← Κύπρος

K.A. DELUXE LTD ν. ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΤΑΣΟΥΡΗ, Αρ. Αγωγής 6517/2014, 8/1/2016

K.A. DELUXE LTD ν. ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΤΑΣΟΥΡΗ, Αρ. Αγωγής 6517/2014, 8/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 6517/2014 ΜΕΤΑΞΥ: K.A. DELUXE LTD Ενάγουσας και ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΤΑΣΟΥΡΗ Εναγομένης 8 Ιανουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση:, κ. Κάρνος, για Αγγελίδη, Ιωαννίδη, Λεωνίδου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη - Αιτήτρια: κ. Βρυωνίδης, για Α. Βρυωνίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με την αίτηση της Εναγόμενης - Αιτήτριας, ημερ. 29.9.2015, για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 29.4.2015 Α. Εισαγωγή Στις 29.4.2015 η Ενάγουσα εξασφάλισε απόφαση στην ως άνω αγωγή εναντίον της Εναγομένης, ερήμην αυτής. Η απόφαση εκδόθηκε κατόπιν μονομερούς αίτησης της Ενάγουσας, ημερ. 8.4.2015, δυνάμει της Διαταγής 17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, λόγω παράλειψης της Εναγομένης να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, παρά το ότι - ως ήταν ο ισχυρισμός της Ενάγουσας - πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος είχε επιδοθεί δεόντως στην Εναγόμενη στις 5.3.

  1. Β. Η υπό κρίση αίτηση παραμερισμού Στις 29.9.2015 η Εναγόμενη καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, η οποία εδράζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.16, Δ.17 θ.10, Δ.26, Δ.48 θ.θ.1-10 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Με την αίτηση αυτήν, η Εναγόμενη - Αιτήτρια εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην του εκδοθείσας απόφασης στην αγωγή, όχι γιατί αμφισβητεί την επίδοση, αφού αποδέχεται ότι το κλητήριο επιδόθηκε στην ίδια προσωπικά, αλλά επειδή έχει πολύ καλή υπεράσπιση και το γεγονός ότι δεν καταχώρησε έγκαιρα σημείωμα εμφάνισης οφείλεται σε λανθασμένη εκτίμηση των γεγονότων. Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης (στο εξής «η Ε/Δ») της Εναγομένης, στην οποία αναλύονται οι ισχυρισμοί γεγονότων επί των οποίων εδράζεται η αίτηση παραμερισμού:
  2. Είμαι η Εναγομένη, εις την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμόν αγωγή, γνωρίζω τα γεγονότα της παρούσης υποθέσεως και είμαι εξουσιοδοτημένη να προβώ στην παρούσα Ένορκο Δήλωση.
  3. Το έτος 2011 είχα προβεί στην αγορά ενός καινούριου διαμερίσματος στην Οδό Βίαντος 21, διαμ. 301, Στρόβολος, στη Λευκωσία.
  4. Προτού εγκατασταθώ σε αυτό, είχα προβεί σε συμφωνία με την εταιρεία LUNA DESIGNERS LTD με σκοπό να προβούν στο σχεδιασμό διαφόρων επίπλων και στην κατασκευή αυτών, εντός του εν λόγω διαμερίσματος.
  5. Πράγματι, η εν λόγω εταιρεία, όπως εκ των υστέρων έχω πληροφορηθεί, είχε συμβληθεί με αριθμό υπεργολάβων, οι οποίοι ανέλαβαν διάφορα τμήματα των εργασιών που απαιτούνταν, σύμφωνα με τη συμφωνία, στην οποία είχα προβεί με την εταιρεία LUNA DESIGNERS LTD.
  6. Στα πλαίσια της πιο πάνω συμφωνίας, ο Διευθυντής της εν λόγω εταιρείας, κ. Αντώνης Χρυσοστόμου, μου ζητούσε κατά καιρούς την έκδοση διαφόρων επιταγών επ' ονόματι διαφόρων υπεργολάβων, στα πλαίσια πληρωμών για εργασίες οι οποίες γίνονταν.
  7. Από τα πιο πάνω είναι ξεκάθαρο ότι εγώ προσωπικά δεν είχα έρθει σε επαφή με κανένα από τους εν λόγω υπεργολάβους και πολύ περισσότερο, δεν είχα προβεί με κανένα εξ αυτών σε οιανδήποτε συμφωνία αναφορικά με εργασίες που θα γίνονταν στο διαμέρισμα. Όλα τα πιο πάνω, τα είχε αναλάβει η ρηθείσα εταιρεία LUNA DESIGNERS LTD, η οποία είχε και την ευθύνη για την αποπεράτωση των εργασιών.
  8. Πράγματι, στο διαμέρισμα μου, είχαν πραγματοποιηθεί διάφορες εργασίες από διάφορους υπεργολάβους και οι εργασίες αυτές αποπερατώθηκαν περί τα μέσα του 2012, οπότε και εγκαταστάθηκα εντός του ρηθέντος διαμερίσματος.
  9. Στις 5/3/2015 μου επιδόθηκε η παρούσα αγωγή, η οποία φαίνεται ότι είχε κινηθεί από κάποια εταιρεία, η οποία εκτέλεσε πιθανότατα κάποιες εργασίες στο διαμέρισμα μου.
  10. Λόγω του γεγονότος ότι ουδεμία σχέση είχα με το όλο θέμα, και ουδεμία γνώση είχα για τους ισχυρισμούς που προβάλλονταν, επικοινωνούσα τηλεφωνικά με τον κ. Αντώνη Χρυσοστόμου και του γνωστοποίησα τη λήψη του κλητηρίου εντάλματος.
  11. Ο κ. Χρυσοστόμου αφού πληροφορήθηκε από εμένα το όνομα της Ενάγουσας Εταιρείας, μου επιβεβαίωσε ότι η εν λόγω εταιρεία είχε συμφωνήσει μαζί του για τη διεξαγωγή διαφόρων ξυλουργικών εργασιών, πλην όμως τελικά, λόγω κακοτεχνιών, η συμφωνία δεν προχώρησε και διακόπηκε από τα αρχικά στάδια, οπότε είχε αναλάβει άλλη εταιρεία την αποπεράτωση των εργασιών.
  12. Ενόψει της πιο πάνω εξέλιξης, ο κ. Χρυσοστόμου ανέλαβε πρωτοβουλία όπως χειριστεί ο ίδιος το θέμα, αφού παραλάμβανε από μένα το κλητήριο ένταλμα το οποίο μου είχε επιδοθεί.
  13. Δυστυχώς, αν και ο κ. Χρυσοστόμου είχε παραλάβει έγκαιρα το κλητήριο ένταλμα, εντούτοις, εκ παραδρομής, δεν έλαβε τα δέοντα μέτρα, ούτως ώστε να καταχωρηθεί εκ μέρους μου (όπως εκ των υστέρων πληροφορήθηκα ότι έπρεπε να γίνει) σημείωμα εμφάνισης, ούτως ώστε να δοθεί η δυνατότητα να προβληθεί η υπεράσπιση μου.
  14. Το θέμα επανήλθε στην επικαιρότητα, όταν πρόσφατα, και συγκεκριμένα, στις 14/9/2015 μου επιδόθηκε προσωπικά αντίγραφο απόφασης δικαστηρίου, η οποία είχε εκδοθεί ερήμην μου τις 29/4/
  15. Αμέσως επικοινώνησα εκ νέου με τον κ. Χρυσοστόμου, ο οποίος μου γνωστοποίησε ότι εκ παραδρομής δεν είχε λάβει οποιαδήποτε μέτρα για το θέμα και μου απολογήθηκε για το πιο πάνω γεγονός.
  16. Ενόψει της πιο πάνω εξέλιξης επικοινώνησα αμέσως με τον δικηγόρο μου, ο οποίος παρόλο που απουσίαζε στο εξωτερικό, καθόρισε ραντεβού στις 22/9/2015 στο γραφείο του. Πράγματι, πραγματοποιήθηκε συνάντηση στο γραφείο του δικηγόρου μου, στον οποίο επανέλαβα τα πιο πάνω.
  17. Ο δικηγόρος μου μου ζήτησε όπως επικοινωνήσω αμέσως με τον κ. Χρυσοστόμου, με σκοπό τον καθορισμό συνάντησης στο γραφείο του δικηγόρου μου, στην παρουσία του ιδίου.
  18. Πράγματι, την Πέμπτη 24/9/2015 έγινε συνάντηση στα γραφεία του δικηγόρου μου, στην παρουσία του κ. Χρυσοστόμου, ο οποίος επιβεβαίωσε όλα τα πιο πάνω.
  19. Από τα πιο πάνω, είναι ξεκάθαρο ότι οι αναφορές που γίνονται στις παραγράφους 2 και 3 της Έκθεσης Απαίτησης, ότι δήθεν εγώ είχα συμβληθεί με την Ενάγουσα Εταιρεία και είχα συμφωνήσει προφορικά για τη διεξαγωγή ξυλουργικών εργασιών, είναι παντελώς αναληθές, αφού κανένα απολύτως άνθρωπο από την εν λόγω εταιρεία δεν γνωρίζω.
  20. Η μόνη μου εμπλοκή στην υπόθεση αυτή είναι όταν κλήθηκα από τον κ. Χρυσοστόμου, τον Ιούλιο του 2011, να εκδώσω μια επιταγή €1.500 επ' ονόματι αυτής της εταιρείας, όπως εξέδιδα σωρεία επιταγών επ' ονόματι και άλλων φυσικών και νομικών προσώπων, τα οποία ο κ. Χρυσοστόμου χρησιμοποιούσε για τη διεξαγωγή εργασιών.
  21. Κατά τη συνάντηση στο γραφείο του δικηγόρου μου, για πρώτη φορά πληροφορήθηκα από τον κ. Χρυσοστόμου ότι η εν λόγω εταιρεία είχε αναλάβει να προβεί σε αριθμό ξυλουργικών εργασιών στο διαμέρισμα και προς τούτο, είχε παραδώσει προς την εταιρεία LUNA DESIGNERS LTD σχετική προσφορά, η οποία ήταν συνολικού ποσού €4.427,
  22. Μάλιστα, στο στάδιο αυτό, είχε δοθεί το ποσό των €1.500 ως προκαταβολή, ως ανωτέρω έχω αναφέρει.
  23. Σύμφωνα με τον κύριο Χρυσοστόμου, όταν η εν λόγω εταιρεία είχε παραδώσει μικρό μέρος των εργασιών για να εγκατασταθούν στο διαμέρισμα, διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν πάμπολλες κακοτεχνίες με αποτέλεσμα η συνεργασία να διακοπεί και η εταιρεία LUNA DESIGNERS LTD να συμβληθεί με την εταιρεία I. & P. IOANNOU XYLOURGIA LTD, η οποία αποπεράτωσε τελικά τις εργασίες με συνολικό κόστος €3.
  24. Όλα τα πιο πάνω, τα είχε αναφέρει ο κ. Χρυσοστόμου προς το δικηγόρο μου κατά τη διάρκεια της συνάντησης μας.
  25. Από τα πιο πάνω είναι έκδηλο ότι στην παρούσα υπόθεση, σύμφωνα και με τη συμβουλή του δικηγόρου μου, έχω πολύ καλή υπεράσπιση, η οποία ανατρέπει όλους τους ισχυρισμούς των Εναγόντων και η μη καταχώρηση εμφάνισης εκ μέρους μου οφείλεται σε λανθασμένη εκτίμηση των γεγονότων τόσο και από εμένα, όσο και από τον κ. Χρυσοστόμου, ο οποίος είχε αναλάβει να επιληφθεί του θέματος. Ως εκ των ανωτέρω και ως ειλικρινά πιστεύω, είναι ορθό και δίκαιο όπως πετύχει η παρούσα αίτηση για να μου δοθεί η ευκαιρία να υπερασπιστώ εις την αγωγή, για καλύτερη και δικαιότερη απονομή της δικαιοσύνης.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου) Περαιτέρω, η αίτηση παραμερισμού συνοδεύεται από Ε/Δ, ημερ. 29.9.2015 του κ. Αντώνη Χρυσοστόμου, την οποία επίσης παραθέτω αυτούσια:
  26. «Είμαι σχεδιαστής εσωτερικών χώρων και προς τούτο διατηρώ την εταιρεία LUNA DESIGNERS LTD, της οποίας είμαι μέτοχος και Διευθυντής.
  27. Το καλοκαίρι του 2011, η εταιρεία μου είχε αναλάβει να προβεί στο σχεδιασμό και την κατασκευή διαφόρων ξυλουργικών και άλλων εργασιών στο καινούριο διαμέρισμα στην Οδό Βίαντος 21, διαμ. 301, Στρόβολος, στη Λευκωσία, το οποίο είχε αγοράσει η κ. Αντιγόνη Τασουρή.
  28. Πράγματι, στα πλαίσια της εν λόγω συμφωνίας με την κ. Τασουρή, η εταιρεία μου θα αναλάμβανε όλη την ευθύνη τόσο του σχεδιασμού των εσωτερικών χώρων του διαμερίσματος, όσο και την εξεύρεση των αναγκαίων υπεργολάβων για τη διεξαγωγή αυτών των εργασιών.
  29. Στα πλαίσια των πιο πάνω εργασιών, η Ενάγουσα Εταιρεία είχε δώσει προσφορά για τη διεξαγωγή κάποιων συγκεκριμένων εργασιών για το συνολικό ποσό των €4.427,
  30. Αντίγραφο επισυνάπτεται ως τεκμήριο Α.
  31. Η εν λόγω εταιρεία ανέλαβε τελικά την κατασκευή των εργασιών αυτών και έτσι με δικές μου οδηγίες προς την κ. Τασουρή (η οποία εξέδωσε σχετική επιταγή) κατεβλήθη ποσό €1.500, ως προκαταβολή.
  32. Δυστυχώς, στο στάδιο που η Ενάγουσα Εταιρεία ήρθε να παραδώσει μικρό μέρος από τις ξυλουργικές εργασίες τις οποίες είχε αναλάβει να διεκπεραιώσει, διαπιστώθηκαν σημαντικότατες κακοτεχνίες και/ή αποκλίσεις από τα συμφωνηθέντα, με αποτέλεσμα να διακοπεί αμέσως η συνεργασία.
  33. Η Εταιρεία μου αναγκάστηκε να προβεί στην εξεύρεση άλλης εταιρείας, η οποία ανέλαβε να αποπερατώσει τις εν λόγω εργασίες. Η Εταιρεία αυτή ήταν η I. & P. IOANNOU XYLOURGIA LTD, η οποία αποπεράτωσε τις εργασίες, οι οποίες στοίχισαν το συνολικό ποσό των €3.861 για το οποίο εξεδόθη σχετικό τιμολόγιο, το οποίο πληρώθηκε από την κ. Τασουρή. Αντίγραφο του ρηθέντος τιμολογίου επισυνάπτεται ως τεκμήριο Β.
  34. Όπως γίνεται αντιληπτό, όλοι οι ισχυρισμοί που αναφέρονται στην Έκθεση Απαιτήσεως, ουδεμία σχέση έχουν με την αλήθεια, αφού η ενάγουσα εταιρεία παραλείπει επιμελώς να αναφερθεί στη συμφωνία που έγινε μεταξύ της εταιρείας μου για τη διεξαγωγή των εργασιών αφενός και αφετέρου, εσκεμμένα παρασιωπά το γεγονός ότι η συνεργασία διακόπηκε πολύ γρήγορα και καμία άλλη εργασία δεν διεξήγαγε, η οποία να δικαιολογεί την απαίτηση της. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι επέλεξε να εγείρει την παρούσα Αγωγή 3 και πλέον χρόνια αργότερα, σε μια προσπάθεια συσκότισης της αλήθειας.
  35. Δυστυχώς, όταν τον Μάρτιο του 2015 η κ. Τασουρή είχε παραλάβει την εν λόγω Αγωγή και είχε επικοινωνήσει μαζί μου, παρόλο που παρέλαβα το κλητήριο ένταλμα, εντούτοις εκ παραδρομής δεν έλαβα τα δέοντα μέτρα, με αποτέλεσμα, όπως με πληροφόρησε η κ. Τασουρή και ο δικηγόρος της, να έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον της.
  36. Απευθύνομαι προς το σεβαστό δικαστήριο και δηλώνω κατηγορηματικά ότι η οποιασδήποτε συμφωνία έγινε για το πιο πάνω θέμα, έγινε μεταξύ της εταιρείας μου και της Ενάγουσας Εταιρείας και ότι η κ. Τασουρή ουδεμία σχέση είχε με την Ενάγουσα Εταιρεία.
  37. Παράλληλα, τονίζω εμφαντικά ότι η Ενάγουσα Εταιρεία έλαβε ποσό €1.500 (το οποίο επιβαρύνθηκε η κ. Τασουρή) το οποίο τελικά πλουτίστηκε αδικαιολόγητα, αφού η μικρή εργασία την οποία είχε διεκπεραιώσει λόγω κακοτεχνιών δεν χρησιμοποιήθηκε τελικά και η κ. Τασουρή αναγκάστηκε να πληρώσει τη νέα εταιρεία με την οποία είχα συμφωνήσει για την αποπεράτωση των εργασιών. Τελειώνοντας, θα ήθελα να παρακαλέσω το σεβαστό δικαστήριο όπως επιτρέψει τον παραμερισμό της εκδοθείσης απόφασης, ούτως ώστε όλα τα πιο πάνω να τεθούν ενώπιον του και αξιολογηθούν στα πλαίσια εκδίκασης της υπόθεσης.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Στις 3.11.2015 η Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση παραμερισμού, επικαλούμενη σωρεία λόγων ένστασης, ως παρατίθενται πιο κάτω: Η ένσταση βασίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 (ως έχει τροποποιηθεί) και, ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό, στα Άρθρα 2, 29, 30, 31 και 43, στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στη Δ.1, Δ.5, Δ.16 Θ. 1, 7, Δ.17 Θ. 2, 10, 11, Δ.48 Θ. 4, 7, 8, 9, Δ.59 και Δ.64 Θ. 1

(1)
(2), 2, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική νομολογία, στις αρχές του δικαίου της επιείκειας και στους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης, καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι επί των οποίων βασίζεται η Ένσταση είναι οι ακόλουθοι: «Α) Δεν πληρούνται σωρρευτικά οι απαραίτητες προϋποθέσεις που προβλέπει ο Νόμος και η Νομολογία για την έκδοση διατάγματος παραμερισμού και/ή ακύρωσης απόφασης Δικαστηρίου ληφθείσας στην απουσία Εναγομένου, λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης. Β) Η υπό κρίση Αίτηση δεν έχει υποβληθεί εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία έκδοσης της ερήμην απόφασης ήτοι την 29/04/2014, αλλά υποβλήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση (5 περίπου μηνών), για την οποία δεν αποκαλύπτεται ο οποιοσδήποτε ουσιαστικός και/ή βάσιμος και/ή τεκμηριωμένος και/ή ικανοποιητικός λόγος, μέσα από το περιεχόμενο των Ενόρκων Δηλώσεων που συνοδεύουν την Αίτηση. Γ) Δεν αποκαλύπτεται μέσα από το περιεχόμενο των Ενόρκων Δηλώσεων που συνοδεύουν την Αίτηση, ο οποιοσδήποτε ουσιαστικός και/ή βάσιμος και/ή ικανοποιητικός και/ή τεκμηριωμένος λόγος ως προς την παράλειψη της Αιτήτριας να εμφανιστεί στη διαδικασία της αγωγής αφότου έλαβε γνώση του περιεχομένου του κλητηρίου εντάλματος που είχε επιδοθεί προσωπικά σε αυτήν από τις 05/03/
  1. Δ) Η Αιτήτρια επέδειξε ασυγχώρητη αδιαφορία και/ή υποτίμηση και/ή περιφρόνηση και/ή πασιφανή έλλειψη ενδιαφέροντος και/ή σεβασμού ως προς τη δικαστική διαδικασία που εκκρεμούσε προσωπικά εναντίον της, αγνοώντας εντελώς το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος που είχε επιδοθεί δεόντως σε αυτήν από τις 05/03/2015, διαγωγή η οποία πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης και καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση. Ε) Η Αιτήτρια δεν έχει αποκαλύψει στο Δικαστήριο, μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση, εκ πρώτης όψεως καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση στην ουσία της αξίωσης των Καθ' ων η Αίτηση. Ζ) Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας ως προς την ύπαρξη καλής υπεράσπισης στην αξίωση των Καθ'ων η Αίτηση είναι γενικόλογοι, αόριστοι και στερούνται του απαιτούμενου βαθμού πειστικότητας και/ή λογικοφάνειας και/ή του αναγκαίου στερεού βάθρου και/ή υποστηρικτικού υλικού ή στοιχείων που θα επέτρεπε στο Δικαστήριο να προσδώσει σε αυτούς κάποια βαρύτητα. Η) Τα όσα προβάλλει η Αιτήτρια ενώπιον Δικαστηρίου, μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την Αίτηση, δεν συνιστούν υπεράσπιση στην αξίωση των Καθ' ων η Αίτηση, υπό το φως των δικογραφημένων αιτιών αγωγής. Θ) Η Αίτηση διέπεται από κακοπιστία (mala fide), είναι παραπλανητική, αντιφατική, καταχρηστική και αποσκοπεί αποκλειστικά στην παρέλκυση της υπόθεσης και/ή την καθυστέρηση των Καθ' ων η Αίτηση στην ικανοποίηση της αξίωσης τους. I) Το επανάνοιγμα της υπόθεσης δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε χρήσιμο ή ωφέλιμο σκοπό και/ή τους σκοπούς της ορθής απονομής της δικαιοσύνης αλλά αντιθέτως, θα οδηγήσει σε σπατάλη πολύτιμου δικαστικού χρόνου και αχρείαστα έξοδα. Κ) Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και θα πρέπει συνεπώς να απορριφθεί με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση («Ε/Δ»), ημερ. 3.11.2015, του κ. Κώστα Ανδρέου, Διευθυντή της Ενάγουσας - Καθ' ης η αίτηση, καθώς και στα στοιχεία του φακέλου. Παραθέτω αυτούσια την Ε/Δ:
  2. «Είμαι διευθυντής της κυπριακής εταιρείας Κ.Α. DELUXE LTD (Αρ. εγγραφής 121125), Εναγόντων στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή («η αγωγή») και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους ιδίους να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ειδοποίησης ένστασης τους στην ενδιάμεση αίτηση που καταχώρησε η Εναγόμενη στις 29/09/2015 με την οποία αξιώνει την έκδοση διατάγματος ακύρωσης ή παραμερισμού της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 29/04/2015 που εξεδόθη ερήμην εναντίον της και προς όφελος των Εναγόντων (η «Αίτηση»).
  3. Προβαίνω στη παρούσα ένορκη δήλωση επί τη βάσει γεγονότων τα οποία γνωρίζω και έχω βιώσει προσωπικά, εγγράφων τα οποία έχω στην κατοχή μου και κατόπιν λήψης νομικής συμβουλής και πληροφόρησης από τους δικηγόρους μου κ.κ. Αγγελίδης, Ιωαννίδης, Λεωνίδου Δ.Ε.Π.Ε, αναφορικά με τις γενικές αρχές που διέπουν το θέμα της ακύρωσης ή του παραμερισμού απόφασης που λήφθηκε από Δικαστήριο στην απουσία διαδίκου. Ειλικρινά πιστεύω ότι, τα όσα αναφέρω στην παρούσα ένορκη δήλωση είναι ορθά και ακριβή. Στα σημεία όπου αναφέρομαι σε γεγονότα και στοιχεία που δεν εμπίπτουν εντός της προσωπικής μου γνώσης αλλά προέρχονται από άλλη πηγή πληροφόρησης, εξειδικεύω ή προσδιορίζω την εν λόγω πηγή. Η οποιαδήποτε έκφραση άποψης ή γνώμης στην παρούσα από μέρους μου επισημαίνεται ή προσδιορίζεται.
  4. Υιοθετώ πλήρως και επαναλαμβάνω τους λόγους που εκτίθενται στην ειδοποίηση ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση (η «ένσταση») για τους σκοπούς της παρούσας ένορκης δήλωσης μου.
  5. Η αξίωση των Καθ' ων η Αίτηση εναντίον της Αιτήτριας, ως τούτη εκτίθεται στην Έκθεση Απαίτησης του κλητηρίου εντάλματος, είναι δίκαιη και αληθής και η απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 29/04/2015, είναι απόλυτα ορθή και δικαιολογημένη.
  6. Έχω αναγνώσει προσεκτικά τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στις δύο Ένορκες Δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση, τους οποίους απορρίπτω κατηγορηματικά για τους λόγους που θα αναφέρω ακολούθως. Η αδικαιολόγητη καθυστέρηση από πλευράς Αιτήτριας
  7. Οι Καθ' ων οι Αίτηση καταχώρησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στις 12/11/
  8. Η προσωπική επίδοση του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής στην Αιτήτρια, όπως η ίδια αναγνωρίζει στην παράγραφο 8 της ένορκης της δήλωσης, πραγματοποιήθηκε στις 05/03/
  9. Εξ' όσων έχω πληροφορηθεί από τους δικηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση, εάν η Αιτήτρια επιθυμούσε να προβάλει την οποιαδήποτε υπεράσπιση της στην αξίωση των Καθ' ων η Αίτηση και να αμφισβητήσει τους ισχυρισμούς τους όφειλε, πρωτίστως, να είχε καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης εντός 10 ημερών από την ημερομηνίας επίδοσης σε αυτήν του κλητηρίου εντάλματος.
  10. Ένεκα της παράλειψης της Αιτήτριας να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και αφού ουδείς επικοινώνησε μαζί τους ή εξέφρασε οποιοδήποτε ενδιαφέρον σε σχέση με την πιο πάνω αγωγή, οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρισαν αίτηση στο Δικαστήριο στις 08/04/2015 για την έκδοση ερήμην απόφασης εναντίον της Αιτήτριας, η οποία εκδόθηκε στις 29/04/
  11. Η επίδοση της εν λόγω απόφασης στην Αιτήτρια πραγματοποιήθηκε στις 14/09/
  12. Πιστό αντίγραφο της απόφασης επισυνάπτεται στην παρούσα ως, «Τεκμήριο 1».
  13. Από το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής και συγκεκριμένα την σχετική σημείωση που υπάρχει στην πρόσθια σελίδα αυτού, την οποία έχω αναγνώσει, προκύπτει ότι η Αιτήτρια γνώριζε ή θα μπορούσε από μια απλή και μόνο ανάγνωση της πρόσθιας σελίδας του κλητηρίου εντάλματος να γνωρίζει ότι, εντός 10 ημερών από την παραλαβή του εν λόγω κλητηρίου, είχε υποχρέωση να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης, είτε προσωπικά είτε μέσω δικηγόρου της επιλογής της, εάν επιθυμούσε να προβάλει την οποιαδήποτε υπεράσπιση της στην αξίωση των Καθ' ων η Αίτηση και πως τυχόν παράλειψη της να το πράξει, θα έδιδε το δικαίωμα στους Καθ' ων η Αίτηση να επιδιώξουν άμεσα την έκδοση απόφασης στην απουσία της. Στις παραγράφους 8, 9 και 10 της ένορκης της δήλωσης η Αιτήτρια ουσιαστικά παραδέχεται ότι ανέγνωσε το κλητήριο ένταλμα μόλις το παρέλαβε. Ως εκ τούτου, η αναφορά της Αιτήτριας στην παράγραφο 12 της ένορκης της δήλωσης ότι εκ των υστέρων είναι που πληροφορήθηκε ότι όφειλε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης είναι απαράδεκτη και παραπλανητική για το Δικαστήριο.
  14. Ειλικρινά πιστεύω ότι η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει μέσα από το περιεχόμενο των 2 ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την Αίτηση της, οποιοδήποτε ουσιαστικό, βάσιμο, ικανοποιητικό ή τεκμηριωμένο λόγο ως προς την παράλειψη της να εμφανιστεί στη διαδικασία της αγωγής μετά την προσωπική επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε αυτήν. Ούτε και δίδεται ένας τέτοιος λόγος για την καθυστέρηση που μεσολάβησε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας αίτησης.
  15. Εξ' όσων αντιλαμβάνομαι από τα όσα μου έχουν αναφέρει οι δικηγόροι μου, η αιτιολογία που προβάλλει η Αιτήτρια σε σχέση με την παράλειψη της να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης στη διαδικασία, ότι δηλαδή η Αιτήτρια γνωστοποίησε την αγωγή σε τρίτο πρόσωπο, τον Αντώνη Χρυσοστόμου, ο οποίος ανέλαβε την πρωτοβουλία να 'χειριστεί το θέμα' αφού θα παραλάμβανε το κλητήριο ένταλμα από την ίδια αλλά αμέλησε εν τέλει να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, δεν συνιστούν δικαιολογία που θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή από οποιοδήποτε λογικό Δικαστήριο κατά την εξέταση μιας Αίτησης της φύσεως της παρούσας. Η ευθύνη για καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης, είτε προσωπικά είτε μέσω δικηγόρου, όπως ήταν ξεκάθαρο από το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος, βάρυνε αποκλειστικά και μόνο την ίδια την Αιτήτρια, εναντίον της οποίας στρεφόταν προσωπικά η αγωγή των Καθ' ων η Αίτηση.
  16. Από το περιεχόμενο των 2 ενόρκων δηλώσεων της Αίτησης, προκύπτει ξεκάθαρα το συμπέρασμα ότι η Αιτήτρια, από την ημέρα που της επιδόθηκε προσωπικά το κλητήριο ένταλμα ήτοι την 05/03/2015 μέχρι και την ημερομηνία επίδοσης σε αυτήν της απόφασης ημερ. 29/04/2015 δηλ. από τις 05/03/2015 μέχρι τις 14/09/2015, δηλαδή για 6 σχεδόν ολόκληρους μήνες, δεν επέδειξε το παραμικρό ενδιαφέρον και δεν έλαβε το παραμικρό διάβημα για να ενημερωθεί από τον Χρυσοστόμου ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος 'χειρίστηκε' τελικά το θέμα της αγωγής, ως της είχε αρχικά αναφέρει ότι θα έπραττε. Δεν έλαβε η ίδια οποιοδήποτε μέτρο για να ενημερωθεί για την τύχη της αγωγής που είχε καταχωριστεί εναντίον της και εκκρεμούσε, ως ήταν εύλογα αναμενόμενο να πράξει, ούτε και επικοινώνησε με τους Καθ' ων η Αίτηση, είτε προσωπικά είτε μέσω δικηγόρου, για να τους εκφράσει την οποιαδήποτε θέση της επί της αξίωσης τους.
  17. Η συνολική καθυστέρηση των 5 περίπου μηνών που μεσολάβησε από την ημερομηνίας έκδοσης της απόφασης ήτοι την 24/09/2015 μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας αίτησης την 29/09/2015, είναι αδικαιολόγητη και ανεπίπτρεπτη υπό τις περιστάσεις.
  18. Η Αιτήτρια επέδειξε αδιαφορία, υποτίμηση, περιφρόνηση και γενικότερα, πασιφανή έλλειψη ενδιαφέροντος και σεβασμού ως προς τη δικαστική διαδικασία που εκκρεμούσε προσωπικά εναντίον της, αγνοώντας εντελώς το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος που της είχε επιδοθεί. Εξ' όσων με πληροφορούν οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση, η διαγωγή της αυτή είναι ασυγχώρητη καθότι καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση και θα πρέπει αφεαυτής να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης. Η απουσία εκ πρώτης όψεως καλής και συζητήσιμης υπεράσπισης
  19. Ειλικρινά πιστεύω ότι, η Αιτήτρια δεν έχει αποκαλύψει στο Δικαστήριο μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση εκ πρώτης όψεως καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση στην ουσία της αξίωσης των Καθ' ων η Αίτηση, ως όφειλε να πράξει. Εξ' όσων έχω πληροφορηθεί από τους δικηγόρους μου, τα όσα ισχυρίζεται η Αιτήτρια μέσω της Αίτησης της δεν αποκαλύπτουν οποιαδήποτε πειστική και λογικοφανή ή βάσιμη υπεράσπιση στην αξίωση των Καθ' ων η Αίτηση, υπό το φως των δικογραφημένων αιτιών αγωγής και δεν τεκμηριώνονται με οποιαδήποτε αποδεικτικά ή υποστηρικτικά στοιχεία. Η αγωγή των Εναγόντων αφορούσε οφειλή της Αιτήτριας προς αυτούς σε σχέση με συγκεκριμένες ξυλουργικές εργασίες ή υπηρεσίες που παρείχαν στην Αιτήτρια και ειδικότερα, την κατασκευή και τοποθέτηση από τους Καθ' ων η Αίτηση ξυλουργικών επίπλων ή κατασκευών στο διαμέρισμα της Αιτήτριας, το ύψος της οποίας ανερχόταν στο ποσό των €4,590.00 σεντ, πλέον τόκους. Οι ξυλουργικές εργασίες που παρείχαν οι Καθ' ων η Αίτηση προς όφελος της Αιτήτριας εξειδικεύονταν στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης της αγωγής και το αρχικό κόστος τους ανήρχετο στο ποσό των €6,090.00 σεντ. Το σχετικό τιμολόγιο των Καθ' ων η Αίτηση που είχε εκδοθεί επ' ονόματι της Αιτήτριας επισυνάπτεται στην παρούσα ως, «Τεκμήριο 2». Η Αιτήτρια κατέβαλε στους Καθ' ων η Αίτηση, σε σχέση με τις εν λόγω εργασίες, το ποσό των €1,500.00 σεντ.
  20. Στα πλαίσια προβολής της υπεράσπισης της, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ανέθεσε την αποκλειστική ευθύνη του σχεδιασμού των εσωτερικών χώρων του καινούργιου διαμερίσματος της στην εταιρεία LUNA DESIGNERS LTD, μέσω του διευθυντή της Αντώνη Χρυσοστόμου. Επιπροσθέτως, στην ένορκη δήλωση του Χρυσοστόμου που συνοδεύει την Αίτηση, αναφέρεται πως η Αιτήτρια ανέθεσε στην LUNA DESIGNERS LTD την 'εξεύρεση των αναγκαίων υποεργολάβων' για την διεκπεραίωση των εν λόγω εργασιών, (βλ. παρα. 3) Καμία περαιτέρω λεπτομέρεια δεν δίδεται στο Δικαστήριο, μέσα από τις δύο ένορκες δηλώσεις της Αίτησης, σε σχέση με την φερόμενη συμφωνία και τους όρους αυτής και ειδικότερα, το τι θα περιελάμβανε ο σχεδιασμός των εσωτερικών χώρων που η Αιτήτρια ανέθεσε στην LUNA DESIGNERS LTD.
  21. Προκύπτει ωστόσο ξεκάθαρα από το περιεχόμενο και των δύο ενόρκων δηλώσεων ότι για τη διεκπεραίωση των εργασιών που ανέθεσε στην εταιρεία του η Αιτήτρια, ο Χρυσοστόμου συμβλήθηκε, επ' ονόματι της εταιρείας του, με διάφορους υπεργολάβους της επιλογής του, με τη σύμφωνη γνώμη της Αιτήτριας η οποία πλήρωνε ακολούθως τους εν λόγω υποεργολάβους για τις εργασίες που εκτελούσαν προς όφελος της με επιταγές που εξέδιδε στο όνομα τους, όταν της το ζητούσε κατά καιρούς ο Χρυσοστόμου. Ανάμεσα στους υποεργολάβους με τους οποίους συμβλήθηκε η LUNA DESIGNERS LTD, μέσω του διευθυντή της Χρυσοστόμου, ήταν και οι Καθ' ων η Αίτηση.
  22. Η Αιτήτρια αποδέχεται ότι έγιναν διάφορες εργασίες στο διαμέρισμα της από τους υποεργολάβους που εργοδοτούσε ο Χρυσοστόμου μέσω της εταιρείας του. Στην παράγραφο 8 της Ένορκης της Δήλωσης η Αιτήτρια αναφέρεται σε πιθανότητα να έγιναν τέτοιες εργασίες από τους Καθ' ων η Αίτηση.
  23. Μέσα από το περιεχόμενο των δύο ένορκων δηλώσεων προκύπτει ότι γνώριζε για την κατ' ισχυρισμόν συμφωνία μεταξύ Χρυσοστόμου και Καθ' ων η Αίτηση για την προσφορά ξυλουργικών υπηρεσιών στο δικό της διαμέρισμα, αφού η ίδια κατέβαλε με επιταγή το ποσό των 1500 ευρώ ως 'προκαταβολή' για το κόστος των εν λόγω εργασιών, όταν της το ζήτησε ο Χρυσοστόμου. Η σχετική απόδειξη που εξέδωσαν οι Καθ' ων η Αίτηση επ' ονόματι της Αιτήτριας ημερ. 29/07/2011 για την πληρωμή των 1500 ευρώ επισυνάπτεται ως «Τεκμήριο 3» στην παρούσα. Επομένως, ο ισχυρισμός της Αιτήτριας στην παράγραφο 19 της ένορκης της δήλωσης ότι είναι στο γραφείο του δικηγόρου της που ενημερώθηκε για πρώτη φορά ότι οι Καθ' ων η Αίτηση ήταν ανάμεσα στους υποεργολάβους που είχαν αναλάβει την εκτέλεση εργασιών στο διαμέρισμα της, είναι εντελώς αντιφατικός, αναληθής και συνιστά μια έκδηλη προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Είναι επίσης αντίθετος με το περιεχόμενο της παραγράφου 10 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας όπου η ίδια ισχυρίζεται ότι ενημερώθηκε για τους Καθ' ων η Αίτηση κατά την πρώτη τηλεφωνική επικοινωνία της με το Χρυσοστόμου μετά την επίδοση της αγωγής σε αυτήν.
  24. Κανένας ισχυρισμός δεν προβάλλεται από πλευράς Αιτήτριας ότι η ενέργεια του Χρυσοστόμου να συμβληθεί με τους Καθ' ων η Αίτηση για το δικό της όφελος ήτοι τη διεξαγωγή εργασιών στο δικό της διαμέρισμα, δεν ενέπιπτε εντός των πλαισίων της μεταξύ τους αρχικής συμφωνίας ή ότι η ίδια διαφωνούσε ή ενίστατο, καθ' οιονδήποτε τρόπο, με αυτή την ενέργεια του Χρυσοστόμου. Εξ' όσων με πληροφορούν οι δικηγόροι μου, το ότι η προσφορά ξυλουργικών εργασιών από τους Καθ' ων η Αίτηση στην Αιτήτρια έγινε κατόπιν διαμεσολάβησης τρίτου προσώπου δεν συνιστά αφεαυτού ή χωρίς άλλο, οποιασδήποτε μορφής υπεράσπιση στην αγωγή των Καθ' ων η Αίτηση, εφόσον, ως είναι παραδεκτό μέσα από τις 2 ένορκες δηλώσεις της Αίτησης, το τρίτο αυτό πρόσωπο αντιπροσώπευε την Αιτήτρια και είχε τη δέουσα εξουσιοδότηση και την ελευθερία να συμβληθεί με υποεργολάβους της επιλογής του για τη διεξαγωγή εργασιών προς αποκλειστικό όφελος της Αιτήτριας η οποία είχε ακολούθως την ευθύνη για την εξόφληση τους.
  25. Εξ' όσων αντιλαμβάνομαι, το κατά πόσο η Αιτήτρια έχει οποιαδήποτε διαφορά ή αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Χρυσοστόμου, είναι θέμα που δεν αφορά την παρούσα αγωγή και είναι ζήτημα που η ίδια θα μπορούσε να επιλύσει μέσω άλλης διαδικασίας.
  26. Καμία ικανοποιητική λεπτομέρεια δεν συμπεριέλαβε στην ένορκη του δήλωση ο Χρυσοστόμου σε σχέση με τις εργασίες που ανέλαβαν να εκτελέσουν οι Καθ' ων η Αίτηση προς όφελος της Αιτήτριας ή τις προδιαγραφές που είχαν δοθεί σε αυτούς. Καμία απολύτως αναφορά ή ρητή αμφισβήτηση δεν εντοπίζεται σε σχέση με τις ξυλουργικές εργασίες που περιγράφονται στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης της αγωγής και που ισχυρίζονται οι Καθ' ων η αίτηαη ότι προς όφελος της Αιτήτριας. Όπως φαίνεται από τη συγκεκριμένη παράγραφο στις εργασίες που οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι εκτέλεσαν προς όφελος της Αιτήτριας περιλαμβάνονται και εκείνες της προσφοράς που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση του Χρυσοστόμου. Εξ' οσων με πληροφορούν οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση, η Αιτήτρια όφειλε να είχε δώσει τις πιο πάνω λεπτομέρειες στο δικαστήριο και να προβάλει ρητά την οποιαδήποτε υπεράσπιση της σε σχέση με τις εργασίες που οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται στην αγωγή τους ότι εκτέλεσαν προς όφελος της.
  27. Ισχυρίζεται ο Χρυσοστόμου προς υπεράσπιση της Αιτήτριας ότι, οι Καθ' ων η Αίτηση εκτέλεσαν μικρό μόνο μέρος των εργασιών που τους είχαν ανατεθεί και πως κατά την παράδοση διαπιστώθηκαν κακοτεχνίες ή αποκλίσεις από τα συμφωνηθέντα με αποτέλεσμα να διακοπεί άμεσα η μεταξύ τους συμφωνία. Δεν διευκρινίζει με σαφήνεια τι έγινε με το ζήτημα της παράδοσης των προϊόντων στο διαμέρισμα. Καμία απολύτως λεπτομέρεια ή στοιχείο δεν αποκαλύπτεται στο Δικαστήριο μέσα από την Αίτηση, έστω και ενδεικτικά, σε σχέση με τις κατ' ισχυρισμόν κακοτεχνίες και αποκλίσεις από τα συμφωνηθέντα. Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας είναι γενικόλογοι, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι. Εξ' όσων έχω αντιληφθεί από τα όσα μου ανέφεραν οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση, στην απουσία οποιωνδήποτε απολύτως λεπτομερειών ή υποστηρικτικού υλικού ή υπόβαθρου, η υπεράσπιση της Αιτήτριας για κακοτεχνίες και αποκλίσεις από συμφωνηθέντα, από τους Καθ' ων η Αίτηση, στερείται του απαιτούμενου βαθμού πειστικότητας και λογικοφάνειας έτσι ώστε να μπορεί να αποδοθεί σε αυτήν η οποιαδήποτε βαρύτητα από το Δικαστήριο.
  28. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του Χρυσοστόμου στην ένορκη του δήλωση ότι οι Καθ' ων η Αίτηση με την προκαταβολική είσπραξη του ποσού των 1500 ευρώ από την Αιτήτρια έχουν πλουτίσει αδικαιολόγητα εις βάρος της έχω διαπιστώσει ότι η ίδια η Αιτήτρια δεν έχει συμπεριλάβει αντίστοιχο ισχυρισμό στην ένορκη της δήλωση. Πέραν τούτου, σημειώνω ότι από την ημερομηνία καταβολής του ποσού των 1500 ευρώ από την Αιτήτρια στους Καθ' ων η Αίτηση ήτοι από την 22/07/2011 (βλ. Τεκμήριο 3), δηλαδή εδώ και 5 σχεδόν χρόνια, τόσο η Αιτήτρια όσο και ο Χρυσοστόμου ουδέποτε ζήτησαν επιστροφή του εν λόγω ποσού από τους Καθ' ων η Αίτηση ούτε και υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί του αντιθέτου στις αντίστοιχες ένορκες τους δηλώσεις. Η παράλειψη τους αυτή καθιστά το σχετικό ισχυρισμό εντελώς ανυπόστατο και αποσκοπεί στην παραπλάνηση του Δικαστηρίου ως προς την ουσία της μεταξύ των διαδίκων πραγματικής διαφοράς.
  29. Οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση διατάγματος παραμερισμού απόφασης Δικαστηρίου που εκδόθηκε στην απουσία Εναγομένου λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης, όπως μου έχουν επεξηγηθεί από τους δικηγόρους μου, δεν ικανοποιούνται στην παρούσα περίπτωση.
  30. Η Αίτηση προωθείται κακόπιστα (mala fide), είναι παραπλανητική, αντιφατική, καταχρηστική και αποσκοπεί αποκλειστικά στην πρόκληση καθυστέρησης στους των Καθ' ων η Αίτηση όσον αφορά την ικανοποίηση της αξίωσης τους εναντίον της Αιτήτριας.
  31. Ειλικρινά πιστεύω ότι, το επανάνοιγμα της υπόθεσης από το-Δικασ εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πραγματικά χρήσιμο ή ωφέλιμο σκοπό θα οδηγήσει αναμφίβολα σε σπατάλη πολύτιμου δικαστικού χρόνου και αχρείαστα έξοδα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, αιτούμαι από το σεβαστό Δικαστήριο όπως απορρίψει την υπό κρίση αίτηση με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Ε. Νομική πτυχή της αίτησης παραμερισμού. Η ακύρωση απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου αποτελεί, βάσει της Δ.17 θ.10, ζήτημα το οποίο εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, η Δ.17 θ.10 προβλέπει ότι: «
  32. Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους Κανονισμούς αυτής της Διάταξης, θα είναι νόμιμο δια το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.». Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η σχετική διακριτική ευχέρεια αποτέλεσαν το αντικείμενο πολλών Αγγλικών και Κυπριακών αποφάσεων (Evans ν. Bartlam [1937] 2 All E.R 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ.
(1997)1 Α.Α.Δ. 28). Κύπρος Γεωργίου ν Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1999)(Αρ.2) 1Γ ΑΑΔ 1938, κ.α.). Οι εν λόγω αρχές συνοψίσθηκαν στην υπόθεση Φυλακτού κ.α. ν. Μιχαήλ
(1982)1 ΑΑΔ 204, 210, ως ακολούθως, (σε μετάφραση): «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο πρέπει να προσπαθεί να ισοζυγίζει δύο παράγοντες, οι οποίοι είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη αποτελεσματικής διασφαλίσεως από τη μια του δικαιώματος ακροάσεως του διαδίκου και την ανάγκη διασφαλίσεως ταχείας διεκπεραιώσεως των δικαστικών υποθέσεων από την άλλη. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης (βλ. παρατηρήσεις του Λόρδου Δικαστή Megaw στην Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826, 833). Το αποτέλεσμα της νομολογίας είναι ότι το δικαστήριο δεν πρέπει να εφευρίσκει τρόπους αφαίρεσης από τους διαδίκους του δικαιώματος τους να ακουστούν στην υπόθεσή τους εφόσον αποκαλύπτουν υπεράσπιση. Ωστόσο, το δικαστήριο μπορεί, οπωσδήποτε, να αρνηθεί να επανανοίξει μια υπόθεση, εάν η συμπεριφορά ενός διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης. Οσάκις η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος αιτείται παραμερισμό απόφασης δεν δύναται να συγχωρεθεί λόγω εμφανούς καταφρονήσεως της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου το δικαστήριο μπορεί κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να αρνηθεί ακύρωση της απόφασης.» Έχουν νομολογιακά καθιερωθεί δύο διαφορετικές περιπτώσεις στις οποίες δικαιολογείται ο παραμερισμός μιας δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του επηρεαζόμενου εναγομένου. Συγκεκριμένα, στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 15.1.2013, (δοθείσα από τον Ναθαναήλ, Δ.), στην Πολιτική Έφεση 205/2010, Κυριακή Τσεσμέλογλου ν Σοφοκλή Σοφοκλέους, η κατηγοριοποίηση των περιπτώσεων περιγράφηκε ως εξήςː «Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae, και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του.». Όσον αφορά την πρώτη κατηγορία ανωτέρω, έχει διασαφηνισθεί νομολογιακά ότι, εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπήρξε καλή και νομότυπη επίδοση, τότε το Δικαστήριο παύει να δικαιούται να εξετάσει οποιοδήποτε άλλο στοιχείο (π.χ. το αν υπήρξε καθυστέρηση ή όχι και το αν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως καλή και καλόπιστη υπεράσπιση ή όχι), διότι στερείται πλέον διακριτικής ευχέρειας να διατηρήσει την απόφαση σε ισχύ. Παραπέμπω συναφώς στην απόφαση ημερομηνίας 15/6/2006 στην Πολιτική Έφεση 12230, Γεώργιος Π. Γεωργίου Εμπορευόμενος υπό τη μη εγγεγραμμένη εμπορική επωνυμία GPG Electronics Ltd v. Minico House Ltd
(2006)ΙΑ Α.Α.Δ 550, στην Inter-Global (Financial Services) Ltd v. Χριστοφή Πέππη
(2005)ΙΑ Α.Α.Δ 213, White v. Weston
(1968)2 ALL ER 842, στην Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1 Α.Α.Δ. 247, καθώς και στην Κτηματικές Επιχειρήσεις Μάκης Αυξεντίου Λτδ ν. 1. Ιωάννη Κυριακίδη 2. Σάλωνα Συμεού
(2000)ΙΑ Α.Α.Δ 601), όπου αναφέρθηκαν τα εξής από τον, Χρυσοστομή, Δ., ο οποίος έδωσε την απόφαση του Εφετείου, στη σελίδα 250: «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή και η διαπίστωση αυτή ήταν ορθή κατά τη γνώμη μας, (βλ. Δ.5 θ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας), το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. Άρθρο 3.3 (α) και (β) του Συντάγματος).». Όσον αφορά τη δεύτερη κατηγορία ανωτέρω, στην προμνησθείσα απόφαση Κυριακή Τσεσμέλογλου, ανωτέρω, διευκρινίσθηκε ότι «σημασία αποκτούν επίσης αφενός το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει μεταξύ της απόφασης και της αίτησης παραμερισμού και αφετέρου η χρησιμότητα του τυχόν παραμερισμού, από την άποψη ότι αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί.». Ως προς το βάρος της απόδειξης της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης, παραπέμπω στην απόφαση Merkis v. Yiannoukas and another
(1994)1 AAA 736 όπου λέχθηκε ότι «από το σκεπτικό της Evans ν. Bartlam συνεπάγεται ότι- i. Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης ... ii. ... Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιαδήποτε άλλη έγγραφη μαρτυρία συνημμένη στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας.». Έχει νομολογηθεί ότι η αποκάλυψη μιας καλής υπόθεσης ή συζητήσιμης υπεράσπισης, προϋποθέτει την προσκόμιση κάποιων αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία εξυπακούεται ότι εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας όπως προβάλλεται μέσα από την ένορκη δήλωση, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνον αν θα εξυπηρετηθεί ο χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων (βλ. Πατουρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118. 2124 και Γεώργιος Φρίξου Γεωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείου Κώστα Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(B) Α.Α.Δ., 1101 σελ. 1106). Εκεί όπου η προβαλλόμενη υπεράσπιση δεν φέρει τα αναγκαία χαρακτηριστικά και ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται (Παρασκευά Κωνσταντίνου κ.ά. v. ΥΡ Trade & Service Ltd, 3225/2011, απόφαση ημερ. 12 Ιουνίου 2013). Όπως έχει επίσης διευκρινισθεί στην απόφαση Κυριακή Τσεσμέλογλου, ανωτέρω, «Η ανάδειξη εκ πρώτης όψεως καλής και συζητήσιμης υπεράσπισης που συνιστά κυρίαρχο παράγοντα σε αιτήσεις του είδους, ουδέποτε εξετάζεται κατ΄ απομόνωση. Ανάλογα με τα περιστατικά, οι υπόλοιποι παράγοντες ή κριτήρια αποκτούν λιγότερη ή περισσότερη σημασία. Ικανά ακόμη και να αντισταθμίσουν την καλή υπεράσπιση. [...] Όπως έχει κατ΄ επανάληψη λεχθεί (δέστε, για παράδειγμα, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941), η χωρίς επαρκή λόγο παράλειψη εμφάνισης αποτελεί βάσιμο λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού, διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης του εναγόμενου σε σχέση με το χρόνο που ο ίδιος επιλέγει να καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού. Όταν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αρνείται την επαναφορά (F.P.P. Fish Processing Ltd v. Nicolaou Acqua Culture Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 2054).». Για να αναδείξω πως έχουν αντιμετωπίσει τα Δικαστήρια τις διάφορες περιπτώσεις όπου εγείρεται ζήτημα αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού, παραθέτω ορισμένα παραδείγματα πιο κάτω. Στην Mine and Quarry Services Ltd., ανωτέρω, η αγωγή κατατέθηκε στις 3/2/88 και επιδόθηκε τον ίδιο μήνα. Στις 2/7/88 εκδόθηκε, στην απουσία του εφεσίβλητου, απόφαση εναντίον του. Μετά από ένα
(1)περίπου χρόνο (15/7/89) ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης, η οποία πρωτοδίκως έγινε δεκτή. Κατ' έφεση, οι εφεσείοντες αντέταξαν ότι πριν από την έγερση της αγωγής, αλλά και μετέπειτα, ο εφεσίβλητος επανειλημμένα ζήτησε από το δικηγόρο τους ή τους ίδιους απευθείας διευκολύνσεις για την αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Χωρίς ποτέ να προβάλει τις αιτιάσεις που αναφέρει στην ένορκη δήλωση του για να επιτύχει ακύρωση της απόφασης. Το Εφετείο δέχθηκε πως μπροστά σε αυτή την κατάσταση ο εφεσίβλητος είχε το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί. Και θα μπορούσε μπρος στην κατεύθυνση αυτή να προσάξει προφορική μαρτυρία όπως αποφασίστηκε στην Krashias Shoe Factory Limited, also trading as K" Shoes v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1989)1 C.L.R. (E) 750. Βλέπε επίσης Stylianou v. Stylianou
(1988)1 C.L.R. 520 και Luis Vuitton v. Dermosak Limited & Another,
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453. Έκρινε εν τέλει πως ο εφεσίβλητος σκόνταψε στο εμπόδιο που δημιούργησε η αργοπορημένη ενέργεια του την οποία, όπως προελέχθη, δεν δικαιολόγησε. Είχε περάσει «ολόκληρος χρόνος» για να υποβάλει αίτηση και η αντίδραση του συνέπεσε με την προώθηση αίτησης να κηρυχθεί σε πτώχευση. Η έφεση κατά της απόφασης παραμερισμού επετράπη από το Εφετείο. Στην K. C. P. Commission Agents & Importers Limited κ.α. ν. Ανδρέα Μιχαήλ Εμπορευομένου υπό την εμπορική επωνυμία Vasco Trading House
(1993)1 Α.Α.Δ. 415 οι εφεσείουσες ζήτησαν στις 13/7/89 τον παραμερισμό απόφασης που είχε εκδοθεί εναντίον τους ερήμην στις 5/6/89, ήτοι ένα
(1)μόλις μήνα προηγουμένως, για ποσό ΛΚ 6.300 πλέον τόκους και έξοδα. Η αγωγή είχε βασισθεί σε γραμμάτιο συνήθους τύπου, που οι εφεσείουσες είχαν υπογράψει προς όφελος του εφεσίβλητου. Μετά την έκδοση της απόφασης ο εφεσίβλητος προχώρησε με πτωχευτική διαδικασία εναντίον των εφεσειουσών. Στην αίτησή τους για παραμερισμό της απόφασης οι εφεσείουσες ισχυρίσθηκαν ότι είχαν υπογράψει το γραμμάτιο πιστεύοντας ότι επρόκειτο για ποσό ΛΚ 1.300 και όχι για το ποσό ΛΚ 6.300, και ότι είχαν εξαπατηθεί από τον εφεσίβλητο στο να νομίζουν ότι υπέγραφαν το γραμμάτιο για το μικρότερο ποσό. Σε ένορκη δήλωση τους, όμως, στην πτωχευτική διαδικασία αρνήθηκαν ότι είχαν ποτέ υπογράψει γραμμάτιο για ΛΚ 6.300, ή για οποιοδήποτε άλλο ποσό, προς όφελος του εφεσίβλητου. Σχετικά με την παράλειψη τους να καταχωρήσουν εμφάνιση, οι εφεσείουσες παρουσίασαν την μαρτυρία ενός προσώπου που ανάφερε ότι του είχαν παραδοθεί το κλητήριο ένταλμα και το διοριστήριο του δικηγόρου για να τα μεταφέρει στον δικηγόρο των εφεσειουσών, αλλά τα ξέχασε στο αυτοκίνητό του. Όμως, καμμιά μαρτυρία δεν υπήρχε για το κατά πόσο οι εφεσείουσες είχαν ενδιαφερθεί να μάθουν τι ενέργειες είχε κάνει ο δικηγόρος τους, κατά πόσο είχε προχωρήσει η υπόθεση κλπ. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απόρριψε την αίτηση με το σκεπτικό ότι δεν είχε καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Κατ' έφεση, αποφασίσθηκε ότι σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην, ο αιτητής οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και να δώσει εξηγήσεις γιατί δεν καταχώρησε εμφάνιση στην αγωγή. Κρίθηκε ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η σοβαρή αντίφαση που υπήρχε μεταξύ της θέσης των εφεσειουσών όπως προβλήθηκε στην ένορκη δήλωση τους προς υποστήριξη της αίτησης με την θέση τους όπως προβλήθηκε στην ένορκη δήλωση στην πτωχευτική διαδικασία, ως επίσης και η παράλειψη τους να δώσουν ικανοποιητική εξήγηση γιατί δεν είχαν καταχωρήσει εμφάνιση, οδηγούσαν αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι δεν είχαν καλή πίστη ούτε καλή υπεράσπιση και ότι ο μοναδικός σκοπός τους ήταν η παρέλκυση της διαδικασίας. Στη Miluca, ανωτέρω, οι εναγόμενοι-εφεσείοντες δεν καταχώρησαν σημείωμα εμφανίσεως στο ειδικά οπισθογραφημένο Kλητήριο Ένταλμα αγωγής για αποζημιώσεις, ούτε εμφανίστηκαν όταν ήταν ορισμένη η αίτηση για την έκδοση απόφασης λόγω της παράλειψης τους να εμφανιστούν. Μετά από πάροδο εννέα
(9)περίπου μηνών από την έκδοση της απόφασης, καταχώρησαν αίτηση για επαναφορά της υπόθεσης η οποία απορρίφθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Το Εφετείο συμφώνησε πως η εμφάνιση δεν έπρεπε να είχε γίνει δεκτή· αλλά ούτε η καταχώριση της εμφάνισης είχε οποιαδήποτε συνέχεια. Οι αιτιάσεις που περιέχονται στην ένορκη ομολογία για τα παρεπόμενα - ότι οι εφεσείοντες αφέθηκαν με την εντύπωση ότι η υπόθεση είχε οριστεί για ακρόαση το Νοέμβριο του 1994 - δεν αποδείχθηκαν, αφενός - (βλ. Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και Άλλης
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 1453 και Νεάρχου v. Χαραλάμπους, (ανωτέρω)) - και δε στέκουν στη λογική, αφετέρου. Όπως υποδεικνύει το Δικαστήριο, ήταν αδύνατο να οριστεί υπόθεση για ακρόαση, χωρίς να προηγηθεί η καταχώριση υπεράσπισης. Συμφώνησε το Εφετείο με τη διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν αποκαλύφθηκε οποιοδήποτε στοιχείο, το οποίο να μετριάζει την αδιαφορία των εφεσειόντων για την τύχη της αγωγής. Το ενδιαφέρον τους ζωπυρώθηκε όταν ήλθαν αντιμέτωποι με την εκτέλεση της απόφασης. Τότε είναι που αποτάθηκαν για τον παραμερισμό της. Κέντρισμα αποτέλεσε η επιθυμία για την αποφυγή των συνεπειών της εκτέλεσης. Το Εφετείο δέχθηκε πως, παρά την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρησή του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορούσαν βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματός του. Στην Χριστάκης Πίττας ν Unigoods Trading Company Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1761, το κλητήριο είχε επιδοθεί στις 21.9.2000, η απόφαση εκδόθηκε στις 21.11.2000 και η αίτηση παραμερισμού καταχωρήθηκε στις 11.2.2002, ήτοι 17 μήνες από την επίδοση και 14 μήνες από την έκδοση της απόφασης. Ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι πληροφορήθηκε τον Μάρτιο του 2001, ήτοι 4 μήνες μετά την έκδοση της απόφασης, για το γεγονός της έκδοσής της, αλλά καταχώρισε την πρώτη αίτηση παραμερισμού τρεις και πλέον μήνες μετά, επικαλούμενος ότι ανέμενε τα πρακτικά. Απερρίφθη εκείνη η πρώτη αίτηση λόγω μη εμφάνισης του συνηγόρου του και επανήλθε δύο μήνες αργότερα με τη νέα αίτηση παραμερισμού. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ο αιτητής «επέδειξε κατά συρροή αδιαφορία η οποία, υπό τις συνθήκες, προσλαμβάνει μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου.». Το Εφετείο επικυρώνοντας την κατάληξη αυτή, παρατήρησε τα εξής꞉ «Ούτε στα πιο πάνω διαπιστώνουμε λάθος εκτίμηση. Διαφορετική αντιμετώπιση θα είχε ως αποτέλεσμα η πορεία της δικαστικής διαδικασίας να χαράσσεται ανάλογα με τη διάθεση του εναγομένου, χωρίς καμιά βεβαιότητα για το χρόνο διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων και τη διάγνωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα.». Υπό το φως της προπαρατεθείσας νομολογίας, προχωρώ να εξετάσω αν δικαιολογείται, υπό τις συνθήκες της παρούσας υπόθεσης, να παραμεριστεί η απόφαση η οποία εκδόθηκε εναντίον της Εναγομένης και να της δοθεί άδεια να εμφανιστεί για να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Στ. Εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση και εκτίμηση Δικαστηρίου Με δεδομένο ότι στην παρούσα υπόθεση η Εναγόμενη - Αιτήτρια δεν αμφισβητεί ότι η επίδοση του κλητηρίου στην ίδια έγινε ορθά και νομότυπα, θα εφαρμόσω τα κριτήρια που αρμόζουν στην δεύτερη κατηγορία αιτήσεων παραμερισμού, ως τα έχω περιγράψει ανωτέρω. Λαμβάνω, λοιπόν, υπόψη ότι η Εναγόμενη - Αιτήτρια είχε στους ώμους της το βάρος να αποδείξει ότι είχε εκ πρώτης όψεως καλή και καλόπιστη υπεράσπιση καθώς και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και ότι δεν επέδειξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση να αποταθεί στο Δικαστήριο για την αίτηση παραμερισμού από την ημερομηνία που έμαθε για την απόφαση στην αγωγή. Διευκρινίζω ότι, το γεγονός ότι η Εναγόμενη που είχε το βάρος της απόδειξης δεν αντεξέτασε τον κ. Κώστα Ανδρέου επί της ένορκης δήλωσης του δεν αναγκάζει το Δικαστήριο να αποδεχθεί την μαρτυρία του (βλ. Αντωνάκης Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(2005)1 Α Α.Α.Δ. 491, Marketrends Finance Ltd v. Χριστοδουλίδη
(2007)1Α Α.Α.Δ. 624), αλλά παρέχει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως στοιχείο που δείχνει ότι, κατά πρώτον, η εκδοχή της Εναγόμενης δεν είναι αναντίλεκτη (βλ. την πρωτόδικη απόφαση Λ. Παντελή, Ε.Δ. (Επαρχ. Δικ. Λ/σιας), ημερ. 25.10.2014, στην Αγωγή 5021/13 Αλέξης Μιχαλιάς ν Δήμος Μικελλίδης) και, κατά δεύτερον, ως αποδοχή των ουσιωδών ισχυρισμών του ενόρκως δηλούντα επί των οποίων δεν αντεξετάστηκε (βλ. Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαϊδη
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1057). Το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει ποια εκ των εκατέρωθεν εκδοχών επιλέγει να υιοθετήσει και δύναται προς τούτο να στηριχθεί σε όλα τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιόν του (βλ. Irena Knitting Ltd κ.α. ν Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2006)1Β ΑΑΔ 816). Εν προκειμένω, ουσιώδεις θεωρώ τους ισχυρισμούς που διατύπωσε ο κ. Κώστας Ανδρέου στις παρα. 6 και 7 της Ε/Δ του, ότι από τις 5.3.2015 που ως είναι παραδεκτό επιδόθηκε το κλητήριο στην Εναγόμενη και μέχρι τις 8.4.2015 που οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρισαν στο Δικαστήριο αίτηση για απόφαση ερήμην της Εναγόμενης - Αιτήτριας, η οποία απόφαση εν τέλει εκδόθηκε στις 29/04/2015, όχι μόνον δεν καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης στο Δικαστήριο αλλά ούτε επικοινώνησε κανείς μαζί με την Ενάγουσα για να εκδηλώσει πρόθεση καταχώρησης εμφάνισης ούτε εξέφρασε οποιοδήποτε ενδιαφέρον σε σχέση με την πιο πάνω αγωγή. Ουσιώδεις θεωρώ επίσης τους ισχυρισμούς που περιέχονται στις παρα. 10 και 11 της Ε/Δ του κ. Κώστα Ανδρέου, ότι - αφενός η Εναγόμενη είχε προσωπική ευθύνη για την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης στην αγωγή, εφόσον αυτή ήταν η μόνη διάδικος ως εναγόμενη στον τίτλο. της και άρα δεν μπορούσε να μετακυλίσει την ευθύνη αυτή (ήτοι για την καταχώριση του σημειώματος εμφάνισης) σε τρίτο πρόσωπο͘ εν προκειμένω είτε στον κ. Αντώνη Χρυσοστόμου είτε στην εταιρεία του. αφετέρου, ακόμη και αν η Εναγόμενη εμπιστεύτηκε τον κ. Χρυσοστόμου να χειρισθεί την υπόθεση για σκοπούς εξώδικης ρύθμισης, είναι αδικαιολόγητο να παρέμεινε αυτή (δηλ. η Εναγόμενη) εντελώς αδρανής έναντι των Εναγόντων από τις 5.3.2015 μέχρι τις 14.9.2015 που τις επιδόθηκε πλέον απόφαση στην αγωγή. Όφειλε να λάμβανε η ίδια κάθε λογικό και εύλογο μέτρο για να ενημερωθεί για την τύχη της αγωγής που είχε καταχωριστεί εναντίον της, ενώ αυτή δεν επικοινώνησε με την Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση, είτε προσωπικά είτε μέσω δικηγόρου, για να εκφράσει την οποιαδήποτε θέση της επί της αξίωσης τους. Όφειλε τουλάχιστον να είχε σπεύσει αμέσως μετά την επίδοση σε αυτήν της εκδοθείσας απόφασης στην αγωγή στις 29.4.2015. Επί της ουσίας της υπόθεσης και όσον αφορά το ζήτημα της υπεράσπισης, ουσιώδης θεωρώ πως ήταν ο ισχυρισμός που περιέχεται στην παρα. 18 της Ε/Δ του κ. Κώστα Ανδρέου, ότι το ποσό των 1500 ευρώ που ως είναι παραδεκτό από την Εναγόμενη αυτή πλήρωσε με επιταγή στο όνομα της Ενάγουσας και η οποία πληρωμή επιβεβαιώνεται επίσης με απόδειξη που εκδόθηκε στο όνομα της Εναγομένης (βλ. Τεκμήριο 3 της Ε/Δ του κ. Ανδρέου), δόθηκε έναντι εργασίας η οποία είχε τιμολογηθεί στο όνομα της Εναγόμενης (βλ. το τιμολόγιο ως το Τεκμήριο 2 στην Ε/Δ του κ. Ανδρέου). Όχι μόνον δεν αντεξετάστηκε ο κ. Ανδρέου επί των Τεκμηρίων 2 και 3, αλλά αντίθετα αυτός ο ίδιος ο κ. Χρυσοστόμου επισύναψε στη δική του Ε/Δ, ως Τεκμήριο Α, προσφορά για τις ίδιες εργασίες εκδοθείσα από την Ενάγουσα στο όνομα της Εναγόμενης. Σε κανένα λοιπόν από τα τεκμήρια που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν εμφαίνεται εκ πρώτης όψεως οποιαδήποτε ανάμειξη του κ. Χρυσοστόμου ή της εταιρείας του, ενώ αντίθετα τα εν λόγω τεκμήρια εκ πρώτης όψεως δικαιολογούν την εκδοχή που προτάσσει ο κ. Ανδρέου στη δική του ένορκη δήλωση ότι ο κ. Χρυσοστόμου ανέλαβε να εξεύρει την Ενάγουσα ως υπεργολάβο, αλλά ήταν κατόπιν έγκρισης της Εναγόμενης που ανατέθηκαν σε αυτήν οι εργασίες και από αυτή θα γίνονταν οι πληρωμές όπως εν προκειμένω έγινε και η πληρωμή των 1500 ευρώ. Είναι υπό το φως των ανωτέρω που καταλήγω να κρίνω ότι έσπειρε εύλογη αμφιβολία για το καλόπιστο της εκδοχής της Εναγόμενης ο κ. Ανδρέου στην παρα. 18 της Ε/Δ του ως προς - · τον ισχυρισμό της Αιτήτριας στην παρα. 19 της δικής της Ε/Δ ότι δήθεν είναι στο γραφείο του δικηγόρου της που ενημερώθηκε για πρώτη φορά ότι οι Καθ' ων η Αίτηση ήταν ανάμεσα στους υπεργολάβους που είχαν αναλάβει την εκτέλεση εργασιών στο διαμέρισμα της, και · τον ισχυρισμό της στην παρα. 10 της δικής της Ε/Δ ότι ενημερώθηκε για τους Καθ' ων η Αίτηση κατά την πρώτη τηλεφωνική επικοινωνία της με τον Χρυσοστόμου μετά την επίδοση της αγωγής σε αυτήν. Εξίσου ουσιώδεις κρίνω ότι είναι και οι ισχυρισμοί που ο κ. Ανδρέου ήγειρε στις παρα. 21 και 22 της Ε/Δ του, ότι όπως φαίνεται από την παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης οι εργασίες που η Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι εκτέλεσε προς όφελος της Αιτήτριας περιλαμβάνονται σε εκείνες της προσφοράς που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση του Χρυσοστόμου και ότι όφειλε η Εναγόμενη, εφόσον ήθελε προωθήσει τη γραμμή υπεράσπισης περί διακοπής της σύμβασης εκτέλεσης των εν λόγω εργασιών να έδιδε λεπτομέρειες για το ποιες ήταν οι εργασίες που η Καθ' ης κατ' ισχυρισμόν δεν εκτέλεσε λόγω της διακοπής ή ποιες ήταν οι κατά την παράδοση των εργασιών διαπιστωθείσες κακοτεχνίες ή αποκλίσεις από τα συμφωνηθέντα. Το γεγονός ότι καμία απολύτως λεπτομέρεια ή στοιχείο δεν αποκαλύπτεται στο Δικαστήριο μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση, έστω και ενδεικτικά, σε σχέση με τις κατ' ισχυρισμόν κακοτεχνίες και αποκλίσεις από τα συμφωνηθέντα, στερούν τον απαιτούμενο βαθμό πειστικότητας της εγερθείσας γραμμής υπεράσπισης. Είναι εντελώς γενικόλογος και αόριστος ο ισχυρισμός που εγείρει ο κ. Χρυσοστόμου στην παρα. 11 της Ε/Δ του ότι δήθεν, «λόγω κακοτεχνιών», η Εναγόμενη δεν χρησιμοποίησε «τη μικρή εργασία» που είχε διεκπεραιώσει η Ενάγουσα. Υπό το φως όλων των προεκτεθέντων παρατηρήσεων μου, αποδέχομαι την εκδοχή του κ. Κώστα Ανδρέου ως λογικοφανή, επαρκώς λεπτομερή και πειστική σε αντίθεση με την εκδοχή των ενόρκων δηλούντων που υποστήριξαν την αίτηση παραμερισμού. Έχοντας επίσης υπόψη μου τις νομικές αρχές που διέπουν τη δικαστική εξέταση των αιτήσεων παραμερισμού, ως τις έχω εκθέσει ανωτέρω, κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση η Εναγόμενη παρέλειψε και ή απέτυχε να προβάλει εκ πρώτης όψεως καλή και καλόπιστη υπεράσπιση στην αγωγή, ενώ συγχρόνως επέδειξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση πέντε μηνών από την επίδοση σε αυτήν προσωπικά της απόφασης στην αγωγή και παρά το ότι είχε από ένα μήνα προηγουμένως (5.3.2015) σαφή και αναντίλεκτη προσωπική γνώση της ύπαρξης της αγωγής εναντίον του προσώπου της και μόνον. Για τους πιο πάνω λόγους, η υπό κρίση αίτηση παραμερισμού απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.