ΧΑΡΗ ΘΕΟΧΑΡΙΔΗ κ.α. ν. MARLA THEOCHARIDES κ.α., Αρ. Αγωγής: 1766/15, 11/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1766/15 Μεταξύ:
- ΧΑΡΗ ΘΕΟΧΑΡΙΔΗ
- ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΘΕΟΧΑΡΙΔΗ
- ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ Εναγόντων -και-
- MARLA THEOCHARIDES
- JERI SMITH Εναγομένων Ημερομηνία: 11/1/2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/αιτητές: κ. Λ. Βραχίμης. Για Εναγόμενη 1/καθ' ης η αίτηση 1: κ. Χ. Βελάρης με κ. Χρ. Κωνσταντίνου. ---------------------------- Ενδιάμεση Απόφαση Με την υπό εξέταση αίτηση οι αιτητές αιτούνται ως ακολούθως: «Α. Προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην εναγόμενη 1 από του να παρενοχλεί ή παρεμβαίνει στην προσωπική ή ιδιωτική ζωή των εναγόντων είτε με τη μορφή δημοσιεύσεων σε οποιοδήποτε μέσο μαζικής ενημέρωσης ή σελίδα κοινωνικής δικτύωσης ή μέσον διαδικτύου ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο ή τρόπο που αφορούν το πρόσωπο των εναγόντων ή της οικογένειας τους, είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, μέχρι πλήρους και τελικής εκδίκασης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην εναγομένη 1 να δημοσιοποιεί ή να προκαλεί τη δημοσίευση ή να διατηρεί δημοσιευμένα στο διαδίκτυο ή άλλω πως βίντεο τα οποία απεικονίζουν τα πρόσωπα των εναγόντων ή των παιδιών του ενάγοντα 1 και της εναγόμενης 1 μέχρι πλήρους και τελικής εκδίκασης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην εναγομένη 1 να δυσφημίζει μέσον δημοσιευμάτων στο διαδίκτυο ή μέσον σελίδων κοινωνικής δικτύωσης ή με δημοσιεύματα στον τύπο ή σε μέσα μαζικής ενημέρωσης ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο τους ενάγοντες μέχρι πλήρους και τελικής εκδίκασης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Δ. Προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην εναγόμενη 1 από του να παρεμβαίνει στις δικαστικές διαδικασίες που εκκρεμούν ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με το να προβαίνει σε ή διατηρεί οποιαδήποτε δημοσιεύματα τα οποία αφορούν τα ζητήματα τα οποία είναι επίδικα σε οποιαδήποτε από αυτές τις υποθέσεις, μέχρι πλήρους και τελικής εκδίκασης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Ε. Προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην εναγόμενη 1 από του να πλησιάζει σε απόσταση μικρότερη των 200 μέτρων τον χώρο διαμονής ή εργασίας των εναγόντων μέχρι πλήρους και τελικής εκδίκασης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 15 και 17 του Συντάγματος, στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στα άρθρα 2, 4, 5, 6, 7, 10, 11, 12, 13, 17 και 26 του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου του 2001 (Ν.138(Ι)/2001), στα άρθρα 2 και 3 του περί Προστασίας του Απόρρητου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων) Νόμου του 1996 (Ν.92(Ι)/1996), στο άρθρο 122 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, στο άρθρο 44 του Ν. 14/1960, στο άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48.Θ.Θ 1 έως 4 και στις Γενικές Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου. Πρέπει στο σημείο αυτό να πω ότι τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση συνοδεύονται από αχρείαστα κατά την κρίση μου μακροσκελείς ένορκες δηλώσεις το περιεχόμενο των οποίων δεν θεωρώ ότι θα πρέπει να παρατεθεί στο σύνολο του, εφόσον θα καθιστούσε την παρούσα απόφαση δυσνόητη. Συνεπώς θα περιοριστώ στη σύνοψη των ουσιαστικότερων θέσεων που προβλήθηκαν όπως αυτές προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν. Σύμφωνα με την αρχική ένορκη δήλωση του ενάγοντα αρ. 1/αιτητή ημερ. 20/4/2015 (στο εξής καλούμενος «ο αιτητής 1») ο οποίος ως αναφέρει είναι εξουσιοδοτημένος και από τους αιτητές 2 και 3 για να προβεί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, ο ίδιος και η εναγόμενη 1/καθ' ης η αίτηση (στο εξής καλούμενη η καθ' ης η αίτηση) είναι γονείς δύο ανήλικων τέκνων τα οποία απέκτησαν από το γάμο τους ο οποίος τελέστηκε το 2004 στις Η.Π.Α., από όπου κατάγεται η καθ' ης η αίτηση. Σύμφωνα πάντα με τον αιτητή 1 περί το 2009 εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Κύπρο. Ακολούθησαν σύμφωνα με τον αιτητή αφενός η παράνομη κατακράτηση των τέκνων τους από την καθ' ης η αίτηση, μετά από ταξίδι της ίδιας με τα παιδιά στις Η.Π.Α. και αφετέρου οι διαδικασίες στις οποίες ο ίδιος προέβη για την επιστροφή τους. Επίσης στην ένορκη δήλωση του αιτητή 1 γίνεται αναφορά στις διαδικασίες που προωθήθηκαν ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου για τον καθορισμό της φύλαξης και φροντίδας των τέκνων η οποία τελικά, ως αναφέρει, ανατέθηκε στον ίδιο με παράλληλο δικαίωμα επικοινωνίας της καθ' ης η αίτηση, το οποίο επίσης ρυθμίστηκε από το Δικαστήριο. Για σκοπούς συμπλήρωσης της εικόνας προσθέτω εδώ ότι στη συνέχεια ο αιτητής 1, ως ο ίδιος αναφέρει, καταχώρησε αίτηση για τροποποίηση του διατάγματος επικοινωνίας εφόσον, ως υποστηρίζει, το διάταγμα δεν μπορούσε να εφαρμοστεί λόγω άρνησης των παιδιών να ακολουθήσουν την καθ' ης αίτηση και στα πλαίσια αυτά καταχωρήθηκε και αίτηση για προσωρινό διάταγμα με το οποίο αναστάληκε η ισχύς του διατάγματος επικοινωνίας της καθ' ης η αίτηση με τα παιδιά μέχρι εκδίκασης της κυρίως αίτησης. Η διαδικασία αυτή εξ όσων αντιλαμβάνομαι από τα λεγόμενα του αιτητή 1 δεν έχει ακόμα περατωθεί, ενώ επίσης φαίνεται να εκκρεμεί και η αίτηση της αιτήτριας που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο ΚΒ στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Ως προς τις συμπεριφορές της καθ' ης η αίτηση για τις οποίες παραπονείται, αυτές για σκοπούς εύκολης αναφοράς και ευχερέστερης κατανόησης μπορούν να διαχωριστούν σε πέντε ουσιαστικά κατηγορίες. Η πρώτη αφορά σε δημοσιεύματα σε εφημερίδες και ρεπορτάζ σε κανάλια. Σχετικά είναι η θέση του αιτητή 1 ότι από το 2011 και ενώ εκκρεμούσαν διαδικασίες στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας η καθ' ης η αίτηση προκαλούσε τη δημοσίευση άρθρων σε αμερικάνικες εφημερίδες, οι οποίες σύμφωνα πάντα με τον αιτητή 1 περιείχαν ψευδείς μειωτικές και δυσφημιστικές αναφορές για το πρόσωπο του και οι οποίες ήταν προσβάσιμες στην Κύπρο μέσω του διαδικτύου από τις αντίστοιχες ιστοσελίδες που διατηρούν οι εν λόγω εφημερίδες. Επίσης είναι η θέση του ότι η καθ' ης η αίτηση συμμετείχε ενεργά σε αυτά τα δημοσιεύματα παρακινώντας ή ενθαρρύνοντας τα, αφού αφενός ανταποκρινόταν στις επαφές της δημοσιογράφου και αφετέρου είτε η ίδια ή το περιβάλλον της προανάγγελαν τις σχετικές δημοσιεύσεις ή καλούσαν τον κόσμο να τα παρακολουθήσει. Στη δε συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 26/6/2015 ο αιτητής 1 αναφέρει ότι τα δημοσιεύματα στηρίζονται σε πληροφορίες που η ίδια η καθ' ης η αίτηση έδωσε στα διάφορα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Σε σχέση με το ρεπορτάζ αναφέρει ότι η καθ' ης η αίτηση πέτυχε τη δημοσίευση ρεπορτάζ στο κανάλι CNN και WSBT-T. Η δεύτερη κατηγορία αφορά συνέντευξη στο ραδιοφωνικό κανάλι του South Bent. Ο αιτητής 1 επεσύναψε ως Τεκμήριο IB τη συνέντευξη της καθ' ης η αίτηση, την οποία ως ανέφερε κατέγραψε ο ίδιος και στην οποία η καθ' ης η αίτηση, όπως ο ίδιος υποστήριξε, είχε την ευκαιρία χωρίς έλεγχο να αναφέρει ότι ήθελε και μεταξύ άλλων ανέφερε ότι ουσιαστικά ο ίδιος απήγαγε τα παιδιά και τα έφερε στην Κύπρο χωρίς τη γνώση της και τα κατακρατούσε παράνομα και περαιτέρω ότι ο ίδιος κίνησε διαδικασίες για απαγωγή των παιδιών εναντίον της εκδικητικά και μόνο, και συγκεκριμένα διότι η ίδια αποφάσισε να χωρίσει από αυτόν και ότι ο ίδιος ήταν βίαιος προς την ίδια και τα παιδιά. Σύμφωνα με τον ίδιο όλα τα πιο πάνω αφορούσαν παραβίαση της προσωπικής και ιδιωτικής του ζωής κατά τρόπο διαστρεβλωτικό της πραγματικότητας. Επίσης αναφέρεται σε νέα συνέντευξη που έδωσε η εναγόμενη σε ραδιοφωνικό σταθμό η οποία θα δημοσιεύετο περί τον Απρίλιο του 2015 οπόταν και ο ίδιος έστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στη δημοσιογράφο στο οποίο της ανέφερε ότι απαγόρευε τη δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων που αφορούν τη ζωή του όπως και αυτή των παιδιών του και ότι η υπόθεση βρίσκεται ακόμη ενώπιον της δικαιοσύνης. Όπως υποστηρίζει σαν αποτέλεσμα της εξέλιξης αυτής η δημοσιογράφος αποφάσισε να αναρτήσει στην ιστοσελίδα της στο facebook ανακοίνωση, ότι η μετάδοση της συνέντευξης αναβάλλεται για τεχνικούς λόγους. Τρίτον αναφέρεται σε κάποιο petition το οποίο ως αναφέρει ανήρτησε ή ενθάρρυνε η καθ' ης η αίτηση, το οποίο σύμφωνα με τον ίδιο συκοφαντεί τη κυπριακή δικαιοσύνη και τον ίδιο και το οποίο απαιτούσε την επιστροφή των παιδιών στις Η.Π.Α. Δεν επεσύναψε το σχετικό petition, αλλά όπως ανέφερε παρουσίασε εκκλήσεις της καθ' ης η αίτηση ή του περιβάλλοντος της που καλούν το κοινό να υπογράψει το αρχικό petition. Ως αναφέρει το αρχικό διαφοροποιήθηκε με την αντικατάσταση των ευθέων αναφορών στην επιστροφή των παιδιών, με την ανάγκη επανασύνδεσης τους με τη μητέρα τους, διατηρώντας όμως τις ψευδείς μειωτικές και παραπλανητικές αναφορές για τον ίδιο (βλ. Τεκμήριο IΔ). Τέταρτον κάνει αναφορά σε δύο βίντεο (βλ. Τεκμήριο ΙΣΤ) τα οποία σύμφωνα με τον ίδιο η καθ΄ ης η αίτηση ανήρτησε στο λογαριασμό της στο youtube από το 2011 (το ένα εκ των οποίων έχει πλέον αφαιρεθεί) και τα οποία γυρίστηκαν σύμφωνα με τον ίδιο στην κατοικία των γονέων του αιτητή και χωρίς τη συγκατάθεση τους και περιέχουν προσωπικά δεδομένα των γονιών του, του ίδιου και των παιδιών και η δημοσιοποίηση τους από την καθ' ης η αίτηση συνιστά, σύμφωνα πάντα με τον αιτητή 1 παραβίαση των προσωπικών τους δεδομένων. Το ένα εκ των βίντεο αυτών είναι η θέση του ότι η καθ' ης η αίτηση το δημοσίευσε εκ νέου περί τον Μάρτιο του 2015 στο facebook 3 φορές (βλ. παρ. 43 και 48 και 63 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση). Το συγκεκριμένο βίντεο σύμφωνα με τον αιτητή 1 το ανήρτησε και μέσω του λογαριασμού της στο Twitter περί τον Απρίλιο του 2015 (βλ. παρ. 78 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση). Πέμπτον αναφέρεται στις ενέργειες ή και δηλώσεις ή και σχόλια ή και αναρτήσεις της εναγομένης σε διάφορα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπου ο ίδιος και οι διαφορές του με την καθ' ης η αίτηση είναι στην ουσία το αντικείμενο των συζητήσεων. Σε αυτές περιλαμβάνεται και ανάρτηση από την οποία ο αιτητής αναφέρει ότι προκύπτει ότι η καθ' ης η αίτηση διοργανώνει συγκέντρωση διαφόρων προσώπων που δημοσιεύουν σχόλια στο διαδίκτυο για τον ίδιο έξω από το σπίτι του ή το σπίτι της μητέρας του (βλ. παρ. 75 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση). Είναι η θέση του ότι η όλη συμπεριφορά της καθ' ης η αίτηση αποτελεί μια πρωτοφανή για τα κυπριακά δεδομένα εκστρατεία παρενόχλησης του από την ίδια, με σκοπό να τον εκδικηθεί συκοφαντώντας τον ίδιο και την οικογένεια του και αδιαφορώντας αν αυτό εκθέτει τα παιδιά τους. Είναι η θέση του ότι ο ίδιος έχει αποφύγει να απαντήσει στις προκλήσεις της θεωρώντας ότι δεν είναι σωστό να συζητά θέματα της προσωπικής του ζωής, αλλά και αυτής των παιδιών του δημόσια. Είναι η θέση του ότι η όλη κατάσταση έχει επηρεάσει και τα παιδιά τους αφού παρά τις προσπάθειες που κάνει για να αποφύγει συζητήσεις μπροστά τoυς, η Κατερίνα η μεγαλύτερη τους κόρη, πληροφορείται τις συμπεριφορές της εναγομένης από το σχολείο αφού οι γονείς των συμμαθητών της είναι ενήμεροι για τα δημοσιεύματα, ενώ και η ίδια είναι αρκετά μεγάλη για να μπαίνει από μόνη της στο διαδίκτυο. Περαιτέρω είναι η θέση του ότι η όλη συμπεριφορά της βάζει τον ίδιο σε κίνδυνο αφού σε μια από τις αναρτήσεις που τώρα διαγράφηκαν από το facebook κάποιος έγραψε ότι ο αιτητής 1 χρειαζόταν μια σφαίρα, ενώ άλλος ότι χρειάζεται να του δοθεί πολύ ξύλο. Περαιτέρω είναι η θέση του ότι η συμπεριφορά της καθ' ης η αίτηση και οι αναρτήσεις του βίντεο τον αναγκάζει να συζητεί προσωπικά θέματα με γνωστούς του ή και αγνώστους όπως για παράδειγμα σε παιδικά γενέθλια που είχε πάρει τη θυγατέρα του Κατερίνα. Επίσης η θέση του είναι πως ακόμα και μετά την αφαίρεση του βίντεο από το facebook, η ίδια η καθ' ης η αίτηση βρήκε άλλα μέσα για να το δημοσιοποιεί, έτσι που όπως υποστηρίζει είναι φανερό ότι ο μόνος τρόπος για να εμποδιστεί είναι πλέον με διάταγμα δικαστηρίου. Είναι επίσης η θέση του ότι η διοργάνωση συγκέντρωσης έξω από το σπίτι του αλλά και η ενθάρρυνση της προς τρίτα πρόσωπα να επικοινωνήσουν με τον ίδιο ή τους εργοδότες του ή με διάφορες αρχές στην Κύπρο και στο εξωτερικό, δείχνουν ότι δεν έχει πρόθεση να σταματήσει τη συμπεριφορά της αυτή αλλά να την εντείνει με κάθε μέσο. Τέλος είναι η θέση του ότι η συμπεριφορά της καθ' ης η αίτηση έχει και ως στόχο να ασκήσει ανεπίτρεπτη πίεση προς την Κυπριακή Δικαιοσύνη αλλά και άλλες υπηρεσίες που συνεργάζονται με αυτή όπως το γραφείο ευημερίας την Επίτροπο Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, είτε με το να μεταφέρει σε αυτούς ολότελα ψευδείς και συκοφαντικές αναφορές για τον ίδιο και την υπόθεση που σήμερα βρίσκεται ενώπιον της δικαιοσύνης, είτε για να τους εξυβρίσει ή εκφοβίσει για να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις της. Η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση με την οποία προβάλλει τους κάτωθι λόγους ένστασης, τους οποίους παραθέτω κατά κατηγορίες για σκοπούς εύκολης αναφοράς. Πρώτον είναι η θέση της ότι η νομική βάση της αίτησης πάσχει από παραλείψεις και εν πάση περιπτώσει το περιεχόμενο της δήλωσης του ενάγοντα 1 δεν συνάδει και δεν συνδέεται με το περιεχόμενο της νομικής βάσης της αίτησης. Επίσης εισηγείται ότι η ένορκη δήλωση είναι ελαττωματική ή και αντικανονική ή και γενική ή και περιέχει μη ικανοποιητικά στοιχεία και αοριστίες εφόσον ο αιτητής 1 σε αρκετές περιπτώσεις δεν αναφέρει την πηγή των πληροφοριών του και εν γένει η ένορκη δήλωση αποτελείται από ανυποστήρικτους ισχυρισμούς οι οποίοι με τον τρόπο που τίθενται δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί κατά πόσον ο ίδιος εκφράζει εικασίες γεγονότα, άμεση και προσωπική μαρτυρία ή εξ ακοής πληροφορίες (λόγος ένστασης 1 και 6). Δεύτερον η αίτηση δεν είναι συναρτημένη με οποιαδήποτε βάση αγωγής εναντίον της εναγομένης (λόγος ένστασης 2). Τρίτον δεν πληρούνται οι 3 προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος και εν πάση περιπτώσει το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφέστατα υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, αφού σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, θα περιοριστούν σε μη εύλογο βαθμό τα συνταγματικά δικαιώματα της Εναγομένης 1 (λόγοι ένστασης 3,4 και 7). Τέταρτον ο ενάγων έχει επιδείξει και εξακολουθεί να επιδεικνύει καθυστέρηση στην καταχώρηση και προώθηση της αγωγής και της μονομερούς αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος δεδομένου του ότι αρκετά από τα γεγονότα που ισχυρίζεται ο ενάγων 1 φέρονται να έλαβαν χώρα προ ετών. (λόγος ένστασης 5). Πέμπτον η αίτηση είναι κακόπιστη, κακόβουλη και προωθείται με αλλότρια κίνητρα στοχεύοντας στον εκφοβισμό, ταλαιπωρία και περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης της εναγόμενης
- (βλ. λόγο ένστασης 8). Έκτον το κλητήριο ένταλμα είναι αντικανονικό και συγκεκριμένα δεν περιέχει επαρκείς λεπτομέρειες ώστε να προσδιορίζονται τα δυσφημιστικά δημοσιεύματα (λόγος ένστασης 9). Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της καθ' ης η αίτηση η οποία αφού προβαίνει στην παράθεση της δικής της θέσης ως προς την εξέλιξη των γεγονότων και της εν γένει συμπεριφοράς του αιτητή 1 προς αυτήν κατά τη διάρκεια της κοινής τους ζωής και μετέπειτα, ως και στις διαδικασίες που προωθήθηκαν ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, προχωρεί και παραθέτει τις θέσεις της σε σχέση με τους ισχυρισμούς του αιτητή καθ' όσον αφορά τις δημοσιεύσεις στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης καθώς και τις δημοσιεύσεις των επίδικων βίντεο. Συγκεκριμένα σε σχέση με τις δημοσιεύσεις στα μέσα μαζικής ενημέρωσης αναφέρει ότι είναι προφανές από την ένορκη δήλωση του αιτητή 1 ότι αυτός δεν αποδίδει στην ίδια ή στη μητέρα της τη δημοσίευση των άρθρων που κατά τη δική του θέση είναι δυσφημιστικά, αλλά περιορίζεται στο να αναφέρει ότι η ίδια επηρέασε μέσα μαζικής ενημέρωσης όπως το CNN για να δημοσιεύσουν τη δική της ιστορία δυσφημώντας τον. Είναι η θέση της ότι η ίδια δεν μπορεί να επηρεάσει το CNN ή οποιοδήποτε άλλο μέσο τέτοιας εμβέλειας και εν πάση περιπτώσει αναφέρει ότι τα εν λόγω μέσα μπορούσαν να επικοινωνήσουν με τον αιτητή 1 για να λάβουν τη δική του εκδοχή, όπως έγινε στην περίπτωση του «FOX 28» το οποίο δημοσίευσε διάφορες σχετικές δηλώσεις του αιτητή 1 τις οποίες επισυνάπτει. Σε κάθε δε περίπτωση αναφέρει ότι δεν πιστεύει ότι μέσα όπως το CNN ή η Washighton Post δεν επικοινώνησαν με τον αιτητή 1 για να του δώσουν την ευκαιρία να αναφέρει τη δική του εκδοχή και εν πάση περιπτώσει είναι η θέση της ότι το τι επιλέγουν να δημοσιεύσουν είναι πέραν του δικού της ελέγχου. Σε σχέση με τα βίντεο στα οποία ως αναφέρει ο αιτητής και η μητέρα του την κτυπούν και την κακομεταχειρίζονται, η ίδια κάλεσε το Δικαστήριο να τα παρακολουθήσει και να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα και πρόσθεσε ότι έχει υποστεί συγκεκριμένες σωματικές βλάβες συνεπεία της συμπεριφοράς εκείνης. Σε σχέση με τις αναρτήσεις στη σελίδα κοινωνικής δικτύωσης facebook αναφέρει ότι τα περισσότερα από τα σχόλια που αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ο αιτητής είναι τρίτων προσώπων και όχι της ίδιας ή της μητέρας της. Σε σχέση με το χαρακτηρισμό χουλιγκαν που απέδωσε η ίδια στον αιτητή 1, αναφέρει ότι πέραν από το περιεχόμενο των βίντεο τα οποία ως αναφέρει απεικονίζουν πράξεις χουλιγκανισμού, προχωρεί και επισυνάπτει φωτογραφίες του αιτητή τις οποίες ο ίδιος ανήρτησε στο facebook οι οποίες τον δείχνουν να φέρει εμβλήματα της ομάδας του και να μεταφέρει παράνομα βεγγαλικά, τα οποία σύμφωνα με την ίδια υποκινούν παράνομες και βίαιες πράξεις. Είναι επίσης η θέση της δυνάμει συμβουλής που έλαβε ότι τα διατάγματα που αιτείται ο αιτητής 1 παραβιάζουν τα συνταγματικά δικαιώματα της και περιορίζουν το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και περαιτέρω θεωρεί παράλογο να μην μπορεί να σχολιάσει τη ζωή της ίδιας και των παιδιών της ως το αίτημα των αιτητών. Τέλος προσθέτει ότι κίνητρο του αιτητή 1 είναι ο εκφοβισμός της ίδιας και η πρόκληση στην ίδια δυσχέρειας και τονίζει καταληκτικά ότι τα προσωρινά διατάγματα που αιτούνται οι αιτητές θα παρεμποδίζουν την ίδια από το να πηγαίνει στην εργασία της, εφόσον το μέρος όπου εργάζεται βρίσκεται πλησίον της εργασίας του αιτητή 1 και περαιτέρω είναι πιθανόν να εμποδίζουν και την εφαρμογή τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί από το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο, εφόσον θα την εμποδίζουν από του να πηγαίνει κοντά στην οικία του αιτητή 1 ή την οικία των γονέων του καθιστώντας έτσι τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί από το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο άνευ αντικειμένου. Με άδεια του Δικαστηρίου ο αιτητής καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 26/6/2015 με την οποία στην ουσία αρνείται τα όσα αναφέρει η καθ' ης η αίτηση και παραθέτει τις δικές του τοποθετήσεις σε σχέση με τα όσα η ίδια αναφέρει. Επίσης με άδεια του Δικαστηρίου συμπληρωματική ένορκη δήλωση καταχώρησε και η καθ' ης η αίτηση (ημερ.6/7/2015), με την οποία αρνείται τους ισχυρισμούς του αιτητή 1 στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση και μεταξύ άλλων επιμένει ότι ο λόγος που αποφάσισε να λάβει διαζύγιο από τον αιτητή 1 ήταν η κακομεταχείριση που υφίστατο από τον ίδιο ο οποίος την υπέβαλε σε ψυχολογική και σωματική βία πολλές φορές. Επίσης αναφέρεται στον ισχυρισμό του αιτητή 1 για προηγούμενη καταδίκη της ίδιας, για να αναφέρει ότι η ίδια έχει πλέον αποκατασταθεί και τέλος ότι το διάταγμα ημερ. 20/6/2013 το οποίο είχε ανασταλεί, τέθηκε και πάλι σε ισχύ ως το Τεκμήριο Ε που επισυνάπτει, από τις 12/6/
- Η διαδικασία Οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Τα όσα έχουν αναφερθεί από τους συνηγόρους των διαδίκων είναι ενώπιον του Δικαστηρίου και λαμβάνονται υπόψη. Αναφορά σε αυτά θα γίνει κατωτέρω στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης και στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο. Νομική Βάση Η αίτηση βασίζεται ουσιαστικά στο άρθρο 32 του Ν. 14/
- Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα έκδοσης διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 στο οποίο βασίζεται η αίτηση, έχουν καθορισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο σε πλειάδα αποφάσεων και είναι πολύ καλά γνωστές (βλ. ενδεικτικά Οδυσσέως v. Πιερής Estates
(1982)1 A.A.Δ. 557, Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos Ltd
(2002)1 (B) A.A.Δ. 1361, Μαίρη Ν. Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού
(2002)1(Γ) 1980, Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 Α.Α.Δ. 741 Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Limited, Πολιτική Έφεση 145/2011, ημερομηνίας 13/06/2013). Οι τρείς απαραίτητες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να καταστεί δυνατή η επιτυχής επίκληση του άρθρου 32, είναι: (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση (β) να υπάρχει πιθανότητα οι αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα. Αναλύοντας τις πιο πάνω προϋποθέσεις συνοπτικά και στη βάση πάντα της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον αιτητή να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα επιτυχίας, μικρή έστω στο βαθμό που να είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης (βλ. Α/φοί Μυλωνά κ.ά. v. Michalakis Avraamides & Co. Ltd,
(1998)1 ΑΑΔ 1513 στη σελίδα 1516[1]). Όπως όμως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti (ανωτέρω), το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιόν του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Όπως δε εμφαντικά αναφέρεται υπόθεση Τ. A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 802 από το Δ. Νικολάου: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557 κ.ά. και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά» (βλ. επίσης και Bacardi and Co Ltd. v. Vimco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788, Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 C.L.R. 1653, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd κ.ά., Πολιτική Έφεση 11156/19.10.2002) Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, αυτή ως έχει νομολογηθεί φέρνει στο προσκήνιο το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων κάτω από το φως των γεγονότων της υπόθεσης (βλ. Oδυσσέως (πιο πάνω) στη σελίδα 570). Ως ξεκάθαρα σημειώνεται στην Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1(A) Α.Α.Δ. 255 στη σελίδα 258, αν η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο, είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι στην υπόθεση Papapetrou Bros Ltd v. Ανδρούλας Παπαπέτρου
(2003)1Β 741, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε ενώπιον του οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ώστε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ των αιτητών, υπό περιστάσεις όπου στην ένορκο δήλωση που υποστήριζε την αίτηση γινόταν αναφορά ότι, σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος οι αιτητές θα υποστούν ανυπολόγιστες ζημιές. Θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι στην υπόθεση Κυρίσαββα v. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». Στην εν λογω υπόθεση κρίθηκε ότι η τρίτη προϋπόθεση πληρούτο στη βάση του ότι μεταξύ άλλων ο χαρακτήρας του επίδικου κτήματος θα είχε αλλοιωθεί αν αφηνόταν η οικοδομή (που περιλάμβανε την κατασκευή πεζοδρομίων, χώρου στάθμευσης, πρέμιξ, σιδηρών πασσάλων, πρόνοια όπως ορισμένα τμήματα παραχωρηθούν και εγγραφούν ως δημόσιοι πεζόδρομοι) να τελεσφορήσει (βλ. και Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231.) Το θέμα όμως δεν τελειώνει με την εκπλήρωση των πιο πάνω προϋποθέσεων. Όπως υποδεικνύεται στην Οδυσσέως (ανωτέρω), στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, ζήτημα το οποίο κρίνεται πάντα με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ" Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152 και Θεωρή (ανωτέρω)). Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 περιέχει ουσιαστικό και όχι δικονομικό δίκαιο. Τούτο προκύπτει από την υπόθεση Χάρης Φεσσάς, Αίτηση
(1990)1 Α.Α.Δ. 704, όπου υιοθετήθηκαν τα λεχθέντα στην υπόθεση Heli-Air v. Drescher
(1988)1 C.L.R. 234, στη σελ. 237 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής:- "We have come to the conclusion that section 32 is a section of substantive law and does not prescribe any procedure. The procedure to be followed in invoking its provisions has to be sought in the Civil Procedure Law and the rules made thereunder or any other law or rules prescribing procedures covering such instances." Το δε προσωπο που αιτείται την έκδοση του προσωρινού διατάγματος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και σε περίπτωση αμφισβητούμενων γεγονότων η υποχρέωση απόδειξης τους βαρύνει τους αιτητές. (βλ. Iacovou Brothers v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) A.A.Δ. 1377). Όπως βέβαια έχει ήδη λεχθεί το Δικαστήριο σε αιτήσεις έκδοσης ή οριστικοποίησης προσωρινών διαταγμάτων περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσον ικανοποιούνται ή όχι οι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και χωρίς να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης αφού αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. (βλ. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263). Με άλλα λόγια αμφισβητούμενα γεγονότα και δύσκολα νομικά σημεία αφήνονται να αποφασισθούν με την ουσία της αγωγής. Απαιτείται κρίση μόνο σε ότι αφορά την ικανοποίηση των προϋποθέσεων του ΄Αρθρου 32. (βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita
(2002)1(Γ) A.A.Δ 2015 και Ντάγκλας ν. Ντάγκλας
(2004)1(A) Α.Α.Δ 629.) Τούτων λεχθέντων, θα πρέπει να σημειωθεί ότι σίγουρα κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω), αλλά σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο, θα προβεί στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο σε τελεσίδικη κρίση επί των ζητημάτων αυτών, αλλά απλώς θα περιοριστεί στη διαπίστωση της παρουσίας ή απουσίας οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. (βλ. Φαέθων Μιχαηλίδης v. Παπακυριακού
(2004)1 ΑΑΔ 209). Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε ευρήματα για την ουσία της υπόθεσης είτε όσον αφορά γεγονότα είτε νομικά σημεία, προχωρώ να εξετάσω την παρούσα αίτηση. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, σημειώνω πως, ό,τι απαιτείται στο στάδιο αυτό είναι η κατάδειξη μιας συζητίσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Με άλλα λόγια στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος έχει άμεση σχέση με την ύπαρξη νομικής βάσης αγωγής, εφόσον κάτι τέτοιο αποκαλύπτεται από το δικόγραφο. Κατά το χρόνο της ακρόασης της αίτησης ενώπιον μου υπήρχε μόνο το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και συνεπώς το ζήτημα θα εξεταστεί με αναφορά σε αυτό. Σημειώνω δε ότι ο συνήγορος των αιτητών δήλωσε ότι δεν επιδιώκει τη θεραπεία Β για δυσφήμιση την οποία και απέσυρε. Ότι απομένει λοιπόν με βάση το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο είναι:
- Η αξίωση των αιτητών για αποζημιώσεις και συναφή διατάγματα για παραβίαση του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή (παρ. Α, Δ, και ΣΤ του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου)
- Η αξίωση των αιτητών για αποζημιώσεις και συναφή διατάγματα για παρενόχληση (παρ. Α, Δ, E και ΣΤ του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου).
- Η αξίωση των αιτητών για παραβίαση προσωπικών δεδομένων αναφορικά με βίντεο τα οποία απεικονίζουν τους ενάγοντες και δημοσιεύθηκαν από την εναγόμενη 1 σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ του Ιανουαρίου του 2015 μέχρι και της καταχώρηση της αγωγής. (Παρ. Γ του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου)
- Αξίωση για ιδιωτική οχληρία (βλ. παρ. Ε του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου και σελ. 17 της γραπτής αγόρευσης αιτητή, όπου ο αιτητής φαίνεται ότι συνδέει το συγκεκριμένο αιτητικό και με το αστικό αδίκημα της οχληρίας). Προχωρώντας τώρα στην εξέταση του κατά πόσον οι αιτητές έχουν καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση στη βάση της αξίωσης για παραβίαση του δικαιώματος της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής σημειώνω ότι η προστασία κατοχυρωμένων από το Σύνταγμα δικαιωμάτων όπως αυτό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής (βλ. άρθρο 15 του Συντάγματος) είναι δεδομένη όπως δεδομένο είναι και το δικαίωμα οιουδήποτε του οποίου το εν λόγω δικαίωμα παραβιάζεται να προσφύγει στο δικαστήριο. Συγκεκριμένα στην υπόθεση Γιάλλουρου v. Νικολάου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ 558 στη σελίδα 567 αναφέρονται τα ακόλουθα:- «Παραβίαση Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών - Αγώγιμο δικαίωμα. Το Σύνταγμα της Κύπρου κατοχυρώνει σε ιδιαίτερο κεφάλαιο - Μέρος ΙΙ - τα Θεμελιώδη Δικαιώματα και Ελευθερίες του Ανθρώπου και επιβάλλει το σεβασμό τους. Τα δικαιώματα και οι ελευθερίες του ατόμου έχουν καθολικό χαρακτήρα. Δεσμεύονται οι πάντες να τα σέβονται και να αφίστανται από κάθε πράξη προσβολής τους. Η υπόσταση και το πεδίο εφαρμογής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων διαγνώστηκαν και δόθηκε έκφραση σ' αυτά στη θεμελιακή απόφαση Georghiades και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Περιορισμοί στα δικαιώματα του ανθρώπου, άλλοι από εκείνους που θέτει το Σύνταγμα, δεν χωρούν - Άρθρο 33.1 του Συντάγματος. Τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου δεν προσδιορίζονται με αναφορά στα αστικά δικαιώματα του ατόμου κατά το δίκαιο της χώρας. Προσιδιάζουν στο άτομο, έχουν καθολικό χαρακτήρα ταυτίζονται δε με τη φύση και την αυτονομία του ανθρώπου στον κοινωνικό και πολιτειακό χώρο. Το Σύνταγμα καθιστά την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και την αποτελεσματική εφαρμογή τους πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας σ' όλες τις λειτουργίες της. Το Άρθρο 35 του Συντάγματος (το τελευταίο άρθρο του Μέρους ΙΙ) προβλέπει: «Αι νομοθετικαί, εκτελεστικαί και δικαστικαί αρχαί της Δημοκρατίας υποχρεούνται να διασφαλίζωσι την αποτελεσματικήν εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος μέρους, εκάστη εντός των ορίων της αρμοδιότητος αυτής.» Το Άρθρο 35 επιβάλλει υποχρέωση σε κάθε μια από τις τρεις λειτουργίες της Πολιτείας να διασφαλίσει, μέσα στα όρια των αρμοδιοτήτων της, την αποτελεσματική εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η διαπίστωση παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η παροχή θεραπείας εμπίπτουν, ως εκ της φύσεως τους, στη σφαίρα της δικαστικής λειτουργίας. Οι θεραπείες που μπορεί να παρασχεθούν είναι εκείνες που προβλέπει το δίκαιο της χώρας, οι οργανικοί νόμοι που διέπουν τα της απονομής της δικαιοσύνης. (Βλ. Μεταξύ άλλων τον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960, (Ν.14/60)και τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6.) Η πρόσβαση στο Δικαστήριο ρυθμίζεται από τους Θεσμούς που διέπουν την απονομή της δικαιοσύνης. (Βλ. επίσης Άρθρο 30.1 του Συντάγματος.) Οι θεραπείες που μπορεί να χορηγηθούν στο πεδίο της αστικής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων περιλαμβάνουν αποζημιώσεις προς αποκατάσταση τρωθέντων δικαιωμάτων, επανόρθωση προκληθείσας βλάβης, απαγορευτικά και προστακτικά διατάγματα και θεραπείες παρεμφερείς προς αυτές. Καμμιά εξασφάλιση δικαιωμάτων δεν είναι αποτελεσματική εάν δεν παρέχει τα μέσα για δικαστική προστασία με τις καθιερωμένες θεραπείες του δικαίου. Τοσούτω μάλλον η προστασία των θεμελιωδών και αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων του ανθρώπου. Χωρίς την προστασία αυτή τα δικαιώματα θα απέβαλλαν όχι μόνο το θεμελιώδη, αλλά και αυτό τούτο το χαρακτήρα τους ως δικαιώματα· μετατρεπόμενα σε διακηρύξεις καλής συμπεριφοράς." Επομένως με βάση τα πιο πάνω θεωρώ ότι στοιχειοθετείται συζητήσιμη υπόθεση σε σχέση με την ισχυριζόμενη παραβίαση του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής. Προχωρώντας τώρα στην εξέταση του κατά πόσον οι αιτητές έχουν καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση σε σχέση με το αδίκημα της παρενόχλησης σημειώνω τα εξής. Στην Αγγλία το αδίκημα της παρενόχλησης τόσο στην αστική όσο και στην ποινική του πτυχή, ρυθμίζεται πλέον από το Protection from Harassment Act 1997. Στην Κύπρο δεν υπάρχει ανάλογη ρύθμιση. Εξετάζοντας κατά πόσον με βάση το κοινοδίκαιο προκύπτει τέτοιο αγώγιμο δικαίωμα σημειώνω τα εξής. Στην υπόθεση Wong v. Parkside
(2003)3 ALL ER 932, η αγωγή σε σχέση με τον εναγόμενο 2 αφορούσε ενέργειες σε σχέση με τις οποίες δεν μπορούσε να τύχει εφαρμογής το Protection from Harassment Act 1997, εφόσον δεν βρισκόταν σε ισχύ κατά τον κρίσιμο χρόνο. Σε σχέση λοιπόν με τον εναγόμενο 2, η αγωγή εδραζόταν στο αστικό αδίκημα της επί πρόθεση παρενόχλησης (intentional infliction of harassment). Στα πλαίσια της αγωγής αυτής καταχωρήθηκε από τον εναγόμενο 2 αίτηση για διαγραφή της απαίτησης της ενάγουσας ως μη αποκαλύπτουσα αιτία αγωγής, η οποία εγκρίθηκε πρωτοδίκως. Η εν λόγω απόφαση επικυρώθηκε κατ' έφεση όπου και αναφέρθηκε με αναφορά στη νομολογία και δη στην απόφαση της Βουλής των Λόρδων στην Hunter v. Canary Wharf Ltd
(1997)AC 655, ότι πριν την ψήφιση του Protection from Harassment Act 1997 το κοινοδίκαιο δεν είχε φτάσει στο σημείο να αναγνωρίσει αστικό αδίκημα για την επί πρόθεση παρενόχληση, το οποίο να εκτείνεται πέραν από το αστικό αδίκημα της επί πρόθεση πρόκλησης ζημιάς (intentional infliction of harm) για το οποίο απαιτείτο η απόδειξη πραγματικής σωματικής βλάβης ή ψυχιατρικής ασθένειας (psychiatric illness). Υπό το φως των πιο πάνω και με δεδομένο ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν γίνεται επίκληση πραγματικής σωματικής βλάβης[2] ή ψυχιατρικής ασθένειας και χωρίς να αποφασίζω τελεσίδικα το ζήτημα αυτό, δεν μπορώ να καταλήξω στο στάδιο αυτό και με βάση τα ενώπιον μου δεδομένα ότι στην προκειμένη περίπτωση καταδεικνύεται συζητήσιμη υπόθεση στη βάση αστικού αδικήματος για παρενόχληση[3]. Ερχόμενη τώρα στη βάση αγωγής που σχετίζεται με την αξίωση αποζημιώσεων για παραβίαση των προσωπικών δεδομένων σημειώνω πως αυτή εδράζεται στον Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμος Ν.138(Ι)/2001. Mε βάση το άρθρο 16 του νόμου δίδεται δικαίωμα για αποζημιώσεις στο υποκείμενο των δεδομένων το οποίο υπέστη ζημιά λόγω παράβασης οποιασδήποτε διάταξης του εν λόγω νόμου από τον υπεύθυνο επεξεργασίας. Επομένως θεωρώ ότι καταδεικνύεται συζητήσιμη υπόθεση σε σχέση με τη συγκεκριμένη αξίωση. Το αστικό αδίκημα της ιδιωτικής οχληρίας προβλέπεται στο άρθρο 46 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, επομένως και σε σχέση με αυτή τη βάση αξίωσης πληρούται η πρώτη προϋπόθεση. Στο στάδιο αυτό και προτού προχωρήσω στην εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης, κρίνω ορθό να παρεμβάλω την κρίση μου σε σχέση με το λόγο ένστασης που σχετίζεται με το ότι τα αιτήματα των αιτητών, δεν είναι συναρτημένα με οποιαδήποτε βάση αγωγής εναντίον της καθ' ης η αίτηση (βλ. λόγο ένστασης 2). Το ότι τα προσωρινά διατάγματα πρέπει να είναι βοηθητικά κάποιας ουσιαστικής αξίωσης των εναγόντων στην αγωγή, είναι δεδομένο. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο σύγγραμμα «Injunctions» David Bean, 10th edition, σελ. 4 - παρ. 1.05: «An interim injunction must be ancillary to a substantive claim made in the action, but it need not be in a form which could be granted after final judgement.» (βλ. επίσης και «Kerr on Injunctions" J.Μ. Paterson, 6th edition σελ. 26). Εξετάζοντας κατά πόσον τα αιτήματα των αιτητών στην υπό εξέταση αίτηση είναι βοηθητικά (ancillary) κάποιας ουσιαστικής αξίωσης στην αγωγή, σημειώνω τα εξής. Οι βάσεις αγωγής οι οποίες προκύπτουν από το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο αναφέρονται πιο πάνω. Τα αιτητικά υπό στοιχεία Α, Β (ασχέτως του εάν τελικώς θα εκδοθούν ή όχι) είναι κατά την κρίση μου πρόδηλο από το λεκτικό τους, ότι μπορούν εύλογα να θεωρηθούν βοηθητικά των ουσιαστικών αξιώσεων για παραβίαση του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής ή και της παραβίασης προσωπικών δεδομένων, αφού με τα διατάγματα αυτά ζητούνται προσωρινά διατάγματα που απαγορεύουν στην εναγόμενη 1 από του να παρεμβαίνει στην προσωπική ή ιδιωτική ζωή των εναγόντων ή και να δημοσιοποιεί βίντεο που απεικονίζουν τους ενάγοντες. Το αιτητικό υπό στοιχείο Ε (ασχέτως του εάν τελικώς θα εκδοθεί ή όχι) συσχετίζεται από τον ίδιο τον αιτητή στην παράγραφο 32 της γραπτής του αγόρευσης με την αξίωση για οχληρία και την αξίωση για παρενόχληση. Σε σχέση με την παρενόχληση έχω ήδη αναφέρει τη θέση μου αμέσως πιο πάνω. Όμως το αιτητικό Ε μπορεί εύλογα να θεωρηθεί βοηθητικό της αξίωσης για ιδιωτική οχληρία, εφόσον αποσκοπεί στο να εμποδίσει την εναγομένη από του να πλησιάζει σε απόσταση μικρότερη των 200 μέτρων το χώρο διαμονής ή εργασίας των εναγόντων. Το αιτητικό Γ της παρούσας αίτησης αφορά προσωρινό διάταγμα που σχετίζεται με δυσφήμιση και με δεδομένη την απόσυρση της συγκεκριμένης βάσης αγωγής, δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Σε σχέση με το αιτητικό Δ της αίτησης, με το οποίο ζητείται διάταγμα απαγορεύον στην καθ' ης η αίτηση να παρεμβαίνει στις δικαστικές διαδικασίες που εκκρεμούν στο Οικογενειακό Δικαστήριο με το να προβαίνει σε δημοσιεύματα που αφορούν ζητήματα επίδικα σε οποιαδήποτε από αυτές, πρέπει να πω ότι δεν εντοπίζω στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα οτιδήποτε που να μπορεί να θεωρηθεί ότι παρέχει σχετικό έρεισμα δηλαδή βάση αγωγής, που να δικαιολογεί την εξέταση του αιτήματος για την έκδοση προσωρινού διατάγματος ως το Γ της αίτησης, ως βοηθητικού προς αυτή. Με άλλα λόγια στην προκειμένη περίπτωση το προσωρινό διάταγμα για να μην παρεμβαίνει η καθ' ης η αίτηση στις διαδικασίες που εκκρεμούν στο Οικογενειακό Δικαστήριο με το να προβαίνει σε δημοσιεύματα που αφορούν ζητήματα επίδικα σε οποιαδήποτε από αυτές τις διαδικασίες, δεν θεωρώ ότι είναι καθ΄ οιονδήποτε τρόπο βοηθητικό (ancillary) της ουσιαστικής αξίωσης των εναγόντων, η οποία στο στάδιο αυτό εξετάζεται με αναφορά στην παραβίαση προσωπικών δεδομένων ή και του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής των αιτητών ή και σε σχέση με το αστικό αδίκημα της οχληρίας, εφόσον δεν καταδείχθηκε συζητήσιμη υπόθεση για παρενόχληση, η δε αξίωση για δυσφήμιση εγκαταλείφθηκε. Και τούτο διότι η απαγόρευση παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία με τη δημοσίευση ζητημάτων επίδικων σε αυτή, είναι ένα ολότελα ξεχωριστό ζήτημα από την παραβίαση της ιδιωτικής ζωής ή των προσωπικών δεδομένων ή της οχληρίας, έτσι που η έκδοση τέτοιου προσωρινού διατάγματος ουδόλως θα βοηθούσε την προώθηση των ως άνω αναφερόμενων ουσιαστικών αξιώσεων των αιτητών. Ως προς την αναφορά στην αγόρευση του αιτητή σε παραβίαση του δικαιώματος για δίκαιη δίκη (βλ. σελ. 14 της γραπτής αγόρευσης αιτητών - παράγραφος 28), πρέπει να πω ότι αυτή δεν βρίσκει κανένα απολύτως έρεισμα στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο. Το γεγονός δε ότι στη νομική βάση της αίτησης εντοπίζεται το άρθρο 44 του Ν.14/60 δεν δύναται να μεταβάλει τα πράγματα, αφού επαναλαμβάνω καμία σχετική βάση αξίωσης εντοπίζεται στο κλητήριο ένταλμα και εν πάση περιπτώσει το εν λόγω άρθρο δεν έχει σχέση, ούτε παρέχει υπόβαθρο για την έκδοση προσωρινού διατάγματος σε αγωγή, αλλά καθιστά ποινικό αδίκημα συγκεκριμένες συμπεριφορές που επιδεικνύονται εντός ή εκτός Δικαστηρίου ως συνιστώσες καταφρόνηση, ως και τη διαδικασία που ακολουθείται από το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση του σχετικού αδικήματος σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που περιλαμβάνονται στο εν λόγω άρθρο. Εν ολίγοις θεωρώ ότι για την έκδοση τέτοιου προσωρινού διατάγματος θα έπρεπε πρώτα να καταδειχθεί σχετική βάση αξίωσης στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, σε σχέση με την οποία το σχετικό αίτημα να μπορεί εύλογα να θεωρηθεί βοηθητικό, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Υπό το φως των πιο πάνω το αιτητικό Δ της αίτησης θα πρέπει να απορριφθεί. Έρχομαι τώρα στη δεύτερη προϋπόθεση η οποία υπό το φως των όσων πιο πάνω έχουν λεχθεί θα εξεταστεί με αναφορά στη βάση αγωγής που αφορά (α) την ισχυριζόμενη παραβίαση των προσωπικών δεδομένων, (β) την ισχυριζόμενη παραβίαση του δικαιώματος της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και (γ) το αστικό αδίκημα της ιδιωτικής οχληρίας. Η δεύτερη προϋπόθεση της ύπαρξης πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία, ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης που αφορά την παρουσίαση μιας ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Αυτή η δεύτερη προϋπόθεση συσχετίζει στην ουσία τη νομική θεμελίωση που απορρέει από το καταχωρημένο δικόγραφο με την πραγματική διαθέσιμη μαρτυρία όπως αυτή καταγράφεται στις ένορκες δηλώσεις για να θεμελιώσει την αγωγή. Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι την πιθανότητα επιτυχίας, η οποία ως έχει αναφερθεί περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, σημειώνω ότι προβαίνω στην κατάληξη μου με βάση το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μου, χωρίς να το αξιολογώ και χωρίς να προβαίνω σε ευρήματα για την ουσία της υπόθεσης, αλλά με σκοπό να διαπιστώσω την παρουσία ή απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηνε έκδηλα ανικανοποίητα τα κριτήρια που εφαρμόζονται στη δοσμένη περίπτωση. Αρχίζοντας από την αξίωση στη βάση του Ν. 138(Ι)/2001 σημειώνω ότι ο νόμος αυτός ψηφίστηκε με σκοπό την εναρμόνιση με την Οδηγία 95/46 υπό το φως της επικείμενης τότε ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα δε με το άρθρο 3 του νόμου, ο νόμος εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο[4]. «Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» ή «αρχείο» ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του νόμου και σημαίνει το διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας, και τα οποία είναι προσιτά με βάση συγκεκριμένα κριτήρια. Κατά το ίδιο άρθρο «Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή δεδομένα» σημαίνει κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε υποκείμενο των δεδομένων που βρίσκεται εν ζωή. Επίσης «επεξεργασία» με βάση το ίδιο άρθρο, σημαίνει κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την συλλογή καταχώρηση, αποθήκευση, χρήση, διαβίβαση ή διάδοση. Στην προκειμένη περίπτωση η παραβίαση, ως προκύπτει από την παρ. Γ της Οπισθογράφησης, συνδέεται με την δημοσιοποίηση βίντεο (βλ. και Τεκμήριο ΙΣΤ στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση). Στην υπόθεση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αρ. C-212/13 Frantisek Rynes v. Urad Pro Ochranu Osobnich Udaju ημερ. 11/12/2014 που αφορούσε νομικό ερώτημα, αποφασίστηκε ότι η εικόνα ενός προσώπου την οποία καταγράφει μια κάμερα συνιστά δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα εν τη εννοία της σχετικής οδηγίας (95/46) στο βαθμό που παρέχει τη δυνατότητα ταυτοποιήσεως του συγκεκριμένου προσώπου και επίσης αποφασίστηκε ότι η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εμπίπτει στην παρέκκλιση του άρθρου 3
(2)[5] όταν πραγματοποιείται στο πλαίσιο όχι απλώς προσωπικών ή οικιακών, αλλά «αποκλειστικά» προσωπικών ή οικιακών δραστηριοτήτων. Κατά συνέπειαν αποφασίστηκε ότι η παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του άρθρου 3 της οδηγίας 95/46 έχει την έννοια ότι η χρήση συστήματος με κάμερα, που παρέχει τη δυνατότητα βιντεοσκόπησης προσώπων με αποθήκευση σε μέσο εγγραφής συνεχούς ροής, όπως ο σκληρός δίσκος, το οποίο εγκατέστησε φυσικό πρόσωπο στην κατοικία του με σκοπό την προστασία της ιδιοκτησίας, της υγείας και της ζωής των ιδιοκτητών της οικίας, και το οποίο παρακολουθεί επίσης τον δημόσιο χώρο, δεν συνιστά επεξεργασία δεδομένων η οποία πραγματοποιείται στο πλαίσιο αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών δραστηριοτήτων, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής. Υπό το φως των πιο πάνω και με δεδομένο ότι δεν αμφισβητείται ότι η καθ' ης η αίτηση έχει στην κατοχή της τα συγκεκριμένα βίντεο Τεκμήριο ΙΣΤ, ότι αυτά απεικονίζουν μεταξύ άλλων και τους αιτητές και ότι λήφθηκαν χωρίς την έγκριση τους εντός της κατοικίας των αιτητών 2 ή και 3 και ότι η ίδια η καθ' ης η αίτηση τα ανήρτησε σε διάφορες ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης, και λαμβάνοντας υπόψη ότι στο παρόν στάδιο το επίπεδο δεν είναι ψηλό, απαιτώντας μόνο πιθανότητα επιτυχίας είμαι της γνώμης ότι ικανοποιείται η δεύτερη προϋπόθεση και καταδεικνύεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας σε σχέση με αυτή την αξίωση. Εξετάζοντας τώρα κατά πόσον καταδεικνύεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης για παραβίαση του δικαιώματος των εναγόντων της ιδιωτικής τους ζωής σημειώνω τα εξής. Το άρθρο 15 του Συντάγματος προβλέπει τα εξής: «ΑΡΘΡΟΝ 15. 1. Έκαστος έχει το δικαίωμα όπως η ιδιωτική και οικογενειακή αυτού ζωή τυγχάνη σεβασμού. 2. Δεν χωρεί επέμβασις κατά την άσκησιν του δικαιώματος τούτου, ειμή τοιαύτη oία θα ήτο σύμφωνος προς τον νόμον και αναγκαία μόνον προς το συμφέρον της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υπό του Συντάγματος ηγγυημένων εις παν πρόσωπον.» Το εν λόγω άρθρο εξετάστηκε στην υπόθεση Αστυνομία v. Γεωργιάδης
(1983)2 CLR 33 και αργότερα στην Αστυνομία v. Γιάλλλουρου
(1992)2 ΑΑΔ 147. Στην Γιάλλουρου αναφέρθηκαν τα εξής: «Πριν απαντήσουμε το ερώτημα θα προβούμε σε σύντομη ανασκόπηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από τα άρθρα 15.1 και 17.1 στο πλαίσιο του Μέρους ΙΙ του Συντάγματος και το άρθρο 8
(1)της Συνθήκης, οι πρόνοιες του οποίου αποτέλεσαν το αρχέτυπο για τη διαμόρφωση των άρθρων 15.1 και 17.1. Η ερμηνεία των αντίστοιχων άρθρων του Συντάγματος και των σχετικών διατάξεων του άρθρου 8 της Συνθήκης εξετάστηκαν από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Police v. Georghiades
(1983)2 C.L.R. 33 όπου κρίθηκε ότι το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής καλύπτει ολόκληρο το χώρο που εξ αντικειμένου εμπίπτει στην ιδιωτική λειτουργία του ατόμου και ταυτίζεται με τον αγγλικό όρο "right to privacy". Εξίσου ευρεία είναι και η έννοια του δικαιώματος για ελεύθερη επικοινωνία συνυφασμένη με την κατοχύρωση της ανεμπόδιστης επικοινωνίας με το συνάνθρωπο. Η διαφύλαξη της ιδιωτικής ζωής και της ελεύθερης επικοινωνίας ως θεμελιωδών ελευθεριών του ατόμου, σκοπεί στη θεμελίωση της αυτονομίας του ατόμου σε τομείς όπου η ανθρώπινη υπόσταση επιτάσσει την αυτοτελή λειτουργία του. Η άσκηση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από τα άρθρα 15.1 και 17.1 δεν υπόκειται σε κανένα περιορισμό εκτός από περιορισμούς που τίθενται βάσει νόμου και μόνο για τους σκοπούς που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 15.2 και 17.2. Κανένας νόμος δεν επιτρέπει την παρακολούθηση ή μαγνητοφώνηση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων τρίτων. Το επίδικο θέμα στη Georghiades ήταν το παραδεκτό της μαγνητοταινίας ως μαρτυρίας για το περιεχόμενο συνδιαλέξεων μεταξύ ψυχολόγου και του ασθενούς του που λήφθηκε εν αγνοία τους. Κατά την ανάπτυξη του σκεπτικού της απόφασης έγινε αναφορά, προς άντληση καθοδήγησης για το εύρος των δικαιωμάτων που εξασφαλίζονται από το άρθρο 8
(1)της Ευρωπαϊκής Συνθήκης, στην αντιμετώπιση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της μαγνητοφώνησης τηλεφωνικών συνδιαλέξεων χωρίς τη συγκατάθεση των συνομιλητών. Το πιο κάτω απόσπασμα, από μια από τις αποφάσεις, συνοψίζει τα αποτελέσματα της έρευνας: "Wire tapping over conversation, unknown to the interlocutors, is almost uniformly regarded as an invasion of privacy, invidious to the rights of privacy." (See, Jacobs, supra, p. 126, and Castberg - The European Convention on Human Rights, 1974, pp. 138, 139). Ελληνική μετάφραση: "Η καλωδιακή παγίδευση συνομιλίας, εν αγνοία των συνομιλητών, θεωρείται σχεδόν καθολικά ως παραβίαση της ιδιωτικής ζωής, η οποία προσβάλλει το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής".» Στην υπόθεση του ΕΔΑΔ Peck v. UK Application No. 44647/98 ημερ. 28/4/2003 αναφέρθηκαν τα εξής στην παρ. 57 της απόφασης: "Private Life is a broad term not susceptible to exhaustive definition. The Court has already held that elements such as gender identification, name, sexual orientation, and sexual life are important elements of the personal sphere protected by Article 8. The article also protects a right to identity and personal development and the right to establish and develop relationships with other human beings and the outside world and it may include activities of a professional or business nature. There is, therefore, a zone of interaction of a person with others, even in public context which may fall within the scope of private life. ." Στην Von Hannover v. Germany
(2005)40 ΕΗΗR 1 το Ευρωπαικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων απεφάσισε ότι το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής που κατοχυρώνεται με το άρθρο 8 επεκτείνεται και σε πτυχές που σχετίζονται με την προσωπική ταυτότητα όπως το όνομα κάποιου προσώπου ή τη φωτογραφία του και περιλαμβάνει τη σωματική και ψυχολογική του ακεραιότητα. Στην εν λόγω απόφαση φωτογραφίες της Πριγκίπισσας Καρολίνας του Μονακό που απεικόνιζαν την ίδια κατά την καθημερινή της ζωή σε δημόσιους χώρους θεωρήθηκε ότι προστατευόταν από το άρθρο 8 της Σύμβασης για την Προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Τα γεγονότα που προωθήθηκαν προς υποστήριξη της βάσης αγωγής αυτής δεν περιορίζονται στα βίντεο, αλλά επεκτείνονται εξ όσων αντιλαμβάνομαι σε όλα τα γεγονότα που προώθησε ο αιτητής 1 και τα οποία έχω ήδη διαχωρίσει σε κατηγορίες πιο πάνω. Χωρίς να αποφασίζω οτιδήποτε στάδιο αυτό και τονίζοντας ότι όλα παραμένουν ανοικτά μέχρι την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης, παρατηρώ τα ακόλουθα αναφορικά με τα γεγονότα που προωθήθηκαν από τον αιτητή 1 ενδεικτικά και μόνο και χωρίς να αγνοώ τα υπόλοιπα:-
- Τα δύο βίντεο (Τεκμήριο ΙΣΤ) τα οποία ως αναφέρθηκε και πιο πάνω δεν αμφισβητείται ότι λήφθηκαν εντός της οικίας (ή και της αυλής) των αιτητών 2 ή και 3 χωρίς τη συγκατάθεση τους και τα οποία απεικονίζουν μεταξύ άλλων και τους αιτητές και τα οποία αναρτήθηκαν από την καθ' ης η αίτηση στο διαδίκτυο και συγκεκριμένα σε διάφορες σελίδες κοινωνικής δικτύωσης.
- Τη συνέντευξη (Τεκμήριο ΙΒ) την οποία η καθ' ης η αίτηση δεν έχει αμφισβητήσει ότι έχει δώσει, αφού απλά διατείνεται ότι και ο ίδιος ο αιτητής έχει προβεί σε σχετικές δηλώσεις δημοσίως τις οποίες και επισυνάπτει ως Τεκμήριο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση.
- Τις αναρτήσεις στον προσωπικό λογαριασμό της καθ' ης η αίτηση στο facebook που αναφέρονται στις παραγράφους 34, 43, 55 της αρχικής ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση (ημερ. 20/4/2015), τις οποίες η καθ' ης η αίτηση δεν φαίνεται να αμφισβητεί, αφού η ίδια περιορίζεται στο να αναφέρει ότι ο αιτητής αναφέρεται και στις αναρτήσεις άλλων προσώπων. Έχοντας κατά νου αφενός τον ορισμό του όρου ιδιωτική ζωή κατά τα ανωτέρω και αφετέρου τη μαρτυρία που προσφέρθηκε, καταλήγω ότι καταδεικνύεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης για παραβίαση της ιδιωτικής ζωής δεδομένου και του ότι ως επίσης έχω ήδη αναφέρει στο παρόν στάδιο το επίπεδο δεν είναι ψηλό, απαιτώντας μόνο πιθανότητα επιτυχίας. Δεν μου διαφεύγει ότι η καθ' ης η αίτηση επικαλείται την αλήθεια των όσων δημοσιεύονται από την ίδια καθώς και το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης. Η εξέταση όμως των θέσεων και εισηγήσεων που έχουν υποβληθεί εκ μέρους της εναγομένης θα οδηγούσε το Δικαστήριο σε εξέταση και διατύπωση κρίσης ως προς την ύπαρξη των ουσιαστικών δικαιωμάτων, ενώ αυτό που χρειάζεται είναι σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης τους. (βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aliminium Co Ltd & Others,
(2002)1Γ ΑΑΔ 2015 και Τ.Α. Micrologic (πιο πάνω). Η ιδιωτική οχληρία σύμφωνα με το άρθρο 46 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, συνίσταται στο ότι μεταξύ άλλων πρόσωπο επιδεικνύει συµπεριφορά, µε τρόπο ώστε κατά συνήθεια να παρεµβαίνει στην εύλογη χρήση και απόλαυση, της ακίνητης ιδιοκτησίας οποιουδήποτε άλλου προσώπου, αφού ληφθούν υπόψη η θέση και η φύση αυτής. Ως δε αναφέρεται στην επιφύλαξη του εν λόγω άρθρου ο ενάγοντας δεν τυγχάνει αποζηµίωσης σε σχέση µε ιδιωτική οχληρία εκτός αν εξαιτίας αυτής υπέστη ζηµιά. Στην προκειμένη περίπτωση τα γεγονότα που παρουσιάζονται από τους αιτητές προς θεμελίωση της εν λόγω αξίωσης αφορούν τη διοργάνωση μιας διαμαρτυρίας / διαδήλωσης έξω από την οικία του ενάγοντα 1 ή των εναγόντων 2 και 3. Με δεδομένο ότι ο νόμος απαιτεί την κατά συνήθεια παρέμβαση για τη στοιχειοθέτηση του συγκεκριμένου αδικήματος θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι καταδεικνύεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας της εν λόγω αξίωσης η οποία στηρίζεται στη διοργάνωση μιας και μοναδικής διαμαρτυρίας/διαδήλωσης, και η οποία ως προκύπτει από τα στοιχεία που παραθέτει ο ίδιος ο αιτητής θα είναι ειρηνική (βλ. παράγραφο 74 της αρχικής ένορκης δήλωσης του αιτητή 1). Πέραν τούτου η ζημιά που επικαλείται ο αιτητής 1 εξ όσων αντιλαμβάνομαι είναι ο κίνδυνος να υποστεί σωματική βλάβη. Σε σχέση με αυτό πρέπει να πω ότι δεν έχω πειστεί ότι με βάση τα όσα αναφέρει καταδεικνύεται πραγματικός κίνδυνος για την πρόκληση στον ίδιο σωματικής βλάβης αφού στην ουσία η θέση αυτή βασίζεται σε υποθέσεις του αιτητή 1 ότι στη συγκέντρωση αυτή θα παραστούν πρόσωπα τα οποία ενδέχεται να ασκήσουν βία προς το πρόσωπο του. Επομένως καταλήγω ότι για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν καταδεικνύεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας της εν λόγω αξίωσης, γεγονός που αναπόφευκτα οδηγεί σε απόρριψη το αιτητικό υπό στοιχείο Ε το οποίο υπό το φως των όσων αναφέρθηκαν για την παρενόχληση, παρέμεινε να προωθείται ως βοηθητικό (ancillary) της αξίωσης των αιτητών για οχληρία. Ανεξαρτήτως των όσων πιο πάνω έχουν αναφέρθεί σημειώνω, ίσως εκ του περισσού, πως ακόμα και εάν κατά τα λοιπά πληρούντο οι 3 προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση διατάγματος ως το Ε, και πάλιν δεν θα προχωρούσα στην έκδοση του σχετικού διατάγματος, εφόσον δεν θα μπορούσα να καταλήξω ότι θα ήταν ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις να εκδοθεί ένα τέτοιο διατάγμα και πιο κάτω εξηγώ το λόγο. Είναι προφανές ότι με το αιτητικό υπό στοιχείο Ε, αυτό που στην ουσία ζητείται quia timet injunction. Στο Σύγγραμμα «Commercial Injunctions» του Steven Gee, Q.C., 5η Έκδοση, σελ. 59, παρ. 2.029, αναφέρονται τα εξής: «
(7)Quia timet injunctions A quia timet (since he fears) injunction is an injunction granted where no actionable wrong has been committed, to prevent the occurrence of an actionable wrong, or to prevent repetition of an actionable wrong. Before the Judicature Acts it was the sole preserve of the old High Court of Chancery to grant such an injunction where there had been no prior wrong. Sir George Jessel M.R. said no jurisdiction of the old Court of Chancery was more valuable and no subject more frequently the cause for bills for injunction than to restrain threatened injury. But the jurisdiction involves proof that unless the court intervenes by injunction there is a real risk that an actionable wrong will be committed; that an injunction would do no harm is not a justification for granting it. Usually this will be by evidence that the defendant has threatened to do the particular wrongful act "no-one can obtain a quia timet order by merely saying "Timeo" (literally "I fear")» (η έμφαση δική μου). Στην υπόθεση Α. G. for the Dominion of Canada v. Richie Contracting and Supply Co. Ltd
(1919)A.C. 999, 1005, λέχθηκαν από τον Lord Dunein τα ακόλουθα: «. . ... no one can obtain a Quia Timet Order by merely saying «Timeo»; he must aver and prove that what is going on is calculated to infringe his rights.» Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αλλά και από τα όσα αναφέρονται στη γραπτή αγόρευση των αιτητών στη σελίδα 14-15, το αίτημα σε σχέση με την παρ. E στηρίζεται σε αναρτήσεις στο διαδίκτυο με βάση τις οποίες η καθ' ης η αίτηση φέρεται να διοργάνωνε μια ειρηνική συγκέντρωση έξω από το σπίτι όπου διαμένουν τα παιδιά των διαδίκων (βλ. παρ. 74 και 75 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση). Παρά το γεγονός ότι από τις σχετικές αναρτήσεις πράγματι προκύπτει μια τέτοια αναφορά, οι αναρτήσεις αυτές φέρονται να έλαβαν χώρα τον Απρίλιο του 2015 και παρά το χρόνο που διέρρευσε έκτοτε δεν φαίνεται να έχουν υλοποιηθεί, πράγμα το οποίο θεωρώ ότι δεν μου επιτρέπει να καταλήξω στο βαθμό που απαιτείται και από την ανωτέρω νομολογία, πως αν το Δικαστήριο δεν παρέμβει υπάρχει πραγματικός κίνδυνος να διαπραχθεί κάποιο αδίκημα. Προχωρώντας τώρα στην τρίτη προϋπόθεση που απαιτεί το να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα, σημειώνω ότι όπως υποδεικνύεται από την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η ικανοποίηση αυτής της προϋπόθεσης εξετάζεται κυρίως υπό το φως της επάρκειας των αποζημιώσεων ως θεραπεία στη βάση των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Όπως όμως τονίστηκε στην Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd, Πολ. Εφ. Αρ. 304/2008, ημερομηνίας 21.10.2011, σύμφωνα με τη νομολογία «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ και Παπαστράτης ν. Πετρίδης
(1979)1 ΑΑΔ 240). Στην δε M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ 1799 αποφασίστηκε ότι η έννοια της απονομής της δικαιοσύνης δεν μπορεί να συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Η παραβίαση του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής ενός ατόμου εφόσον λάβει χώρα είναι φυσιολογικά αναμενόμενο ότι θα επηρεάσει την ακεραιότητα του, και υπό τις περιστάσεις και με δεδομένους τους ισχυρισμούς των αιτητών ότι πλείστα όσα αναφέρονται από την καθ' ης η αίτηση είναι κατά τη θέση τους ψευδή, είναι δυνατόν να σπιλώσει και το όνομα τους προκαλώντας ζημιά η οποία θα είναι δύσκολο να αποτιμηθεί, ιδιαίτερα υπό περιστάσεις όπως αυτές της παρούσας υπόθεσης όπου σύμφωνα πάντα με τον αιτητή, οι παραβιάσεις (του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή και των προσωπικών δεδομένων) συντελούνται κατ' εξακολούθηση. Κατ' επέκταση η ζημιά που προκύπτει από τις ισχυριζόμενες παραβιάσεις εύλογα μπορεί να θεωρηθεί ότι καθιστά δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εν τη εννοία της ανωτέρω νομολογίας. Συνακόλουθα καταλήγω ότι πληρούται και η τρίτη προϋπόθεση. Το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσον, από το σύνολο των περιστάσεων είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα διατάγματα υπό στοιχεία Α και Β[6] (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η δυσχέρεια που θα προκληθεί στους διαδίκους, από την ύπαρξη ή όχι των διαταγμάτων αντιστοίχως. Το ισοζύγιο της ευχέρειας («balance of convenience») όπως εξηγείται στην Bacardi Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788 αναφέρεται στο καθήκον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση του είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι έχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Όπως πολύ χαρακτηριστικά αναφέρθηκε για το "balance of convenience" από το May LJ στην Cayne v. Global Natural Resources plc
(1984)1 ALL ER 225 at 237h «the balance that one is seeking to make is more fundamental, more weighty, than mere 'convenience'. I think it is quite clear . that although the phrase may be substantially less elegant, 'the balance of the risk of doing an injustice' better describes the process involved»( η έμφαση δική μου). Οι παράγοντες που μπορούν να ληφθούν στα πλαίσια αυτά είναι πολλοί και εξαρτώνται κάθε φορά από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπως αναφέρεται στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)AC 396 στη σελίδα 408 από το L. Diplock "It would be unwise to attempt even to list all various matters which may need to be taken into consideration in deciding where the balance lies, let alone to suggest the relative weight to be attached to them". Σε μια άλλη υπόθεση Francome v. Mirror Group Newspapers Ltd
(1984)1 W.L.R. 892 προτιμήθηκε ο όρος «balance of justice», όρος ανάλογος με αυτόν που χρησιμοποιήθηκε από τον Δ. Ναθαναήλ στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.α. ν. Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1 ΑΑΔ 1403 όπου έγινε αναφορά στο «ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης». Όπως επίσης επισημαίνεται από τον πρώην Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κωνσταντινίδη στο άρθρο του «Η εξουσία των Δικαστηρίων για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο» (σελ. 35), γενικά η έκδοση ή η άρνηση της έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος εξαρτάται από τον κεφαλαιώδη γνώμονα των αναγκών της δικαιοσύνης όπως αυτές αποκαλύπτονται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση η καθ' ης η αίτηση επικαλείται το μη εύλογο περιορισμό του δικαιώματος της έκφρασης και πρόκληση της μέγιστης δυνατής δυσχέρειας σε αυτήν από την έκδοση των διαταγμάτων καθώς και το γεγονός ότι με την έκδοση διατάγματος ως το Δ της αίτησης θα παρεμποδιστεί η ελεύθερη προσέλευση της στην εργασία της η οποία ευρίσκεται κοντά στην εργασία του αιτητή 1 και περαιτέρω ενδεχομένως να παρεμποδιστεί η εφαρμογή διατάγματος επικοινωνίας της ίδιας με τα παιδιά της που δυνατόν να εκδοθεί στα πλαίσια των αιτήσεων που εκκρεμούν στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Πρέπει να πω ότι η τελευταία αυτή εισήγηση της καθ' ης η αίτηση θεωρώ ότι είναι προδήλως αβάσιμη, αφού εάν κατά τα λοιπά κρινόταν πρόσφορο να εκδοθεί διάταγμα ως η παράγραφος Δ της αίτησης, θα μπορούσαν να τεθούν τέτοιοι όροι που να μην επηρεάζουν ούτε την μετάβαση στην εργασία της αλλά ούτε και τυχόν διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Ο δε αιτητής πέραν από την παραβίαση των συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του ίδιου και των αιτητών 2 και 3 επικαλείται και αυτός τη δυσχέρεια που του προκαλεί η συμπεριφορά της καθ΄ης η αίτηση καθώς και φόβους για τη σωματική του ακεραιότητα. Για αυτό το τελευταίο ζήτημα πρέπει να πω ότι δεν έχω πειστεί ότι με βάση τα όσα αναφέρει καταδεικνύεται πραγματικός κίνδυνος για την πρόκληση στον ίδιο σωματικής βλάβης, αφού πρώτον το πρόσωπο που αναφέρει στην παράγραφο 89 της ένορκης του δήλωσης, δεν απειλεί ευθέως τη σωματική ακεραιότητα του αιτητή αλλά αναφέρει «Tell me if you need some straight Texas justice.». Σε κάθε περίπτωση η θέση του ότι το πρόσωπο αυτό είναι κάτοικος Λάρνακας δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε στοιχεία που υπάρχουν ενώπιον μου και εν πάση περιπτώσει από την ημερομηνία που έγινε η ανάρτηση αυτή (Μάρτιο 2015) παρήλθε πολύ μεγάλο διάστημα μέχρι και την ημερομηνία εκδίκασης της αίτησης, χωρίς προφανώς να έχει υλοποιηθεί καμία πράξη βίας προς το πρόσωπο του αιτητή 1, αφού θεωρώ πως εάν είχε υλοποιηθεί μια τέτοια πράξη βίας, οι αιτητές θα φρόντιζαν να τεθεί ενώπιον μου ένα τόσο σοβαρό γεγονός. Υπό το φως των όσων έχουν αναφερθεί φαίνεται πως και οι δύο πλευρές επικαλούνται την παραβίαση συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων τους με την έκδοση ή μη των επίδικων διαταγμάτων και τη δυσχέρεια που προκαλείται συνακόλουθα. Έπεται πως το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει αφού ζυγίσει τα δικαιώματα που αντιπαραβάλλονται. Στα πλαίσια αυτά τονίζω ότι δεν θεωρώ ότι οποιοδήποτε εκ των άρθρων 15 και 19 του Συντάγματος που εμπλέκονται, έχει προτεραιότητα έναντι του άλλου αλλά θα καταλήξω, εφόσον εξετάσω συγκριτικά τη σημασία των συγκεκριμένων δικαιωμάτων που διακυβεύονται υπό το φως των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, τους λόγους που μπορεί να υπάρχουν και οι οποίοι να δικαιολογούν την παρέμβαση σε οποιοδήποτε εκ των δικαιωμάτων που διακυβεύονται, υπό το φως πάντα της αρχής της αναλογικότητας. Επίσης κρίνω ορθό να σημειώσω πως οι περιοριστικές προϋποθέσεις που ισχύουν για την έκδοση προσωρινού διατάγματος προς διαφύλαξη του δικαιώματος της έκφρασης, αφορούν σύμφωνα με τη νομολογία μας, αγωγές δυσφήμισης (βλ. C.T. Tobacco Limited v. Εταιρείας Έκδοσης Αρκτίνος κ.α.
(2003)1Β Α.Α.Δ. 853 στη σελίδα 865). Οι αρχές αυτές επαναλήφθηκαν πιο πρόσφατα στην Π. Κωμοδρόμος v. Π. Παπαναστασίου ECLI:CY:AD:2014:A1, Πολ. Έφεση 110/2010 ημερ. 3/1/2014 όπου αναφέρθηκε ότι στις περιπτώσεις έκδοσης απαγορευτικών ενδιάμεσων διαταγμάτων σε σχέση με δυσφημιστικά κείμενα ή δηλώσεις, δεν αρκεί η πλήρωση των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60, και όλων όσων νομολογιακά καθορίστηκαν σε σχέση με αυτό, αλλά θα πρέπει τα κείμενα ή οι δηλώσεις να είναι αναμφίβολα δυσφημιστικά, εάν προβάλλεται η υπεράσπιση της αλήθειας, αυτή να μην μπορεί να ευσταθήσει, να μην υπάρχει άλλη υπεράσπιση που μπορεί να επιτύχει, εκτός από τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ενεργεί κακόπιστα, και, τέλος, να υπάρχει μαρτυρία πρόθεσης επανάληψης της δυσφήμισης. Στην προκειμένη περίπτωση η συγκεκριμένη βάση αγωγής εγκαταλήφθηκε, όμως τούτο όμως δεν θα πρέπει κατά την κρίση μου να θεωρηθεί ότι ανοίγει το δρόμο διάπλατα για την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων χωρίς άλλο. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Clerk and Lindsell on Torts 20η έκδοση, στη σελίδα 1876 στην παράγραφο 27-47, όπου η ουσία της αξίωσης είναι το ψευδές των ισχυρισμών και η χρήση ενός άλλου αγώγιμου δικαιώματος γίνεται για να αποφευχθούν οι κανόνες του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης, μπορεί να εγείρεται θέμα κατάχρησης της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση δεν θεωρώ ότι υπάρχουν ξεκάθαρες ενδείξεις για μια τέτοια κατάληξη, πλην όμως θα πρέπει να τονισθεί ότι στο ίδιο σύγγραμμα και με αναφορά στην LNS v. Persons Unknown
(2010)EWHC 119(QB), υποδεικνύεται ότι τα Δικαστήρια θα πρέπει να έχουν κατά νου την προσπάθεια να παρακαμφθεί ή να αποφευχθεί ο κανόνας της Bonnard v. Perryman
(1891)2 Cg. 269[7] και τονίστηκε ότι εν τέλει: "It is a matter for the court to decide whether the principle of free speech prevails or not, and that does not depend solely upon the choice of the claimant as to his cause of action" . Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι στην Αγγλία μετά τη θέσπιση του Human Rights Act 1998 οι προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος - American Cyanamid test (με βάση τις οποίες θα έπρεπε να καταδειχθεί σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με ορατή πιθανότητα επιτυχίας και ακολούθως εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας), έχουν διαφοροποιηθεί[8] από το άρθρο 12
(3)του πιο πάνω Νόμου σε περιπτώσεις όπου η έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος θα επενέβαινε στο δικαίωμα της έκφρασης. Συγκεκριμένα το σχετικό άρθρο 12
(3)προβλέπει τα εξής: "No such relief is to be granted so as to restrain publication before trial unless the court is satisfied that the applicant is likely to establish that publication should not be allowed" . Η βουλή των Λόρδων ερμηνεύοντας τη διάταξη αυτή ανέφερε στην Cream Holdings v. Banerjee
(2004)AC 253 ότι για να εκδοθεί διάταγμα εμποδίζον κάποια δήμοσίευση, θα πρέπει να καταδειχθεί ότι είναι πιο πιθανό παρά όχι ο ενάγοντας να επιτύχει στη δίκη, αναγνωρίζοντας όμως ότι αυτό το επίπεδο μπορεί να μην είναι κατάλληλο για όλες τις υποθέσεις, και επισημαίνοντας ότι πάντως τα Δικαστήρια θα πρέπει να είναι πολύ διστακτικά («exceedingly slow») στο να εκδίδουν προσωρινά διατάγματα που επηρεάζουν την ελευθερία της έκφρασης, όπου ο αιτητής δεν ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι είναι πιο πιθανό παρά όχι να επιτύχει στην κυρίως δίκη. Παρά το ότι στην Κύπρο δεν υπάρχει ανάλογη ρύθμιση, η πιο πάνω προσέγγιση είναι κατά την κρίση μου συμβατή και με την γενικότερη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε σχέση με το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης όπως υιοθετήθηκε και από τη δική μας νομολογία, όπου φαίνεται η σημασία που δίδεται στο εν λόγω δικαίωμα. Ενδεικτικά αναφέρω τις πιο κάτω αποφάσεις: Στην Μακαριος Δρουσιώτης v. Παπαδόπουλου
(2012)1Α ΑΑΔ 102 αναφέρθηκαν τα εξής: «Η σύγχρονη τάση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι να περιορίζει το δικαίωμα στη φήμη, προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, την οποία το Δικαστήριο κατατάσσει ψηλά, αποδίδοντας της ιδιαίτερη αξία ως ουσιαστικό θεμέλιο της δημοκρατικής κοινωνίας και βασικής προϋπόθεσης προόδου της. Η ελευθερία αυτή εφαρμόζεται όχι μόνο σε πληροφορίες και ιδέες που είναι αρεστές ή τουλάχιστον, θεωρούνται ως μη εχθρικές ή αδιάφορες, αλλά και σε εκείνες που είναι προσβλητικές, εκπλήττουν ή ενοχλούν. Αυτό απαιτεί ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και η ευρύτητα πνεύματος.» Επίσης στην Θεοφάνης Καραβίας v. Σταύρου
(2012)1Α ΑΑΔ 469 διαβάζουμε τα εξής: «Τόσο το Σύνταγμά μας όσο και η Ευρωπαϊκή Σύμβασις διά την προάσπισιν των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, (η «Σύμβασις»), προστατεύουν φυσικά δικαιώματα, όπως το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης- (Άρθρο 19 του Συντάγματος και 10 της Σύμβασης) - και το δικαίωμα της προάσπισης της αξιοπρέπειας και της φήμης του ανθρώπου - (Άρθρο 2 της Σύμβασης). Και τα δύο πιο πάνω δικαιώματα, ως εκ της φύσεώς τους, θα πρέπει να τυγχάνουν σεβασμού από όλους, και τα δικαστήρια, εξετάζοντας υποθέσεις όπως η παρούσα, θα πρέπει να εξισορροπούν τα δύο αυτά δικαιώματα, ώστε να μην υπάρχει παραβίασή τους. Λεπτομερής ανάλυση των αρχών που διέπουν το θέμα της εξισορρόπησης των δύο αυτών δικαιωμάτων γίνεται, με αναφορά σε νομολογία του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Παπαευσταθίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 856, στην οποία αναφέρεται:- (σελ. 871-872) «Η σύγχρονη τάση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι να περιορίζει το δικαίωμα στη φήμη προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, στο οποίο το Δικαστήριο αναγνωρίζει υψηλή αξία. Στην υπόθεση Lingens v. Austria, App. No. 9815/82, Ser. Α, vol. 103 [1986] 8 E.H.R.R. 407 at para. 41 το Δικαστήριο παρατήρησε πως η ελευθερία της έκφρασης, όπως προστατεύεται από την πρώτη παράγραφο του Άρθρου 10, συνιστά ένα από τα ουσιαστικά θεμέλια της δημοκρατικής κοινωνίας και μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την πρόοδο της και για την ικανοποίηση των ατόμων. Η ελευθερία αυτή, με τις εξαιρέσεις της παραγράφου 2, εφαρμόζεται όχι μόνον σε πληροφορίες και ιδέες που είναι αρεστές ή τουλάχιστον θεωρούνται ως μη εχθρικές ή αδιάφορες αλλά επίσης και σε εκείνες που είναι προσβλητικές, εκπλήττουν ή ενοχλούν. Αυτό απαιτεί ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και η ευρύτητα πνεύματος, χωρίς τις οποίες δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία.» (η υπογράμμιση δική μου) Ερχόμενη τώρα στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας υπό το φως των όσων πιο πάνω έχουν αναφερθεί αλλά και του συνόλου των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι τούτο σε σχέση με τα βίντεο (Τεκμήριο ΙΣΤ) αδιαμφισβήτητα κλίνει υπερ των αιτητών. Στην κατάληξη μου αυτή έλαβα πολύ σοβαρά υπόψη τον τρόπο με τον οποίο λήφθηκαν τα επίδικα βίντεο και το βαθμό της εκ πρώτης όψεως επέμβασης στο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής των εναγόντων, όπως προκύπτει από γεγονότα τα οποία παρέμειναν στην ουσία αδιαμφισβήτητα ενώπιον μου, και συγκεκριμένα ότι τα επίδικα βίντεο λήφθηκαν εντός της οικίας (ή και της αυλής της οικίας) των αιτητών 2 και 3, χωρίς την έγκριση τους, απεικονίζουν μεταξύ άλλων τους αιτητές και έχουν δημοσιευθεί από την καθ' ης η αίτηση, σε διάφορες σελίδες κοινωνικής δικτύωσης χωρίς τη συγκατάθεση και έγκριση τους. (βλ. και Von Hanover v. Germany (No. 2) Applιcations 40660/08 και 60641/08 ημερ. 7/2/2012 στην παράγραφο 113[9] της απόφασης). Ο τρόπος με τον οποίο λήφθηκαν τα βίντεο, δηλαδή χωρίς τη συγκατάθεση των αιτητών και ο χώρος εντός του οποίου λήφθηκαν, δηλαδή η οικία των αιτητών 2 και 3, θεωρώ ότι αποτελεί υπό τις περιστάσεις επαρκή δικαιολογία για τον σχετικό περιορισμό που θα πρέπει αναπόφευκτα να επιβληθεί στο δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης της καθ' ης η αίτηση μέχρι την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Το διάταγμα βέβαια ως ζητείται είναι πολύ γενικό και θα πρέπει κατά την κρίση μου να περιοριστεί έτσι που να καθιστά σαφές ότι αυτό θα αφορά μόνο τα βίντεο που επισυνάπτονται ως Τεκμήριο ΙΣΤ, για να συνάδει έτσι και με την αρχή της αναλογικότητας. Προτού αφήσω το ζήτημα αυτό πρέπει να πω ότι δεν έχω παραλείψει να λάβω υπόψη το γεγονός ότι τα επίδικα βίντεο ευρίσκονται ήδη δημοσιευμένα (in the public domain), σε συνάρτηση με την αρχή πως τα Δικαστήρια δεν ενεργούν επί ματαίω (βλ. Μαυρονικόλα κ.α. v. Φοινιώτη κ.α.
(1997)1Γ ΑΑΔ 1659). Σε σχέση με το ζήτημα αυτό σημειώνω ότι παρ' όλο που δεν αποκλείεται άλλα πρόσωπα να έχουν στην κατοχή τους πλέον τα βίντεο αυτά, με δεδομένο ότι υπάρχει αδιαμφισβήτητη μαρτυρία ότι η καθ' ης η αίτηση προβαίνει στη χρήση τους με τον τρόπο που έχει αναφερθεί και δη με την κατ' επανάληψη ανάρτηση τους στο διαδίκτυο, θεωρώ ότι είναι ορθό και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως εκδοθεί το σχετικό διάταγμα. Αντίθετη είναι η κατάληξη μου ως προς το διάταγμα που ζητείται με την παράγραφο Α. Σε σχέση με αυτό καταλήγω πως η πλάστιγγα κλίνει υπέρ της καθ' ης η αίτηση, εφόσον λαμβάνοντας υπόψη αφενός τις θέσεις του αιτητή 1 ο οποίος επικαλείται την παραβίαση του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής του ίδιου και των αιτητών 2 και 3 κατά τρόπο μάλιστα «διαστρεβλωτικό της πραγματικότητας» ως χαρακτηριστικά αναφέρει λόγω της συμπεριφοράς και εν γένει των αναφορών της καθ' ης η αίτηση, και αφετέρου τη θέση της καθ΄ ης η αίτηση πως τα όσα αναφέρει σε σχέση με τους αιτητές ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, και χωρίς να αξιολογώ ή να αποδέχομαι οιαδήποτε εκ των δύο εκδοχών στο στάδιο αυτό, καταλήγω πως στην προκειμένη περίπτωση δεν έχουν καταδειχθεί τέτοια γεγονότα από τους αιτητές που να δικαιολογούν σύμφωνα και με τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν την επιβολή περιορισμού στο δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης της καθ' ης η αίτηση, και μάλιστα σε τέτοια εμβέλεια ως ζητείται από τους αιτητές με την παράγραφο Α της αίτησης. Υπογραμμίζω στο σημείο αυτό ότι η γενικότητα και ευρύτητα που χαρακτηρίζει το αιτούμενο διάταγμα καθιστά πολύ ορατό το ενδεχόμενο οποιαδήποτε αναφορά της καθ' ης η αίτηση στους ενάγοντες να θεωρείται ότι παραβιάζει το σχετικό διάταγμα, πράγμα το οποίο δεν συνάδει ούτε με την αρχή της αναλογικότητας. Ως προς τον ισχυρισμό του αιτητή 1 ότι οι αναρτήσεις ή δημοσιεύσεις της καθ' ης η αίτηση είναι σε μεγάλο βαθμό αναληθείς σημειώνω, χωρίς να αποδέχομαι ή να απορρίπτω τη σχετική εισήγηση στο στάδιο αυτό, ότι εν πάση περιπτώσει στην υπόθεση Police v. Ekdodiki Eteria
(1982)2 Α.Α.Δ. 63 σε νομικό ερώτημα «Κατά πόσο το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της καθ΄ οιονδήποτε τρόπο έκφρασης, όπως κατοχυρώνεται από τα εδάφια 1 και 2 του άρθρου 19 του Συντάγματος επεκτείνεται και στη δημοσίευση ψευδών ειδήσεων και πληροφοριών», το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε: «That the right safeguarded by Article 19
(1)
(2)of the Constitution is not limited by reference to the truth or falsity of a statement made in the exercise of such right, therefore, it extends to false as well as to the true statements». Αναφορικά με το θέμα της καθυστέρησης των αιτητών να προωθήσουν την εκδίκαση της αγωγής σημειώνω ότι πράγματι μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης, η Έκθεση Απαίτησης δεν είχε καταχωρηθεί. Ανεξαρτήτως του εάν καταχωρήθηκε στο μεταξύ ή όχι, όπως έχει υποδειχθεί στην T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd (πιο πάνω) οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας παρέχουν στον κάθε διάδικο μηχανισμούς αντίδρασης σε περίπτωση αδιαφορίας. Εξ άλλου δεν μπορώ να θεωρήσω πως κατ' αναλογία των όσων αναφέρθηκαν στην υπόθεση Bacardi (πιο πάνω) τίθεται ζήτημα δημιουργίας δικαιωμάτων υπέρ της καθ' ης η αίτηση εντός του χρόνου που διέρρευσε από την ημερομηνία που έλαβαν χώρα οι πρώτες δημοσιεύσεις, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να λεθχεί ότι η έκδοση του σχετικού διατάγματος θα την επηρεάσει κατά τρόπο ανεπανόρθωτο. Με άλλα λόγια δεν μπορώ να θεωρήσω ότι η καθ' ης η αίτηση έχει επηρεασθεί ή έχει αποκτήσει δικαιώματα με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης, όπως στην υπόθεση Bacardi όπου οι εναγόμενοι λόγω της καθυστέρησης είχαν προωθήσει την επιχείρηση τους στο διάστημα που μεσολάβησε και θα υφίσταντο ανεπανόρθωτη ζημιά από την έκδοση διατάγματος. Εξ άλλου ο αιτητής 1 αναφέρει στην παράγραφο 99 της αρχικής του ένορκης δήλωσης (ημερ. 20/4/2015) τις ενέργειες στις οποίες προέβησαν τόσο ο ίδιος όσο και η αιτήτρια 2 με τις οποίες εκδήλωσαν εξ αρχής τη διαφωνία τους με τις ενέργειες της εναγόμενης 1 τουλάχιστον σε σχέση με τη δημοσιοποίηση των επίδικων βίντεο. Ως προς το λόγο ένστασης που σχετίζεται με το ζήτημα της κακοπιστίας και της κακοβουλίας και τους ισχυρισμούς της καθ' ης η αίτηση ότι η αίτηση προωθείται με αλλότρια κίνητρα (βλ. λόγο ένστασης 8), σημειώνω ότι το βάρος απόδειξης, βρίσκεται στους ώμους του διαδίκου που τον επικαλείται εδώ της καθ' ης η αίτηση. Επιπλέον, για να δικαιολογείται μια τέτοια κατάληξη πρέπει η κακοπιστία να είναι εμφανής και διάχυτη. Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτητής 1 μετά την καταχώρηση της ένστασης από την καθ' ης η αίτηση, προέβη στην καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με την οποία αρνείται τους σχετικούς ισχυρισμούς της καθ' ης η αίτησης συμπεριλαμβανομένων και αυτών που σχετίζονται με κακοβουλία και κακοπιστία. Βέβαια ακολούθησε η συμπληρωματική ένορκη δήλωση της καθ' ης η αίτηση με την οποία απέρριψε τους ισχυρισμούς του αιτητή 1 και επέμεινε στις θέσεις της. Δεν προτίθεμαι στο στάδιο αυτό να προβώ στην αξιολόγηση μαρτυρίας, αφού αυτό το στάδιο δεν προσφέρεται για αυτό το σκοπό, αλλά εξετάζοντας τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς δεν μπορώ να καταλήξω ότι από το σύνολο των ενώπιον μου δεδομένων καταδεικνύεται εμφανής και διάχυτη κακοπιστία εκ μέρους των αιτητών οι οποίοι ως έχει ήδη αναφερθεί καταδεικνύουν βάσεις αγωγής εναντίον της καθ' ης η αίτηση με ορατή πιθανότητα επιτυχίας ως ανωτέρω. Επομένως θεωρώ ότι ο σχετικός λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και θα πρέπει να απορριφθεί. Υπό το φως των πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στην καθ' ης η αίτηση 1/εναγόμενη 1 να δημοσιοποιεί ή να διατηρεί δημοσιευμένο ή να αναφέρεται με οποιοδήποτε τρόπο σε οιοδήποτε εκ των βίντεο (ή μέρος αυτών) που επισυνάπτονται ως Τεκμήριο ΙΣΤ στην ένορκο δήλωση ημερ. 20/4/2015 που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση μέχρι πλήρους και τελικής εκδίκασης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο. Κατά τα λοιπά η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα θεωρώ ορθό να διατάξω να είναι έξοδα δίκης. (Υπ.) Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1516: «Ερμηνευτική των προϋποθέσεων, που θέτει το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, για τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας, είναι η Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, στην οποία παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ενώ, όπως εξηγεί στην απόφαση του, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κρίνεται αντικειμενικά, με αναφορά στη διατυπωθείσα από τον εφεσείοντα θέση στην αγωγή του, η πιθανότητα επιτυχίας μικρή έστω στο βαθμό που είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης.» [2] Αυτό που επικαλείται αιτητής στην παρ. 89 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση είναι επαπειλούμενη πρόκληση σωματικής βλάβης όχι όμως προερχόμενη από την καθ' ης η αίτηση αλλά από τρίτο πρόσωπο, και η οποία εν πάση περιπτώσει για τους λόγους που πιο κάτω αναλύονται δεν κρίνεται βάσιμη. [3] Σημειώνω εδώ παρενθετικά ότι η νομολογία στην οποία με παρέπεμψε ο συνήγορος των αιτητών (βλ. σελ. 8 της γραπτής του αγόρευσης) αφορά υποθέσεις που βασίζονται στο Protection from Harassment Act 1997, και συναφώς και υπό το φως των όσων πιο πάνω έχουν αναφερθεί δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. [4] «3.—
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται στην αυτοματοποιημένη εν όλω ή εν μέρει επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο. [5] Περαιτέρω με βάση το εδάφιο
(2)του άρθρου 3 «Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου δεν εφαρμόζονται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία πραγματοποιείται από φυσικό πρόσωπο για την άσκηση δραστηριοτήτων αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών» [6] Εφόσον τα αιτητικά υπό στοιχεία Γ , Δ και Ε κρίθηκαν απορριπτέα για τους λόγους που επεξηγήθηκαν ενωρίτερα στην παρούσα απόφαση. [7] Ο οποίος θέτει ανάλογες πρόσθετες περιοριστικές προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος σε περιπτώσεις δυσφήμισης. [8] Human Rights: Judicial Protection in the United Kingdom, Sir Jack Beatson FBA, Stephen Grosz, Tom Hickman, Rabinder Singh QC with Stephanie Palmer,
(2008)σελίδα 408 -409 , παράγραφος 4264 [9] « ε) Circumstances in which the photos were taken 113. Lastly, the Court has already held that the context and circumstances in which the published photos were taken cannot be disregarded. In that connection regard must be had to whether the person photographed gave their consent to the taking of the photos and their publication (see Gurguenidze, cited above, § 56, and Reklos and Davourlis, cited above, § 41) or whether this was done without their knowledge or by subterfuge or other illicit means (see Hachette Filipacchi Associés (ICI PARIS), cited above, § 47, and Flinkkilä and Others v. Finland, no. 25576/04, § 81, 6 April 2010). Regard must also be had to the nature or seriousness of the intrusion and the consequences of publication of the photo for the person concerned (see Egeland and Hanseid, cited above, § 61, and Timciuc, cited above, § 150). For a private individual, unknown to the public, the publication of a photo may amount to a more substantial interference than a written article (see Eerikäinen and Others, cited above, § 70, and A. v. Norway, cited above, § 72).» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο