγονότα. Κάπως έτσι προωθείται και ο ισχυρισμός προβλήματος στο σύστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών του γραφείου. Αναφέρονται οι ημερομηνίες επίσκεψης του εναγομένου, πρώτης ανακάλυψης του προβλήματος, μερικής επίλυσης τούτου, νέας διαπίστωσης ότι δεν επιλύθηκε και ακολούθως, έρευνα στο πρωτοκολλητείο για την πορεία που είχε η υπόθεση στο μεταξύ και βεβαίως ενημέρωση του εναγομένου. Το σύνολο των ισχυρισμών Καλλή δεν αφήνει περιθώριο άλλο από θετική αξιολόγηση. Σε τούτη την ένορκο δήλωση ενυπάρχουν όλα εκείνα τα στοιχεία που επιβεβαιώνουν τα εκεί ισχυριζόμενα και αναδεικνύουν την ορθότητα και αλήθεια τούτων. Από την άλλη, η αμφισβήτηση της ορθότητας των ισχυρισμών Καλλή από την ομνύουσα την ένσταση, είναι στείρα γεγονότων. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι δεν νοείται ακύρωση ή παραμερισμός θετικού ισχυρισμού άνευ προσκομίσεως οιασδήποτε αντίθετης ή αντικρουστικής μαρτυρίας που να αναιρεί ή έστω να θέτει εν αμφιβόλω το σχετικό ισχυρισμό. Στην προκείμενη περίπτωση αυτό ακριβώς είναι που συμβαίνει. Η ομνύουσα την ένσταση δεν αναφέρει οιονδήποτε γεγονός. Περιορίζεται μόνο σε δήλωση ότι όσα οι Καλλής και εναγόμενος αναφέρουν δεν είναι αληθή. Υπό το φως όλων των πιο πάνω καταλήγω πως η αλήθεια του πράγματος δεσπόζει στους ισχυρισμούς Καλλή και εναγομένου. Διαπιστώνω λοιπόν, ως πραγματικό γεγονός, ότι ο μεν εναγόμενος επισκέφτηκε το δικηγόρο Καλλή την 27.05.2015, ότε και του έδωσε οδηγίες να καταχωρίσει σημείωμα εμφανίσεως στην αγωγή που του επιδόθηκε την 26.05.
  6. Καίτοι ο συνήγορος άνοιξε το φάκελο 9908, την επαύριον της επίσκεψης και μέχρι την 10.06.2015 το σύστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών του γραφείου δέχθηκε επίθεση, λόγος δια τον οποίο οι συνήγοροι δεν συμμορφώθηκαν με τις οδηγίες του εναγομένου, δηλαδή δια καταχώριση σημειώματος εμφανίσεως. Τούτη η παράλειψη διαπιστώθηκε την 28.07.2015, όταν πλέον είχε εκδοθεί απόφαση. Έστω και έτσι η ομνύουσα την ένσταση διατείνεται ότι η αδιαφορία και αμελή συμπεριφορά, έτσι το χαρακτηρίζει, των συνηγόρων του εναγομένου, δεν δικαιολογεί το αίτημα. Ως εκ τούτου, υποστηρίζει πως η αίτηση είναι υποκείμενη σε απόρριψη. Επί του προκειμένου κρίνω πως δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά. Είναι φανερό πως στην υπό κρίση περίπτωση ο εναγόμενος δεν ευθύνεται για οτιδήποτε. Αν είναι κάποιος που έχει ευθύνη είναι οι συνήγοροί του, γεγονός που αναγνωρίζουν και οι ίδιοι. Εν τούτοις το σφάλμα τους δεν ήταν ενσυνείδητο. Απλώς προέκυψε λόγω της τεχνολογίας που ουδείς αμφιβάλει ότι είναι πλέον μέρος της ζωής μας. Η όλη υπόθεση καλύπτεται πλήρως από τα λεχθέντα στην υπόθεση Adboard Ltd κ.α. ν. Δήμος Στροβόλου, Πολ. Έφ. αρ. 148/2011, 27.05.2013, της οποίας τα γεγονότα είναι πανομοιότυπα με τα υπό κρίση. Λέχθηκε εκεί ότι· «Είναι γεγονός ότι στην εποχή την οποία διανύουμε, η τεχνολογία υπεισέρχεται ολοένα και περισσότερο στη ζωή μας και ακόμη πιο έντονα στις επαγγελματικές μας διεργασίες. Τόσο ατομικά, όσο και υπηρεσιακά, οι προσφερόμενες υπηρεσίες στον ιδιωτικό, αλλά και στο δημόσιο τομέα, καθίστανται ολοένα και περισσότερο εξαρτώμενες από την τεχνολογία. Στην υπό εξέταση περίπτωση κατανοούμε ότι η παράλειψη των δικηγόρων των αιτητών-εφεσειόντων, προκλήθηκε εξαιτίας της αποτυχίας του συστήματος το οποίο χρησιμοποιούν στο γραφείο τους, για τους λόγους που εξηγήθηκαν και είμαστε ικανοποιημένοι ότι δεν παρέλειψαν οι ίδιοι να προβούν σε οποιαδήποτε απαιτούμενη ενέργεια προς το σκοπό αποκατάστασης και επαναφοράς του συστήματος στη λειτουργική του βάση, έτσι ώστε να αποφευχθούν λάθη και παραλείψεις όπως αυτό που τελικά οδήγησε στην απόρριψη της έφεσης. Με αυτό ως δεδομένο δεν μπορούμε να καταλογίσουμε αμέλεια ή αδικαιολόγητη παράλειψη στην πλευρά των δικηγόρων των αιτητών-εφεσειόντων. Κρίνουμε δε ότι οι περιστάσεις δικαιολογούν την επαναφορά της έφεσης κατ΄ εφαρμογή της επιφύλαξης στην προαναφερθείσα πρόνοια του Κανονισμού 13(ε).» Ένα τελευταίο πράγμα που πρέπει να ειπωθεί είναι ο χρόνος και η χαρακτηριζόμενη, από πλευράς εναγόντων, καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος. Είμαι της γνώμης ότι δεν δικαιολογείται συμπέρασμα καθυστέρησης και μάλιστα τέτοιας που να ισούται με ασύγγνωστη συμπεριφορά. Αν και αποτελεί γεγονός ότι η αίτηση καταχωρίστηκε ένα μήνα μετά την έκδοση απόφασης και δύο μήνες μετά που έληξε η προθεσμία καταχώρισης σημειώματος εμφανίσεως, είναι αντιληπτό ότι εφόσον οι συνήγοροι εναπόθεσαν την αντίδρασή τους στην τεχνολογία, που στην προκείμενη περίπτωση δυσλειτουργούσε, η όποια έγκαιρη αντίδραση ήταν πλέον πλασματική. Δεν είχαν λόγο να ανησυχούν εφόσον ανέμεναν τον υπολογιστή να τους ενημερώσει. Η ανησυχία τους ορθά προέκυψε όταν στα πλαίσια άλλης διαδικασίας αντιλήφθηκαν σφάλμα. Η έγκαιρη αντίδραση προϋποθέτει σχετική γνώση, που σε αυτή την περίπτωση δεν υπήρχε καθ' ότι το σύστημα δεν λειτουργούσε ορθά, γεγονός που δεν ήταν σε γνώση των δικηγόρων. Εν πάση περιπτώσει, ο χρόνος των δύο μηνών δεν είναι τέτοιος που από μόνος του να καθιστά τη συμπεριφορά του εναγομένου ασύγγνωστη. Σε σχέση με την άλλη παράμετρο που εξετάζεται, ήτοι αποκάλυψη υπεράσπισης, η μαρτυρία που απασχολεί είναι εκείνη του εναγομένου. Προτού όμως γίνει αναφορά στη μαρτυρία του εναγομένου, επιβάλλεται να συνοψιστεί η βάση αγωγής, ώστε να είναι αντιληπτοί οι όποιοι ισχυρισμοί του εναγομένου. Η αγωγή λοιπόν εδράζεται σε συμφωνία εργολαβίας. Σύμφωνα με ό,τι αναφέρεται στο κλητήριο ένταλμα, τέτοια συμφωνία υπεγράφη την 12.10.2011 μεταξύ του εναγομένου και της εργοληπτικής εταιρείας Σάββας Γεωργιάδης Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ. Η εν λόγω εταιρεία παρείχε σχετικές υπηρεσίες μέχρι την 30.09.2012, ότε και η εκτέλεση του έργου εκχωρήθηκε στην ενάγουσα εταιρεία. Η εκχώρηση, σύμφωνα πάντα με τα ισχυριζόμενα στην αγωγή, διενεργήθηκε την 30.09.2012 με τη συγκατάθεση του εναγομένου. Επιπλέον, είναι η θέση της ενάγουσας πως η αρχική σύμβαση, δηλαδή η συμφωνία του εναγομένου με την εταιρεία Σάββας Γεωργιάδης Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, αφορούσε εκτέλεση εργασιών ύψους €250.
  7. Στο πλαίσιο της αναφερόμενης συμφωνίας, αναφέρεται στην έκθεση απαιτήσεως, ο εναγόμενος πλήρωσε το ποσό των €226.941,
  8. Απομένουν, βάσει των αναφερομένων στην έκθεση απαιτήσεως, τρία υπόλοιπα, ήτοι· €6.500,60 πλέον ΦΠΑ, ποσό το οποίο οφείλεται δυνάμει πιστοποιητικού πληρωμής με αριθμό 17· €4.824,52 πλέον ΦΠΑ, ποσό που αποτελεί την κράτηση για δέουσα εκτέλεση των εργασιών, αφού έχουν παρέλθει οι 12 μήνες που προβλέπει η συμφωνία· και ποσό €1.818 πλέον ΦΠΑ, ως επιπλέον εκτελεσθείσες εργασίες. Αυτή εν προκειμένω είναι η βάση αγωγής της ενάγουσας και τα ποσά που επιδικάστηκαν υπέρ της τελευταίας. Η υπεράσπιση που προβάλλει ο εναγόμενος συνίσταται στα ακόλουθα· η εκχώρηση του συμβολαίου εκτέλεσης του έργου από την εταιρεία Σάββας Γεωργιάδης Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ στην ενάγουσα είναι άκυρη, διατείνεται ο εναγόμενος, δια το λόγο ότι έγινε για καταδολίευση των πιστωτών της πρώτης εταιρείας, εφόσον την 13.07.2012 καταχωρίστηκε η αίτηση 54/2012 δια εκκαθάριση της εταιρείας και την 30.11.2012 εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης τούτης. Αυτό δεν ήταν σε γνώση του εναγομένου κατά τον επίδικο χρόνο και δη όταν συγκατατέθηκε στην εκχώρηση. Ως εκ τούτου, διατείνεται πως η εκχώρηση είναι άκυρη. Στην ένορκο δήλωση του εναγομένου επισυνάπτεται το διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας Σάββας Γεωργιάδης Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ ως τεκμήριο 1, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης την 30.11.
  9. Άλλος λόγος δια τον οποίο ο εναγόμενος διατείνεται πως η εκχώρηση του συμβολαίου εκτέλεσης του έργου είναι άκυρη, παραπέμπει στο τεκμήριο 2 στην ένορκο δήλωση του ιδίου. Το εν λόγω έγγραφο είναι απαντητική επιστολή ημερομηνίας 30.07.
  10. Αποστολέας είναι το συμβούλιο εγγραφής και ελέγχου εργοληπτών οικοδομικών και τεχνικών έργων και παραλήπτης ο συνήγορος του εναγομένου. Αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή ότι η ενάγουσα, εν προκειμένω η εταιρεία Γ.Μ. Νεοκατασκευαστική Εταιρεία Λτδ είχε εγγραφεί στο μητρώο εργοληπτών ως εργολήπτης οικοδομικών έργων στις 08.10.
  11. Συνεπώς, αναφέρει ο εναγόμενος, την 30.09.2012, δηλαδή την ημερομηνία εκχώρησης του επίδικου συμβολαίου στην ενάγουσα, η τελευταία δεν ήταν κάτοχος σχετικής άδειας και ως εκ τούτου η όποια συμφωνία είναι άκυρη. Εις επίμετρον, ο εναγόμενος υποδεικνύει πως η συμφωνία εκχώρησης δεν υπεγράφη από τον εκκαθαριστή της εταιρείας Σάββας Γεωργιάδης Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, γεγονός που την καθιστά άκυρη, εφόσον υπεγράφη από αναρμόδιο πρόσωπο. Τέλος, ο εναγόμενος διατείνεται πως η εκτέλεση της συμφωνίας νοσεί και αυτό γιατί· αφενός με την παράδοση του έργου παρατηρήθηκε σωρεία κακοτεχνιών για τις οποίες πρόθεση του είναι να προωθήσει ανταπαίτηση και αφετέρου, η παράδοση του έργου καθυστέρησε, παρά τις πρόνοιες του άρθρου 23 της μεταξύ των μερών συμφωνίας, άλλος ένας λόγος για τον οποίο δικαιούται αποζημιώσεις και συγκεκριμένα ποσό €100 ανά ημέρα. Από την άλλη η ομνύουσα την ένσταση υποστηρίζει πως ο εναγόμενος δεν αποκαλύπτει οιανδήποτε υπεράσπιση, ότι οι ισχυρισμοί του σκοπούν απλώς και μόνο στην αποφυγή εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του και τέλος, πως η όποια ανταπαίτηση δεν προϋποθέτει ακύρωση της απόφασης, εφόσον μπορεί να συμπεριληφθεί σε νέα αγωγή. Υπό αυτή την έννοια η ομνύουσα διατείνεται πως δεν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Κρίνω σκόπιμο η διερεύνηση των αιτιάσεων της ομνύουσας την ένσταση να αρχίσει από τον τελευταίο λόγο, δηλαδή ότι οι όποιες κακοτεχνίες ή καθυστέρηση μπορούν να εγερθούν σε νέα αγωγή. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Spencer Bower and Handley Res Judicata, 4η έκδοση, σελίδα
  12. «Where A and B are jointly liable in contract to X, who unsuccessfully sued A alone, the judgment creates a cause of action estoppel for the benefit of B only if it was based on a ground common to A and B, and not one personal to A such as bankruptcy or infancy». Επιπλέον, στη σελίδα 143 υποδεικνύεται ότι. «A person who is neither a party nor a privy may find his rights affected by litigation between others, not because of an estoppel, but because he must accept facts created by the judgment». Το πιο πάνω απόσπασμα φανερώνει ότι χωρίς αμφισβήτηση της επίδικης διαδικασίας δυνατόν να θεωρηθεί ότι ο εναγόμενος απεμπόλησε και αυτό ακόμη το αγώγιμο δικαίωμά του, ή έστω ότι δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις του δικαστηρίου που εκδίκασε την αγωγή. Υπό αυτή την έννοια και δοθέντος πάντα ότι ο εναγόμενος αμφισβητεί τη νομιμότητα και εγκυρότητα της σύμβασης με την εταιρεία Σάββας Γεωργιάδης Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, καθώς επίσης την εκχώρηση του συμβολαίου εκτέλεσης του έργου από την τελευταία εταιρεία στην ενάγουσα, δυσκολεύομαι να αντιληφθώ πώς μπορεί να προχωρήσει σε νέα αγωγή χωρίς προηγουμένως να αμφισβητήσει την εγκυρότητα της επίδικης απόφασης, εφόσον τούτη δημιούργησε δεδικασμένο και/ή κατέστησε ζητήματα, όπως τη νομιμότητα της συμφωνίας των μερών και της εκχώρησης που ακολούθησε, issue estoppel. Συνάγεται λοιπόν ότι ενόψει των ιδιαίτερων λόγων που επικαλείται ο εναγόμενος, παρανομία και ακυρότητα της σύμβασης εκχώρησης, η ακύρωση και/ή παραμερισμός της επίδικης απόφασης είναι προϋπόθεση sine qua non, ώστε να δικαιολογείται έγερση ανταπαίτησης ή νέας αγωγής. Εν πάση όμως περιπτώσει, οι αιτιάσεις του εναγομένου σε σχέση με την νομική κατάσταση στην οποία περιέπεσε η εταιρεία Σάββας Γεωργιάδης Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, δηλαδή το διάταγμα εκκαθάρισης που εκδόθηκε εναντίον της και επιπλέον, ότι η ενάγουσα κατά το χρόνο εκχώρησης της επίδικης σύμβασης δεν είχε άδεια εργολήπτη και τέλος, ότι η εκχώρηση υπεγράφη από αναρμόδιο πρόσωπο και όχι τον εκκαθαριστή της εταιρείας Σάββας Γεωργιάδης Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, είναι λόγοι που από μόνοι τους, καθένας ξεχωριστά αλλά και όλοι μαζί ως σύνολο, δικαιολογούν διαπίστωση εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης και συνακόλουθα παραμερισμό της απόφασης. Μάλιστα, οι σχετικές αιτιάσεις του εναγομένου είναι πλούσιες σε λεπτομέρειες, εφόσον προσφέρουν ημερομηνίες και γεγονότα και επιπλέον, δεόντως δικαιολογημένες εφόσον υποστηρίζονται από σχετικά έγγραφα όπως τα τεκμήρια 1 και 2 που επισυνάπτονται στην ένορκο δήλωση του εναγομένου. Εν κατακλείδι, παρατηρώ ότι οι σχετικές αιτιάσεις του εναγομένου δεν αμφισβητήθηκαν από την ομνύουσα την ένσταση, η οποία δεν αντέτεινε ότι η εταιρεία Σάββας Γεωργιάδης Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ δεν εκκαθαρίστηκε ή ότι η ενάγουσα κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν κάτοχος εργοληπτικής άδειας. Ως εκ των πιο πάνω, καταλήγω ότι ο εναγόμενος ικανοποίησε και τη δεύτερη και σημαντικότερη προϋπόθεση που εξετάζεται, ήτοι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, καταλήγω πως, η προκείμενη περίπτωση είναι αρμόζουσα ώστε να ασκήσω θετικά τη διακριτική μου εξουσία και να παραμερίσω την απόφαση που εκδόθηκε την 30.06.
  13. Εν τούτοις κρίνω ορθό και δίκαιο να διατάξω όπως ο εναγόμενος καταβάλει τα δικηγορικά έξοδα που έχουν προκληθεί, δηλαδή τα έξοδα που αναφέρονται στην απόφαση που έχει παραμεριστεί. Ο λόγος για αυτή τη διαταγή οφείλεται στο γεγονός ότι είχε ενημερωθεί δεόντως για την αγωγή και απλώς λόγοι που δεν αποδίδονται στον ίδιο και για τους οποίους δεν ευθύνεται, είναι ό,τι τον κράτησε μακριά από το δικαστήριο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται τα έξοδα που έχουν ήδη προκληθεί, με δεδομένο πάντα ότι η επίδοση ήταν καθ' όλα νομότυπη και συνεπώς η πάρα πέρα ενέργειες της ενάγουσας, δηλαδή καταχώριση αίτησης για απόφαση, δικαιολογημένη. Αν η πιο πάνω διαταγή χρειάζεται ειδική αιτιολόγηση, αρκεί να παραπέμψω στην υπόθεση Γιωργαλλίδης v. Ττόμη
(1997)1Α Α.Α.Δ
  1. Νοείται βεβαίως ότι ο λόγος δια τον οποίο δεν επιδικάζονται έξοδα σε σχέση με την επίδικη αίτηση, οφείλεται στο ότι οι λόγοι που πρόβαλε η ενάγουσα έχουν απορριφθεί. Ως εκ των πιο πάνω, ο εναγόμενος διατάζεται να καταβάλει τα έξοδα που αναφέρονται στην απόφαση ημερομηνίας 30.06.
  2. Εν κατακλείδι, ο εναγόμενος είναι ελεύθερος να καταχωρίσει σημείωμα εμφανίσεως εντός 10 ημερών από σήμερα. (Υπ)...................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.