Επί τοις αφορώσι τον Δανιήλ Χατζηττοφή, Αρ. Eιδοποίησης Πτώχευσης: 90/15, 22/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A36 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Eιδοποίησης Πτώχευσης: 90/15 Εις Πτώχευσιν Επί τοις αφορώσι τον Δανιήλ Χατζηττοφή (Α.Τ.565936), Οδός Αγίου Σπυρίδωνος 30, Στρόβολος, Λευκωσία -------------- Αίτηση ημερ. 17.8.2015 27 Ιανουαρίου, 2016 Για τον Αιτητή: κ. Κ. Γεωργίου Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Μ. Ιεροκηπιώτου ------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής ζητά: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται η διαδικασία της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Ειδοποίησης Πτώχευσης η οποία καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 7.8.2015.» Βάσισε την Αίτηση του στον περί Πτωχεύσεως Νόμο Κεφ. 5 άρθρα 3
(1)(ζ), 87, 90 και 93, στους περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς άρθρα 16, 17, 18 και 188, στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.Θ.1-7, Δ.64, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 (Ν.14/60)άρθρα 29 και 31, στις αρχές της επιείκειας, στην διακριτική ευχέρεια και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Δανιήλ Χατζηττοφή - οφειλέτη Αιτητή, η οποία ένορκη δήλωση επισυνάπτεται στην Αίτηση. Η Ειδοποίηση Πτώχευσης, όπως λέγει, βασίστηκε σε απόφαση η οποία εκδόθηκε εναντίον του στις 17.2.2014 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στα πλαίσια της αγωγής με αρ. 1988/
- Σύμφωνα με την απόφαση αυτή διατάσσεται όπως πληρώσει στους πιστωτές το ποσό των €252.052.49 πλέον 11,5% από 1.1.2009 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €11.198.00 έξοδα, πλέον νόμιμο τόκο προς 8% από 10.3.2005 μέχρι 14.10.2008 και 5.5% από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €59.00 έξοδα της απόφασης, πλέον ΦΠΑ. Η Ειδοποίηση Πτώχευσης είναι παράτυπη γιατί δεν αναφέρεται στο σώμα της οποιαδήποτε νομική βάση στην οποία στηρίζεται. Οι πιστωτές απέκρυψαν από το Δικαστήριο το γεγονός ότι εναντίον της πιο πάνω απόφασης καταχωρήθηκε έφεση η οποία εκκρεμεί. Στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής καταχώρησαν ανταπαίτηση εναντίον των πιστωτών. Η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν έχει τελεσιδικήσει. Το γεγονός ότι οι πιστωτές απέκρυψαν το γεγονός ότι καταχωρήθηκε έφεση καθιστούν την Ειδοποίηση Πτώχευσης κακόπιστη, καταχρηστική, αντινομική και άκυρη. Οι πιστωτές καταχώρησαν τη πτωχευτική διαδικασία με σκοπό να εμποδίσουν τον Αιτητή να συνεχίσει τη διαδικασία της έφεσης. Δεν κατέχει οποιαδήποτε περιουσία, ούτε έχει οποιαδήποτε εισοδήματα. Οι πιστωτές καταχώρησαν ένσταση στην πιο πάνω Αίτηση την οποία βάσισαν σε αριθμό νομοθετημάτων. Στην Ειδοποίηση ένστασης κατέγραψαν αριθμό λόγων ένστασης, τους ακόλουθους: «
- Η ειδοποίηση πτώχευσης δεν πάσχει από οιανδήποτε δικονομική ακυρότητα και/ή παρατυπία, εφόσον αυτή είναι, κατά περιεχόμενο, σύμφωνη με τα όσα ο σχετικός Περί Πτωχεύσεων Νόμος, Κεφ. 5 και οι Περί Πτωχεύσεως Κανονισμοί ή/και οι σχετικοί πτωχευτικοί τύποι αριθμός 3 και 4 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών προνοούν.
- Η καταχώρηση έφεσης δεν εμποδίζει την έναρξη πτωχευτικής διαδικασίας εναντίον του εξ αποφάσεως χρεώστη και ούτε επενεργεί ανασταλτικά της εκτέλεσης απόφασης.
- Δεν διευκρινίζονται στοιχεία καταχρηστικής συμπεριφοράς εκ μέρους των εξ αποφάσεως πιστωτών και/ή κακοπιστίας και/ή οποιασδήποτε συμπεριφοράς η οποία τείνει είτε να παραπλανήσει το Δικαστήριο είτε να εξασφαλίσει πλεονέκτημα προς όφελός τους και σε βάρος του εξ αποφάσεως οφειλέτη.
- Η ύπαρξη και/ή ανυπαρξία περιουσιακών στοιχείων του εξ αποφάσεως οφειλέτη δεν αποτελεί βάσιμο λόγο παραμερισμού ειδοποίησης πτώχευσης και ούτε λόγο που θα πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο για να αποφασίσει αν θα παραμερίσει την ειδοποίηση πτώχευσης.
- Η ειδοποίηση πτώχευσης στηρίζεται σε τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17.2.2014 και η εκτέλεση αυτής δεν έχει ανασταλεί.
- Δεν πληρούνται στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις που θέτει ο σχετικός νόμος, οι σχετικοί κανονισμοί και η νομολογία του Δικαστηρίου ή/και δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου η αναγκαία υπό τις περιστάσεις μαρτυρία ώστε να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος ακύρωσης και/ή παραμερισμού και/ή απόρριψης της υπό αναφορά εκδοθείσας ειδοποίησης πτώχευσης.
- Η προτεινόμενη ένορκη δήλωση του αιτητή ημερομηνίας 17.8.2015 που συνοδεύει την παρούσα αίτηση είναι γενική και αόριστη και/ή περιέχει γενικούς και αόριστους και/ή αβάσιμους και/ή ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς και/ή εν πάση περιπτώσει δεν παρέχει ικανοποιητικά γεγονότα πάνω στα οποία το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί για να την αποδεχθεί.
- Η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί και/ή προωθείται κακόπιστα και αποσκοπεί στην καθυστέρηση προώθησης της διαδικασίας πτώχευσης που έχει ξεκινήσει και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας.
- Η νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής και/ή λανθασμένη και/ή σε κάθε περίπτωση υπό τις περιστάσεις δεν ενεργοποιείται η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για εξέταση ζητήματος παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης.» Το άρθρο 3
(1)(g) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 καθορίζει ως πράξη πτώχευσης τη μη συμμόρφωση σε ειδοποίηση πτώχευσης εντός επτά ημερών. Ο οφειλέτης θα πρέπει εντός επτά ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης είτε να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, είτε να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία να είναι ίση ή να υπερβαίνει το ποσό του εξ' αποφάσεως χρέους και την οποία δεν μπορούσε να προβάλει στην αγωγή στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση. Σύμφωνα με τον κανονισμό 40
(2)των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να καταχωρήσει ένορκη δήλωση στην οποία να αναφέρει ότι έχει τέτοια ανταξίωση, συμψηφισμό ή ανταγωγή όπως αναφέρεται πιο πάνω. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 41, η ένορκη δήλωση λειτουργεί ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης και πρέπει να καταχωρείται εντός τριών ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης στον οφειλέτη. Οι πρόνοιες του άρθρου 3
(1)(g) του Νόμου (Κεφ.5) και του Κανονισμού 40
(2)είναι σαφείς και καθορίζουν περιοριστικά τις ενστάσεις που ένας οφειλέτης μπορεί να προβάλει με την ένορκη δήλωση και συγκεκριμένα ανταπαίτηση, συμψηφισμό και ανταγωγή. Το λεκτικό του νόμου ως προς την πράξη πτώχευσης ερμηνεύεται και εφαρμόζεται αυστηρά με αναφορά στην τεχνική του έννοια. Η ειδοποίηση πτώχευσης αποτελεί το αρχικό στάδιο της πτωχευτικής διαδικασίας. Με την έκδοση της επιδιώκεται η είσπραξη χρέους από δικαστική απόφαση υπό την απειλή της έκδοσης διατάγματος παραλαβής, εφόσον ικανοποιηθούν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 6
(2)του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5. Εάν ο χρεώστης παραλείψει να συμμορφωθεί με την Ειδοποίηση Πτώχευσης τότε θεωρείται ότι έχει διαπράξει πράξη πτώχευσης, εκτός φυσικά και αν έχει επιτύχει προηγουμένως τον παραμερισμό της. Οι λόγοι τους οποίους μπορεί να επικαλεστεί ο χρεώστης για να επιτύχει παραμερισμό της ειδοποίησης αναφέρονται στο Άρθρο 3
(1)(ζ) το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «3.
(1)Ο Χρεώστης διαπράττει πράξη πτώχευσης σε κάθε μια από τις ακόλουθες περιπτώσεις: .............................................................. (ζ) Αν ο πιστωτής εξασφαλίζει εναντίον του τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα για οποιοδήποτε ποσό, και ενώ δεν αναστάλθηκε η εκτέλεση της απόφασης ή του διατάγματος, επέδωσε σε αυτόν στην Κύπρο ή αλλού με άδεια του Δικαστηρίου, ειδοποίηση πτώχευσης βάσει του Νόμου αυτού και μέσα σε επτά ημέρες μετά την επίδοση της ειδοποίησης σε αυτόν, σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται στην Κύπρο και σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται αλλού μέσα στον καθορισμένο από το διάταγμα που παρέχει την άδεια για επίδοση χρόνο, ο χρεώστης είτε δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, είτε ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ' αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχτηκε να πληρωθεί, και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα. Για σκοπούς του άρθρου αυτού οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο κατά τον εκάστοτε χρόνο νομιμοποιείται να εκτελέσει τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα, θα θεωρείται ότι είναι πιστωτής που εξασφάλισε τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα». Περαιτέρω, το άρθρο 3
(3)προβλέπει ότι: «
(3)Ειδοποίηση πτώχευσης με βάση το Νόμο αυτό θα γίνεται κατά τον καθορισμένο τύπο και θα καλεί το χρεώστη να πληρώσει το εξ' αποφάσεως χρέος ή το ποσό που διατάχτηκε να πληρώσει σύμφωνα με τους όρους της απόφασης ή του διατάγματος ή να εξασφαλίσει το χρέος ή να συμβιβάσει αυτό κατά τρόπο που να ικανοποιεί τον πιστωτή ή το Δικαστήριο, και να εκθέτει τις συνέπειες της μη συμμόρφωσης προς την ειδοποίηση και πρέπει να επιδίδεται κατά τον καθορισμένο τρόπο: ...........................» Ο χρεώστης για να αποφύγει τη διάπραξη πράξης πτώχευσης είτε θα πρέπει να συμμορφωθεί με την ειδοποίηση, είτε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο (με τη διαδικασία που προβλέπεται στους καν. 40 και 41) ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία είναι ίση ή μεγαλύτερη του εξ' αποφάσεως χρέους και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει κατά τη διαδικασία έκδοσης της απόφασης. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου να παραμερίσει μια ειδοποίηση για λόγους άλλους από αυτούς που προβλέπονται στο άρθρο 3
(1)(g) και στον Κανονισμό 40
(2)δεν αμφισβητείται. Σε μια τέτοια περίπτωση όμως - όπως η παρούσα - η πρέπουσα διαδικασία είναι η καταχώρηση ξεχωριστής αίτησης για παραμερισμό που διέπεται από τις πρόνοιες των Κανονισμών 16,17 και 18 και όχι αίτηση υπό μορφή ένορκης δήλωσης που προβλέπει ο Κανονισμός 40
(2). Είναι προφανές λοιπόν από τα πιο πάνω πως απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης. Ο αντίστοιχος όρος στο αρχικό κείμενο του νόμου είναι «final judgment» και έχω την άποψη πως η απόδοση του στην Ελληνική γλώσσα σε «τελεσίδικη» είναι ατυχής και αδόκιμος, κυρίως επειδή στην Ελληνική νομική ορολογία ο όρος τελεσίδικη σημαίνει την δικαστική απόφαση που δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί με έφεση είτε επειδή παρήλθε η προθεσμία είτε επειδή η ίδια είναι απόφαση Εφετείου. (Βλ. Μαθήματα Πολιτικής Δικονομίας, Κ. Μπέη, εκδ. 1984, σελ. 269). Θα ήταν λοιπόν προτιμότερο κατά τη γνώμη μου ο όρος «final Judgement» να αποδίδεται με τον όρο «τελική» ή «οριστική» απόφαση. Όπως και να έχουν όμως τα πράγματα, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί ακριβώς με τη σημασία του άρθρου 3(Ι)(ζ) και του συγκεκριμένου όρου στην υπόθεση Οικονομίδης ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1255 στην οποία παρατέθηκαν αποσπάσματα από τις υποθέσεις Re Chinery, Ex p. Chinery
(1884)12 Q.B.D. 342 και Huntly (Marhioness) v. Gaskell
(1905)2 Ch. (C.A.) 656, αφού πρώτα διαπιστώθηκε ότι ο όρος «τελεσίδικη απόφαση» («final judgment») εμφανίζεται και στο άρθρο 4
(1)(g) του Παλαιού Αγγλικού Νόμου Bankruptcy Act, 1883 (αλλά και του νεώτερου Bankruptcy Act, 1914, άρθρο 1
(1)(g). To σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Huntly (ανωτ.) όπως αποδόθηκε στα Ελληνικά από το Ανώτατο Δικαστήριο έχει ως εξής: «΄Οπου η λέξη «τελεσίδικη» χρησιμοποιείται, καθώς νομίζω, σε μερικές αυθεντίες σε σχέση με αποφάσεις, αντιλαμβάνομαι ότι αυτό δεν σημαίνει απόφαση η οποία δεν υπόκειται σε έφεση, αλλά απλώς «τελεσίδικη» σε αντίθεση με την «ενδιάμεση». Κατά τη γνώμη μου μια απόφαση δεν αποτελεί μικρότερο κώλυμα μεταξύ των μερών επειδή δυνατόν να ανατραπεί κατ΄ έφεση από την Δικαστική Επιτροπή των Λόρδων.» Στην εν λόγω υπόθεση Οικονομίδης (ανωτ.) το Ανώτατο Δικαστήριο αντιμετώπισε ακριβώς το ίδιο επιχείρημα με αυτό που προβλήθηκε στην παρούσα εκ μέρους του Οφειλέτη, ότι δηλαδή λόγω της άσκησης έφεσης η δικαστική απόφαση (βάσει της οποίας εκδόθηκε η ειδοποίηση πτώχευσης) δεν είχε καταστεί τελεσίδικη όπως απαιτεί το άρθρο 3
(1)(ζ) του Κεφ. 5. Υιοθετώντας όμως τις αγγλικές αποφάσεις ανέφερε τα εξής: «Συμφωνούμε με την πιο πάνω ερμηνεία. Η καταχώριση έφεσης δεν έχει καταστήσει μη τελεσίδικη την απόφαση στην πιο πάνω αγωγή. ΄Όπως και το ίδιο το άρθρο 3
(1)(ζ) προβλέπει μόνο με την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης ο χρεώστης δεν διαπράττει πράξη πτωχεύσεως. Ο δεύτερος λόγος της έφεσης δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται». Η απόφαση στην αγωγή αρ. 1988/05 βάσει της οποίας εκδόθηκε η ειδοποίηση πτώχευσης είναι «τελεσίδικη» (final) εν τη εννοία του άρθρου 3
(1)(ζ) του Κεφ. 5 και σύμφωνα με τη σημασία που απέδωσε το Ανώτατο Δικαστήριο στον όρο αυτό (βλ. υπόθεση Οικονομίδης, ανωτέρω). Η άσκηση έφεσης δεν αναστέλλει αυτομάτως το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης, η οποία παραμένει ισχυρή και διατηρεί την «τελεσιδικία» της μέχρι την τροποποίηση ή την ακύρωση της από το Εφετείο. ΄Επεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν αποστερείται των καρπών της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του (βλ. υπ. Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 1978). Όπως ερμηνεύεται στο ίδιο το άρθρο 3
(1)(ζ) του Κεφ. 5 για τους σκοπούς του άρθρου αυτού οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο νομιμοποιείται να εκτελέσει τελεσίδικη απόφαση θα θεωρείται ότι είναι πιστωτής που εξασφάλισε τελεσίδικη απόφαση. Η απόφαση για αναστολή προϋποθέτει ξεχωριστή αίτηση στα πλαίσια της αγωγής βάσει της Δ.35 Κ.18 και ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. (βλ. Χαραλάμπους, ανωτέρω). Στην παρούσα δεν έχει δοθεί αναστολή, άρα ο Πιστωτής είναι πρόσωπο που νομιμοποιείται να εκτελέσει και συνεπώς πιστωτής που εξασφάλισε τελεσίδικη απόφαση. Το άρθρο 6 εδ.
(4)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου προνοεί όντως για την ευχέρεια του Δικαστηρίου, αν το θεωρεί ορθό, να αναστείλει ή απορρίψει την αίτηση πτώχευσης με τη δικαιολογία ότι εκκρεμεί έφεση εναντίον της απόφασης στις περιπτώσεις που η πράξη πτώχευσης στην οποία στηρίζεται η αίτηση είναι η μη συμμόρφωση προς ειδοποίηση πτώχευσης. Είναι σαφές δηλαδή πως αναφέρεται σε δυνατότητα αναστολής ή απόρριψης της αίτησης και όχι της ειδοποίησης όπως είναι η παρούσα περίπτωση. Ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι δηλαδή η Ειδοποίηση Πτώχευσης θα πρέπει να παραμεριστεί (set aside) καθ' ότι απουσιάζει κατά παράβαση των Περί Πτώχευσης Διαδικαστικών Κανονισμών οποιαδήποτε Νομική Βάση και ότι η Ειδοποίηση Πτώχευσης καταχωρήθηκε καταχρηστικά των δικαστικών διαδικασιών και με αλλότριους σκοπούς με αποτέλεσμα να μην πληρούνται οι προϋποθέσεις, δεν ευσταθούν. Η ειδοποίηση πτώχευσης είναι νομότυπη και νομολογιακά η διαδικασία πτώχευσης δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης αλλά είναι μια SUI GENERIS διαδικασία οιωνεί ποινικού χαρακτήρα. Δεν έχει αποδειχθεί οτιδήποτε καταχρηστικό ή οποιοσδήποτε αλλότριος σκοπός από μέρους των πιστωτών εφόσον δεν αποκλείονται από το να προχωρήσουν με την πτωχευτική διαδικασία, αφού ο οφειλέτης δεν έχει πληρώσει έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους του. Τέλος, ο ισχυρισμός, του Αιτητή - οφειλέτη, ότι στερείται κινητής και ακινήτου περιουσίας, ουδόλως επηρεάζει τη νομιμότητα και εγκυρότητα της διαδικασίας πτώχευσης. Ο οφειλέτης δεν πέτυχε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει είτε αντικανονικότητα της ειδοποίησης είτε κακή επίδοση της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση κρίνεται ως εντελώς αβάσιμη και κατά συνέπεια απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος του αιτητή-εξ' αποφάσεως οφειλέτη όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Έχοντας υπόψη ότι η ειδοποίηση πτώχευσης επιδόθηκε στις 10/8/15 και επ' ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης για ακύρωση της, στις 17/8/15, κρίνω ότι ως ημερομηνία διάπραξης πράξης πτώχευσης θα πρέπει να λογίζεται η σημερινή, και έτσι αποφασίζεται. (Υπ.) ................................ Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο