Γαβριέλλα Χριστοδούλου ν. Σάββα Αριστοδήμου, Αρ. Αγωγής: 4786/14, 19/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4786/14 Μεταξύ: Γαβριέλλα Χριστοδούλου Ενάγουσας Και Σάββα Αριστοδήμου Εναγομένου Ημερομηνία: 19 Ιανουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Α. Χριστοδουλίδου για Χριστοφή & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση: κ. Ά. Θέμης για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή η Ενάγουσα ζητά αποζημιώσεις για γραπτή και/ή προφορική και/ή συκοφαντική δυσφήμηση και/ή λίβελλο και/ή επιζήμια ψευδολογία. Η αγωγή καταχωρήθηκε επί Κλητηρίου Εντάλματος Γενικώς Οπισθογραφημένου στις 29.8.
- Η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε στις 18.1.
- Στις 26.2.2015 καταχωρήθηκε Αίτηση από τον Εναγόμενο με την οποία ζητά απόρριψη και/ή αναστολή και/ή διαγραφή και/ή παραμερισμό της αγωγής και/ή του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και/ή της έκθεσης απαίτησης. (στο εξής αναφερόμενη ως «η κυρίως Αίτηση»). Η κυρίως Αίτηση ορίστηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 6.4.2015 ημερομηνία κατά την οποία η Ενάγουσα - Αιτήτρια ζήτησε χρόνο για καταχώριση Ένστασης στην κυρίως Αίτηση. Δόθηκε χρόνος για καταχώριση Ένστασης μέχρι τις 8.5.
- Η Ένσταση δεν καταχωρήθηκε εντός της πιο πάνω προθεσμίας και στις 14.5.2015, που η κυρίως Αίτηση ήταν ορισμένη για οδηγίες, η Ενάγουσα ζήτησε παράταση του χρόνου. Το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση στις 16.6.2015 με οδηγίες όπως η Ένσταση καταχωρηθεί μέχρι τότε. Και πάλιν δεν καταχωρήθηκε η Ένσταση. Στις 16.6.2015 το Δικαστήριο όρισε εκ νέου την υπόθεση για οδηγίες και ενέκρινε αίτημα για παράταση του χρόνου για καταχώριση Ένστασης από την Ενάγουσα μέχρι τις 15.9.
- Η Αίτηση ορίστηκε για τελευταία φορά για οδηγίες στις 22.9.2015 ημερομηνία κατά την οποία ζητήθηκε για 4η φορά παράταση χρόνου 10 ημερών για καταχώρηση Ένστασης. Το Δικαστήριο ενέκρινε εκ νέου το Αίτημα όρισε όμως την Κυριώς Αίτηση για ακρόαση στις 10.11.2015 με οδηγίες όπως η Ένσταση να καταχωρηθεί μέχρι 9.10.2015 δίδοντας δηλαδή χρονικό διάστημα ακόμα μεγαλύτερο των 10 ημερών που η Ενάγουσα ζήτησε. Η Ένσταση δεν καταχωρήθηκε μέχρι την ημέρα που η Αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση. Στις 10.11.2015 αναφέρθηκε από την συνήγορο της Ενάγουσας - Αιτήτριας ότι δεν καταχωρήθηκε Ένσταση λόγω του ότι υπήρχε πρόθεση να καταχωρηθεί Αίτηση τροποποίησης και ότι η αγωγή αφορά δημοσιεύματα που ο Εναγόμενος έχει διαγράψει από την ιστοσελίδα Facebook και είναι δύσκολο να εντοπιστούν. Ζητήθηκε προς τούτο αναβολή της ακρόασης και παράταση χρόνου καταχώρισης Ένστασης. Το Αίτημα προσέκρουσε στην ένσταση της άλλης πλευράς. Το Δικαστήριο με απόφαση του, από έδρας απέρριψε το προφορικό αίτημα για παράταση του χρόνου καταχώρησης Ένστασης καθότι έκρινε ότι τα όσα αναφέρθηκαν δεν αποτελούν επαρκή αιτιολογία για την αιτούμενη παράταση χρόνου για καταχώριση Ένστασης. Υπέδειξε, περαιτέρω ότι οι Καθ' ων η Αίτηση επέδειξαν υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώριση Ένστασης. Η Αίτηση ορίστηκε στις 12.11.2015 προς τον σκοπό προσκόμισης γραπτής αγόρευσης προς υποστήριξη της κυρίως Αίτησης. Η Ενάγουσα - Αιτήτρια εκμεταλλευόμενη την ολιγοήμερη αναβολή της ακρόασης καταχώρησε την υπό κρίση Αίτηση. Με αυτή ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου που να παρατείνει το χρόνο καταχώρησης ένστασης στην αίτηση του Εναγομένου ημερομηνίας 26.2.2015, για 5 ημέρες από την ημέρα σύνταξης του διατάγματος. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμούς Δ.57 Θ. 2, Δ.48
(1)-
(9), Δ.64 και Δ.21 Θ.1.
(1), στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και την παγίως ακολουθούμενη πρακτική. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση βασίζονται στην ένορκη δήλωση της κας Άντρεας-Μαρίας Χριστοδουλίδου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Χριστοφή & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, δικηγόρων της Ενάγουσας- Αιτήτριας. Η Ενόρκως Δηλούσα αναφέρεται στο περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης και ειδικότερα στο ότι ο Εναγόμενος σε διάφορες περιόδους ασχολείτο με κατάρτιση και δημοσίευση συκοφαντικών δημοσιευμάτων κατά της Ενάγουσας στο προσωπικό λογαριασμό του ως Facebook. Αναφέρει επίσης ότι οι διάδικοι είναι συνάδελφοι και εργάζονται στο Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου. Για αυτό, πέραν από την καταχώριση της αγωγής η Ενάγουσα προχώρησε μέσω των δικηγόρων της σε καταγγελία κατά του εναγόμενου στο διοικητικό συμβούλιο του ΡΙΚ. (Τεκμήριο 1). Ακολούθησε ο διορισμός ερευνώντα λειτουργού και πειθαρχική έρευνα. Ως Τεκμήριο 2 επισυνάπτεται η απάντηση του Εναγομένου στην εν λόγω καταγγελία με την οποία η ο τελευταίος παραθέτει τις δικές του εξηγήσεις σε σχέση με τα όσα του καταλογίζονται. Η πειθαρχική έρευνα σε κάποιο στάδιο διακόπηκε με απόφαση του Αν. Γενικού Διευθυντή στο ΡΙΚ Κώστα Νικολαίδη. (Τεκμήριο 4). Ακολούθησε επιστολή παραπόνου της Ενάγουσας ημερομηνίας 9.7.2015 προς τον κ. Νικολαϊδη (Τεκμήριο 5) και απάντηση του κ. Νικολαΐδη προς την Ενάγουσα (Τεκμήριο 6). Κατόπιν των πιο πάνω υποβλήθηκε εκ νέου καταγγελία εναντίον του Εναγομένου στις 31.8.2015 ζητώντας εκ νέου διερεύνηση (Τεκμήριο 7). Στις 29.10.2015 ο κ. Νικολαίδης απαντώντας στην καταγγελία πληροφόρησε ότι τα επίδικα δημοσιεύματα έχουν αποσυρθεί. (Τεκμήριο 8). Εκτός των πιο πάνω, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι με την κυρίως αίτηση προβάλλονται πολλαπλές διαζευκτικές θεραπείες με διατύπωση που προκαλεί σύγχυση και δυσκολία στο να γίνει αντιληπτό σε ποια βάση εδράζεται και συνακόλουθα δυσκολία στο να συντάξει κάποιος Ένσταση. Όπως υποστηρίζει αυτή τη στρέβλωση εντόπισε και το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου τέθηκε για πρώτη φορά η Αίτηση στις 6.4.2015 το οποίο υπέδειξε στην πλευρά των αιτητών να εξετάσουν εκ νέου την αίτηση και ειδικά το θέμα της πολλαπλότητας των αιτούμενων θεραπειών. Οι δικηγόροι της Ενάγουσας ανέμεναν από την άλλη πλευρά να εξετάσει αυτό το θέμα και να τοποθετηθεί και ειδικότερα κατά πόσο θα διαφοροποιούσε την στάση της. Στο μεταξύ, μελετώντας την Αίτηση διαγραφής εντόπισαν ότι σε ότι αφορά τα αιτητικά 3 και 4 θα έπρεπε να προβούν σε αίτηση τροποποίησης. Αυτά αφορούσαν αιτήματα για διαγραφή από το κλητήριο ένταλμα ημερομηνιών δημοσιευμάτων τα οποία δεν συμπεριλήφθηκαν στην έκθεση απαίτησης αλλά και δημοσιευμάτων στην έκθεση απαίτησης που δεν περιλαμβάνονται στο κλητήριο ένταλμα. Ο λόγος για τη μη συμπερίληψη οφείλεται στο ότι ο εναγόμενος σε διάφορες περιπτώσεις αφαίρεσε από την σελίδα του διάφορα δημοσιεύματα κάτι το οποίο πληροφορήθηκαν με την επιστολή του κ. Νικολαϊδη (Τεκμήριο 8) Στις 6.11.2015 επικοινώνησαν τηλεφωνικά με τους δικηγόρους του Εναγομένου και ζητήσαν να συνομιλήσουν με την δικηγόρο Μαρία Κοζάκου που χειριζόταν την υπόθεση. Ενημερώθηκαν ότι αποχώρησε από το γραφείο των δικηγόρων του Εναγομένου. Ζήτησαν τότε να επικοινωνήσει μαζί τους ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση όμως δεν υπήρξε καμία επικοινωνία. Για αυτό το λόγο στις 6.11.2015, απέστειλαν επιστολή μέσω φαξ (Τεκμήριο 9) ενημερώνοντας τους αντιδίκους ότι η πλευρά της Ενάγουσας θα προχωρούσε σε τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης, συμφωνώντας με το αιτητικό 3 και 4 της αίτησης. Εν όψει τούτου πίστευαν ότι με τη τροποποίηση οι αντίδικοι θα μελετούσαν την περίπτωση να αποσύρουν την αίτηση. Τέλος υποστηρίζει ότι η καθυστέρηση στην καταχώριση Ένστασης δεν έχει επηρεάσει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα του Εναγομένου. Η μη καταχώριση ένστασης έγινε καλόπιστα καθότι θεωρούν ότι συνέτρεχαν ισχυροί λόγοι για την παράταση στην καταχώριση. Σε όλο το διαρρεύσαν διάστημα υπήρχαν εξελίξεις στην υπόθεση πράγμα που καταδεικνύει το ενεργό ενιδαφέρον της ενάγουσας στην διαδικασία. Η Ένσταση έχει ετοιμαστεί και επισυνάπτεται ως τεκμήριο
- Ο Εναγόμενος - Καθ' ού η Αίτηση καταχώρησε Ειδοποίηση περί προθέσεως Ένστασης . Η Ένσταση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.57 Θ.2, Δ.48 Θ.1-9, το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, τη νομολογία, και την συνήθης πρακτική. Οι συγκεκριμένοι λόγοι της Ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
- Η νομική βάση επί της οποίας στηρίζεται η Αίτηση είναι λανθασμένη και/ή παράτυπη και/ή αντίκειται στις διατάξεις των Περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμών.
- Η Ενάγουσα δεν προβάλλει ικανοποιητική ή/και λογική ή/και οποιαδήποτε αποδεκτή δικαιολογία για την καθυστέρηση της να καταχωρήσει την ένσταση της.
- Η χρονική διάρκεια της καθυστέρησης της Ενάγουσας είναι άδικη κατάσταση σε βάρος του Εναγομένου και/ή συνιστά ειδικές περιστάσεις για να μην επιτρέπει η παράταση του χρόνου.
- Δεν προβάλλονται και/ή δεν υπήρχαν αντικειμενικές ή οποιεσδήποτε δυσκολίες, που να απέτρεπαν ή να παρεμπόδισαν την Ενάγουσα και/ή τους Δικηγόρους της, να καταχωρήσουν το συντομότερο δυνατό την ένσταση τους και/ή την παρούσα Αίτηση.
- Έγκριση της παρούσας Αίτησης θα επηρέαζε τα δικαιώματα του Εναγόμενου στη διάγνωση των αστικών του δικαιωμάτων εντός ευλόγου χρόνου, αλλά και το συμφέρον της δικαιοσύνης, στην ταχεία απονομή της.
- Η υπό κρίση Αίτηση της Ενάγουσας είναι κακόπιστη, ενοχλητική και εκδικητική, έχει σκοπό να καθυστερήσει τη γρήγορη εκδίκαση της παρούσας αγωγής και συνιστά κατάχρηση των διαδικασιών. Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της κας Έλενας Τόλλα, δικηγόρου συνεργάτη των δικηγόρων του Εναγόμενου - Καθ' ου η Αίτηση. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι η πλευρά της Ενάγουσας - Αιτήτριας υποστηρίζει ότι η Ένσταση δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη επειδή στην ένορκη δήλωση προβαίνει δικηγόρος και όχι ο ίδιος ο Εναγόμενος και επειδή δεν δίδεται προς τούτο καμία αιτιολογία. Δεν συμφωνώ με αυτή την θέση. Η νομολογία έχει μεν κατ' επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση πόσο δε μάλλον η Ένσταση που αυτή υποστηρίζει. Εξάλλου η Δ.48 Θ.4 δεν απαιτεί όπως οι Ενστάσεις συνοδεύονται από Ένορκη Δήλωση εάν τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Ένσταση είναι εμφανή από τον φάκελο της διαδικασίας. Στην παρούσα περίπτωση η ενόρκως δηλούσα Έλενα Τόλλα απορρίπτει τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Αίτηση της Ενάγουσας - Αιτήτριας. Αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης και υποστηρίζει ότι η Ενάγουσα δεν προβάλλει ικανοποιητική δικαιολογία γιατί δεν έδρασε με επιμέλεια. Η Ένορκη της δήλωση δεν περιέχει γεγονότα άλλα αναπαράγει ουσιαστικά όσα φαίνονται στον φάκελο της διαδικασίας. Συνεπώς το γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση προβαίνει δικηγόρος δεν μπορεί να θεωρηθεί παρατυπία τέτοιας εμβέλειας ώστε να θεωρηθεί «θνησγενής» ολόκληρη η Ένσταση. Σημειώνω το παράδοξο γεγονός ότι η ενώ η Ενάγουσα προωθεί αυτό το επιχείρημα την ίδια στιγμή η δική της Αίτηση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση δικηγόρου, μάλιστα δε δικηγόρου η οποία έχει άμεση ανάμειξη με τον χειρισμό της αγωγής. Νομική Πτυχή Παρά την προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου σε προφορικό αίτημα παράτασης του χρόνου καταχώρισης Ένστασης στην Κυρίως Αίτηση, προχωρώ να εξετάσω την παρούσα αίτηση στην βάση των δικών της δεδομένων όπως αυτά παρουσιάστηκαν μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. Παραπέμπω σχετικά στην Recnex Trading Ltd κ.ά. ν. Τράπεζα Πειραιώς Κύπρου Λτδ., ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολ. Έφεση 71/11, ημερ. 16.4.2014 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι ενδιάμεσες αποφάσεις, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν θεωρούνται τελεσίδικες ακόμη και αν αποφασίζεται τελικώς ένα ζήτημα το οποίο κρίνεται δεσμευτικό για την μετέπειτα διαδικασία. Η απόρριψη μιας ενδιάμεσης αίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τελική και ως εκ τούτου η καταχώριση νέας δεν μπορεί να προσκρούσει στην αρχή του δεδικασμένου. Εναπόκειται πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αν θα εγκρίνει τη δεύτερη αίτηση ή αν θα την απορρίψει, ελλείψει νέων στοιχείων. Στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο δεν μόρφωσε και ούτε εξέφρασε τελική γνώμη με τρόπο καθοριστικό επί νομικού ή πραγματικού αιτήματος. Δεν υπήρξε ενασχόληση με την ουσία του επιδίκου ζητήματος που αποτελεί τη βάση για την εφαρμογή του δόγματος res judicata (K.S.R. Commercio Industria de PapelS.A. κ.α. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 309). Εξαρτάται πάντοτε από το κατά πόσο η απορριπτική απόφαση επεκτάθηκε σε ζητήματα επί της ουσίας. Σε αντίθετη περίπτωση, σε ενδιάμεσης αιτήσεις και εκεί όπου δεν αποφασίζεται οτιδήποτε, εκτός από το γεγονός ότι το Δικαστήριο για άλλους λόγους αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θεραπεία που ο διάδικος ζήτησε, τότε το δεδικασμένο δεν καλύπτει την περίπτωση. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Spencer Bower, Turner and Handley, The Doctrine of Res Judicata, 1996, σελ.82: «Although some interlocutory orders may finally determine some question and be binding in later stages of the proceedings, the dismissal of an interlocutory application is not final and will not bar a further application on the ground of res judicata, although the further application is not likely to succeed unless supported by additional evidence or a different argument.» Στην παρούσα περίπτωση παρουσιάζονται πλέον πραγματικά δεδομένα υπό την μορφή ένορκης δήλωσης. Κάτω από το πρίσμα των δεδομένων αυτών η προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δεσμευτική. Εάν η Ενάγουσα Αιτήτρια πείσει με νέα δεδομένα ως προς την βασιμότητα του αιτήματος της η προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου μπορεί να αναθεωρηθεί. Ως εκ τούτου προχωρώ στην εξέταση της παρούσας Αίτησης επί της ουσίας. Η βασική δικονομική διάταξη που διέπει το θέμα της παράτασης προθεσμιων είναι η Δ.57 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σε σχέση με τις αρχές που εφαρμόζονται παραπέμπω στην υπόθεση Ανδρέας Λυσιώτης v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1 ΑΑΔ 364 στην οποία συνοψίστηκε η σχετική νομολογία. Λέχθηκαν ειδικότερα τα ακόλουθα: «1. Η προεξάρχουσα αρχή είναι ότι η σχετική εξουσία του δικαστηρίου αποτελεί ζήτημα διακριτικής ευχέρειας (Loizou v. Konteatis
(1968)1 C.L.R. 291, 293 και Schafer v. Blyth
(1920)3 K.B. 143). Η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται δικαστικά και να λαμβάνονται υπόψη όλα τα ουσιώδη περιστατικά της υπόθεσης. Ανάμεσα στα περιστατικά πρωτεύουσα θέση κατέχει η ύπαρξη ή όχι ικανοποιητικής δικαιολογίας για την παράλειψη του αιτητή να κάμει μέσα στις καθορισμένες προθεσμίες αυτό που τώρα επιζητεί να κάμει (Λυρατζής ν. Χαραλάμπους κ.α.
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ., 193, Loizou (πιο πάνω), Cyprian Seaway Agencies v. Republic
(1981)3 C.L.R. 271). 2. Οι τασσόμενες προθεσμίες αποτελούν βασικό υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (Μιχαηλίδης Χρίστου, Πολιτική ΄Εφεση 9626/25.11.96, Κληρίδη ν. Σταυρίδη, Πολιτικές Εφέσεις 8918 και 9064/21.10.97, και Βαρδιάνου ν. Richards, Πολιτική ΄Εφεση 9112/14.4.98). Όπου ο νομοθέτης θέτει προθεσμίες για τη λήψη διαδικαστικών μέτρων οι πρόνοιες αναφορικά με τις προθεσμίες πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρά. Η τήρηση τους εξυπηρετεί άμεσα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Πρόκειται για ζήτημα που συνδέεται με το δημόσιο συμφέρο για την τελεσιδικία και επηρεάζει άμεσα τα συμφέροντα των διαδίκων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα που τάσσονται από τους θεσμούς εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης. Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης (Χόππης ν. Παναγή
(1993)Α.Α.Δ. 140, Βαρδιάνου (πιο πάνω) και Cyprus Import Corporation Ltd v. Κώστας, Πολιτική ΄Εφεση 9359/22.5.98). 3. Ειδικές περιστάσεις όπως υπερβολική αργοπορία δυνατόν να πείσουν το δικαστήριο να αρνηθεί την παράταση της προθεσμίας (Eaton v. Storer 22 Ch. D. 92, C.A. και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 904).
- Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτελεί αποκλειστικό οδηγό για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την παράταση της προθεσμίας (Χόππης (πιο πάνω), σελ.
- Βλ. και Ιωάννου ν. Θεοδούλου κ.α., Πολιτική ΄Εφεση 10232/11.1.2000 στην οποία έχουν επισημανθεί τα εξής: "Ο προσδιορισμός των συμφερόντων της δικαιοσύνης σε κάθε περίπτωση, είναι έργο σύνθετο. Αντισταθμίζονται, αφενός, οι συνέπειες της παρεκτροπής από τα θέσμια, τα επακόλουθα τους στα δικαιώματα του αντιδίκου και, αφετέρου, οι συνέπειες άρνησης του αιτήματος στα συμφέροντα του αιτητή. ΄Οπως εξηγείται στη Χοππής, σελ. 143: "Το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολό των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης" (Βλ. επίσης Δημοκρατίας ν. Χριστοδούλου, Α.Ε. 2207-2208/20.6.97 και Πισσούριου ν. Golden Hand Co. Ltd, Πολιτική ΄Εφεση 10272/26.2.99).» Στην παρούσα περίπτωση τα όσα η Ενάγουσα αναφέρει, κρίνω ότι δεν επαρκούν για να δικαιολογήσουν την υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση Ένστασης αλλά και στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Αφοι Ιακώβου Κατασκευαί Λτδ ν. Λάμπρου Χατζηνικόλα
(1990)1 Α.Α.Δ. 470, «Καθυστέρηση ειδικά όταν είναι μακρά πρέπει να αιτιολογείται ικανοποιητικά διαφορετικά αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο για τον παραβάτη των προθεσμιών.» Οπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Θεόδωρου Χόππη ν. Παναγή 1993) 1 Α.Α.Δ. 140 όσο μικρότερο είναι το χρονικό διάστημα που διαρρέει μεταξύ της εκπνοής της προθεσμίας και της κίνησης του μηχανισμού για παράταση ανάλογα μεγαλύτερη είναι και η πιθανότητα αποδοχής του αιτήματος. Στην παρούσα περίπτωση η προθεσμία για καταχώρηση Ένστασης εξέπνευσε στις 9.10.2015. Έκτοτε η πλευρά της Ενάγουσας άφησε τον χρόνο να παρέλθει και δεν προέβη σε κανένα διάβημα προς το Δικαστήριο. Ανέμενε την ημέρα κατά την οποία η Αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση, ήτοι ένα μήνα μετά, για να προωθήσει προφορικό αίτημα παράτασης του χρόνου καταχώρησης της Ένστασης. Αυτή η δικονομική συμπεριφορά δεν μπορεί να επικροτηθεί από το Δικαστήριο. Φτάνει στο σημείο να αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Στην υπόθεση Μιχάλης Παπόρης ν. Maskinfabriken "SIO" A/S
(1996)1(B) Α.Α.Δ. 1037 λέχθηκε ότι η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να αποτρέπει κατάχρηση των διαδικασιών του είναι βαθιά ριζωμένη στους θεσμούς της δικαιοσύνης. Χωρίς το όπλο αυτό, το όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης θα μπορούσε να καταντήσει άθυρμα στα χέρια των επιτηδείων. Παράλληλα θα επερχόταν επικίνδυνη υπονόμευση και αποδυνάμωση της. Παραπέμπω επίσης στο συγγραμμα Annual Practice 1958 στη σελίδα 1814 όπου λέγεται ότι ο διάδικος που παρέλειψε να συμμορφωθεί εντός της προθεσμίας, θα πρέπει να υποστεί τις συνέπειες. Στην κατάλληλη μάλιστα περίπτωση όπου παρατηρείται υπερβολική καθυστέρηση αυτή μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο στα πλαίσια ενάσκησης της διακριτικής του ευχέρειας να αρνηθεί να παρατείνει την προθεσμία. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: «The object of the rule is to give the Court a discretion to extend time with a view to the avoidance of injustice to the parties (Schafer v. Blyth
(1920)3 K.B. p.143; Saunders v. Pawley, supra, at p.237) when an irreparable mischief would be done by acceding to a tardy application it being a departure from the ordinary practice the person who has failed to act within the proper time ought to be the sufferer but in other cases the objection of lateness ought not to be listened to and any injury caused by delay, may be compensated for by the payment of costs´ (per Bramwell L.J. in Atwood v. Chichester 3Q.B.D. p.723, C.A.). A special circumstance, however, such as excessive delay may induce a Court in its discretion to refuse to extend the time (per Jessel M. R. Eaton v. Storer 22 Ch.D. p.92(A). .....» Η Ενάγουσα - Αιτήτρια δεν αιτιολογεί επαρκώς την καθυστέρηση. Δεν μπόρεσα να αντιληφθώ με ποιον τρόπο οι καταγγελίες που έγιναν προς το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου επηρεάσαν την δυνατότητα της Ενάγουσας - Αιτήτριας να καταχωρήσει εγκαίρως Ένσταση στην Αίτηση. Όπως ορθά επισημαίνουν οι δικηγόροι του Εναγομένου, εάν η Ενάγουσα ήθελε να εξασφαλίσει μαρτυρία μέσω της πειθαρχικής έρευνας ήταν κάτι για το οποίο έπρεπε να προνοήσει πριν καταχωρήσει την αγωγή. Δεν νοείται η δικαστική διαδικασία να εξαρτάται από εξωδικαστικούς παράγοντες και από γεγονότα που λαμβάνουν χώρα κατά την διάρκεια της. Στην κατάλληλη περίπτωση τέτοια γεγονότα μπορούν να ληφθούν υπόψη όμως στην προκειμένη περίπτωση όμως δεν έχω εντοπίσει διασύνδεσή τους με το θέμα που εξετάζεται, δηλαδή τη παράλειψη καταχώρισης Ένστασης εντός της καθορισμένης προθεσμίας. Σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι δεν καταχώρησαν Ένσταση καθότι θα προέβαιναν σε τροποποίηση του κλητηρίου Εντάλματος και/ή της Έκθεσης Απαίτησης διερωτούμαι για ποιο λόγο έμειναν μόνο στα λόγια και δεν υλοποίησαν την πρόθεσή τους. Δεν αποτελεί καλό λόγο το ότι ήταν δύσκολος ο εντοπισμός των δημοσιευμάτων καθότι αυτά είχαν διαγραφεί. Έπρεπε η Ενάγουσα να έχει τα δεδομένα που την οδήγησαν στην καταχώριση της αγωγής πριν την καταχώριση αυτής. Σε κάθε περίπτωση η εντύπωση που είχε δημιουργηθεί στην Ενάγουσα ότι ο Εναγόμενος θα απέσυρε την Αίτηση διαγραφής εάν καταχωρείτο αίτηση τροποποίησης δεν προκύπτει από τα δεδομένα της υπόθεσης. Είναι αξιοσημείωτο ότι το Δικαστήριο έδωσε αρκετές αναβολές και παράταση του χρόνου για καταχώριση Ένστασης. Όλα αυτά θα μπορούσαν να γίνουν στο μεσοδιάστημα. Όταν όμως το Δικαστήριο όρισε την αίτηση για ακρόαση έπρεπε οι δικηγόροι της Ενάγουσας να τεθούν ακόμη περισσότερο σε εγγρήγορση. Δεν νοείται να ορίζεται μια Αίτηση για ακρόαση και να θεωρούν οι συνήγοροι εκ προοίμίου ως κεκτημένο δικαίωμα ότι θα μπορέσουν να εξασφαλίσουν αναβολή χωρίς να προβάλλουν αιτιολογία που να στηρίζεται σε αντικειμενικά δεδομένα. Διαφορετικά θα χάσουν οι λέξεις την σημασία τους και το Δικαστήριο ως ο θεματοφύλακας της διαδικασίας, την αξιοπιστία του. Δεν αποδέχομαι ούτε το επιχείρημα ότι η διατύπωση της αίτησης διαγραφής ήταν κακή ή ότι παρουσίαζε πολλαπλότητα. Εκτός του ότι υπήρχε πάρα πολύς χρόνος για μελέτη της αίτησης και ετοιμασία ανάλογης Ένστασης, θεωρώ ότι εάν η Ενάγουσα θεωρούσε ότι τούτος ήταν λόγος για απόρριψη της κυρίως Αίτησης θα μπορούσε να καταχωρήσει την ένσταση της προβάλλοντας ακριβώς αυτό τον λόγο ως Ένσταση. Δεν παραγνωρίζω ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδυκνύει ιδιαίτερο ζήλο στο να αποστερήσει από κάποιο δίαδικο του δικαιώματος να ακουστεί. Πλην όμως θεωρώ ότι στην παρούσα περίπτωση είναι η ίδια η Ενάγουσα που με την δικονομική της συμπεριφορά, έχει απεμπολήσει το δικαίωμα της να ακουστεί. Η ανάγκη για τήρηση των προθεσμιών που τάσσονται από το Δικαστήριο εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και συνδέεται με το δημόσιο συμφέρο για την τελεσιδικία και επηρεάζει άμεσα τα συμφέροντα των διαδίκων. Ως τέτοια υπερφαλαγγίζει το μεμονωμένο δικαίωμα διαδίκου να ακουστεί όταν ο ίδιος δεν συμμορφώνεται με τις τασσόμενες προθεσμίες και δεν δίδει προς τούτο επαρκή αιτιολογία. Το Δικαστήριο δεν θα γίνει αρωγός σε παρελκυστικές πρακτικές. Εν όψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου - Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας - Αιτήτριας. Αυτά να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. [Υπ.] Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο