ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. MACOSA INVESTMENTS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1031/05, 29/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Ι. Πογιατζή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1031/05 Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει Διαταγής του Δικαστηρίου ημερομηνίας 6.12.2007 ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, ΕΝΑΓΟΥΣΑ - και - 1. MACOSA INVESTMENTS LTD, 2. ΣΑΒΒΑΣ ΑΔΑΜΙΔΗΣ, 3. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ, 4. ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΤΩΡΙΔΗΣ, ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΙ ----------------------------------- Ημερομηνία: 29 Ιανουαρίου, 2016. Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: Λίτσα Μαλέκου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Για Εναγομένους 1, 3 και 4: Αντώνης Παπαντωνίου Για Εναγόμενο 2: Έχει εκδοθεί Απόφαση Α Π Ο Φ Α Σ Η Σε μία απλά διατυπωμένη απαίτηση για υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού, οι Εναγόμενοι 1, 3 και 4, με ένα πολυσέλιδο δικόγραφο 27 σελίδων, εγείρουν με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτησή τους τα ίδια επιχειρήματα που είχε, πολλές φορές προηγουμένως, εγείρει ο δικηγόρος τους τόσο σε άλλες διαδικασίες ενώπιον πρωτόδικων Δικαστηρίων αλλά και κατ΄ έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αυτή η εξέλιξη κατέστησε την ακρόαση μακρά. Χωρίς να παραγνωρίζω ότι η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών και γεγονότων τονίζω ότι, στα σημεία όπου ένα σημείο έχει αποφασισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο και τα γεγονότα της παρούσας είναι τα ίδια με αυτά που είχαν κριθεί κατά την εξέταση έφεσης, το Δικαστήριο θα είναι συνοπτικό αφού υπάρχει ήδη σχετική δεσμευτική κρίση και απόφανση. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη αναφορικά με τους Εναγομένους 1, 3 και 4 αφού με τον Εναγόμενο 2 είχε ήδη εκδοθεί Απόφαση σε βάρος του σε προγενέστερο της ακρόασης, χρόνο. Με την σύμφωνη γνώμη αμφοτέρων των πλευρών, Απαίτηση και Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. Η ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ Παρατίθεται αυτούσια η απαίτηση της Ενάγουσας όπως αυτή εμφαίνεται στην Έκθεση Απαιτήσεως: «Oι ενάγοντες αξιούν παρά των εναγομένων: (α) £161.001,44 πλέον τόκο 14,5% από 21.12.2004 επί £151.689,96 μέχρι εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων 2 φορές το χρόνο στις 30.6 και 31.12 ως προνοείται από το Νόμο 160(Ι)/99. (β) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον την πώλησιν και/ή διάθεση και/ή ρευστοποίηση των ενεχυριασθέντων μετοχών, δικαίωμα/δικαιώματα παραχώρησης μετοχών share warrants, χρεώγραφα/κινητές αξίες και εκδιδόμενες δωρεάν μετοχές (bonus shares) και δικαιώματα αγοράς μετοχών (Rights) που αναλογούν στις ενεχυριασμένες μετοχές των περιγραφομένων στην παράγραφο 5 ανωτέρω προς ικανοποίηση της απαίτησης και των εξόδων. (γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και/ή ενεχυριοδανειστές και/ή οιονδήποτε αξιωματούχο Διευθυντή των εναγόντων και/ή οιονδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα όπως προβούν σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες να εκτελέσουν όλα τα αναγκαία έγγραφα και πράξεις με βάση οποιονδήποτε ισχύοντα Νόμο για σκοπούς πώλησης ή μεταβίβασης των μετοχών/αξιών για την πώληση και/ή διάθεση και/ή ρευστοποίηση των πιο πάνω αναφερομένων ενεχυριασθέντων μετοχών, δικαίωμα/δικαιώματα παραχώρησης μετοχών share warrants, χρεώγραφα/κινητές αξίες και εκδιδόμενες δωρεάν μετοχές (bonus shares) και δικαιώματα αγοράς μετοχών (Rights) που αναλογούν στις ενεχυριασμένες μετοχές των περιγραφομένων στην παράγραφο 5 ανωτέρω προς ικανοποίηση της απαίτησης και των εξόδων. (δ) Διάταγμα του Δικαστηρίου για διορισμό παραλήπτη και/ή υπαλλήλου των εναγόντων ο οποίος να ενεργεί ως Παραλήπτης και/ή σε σχέση με τις ενεχυριασμένες προς όφελος των εναγόντων μετοχές με σκοπό την είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους και εξόδων και καθορισμό από το Δικαστήριο των εξουσιών του Παραλήπτη, ήτοι (
- i)να πωλεί το βαρυνόμενο στοιχείο μέσω χρηματιστηριακής συναλλαγής στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. (
- ii)να διανέμει το προϊόν πώλησης του βαρυνομένου στοιχείου με τον τρόπο που αναφέρεται στο εδάφιο
(5)του άρθρου 7 του Ν.31
(1)/91 και (iii) να έχει και να ασκεί τα ίδια δικαιώματα όπως και ο μέτοχος και το όνομα του καταχωρείται ως μέτοχος στο σχετικό Μητρώο με την ιδιότητα του Παραλήπτη. (ε) Οδηγίες του Δικαστηρίου προς τον Παραλήπτη και/ή υπάλληλος των εναγόντων ο οποίος θα ενεργεί ως Παραλήπτης για την πώληση μέσω χρηματιστηριακής συναλλαγής στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου μετοχών των αναφερομένων στην παράγραφο 5 ανωτέρω. (στ) Τα έξοδα της παρούσης αγωγής πλέον Φ.Π.Α. και έξοδα επίδοσης.» Η ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ Οι Εναγόμενοι 1, 3 και 4 ανταπαιτούν από την Ενάγουσα: «Α)
(1)Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται (Rescission) η πιο πάνω Συμφωνία Επενδυτικού Λογαριασμού ή οποιαδήποτε άλλη ισχυριζόμενη ως μεταγενέστερη της ως συνομολογηθείσα συνεπεία απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή χωρίς καλή πίστη (not in good faith) και/ή κατά παράβαση των Νομίμων και/ή από Κανονισμούς απορρεόντων καθηκόντων της Ενάγουσας. (Β) Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσεται η πιο πάνω Συμφωνία Επενδυτικού Λογαριασμού και/ή οποιασδήποτε ισχυριζόμενης μεταγενέστερης της ως άκυρη (void) εξαιτίας παρανομίας και/ή παράβασης των σχετικών Νομοθεσιών, και/ή απορρεόντων καθηκόντων της Ενάγουσας και/ή λόγω παράβασης των σχέσεων εμπιστοσύνης (fiduciary duties) και/ή λόγω παράβασης καταπιστεύματος (breach of trust) εκ μέρους της Ενάγουσας. (Γ) Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να διατάσσεται η ακύρωση και/ή διαγραφή του ισχυριζόμενου από της Ενάγουσας χρέους το οποίο προέκυψε από τη σύναψη της πιο πάνω Συμφωνίας Επενδυτικού Λογαριασμού ή οποιασδήποτε άλλης ισχυριζόμενης μεταγενέστερης της. (Δ) Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να διατάσσεται η Ενάγουσα να επιστρέψει στην Εναγόμενη 1 το ποσό των ΛΚ 237,456 (Λίρες Κύπρου Διακόσιες τριάντα επτά χιλιάδες τετρακόσιες πενήντα έξι) το οποίο η Εναγόμενη 1 είχε στην διάθεση της Ενάγουσας και αντιπροσώπευε την αξία των υπό παρακαταθήκη με την ευρεία έννοια ενέχυρο μετοχών, όπως απαιτούσε η Ενάγουσα και το οποίο η Εναγόμενη 1 απώλεσε και/ή ως αποζημιώσεις για την ζημία που υπέστη η Εναγόμενη 1 ως στην Έκθεση Υπεράσπισης λεπτομερώς εκτίθεται. (Ε) Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ότι οι Εναγόμενοι 2,3 και 4 ουδέποτε υπήρξαν εγγυητές καθ' οιονδήποτε τρόπο της Εναγομένης 1 και/ή οποιαδήποτε σύμβαση εγγύησης αυτών είναι άκυρη και/ή έχει καταργηθεί ως λεπτομερώς στην Έκθεση Υπερασπίσεως εκτίθεται. (ΣΤ) Αποζημιώσεις για παράβαση Συμφωνίας και/ή εξ' αιτίας αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων και/ή από κανονισμούς απορρεόντων καθηκόντων της Ενάγουσας, ποσό το οποίο η Εναγόμενη 1 είχε στη διάθεση της Ενάγουσας, αντιπροσώπευε την αξία των υπό παρακαταθήκη με την ευρεία έννοια/ ενέχυρο μετοχών, όπως απαιτούσε η Ενάγουσα και το οποίο η Εναγόμενη 1 απώλεσε. (Ζ) Ποσόν ΛΚ 8130 ως ζημιά την οποία υπέστη η Εναγόμενη 1 από τις παράνομες και αντισυμβατικές ενέργειες της Ενάγουσας ως στην παράγραφο 26 της Έκθεση Υπεράσπισης λεπτομερώς εκτίθενται. (Η) Τόκους προς 9% ετησίως επί των πιο πάνω ποσών από 13-07-2000 μέχρι εξοφλήσεως. (I) Νόμιμον Τόκον. (Κ) Οιαδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω θεραπεία το Δικαστήριο θεωρήσει δίκαιη και/ή πρέπουσα υπό τις περιστάσεις. (Λ) Έξοδα πλέον 15% Φ.Π.Α. πλέον έξοδα.» Η ΕΚΘΕΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ Οι βασικοί ισχυρισμοί της Ενάγουσας όπως εμφαίνονται από την Έκθεση Απαίτησης, είναι οι ακόλουθοι:
- Δυνάμει έγγραφης Συμφωνίας ημερομηνίας 25.6.1999, συμφωνήθηκε όπως η Ενάγουσα εγκρίνει στην Εναγομένη 1 δάνεια και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις υπό την εγγύηση των υπολοίπων Εναγομένων.
- Ακολούθως, με τη συναίνεση Ενάγουσας και Εναγομένης 1, αιτήθηκε το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού της Εναγομένης 1 σε £25.000 και ακολούθως σε £150.000 υπό όρους οι οποίοι περιλαμβάνονταν στις εν λόγω συμφωνίες.
- Δυνάμει Συμφωνίας ημερομηνίας 25.6.1999, οι Εναγόμενοι 2-4 εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της Εναγομένης
- Το παραχωρηθέν δάνειο και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις της Εναγομένης 1 εξασφαλίσθησαν περαιτέρω δια της ενεχυριάσεως μετοχών της προς την Ενάγουσα.
- Η Ενάγουσα άνοιξε τρεχούμενο λογαριασμό στο όνομα της Εναγομένης 1 ο οποίος, κατά παράβαση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, δεικνύει υπόλοιπο οφειλόμενο εκ £161.001,445 με τόκο 14.5% από 21.12.2004 επί £151.689,96 μέχρι εξόφλησης.
- Η Ενάγουσα, με Επιστολή της ημερομηνίας 28.8.2002 τερμάτισε τη λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού και κάλεσε την Εναγομένη 1, ως πρωτοφειλέτη, όπως ξοφλήσει ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο, η οποία όμως δεν ανταποκρίθηκε.
- Ομοίως, με Επιστολή της της ίδιας ημερομηνίας, η Ενάγουσα κάλεσε τους Εναγομένους 2-4, ως εγγυητές, όπως συμμορφωθούν προς τις υποχρεώσεις τους, αλλά ούτε αυτοί συμμορφώθηκαν. Η ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΚΑΙ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ Οι βασικοί ισχυρισμοί των Εναγομένων 1, 3 και 4 όπως προβάλλονται μέσω της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους είναι οι ακόλουθοι:
- Αρνούνται ότι ο επίδικος λογαριασμός ήταν τρεχούμενος ή λογαριασμός τραπεζικών διευκολύνσεων και ισχυρίζονται ότι ήταν καθαρά επενδυτικός λογαριασμός (investor account) με σκοπό την αγοραπωλησία μετοχών οι οποίες ενεχυριάζοντο προς πλήρη εξασφάλιση αυτού.
- Η Ενάγουσα, χωρίς εξουσία, χωρίς νόμιμο δικαίωμα και χωρίς να είναι εγγεγραμμένο μέλος του ΧΑΚ, παρουσιάστηκε ως χρηματιστής και/ή ως ειδική περί τις μετοχές εισηγμένες στο ΧΑΚ, παρότρυνε και/ή έπεισε και/ή εξώθησε την Εναγομένη 1 να υποβάλει αίτηση προς την Ενάγουσα για συμμετοχή της στο σχέδιό της για investor account (επενδυτικό λογαριασμό).
- Κατά ή περί τις 25.6.1999, η Ενάγουσα άνοιξε προς όφελος της Εναγομένης 1, τον επίδικο επενδυτικό λογαριασμό με διαδικασίες στις οποίες δεν συμμετείχε η Εναγομένη 1 και αυτή δεν αναγνωρίζει.
- Η Συμφωνία του επενδυτικού λογαριασμού ημερομηνίας 20.7.1999 υπογράφηκε από την Εναγομένη 1 υπό την προϋπόθεση ότι η Ενάγουσα θα τηρούσε αυστηρά τους πλήρεις όρους της και ειδικότερα τους όρους συμμετοχής του επενδυτικού σχεδίου.
- Η εν λόγω Συμφωνία ήταν πλήρως ετεροβαρής σε βάρος της Εναγομένης 1 και συνεπώς άκυρη και/ή ακυρώσιμη. Ετοιμάστηκε δε από την Ενάγουσα χωρίς να είναι μέλος του ΧΑΚ, η οποία και εισέπραττε προμήθεια από τις χρηματιστηριακές συναλλαγές της Εναγομένης 1, κατά παράβαση της αντίστοιχης νομοθεσίας και κανονισμών.
- Επιπρόσθετα, έγινε κατά παράβαση των όρων του καταστατικού της Ενάγουσας (ultra vires) αλλά και των σχετικών Eγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας.
- Η Ενάγουσα προέβη σε επανειλημμένες παραβάσεις της επίδικης Συμφωνίας, τερματίζοντας παράνομα και/ή αντισυμβατικά τον επίδικο λογαριασμό.
- Η Εναγομένη 1 ισχυρίζεται ότι κατά ή περί τις 21.10.1999, υπέγραψε έγγραφα ενεχυρίασης μετοχών χωρίς την παρουσία οποιωνδήποτε μαρτύρων και χωρίς να της εξηγηθεί η σημασία αυτών κάτι που τα καθιστά άκυρα και στερημένα οποιουδήποτε αποτελέσματος.
- Σε κάποιο στάδιο, συμφωνήθηκε προφορικά μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένης 1, όπως ο πιο πάνω λογαριασμός μετατραπεί σε επενδυτικό λογαριασμό με αποκλειστική χρήση την αγοραπωλησία μετοχών, καταργώντας το όριο αυτού και συμφωνώντας ότι ο λογαριασμός έπρεπε να ήταν πλήρως εξασφαλισμένος με μετοχές που η Εναγομένη 1 θα ενεχυρίαζε προς όφελος της Ενάγουσας προς κάλυψή του. Σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο ο λογαριασμός δεν ήταν καλυμμένος, η Ενάγουσα και μόνο αυτή θα προχωρούσε σε άμεση πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών προς κάλυψή του.
- Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι με τη μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένης 1 και τη μετατροπή του λογαριασμού σε επενδυτικό για αγοραπωλησία μετοχών, έπαυσε οποιαδήποτε εγγύηση των Εναγομένων 2-
- Αναφορικά με τις κατ΄ ισχυρισμόν εγγυήσεις των Εναγομένων 2-4, οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι εγγυήθηκαν και/ή εγγυήθηκαν νόμιμα την Εναγομένη
- Σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι υπήρξαν τέτοιες εγγυήσεις, αυτές είναι άκυρες και/ή χωρίς νόμιμο αντάλλαγμα.
- Εάν το έγγραφο ενεχυρίασης ήθελε θεωρηθεί έγκυρο, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα παρέβη τους ρητούς και/ή εξυπακουόμενους όρους με αποτέλεσμα να δημιουργήσει ζημιά στον επίδικο επενδυτικό λογαριασμό από δική της αποκλειστική υπαιτιότητα και/ή αμέλεια. Προς τούτο, παρατίθενται λεπτομέρειες αμέλειας.
- Οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι οφείλουν στην Ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η Εναγομένη 1 πείστηκε να συνάψει τις επίδικες συμφωνίες συνεπεία απάτης, δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους της Ενάγουσας. Προς τον σκοπόν αυτόν παραθέτουν σχετικές λεπτομέρειες.
- Η σχέση Ενάγουσας και Εναγομένης 1 ήταν και σχέση εμπιστεύματος και/ή εξ επαγωγής εμπιστεύματος (constructive trust), η δε συμπεριφορά της Ενάγουσας ήταν τέτοια που παρέλειψε να διαχειριστεί την περιουσία της Εναγομένης 1 με βάση τη σχέση αυτή με αποτέλεσμα εξ υπαιτιότητάς της, η Εναγομένη 1 να υποστεί ζημιά.
- Αποτελεί επίσης θέση της Εναγομένης 1 ότι η παράδοση των μετοχών της προς όφελος της Ενάγουσας έγινε υπό την ιδιότητα της δεύτερης ως θεματοφύλακα υπό μορφή παρακαταθήκης, η δε Ενάγουσα παρέλειψε να τηρήσει τις υποχρεώσεις της που πηγάζουν από τη σχέση αυτή, μη καταβάλλοντας τη δέουσα δεξιότητα και/ή εύλογη επιμέλεια.
- Οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι οφείλουν στην Ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό, επιζητούν δε τις θεραπείες που αναφέρονται στην Ανταπαίτησή τους. Οι πλείστοι ισχυρισμοί της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων, προωθήθηκαν μέσω της μακροσκελούς μαρτυρίας των Μ.Υ. Η μαρτυρία του Εναγομένου 4, Χρίστου Κτωρίδη (Μ.Υ.2), ως Διευθυντή και της Εναγομένης 1 εταιρείας ήταν μακρά και κάλυψε πολλά θέματα με κάθε λεπτομέρεια. Επισημαίνω προς τούτο ότι η Γραπτή Δήλωση του (Έγγραφο Δ) που αποτελούσε μέρος της κύριας εξέτασής του αποτελείται από 41 σελίδες. Και αυτό ήταν μέρος μόνο της κύριας εξέτασής του αφού αυτή συνεχίστηκε με επιπρόσθετες άλλες ερωτήσεις. Τα πιο πάνω έχουν αναφερθεί για να επισημανθεί ότι το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να αναλύει και να προβαίνει σε ευρήματα για όλο το εύρος της μαρτυρίας κάποιου διαδίκου αφού αυτό, πολλές φορές, είναι αδύνατο. Γίνεται η διαπίστωση των ουσιαστικών, σχετικών και σημαντικών σημείων, ενώ το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να αγνοήσει τα μη σημαντικά. Συρίμης ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1131, Πουμπουρής ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.
- Την αρχή αυτή θα τηρήσει πιστά το Δικαστήριο και στην παρούσα περίπτωση ιδιαίτερα σε σημεία που δόθηκε μη σχετική με τα επίδικα θέματα, μαρτυρία. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ Για την πλευρά της Ενάγουσας, κατέθεσαν συνολικά τρεις μάρτυρες, με πιο βασική τη μαρτυρία του Μ.Ε.
- Ο Μ.Ε.1, Ανδρέας Βανέζης, είναι υπάλληλος της Ενάγουσας από το 1987 ενώ από το 2002 είναι τοποθετημένος στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών (Recoveries Department) σαν ένας από τους υπεύθυνους για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης λογαριασμών των πελατών, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός της Εναγομένης
- Έχει ανατεθεί στον ίδιο η παρακολούθηση του λογαριασμού της Εναγομένης
- Δυνάμει Απόφασης/Έγκρισης ημερομηνίας 20.7.1999 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1), σε γραπτή Αίτηση της Εναγομένης 1 ημερομηνίας 29.6.1999 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13) και έγγραφης Συμφωνίας ημερομηνίας 25.6.1999 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2), συμφωνήθηκε όπως η Ενάγουσα παραχωρήσει στην Εναγομένη 1, υπό την εγγύηση των Εναγομένων 2-4, αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού από £10,00 σε £25.000, υπό όρους. Συγκεκριμένα, η Ενάγουσα αποδέχτηκε να αυξήσει το όριο ως ανωτέρω και προσωρινά να αυξήσουν το όριο από £25.000 σε £150.000 μέχρι τις 30.9.
- Εις πλήρη αποδοχή των όρων και προϋποθέσεων που έθεσε η Ενάγουσα, η Εναγομένη 1 υπέγραψε το Τεκμήριο
- Μεταξύ των όρων σύμφωνα με τους οποίους η Ενάγουσα θα παραχωρούσε το όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό στην Εναγομένη 1 Εταιρεία, ήταν η παραχώρηση προσωπικών εγγυήσεων από τους Εναγομένους 2-4 και την Έλενα Σταύρου. Το ύψος του επιτοκίου θα ήταν σύμφωνα με το ανώτατο νόμιμο χρεωστικό επιτόκιο που ισχύει από καιρού εις καιρόν. Η Εναγομένη 1 θα ενεχυρίαζε προς περαιτέρω εξασφάλιση της Ενάγουσας, 18.900 μετοχές της Astarti Developments Co Ltd. Δυνάμει Συμφωνίας Εγγύησης ημερομηνίας 25.6.1999 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3), οι Εναγόμενοι 2-4 εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1, παρούσες ή μελλοντικές. Οι Εναγόμενοι 3 και 4 ήταν διευθυντές και μέτοχοι της Εναγόμενης 1 εταιρείας σύμφωνα με Πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών που κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3(α). Η Εναγομένη 1, προς εξασφάλιση των υποχρεώσεών της προς την Ενάγουσα, ενεχυρίασε προς όφελος αυτών διάφορες μετοχές, ως ακολούθως: (α) 11.665 μετοχές της Astarti Developments Co Ltd, δυνάμει Εγγράφου ενεχυρίασης Μετοχών ημερομηνίας 21.10.1999 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4), (β) 240.395 μετοχές της Droushia Heights Hotel Co Ltd, δυνάμει Εγγράφου Ενεχυρίασης Μετοχών ημερομηνίας 21.10.1999 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5), (γ) 18.389 μετοχές της Astarti Developments Co Ltd, δυνάμει Εγγράφου Ενεχυρίασης Μετοχών ημερομηνίας 20.1.2003 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6), (δ) 47.290 μετοχές της Libra Holidays Group Ltd, δυνάμει Εγγράφου ενεχυρίασης Μετοχών ημερομηνίας 20.1.2003, ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7), (ε) 66.340 μετοχές της D. H. Cyprotels Ltd, δυνάμει Εγγράφου Ενεχυρίασης Μετοχών ημερομηνίας 20.1.2003, (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8). Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι η Ενάγουσα προέβη σε οποιεσδήποτε υπερχρεώσεις στον επίδικο λογαριασμό της Εναγομένης 1, ενώ κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 10, Ανακατασκευασμένη Κατάσταση Λογαριασμού στη βάση της οποίας το αιτούμενο υπόλοιπο ανέρχεται σε €262.335,23 (£153.537,99) πλέον τόκο 11.75% από 1.7.2005 επί €262.335,23 μέχρι τελικής εξόφλησης. Ο μάρτυρας προχώρησε το διεκδικούμενο υπόλοιπο μέχρι την 1.7.2005, καθότι έναντι του υπολοίπου κατατέθηκαν τα μερίσματα από τις ενεχυριασμένες μετοχές στις 21.6.2005 και 1.7.2005, αντίστοιχα. Αναφορικά με την ελευθεροποίηση και αύξηση των επιτοκίων από 15.3.2001, η Ενάγουσα ειδοποίησε την Εναγομένη 7 με σχετική επιστολή (ΤΕΚΜΗΡΙO 11). Στις 28.8.2002 η Ενάγουσα απέστειλε Επιστολή προς τους Εναγομένους (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12) με την οποία τους πληροφορούσε για τον τερματισμό του επίδικου λογαριασμού και τους καλούσε όπως ξοφλήσουν όλο το οφειλόμενο υπόλοιπο. Όταν η Εναγόμενοι έλαβαν τις πιο πάνω επιστολές, προσήλθαν στα γραφεία της Υπηρεσίας Recoveries στις 23.9.2002 όπου πραγματοποιήθηκε συνάντηση. Κατά την εν λόγω συνάντηση, αποφασίστηκε όπως η Εναγομένη 1 παραχωρήσει πρόσθετες εξασφαλίσεις που αφορούσαν τις μετοχές της Libra, Droushia και Astarti με τρέχουσα αξία £28.000 και πρόσθετα να καταθέσει ποσό ύψους £12.000 έναντι των υφισταμένων υποχρεώσεών της. Η κατάθεση έγινε στις 5.11.
- Οι μετοχές ενεχυριάστηκαν προς όφελος της Ενάγουσας στις 20.1.2003 ως τα Τεκμήρια 6-8, πιο πάνω. Περαιτέρω, στη συνάντηση της 23.9.2002 συμφωνήθηκε πρόγραμμα πλήρους εξόφλησης με επαναχρηματοδότηση του υπολοίπου, το οποίο τότε συμφωνήθηκε ότι ανερχόταν σε £135.000 μείον τις £12.000, ήτοι το οφειλόμενο ανερχόταν σε £123.
- Αφότου η Εναγομένη 1 παραχώρησε τις εξασφαλίσεις που συμφωνήθηκαν στις 23.9.2002, έγιναν, σε μεταγενέστερο στάδιο, διάφορες συναντήσεις με την Υπηρεσία Recoveries, διοίκηση. Συγκεκριμένα, οι συναντήσεις έγιναν στις 25.10.2004, 17.11.2004 και κατά τον Ιανουάριο, 2005, με παρόντες τους Εναγομένους 2 και
- Οι συναντήσεις είχαν ως κατάληξη ότι, από τις £168.000 που ανερχόταν το χρέος στις 6.4.2005, η Ενάγουσα θα διέγραφε £68.000 και οι εναγόμενοι θα κατέβαλλαν ποσό £100.000, γεγονός το οποίο ουδέποτε πραγματοποιήθηκε γι΄ αυτό και η Ενάγουσα καταχώρισε την παρούσα αγωγή στις 10.2.
- Πέραν των ανωτέρω, η Εναγομένη 1 εταιρεία κατέβαλε στις 21.6.2005 και την 1.7.2005 ποσά εκ £183,39 και £578,70, αντίστοιχα. Ο Μ.Ε.2, Φοίβος Στασόπουλος, διετέλεσε Διευθυντής της Υπηρεσίας Recoveries του Συγκροτήματος της Τράπεζας Κύπρου μέχρι τις 9.6.
- Αργότερα, κατείχε τη θέση του Γενικού Διευθυντή μέχρι που αποχώρησε από την υπηρεσία της Ενάγουσας, στις 4.12.
- Ήταν παρών σε διάφορες συναντήσεις αναφορικά με τις υποχρεώσεις του Συγκροτήματος Εταιρειών το οποίο συμπεριελάμβανε τις εταιρείες Rozano Group, Rozano Developments Ltd και Macosa, προς την Ενάγουσα. Έχει προσωπική γνώση κάποιων γεγονότων τόσο λόγω της παρουσίας του στις διάφορες συναντήσεις, καθώς και από το ηλεκτρονικό αρχείο της Ενάγουσας, στο οποίο βρίσκονται καταγραμμένα υπό μορφή πρακτικών τα όσα λάμβαναν χώραν στις διάφορες συναντήσεις. Χρονολογικά, η πρώτη συνάντηση που έγινε σε επίπεδο της Υπηρεσίας Recoveries ήταν στις 23.9.2002, μετά την παραλαβή της Επιστολής ημερομηνίας 28.8.2002 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12). Για την εν λόγω συνάντηση ο Μάρτυρας συνέταξε Σημείωμα ημερομηνίας 22.10.2002 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16), στο οποίο περιγράφει τα όσα διαμοίφθηκαν στην εν λόγω συνάντηση. Ακολούθησαν άλλες συναντήσεις μέχρι και το
- Για τις περισσότερες ο μάρτυρας συνέτασσε Σημειώματα (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 17-22). Εκείνο που προέβαλλε από όλες τις συναντήσεις με τους Εναγομένους 2 και 4 ήταν ότι, κατά τη διάρκειά τους, ουδέποτε τέθηκε θέμα αμφισβήτησης των οφειλών, το ύψος των οποίων γνώριζαν πάντοτε και αποδέχονταν υποβάλλοντας εισηγήσεις για τον τρόπο διευθέτησής τους. Για λόγους δικούς των Εναγομένων, οι συναντήσεις δεν έφεραν αποτέλεσμα. H M.E.3, Ανδριάνα Νικήτα-Κυριακίδη, είναι υπάλληλος της Ενάγουσας. Κατά το 2003 μέχρι και το Φεβρουάριο, 2004, ήταν τοποθετημένη στο Κατάστημα στην Οδό Διαγόρου, στο Τμήμα Χορηγήσεων, το οποίο ήταν το Τμήμα στο οποίο ετοιμάζονταν τα διάφορα έγγραφα τα οποία αφορούσαν σε χορηγήσεις διαφόρων διευκολύνσεων σε πελάτες της Τράπεζας. Υπό την πιο πάνω ιδιότητά της, χειρίστηκε κάποιες διαδικασίες οι οποίες αφορούσαν στον Εναγόμενο
- Σε όλες η διεύθυνσή του αναφερόταν ως Κρήτης 3Α, Πάνω Λακατάμια, 2312, Λευκωσία και ο Εναγόμενος 4 τις προσυπέγραφε. Κατέθεσε σχετικά έντυπα ημερομηνίας 25.11.2003 και 3.12.2003 (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 23-27). Η μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι υπέγραψε ως μάρτυρας τόσο στα Τ.25 και 27, όσο και στη Συμφωνία Τ.
- ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Από πλευράς Εναγομένων κατέθεσαν συνολικά έξι μάρτυρες. Παρατίθενται τα σημαντικά σημεία της μαρτυρίας τους. Η Μ.Υ.1, Έλενα Σάκκαρλου-Ρούβα, είναι στην υπηρεσία της Ενάγουσας, στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών Μεγάλων Επιχειρήσεων. Κατέθεσε πέντε Καταστάσεις Λογαριασμού που αφορούν στον επίδικο λογαριασμό της Εναγομένης 1 (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 28-32). Επειδή τα εν λόγω Τεκμήρια αναφέρονται στην περίοδο μετά τον τερματισμό του επίδικου λογαριασμού, δεν αποστάληκαν στους πελάτες, ούτε όμως αντικατοπτρίζουν την πραγματική οφειλή αφού τηρούνται απλά «ενδεικτικά» στο σύστημα της Τράπεζας. Εάν μία υπόθεση φτάσει στο Δικαστήριο, τότε οι καταστάσεις λογαριασμού τυγχάνουν ανάλογης επεξεργασίας. Ως Μ.Υ.2, κατέθεσε ο Εναγόμενος 4, Χρίστος Κτωρίδης, η κύρια εξέταση του οποίου ήταν μακροσκελής, δόθηκε δε με Γραπτή Δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης (Έγγραφο Δ), αλλά και με προφορική δήλωση. Κατέθεσε ότι ένας εκ των Διευθυντών της Εναγομένης 1 και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Είναι Εγκεκριμένος Λογιστής και εγγεγραμμένος Ελεγκτής από το έτος 1979 και διατηρεί δικό του Ελεγκτικό-Λογιστικό Γραφείο από το
- Η διεύθυνση κατοικίας του από τις 30.8.2000 είναι Θεόφιλου Γεωργιάδη 12, 2411, Έγκωμη. Προς το σκοπόν αυτόν κατέθεσε Βεβαίωση ημερομηνίας 19.3.2014 της ΑΗΚ (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 33). Για την αλλαγή της διεύθυνσης κατοικίας του από Κρήτης 3Α σε Θ. Γεωργιάδη, ενημερώθηκε με προτροπή του Ανδρέα Θυμόπουλου στις 28.1.2002 και η Ενάγουσα, με παράδοση αντιγράφου του Εντύπου ΗΕ32 που αφορά στην Εναγομένη 1 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 34). Το γεγονός ότι σε αλληλογραφία από την Ενάγουσα αναφέρετο ότι η διεύθυνση του ήταν Κρήτης 3Α, ήταν το αποτέλεσμα αυθαίρετων ενεργειών της Ενάγουσας και των υπαλλήλων της οι οποίοι γνώριζαν για την αλλαγή της διεύθυνσής του. Προς τον σκοπόν αυτόν κατέθεσε και σχετικά έγγραφα (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 35-41). Η Εναγομένη 1 αποτάθηκε στην Ενάγουσα για διευκολύνσεις σε τρεχούμενο λογαριασμό ύψους £25.000,00 ως επίσης στη συνέχεια για προσωρινή αύξηση από £25.000,00 σε £150.000,00 για αγορά μετοχών, αποστέλλοντας στην Ενάγουσα στο Business Centre της Τράπεζας Κύπου ισολογισμό ημερομηνίας 10.6.1999 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 44), στον οποίο αναφέρεται ρητά ότι η Εναγομένη 1 συστάθηκε για να λειτουργήσει ως επενδυτική εταιρεία. Η απαλλαγή της Έλενας Σταύρου από εγγυήτρια στην Απόφαση/Έγκριση ημερομηνίας 20.7.1999 (Τεκμήριο 1) έγινε αυθαίρετα από την Ενάγουσα, χωρίς τη συγκατάθεση των υπολοίπων εναγομένων οι οποίοι, αν το γνώριζαν, ουδέποτε θα το αποδέχονταν. Η Ενάγουσα ουδέποτε προειδοποίησε τους Εναγομένους για τους κινδύνους που ελλόχευαν από την αγοραπωλησία μετοχών στο ΧΑΚ και ουδέποτε τους είχε αποκαλύψει για τις Εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας που εκδόθηκαν από τον Ιούλιο, 1999 μέχρι και το Μάρτιο, 2000 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 45). Εάν οι πιο πάνω πληροφορίες περιήρχοντο εις γνώση τους, τότε θα σταματούσαν αμέσως τη δραστηριότητα της Εναγομένης
- Πριν τον κατ΄ ισχυρισμόν τερματισμό της συμφωνίας, οι Εναγόμενοι πάντοτε αμφισβητούσαν το ύψος του χρέους και προέβαλλαν ισχυρισμούς για παράνομες χρεώσεις εξόδων και τόκων, η δε Ενάγουσα παραδεχόταν ότι είχε προβεί σε τέτοιες υποχρεώσεις. Η Μ.Υ.4, Έλενα Σταύρου, εργαζόταν από το 1993 μέχρι και το τέλος του έτους 2003 στο Λογιστικό-Ελεγκτικό Γραφείο του Εναγομένου
- Στις 19 Ιουλίου, 2000, επισκέφθηκε το Τμήμα Recoveries της Ενάγουσας στην οδό Διαγόρου, Μέγαρο Κέρμια και παρέδωσε 240.395 μετοχές της Droushia Heights Ltd που ανήκουν στην Εναγομένη 1 για να ενεχυριαστούν προς όφελος της Ενάγουσας. Είναι αυτές που περιγράφονται στο Τ.5 και
- Στις 13 Ιουλίου, 2001, ξαναπήγε στο ίδιο Τμήμα και παρέδωσε προς τον ίδιο σκοπό δέσμη τίτλων για 13.389 μετοχές Astarti Development Ltd, για 47.290 μετοχές της Libra Holidays Ltd και 58.840 μετοχές της D.H. Cyprotels Ltd (Τεκμ. 49-51). Στα φωτοαντίγραφα των τίτλων που κράτησε η ίδια, ανέγραψε την ημερομηνία παράδοσης. Αναφορικά με την προτιθέμενη συμπερίληψή της ως εγγυήτριας, κατέθεσε ότι περί το Φθινόπωρο του 1999, της είχε ζητηθεί από την Ενάγουσα τηλεφωνικώς να επισκεφθεί τα Γραφεία τους και να υπογράψει ως εγγυήτρια για τον τραπεζικό λογαριασμό της Εναγομένης
- Γνώριζε, πριν να δεχθεί το τηλεφώνημα, ότι είχαν ήδη υπογράψει ως εγγυητές οι Εναγόμενοι 2-
- Τελικά η ίδια δεν υπέγραψε αλλά δεν το ανέφερε στους άλλους εγγυητές. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Έχοντας παραθέσει εν συντομία τη δοθείσα σχετική μαρτυρία από αμφότερες τις πλευρές, προχωρώ τώρα στην αξιολόγησή της. Αποδέχομαι χωρίς κανένα ενδοιασμό την εκδοχή που δόθηκε από τους Μ.Ε, ενώ απορρίπτω την εκδοχή των Εναγομένων και των μαρτύρων τους όποτε αυτή συγκρούεται με την εκδοχή της Ενάγουσας. Η αιτιολογία για την κατάληξή μου αυτή, παρατίθεται πιο κάτω. Ο Μ.Ε.1, Ανδρέας Βανέζης, μου έκανε πολύ καλή εντύπωση και κρίνεται ως πλήρως αξιόπιστος. Η ειλικρίνειά του διαφαίνετο από το γεγονός ότι με παρρησία δήλωνε ότι δεν μπορούσε να απαντήσει σαφώς σε κάποιες ερωτήσεις των οποίων δεν γνώριζε την απάντηση. Δεν προσπάθησε πάση θυσία να στηρίξει όλους τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Εξάλλου παραδέχθηκε ότι η ανάμιξή του στην παρούσα υπόθεση άρχισε μετά τον τερματισμό του επίδικου λογαριασμού. Όμως, ως εκ της θέσης που κατείχε, μπορούσε να παρακολουθεί την εξέλιξη των γεγονότων. Η αντεξέτασή του υπήρξε μακρά και μικροσκοπική. Παραδέχθηκε έλλειψη προσωπικής του γνώσης στο κατά πόσο η αύξηση του ορίου του επίδικου λογαριασμού είχε δοθεί αποκλειστικά για την αγοραπωλησία μετοχών και κάτω από ποίες συνθήκες τελικά, δεν είχε υπογράψει ως εγγυήτρια η Έλενα Σταύρου (Μ.Υ.4).. Τα πιο πάνω παραδείγματα, καθώς και άλλα που δήλωσε άγνοια, ενισχύουν την κατάληξη του Δικαστηρίου για ειλικρίνεια του εν λόγω μάρτυρα. Ως αξιόπιστοι κρίνονται και οι Μ.Ε.2 και 3, Φοίβος Στασόπουλος και Ανδριάνα Νικήτα-Κυριακίδη. Ο Μ.Ε.2 μάλιστα παραδέχθηκε ότι οι Εναγόμενοι αμφισβητούσαν το ύψος της οφειλής γι΄ αυτό και είχαν γίνει σχετικές συναντήσεις μεταξύ των διαδίκων (εκπρόσωποι Ενάγουσας και Εναγόμενος 4). Με την ίδια ειλικρίνεια η Μ.Ε.3 παραδέχθηκε άγνοια στο κατά πόσο ο Εναγόμενος 1 είχε δεόντως γνωστοποιήσει αλλαγή της διεύθυνσής του, ένα σημείο στο οποίο η πλευρά των Εναγομένων είχε δώσει ιδιαίτερη έμφαση. Αντίθετα, ο Μ.Υ.2 - Εναγόμενος 4, Χρίστος Κτωρίδης, δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Αντί να καταθέσει για τα επίδικα γεγονότα, επιχειρηματολογούσε. Χρησιμοποίησε τις γνώσεις και πείρα του ως Λογιστής-Ελεγκτής για να αμφισβητήσει το οφειλόμενο υπόλοιπο. Επιδόθηκε σε μια μικροσκοπική ανάλυση των χρεώσεων και πιστώσεων του επίδικου λογαριασμού, συντάσσοντας ο ίδιος τις δικές του καταστάσεις τις οποίες κατέθεσε και ανέλυσε στο Δικαστήριο. Διαφάνηκε όμως ότι είχε κάμει και κάποια πασιφανή λάθη, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε, κατά την αντεξέταση. Σχετική είναι η αντεξέτασή του για τις Καταστάσεις Τ.63 και
- Γενικά διαστρέβλωσε τα γεγονότα ούτως ώστε να συμβαδίζουν με τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης. Αναφέρομαι στη θέση του για το είδος του επίδικου λογαριασμού (τρεχούμενος ή επενδυτικός), για τη σχέση εμπιστεύματος που ισχυρίστηκε ότι είχε δημιουργηθεί μεταξύ των διαδίκων και για το ύψος των επιτοκίων. Σ΄ όλα αυτά θεωρώ ότι δεν ήταν ειλικρινής και προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Όπου η εκδοχή του συγκρούεται με αυτή της Ενάγουσας, χωρίς κανένα ενδοιασμό προτιμώ την εκδοχή της Ενάγουσας. Την ίδια πορεία ακολούθησαν και οι λοιποί Μ.Υ, (Μ.Υ.3-6), οι οποίοι προσπάθησαν να ενισχύσουν την εκδοχή του Μ.Υ.2, γι΄ αυτό και όσα ανέφερα για το Μ.Υ.2, ισχύουν και γι΄ αυτούς. Περαιτέρω αξιολόγηση θα γίνει κατά τη διατύπωση των Ευρημάτων και Συμπερασμάτων του Δικαστηρίου, στην επόμενη ενότητα. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση τα πιο πάνω, προχωρώ στα ευρήματα του Δικαστηρίου, καθώς και στην εξαγωγή των συμπερασμάτων του:
- Είδος επίδικου λογαριασμού: τρεχούμενος ή επενδυτικός; Απορρίπτω τη θέση των Εναγομένων ότι ο επίδικος λογαριασμός ήταν επενδυτικός. Ήταν τρεχούμενος και αυτό αναφέρεται ρητά στο Τεκμήριο 1 που ήταν η Απόφαση/Έγκριση της Ενάγουσας και η οποία υπογράφεται και εκ μέρους της Εναγομένης
- Όπως είχε λεχθεί στην Κουλλαπής ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A751, Π.Ε. 141/2010, ημερομηνίας 13.11.2015, εκείνο που έχει καθοριστική σημασία είναι η ξεκάθαρη και σαφής διατύπωση της πρόθεσης των μερών, όπως αυτή διατυπώνεται στους όρους της σύμβασης. Ο αντίθετος ισχυρισμός του Εναγομένου 4, απορρίπτεται ως αναξιόπιστος. Ως Λογιστής-Ελεγκτής σίγουρα γνώριζε το είδος του λογαριασμού που δημιουργούσε η εταιρεία, Εναγομένη 1, στην οποία ήταν διευθυντής.
- Διευθύνσεις Εναγομένης 1 και Εναγομένου 4: Παρόλο ότι στο Τεκμήριο 1, πιο πάνω, αλλά και στο Τεκμήριο 4 που είναι το Έγγραφο Ενεχυρίασης Μετοχών, ως διεύθυνση της Εναγομένης 1 αναγράφεται Δοϊράνης 4, Μακεδονίτισσα, Λευκωσία, υπάρχει μαρτυρία ότι το εγγεγραμμένο γραφείο της βρίσκεται στη Χρ. Σώζου 31, γραφείο 502, 1096, Λευκωσία. Αναφορικά με τη διεύθυνση του Εναγομένου 4, δόθηκε εκτεταμένη μαρτυρία από αμφότερες τις πλευρές για την ορθή διεύθυνση της κατοικίας του και στο κατά πόσο τόσο ως διευθυντής της Εναγομένης 1, όσο και ως εγγυητής παρελάμβανε την αλληλογραφία από την Τράπεζα. Είναι παραδεκτό ότι στα αρχικά έγγραφα είχε δηλώσει, και αυτή ήταν η πραγματική του διεύθυνση, Κρήτης 3Α, 2312, Λακατάμια. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, στις 30.8.2002 άλλαξε διεύθυνση και μετακόμισε στη Θεόφιλου Γεωργιάδη 12, 2411, Έγκωμη. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ειδοποίησε προφορικά προς τούτο τον υπάλληλο της Τράπεζας Ανδρέα Θυμόπουλο. Ως προς το δεύτερο αυτό σκέλος, απορρίπτω ως αναξιόπιστη την εκδοχή του. Η Τράπεζα δεν είχε εντοπίσει οποιαδήποτε γνωστοποίηση αλλαγής διεύθυνσης του γι΄ αυτό και θεωρώ ορθή τη θέση της Ενάγουσας ότι η τελευταία γνωστή του διεύθυνση ήταν Κρήτης 3Α.
- Τερματισμός Λογαριασμού: Στις 28.8.2002, η Ενάγουσα με επιστολές της (ΤΕΚΜ.12) προς την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία και τους εγγυητές, τερμάτισε τον επίδικο λογαριασμό και τους κάλεσε να ξοφλήσουν το μέχρι τότε χρεωστικό υπόλοιπο. Ταυτόχρονα τους κοινοποίησε αύξηση του επιτοκίου σε 11.75%. Ο τερματισμός έγινε κατ΄ επίκληση του Όρου 3 της Συμφωνίας ΤΕΚΜ.2 που παρέχει τα πιο πάνω δικαιώματα στην Ενάγουσα. Οι πιο πάνω επιστολές στάληκαν με κανονικό ταχυδρομείο στις διευθύνσεις που είχε εν γνώσει της η Ενάγουσα. Σχετική αναφορά έγινε πιο πάνω και αυτό το δικαίωμα δίδεται στην Ενάγουσα με βάση τον Όρο 14 του ΤΕΚΜ.2 Η πλευρά των Εναγομένων αρνείται το γεγονός της παραλαβής της πιο πάνω αλληλογραφίας, αλλά θεωρώ ότι, αφής στιγμής υπάρχει μαρτυρία για αποστολή του ΤΕΚΜ.12 και δεν υπάρχει μαρτυρία ότι αυτά επιστράφηκαν ως αζήτητα, τότε το Δικαστήριο οδηγείται στο κατά τεκμήριο συμπέρασμα και σε εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι οι επιστολές όντως παραλήφθηκαν από τους παραλήπτες της. Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χ"Δημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895,
- Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι ο τερματισμός του επίδικου λογαριασμού ήταν νόμιμος και σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας των δύο πλευρών.
- Απόδειξη υπολοίπου του Λογαριασμού Η αναλυτική μαρτυρία που δόθηκε από πλευράς Ενάγουσας και ιδιαίτερα από την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε.1, Βανέζη είναι ότι, το αιτούμενο υπόλοιπο είναι αυτό που αναφέρεται στο ΤΕΚΜ.
- Γι΄ αυτό, είναι υπόλογοι και οι εγγυητές οι οποοίοι ειδοποιήθηκαν και για την αύξηση του επιτοκίου με τις επιστολές ΤΕΚΜ.21 και 12 και μετά την ελευθεροποίησή του. Kόμπου ν. Universal Bank Ltd
(2009)1 (A) A.A.Δ. 194, 201-
- Παρά την έντονη αμφισβήτηση του υπολοίπου από πλευράς Εναγομένων, θεωρώ ότι η σαφής και αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε.1, σ΄ αντίθεση με αυτήν της πλευράς των Εναγομένων, είναι αρκετή για να το αποδείξει.
- Εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Η πλευρά των Εναγομένων προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η Ενάγουσα ουδέποτε τους είχε αποκαλύψει την ύπαρξη των ως άνω Εγκυκλίων (Τ.45). Εάν περιέρχοντο σε γνώση τους θα σταματούσαν αμέσως οποιαδήποτε δραστηριότητά τους αφού θα αντιλαμβάνονταν τους κινδύνους που ελλόχευε η τυχόν δραστηριότητα κατά παράβασή τους. Το θέμα της υπόθεσης των Εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου έχει ξεκαθαριστεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συρίμης ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1131, Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ.1238, Μαρκίδης ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 324, Κουλλαπής ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A751, Π.Ε. 141/2010, ημερομηνίας 13.11.
- Έχει αποφασισθεί ότι, ακόμη και τυχόν παράβαση τους, δεν οδηγεί αυτόματα σε ακύρωση συμβατικών πράξεων που έγιναν κατά παράβασή τους. Τέτοιες παραβάσεις συνιστούν εσωτερικό θέμα μεταξύ Κεντρικής Τράπεζας και εμπορικών τραπεζών και δεν επηρεάζουν την εγκυρότητα συμβάσεων που γίνονται με τρίτους, κατά παράβασή τους. Επομένως, το αντίστοιχο επιχείρημα των Εναγομένων, απορρίπτεται.
- Η Ανταπαίτηση Εκτός από την ασαφή, γενικόλογη και προβολή διαζευκτικών θέσεων διατύπωση της Ανταπαιτήσεως, θεωρώ ότι δεν υπήρξε επαρκής μαρτυρία ούτε για ύπαρξη δόλου ή πιέσεων της Ενάγουσας προς τους Εναγομένους. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι αυτή θα πρέπει να απορριφθεί. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους πιο πάνω λόγους, εκδίδεται Απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και σε βάρος των εναγομένων 1, 3 και 4 αλληλέγγυα και/ή χωριστά για €262.335,23 πλέον τόκο 11.75% από 1.7.2005 επί €262.335,23 μέχρι τελικής εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως, την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου. Επιπρόσθετα, εκδίδονται Διατάγματα ως οι Παράγραφοι (β), (γ) και (δ) του αιτητικού που αναγράφεται αυτούσιο πιο πάνω. Ο Παραλήπτης να διοριστεί από την Ενάγουσα και να ενεργεί σύμφωνα με τους όρους των μεταξύ των διαδίκων Συμφωνίας. Η Ανταπαίτηση, απορρίπτεται. Έξοδα Παρά το γεγονός ότι η Απαίτηση ήταν σε Κλίμακα €100.000-€500.000, ήτοι στη δικαιοδοσία Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή, οι Εναγόμενοι με την Ανταπαίτησή τους αύξησαν την Κλίμακα και η υπόθεση ήχθη ενώπιον Προέδρου. Για τον λόγο αυτό θεωρώ ορθό ότι εφόσον η διαδικασία διεξήχθη στη δικαιοδοσία Προέδρου, τα Έξοδα που επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και σε βάρος των Εναγομένων 1, 3 και 4 να επιδικασθούν υπέρ της στην Κλίμακα της Ανταπαίτησης. [Υπ.] Χ. Ι. Πογιατζής, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /μκστ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο