USB BANK PLC ν. Θεόδωρος Σπύρου κ.α., Αρ. Αγωγής 6794/2011, 7/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 6794/2011 ΜΕΤΑΞΥ: USB BANK PLC Ενάγοντες και
- Θεόδωρος Σπύρου
- Μαρίνος Γεωργίου Εναγόμενοι 7 Ιανουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση: κ. Γαστών Χατζηαναστασίου με κα Ρίτα Ολυμπίου, για Χατζηαναστασίου, Ιωαννίδη Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο αρ. 2 - Αιτητή: κ. Βασίλης Μπίσσας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με την αίτηση του Εναγομένου αρ. 2 - Αιτητή, ημερ. 22.1.2014 για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 3.11.2011 Α. Εισαγωγή Στις 3.11.2011 οι Ενάγοντες εξασφάλισαν απόφαση στην ως άνω αγωγή εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ως η Έκθεση Απαίτησης, πλέον δικηγορικά έξοδα, ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης. Η απόφαση εκδόθηκε ερήμην των Εναγομένων αρ. 1 και 2, κατόπιν μονομερούς αίτησης των Εναγόντων, ημερ. 25.10.2011, δυνάμει της Διαταγής 17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, λόγω παράλειψης των Εναγομένων να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης, παρά το ότι - ως ήταν ο ισχυρισμός των Εναγόντων - πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος είχε επιδοθεί στους Εναγόμενους από 14.10.
- Β. Η υπό κρίση αίτηση παραμερισμού Στις 22.1.2014 ο Εναγόμενος αρ. 2 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, η οποία εδράζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.16, Δ.17 θ.10, Δ.26, Δ.48 θ.θ.1-10 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Με αυτήν, ο Εναγόμενος 2 - Αιτητής εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην του εκδοθείσας απόφασης στην αγωγή, επικαλούμενος ότι η απόφαση εκδόθηκε στη βάση επίδοσης του κλητηρίου στον Εναγόμενο 1, ο οποίος περιγράφεται από τον επιδότη ως «γαμπρός ενήλικας συγκάτοικος» του εναγόμενου 2, ενώ είναι η θέση του Εναγομένου 2 - Αιτητή ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδοσης αυτός δεν ήταν συγκάτοικος του Εναγομένου 1, δεν είχε καλές σχέσεις με τον Εναγόμενο 1 και δεν έλαβε γνώση της επίδοσης της αγωγής. Στην ένορκη δήλωση (στο εξής «η Ε/Δ») του Εναγομένου 2 - Αιτητή που συνοδεύει την αίτηση, αυτός εξηγεί ότι ο ίδιος διαπίστωσε για πρώτη φορά στις 7.1.2014 ότι είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον του στην ως άνω αγωγή, όταν πληροφορήθηκε ότι υπήρχε ΜΕΜΟ καταχωρημένο στην ακίνητη ιδιοκτησία του δυνάμει της εν λόγω απόφασης. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την Ε/Δ του Εναγομένου 2 - Αιτητή, όπου αποκαλύπτει, ως η εκδοχή του, ότι η καταχώρηση του ΜΕΜΟ δεν γνωστοποιήθηκε σε αυτόν από τους Ενάγοντες - Καθ'ων, αλλά από άλλη τράπεζα που επιχείρησε να εγγράψει και η ίδια ΜΕΜΟ επί της ακίνητης ιδιοκτησίας του:
- «Είμαι ο εναγόμενος 2 στην πιο πάνω αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο.
- Υπηρετώ στην Αστυνομική Δύναμη Κύπρου και είμαι τοποθετημένος στην Διεύθυνση Ευρωπαϊκής Ένωσης και Διεθνούς Αστυνομικής Συνεργασίας. Στο παρών στάδιο είμαι με άδεια άνευ απολαβών και βρίσκομαι στις Βρυξέλλες για οικογενειακούς λόγους.
- Έχω στεγαστικό δάνειο στην πρώην Λαϊκή Τράπεζα για διαμέρισμα το οποίο έχω αγοράσει κατά ή περί το έτος 2004 στο οποίο και κατοικώ έκτοτε. Λόγω των συνεχών μειώσεων στους μισθούς μας εγώ ζήτησα από την τράπεζα μου όπως προχωρήσω σε αναπροσαρμογή του δανείου μου για μείωση του ποσού της δόσης μου.
- Κατά ή περί τις αρχές του Ιανουαρίου 2014 και ενώ βρισκόμουν στην Κύπρο, τραπεζικοί υπάλληλοι με είχαν ενημερώσει ότι το αίτημα μου είχε εγκριθεί και σύντομα θα με ειδοποιούσαν για να μεταβούμε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Επαρχίας Λευκωσίας για να καταθέσουμε νέα υποθήκη στο διαμέρισμα μου για σκοπούς της αναπροσαρμογής. Να σημειώσω ότι εγώ επειδή θα αναχωρούσα και πάλι για Βρυξέλλες πίεζα τους τραπεζικούς υπαλλήλους όπως ολοκληρωθεί η διαδικασία ενώ εγώ θα ήμουν Κύπρο για να μπορώ να υπογράψω όποια έγγραφα ήταν απαραίτητο. Στις 7 Ιανουαρίου 2014 με έκπληξη ενημερώθηκα από υπαλλήλους της πρώην Λαϊκής Τράπεζας ότι δεν μπορούσαμε να προχωρήσουμε με την κατάθεση νέας υποθήκης στο διαμέρισμα μου καθότι υπήρχε επιβάρυνση MEMO από την USB BANK. Την ίδια μέρα επικοινώνησα με την USB BANK οι οποίοι μου ανάφεραν ότι υπήρχε αγωγή εναντίον μου εμένα και του γαμπρού μου για την οποία είχε εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο αναφέροντας μου και τον αριθμό υπόθεσης. [.]». Στις επόμενες παραγράφους της Ε/Δ του, ο Εναγόμενος 2 - Αιτητής περιγράφει τις ενέργειες στις οποίες αυτός προέβηκε όταν έμαθε για την έκδοση της απόφασης στην αγωγή. Ως η εκδοχή του, αυτός επικοινώνησε αμέσως με τους Ενάγοντες οι οποίοι του ανέφεραν ότι η επίδοση της αγωγής είχε γίνει στο γαμπρό και συγκάτοικό του. Επικοινώνησε ο Εναγόμενος 2 - Αιτητής αμέσως μετά με τον γαμπρό του, ο οποίος αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι είχε παραλάβει οποιαδήποτε αγωγή για εκείνον. Τότε αυτός απευθύνθηκε σε δικηγόρο, ο οποίος τον συμβούλευσε να κάνει έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου, για την οποία πλήρωσε τα σχετικά τέλη στις 15.1.2014 και του επιτράπηκε να τη διενεργήσει στις 20.1.
- Όταν είδε στο φάκελο του Δικαστηρίου την ένορκη δήλωση του επιδότη, ο Εναγόμενος 2 - Αιτητής επικοινώνησε εκ νέου με τον γαμπρό του, ο οποίος και πάλιν αρνήθηκε ότι του επιδόθηκε το κλητήριο εκ μέρους και για λογαριασμό του Εναγομένου. Ακολούθως, στις 22.1.2014 ο Εναγόμενος 2 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση παραμερισμού. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα της Ε/Δ του Εναγομένου 2 - Αιτητή όπου διατυπώνεται και το παράπονο του για τον τρόπο που έγινε η επίδοση της αγωγής:
- «Στις 20/01/14 εγώ μετέβηκα στο Πρωτοκολλητείο Λευκωσίας. Όταν ερεύνησα τον φάκελο με τον πιο πάνω αριθμό με μεγάλη μου έκπληξη πρόσεξα ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος για το πρόσωπο μου είχε γίνει στις 14/10/11 στον γαμπρό μου, εναγόμενο
- Ο επιδότης αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι το κλητήριο ένταλμα είχε παραληφθεί εκ μέρους μου από τον εναγόμενο 1 ο οποίος, όπως αναφέρει ο επιδότης, είναι ενήλικας συγκάτοικος μου. Επισυνάπτω την ένορκη δήλωση του επιδότη ως Τεκμήριο
- Εγώ και πάλι, ενώ βρισκόμουν στο Πρωτοκολλητείο και είχα στην κατοχή μου την επίδοση της αγωγής, επικοινώνησα τηλεφωνικώς με τον γαμπρό μου, εναγόμενο 1, και ο ίδιος αρνείτο επίμονα ότι παρέλαβε οτιδήποτε εκ μέρους μου. Εγώ του ανάφερα ότι με κοροϊδεύει αφού κοίταζα την ένορκη δήλωση του επιδότη που ανάφερε ότι την αγωγή την είχε επιδόσει στον ίδιο και ο ίδιος μου έλεγε ότι αποκλείεται να έχει τέτοιο πράγμα. Αμέσως μετά το Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου μετέβηκα στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας όπου ζήτησα από τους υπαλλήλους να με εφοδιάσουν με αντίγραφο της επιβάρυνσης στην περιουσία μου πράγμα το οποίο και έπραξαν. Επισυνάπτω την καταχώρηση MEMO ως Τεκμήριο 2 όπου σε αυτό φαίνεται ότι ο αριθμός παραπομπής είναι ο αριθμός της αγωγής.
