← Κύπρος

Στέλιος Χριστοφόρου ν. Κυριάκου Κουταλιανού κ.α., Αγωγή Αρ. 313/09, 10/1/2016

Στέλιος Χριστοφόρου ν. Κυριάκου Κουταλιανού κ.α., Αγωγή Αρ. 313/09, 10/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A7 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε. Δ. Αγωγή Αρ. 313/09 ΜΕΤΑΞΥ: Στέλιος Χριστοφόρου Ενάγοντος και

  1. Κυριάκου Κουταλιανού
  2. Χαράλαμπου Κουταλιανού Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 10 Ιανουαρίου, 2016 Για τον ενάγοντα-αιτητή: κος Μιχάλης Ι. Μούρος Για τους καθ' ων η αίτηση-εναγόμενους: κα Αντωνία Λουκαρή για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση ημερ. 4.12.2015 για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης) Εισαγωγή Η αγωγή αρ. 313/09 καταχωρήθηκε στις 20.1.2009 επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και στις 30.3.2009 καταχωρήθηκε η έκθεση απαίτησης. Με την αγωγή του ο ενάγοντας ζητά το ποσό των Λ.Κ.30.000 (€51.258) ως οφειλόμενο υπόλοιπο δανείου προς τον εναγόμενο 1 τον οποίο εγγυήθηκε ο εναγόμενος 2 και/ή για αδικαιολόγητο πλουτισμό, πλέον τόκο και έξοδα. Οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους αρνούνται ότι έλαβαν οποιοδήποτε ποσό ως δάνειο από τον ενάγοντα, και ισχυρίζονται ότι ο ενάγοντας παρέδωσε στον εναγόμενο 1 επιταγή ποσού Λ.Κ.70.000 προκειμένου να εξαργυρωθεί από τον εναγόμενο 1 και να παραδοθεί το ποσό σε κάποιο Μάριο Φιλίππου για να επενδυθεί στο Βιβλιοπωλείο «Οδηγητής» που διατηρούσε η κα Ουρανία Σακκά. Ισχυρίζονται επιπλέον ότι ο ενάγοντας δανείστηκε από τον εναγόμενο 2 ποσό ύψους Λ.Κ.43.236 (€73.873,09), ποσό το οποίο ο εναγόμενος 2 αξιώνει ανταπαιτητικά από τον ενάγοντα. Ο ενάγοντας καταχώρησε απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, με την οποία αρνείται όλους τους ισχυρισμούς των εναγόντων και, μεταξύ άλλων, απορρίπτει ως ψευδείς και ανυπόστατους τους ισχυρισμούς ότι δανείστηκε οποιοδήποτε ποσό από τον εναγόμενο
  3. Στις 28.9.2015 άρχισε η ακρόαση της αγωγής, με τη μαρτυρία του ενάγοντος. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του ενάγοντα, παρουσιάστηκε σε αυτόν έγγραφο ημερ. 9.2.2007 - το Τεκμήριο 7 - σύμφωνα με το οποίο ο ενάγοντας φέρεται να αναγνωρίζει ότι δανείστηκε από τον εναγόμενο 2 χρήματα που στις 9.2.2007 ανέρχοντο σε Λ.Κ.43.
  4. Στις 21.10.15, ημέρα που ορίστηκε για συνέχιση της ακρόασης, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα ζήτησε άδεια του Δικαστηρίου όπως επιτραπεί η επιθεώρηση του Τεκμηρίου 7 από τον ιδιώτη εμπειρογνώμονα Μάριο Μαρκίδη, προκειμένου να ετοιμαστεί γραφολογική έκθεση ως προς τη γνησιότητα του εν λόγω τεκμηρίου. Αυτή η άδεια δόθηκε. Στις 6.11.2015, ημέρα που ορίστηκε για συνέχιση της ακρόασης, επιχειρήθηκε από τον κ. Μάριο Μαρκίδη η κατάθεση γραφολογικής έκθεσης προς υποστήριξη ισχυρισμού περί πλαστογράφησης της υπογραφής του ενάγοντος επί του εγγράφου ημερ. 9.2.
  5. Η κατάθεση της έκθεσης αυτής δεν επιτράπηκε επειδή κρίθηκε ότι το ζήτημα της πλαστογραφίας δεν καλυπτόταν από τα δικόγραφα, και ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή ζήτησε αναβολή προκειμένου να καταχωρήσει αίτηση τροποποίησης της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, κάτι που έγινε στις 10.11.
  6. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης στην αίτηση του ενάγοντα για τροποποίηση στις 23.11.
  7. Ακολούθησε η καταχώρηση αίτησης ημερομηνίας 27.11.2015 από τον ενάγοντα με την οποία ζητείτο άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, η οποία αποσύρθηκε άνευ βλάβης την 1.12.
  8. Ακολούθως καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 4.12.2015, με την οποία ο ενάγοντας-αιτητής ζητά: «Α. Την έκδοση διατάγματος και/ή απόφασης του Δικαστηρίου που να επιτρέπει και/ή να παραχωρεί άδεια για την καταχώρηση συμπληρωματικής και/ή απαντητικής ένορκης δήλωσης από μέρους τους σε σχέση με την ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 10.11.
  9. Β. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα που το Σεβαστό Δικαστήριο θα θεωρήσει εύλογο και/ή δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Γ. Έξοδα.». Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.30, Δ.39 και Δ.48 Θ. 1-3 και 4

(2)και στις συμφυείς και αναφαίρετες εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση παρατίθενται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα-αιτητή, ο οποίος λέγει ότι στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2 που υποστηρίζει την ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης των εναγομένων στην αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 10.11.2015 περιέχονται ισχυρισμοί που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τους δικούς του ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη του δήλωση που στηρίζει την αίτηση τροποποίησης, και είναι περαιτέρω τουλάχιστον ανακριβείς. Λέγει ότι οι αναφερόμενοι ανακριβείς και ανυπόστατοι ισχυρισμοί χρήζουν απάντησης, ούτως ώστε το Δικαστήριο να έχει ολοκληρωμένη εικόνα της πραγματικής κατάστασης και για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα πραγματικά γεγονότα για να απονείμει δικαιοσύνη στη βάση αυτών. Σημειώνει ότι δεν επιδιώκει την παρουσίαση οποιωνδήποτε νέων στοιχείων, αλλά απάντηση στους ανακριβείς και ανυπόστατους ισχυρισμούς του εναγόμενου
  1. Προσθέτει ότι η τεκμηρίωση των προϋποθέσεων για την παροχή της αιτούμενης με την αίτηση τροποποίησης θεραπείας βαρύνει τον ίδιο και ότι σε περίπτωση που θ' αντεξεταστεί επί του περιεχομένου της ένορκης του δήλωσης ημερομηνίας 10.11.2015 δεν θα μπορεί να προβάλει αποτελεσματικά τις θέσεις του και το ίδιο θα συμβεί σε περίπτωση αντεξέτασης του εναγόμενου
  2. Λέγει ότι τα γεγονότα που θέλει να παραθέσει μέσω της συμπληρωματικής και/ή απαντητικής του ένορκης δήλωσης είναι σοβαρά, αγγίζουν την ουσία της υπόθεσης και θα καταρρίψουν τους ανακριβείς και ανυπόστατους ισχυρισμούς των εναγομένων ως προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2 που συνοδεύει την ένσταση τους στην αίτηση τροποποίησης. Λέγει τέλος ότι με το αιτούμενο διάταγμα οι εναγόμενοι-καθ' ων η αίτηση δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά και ότι υφίσταται καλός λόγος προς απόδοση της αιτούμενης θεραπείας για σκοπούς δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης. Στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα-αιτητή επισυνάπτεται η συμπληρωματική ένορκη δήλωση που επιθυμεί να καταχωρήσει, αναφορά στο περιεχόμενο της οποίας θα γίνει πιο κάτω. Οι εναγόμενοι-καθ'ων η αίτηση στις 10.12.2015 καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση του αιτητή, προβάλλοντας τους εξής λόγους ένστασης: «
  3. Με την αιτούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση παρατίθεται ανεπίτρεπτη και μη αποδεκτή μαρτυρία ή/και επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών.
  4. Η αιτούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν προβάλλει «καλό λόγο» για την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από μέρους του Αιτητή.
  5. Η αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ασκείται κακόπιστα και/ή καταχρηστικά και/ή με σκοπό την παρακώληση της ακροαματικής διαδικασίας η οποία έχει ήδη εκκινήσει.
  6. Με την αιτούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν προβάλλονται ισχυρισμοί ή/και διευκρινίσεις ώστε το δικαστήριο να έχει σφαιρική εικόνα των γεγονότων παρά μόνο επαναλαμβάνονται αρχικοί ισχυρισμοί.
  7. Με την αιτούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκεται η συμπλήρωση ηθελημμένων κενών στη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου.
  8. Εάν επιτραπεί η καταχώρηση της αιτούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, θα παραβιαστεί το δικαίωμα των Εναγομένων σε δίκαιη δίκη καθώς επίσης και το δικαίωμα της δίκης εντός ευλόγου χρόνου.» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ. 1-6, Δ.48 Θ.4, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, επί των γενικών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου και επί της νομολογίας. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται φαίνονται στο φάκελο της δικαστικής διαδικασίας και στην ένορκη δήλωση του κ. Χαράλαμπου Κουταλιανού (εναγόμενου 2). Ο εναγόμενος 2 αναφέρει ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από τον εναγόμενο 1 να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης. Υιοθετεί τους λόγους ένστασης και προσθέτει ότι τυγχάνει νομικής συμβουλής ότι δεν επιδεικνύεται καλός λόγος που να ενεργοποιεί τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει την καταχώρηση της αιτούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Λέγει ότι στην αιτούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση περιέχονται επαναλήψεις ισχυρισμών και γεγονότων που περιέχονται στην αρχική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 10.11.2015 που συνοδεύει την αίτηση του ενάγοντα. Προσθέτει ότι ο ισχυρισμός που επιθυμεί να προσθέσει ο ενάγοντας περί μη παραδοχής υπογραφής του εγγράφου ημερομηνίας 9.2.2007, δεν απαντά σε οποιοδήποτε ισχυρισμό του εναγόμενου 2, και ούτε πρόκειται περί διευκρίνισης επί κάποιου ζητήματος ή κάποιας θέσης, και εν πάσει περιπτώσει οι απαντήσεις του ενάγοντα κατά τη διάρκεια της κυρίως εξέτασης του και της αντεξέτασης του είναι καταγεγραμμένες στα πρακτικά της ακρόασης. Τυγχάνει επιπλέον, ως αναφέρει, νομικής συμβουλής ότι οι ισχυρισμοί στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν είναι απαραίτητο να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου προκειμένου αυτό να έχει ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων, αφού σε αυτήν επαναλαμβάνονται ισχυρισμοί που ήδη συμπεριλήφθηκαν στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα που συνοδεύει την αίτηση του. Λέγει περαιτέρω ότι με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκεται η εισαγωγή άσχετων ισχυρισμών ή/και η κάλυψη ηθελημμένων κενών, και αναφέρεται ιδιαίτερα στον ισχυρισμό ότι οι εναγόμενοι έχουν καθυστερήσει την υπόθεση. Προκύπτει, λέγει, από όσα αναφέρει ότι η συμπληρωματική ένορκη δήλωση που ο ενάγοντας επιχειρεί να καταθέσει είναι καταχρηστική ή/και κακόπιστη και ότι σε κάθε περίπτωση προκαλεί ζημιογόνα καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, η οποία έχει ήδη αρχίσει και έχει ολοκληρωθεί η κυρίως εξέταση και αντεξέταση του ενάγοντα. Η ακροαματική διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία, ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν στην καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, κατωτέρω. Νομική πτυχή Η Δ.48 Θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, προβλέπει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης ττου προνοείται από τη Διαταγή 39.» Σημειώνεται σχετικά ότι η αναδιαμόρφωση της Δ.48 Θ. 4 στις 23.12.1999 σκοπό είχε να διευκολύνει τη διαδικασία εκδίκασης αιτήσεων, ώστε τα γεγονότα που στηρίζουν αυτές να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου με ένορκες δηλώσεις και όχι με προφορική μαρτυρία, εξαιρουμένου του δικαιώματος αντεξέτασης, και είναι στο πλαίσιο εξυπηρέτησης αυτού του σκοπού που έγινε πρόβλεψη για δυνατότητα καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, ώστε να δίδεται η δυνατότητα στους διαδίκους να θέτουν ενώπιον του δικαστηρίου κατά τρόπο ολοκληρωμένο τα γεγονότα της υπόθεσης τους, με απώτερο πάντα στόχο την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Είναι φανερό από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης των Θεσμών, αλλά και από τη νομολογία[1] ότι το κατά πόσο θα επιτραπεί σε διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η μόνη προϋπόθεση που τίθεται είναι όπως ο διάδικος που επιδιώκει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης καταδείξει «καλό λόγο», με το βάρος απόδειξης να βαρύνει τον αιτούντα την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η αμφισβήτηση ενός γεγονότος δεν θεμελιώνει, άνευ ετέρου, καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Το τι μπορεί να συνιστά «καλό λόγο» σε κάθε περίπτωση, εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες κάθε περίπτωσης και εξετάζεται με αναφορά προς τα επίδικα θέματα και τη φύση της ενδιάμεσης αίτησης, συναρτάται δε με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διάδικου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο μαρτυρικό υλικό πριν την ακρόαση της αίτησης. Στην πράξη, οι πρόνοιες του πιο πάνω Θεσμού εφαρμόζονται όταν, μετά την καταχώρηση της ένστασης ο αιτητής αισθάνεται την ανάγκη να απαντήσει, αντικρούσει ή αμφισβητήσει κάποια συγκεκριμένα επί μέρους θέματα που εγείρονται μέσω της ένστασης, οπότε και ζητεί, είτε προφορικά, είτε με γραπτή αίτηση, όπως του επιτραπεί να καταχωρήσει απαντητική-συμπληρωματική ένορκη δήλωση (αγωγή αρ. 2008/2007, Ε.Δ. Λάρνακας, Έφορος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ν Free Line Hairdressing & Beauty Salon (Larnaca) Ltd, ημερ. 12.11.2010). Από την απόφαση στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Λεωνίδα,
(2010)1Α Α.Α.Δ 195, 199 προκύπτει ότι μπορεί να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης όταν μετά την καταχώρηση της ένστασης προκύπτει ανάγκη για προβολή ισχυρισμών και διευκρινίσεων με σκοπό το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων, αλλά όχι όταν πρόκειται για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών του ομνύσαντα ή για ανεπίτρεπτη μαρτυρία. Επίσης στην υπόθεση Βερεγγάρια Παπακόκκινου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Αρ. 1),
(2012)1Α Α.Α.Δ 643, 646 επαναλήφθηκε ότι εκεί όπου αυτό που επιδιώκεται είναι η επανάληψη των ισχυρισμών και της επιχειρηματολογίας που τέθηκαν στην αρχική ένορκη δήλωση, δεν δικαιολογείται η παροχή άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στην ίδια υπόθεση σημειώθηκε ότι «στην αίτηση δεν έχει επισυναφθεί η ένορκη δήλωση που θα καταχωρείτο, αν δινόταν άδεια, όπως θα έπρεπε και επομένως το περιεχόμενο της το υποθέσαμε από τα στοιχεία που είχαμε». Σχετική είναι και απόφαση του Σ. Ναθαναήλ Δ. ενόσω διατελούσε Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αγωγή αρ. 8869/05 Matthew Shaw κ.α. ν Depfa Investment Bank Ltd, ημερ. 28.2.07, στην οποία αναφέρονται τα εξής: «Προσεκτική ανάγνωση και εξέταση του νέου θεσμού δείχνει, με αναφορά και στα όσα καταγράφονται στην παρ. 1 του θ.4, ότι στόχος της καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης ή της ένστασης αντίστοιχα ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αποτελέσει καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν ο αιτητής εύλογα αισθάνεται μετά από την καταχώριση της ένστασης, ότι πρέπει να προσθέσει στα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του, ώστε να έχει δυνατότητα επιτυχίας. Άλλη περίπτωση είναι όπου το Δικαστήριο επί μονομερούς αιτήσεως, συνήθως για απαγορευτικό διάταγμα, εγείρει ερωτηματικά ως προς ορισμένα προαπαιτούμενα της έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος, οπότε και ο αιτητής δυνατόν να ζητήσει από το Δικαστήριο πριν την τελειωτική εξέταση και απόφαση επί της αιτήσεως του, την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να προσθέσει διάφορους ισχυρισμούς και γεγονότα που έχουν σχέση είτε με το επείγον του χρόνου είτε τη γνώση από πλευράς του αιτητή των γεγονότων που οδήγησαν στην διαφορά κ.τ.λ». Αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Στη γραπτή του αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή παραθέτει τις σχετικές με το εξεταζόμενο θέμα νομικές αρχές και εισηγείται ότι ο καλός λόγος για τον οποίο ζητείται η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προκύπτει μέσα από την ίδια την αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, αλλά και από την προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ενώ απορρίπτει τους λόγους ένστασης ως αναληθείς, ανυπόστατους και χωρίς νομικό έρεισμα. Επιχειρείται, ως υποστηρίζεται, η στοχευμένη απάντηση στους ισχυρισμούς των εναγομένων ούτως ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα πραγματικά γεγονότα, και όχι η «συμπλήρωση πρόσθετης μαρτυρίας», και προσθέτει ότι εάν δεν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα τότε οι ισχυρισμοί του αιτητή στην αίτηση τροποποίησης θα μείνουν μετέωροι και η αίτηση θα καταδικασθεί σε πρόωρη αποτυχία. Στη δική της γραπτή αγόρευση η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση επίσης παραθέτει τις επί του θέματος νομικές αρχές και εισηγείται ότι ο αιτητής δεν έχει καταδείξει καλό λόγο για να του παρασχεθεί η αιτούμενη άδεια επειδή στην προτιθέμενη προς καταχώρηση συμπληρωματική ένορκη δήλωση περιέχονται επαναλήψεις θέσεων, ισχυρισμών και γεγονότων που προωθήθηκαν μέσω της αρχικής ένορκης δήλωσης του αιτητή, και όχι διευκρινίσεις ή/και ισχυρισμοί και γεγονότα που να απαντούν στις θέσεις του εναγόμενου
  1. Εισηγείται περαιτέρω ότι ο ισχυρισμός που ο αιτητής επιχειρεί να θέσει περί της μη υπογραφής από μέρους του του Τεκμηρίου 7, αφ' ενός δεν απαντά σε οποιοδήποτε ισχυρισμό του εναγόμενου 2 στην ένορκη του δήλωση, αφετέρου εισάγεται προς συμπλήρωση ηθελημένων κενών στη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι ο επιχειρούμενος προς προσαγωγή ισχυρισμός περί προγενέστερης καθυστέρησης της διαδικασίας από μέρους των εναγομένων είναι άσχετος με τα επίδικα ζητήματα της αίτησης τροποποίησης. Καταλήγει ότι δεν πληρούνται, κατά τη θέση της, οι απαιτούμενες προϋποθέσεις της νομολογίας προς έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και ότι τυχόν έγκριση της αίτησης του αιτητή θα επιφέρει ανεπανόρθωτες ζημιές και βλάβες στους καθ' ων η αίτηση καθότι θα προκληθεί ζημιογόνα καθυστέρηση της εκδίκασης της υπόθεσης, κατά παράβαση του δικαιώματος των εναγομένων για δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Κρίνω σκόπιμο να εξετάσω παράγραφο προς παράγραφο τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της οποίας επιδιώκεται η καταχώρηση (στο εξής «η Σ. Ε/Δ»), προκειμένου να καταλήξω αν υφίσταται «καλός λόγος» ούτως ώστε να επιτραπεί η καταχώρηση της, έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω αρχές της νομολογίας, την αίτηση και την ένσταση, καθώς και τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων. Σημειώνω κατ' αρχάς ότι ενώ στην ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε από τον αιτητή προς υποστήριξη της παρούσας αιτήσεως ο αιτητής αναφέρει ότι επιθυμεί να αντικρούσει τους ανακριβείς και ανυπόστατους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2 που στηρίζει την ένσταση των εναγομένων στην αίτηση τροποποίησης, με τις παραγράφους 5 έως 11 της Σ. Ε/Δ, ο αιτητής δεν επιχειρεί τούτο, αλλά να αντικρούσει τους νομικούς λόγους ένστασης που παρατίθενται στην ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης. Σε κάθε περίπτωση, θα εξετάσω το σύνολο της Σ. Ε/Δ του αιτητή. Οι παράγραφοι 1, 2, 4, 18 και 19 της Σ. Ε/Δ δεν χρήζουν οποιουδήποτε σχολιασμού, αφού σε αυτές δεν περιλαμβάνονται ισχυρισμοί γεγονότων που ο αιτητής να επιθυμεί να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Με την παράγραφο 3 της Σ. Ε/Δ ο αιτητής επιθυμεί να υιοθετήσει και να επαναλάβει το περιεχόμενο της αρχικής του ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση τροποποίησης. Είναι εμφανές ότι με αυτή την παράγραφο δεν επιχειρείται η παράθεση νέων γεγονότων, αλλά η υιοθέτηση της ήδη τεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας. Με την παράγραφο 5 της Σ. Ε/Δ ο αιτητής επιθυμεί να ισχυριστεί ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι ουσιαστική αλλά σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Θεωρώ ότι το κατά πόσο η τροποποίηση συνεπάγεται ή όχι επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων είναι θέμα νομικό, το οποίο θα κριθεί με αναφορά στα δικόγραφα και στην αιτούμενη τροποποίηση αυτών. Με την παράγραφο 6 της Σ. Ε/Δ ο αιτητής επιθυμεί να ισχυριστεί ότι η μαρτυρία που έχει ήδη δώσει δεν έρχεται σε αντίθεση με την αιτούμενη τροποποίηση, αλλά τεκμηριώνει αυτήν και ότι σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του ή των δικογράφων περιέχεται παραδοχή για την υπογραφή του εγγράφου ημερομηνίας 9.2.
  2. Επ' αυτού σημειώνω ότι η μαρτυρία που δόθηκε από τον ενάγοντα-αιτητή είναι καταγεγραμμένη στο σύνολο της στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, το κατά πόσο στα δικόγραφα περιέχεται παραδοχή από μέρους του ενάγοντα της υπογραφής του εγγράφου ημερομηνίας 9.2.2007, είναι θέμα που μπορεί να εξετασθεί με αναφορά στο περιεχόμενο των ιδίων των δικογράφων. Συνεπώς κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναγκαιότητα προσκόμισης μαρτυρίας εν σχέσει με τα θέματα αυτά. Με τις παραγράφους 7, 8 και 13 της Σ. Ε/Δ, ο αιτητής επιθυμεί να θέσει τον ισχυρισμό ότι η αίτηση του δεν καταχωρήθηκε με καθυστέρηση, αφού η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε μετά την κατάθεση του εγγράφου - Τεκμήριο 7 και την επιθεώρηση αυτού από εμπειρογνώμονα. Αυτό, όμως, αναφέρεται και στην παράγραφο 2 της αρχικής του ένορκης δήλωσης, όπου ο αίτησής επί λέξει αναφέρει ότι «η ανάγκη αυτή προέκυψε μετά την κατάθεση εγγράφου στο Δικαστήριο, το οποίο μετά από εξέταση από εμπειρογνώμονα γραφολόγο, φάνηκε ότι αποτελεί προϊόν πλαστογραφίας». Κρίνω συνεπώς ότι οι ισχυρισμοί στις παραγράφους 7, 8 και 13 της Σ. Ε/Δ αποτελούν επανάληψη των ισχυρισμών του αιτητή στην αρχική του ένορκη δήλωση. Με τις παραγράφους 9 και 10 της Σ. Ε/Δ, ο αιτητής επιθυμεί να θέσει τον ισχυρισμό ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα προκαλέσει κατάφωρη αδικία στους εναγόμενους, ότι τα δικαιώματα των εναγομένων δεν θα επηρεασθούν δυσμενώς αφού θα αποζημιωθούν για τα έξοδα της τροποποίησης και επιπλέον ότι δεν θα παραβιαστεί το δικαίωμα τους για δίκαιη δίκη εφόσον ο ενάγοντας δεν έχει ολοκληρώσει τη μαρτυρία του. Δεδομένου ότι αποτελεί παγίως νομολογημένη αρχή ότι στα πλαίσια αίτησης τροποποίησης δεν θεωρείται ανεπανόρθωτη η ζημιά που μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων,[2] και λαμβάνοντας υπόψη ότι στην αρχική του ένορκη δήλωση ο αιτητής προβάλλει ρητά τη θέση ότι δεν θα προκύψει αδικία εις βάρος των εναγομένων αν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, αποτελεί, κατά τα λοιπά, θέμα επιχειρηματολογίας με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης το κατά πόσο η ζημιά των εναγομένων, εάν επιτραπεί η σκοπούμενη τροποποίηση, θα είναι ή όχι ανεπανόρθωτη. Περαιτέρω, το κατά πόσο ο ενάγοντας έχει ή όχι ολοκληρώσει τη μαρτυρία του, είναι θέμα που ξεκάθαρα προκύπτει από τη διαδικασία που διεξάγεται ενώπιον μου, όπως αυτή αποτυπώνεται στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Κρίνω συνεπώς ότι ούτε και για τους ισχυρισμούς που σκοπείται να τεθούν με τις παραγράφους 9 και 10 της Σ. Ε/Δ υπάρχει οποιαδήποτε αναγκαιότητα προσκόμισης επιπρόσθετης μαρτυρίας. Με την παράγραφο 11 της Σ. Ε/Δ, ο αιτητής επιθυμεί να ισχυριστεί ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν οφειλόταν σε παράλειψη, ότι δεν οδηγεί σε κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών και ότι δεν είναι κακόπιστη. Δεδομένου ότι ο αιτητής στην αρχική του ένορκη δήλωση αναφέρει τους λόγους που τον οδήγησαν στην ανάγκη για να καταχωρήσει την αίτηση τροποποίησης, η στείρα άρνηση των σχετικών λόγων ένστασης δεν αποτελεί «καλό λόγο» για να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, η οποία υπενθυμίζω, σκοπό έχει το να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα αναγκαία γεγονότα, ούτως ώστε η αίτηση να οδηγηθεί σε ακρόαση στη βάση του συνόλου των πραγματικών της γεγονότων. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με την παράγραφο 12 της Σ. Ε/Δ, η ουσία της οποίας είναι η άρνηση όλων των λόγων ένστασης, χωρίς να επιδιώκεται μέσω αυτής η προσαγωγή μαρτυρίας επί πραγματικών γεγονότων που να σχετίζονται με το βάσιμο ή μη των λόγων ένστασης. Με την παράγραφο 14 της Σ. Ε/Δ, αυτό που στην ουσία φαίνεται ότι επιθυμεί να ισχυριστεί ο αιτητής είναι ότι μέρος της αιτούμενης τροποποίησης είναι ασήμαντη και ότι δεν θα δοθεί περαιτέρω μαρτυρία για αυτή. Θεωρώ ότι το εάν η αιτούμενη τροποποίηση ή μέρος αυτής είναι σημαντική ή ασήμαντη και το κατά πόσο θα πρέπει να επιτραπεί ή όχι, με αναφορά και στα αποτελέσματα της τροποποίησης επί της ακροαματικής διαδικασίας που έχει ήδη αρχίσει, αποτελεί θέμα επιχειρηματολογίας. Με την παράγραφο 15 της Σ. Ε/Δ, ο αιτητής επιθυμεί να ισχυριστεί ότι με την αιτούμενη τροποποίηση δεν επιδιώκεται η εισαγωγή νέας μαρτυρίας ή ο επαναπροσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, αλλά για να δώσει μαρτυρία ο εμπειρογνώμονας που εξέτασε το Τεκμήριο
  3. Δεδομένου ότι ήδη αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του αιτητή οι λόγοι που τον οδήγησαν στην ανάγκη καταχώρησης της αίτησης τροποποίησης, και δεδομένου περαιτέρω ότι το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και οι λόγοι διακοπής της προκύπτουν από τα τηρηθέντα πρακτικά τα οποία βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι με την επιχειρούμενη με την παράγραφο 17 της Σ. Ε/Δ μαρτυρία δεν θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί πραγματικού γεγονότος που δεν είναι ήδη ενώπιον του. Με την παράγραφο 16 της Σ. Ε/Δ, ο αιτητής επιθυμεί να αντικρούσει τους ισχυρισμούς των εναγομένων ότι με την αιτούμενη τροποποίηση θα επηρεαστεί το δικαίωμα των εναγομένων για αποπεράτωση της ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου επειδή, κατά τον αιτητή, μεγάλη καθυστέρηση στην υπόθεση προκάλεσαν οι εναγόμενοι «με τις τροποποιήσεις και τη συμπεριφορά τους στο Δικαστήριο, αφού σε μια περίπτωση ζήτησαν αναβολή επειδή είχαν πρόθεση για να αποσυρθούν από δικηγόροι των εναγομένων». Θεωρώ ότι δεν παρίσταται ανάγκη όπως ο αιτητής θέσει τους εν λόγω ισχυρισμούς του ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, εφόσον στο δικαστικό φάκελο περιέχονται όλα τα πρακτικά που τηρήθηκαν στην παρούσα υπόθεση, περιλαμβανομένων των πρακτικών που τηρήθηκαν στις ημερομηνίες που η ακρόαση της αγωγής αναβλήθηκε, καθώς και το σύνολο των ενδιάμεσων αιτήσεων που υποβλήθηκαν, συνεπώς, το Δικαστήριο έχει ήδη πλήρη και ολοκληρωμένη εικόνα της πορείας της παρούσας υπόθεσης και ό,τι απομένει είναι η επιχειρηματολογία επί γεγονότων που προκύπτουν από το δικαστικό φάκελο. Με την παράγραφο 17 της Σ. Ε/Δ, ο αιτητής επιθυμεί να ισχυριστεί ότι με την αιτούμενη τροποποίηση θα δοθεί στο Δικαστήριο η ευκαιρία να αποφασίσει πάνω σε πραγματικά γεγονότα, κάτι το οποίο οι εναγόμενοι δεν θέλουν και αγωνίζονται με κάθε δικονομικό μέτρο να αποτρέψουν την αιτούμενη τροποποίηση. Σημειώνω σχετικώς ότι ο αιτητής στην αρχική του ένορκη δήλωση αναφέρει ότι η τροποποίηση είναι απαραίτητη για να αποφασίσει το Δικαστήριο τη διαφορά των διαδίκων επί των πραγματικών της γεγονότων, συνεπώς δεν υπάρχει λόγος να επιτραπεί η επανάληψη αυτού του ήδη τεθέντος ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμού. Περαιτέρω, το ότι οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση τόσο στην παρούσα αίτηση όσο και στην αίτηση τροποποίησης προκύπτει από το δικαστικό φάκελο, και δεν είναι θέμα μαρτυρίας αλλά νομικής επιχειρηματολογίας το εάν μπορεί να εξαχθεί κάποιο συμπέρασμα από την ήδη γνωστή στο δικαστήριο δικονομική στάση των εναγομένων. Κατάληξη Με βάση τα ανωτέρω αποτελεί κατάληξη μου ότι ο αιτητής δεν έχει καταδείξει «καλό λόγο» ο οποίος να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, συνεπώς, η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα εναντίον του αιτητή και υπέρ των καθ' ων η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 510, 514. [2] Μεταξύ άλλων, Νικολάου ν. Μιλτιάδους
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1005. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.