- Εγώ ουδέποτε ήμουν συγκάτοικος με τον εναγόμενο 1 αφού δεν έχουμε καλές σχέσεις και δεν έχουμε καθόλου επικοινωνία. Ουδέποτε κατοίκησα στην διεύθυνση του γαμπρού μου η οποία είναι αυτή που αναφέρεται στο κλητήριο ένταλμα. Όπως αναφέρεται και στο κλητήριο ένταλμα, η διεύθυνση μου είναι Διός 27, Διαμ.303, Κάτω Λακατάμεια, 2311, Λευκωσία όπου και κατοικούσα από το
- Την ημερομηνία επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος σε αυτήν την διεύθυνση κατοικούσα και όχι μαζί με τον γαμπρό μου. Να σημειώσω ότι στο κλητήριο ένταλμα ανφέρονται και τα τηλέφωνα επικοινωνίας αλλά και πάλι κανένας δεν επικοινώνησε μαζί μου. Ουδέποτε ενημερώθηκα από κανένα για οποιοδήποτε κλητήριο ένταλμα ή οποιαδήποτε αγωγή υπήρχε εναντίον μου. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 3 φωτοαντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος όπου αναφέρεται η διεύθυνση μου. Ως εκ παραδρομής δεν έχω φωτοαντίγραφο της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον μου αφού από το άγχος που είχα παράλειψα να το ζητήσω από το Πρωτοκολλητείο.
- Ουδέποτε παρέλαβα ή μου επιδόθηκε οποιαδήποτε αγωγή εκ μέρους των εναγόντων και πιστεύω ότι ή ο επιδότης έγραψε ψευδώς ότι διαμένω μαζί με τον γαμπρό μου ή ο γαμπρός μου ανάφερε ψευδώς στον επιδότη ότι διαμένω μαζί του. Ότι και να είχε γίνει εγώ δεν συγκατοικούσα κατά την περίοδο της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος μαζί με τον γαμπρό μου και θεωρώ ότι η επίδοση της αγωγής είναι αντικανονική.». Όπως ρητά αναφέρει στην παρα. 10 της Ε/Δ, ο Εναγόμενος 2 - αιτητής αξιώνει τον παραμερισμό της απόφασης στην αγωγή ex debito justitiae, δηλαδή ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να του επιτραπεί δικαιωματικά το επανάνοιγμα της υπόθεσης, ως χρέος προς τη δικαιοσύνη, και τούτο διότι κατ΄ ισχυρισμόν δεν έγινε καλή και νομότυπη επίδοση του κλητηρίου σε αυτόν. Για τον ίδιο λόγο δεν προχωρεί να εγείρει ή να αναλύσει οποιαδήποτε γραμμή υπεράσπισης στην αγωγή. Στις 8.5.2014 οι Ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση παραμερισμού, επικαλούμενοι σωρεία λόγων ένστασης, ως παρατίθενται πιο κάτω:
(1)«Η αίτηση ημερομηνίας 22/01/2014 στερείται νομικού και ουσιαστικού ερείσματος.
(2)Η αίτηση ημερομηνίας 22/01/2014 καταχωρήθηκε από τον Εναγόμενο/Αιτητή αρ.2 καθυστερημένα, σχεδόν τρία
(3)χρόνια μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 03/11/2011 και/ή δεν προβλήθηκε οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση για την αμέλεια και/ή παράλειψη του Εναγομένου/Αιτητή αρ.2 να εμφανιστεί την 03/11/2011 κατά την εκδίκαση της αίτησης για απόφαση ημερομηνίας 25/10/2011 των Εναγόντων/ Καθ' ών η Αίτηση λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης από τους Εναγομένους (στο εξής καλούμενη «αίτηση ημερομηνίας 25/10/2011»).
(3)Η επίδοση της αγωγής από τους Ενάγοντες/Καθ' ών η Αίτηση προς τον Εναγόμενο/Αιτητή αρ.2 έγινε νομότυπα και εμπρόθεσμα με βάσει τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και την νομολογία.
(4)Οι ισχυρισμοί του Εναγομένου/Αιτητή αρ.2 περί μη επιδόσεως της υπ' αριθμό και τίτλο αγωγής και ότι ουδέποτε έλαβε γνώση αυτής μετά την πάροδο σχεδόν τριών
(3)χρόνων από το έτος 2011 είναι ανεδαφικοί, αστήριχτοι, αβάσιμοι και στερούνται σοβαρότητας θέτοντας τους Ενάγοντες/Καθ' ών η Αίτηση σε δυσμενέστερη θέση να υπερασπιστούν τις θέσεις τους.
(5)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος, η Νομολογία και/ή οι Θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας για έκδοση διατάγματος παραμερισμού της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 03/11/2011.
(6)Η δικαστική απόφαση ημερομηνίας 03/11/2011 έχει ληφθεί κανονικά και νομότυπα υπερ των Εναγόντων/Καθ' ών η Αίτηση κατόπιν πλήρωσης των προϋποθέσεων της καλής επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος ημερομηνίας 12/10/2011 στον πιο πάνω Εναγόμενο/Αιτητή αρ.2 στις 14/10/2011 και μη καταχώρησης από μέρους του σημειώματος εμφάνισης μετά τη λήψη του εν λόγω κλητηρίου εντάλματος και έκδοσης της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 03/11/2011 κατόπιν της αίτησης ημερομηνίας 25/10/2011 των Εναγόντων/Καθ' ών η Αίτηση.
(7)Η αίτηση ημερομηνίας 22/01/2014 συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και παραβλάπτει τα δικαιώματα των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση στερώντας από αυτούς να λάβουν άμεσα τους καρπούς της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 03/11/2011.
(8)Η Ένορκη Δήλωση του Εναγομένου/Αιτητή αρ.2 που συνοδεύει την αίτηση του ημερομηνίας 22/01/2014 είναι ανεπαρκής και/ή τα γεγονότα που αναφέρονται σε αυτή δεν αποτελούν ικανοποιητικό πραγματικό υπόβαθρο για την έκδοση διατάγματος παραμερισμού της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 03/11/2011.
(9)Τα γεγονότα και τα ζητήματα που παρατέθηκαν και στηρίζουν την αίτηση και την Ένορκη Δήλωση του Εναγομένου/Αιτητή αρ.2 ημερομηνίας 22/01/2014 δεν δικαιολογούν την έκδοση του κατ' αίτηση διατάγματος.
(10)Δεν υφίσταται σοβαρός, αιτιολογημένος και εύλογος λόγος του Εναγομένου/ Αιτητή αρ.2 σχετικά με την απουσία του από το Σεβαστό Δικαστήριο την 03/11/2011 κατά την εκδίκαση της αίτησης ημερομηνίας 25/10/2011 των Εναγόντων/Καθ' ών η Αίτηση και έκδοσης της πιο πάνω δικαστικής απόφασης.
(11)Ο Εναγόμενος/Αιτητής αρ.2 δεν τεκμηριώνει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση ή συζητήσιμου σημείου επί της ουσίας της αγωγής καθότι στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του ημερομηνίας 22/01/2014 δεν παρουσιάζονται ικανοποιητικές λεπτομέρειες και/ή δεν αναφέρονται καθόλου σημεία και/ή επιχειρήματα και/ή δεν προβάλλεται οποιαδήποτε μορφής υπεράσπιση και/ή δεν προσκομίζονται επαρκή αποδεικτικά στοιχεία τα οποία να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας προκειμένου να μην ασκείται μάταια η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και να εξυπηρετείται χρήσιμος σκοπός της επιλύσεως της διαφοράς των διαδίκων.
(12)Το περιεχόμενο της αίτησης του Εναγομένου/Αιτητή αρ.2 ημερομηνίας 22/01/2014 δεν συνοδεύεται με το ανάλογο αιτιολογημένο υποστηρικτικό υλικό ή με αναφορά σχετικά με τους αιτούμενους λόγους έκδοσης του πιο πάνω διατάγματος, γεγονός το οποίο δύναται να οδηγήσει το Σεβαστό Δικαστήριο σε κλονισμό της βεβαιότητας του που πρέπει να υπάρχει τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών.
(13)Οι ισχυρισμοί του Εναγομένου/ Αιτητή αρ.2 στην Ένορκη Δήλωση του που συνοδεύει της αίτηση του ημερομηνίας 22/01/2014 είναι γενικοί και/ή αόριστοι.
(14)Δεν είναι με οποιοδήποτε τρόπο εύλογο προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και/ή προς τα συμφέροντα και/ή τα νόμιμα δικαιώματα των Εναγόντων/Καθ' ών η Αίτηση να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
(15)Ο Εναγόμενος/Αιτητής αρ.2 έχει επιδείξει ηθελημένη απραξία, συνειδητή επιλογή, συνειδητή παραγνώριση των θεσμών και της δικαστικής διαδικασίας γενικότερα.
(16)Η συμπεριφορά του Εναγομένου/Αιτητή αρ.2 αποτελεί κλασικό παράδειγμα περιφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και πρόκληση προς το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης.». Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας στη Δ.5, Δ.17 θ. 10, Δ.26 θ. 14 & 15, Δ.33 θ.1-15, Δ.39, Δ.48 θ.1- 4, 8
(1)(s), 9 (h) και 11, Δ.51, Δ.59, Δ.64, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στη νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση («Ε/Δ»), ημερ. 8.5.2014, του κ. Φώτη Παναγιώτου. Ο κ. Φώτης Παναγιώτου επιβεβαιώνει στην παρα. 20 της Ε/Δ του ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον Εναγόμενο 2 - Αιτητή έγινε δια αφέσεως του στον Εναγόμενο 1 ως «γαμπρό του», δηλαδή «στον σύζυγο της αδερφής του Εναγομένου 2», έναντι της υπογραφής του και ισχυρίζεται ότι, εφόσον οι Εναγόμενοι 1 και 2, ως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση επίδοσης, ήσαν συγκάτοικοι κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδοσης, έπεται ότι επρόκειτο για καλή επίδοση, καθ' ότι (βλ. την παρα. 24 της Ε/Δ του κ. Παναγιώτου) «η συγκατοίκηση διασφαλίζει τη λήψη γνώσης από τον Εναγόμενο της αγωγής που έχει καταχωρηθεί εναντίον του σε περίπτωση μη ανέυρεσής του στο σπίτι του ή στον συνήθη τόπο εργασίας του, δίδοντας του την ευκαιρία αν το επιθυμεί να αντιδράσει προβαίνοντας στα δέοντα διαβήματα υπερασπιζόμενος τον εαυτό του». Περαιτέρω, ο κ. Φώτης Παναγιώτου επιβεβαιώνει στις παρα. 20 και 21 της Ε/Δ του ότι, μετά την έκδοση της απόφασης στην αγωγή, η πρώτη φορά που ο Εναγόμενος 2 - Αιτητής επικοινώνησε με τους Ενάγοντες ήταν στις 7.1.2014 με ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε στον ίδιο τον κ. Παναγιώτου, δηλώνοντας σε συνημμένη επιστολή ότι είχε γνώση για το ΜΕΜΟ που καταχωρήθηκε στην περιουσία του από τους Ενάγοντες σε σχέση με την παρούσα αγωγή για την υπόθεση δανείου στην οποία ήταν εγγυητής και ζητώντας από τους Ενάγοντες να αποσύρουν το εν λόγω ΜΕΜΟ. Το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα και η συνημμένη σε αυτό επιστολή του Εναγομένου 2 - Αιτητή επισυνάπτεται στην Ε/Δ του κ. Φώτη Παναγιώτου ως Τεκμήριο
- Περαιτέρω, με βάση τα λεγόμενα του κ. Φώτη Παναγιώτου στις παρα. 16 και 20 της Ε/Δ του, ο Εναγόμενος 2 - Αιτητής άρχισε το Φεβρουάριο του 2014 να έχει απευθείας συναντήσεις και τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον Ενάγοντα με σκοπό τη διευθέτηση του εξ αποφάσεως χρέους του. Επισημαίνει στο Δικαστήριο ο κ. Παναγιώτου ότι (βλ. την παρα. 21 της Ε/Δ του) - «[.] Αν δεν ήταν εις γνώση του Εναγομένου/Αιτητή αρ.2 η εν λόγω δικαστική απόφαση που εκκρεμούσε εναντίον του στα πλαίσια της υπ' αριθμό και τίτλο αγωγής από πριν τότε δεν θα μου ζητούσε την απόσυρση του πιο πάνω MEMO με το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 7.1.2014 και δεν θα προσπαθούσε δια μέσω συναντήσεων μαζί μας και τηλεφωνικών συνδιαλέξεων να διευθετήσει το εξ' αποφάσεως του στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Ο Εναγόμενος/Αιτητής αρ.2 δεν παρουσιάστηκε τα προηγούμενα χρόνια για να προβάλει στους Ενάγοντες/ Καθ'ων η Αίτηση το παράπονο του για την έκδοση της εν λόγω δικαστικής απόφασης εναντίον του παρά μόνο τώρα που προέκυψε το ζήτημα της υποθήκευσης της ακίνητης περιουσίας του από άλλη τράπεζα με βάσει το ηλεκτρονικό μήνυμα που μου απέστειλε την 7.1.2014.». Οι Ενάγοντες - Καθ'ων η αίτηση εισηγούνται προς το Δικαστήριο την απόρριψη της αίτησης παραμερισμού, επειδή, ως αναφέρει ο κ. Φώτης Παναγιώτου στην παρα. 22 της Ε/Δ του, ο Εναγόμενος 2 - Αιτητής δεν δικαιολόγησε την απουσία του στο Δικαστήριο στις 3.11.2011, ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη για εκδίκαση η αίτηση των Εναγόντων ημερ. 25.10.2011 για την έκδοση απόφασης στην αγωγή και την μέχρι τότε παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης στην αγωγή. Είναι καταληκτικά η θέση του κ. Παναγιώτου ότι (βλ. την παρα. 30 της Ε/Δ του)- «
- Ο Εναγόμενος/Αιτητής αρ.2 κατόπιν νομικής συμβουλής και από τους δικηγόρους μας, επέδειξε πλήρη αδιαφορία για την εν λόγω αγωγή και για τη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του την 03/11/2011, η οποία προσλαμβάνει την μορφή της καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση, καθότι η Επίδικη Αίτηση του καταχωρήθηκε την 22/01/2014 μετά το πέρασμα σχεδόν τριών
(3)ετών από την έκδοση της εν λόγω δικαστικής απόφασης εναντίον του.». Γ. Άλλα ενδιάμεσα διαβήματα του Εναγόμενου 2 - Αιτητή Στο πλαίσιο εκδίκασης της υπό κρίση αίτησης παραμερισμού, ο Εναγόμενος 2 - Αιτητής καταχώρησε δύο άλλες ενδιάμεσες αιτήσεις. Συγκεκριμένα: Στις 26.8.2014 καταχώρησε αίτηση για Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση με σκοπό να απαντήσει στους ανωτέρω ισχυρισμούς του κ. Φώτη Παναγιώτου. Τελικά, η εν λόγω αίτηση αποσύρθηκε στις 14.11.2014, με έξοδα υπέρ των Εναγόντων. Στις 5.1.2015 ο Εναγόμενος καταχώρησε αίτηση αντεξέτασης του κ. Φώτη Παναγιώτου, ο οποίος είχε προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση παραμερισμού και του κ. Χριστόδουλου Κοιλαρά που ήταν ο επιδότης ο οποίος ορκίστηκε για την επίδοση του κλητηρίου στον Εναγόμενο αρ.
- Η αίτηση αντεξέτασης εκδικάσθηκε, κατόπιν ένστασης σε αυτήν από τους Ενάγοντες - Καθ'ων η αίτηση και εν τέλει απερρίφθη από το Δικαστήριο με αιτιολογημένη απόφαση ημερ. 13.10.
- Πιο κάτω αναφέρομαι στο σκεπτικό με το οποίο απέρριψα την εν λόγω αίτηση, παραθέτοντας τα σχετικά αποσπάσματα από την απόφαση μου ημερ. 13.10.2015: Συγκεκριμένα, όπως διευκρίνιζε στην ένορκη δήλωσή του ο Εναγόμενος αρ. 2 - αιτητής, αυτός επιθυμούσε να αντεξετασθεί: Αφενός, ο επιδότης Χριστόδουλος Κοιλαράς και ο κ. Φώτης Παναγιώτου όσον αφορά τα διαλαμβανόμενα στην παρα. 20 της ένορκης δήλωσης του κ. Φώτη Παναγιώτου, για να υποβληθεί η θέση του Εναγόμενου 2 - Αιτητή ότι αυτός ουδέποτε ήταν συγκάτοικος με τον Θεόδωρο Σπύρου. Αφετέρου, ν κ. Φώτης Παναγιώτου όσον αφορά τα διαλαμβανόμενα στην παρα. 16 της ένορκης δήλωσης του για να υποβληθεί η θέση του Εναγόμενου 2 - Αιτητή ότι είναι αναληθής ο ισχυρισμός του κ. Παναγιώτου ότι είχαν συναντήσεις μεταξύ τους τον Φεβρουάριο του 2014 προς εξεύρεση διευθέτησης. Κατ' αρχάς, παρέθεσα αυτούσιες τις παρα. 16 και 20 της Ε/Δ του κ. Φώτη Παναγιώτου꞉ · Παρα. 16꞉ «Κατά την περίοδο του Φεβρουαρίου του 2014, ο Εναγόμενος / Αιτητής αρ. 2 είχε συναντήσεις μαζί μου και με άλλους λειτουργούς των Εναγόντων / Καθ' ων η αίτηση καθώς και τηλεφωνικές επικοινωνίες με σκοπό την εξεύρεση διευθέτησης του εν γνώσει του πιο πάνω εξ αποφάσεως χρέους του στην υπ' αριθμό και τίτλο αγωγή.». · Παρα. 20꞉ «Στην παρούσα περίπτωση ο Εναγόμενος / Αιτητής αρ. 2 δεν αιτιολόγησε, δεν ανέφερε και δεν απέδειξε στην ένορκη του δήλωση ότι όντως δεν είχε λάβει γνώση της υπ' αριθμό και τίτλο αγωγής μέχρι σήμερα. Οι Ενάγοντες / Καθ' ων η Αίτηση επέδωσαν στον Εναγόμενο / Αιτητή αρ. 2 με τον νόμιμο και έγκυρο τρόπο την εν λόγω αγωγή την 14.10.
- Ο ιδιώτης επιδότης των δικηγόρων μας επέδωσε την υπ' αριθμό και τίτλο αγωγή στον συγκάτοικο και γαμπρό του Εναγομένου/ Αιτητή αρ. 2, δηλαδή στον σύζυγο της αδερφής του Εναγομένου / Αιτητή αρ. 2, ο οποίος είναι ο Εναγόμενος αρ.
- Ο Εναγόμενος αρ. 1 έλαβε και υπέγραψε την υπ' αριθμό και τίτλο αγωγή από τον ιδιώτη επιδότη των δικηγόρων μας ως συγκάτοικος του Εναγομένου / Αιτητή αρ. 2 κατά το χρονικό διάστημα που είχε καταχωρηθεί η εν λόγω αγωγή. Ως εκ τούτου, κατόπιν νομικής συμβουλής και από τους δικηγόρους μας επρόκειτο για καλή επίδοση της αγωγής, καθότι θα ενημερωνόταν ο Εναγόμενος / Αιτητής αρ. 2 από το συγκάτοικο και γαμπρό του Εναγόμενο αρ. 1 ότι εκκρεμεί εναντίον του η εν λόγω αγωγή. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος / Αιτητής αρ.2 δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης μέχρι την 03/11/2011 που εκδόθηκε η δικαστική απόφαση εναντίον του, αλλά μετά το πέρασμα σχεδόν τριών
(3)χρόνων από την έκδοσή της, μου απέστειλε την 07/01/2014 ηλεκτρονικό μήνυμα με συνημμένη επιστολή σύμφωνα με την οποία αναγνώριζε ότι η περιουσία του έχει δεσμευθεί από τους Ενάγοντες / καθ' ων η αίτηση για υπόθεση δανείου στην οποία είναι εγγυητής. Ο Εναγόμενος / Αιτητής αρ. 2 έχει γνώση της πιο πάνω δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του στην υπ' αριθμό και τίτλο αγωγή καθότι το Φεβρουάριο του 2014 είχε απευθείας συναντήσεις μαζί μας και τηλεφωνικές επικοινωνίες με σκοπό τη διευθέτηση του εξ αποφάσεως χρέους.». Έκρινα πως δεν θα εξυπηρετούσε με οποιονδήποτε τρόπο να επιτρέψω την αντεξέταση του κ. Φ. Παναγιώτου επί της ανωτέρω παρα. 16 της ένορκης δήλωσής του, εφόσον η εν λόγω παράγραφος αναφερόταν σε γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά ή περί τον Φεβρουάριο του 2014, που είναι χρονικό διάστημα μεταγενέστερο της καταχώρησης της αίτησης παραμερισμού, ημερ. 22.1.
- Δεν μπορούσα να αντιληφθώ με ποια προϋπόθεση της αίτησης παραμερισμού δυνατόν να συσχετίζεται και πώς θα εξυπηρετήσει τη δίκη. Επεσήμανα ότι στο πλαίσιο εξέτασης μιας αίτησης παραμερισμού, η προϋπόθεση να μην υπήρξε καθυστέρηση ή αδιαφορία εμφάνισης στην αγωγή συσχετίζεται ως συνήθως με το διάστημα που προηγείται της καταχώρησης της αίτησης παραμερισμού και όχι που έπεται αυτής. Όσον αφορά το αίτημα αντεξέτασης επί της παρα. 20 της Ε/Δ του κ. Παναγιώτου, έλαβα υπόψη μου την Πολιτική Έφεση 284/2008, Παναγιώτης Νέμιτσας v. Salwa Chaparian, απόφαση ημερ. 10/5/2011, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε ότι, εφόσον η ένορκη δήλωση του επιδότη είναι σαφής (εν προκειμένω ως προς την ιδιότητα του προσώπου στο οποίο αφήνεται το κλητήριο), έτσι ώστε να μπορεί να ασκηθεί δικαστικός έλεγχος σχετικά με το νομότυπο ή μη της επίδοσης, το Δικαστήριο προχωρεί σε έλεγχο του νομότυπου στη βάση ελέγχου της αξιοπιστίας των δύο εκδοχών που τίθενται ενώπιον του, ήτοι, αφενός της εκδοχής του προσώπου που αιτείται τον παραμερισμό υποστηρίζοντας ότι το πρόσωπο στο οποίο αφέθηκε το κλητήριο δεν έχει την ιδιότητα που αναφέρει ο επιδότης και, αφετέρου, της εκδοχής του επιδότη ότι εκείνο το πρόσωπο είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδοσης την ιδιότητα ως αναγράφεται στο επιδοτήριο. Σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Νέμιτσας ανωτέρωː «Τα γεγονότα της παρούσας διαφοροποιούνται από εκείνα της υπόθεσης στην Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd, (πιο πάνω). Εκεί επρόκειτο για επίδοση σε νομικό πρόσωπο και απουσίαζε εντελώς η ιδιότητα του προσώπου στο οποίο αφέθηκε το Κλητήριο ΄Ενταλμα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο το νομότυπο της επίδοσης. Στην περίπτωσή μας, η ιδιότητα του προσώπου στο οποίο επιδόθηκε η αγωγή καταγραφόταν ρητά και ήταν ζήτημα ποια εκδοχή θα γινόταν αποδεχτή - ή εκείνη του επιδότη, λαμβανομένων υπόψη και των υπολοίπων στοιχείων του φακέλου, ή εκείνη του εφεσείοντα.». Στην παρούσα υπόθεση, η ένορκη δήλωση, ημερ. 17.10.2011, του ιδιώτη επιδότη, η οποία υπάρχει στο φάκελο του Δικαστηρίου και με την οποία αυτός ορκίζεται και λέγει ότι στις 14.10.2011 επέδωσε επίσημο αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος στην αγωγή στον Μαρίνο Γεωργίου (εδώ Εναγόμενο αρ. 2 - Αιτητή), δίδει με σαφήνεια τις εξής λεπτομέρειες ως προς τις συνθήκες επίδοσης꞉ Πρώτον, ότι η επίδοση έγινε αφήνοντας το κλητήριο στον Θεόδωρο Σπύρου από τη Λευκωσία, έναντι της υπογραφής του. Δεύτερον, ότι η επίδοση έγινε κατ' αυτόν τον τρόπο επειδή ο επιδότης δεν βρήκε τον Μαρίνο Γεωργίου στο σπίτι του ή στο συνηθισμένο τόπο εργασίας του. Τρίτον, ότι ο Θεόδωρος Σπύρου είναι «γαμπρός ενήλικας συγκάτοικος του πιο πάνω εναγομένου». Αυτή είναι η ενώπιον μου εκδοχή του ιδιώτη επιδότη. Αυτήν υιοθετεί ο κ. Φώτης Παναγιώτου στην παρα. 20 της ένορκης δήλωσης του, ημερ. 8.5.2014, επί της οποίας ζητήθηκε να αντεξετασθεί. Η εκδοχή του Εναγόμενου αρ. 2 - Αιτητή, ως εκτίθεται στην ένορκη δήλωσή του, ημερ. 22.1.2014, η οποία συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού, είναι εξίσου ξεκάθαρα διατυπωμένη. Έχει τις εξής δύο πτυχές꞉ Πρώτον, αν και είναι παραδεκτό ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 είναι γαμπρός του Εναγόμενου αρ. 2 (βλ. την παρα. 5 της Ε/Δ ημερ. 22.1.2014), εντούτοις δεν διαμένουν στην ίδια διεύθυνση. Οι διευθύνσεις διαμονής των Εναγομένων αρ. 1 και 2 είναι διαφορετικές και τούτο φαίνεται από το ίδιο το κλητήριο ένταλμα όπου και αναγράφονται. Συγκεκριμένα, για τον Εναγόμενο 1 δίδεται η διεύθυνση «Κυκλάδων 9, Στρόβολος 2062 Λευκωσία», ενώ για τον Εναγόμενο 2 δίδεται η διεύθυνση (Διός 27, διαμ. 303, Κάτω Λακατάμεια, 2311 Λευκωσία». Δεύτερον, ο Εναγόμενος αρ. 1 αρνήθηκε κατηγορηματικά στον Εναγόμενο αρ. 2 ότι παρέλαβε οποιαδήποτε αγωγή εκ μέρους του Εναγομένου 2 (βλ. την παρα. 5 της Ε/Δ ημερ. 22.1.2014). Υπό το φως των ως άνω εκατέρωθεν εκδοχών, προχώρησα να εξετάσω κατά πόσον δικαιολογείτο η έκδοση του ζητηθέντος διατάγματος αντεξέτασης. Έκρινα πως δεν θα είχε καμία χρησιμότητα να επιτρέψω την αντεξέταση του κ. Φώτη Παναγιώτου όσον αφορά το περιεχόμενο της παρα. 20 της ένορκης δήλωσής του, αφού εκεί εκείνος απλώς μετέφερε την εξ ακοής μαρτυρία που έλαβε από τον επιδότη, στηριζόμενος στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης επίδοσης. Αυτή (δηλ. η ένορκη δήλωση επίδοσης) είναι στο φάκελο του Δικαστηρίου και συνεπώς το Δικαστήριο μπορεί να τη μελετήσει συγκριτικά προς την παρα. 20 της Ε/Δ του κ. Παναγιώτου, για να ελέγξει την αξιοπιστία των όσων εκείνος μεταφέρει και να εξάξει συμπεράσματα. Έκρινα επίσης πως, εφόσον ο επιδότης, κ. Κοιλαράς, δεν ήταν ο συντάκτης της ένορκης δήλωσης ημερ. 8.5.2014, δεν ήταν δυνατό να κληθεί για να αντεξετασθεί επί του περιεχομένου της παρα. 20 της ένορκης δήλωσης ημερ. 8.5.2014, η οποία έγινε από τον κ. Παναγιώτου. Ομοίως, όσον αφορά την ένορκη δήλωση επίδοσης, ημερ. 17.10.2011, επεσήμανα ότι επ' αυτής μόνον ο συντάκτης της, ήτοι ο επιδότης, χωρούσε αντεξέτασης. Κατέστησα σαφές ότι εκείνη η ένορκη δήλωση θα ετίθετο υπό το φακό του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της ακρόασης της αίτησης παραμερισμού, αφού το πρώτο στοιχείο επί του οποίου ο Εναγόμενος αρ. 2 θα πρέπει να πείσει το Δικαστήριο προκειμένου να επιτύχει η αίτηση παραμερισμού του είναι ότι υπήρξε παράτυπη επίδοση. Στο πλαίσιο εξέτασης ενός τέτοιου ισχυρισμού, το Δικαστήριο αναπόφευκτα θέτει υπό το φακό του την ένορκη δήλωση επίδοσης του κλητηρίου η οποία λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο καθ' ον χρόνο εξέδιδε την ερήμην του Εναγομένου απόφαση στην αγωγή. Με αυτό το πνεύμα, η μαρτυρία που περιέχεται στην ένορκη δήλωση επίδοσης, ασφαλώς και αποτελεί μαρτυρία που το Δικαστήριο καθηκόντως λαμβάνει υπόψη στο πλαίσιο εκδίκασης της αίτησης παραμερισμού και συνεπώς παρατήρησα ότι δεν συμφωνούσα με το επιχείρημα της συνηγόρου των Εναγόντων - Καθ' ων, ότι η εν λόγω ένορκη δήλωση επίδοσης δεν αποτελεί μαρτυρία στην υπό κρίση αίτηση, επί της οποίας να μπορεί να εφαρμοστεί η Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Εκείνο όμως που με οδήγησε σε απόρριψη της αίτησης αντεξέτασης του επιδότη επί της προαναφερθείσας ένορκης δήλωσης επίδοσης ήταν το εξής (παραθέτω αυτούσιο το σκεπτικό μου όπως καταγράφεται στην ενδιάμεση απόφαση ημερ. 13.10.2015): «Ο Εναγόμενος αρ. 2 - Αιτητής έχει ήδη θέσει σαφώς (στην ένορκη δήλωσή του που συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού) το υπόβαθρο επί του οποίου στηρίζει τον ισχυρισμό του ότι δεν υπήρξε καλή επίδοση, παραπέμποντας στις διαφορετικές διευθύνσεις διαμονής των Εναγομένων επί του κλητηρίου, στοιχείο που θέτει τον επιδότη υπόλογο να εξηγήσει γιατί επέδωσε σε άλλη διεύθυνση από αυτήν που αναγράφετο στο κλητήριο όσον αφορά τον Εναγόμενο αρ. 2 - Αιτητή ως διεύθυνση διαμονής του και πώς ικανοποιήθηκε για τα περί συγκατοίκησης. Το βάρος να αποδείξει την αλήθεια του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης επίδοσης, και ειδικότερα - υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης - του ισχυρισμού ότι η επίδοση έγινε σε συγκάτοικο του Εναγομένου αρ. 2, είναι στους ώμους του ίδιου του επιδότη, όχι του Εναγόμενου αρ.
- Υπ' αυτή την έννοια, θεωρώ ότι είναι οι Ενάγοντες - και όχι ο Εναγόμενος αρ. 2 - αυτοί που οφείλουν να προσφέρουν τυχόν απαντητική μαρτυρία. Οι ίδιοι ενίστανται στην αίτηση αντεξέτασης του επιδότη. Υπό τις συνθήκες αυτες, δεν κρίνω ορθό να διατάξω την αντεξέταση του επιδότη επί της ενόρκου δηλώσεως του. Το Δικαστήριο δύναται να κρίνει τις εκατέρωθεν εκδοχές κατά την εκδίκαση της αίτησης παραμερισμού, με βάση τα ενώπιον του στοιχεία.». Δ. Ουδέν ενδιάμεσο διάβημα από πλευράς Εναγόντων - Καθ'ων Έκτοτε, από την ημερομηνία απαγγελίας της απόφασης απόρριψης της αίτησης αντεξέτασης και μέχρι την ημερομηνία που επιφυλάχθηκε η απόφαση στην υπό κρίση αίτηση παραμερισμού (δηλ. από 13.10.2015 μέχρι 9.12.15), οι Ενάγοντες ουδέν νέο διάβημα καταχώρησαν (ήτοι, είτε αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση είτε αίτηση αντεξέτασης του Εναγομένου 2 - Αιτητή), παρά την ανωτέρω επισήμανσή μου. Διευκρινίζω ότι, το γεγονός ότι οι Ενάγοντες δεν αντεξέτασαν τον Εναγόμενο αρ. 2 - Αιτητή όσον αφορά τη δική του μαρτυρία δεν αναγκάζει το Δικαστήριο να την αποδεχθεί (βλ. Αντωνάκης Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(2005)1 Α Α.Α.Δ. 491, Marketrends Finance Ltd v. Χριστοδουλίδη
(2007)1Α Α.Α.Δ. 624), αλλά παρέχει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως στοιχείο που δείχνει ότι, κατά πρώτον, η εκδοχή του επιδότη δεν είναι αναντίλεκτη (βλ. την πρωτόδικη απόφαση Λ. Παντελή, Ε.Δ. (Επαρχ. Δικ. Λ/σιας), ημερ. 25.10.2014, στην Αγωγή 5021/13 Αλέξης Μιχαλιάς ν Δήμος Μικελλίδης) και, κατά δεύτερον, ως αποδοχή των ουσιωδών ισχυρισμών του Εναγομένου 2 - Αιτητή επί των οποίων δεν αντεξετάστηκε (βλ. Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαϊδη
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1057). Αν και το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφύγει να διατυπώσει εύρημα αξιοπιστίας ή αναξιοπιστίας αναφορικά με τους ενόρκως δηλούντες που δεν αντεξετάστηκαν (ήτοι τον Εναγόμενο 2, τον κ. Φώτη Παναγιώτου και τον επιδότη), εντούτοις θα πρέπει να καταλήξει ποια εκ των εκατέρωθεν εκδοχών επιλέγει να υιοθετήσει και δύναται προς τούτο να στηριχθεί σε όλα τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιόν του (βλ. Irena Knitting Ltd κ.α. ν Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2006)1Β ΑΑΔ 816). Λεχθέντων των πιο πάνω, προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση στη βάση των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων και των στοιχείων του φακέλου του Δικαστηρίου στα οποία έγινε αναφορά πιο πάνω. Ε. Νομική πτυχή της αίτησης παραμερισμού. Η ακύρωση απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου αποτελεί, βάσει της Δ.17, θ.10, ζήτημα το οποίο εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, η Δ.17, θ.10 προβλέπει ότι «10. Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους Κανονισμούς αυτής της Διάταξης, θα είναι νόμιμο δια το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.». Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η σχετική διακριτική ευχέρεια αποτέλεσαν το αντικείμενο πολλών Αγγλικών και Κυπριακών αποφάσεων (Evans ν. Bartlam [1937] 2 All E.R 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ.
(1997)1 Α.Α.Δ. 28). Κύπρος Γεωργίου ν Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1999)(Αρ.2) 1Γ ΑΑΔ 1938, κ.α.). Οι εν λόγω αρχές συνοψίσθηκαν στην υπόθεση Φυλακτού κ.α. ν. Μιχαήλ
(1982)1 ΑΑΔ 204, 210, ως ακολούθως, (σε μετάφραση): «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο πρέπει να προσπαθεί να ισοζυγίζει δύο παράγοντες, οι οποίοι είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη αποτελεσματικής διασφαλίσεως από τη μια του δικαιώματος ακροάσεως του διαδίκου και την ανάγκη διασφαλίσεως ταχείας διεκπεραιώσεως των δικαστικών υποθέσεων από την άλλη. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης (βλ. παρατηρήσεις του Λόρδου Δικαστή Megaw στην Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826, 833). Το αποτέλεσμα της νομολογίας είναι ότι το δικαστήριο δεν πρέπει να εφευρίσκει τρόπους αφαίρεσης από τους διαδίκους του δικαιώματος τους να ακουστούν στην υπόθεσή τους εφόσον αποκαλύπτουν υπεράσπιση. Ωστόσο, το δικαστήριο μπορεί, οπωσδήποτε, να αρνηθεί να επανανοίξει μια υπόθεση, εάν η συμπεριφορά ενός διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης. Οσάκις η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος αιτείται παραμερισμό απόφασης δεν δύναται να συγχωρεθεί λόγω εμφανούς καταφρονήσεως της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου το δικαστήριο μπορεί κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να αρνηθεί ακύρωση της απόφασης.» Έχουν νομολογιακά καθιερωθεί δύο διαφορετικές περιπτώσεις στις οποίες δικαιολογείται ο παραμερισμός μιας δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του επηρεαζόμενου εναγομένου. Συγκεκριμένα, στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 15.1.2013, (δοθείσα από τον Ναθαναήλ, Δ.), στην Πολιτική Έφεση 205/2010, Κυριακή Τσεσμέλογλου ν Σοφοκλή Σοφοκλέους, η κατηγοροιοποίηση των περιπτώσεων περιγράφηκε ως εξήςː «Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae, και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του.». Όσον αφορά την πρώτη κατηγορία ανωτέρω, έχει διασαφηνισθεί νομολογιακά ότι, εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπήρξεκαλή και νομότυπη επίδοση, τότε το Δικαστήριο παύει να δικαιούται να εξετάσει οποιοδήποτε άλλο στοιχείο (π.χ. το αν υπήρξε καθυστέρηση ή όχι και το αν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως καλή και καλόπιστη υπεράσπιση ή όχι), διότι στερείται πλέον διακριτικής ευχέρειας να διατηρήσει την απόφαση σε ισχύ. Παραπέμπω συναφώς στην απόφαση ημερομηνίας 15/6/2006 στην Πολιτική Έφεση 12230, Γεώργιος Π. Γεωργίου Εμπορευόμενος υπό τη μη εγγεγραμμένη εμπορική επωνυμία GPG Electronics Ltd v. Minico House Ltd
(2006)ΙΑ Α.Α.Δ 550, στην Inter-Global (Financial Services) Ltd v. Χριστοφή Πέππη
(2005)ΙΑ Α.Α.Δ 213, White v. Weston
(1968)2 ALL ER 842, στην Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1 Α.Α.Δ. 247, καθώς και στην Κτηματικές Επιχειρήσεις Μάκης Αυξεντίου Λτδ ν. 1. Ιωάννη Κυριακίδη 2. Σάλωνα Συμεού
(2000)ΙΑ Α.Α.Δ 601), όπου αναφέρθηκαν τα εξής από τον, Χρυσοστομή, Δ., ο οποίος έδωσε την απόφαση του Εφετείου, στη σελίδα 250: «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή και η διαπίστωση αυτή ήταν ορθή κατά τη γνώμη μας, (βλ. Δ.5 θ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας), το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. Άρθρο 3.3 (α) και (β) του Συντάγματος).». Όσον αφορά τη δεύτερη κατηγορία ανωτέρω, στην προμνησθείσα απόφαση Κυριακή Τσεσμέλογλου, ανωτέρω, διευκρινίσθηκε ότι «σημασία αποκτούν επίσης αφενός το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει μεταξύ της απόφασης και της αίτησης παραμερισμού και αφετέρου η χρησιμότητα του τυχόν παραμερισμού, από την άποψη ότι αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί.». Σε τέτοια περίπτωση, «Η ανάδειξη εκ πρώτης όψεως καλής και συζητήσιμης υπεράσπισης που συνιστά κυρίαρχο παράγοντα σε αιτήσεις του είδους, ουδέποτε εξετάζεται κατ΄ απομόνωση. Ανάλογα με τα περιστατικά, οι υπόλοιποι παράγοντες ή κριτήρια αποκτούν λιγότερη ή περισσότερη σημασία. Ικανά ακόμη και να αντισταθμίσουν την καλή υπεράσπιση. [...] όπως έχει κατ΄ επανάληψη λεχθεί (δέστε, για παράδειγμα, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941), η χωρίς επαρκή λόγο παράλειψη εμφάνισης αποτελεί βάσιμο λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού, διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης του εναγόμενου σε σχέση με το χρόνο που ο ίδιος επιλέγει να καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού. Όταν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αρνείται την επαναφορά (F.P.P. Fish Processing Ltd v. Nicolaou Acqua Culture Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 2054).». Στ. Εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση και εκτίμηση Δικαστηρίου Με δεδομένο ότι στην παρούσα υπόθεση ο Εναγόμενος 2 - Αιτητής προώθησε την αίτησή του ως εντασσόμενη στην πρώτη εκ των ανωτέρω δύο κατηγοριών, απαιτείται να εξεταστεί μόνο το ζήτημα του νομότυπου και καλού της επίδοσης, αφού κατά τα λοιπά, δεν αμφισβητεί ότι οι Ενάγοντες τήρησαν τους υπόλοιπους τύπους και διατυπώσεις της Δ.17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όσον αφορά την καταχώρηση ένορκης δήλωσης επίδοσης στο φάκελο του Δικαστηρίου και της καταχώρησης αίτησης για απόφαση μετά την παρέλευση της αναγραφόμενης, στο «επιδοθέν» κλητήριο ένταλμα, προθεσμίας για την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης. Εάν το Δικαστήριο δεν ικανοποιηθεί ότι η επίδοση ήταν παράτυπη ή κακή, τότε η αίτηση του Εναγομένου 2 - Αιτητή είναι καταδικασμένη να αποτύχει, εφόσον αυτός δεν ήγειρε οποιαδήποτε στοιχεία ή ισχυρισμούς γεγονότων για να προωθήσει οποιαδήποτε υπεράσπιση, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κριθεί αν υφίσταται εκ πρώτης όψεως καλή ή καλόπιστη υπεράσπιση, κάτι που αποτελεί κυρίαρχο στοιχείο σε αιτήσεις παραμερισμού που εντάσσονται στη δεύτερη κατηγορία ανωτέρω.. Προχωρώ, λοιπόν, να εξετάσω το ζήτημα της επίδοσης. Η μαρτυρία όσον αφορά το ζήτημα του νομότυπου της επίδοσης κρίνεται υπό το φακό της Δ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σκοπός της επίδοσης είναι η παροχή ειδοποίησης στην άλλη πλευρά για να ενημερωθεί και να είναι σε θέση να αντικρούσει εκείνο που επιδιώκεται εναντίον της (Βλ. Annual Practice 1960, σελ. 102). Προκειμένου περί επίδοσης σε φυσικό πρόσωπο, ως κανονική επίδοση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη Δ.5, θ.2, λογίζεται ότι γίνεται όταν το επίσημο αντίγραφο του κλητηρίου꞉ αφεθεί στο πρόσωπο που θα γίνει η επίδοση (Δ.5, θ.2
(1)), ή αν δεν βρεθεί στο σπίτι του ή στον συνήθη τόπον εργασίας του, η επίδοση θα θεωρείται ότι έγινε αν αντίγραφο αφεθεί - σε μέλος της οικογένειας του που να φαίνεται ότι είναι 16 ετών και άνω και είναι στην πόλη ή το χωριό του ή εντός της περιοχής του (Δ.5, θ.2
(1)(i), ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο που να είναι τέτοιας ηλικίας και που να είναι υπεύθυνο του τόπου εργασίας του (Δ.5, θ.2
(1)(ii)), ή στον αφέντη του σε περίπτωση υπηρέτη που ζει με τον αφέντη του (Δ.5, θ2.
(1)(iii)). Στο πλαίσιο της αίτησης παραμερισμού, το βάρος είναι στους ώμους του Εναγόμενου αρ. 2 - Αιτητή να αποδείξει ότι πάσχει η επίδοση ή και ότι η ένορκη δήλωση του επιδότη είναι αναληθής (βλ. μεταξύ άλλων την Πολιτική Έφεση Αρ. 12016, Ι.Ρ.Μ. INDUSTRIES CO. LTD κ.α. - ν - ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΩΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ.
(2006)1 ΑΑΔ 1319). Το Δικαστήριο δεν δύναται με δική του πρωτοβουλία να αμφισβητήσει το αληθές του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως επίδοσης που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Τέτοια αμφισβήτηση θα πρέπει να δικογραφείται κατά τρόπο ειδικό από τον αιτούντα τον παραμερισμό, στον οποίο εναπόκειται να λάβει τυχόν άλλο διάβημα όπως αίτηση αντεξέτασης του επιδότη (βλ. απόφαση ημερ. 9.7.2012, του Χατζηχαμπή, Δ., στην Πολιτική Έφεση 66/2009, Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v Ανδρούλας Γεωργίου Κωστή). Στην παρούσα υπόθεση, όπως είχα ήδη την ευκαιρία να σημειώσω ανωτέρω, ο Εναγόμενος 2 - Αιτητής αμφισβήτησε κατά τρόπο ειδικό και ρητό το νομότυπο και καλό της επίδοσης. Αφενός, αμφισβήτησε αυτή την ίδια την άφεση του κλητηρίου στον Εναγόμενο 1 λέγοντας ότι όταν ο ίδιος επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 1, εκείνος του αρνήθηκε ότι παρέλαβε οποιοδήποτε κλητήριο που να τον αφορά. Αφετέρου αμφισβητεί τη δήλωση που καταγράφεται στην ένορκη δήλωση επίδοσης ότι ο Εναγόμενος 1 είναι συγκάτοικος του Εναγομένου 2 - Αιτητή. Υπάρχει αναντίλεκτα στο φάκελο του Δικαστηρίου μία ένορκη δήλωση επίδοσης, η οποία φέρει επί του επιδοθέντος κλητηρίου την υπογραφή κάποιου προσώπου, η οποία υπογραφή ως ο επιδότης αναφέρει ανήκει στον Εναγόμενο 1, και η επίδοση αυτή αφορά - ως ο ισχυρισμός του επιδότη στην ένορκη δήλωση επίδοσης και ως είναι κυκλωμένο το όνομα του ενδιαφερόμενου διάδικου επί του τίτλου της αγωγής στο επιδοθέν κλητήριο- στον Εναγόμενο
- Παρατηρώ, λοιπόν, ότι στο πλαίσιο εκδίκασης της υπό κρίση αίτησης παραμερισμού δεν έχω ενώπιον μου οποιαδήποτε ένορκη δήλωση εκ μέρους του Εναγομένου 1 που να φωτίζει τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτός παρέλαβε το κλητήριο. Δεν υπάρχει τρόπος να επαληθευθεί αν η υπογραφή επί του επιδοθέντος κλητηρίου είναι πράγματι δική του Εναγομένου 1 ή ακόμη αν ήταν αυτός που δήλωσε στον επιδότη ότι ήταν «συγκάτοικος» του Εναγομένου 2, ή αν ο επιδότης έγραψε αυτή τη δήλωση βασιζόμενος σε άλλες πληροφορίες που είχε. Παρατηρώ, συναφώς, ότι ο κ. Φώτης Παναγιώτου στη δική του ένορκη δήλωση απέφυγε να ρίξει φως στο κατά πόσον ο επιδότης βασίστηκε σε δήλωση του Εναγομένου 1 για τα περί συγκατοίκησής του με τον Εναγόμενο 2 - Αιτητή. Παρατηρώ περαιτέρω ότι, στην παρα. 27 της γραπτής αγόρευσης των ευπαιδεύτων συνηγόρων των Εναγόντων - Καθ'ων η αίτηση, αναφέρεται ότι: «Οι Ενάγοντες/Καθ' ών η Αίτηση είχαν ενημερωθεί ότι κατά τη χρονική περίοδο που είχε καταχωρηθεί η Επίδικη Αγωγή ο Εναγόμενος αρ.2 / Αιτητής συγκατοικούσε με τον Εναγόμενο αρ.1 και ότι ο Εναγόμενος αρ.1 δεν κατοικούσε στη διεύθυνση που αναγραφόταν στην Επίδικη Αγωγή.». Επιχειρείται προφανώς, με την ανωτέρω αναφορά να επεξηγηθεί γιατί ο επιδότης μετέβηκε στη διεύθυνση του Εναγομένου 1 για να επιδώσει στον Εναγόμενο 2 αντί στη διεύθυνση του Εναγομένου
- Ωστόσο, τέτοια αναφορά, περί ενημέρωσης που είχαν εκ των προτέρων οι Ενάγοντες, διαπιστώνω ότι δεν συναντάται στην ίδια την ένορκη δήλωση του κ. Φώτη Παναγιώτου που συνοδεύει την ένσταση στην αίτηση. Είναι πάγια νομολογημένο ότι δεν μπορεί να εισαχθεί μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω γραπτής αγόρευσης και συνεπώς τονίζω ότι δεν μπορώ να λάβω υπόψη μου τον ισχυρισμό ότι οι Ενάγοντες είχαν ενημερωθεί ότι ο Εναγόμενος 2 συγκατοικούσε με τον Εναγόμενο
- Πάντως, εφόσον η αγωγή καταχωρήθηκε στις 12.10.2011 και η επίδοση έγινε δύο μόλις μέρες μετέπειτα (στις 14.10.2011), εάν οι Ενάγοντες είχαν λάβει επισήμως από τον Εναγόμενο 2, ως αντισυμβαλλόμενό τους, ενημέρωση ότι έπαυσε να διαμένει στη διεύθυνση που αναγραφόταν στη μεταξύ τους συμφωνία εγγύησης, το ορθό από μέρους των Εναγόντων θα ήταν εκείνη η νέα διεύθυνσή του Εναγομένου 2 να αναγραφόταν από τους Ενάγοντες στο κλητήριο ως διεύθυνση για σκοπούς επιδόσεως σε αυτόν και όχι απλώς να δοθούν οδηγίες στον επιδότη να επιδώσει στην ισχυριζόμενη νέα διεύθυνσή του, Εάν δεν είχαν επίσημη ενημέρωση από τον Εναγόμενο 2 για αλλαγή της διεύθυνσης του, τότε το ορθό ήταν να ακολουθηθούν οι κανόνες επίδοσης της Δ.5, ή, αν παρίστατο ανάγκη, της Δ.5Α για υποκατάστατο επίδοση, και όχι απλώς να αρκεστούν στη δήλωση που τυχόν να τους έκανε ο Εναγόμενος 1.. Τα πιο πάνω δεν είναι τυπολατρικά. Έχουν ουσιαστική σημασία..Έχει δίκαιο ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου 2 - Αιτητή να σημειώνει στη δική του γραπτή αγόρευση (βλ. την παρα. 21, σελ. 14) ότι εφόσον εδώ ο Εναγόμενος 1 ήταν πρωτοφειλέτης στην επίδικη σύμβαση δανείου και ο Εναγόμενος 2 ήταν εγγυητής του, «εύλογα δημιουργείται το ερώτημα κατά πόσον ο Εναγόμενος 1 παρέλαβε το κλητήριο με σκοπό να αποκρύψει στον αιτητή τις συνέπειες που θα είχε στον ίδιο η μη συμμόρφωση του με τους όρους του δανείου που παρέλαβε από τους ενάγοντες, δηλαδή το γεγονός ότι δεν αποπλήρωνε τις δόσεις του.». Η νομότυπη και καλή επίδοση είναι αναγκαία για να αποφεύγονται τυχόν υπόνοιες για σκευωρίες. Σημειωτέον ότι η ίδια η ένορκη δήλωση επίδοσης δεν αποκαλύπτει σε ποια διεύθυνση έγινε η επίδοση, παρά μόνο αναφέρει ότι δεν εντόπισε τον Εναγόμενο 2 στη διεύθυνση διαμονής του και γι' αυτό άφησε το κλητήριο στον Εναγόμενο 1 που ήταν συγκάτοικος του. Συνεπώς, είναι ζήτημα ελέγχου αξιοπιστίας της εκδοχής του Εναγομένου αρ.2 - Αιτητή έναντι της εκδοχής του επιδότη, το κατά πόσον ο Θεόδωρος Σπύρου ήταν συγκάτοικος του Εναγόμενου 2 - Αιτητή καθ' ον χρόνο έγινε η επίδοση (ήτοι στις 14.10.2011). Αντικειμενική και εύλογη αμφιβολία για την αλήθεια της δήλωσης περί συγκατοίκησης των δύο, ως αναγράφεται στην ένορκη δήλωση του επιδότη, δημιουργείται από το γεγονός ότι στο κλητήριο αναγράφονται διαφορετικές διευθύνσεις για τους δύο Εναγομένους. Πέραν τούτου αναγράφονται και διαφορετικά τηλέφωνα σταθερής γραμμής τηλεφωνίας για τον καθένα απ' αυτούς. Δοθέντων των διαφορετικών αυτών στοιχείων που αναγράφονταν στο κλητήριο μόλις δύο μέρες πριν την επίδοση, δεν συμμερίζομαι τη θέση των συνηγόρων των Εναγόντων (βλ. τις παρα. 32 και 41 της γραπτής τους αγόρευσης) ότι υπό τις ανωτέρω συνθήκες ήταν ευθύνη του Εναγομένου 2 - Αιτητή να προσκομίσει μαρτυρία (υπό τύπο εγγράφων και λογαριασμών υπηρεσιών κοινής ωφελείας) για να αποδείξει - είτε ότι αυτός [δηλ. ο Εναγόμενος 2] δεν κατοικούσε πλέον στη διεύθυνση που αναγραφόταν ως δική του στο κλητήριο, αλλά στη διεύθυνση του Εναγομένου 1 και ήταν έτσι συγκάτοικος του Εναγόμενου 1, είτε ότι ο Εναγόμενος 1 δεν κατοικούσε στη δική του διεύθυνση αλλά στη διεύθυνση του Εναγομένου 2 και ήταν έτσι συγκάτοικος του Εναγόμενου
- Αντίθετα, κρίνω ότι ήταν ευθύνη των Εναγόντων, μέσω του επιδότη που επιστράτευσαν ή/και μέσω του Εναγομένου 1, να φέρουν συμπληρωματική μαρτυρία, για να εξηγήσουν σε ποια στοιχεία στηρίχθηκαν για να επιδώσουν στον Εναγόμενο 1 περιγράφοντας τον ως συγκάτοικο. Τονίζω ότι διαφοροποιούνται από την παρούσα υπόθεση οι δύο άλλες υποθέσεις στις οποίες με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Εναγόντων στις παρα. 36 και 37 της γραπτής τους αγόρευσης. Συγκεκριμένα: Στην Πολιτική Έφεση Αρ. 35/2010 Ανδρέας Ψαράς vs Iωάννης Γιάγκου (βλ. απόφαση ημερομηνίας 21/05/2015), ο εφεσείων ισχυριζόταν ότι ουδέποτε του επιδόθηκε οποιοδήποτε δικαστικό έγγραφο αγωγής, ενώ από το φάκελο της υπόθεσης διαπιστώθηκε ότι η αγωγή επιδόθηκε στον αδελφό του, στην οικία των γονιών του. Ο εφεσείων ισχυριζόταν ότι την περίοδο εκείνη δεν διέμενε στην εν λόγω διεύθυνση, ούτε επισκεπτόταν συχνά τους γονείς του. Πρώτον, στην πιο πάνω υπόθεση δεν υπήρχε άλλη δηλωμένη διεύθυνση διαμονής για τον εφεσείοντα, γι' αυτό και ο ίδιος, για να αποδείξει τον ισχυρισμό του περί μη συγκατοίκησης, προσκόμισε συμπληρωματική μαρτυρία με ένορκη δήλωση του αδερφού του στον οποίο είχε αφεθεί το κλητήριο, στην οποία ο εν λόγω αδερφός δήλωνε ότι ο εφεσείων είχε χρόνια που έπαυσε να κατοικεί στην δηλωθείσα διεύθυνση και δεν επισκεπτόταν συχνά τους γονείς του και τον αδερφό του. Απεναντίας, στην παρούσα υπάρχει διαφορετική δηλωθείσα διεύθυνση για τον γαμπρό του Εναγομένου 2 - Αιτητή. Δεύτερον, στην πιο πάνω υπόθεση Ανδρέας Ψαράς, για να αναδειχθεί ως αναξιόπιστη η εκδοχή του εφεσείοντος, καταχωρήθηκε από τον Ενάγοντα - Εφεσίβλητο προς υποστήριξη της ένστασης, επιπρόσθετη ένορκη δήλωση από τον επιδότη Σωφρόνη Παντελή Σωφρονίου, ο οποίος επέδωσε στις 10.8.2000 την Ποινική υπόθεση υπ΄ αριθμό 14334 εναντίον του εφεσείοντα, στη ίδια διεύθυνση όπως και η υπό κρίση αγωγή, στη μητέρα του, η οποία του ανέφερε ότι συγκατοικεί με τον εφεσείοντα. Περαιτέρω, καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση της Σωτηρούλας Θρασυβούλου, Πρωτοκολλητού στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, η οποία είχε στην κατοχή της τους φακέλους των ποινικών υποθέσεων και επιβεβαίωσε την επίδοση και καταχώρηση σχετικής ένορκης δήλωσης από τον επιδότη Σωφρονίου, στην πιο πάνω ποινική υπόθεση. Απεναντίας, στην παρούσα υπόθεση ουδεμία συμπληρωματική μαρτυρία προσκόμισαν οι Ενάγοντες του τύπου που αναφέρεται ανωτέρω, προς αντίκρουση της εκδοχής του Εναγόμενου 2 - Αιτητή, ούτε τον υπέβαλαν στη βάσανο της αντεξέτασης. · Στην πρωτόδικη υπόθεση Αγωγή αρ. 5031/2009, E.F. Easy Finance Limited vs
- Χρίστος Αντωνίου και
- Ξάνθη Χαραλαμπίδου Γεωργίου, απόφαση ημερομηνίας 06/10/2014, της οποίας επιλήφθηκα προσωπικά, . η εκδοχή του επιδότη ήταν ότι η επίδοση έγινε στον Εναγόμενο 1 προσωπικά αφήνοντάς το στην παρουσία του στις 14/12/09 άνευ της υπογραφής του. Ως η εκδοχή των εκεί Εναγόντων η επίδοση έγινε στη διεύθυνση του Εναγομένου 1 που αναγραφόταν στο κλητήριο. Προσήλθε ο Εναγόμενος 1 για να ισχυρισθεί ότι εκείνος δεν διέμενε στην αναγραφόμενη στο κλητήριο διεύθυνση.. Ήταν ο ισχυρισμός του Εναγομένου 1 ότι εκείνη ήταν η διεύθυνση της μητέρας του. Δέχθηκα εκεί τη θέση του συνηγόρου των Εναγόντων ότι εφόσον ο Εναγόμενος ισχυρίζοταν ότι δεν διέμενε στη διεύθυνση επί του κλητηρίου στην οποία έγινε προσωπικά στον ίδιο η επίδοση, όφειλε να προσκομίσει μαρτυρία, όπως καταστάσεις λογαριασμού υπηρεσιών κοινής ωφελείας για να δείξει ποια ήταν αυτή η κατ' ισχυρισμόν πραγματική διεύθυνση διαμονής του. Απεναντίας, στην παρούσα υπόθεση η επίδοση έγινε σε τρίτο πρόσωπο το οποίο δεν φαίνεται στην όψη του κλητηρίου να διαμένει στην ίδια διεύθυνση με τον Εναγόμενο 2 - Αιτητή και παραταύτα περιγράφηκε από τον επιδότη ως συγκάτοικός του. Το κατά πόσον ο Εναγόμενος 1 ήταν πράγματι συγκάτοικος με τον Εναγόμενο 2 έχει την εξής σημασία: συσχετίζεται άρρηκτα με το κεντρικό ερώτημα αν μπορεί να θεωρηθεί - για τους σκοπούς της Δ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας - ως «μέλος της οικογένειας» του Εναγομένου 2 με την νομική έννοια του όρου. Η Δ.5 δεν απαιτεί ρητά τη συγκατοίκηση ως κριτήριο για καλή επίδοση. Ζητεί όμως η επίδοση να γίνει σε «μέλος της οικογένειας» του εναγομένου που δεν εντοπίστηκε στην οικία του ή στον τόπο εργασίας του. Όπως ορθά επεσήμανε ο συνήγορος του Αιτητή στη δική του γραπτή αγόρευση (βλ. παρα. 12 - 13, σελ. 7), στην απόφαση Χριστάκης Γεωργίου Θεοδώρου κ.α. ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας
(2003)1 ΑΑΔ 1305, οι διάφοροι ορισμοί του όρου «οικογένεια» από τους οποίους άντλησε καθοδήγηση το Ανώτατο Δικαστήριο έδειχναν ότι ως μια οικογένεια θεωρείται εκείνη η οποία συνήθως ζει κάτω από την ίδια στέγη. Συγκεκριμένα: Στο Λεξικόν Πρωΐας η λέξη «οικογένεια» ορίζεται σαν «ομάς ανθρώπων συνδεδεμένων διά δεσμών αίματος, ήτοι αποτελούμενη από τους γονείς, τα τέκνα, ή και τους εκγόνους, ζώσα δε συνήθως υπό την αυτήν στέγην και έχουσα κοινά συμφέροντα.» Στο Νέον Ορθογραφικόν Ερμηνευτικόν Λεξικόν του Δ. Δημητράκου ορίζεται ως: «ομάς ανθρώπων, διά δεσμών αίματος συνδεδεμένη, ζώσα υπό την αυτήν συνήθως στέγην.» Δεν μου διαφεύγει ασφαλώς ότι το Ανώτατο Δικαστήριο έσπευσε να τονίσει ότι δεν είναι στατική η έννοια του όρου «οικογένεια» και πως ο όρος επιδέχεται μια ποικιλία ερμηνειών ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης. Σημείωσε χαρακτηριστικά ότι αυτό που άνετα προκύπτει από τους διάφορους ορισμούς είναι ότι «κατά πόσο συγκεκριμένο πρόσωπο θεωρείται μέλος μιας οικογένειας εξαρτάται όχι μόνο από τα περιστατικά της υπόθεσης, αλλά και από τους σκοπούς της συγκεκριμένης νομικής πρόνοιας στην οποία η λέξη «οικογένεια» απαντάται». Με αυτό το πνεύμα κατέληξε στη διατύπωση του ευρήματος ως εξής: «Βρίσκουμε ότι η Χαρίκλεια Ξενοφώντος ήταν μέλος της οικογένειας των εφεσειόντων μέσα στην έννοια του όρου όπως αυτός απαντάται στη Δ.
- Καταλήγουμε σ' αυτό το συμπέρασμα έχοντας υπόψη τη στενή συγγενική σχέση της με τους εφεσείοντες αλλά και το γεγονός ότι κατοικούσε στον ίδιο χώρο μαζί τους. Επιπλέον λαμβάνουμε υπόψη ότι σκοπός του νομοθέτη ήταν να διευκολύνει την επίδοση όπου αυτή δεν είναι δυνατό να γίνει προσωπικά στον διάδικο, φέρνοντας σε γνώση του το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η επίδοση.». Συγκεκριμένα, στην προμνησθείσα υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η Χαρίκλεια Ξενοφώντος, η οποία ήταν πεθερά του πρώτου εναγόμενου και μητέρα των εναγομένων 2 και 3, η οποία παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα εκ μέρους όλων των εναγομένων, ήταν μέλος της οικογένειας του εναγόμενου που παραπονείτο για την επίδοση, αφότου το Δικαστήριο δέχθηκε ότι με το να διαμένει η εν λόγω πεθερά σε υποστατικά βοηθητικά της οικίας τους στην ίδια διεύθυνση ισοδυναμούσε με το να διαμένει μαζί τους. Επιπλέον, σε εκείνη την υπόθεση παρουσιάστηκε μαρτυρία ότι η πεθερά είχε παραλάβει και στο παρελθόν κλητήρια εντάλματα εκ μέρους των αιτητών και τους είχε ενημερώσει ανάλογα. Ήταν ο συνδυασμός της διαμονής μαζί με τους αιτητές και το γεγονός ότι είχε και στο παρελθόν παραλάβει εκ μέρους τους αγωγές που τους αφορούσαν, που οδήγησαν το δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η πεθερά θεωρήθηκε ως μέλος της οικογένειας. Στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει ενώπιον μου οποιαδήποτε αξιόπιστη και αντικειμενική μαρτυρία επί της οποίας να μπορούσα να στηρίξω εύρημα ότι, ανεξαρτήτως των διαφορετικών δηλωθέντων διευθύνσεων διαμονής, ο Εναγόμενος 1 ήταν συγκάτοικος του Εναγομένου 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδοσης. Δεν μπορώ, επομένως, στη βάση των υπαρχόντων στοιχείων του φακέλου και των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων να δεχθώ την εκδοχή του επιδότη. Συνεπακόλουθα, ελλείπει εδώ εκείνο το πρόσθετο στοιχείο (της συγκατοίκησης) που θα μου επέτρεπε να θεωρήσω τον Εναγόμενο 1 - αν και μη συνδεόμενο εξ αίματος μαζί του - ως μέλος της οικογένειας του Εναγόμενου
- Καταλήγω να κρίνω ότι πάσχει η επίδοση της αγωγής στον Εναγόμενο 2 ως έγινε. Αναπόφευκτα το θέμα λήγει εδώ και η αίτηση παραμερισμού δέον να επιτύχει. Διευκρινίζω ότι, μόνο εάν ικανοποιούμουν για το νομότυπο και καλό της επίδοσης, θα είχε σημασία το κατά πόσον ο Εναγόμενος 2 - Αιτητής ενημερώθηκε από τον Εναγόμενο 1 για την παραλαβή του κλητηρίου και πότε έγινε αυτό. Όπως υπέδειξε το Ανώτατο Δικαστήριο στην προμνησθείσα απόφαση Ανδρέας Ψαράς, εάν το Δικαστήριο κατέληγε ότι η επίδοση έγινε νομότυπα, θα «απαιτείτο αξιόπιστη μαρτυρία εκ μέρους του [αιτητή] ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής». Εάν, λοιπόν, ικανοποιούμουν για την επίδοση - που εδώ δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο - τότε είναι που θα εξέταζα την αποδεικτική αξία - αφενός, του γεγονότος ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία από τον ίδιο τον Εναγόμενο 1 που να συμπληρώνει ή ενισχύει τα λεγόμενα του Εναγόμενου 2 - αιτητή για το ότι ουδέποτε του γνωστοποίησε την παραλαβή του κλητηρίου, και αφετέρου του περιεχομένου του ηλεκτρονικού μηνύματος ημερ. 7.1.2014 του Εναγόμενου 2 προς τους Ενάγοντες, με το οποίο ο Εναγόμενος 2 εκδήλωσε γνώση για την ύπαρξη του ΜΕΜΟ, για να διαπίστωνα αν υπήρχε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης και κατ' επέκταση περιφρονητική για το Δικαστήριο ολιγωρία. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η αίτηση επιτυγχάνει και η ερήμην του Εναγομένου 2 - Αιτητή εκδοθείσα απόφαση, ημερ. 3.11.2011 παραμερίζεται άνευ όρων, ως χρέος προς τη δικαιοσύνη. Τα έξοδα της αίτησης παραμερισμού επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου 2 - αιτητή και εναντίον των Εναγόντων - Καθ'ων η αίτηση, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της δίκης, άμα την αποπεράτωση της εκδίκασης της αγωγής αναφορικά με τον Εναγόμενο
- Δίδεται άδεια στον Εναγόμενο 2 - Αιτητή να καταχωρήσει Σημείωμα εμφάνισης στην παρούσα αγωγή εντός 10 ημερών από σήμερα και εντός 14 ημερών μετέπειτα να καταχωρήσει Έκθεση Υπεράσπισης. Κατά τα άλλα να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Να γίνει αίτηση ορισμού από τους Ενάγοντες μόλις κλείσουν τα δικόγραφα. (υπ.)................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο