← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑ ΣΑΝΤΗ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΛΑΖΑΡΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5742/15, 11/1/2016

ΑΝΔΡΕΑ ΣΑΝΤΗ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΛΑΖΑΡΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5742/15, 11/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γερολέμου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5742/15 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑ ΣΑΝΤΗ Ενάγοντα Και

  1. ΑΝΔΡΕΑ ΛΑΖΑΡΟΥ
  2. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ Εναγομένων ---------------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 04/12/2015 ΓΙΑ ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΚΑΙ ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 08/12/2015 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 11/01/2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κος Γεωργιάδης Για Εναγόμενο-Καθ' ου η Αίτηση 2: κος Κτωρίδης ---------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ex-tempore) Ο Ενάγοντας με κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο (Δ.2 κ.6), το οποίο καταχωρήθηκε στις 20/10/2015, αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, (α) το ποσό των $182.000 ή ισόποσο σε ευρώ, (β) €700, δυνάμει, και τα δύο ποσά, γραμματίου συνηθισμένου τύπου και/ή εγγράφου αναγνώρισης χρέους και/ή σαν χρέος και/ή αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και/ή άλλης σχέσης που προσομοιάζει με συμβατική, (γ) τόκο 8% επί του ποσού των $182.000 από 01/04/2015 μέχρι εξοφλήσεως, (δ) τόκο 8% ετήσια επί του ποσού των €4.400 από 01/04/2015 μέχρι 14/05/2015, (ε) τόκο 8% ετήσια επί του ποσού των €1.900 από 15/05/2015 μέχρι 01/07/2015, (στ) τόκο 8% ετήσια επί του ποσού των €700 από 02/07/2015 μέχρι εξόφλησης ή νόμιμο τόκο και (ζ) έξοδα και ΦΠΑ. Να σημειωθεί ότι, έναντι του πιο πάνω ποσού του γραμματίου, ο Εναγόμενος 1 πλήρωσε στον Ενάγοντα στις 15/05/2015 το ποσό των €2.500 και στις 02/07/2015 το ποσό των €1.200, ήτοι το συνολικό ποσό των €3.
  3. Στις 04/12/2015 ο Ενάγοντας καταχώρησε μονομερή αίτηση για έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος για μη πώληση, μεταβίβαση, επιβάρυνση ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο αποξένωσης ή διαφορετικά διάθεσης της ακίνητης ιδιοκτησίας που ήταν εγγεγραμμένη στο όνομα του Εναγομένου 2, σύμφωνα με την οποία ήταν τέσσερα ακίνητα, όπως αυτά καταγράφονται στην αίτηση. Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, καθώς και στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 και στη Δ.48 θ.2 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Ιωάννας Στυλιανού η οποία είναι συνάδελφος και προσωπικά γνωστή με τον Ενάγοντα και εξουσιοδοτημένη από αυτόν να προβεί στην ένορκη δήλωση, η οποία γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα, ενώ για άλλα, ως καταδεικνύεται από την ένορκη δήλωση, έλαβε γνώση από τον Ενάγοντα. Επισυνάπτονται δε, με την ένορκη δήλωση, τρία

(3)Τεκμήρια, ήτοι ως Τεκμήριο Α το γραμμάτιο συνήθους τύπου, ως Τεκμήριο Β πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας του Εναγόμενου 1, με βάση το οποίο δεν είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης για την επαρχία που ζητήθηκε τούτο, δηλαδή τη Λευκωσία και ως Τεκμήριο Γ πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας του Εναγομένου 2 για την ακίνητη ιδιοκτησία του στη Λευκωσία, η οποία συμπίπτει με τα ακίνητα που αναφέρονται στην αίτηση και για τα οποία ζητείται το σχετικό διάταγμα. Αφού κατά την ημέρα που ήταν ορισμένη η αίτηση, ήτοι στις 08/10/15, εκδόθηκε μονομερώς διάταγμα, τούτο ορίστηκε επιστρεπτέο στις 15/12/2015, ότε και παρουσιάστηκε, για τον Εναγόμενο 2, ο κύριος Κτωρίδης, ο οποίος ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει ένσταση και ορίστηκε στις 21/12/2015, με οδηγίες όπως η ένσταση καταχωρηθεί μέχρι τις 18/12/2015. Πράγματι η ένσταση καταχωρήθηκε στις 18/12/2015, με την οποία προβάλλονται δεκαοκτώ
(18)λόγοι ένστασης, οι οποίοι καταγράφονται στη συνέχεια. «
  1. Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή καταχρηστική γιατί ο Ενάγων/Αιτητής βρίσκεται σε πλάνη σχετικά με τα πραγματικά γεγονότα και/ή περιστάσεις που αφορούν στην επίδικη διαφορά μεταξύ των διαδίκων.
  2. Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή καταχρηστική γιατί ο Ενάγων/Αιτητής επιζητεί να αποστερήσει από τον Εναγόμενο 2/Καθ' ου η Αίτηση το Θεμελιώδες Συνταγματικό Δικαίωμα να απολαμβάνει απρόσκοπτη χρήση της περιουσίας του και περιουσίας της οποίας είναι ο νόμιμος κάτοχος και/ή ιδιοκτήτης.
  3. Η Αίτηση είναι άνευ ουσίας καθότι τα περιγραφόμενα υπό της παραγράφου 1 (α), (γ) και (δ) της Αίτησης ακίνητα δεν ευρίσκονται στην κατοχή του Εναγόμενου 2/Καθ' ου η Αίτηση και/ή δεν είναι ιδιοκτήτης αυτών και/ή αυτά έχουν μεταβιβαστεί.
  4. Η Αίτηση είναι άνευ ουσίας καθότι το περιγραφόμενο υπό της παραγράφου 1 (β) της Αίτησης περιγραφόμενο ακίνητο βρίσκεται μεν στην ιδιοκτησία του Εναγόμενου 2/Καθ' ου η Αίτηση, βαρύνεται όμως με υποθήκη και συνεπώς δεν συντρέχει πραγματικός κίνδυνος αποξένωσης του.
  5. Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή καταχρηστική και/ή δεν τηρούνται οι πρόνοιες των Θεσμών και της Νομοθεσίας καθότι υπάρχει ενδιαφερόμενο μέρος ειδικότερα όσο αφορά στο περιγραφόμενο υπό της παραγράφου 1 (β) της Αίτησης ακίνητο το οποίο δεν έχει κληθεί και/ή ειδοποιηθεί να συμμετάσχει στην παρούσα διαδικασία και επιπλέον ο Ενάγων/Αιτητής παρέλειψε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο.
  6. Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή καταχρηστική και/ή δεν τηρούνται οι πρόνοιες της Νομοθεσίας και ειδικότερα η πρόνοια υπό του Άρθρου 5
(3)του Κεφαλαίου 6 καθότι δεν προσδιορίζονται τα όρια, η έκταση και η φύση της ιδιοκτησίας επί της οποίας επιζητείται το Απαγορευτικό Διάταγμα, και συγκεκριμένα το συμφέρον του Εναγόμενου 2/Καθ' ου η Αίτηση επί έκαστης ακινήτου ιδιοκτησίας με αποτέλεσμα το Δικαστήριο ενεργώντας υπό πλάνη να δεσμεύσει περιουσία η οποία δεν ανήκει στον Εναγόμενο 2/Καθ' ου η Αίτηση και/ή περιουσία η οποία δεν ανήκει εξ ολοκλήρου στον Εναγόμενο 2/Καθ' ου η Αίτηση και συνεπώς επηρεάζονται δυσχερώς τα ενδιαφέροντα τρίτων προσώπων άσχετων με την παρούσα Αγωγή.
  1. Η υπό κρίση Αίτηση γίνεται καταχρηστικά και/ή κακόπιστα και/ή είναι παράτυπη και/ή δεν πληροί τις νομοθετικές και/ή νομολογιακές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων και/ή στερείται πραγματικού υπόβαθρου το οποίο να ικανοποιεί τις νομοθετικές και/ή νομολογιακές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων.
  2. Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή καταχρηστική γιατί ο Ενάγων/Αιτητής βασίζεται σε γραμμάτιο μεταξύ των διαδίκων το οποίο ήταν προϊόν εξαναγκασμού και/ή εκβιασμού και/ή τοκογλυφικής συναλλαγής που συνιστά παράνομη πράξη από την οποία δεν νομιμοποιείται να ωφεληθεί.
  3. Ο Ενάγων/Αιτητής εμποδίζεται να καταχωρήσει την παρούσα Αίτηση από την αρχή του estoppel λόγω του ότι το γραμμάτιο μεταξύ των διαδίκων ήτο αποτέλεσμα παράνομης πράξης η οποία δεν μπορεί να παράγει νόμιμα αποτελέσματα και/ή να αποτελέσει βάση αγώγιμου δικαιώματος και/ή σε κάθε περίπτωση ουδέν ποσό και/ή καλό και νόμιμο αντάλλαγμα εδόθη το οποίο να νομιμοποιεί την έκδοση του γραμματίου.
  4. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη μαρτυρία προσώπου άσχετου με την Αγωγή η οποία αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία και η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει και/ή να παρέχει ικανοποιητική μαρτυρία που να δικαιολογεί την έκδοση του Αιτούμενου διατάγματος και/ή την παραμονή σε ισχύ αυτού.
  5. Ο Ενάγων/Αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν προέβηκε σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης.
  6. Ο Ενάγων/Αιτητής απέτυχε να αποδείξει το επείγον για την έκδοση Προσωρινού Διατάγματος.
  7. Η Αίτηση είναι Νομικά και πραγματικά αβάσιμη.
  8. Η Νομική Βάση της Αίτησης πάσχει και/ή είναι ελλιπής και/ή δεν ανταποκρίνεται στις αιτούμενες θεραπείες.
  9. Το σύνολο των στοιχείων που ο Ενάγων/Αιτητής παραθέτει δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων ή την παραμονή σε ισχύ των εκδοθέντων προσωρινών Διαταγμάτων.
  10. Ο Ενάγων/Αιτητής δεν αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη στοιχεία ως όφειλε και/ή προβαίνει σε ψευδείς ισχυρισμούς με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου.
  11. Ο Ενάγων/Αιτητής δεν αποδεικνύει με την Αίτηση του ότι εκ πρώτης όψεως έχει καλή υπόθεση εις βάρος του Εναγόμενου 2/Καθ' ου η Αίτηση, δεν αποδεικνύει το επείγον των αιτούμενων Διαταγμάτων και δεν αποδεικνύει ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα δεν θα μπορεί στην συνέχεια να απονεμηθεί δικαιοσύνη στην ευρύτερη έννοια της λέξης από το Δικαστήριο.
  12. Η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον του Ενάγοντος/Αιτητή και το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα να σταματήσει να ισχύει.» Συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2, με την οποία επισυνάπτεται ένα Τεκμήριο. Από αυτήν, μεταξύ άλλων, καταδεικνύεται ότι τα τρία από τα τέσσερα τεμάχια, για τα οποία εκδόθηκε το αιτούμενο διάταγμα, ήτοι αυτά που φαίνονται στην αίτηση υπό στοιχεία (α), (γ) και (δ), δεν ήταν στην κυριότητά του πλέον και το ακίνητο υπό στοιχείο (β) ήταν υποθηκευμένο. Η ένσταση βασίζεται στο Άρθρο 23 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στα άρθρα 29, 30 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στα άρθρα 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στη Δ.48 θ.1, 2, 4, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη συμφυή και διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, καθώς και στη νομολογία. Στο σημείο αυτό να λεχθούν δύο θέματα. Το πρώτο είναι ότι δεν εντοπίζεται στο φάκελο του Δικαστηρίου σημείωμα εμφάνισης και διοριστήριο δικηγόρου για τους Εναγομένους και το δεύτερο, προφανώς μετά που ο κύριος Γεωργιάδης, έχοντας υπόψη του αυτά που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2, αφού προέβη σε περαιτέρω έλεγχο στο Κτηματολόγιο, δήλωσε ότι δεν επιμένει στη συνέχιση ισχύς του διατάγματος για τα τεμάχια ως αυτά αναφέρονται υπό στοιχεία (α), (γ) και (δ) της αίτησης και παύσουν να ισχύουν. Ως εκ τούτου, το διάταγμα για τα τεμάχια με στοιχεία (α), (γ) και (δ) όπως φαίνονται στην αίτηση παύει να ισχύει. Παρόλο, όπως έχω αναφέρει, δεν φαίνεται να έχει καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης, ούτε και διοριστήριο δικηγόρου, εν τούτοις, αφού δεν υπήρξε τέτοιος λόγος ένστασης εκ μέρους του κυρίου Γεωργιάδη, θα θεωρήσω ότι αντιπροσωπεύονται οι Εναγόμενοι και δη ο Εναγόμενος 2, που μας ενδιαφέρει σε αυτή την αίτηση, από τον κύριο Κτωρίδη και θα προχωρήσω στην εξέταση της αίτησης και κατά πόσο θα παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα για το υπό στοιχείο (β) της αίτησης ακίνητο ή θα παύσει να ισχύει. Ο δικηγόρος του Ενάγοντα, στην αγόρευσή του, ουσιαστικά επικέντρωσε την προσοχή του στις προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος με ειδική αναφορά στο άρθρο 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, όμως, ως καταδεικνύεται από τις αποφάσεις που αναφέρθηκε, υπονοείται και στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, με ιδιαίτερη μνεία στις παραγράφους εκείνες της ένορκης δήλωσης δηλαδή που συνοδεύει την ένσταση,
(1)που φαίνεται διάζευξη ως προς τα γεγονότα,
(2)ότι το γεγονός ότι το ακίνητο βαρύνεται με υποθήκη δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει κίνδυνος για αποξένωσή του και
(3)ότι τα στοιχεία αυτού και οι λεπτομέρειες φαίνονται στο Τεκμήριο Γ που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Επισημαίνεται δε, για το θέμα της αποξένωσης, ότι ο Εναγόμενος 2 έχει ήδη αποξενώσει τρία από τα τέσσερα ακίνητα, για να καταδείξει, ακριβώς, τον κίνδυνο που υπάρχει για να αποξενωθεί και το ακίνητο υπό στοιχείο (β) που αναφέρεται στην αίτηση. Από την άλλη, ο συνήγορος του Εναγόμενου, στην αγόρευσή του, αφού ουσιαστικά επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται με τους λόγους ένστασης και όσα καταγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει τούτη, με περισσότερες λεπτομέρειες και επίκληση σχετικής νομολογίας, ζητεί όπως ακυρωθεί το διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς και παύσει να ισχύει. Ένας από τους λόγους ένστασης, αποτελεί η θέση ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση έγινε από πρόσωπο άλλο εκτός από τον Ενάγοντα. Αρχίζοντας από την εισήγηση του συνηγόρου του Εναγομένου 2, τουλάχιστον έτσι το εκλαμβάνει το Δικαστήριο, ότι πρέπει να απορριφθεί η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και κατ' επέκταση η αίτηση γιατί δεν δίνεται εξήγηση για το λόγο που προέβη στην ένορκη δήλωση το πρόσωπο αυτό, πρώτα να αναφέρω ότι σε αιτήσεις ενδιάμεσης φύσης πρέπει και αυτές να υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις προσώπων που έχουν προσωπική γνώση των γεγονότων, όμως επιτρέπεται όπως μια ένορκη δήλωση περιέχει δηλώσεις κατόπιν πληροφοριών, νοουμένου ότι εκτίθενται οι πηγές τους (βλ. Δ.39 κ.2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών την υπόθεση Louis Vuitton ν. Δερμοσακ Λτδ κ.α.
(1992)1 ΑΑΔ 1453 και Fashion Box S.P.A. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1858). Η ενόρκως δηλούσα είναι ξεκάθαρο, από την ένορκη δήλωση, ότι ο λόγος που προβαίνει αυτή σε αυτήν είναι γιατί ο Ενάγοντας βρίσκετο στη Ρωσία και δεν ήταν πρακτικά δυνατό να προβεί αυτός στην ένορκη δήλωση. Τα όσα δε αναφέρει είναι από αυτά που γνωρίζει και από αυτά που της έχει αναφέρει ο Ενάγοντας. Ως εκ τούτου κρίνω ότι ο σχετικός λόγος ένστασης δεν μπορεί να ευσταθήσει και απορρίπτεται. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Είναι βασική αρχή του δικαίου ότι το Δικαστήριο αποφασίζει τις διαφορές των μερών, αφού ακούσει όλους τους διαδίκους. Δεν εκδίδει διαταγή πριν ακούσει και το άλλο μέρος. Αυτό εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα «audi alteram partem». Κατά παρέκκλιση, όμως, ο νομοθέτης για επείγουσες περιπτώσεις ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, για να είναι αποτελεσματική η θεραπεία, επιτρέπει την έκδοση Διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Αυτό προβλέπεται στο άρθρο 9 εδάφιο
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Σημειώνω εδώ ότι το άρθρο 4 του Κεφ. 6 έχει σχέση με έκδοση Διαταγμάτων που σχετίζονται με το αντικείμενο της αγωγής. Το άρθρο 5 του Κεφ. 6 εξουσιοδοτεί την έκδοση Διατάγματος αναφορικά με ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του Εναγομένου ή σε σχέση με την οποία ο Εναγόμενος δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης και βέβαια δεν αναφέρεται σε ακίνητη περιουσία που είναι το αντικείμενο της Αγωγής. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στο Δικαστήριο πιο πλατιά εξουσία που δεν υποβάλλεται σε περιορισμούς αναφορικά με το ποιο μπορεί να είναι το αντικείμενο ή το περιεχόμενο του Διατάγματος. Εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις, στις οποίες θα αναφερθώ κατωτέρω, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει, σε κάθε πολιτική διαδικασία οιονδήποτε Παρεμπίπτον Διάταγμα, απαγορευτικό ή προστακτικό, αν αυτό κρίνεται δίκαιο και πρόσφορο. Αυτή η γενική διατύπωση του άρθρου 32 έχει ερμηνευθεί με τρόπο που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν εξαιρούνται από τα Διατάγματα που μπορούν να εκδοθούν δυνάμει του άρθρου 32, τα Διατάγματα που προσδιορίζονται ρητά από τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6 (βλ. Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231 και Kyriacos A. Lakatamitis v. Georghios Theodorou
(1983)1 CLR 520). Συνεπώς, θα εξεταστεί η Αίτηση στα πλαίσια του άρθρου 4 του Κεφ. 6 και του άρθρου 32 του Ν.14/60. Για την επιτυχή κατάληξη της Αίτησης, δυνάμει του αναφερθέντος άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο αναφέρεται σε οιονδήποτε Παρεμπίπτον Διάταγμα, πρέπει να πληρούνται οι εξής τρεις προϋποθέσεις: (A) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (Β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. (Γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (Βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.ά
(1982)1 CLR 557). Τέλος, εάν πληρούνται οι τρεις αυτές προϋποθέσεις κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 152). Το άρθρο 32 του Ν.14/60 ερμηνεύτηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι αρχές που τέθηκαν απ' αυτές τις αποφάσεις είναι τόσο σαφείς που δεν χρειάζεται εκτενής αναφορά στις εν λόγω υποθέσεις. Αρκούμαι να αναφέρω μερικές απ' αυτές όπως, για παράδειγμα, τις εξής: Karydas Taxi Co Ltd v. Andreas Komodikis
(1975)1 CLR 321, Loucas Papastratis v. Glafkos Petrides
(1979)1 CLR 231, The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, Loizos Stavrinou v. Stavros Chr. Asproghenis
(1985)1 CLR 341, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Χ''Βασίλη
(1989)1(E) ΑΑΔ 152, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 255, Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(Α) ΑΑΔ 225, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.α.
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 2015, Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. v. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 ΑΑΔ 280, Αντώνης Ανδρέου v. Colossos Sings Ltd
(2009)1 AAΔ 1040, Χριστόφορος Κίτσιος κ.ά. v. A. C. Kitsios Motors Ltd κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 1262, Νέστωρας Κυριακίδης v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2011)1(Β) 1 ΑΑΔ 816, Προκόπης Μελανθίου v Μελάνθης Μελανθίου
(2011)1(Γ) 1 ΑΑΔ 2342 και Μάριος Αποστόλου v. Ροδούλας Ιωάννου,
(2012)1(Α) 1 ΑΑΔ 604. Από την υπόθεση Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδη Θεωρή (ανωτέρω), παραθέτω το εξής απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό το Νόμου έχει εξεταστεί επανειλημμένα από το Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates Ltd & other
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται τέτοιου αιτήματος πρέπει να αποφεύγει να κρίνει την ουσία της αγωγής. Η προσέγγιση της μαρτυρίας έχει ως σκοπό μόνο τη διακρίβωση της ύπαρξης ή μη των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα (βλ. The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263). (A) ΣΟΒΑΡΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΡΟΣ ΕΚΔΙΚΑΣΗ Σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. (B) ΟΡΑΤΗ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής (βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.ά
(1982)1 CLR 557 και Μαργαρίτα Χρίστου Πουργουρίδη κ.ά. v. Θέμιδος Βάσου Μέζου κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 201, σελ. 207). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα κ.ά. v. Άννα Χρυσάνθου κ.ά
(1996)1 ΑΑΔ 253, 257-8). (Γ) ΔΥΣΚΟΛΟ Ή ΑΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΑΠΟΝΕΜΗΘΕΙ ΠΛΗΡΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΕ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΟ ΣΤΑΔΙΟ ΕΑΝ ΔΕΝ ΕΚΔΟΘΕΙ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ Η προϋπόθεση, όπως φαίνεται και από την επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60 και όπως εξηγήθηκε στις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι το κατά πόσο «θα είναι δύσκολο ή αδύνατο ν' απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο» αν δεν δοθεί το αιτούμενο Διάταγμα και ο Αιτητής επιτύχει τελικά στην αγωγή του. Μια τέτοια περίπτωση είναι όταν ο Ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι δεν είναι δυνατός ο υπολογισμός. Μια άλλη περίπτωση είναι εκείνη όταν η οικονομική κατάσταση του Εναγομένου είναι τέτοια που αν δεν εμποδιστεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας θα είναι δύσκολο για τον ενάγοντα η εκτέλεση της απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί υπέρ του. Επίσης το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να εκδώσει ή όχι ένα Προσωρινό Διάταγμα, την αρχή ότι είναι ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με αυτήν της Αγωγής έτσι ώστε ν' αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα δύο φορές (βλ. γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, παράγρ. 763, Frixos Michael v. Brevinos Limited
(1969)1 CLR 578 και Chandubhai Bhimjiyani v. Solon Gregoriou
(1980)1 CLR 14). Το βάρος είναι στον Αιτητή για να δικαιολογήσει τη συνέχιση ενός Διατάγματος που εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση (βλ. Αίτηση για ένταλμα Certiorari Αναφορικά με την Αίτηση του Χάρη Φεσά
(1990)1 ΑΑΔ 704 και Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1453). Εκεί που φαίνεται ότι κατά την αρχική έκδοση του Προσωρινού Διατάγματος δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων το Δικαστήριο μπορεί με βάση αυτό και μόνο το λόγο ν' αρνηθεί τη συνέχιση του Προσωρινού Διατάγματος (βλ. The Attorney General of the Republic κ.ά. (No.2) v. George Savvides
(1979)1 AAΔ 349, σελ. 367-371, Brink´s Mat Ltd v. Elcombe and others
(1988)1 WLR 1350, σελ. 1356-1357, που υιοθετήθηκαν και στις υποθέσεις Χριστιάνα Στυλιανού v. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1 ΑΑΔ 583 και Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Σταύρου Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248 σελ. 285-266). Στην τελευταία υπόθεση, σελ. 264-265 το Δικαστήριο για το θέμα αυτό ανέφερε τα εξής: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση.» Αυτό το οποίο διαπιστώνεται από τα πιο πάνω είναι ότι η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Δηλαδή δεν είναι μόνο η περίπτωση που ένας Αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα που τυγχάνει εφαρμογής αυτή η αρχή, αλλά επεκτείνεται και στις περιπτώσεις εκείνες που τα γεγονότα εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλιπής και/ή παραπλανητικός, ανεξάρτητα αν τούτο γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο διότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο (βλ. μεταξύ άλλων The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, σελ. 267-8, Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Σταύρου Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248, σελ. 269-270, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 799 και Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788). Τα ίδια ειπώθηκαν και σε μεταγενέστερες αποφάσεις (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka D.D.
(1999)1 ΑΑΔ 225, απόφαση πλειοψηφίας T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 2015. Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation (ανωτέρω), ο πρώην Εφέτης, κ. Νικολάου, διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό Διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεών μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά.» Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.α. (ανωτέρω), ο έντιμος Δικαστής κ. Καλλής υιοθέτησε το πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation (ανωτέρω) και παράπεμψε επίσης στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. v. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1653, όπου λέχθηκε ότι: «. το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδώσει το Διάταγμα αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης.» Στην υπόθεση Recnex Trading Limited κ.ά. ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ, Πολιτική Έφεση 71/11, ημερομηνίας 16/04/14, αναφέρεται ότι: «Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.» Στην υπόθεση Κώστας Χατζήγαβριηλ κ.ά. ν. Επενδυτικού Συγκροτήματος Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνοικο Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 606, εξετάζοντας το θέμα του κατεπείγοντος λέχθηκε ότι: «η καθυστέρηση των σχεδόν επτά μηνών έδειχνε ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε το επείγον, παρατηρούμε ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία που συνόδευε την αίτηση, το χρέος ως λίγο πριν από την αγωγή δεν αμφισβητείτο και μάλιστα έγινε από τον 1ον εφεσείοντα προς την εφεσίβλητη πρόταση σταδιακής πληρωμής αλλά στο τέλος υπήρξε εκ μέρους του υπαναχώρηση με την αποποίηση ή άρνηση ευθύνης, οπότε κινήθηκε η αγωγή. Το ότι λοιπόν δεν κινήθηκε η αγωγή νωρίτερα δικαιολογείτο από το ότι οι σχέσεις και οι αντίστοιχες τοποθετήσεις των μερών δημιουργούσαν κατά τα φαινόμενα εύλογα την προσδοκία εξώδικης διευθέτησης, η οποία πρέπει βέβαια να ενθαρρύνεται. Όταν, κατόπιν μεταβολής στη στάση του 1ου εφεσείοντος εμφανίστηκε αδιέξοδο και κατέστη αναπόφευκτη η καταχώριση της αγωγής, πρόβαλλε τότε φυσιολογικά υπαρκτός και άμεσος ο κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων προς τα οποία στρεφόταν η μονομερής αίτηση για εξασφάλιση πληρωμής σε περίπτωση επιτυχίας στην αγωγή. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μας, να επικριθεί ο χειρισμός στον οποίο προέβη το Επαρχιακό Δικαστήριο.» Ίδια ήταν η προσέγγιση και στην απόφαση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 ΑΑΔ 280, στην οποία αναφέρθησαν τα πιο κάτω: «.οι εφεσείοντες κατά τον υπολογισμό του διαρρεύσαντος χρόνου παραλείπουν να αναφερθούν στην ανταλλαγείσα αλληλογραφία που έγινε σε μια προσπάθεια επίλυσης των διαφορών τους, η οποία πήρε κάποιο χρόνο. Παραβλέπουν ακόμα ένα σημαντικότατο παράγοντα ότι η επίκληση της αρχής της επιείκειας για καθυστέρηση (laches) προϋποθέτει, πρώτον, μη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας και δεύτερο, οι συνέπειες που προκάλεσε η καθυστέρηση να καθιστούν την παροχή της αιτούμενης θεραπείας άδικη (βλέπε I.C.F. Spry, The Principles of Equitable Remedies, 4η έκδοση, σελ.223). Στην παρούσα υπόθεση καταλήγουμε ότι δεν υπήρξε μη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας, ενώ δεν υποστηρίκτηκε καν από τους εφεσείοντες ότι υπέστηκαν οποιαδήποτε αρνητική συνέπεια από την καθυστέρηση.» Στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Limited ν. Σκυροποιΐα «Λεωνίκ» Λίμιτεδ
(2001)1 ΑΑΔ 785, αναφέρθηκε ότι: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μή ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. (Βλ. Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελ. 525). Έχουμε υπόψη την Κυριάκος Παναγιώτου ν. Σταυρινής Κολλάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1306. Εκεί έγινε αναφορά σε πρόθεση αποξένωσης αλλά αυτή ήταν η μαρτυρία που υπήρχε και δεν απασχόλησε τέτοιο θέμα. Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοΐζου Π. στην Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα "ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μή μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων".» Επειδή έχει αναφερθεί και έχει επικληθεί το θέμα του κατεπείγοντος ως λόγος για τη μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, αναφέρω ότι σε αυτή την περίπτωση κατεφάνη εκ των πραγμάτων ότι, πριν από την επίδοση της αγωγής, ο Εναγόμενος 2 αποξένωσε τρία από τα τέσσερα ακίνητα που είχε, κάτι που καταδεικνύει, μαζί με αυτό που αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι είχε γίνει συζήτηση με αυτόν και τον Ενάγοντα, για το θέμα της οφειλής του προς τον Ενάγοντα, ότι η έκφραση ανησυχίας για αποξένωση των ακινήτων του, που εκδηλώθηκε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, επιβεβαιώθηκε. Και επομένως ο λόγος αυτός της ένστασης απορρίπτεται. Πριν αναφερθώ στις προϋποθέσεις έκδοσης του απαγορευτικού διατάγματος, θεωρώ ότι θα πρέπει να εξετάσω και τους λόγους που δεν σχετίζονται με τις προϋποθέσεις, όπως είναι ο πρώτος λόγος ένστασης, ότι η αίτηση είναι παράτυπη και/ή καταχρηστική, γιατί ο Ενάγοντας βρίσκεται σε πλάνη σχετικά με τα πραγματικά γεγονότα και/ή περιστάσεις που αφορούν στην επίδικη διαφορά μεταξύ των διαδίκων. Δεν έχω αντιληφθεί πώς θα μπορούσε να είναι παράτυπη ή καταχρηστική η αίτηση όταν έχει ως βάση το γραμμάτιο που έχω αναφέρει προηγουμένως. Ούτε και έχει καταδειχθεί κάτι σε σχέση με την ίδια την αίτηση που να έχει το στοιχείο της παρατυπίας. Όσον αφορά το δεύτερο λόγο ένστασης, που ουσιαστικά επαναλαμβάνονται τα δύο πιο πάνω, δηλαδή η παρατυπία και η κατάχρηση, αυτά τα στηρίζει στο θεμελιώδες Συνταγματικό δικαίωμα να απολαμβάνει απρόσκοπτη χρήση της περιουσίας του και περιουσίας της οποίας είναι ο νόμιμος κάτοχος και/ή ιδιοκτήτης. Όμως με την έκδοση του διατάγματος δεν παύει να έχει το δικαίωμα χρήσης και κατοχής ο ιδιοκτήτης. Εκείνο το οποίο περιορίζεται είναι η αποξένωση με οιονδήποτε τρόπο, που ας λεχθεί ότι δεν αναφέρεται πουθενά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ότι αυτό το δικαίωμα της κυριότητας θα επηρεαστεί με οποιοδήποτε τρόπο, όπως π.χ. ότι βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις για την άμεση πώλησή του και θα επηρεάζετο με αυτόν τον τρόπο το ίδιο το δικαίωμα. Όσον αφορά τον τρίτο λόγο ένστασης, αυτός έχει καλυφθεί από την απόσυρση και μη επιζήτηση, πλέον, του διατάγματος για τα τεμάχια υπό στοιχεία (α), (γ) και (δ) της αίτησης, εκ μέρους του Ενάγοντα. Όσον αφορά τον τέταρτο λόγο της ένστασης, που σχετίζεται με το κτήμα που είναι υποθηκευμένο και ότι ένεκα τούτου δεν συντρέχει πραγματικός λόγος αποξένωσης, δεν με βρίσκει σύμφωνο αφού, τυχόν καταβολή του ποσού ή οποιασδήποτε άλλης διευθέτησης, αυτό μπορεί να αποξενωθεί. Επομένως απορρίπτεται και αυτός ο λόγος ένστασης. Ούτε βέβαια ο πέμπτος λόγος ένστασης μπορεί να βρει έρεισμα, αφού δεν επηρεάζεται το δικαίωμα του προσώπου, για το οποίο έχει υποθηκευθεί το ακίνητο, σε περίπτωση συνέχισης της ισχύς του διατάγματος, αφού κατοχυρώνεται πλήρως αυτό με βάση το Νόμο. Άρα απορρίπτεται και αυτός ο λόγος ένστασης. Όσον αφορά τον έκτο λόγο ένστασης, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5
(3)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, κρίνω ότι θα ήταν ορθό να καταγραφεί αυτό, το οποίο έχει ως εξής: «Κάθε διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου αυτού πρέπει να ορίζει, εφόσον είναι πρακτικά δυνατό, τη θέση, τα όρια, την έκταση και τη φύση της ιδιοκτησίας που επηρεάζεται από αυτό.» Πέραν του γεγονότος ότι στο Τεκμήριο Γ, που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, γίνεται περιγραφή του ακινήτου, κρίνω ότι δεν θα χρειάζετο οτιδήποτε πέραν από τα στοιχεία που φαίνονται σε αυτό και οτιδήποτε άλλο πέραν από τα στοιχεία που φαίνονται στο Τεκμήριο Γ, κρίνω ότι δεν θα ήταν πρακτικά εφικτό. Όσον αφορά τον έβδομο λόγο ένστασης, αυτός θα φανεί στο τέλος όταν θα αποφασίσει το Δικαστήριο και για τις υπόλοιπες προϋποθέσεις. Όσον αφορά τον όδγοο λόγο ένστασης, αυτός ήδη έχει απαντηθεί, όπως και οι λόγοι 9, 10 και 12 της ένστασης. Σε σχέση με τον ενδέκατο λόγο ένστασης, στο μέρος που σχετίζεται με το γεγονός ότι δεν αναφέρεται στην ένορκη δήλωση ότι ο Εναγόμενος 2 είναι κατά ½ ιδιοκτήτης του τεμαχίου υπό στοιχείο (β) της αίτησης, αυτό αναφέρεται και καταδεικνύεται με σαφήνεια από το Τεκμήριο Γ και βέβαια όταν εκδίδεται ένα διάταγμα, συμπεριλαμβάνει μόνο το μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που ανήκει σε αυτόν εναντίον του οποίου εκδίδεται το διάταγμα. Σε ότι αφορά τον δέκατο τρίτο λόγο ένστασης, ότι η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη, φαίνεται από την αίτηση ότι αυτή στηρίζεται στο άρθρο 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 και στο άρθρο 32 του Ν.14/60, ενώ από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και το Τεκμήριο Α καταδεικνύονται και τα γεγονότα που στηρίζουν αυτήν. Ως εκ τούτου απορρίπτεται αυτός ο λόγος ένστασης. Σε σχέση με τον δέκατο τέταρτο λόγο ένστασης, ο οποίος ουσιαστικά είναι ο ίδιος με αυτόν που αναφέρεται στον δέκατο τρίτο λόγο ένστασης, έχει απαντηθεί. Όσον αφορά το δέκατο πέμπτο λόγο ένστασης, αυτόν θα τον εξετάσω μαζί με το λόγο που έχει αναφερθεί προηγουμένως. Για τον δέκατο έκτο λόγο ένστασης, πρέπει να πω ότι όλα τα σχετικά στοιχεία με την υπό κρίση αίτηση έχουν αποκαλυφθεί εκ μέρους του Ενάγοντα και τίποτε δεν έχει αφήσει πίσω που να μπορεί να παραπλανηθεί το Δικαστήριο. Επομένως απορρίπτεται και αυτός ο λόγος ένστασης. Ο δέκατος έβδομος λόγος ένστασης είναι επανάληψη άλλων, εκτός στο μέρος εκείνο που αναφέρεται ότι, δεν αποδεικνύεται ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, δεν θα μπορεί στη συνέχεια να απονεμηθεί δικαιοσύνη, το οποίο θα το εξετάσω στη συνέχεια. Βλήθηκε εκ μέρους του Εναγομένου 2 ακόμη και η πρώτη προϋπόθεση, η μη ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Ως, από τη νομολογία ,καταδεικνύεται, εκείνο που το Δικαστήριο εξετάζει είναι κατά πόσο διαφαίνεται ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση, με βάση τις έγγραφες προτάσεις, που σε αυτήν την περίπτωση, χωρίς αμφιβολία, το γραμμάτιο συνήθους τύπου που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και φέρεται να έχει την υπογραφή του Εναγόμενου 2 ως εγγυητή, του οποίου αναφορά γίνεται στην Έκθεση Απαίτησης, υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση. Επομένως, η πρώτη προϋπόθεση πληρείται. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, με βάση το Τεκμήριο Α, που αποτελεί το γραμμάτιο συνήθους τύπου, στο βαθμό που τώρα το Δικαστήριο εξετάζει την αίτηση και στα πλαίσια αυτής, έστω και αν υπήρχε άλλη θέση εκ μέρους του Εναγομένου 2, ότι τούτο αποτελεί προϊόν εξαναγκασμού, που ας σημειωθεί διαζευκτικά αναφέρει ο Εναγόμενος 2 ότι δεν υπέγραψε τέτοιο έγγραφο, κάτι το οποίο δεν μπορεί να γίνεται σε ένορκη δήλωση, αφού τούτα αποτελούν γεγονότα, επισημαίνοντας ότι το Δικαστήριο δεν θα προβεί τώρα στην επίλυση των ουσιαστικών διαφορών μεταξύ των δύο πλευρών, κατά την κρίση του Δικαστηρίου υπάρχει, με βάση αυτό το Τεκμήριο Α, ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Έπεται ότι και αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. Ερχόμενος τώρα στην τρίτη προϋπόθεση, ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα, θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν είναι μόνο το κατά πόσο μπορεί να υπολογιστεί η ζημιά σε χρήμα αλλά είναι και άλλοι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση μπορούν να επισημανθούν στο γεγονός ότι ο Εναγόμενος 2, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, σε κανέναν σημείο δεν αναφέρεται πώς θα μπορούσε σε περίπτωση που ο Ενάγοντας επιτύχει στην αγωγή του να τον αποζημιώσει, αφού ούτε κατά πόσο έχει εργασία και τι μισθό παίρνει αναφέρει, ούτε ότι έχει άλλη, εκτός από αυτήν, ακίνητη περιουσία, ούτε ότι έχει τέτοια ευμάρεια και τέτοια οικονομική ικανότητα που να μπορεί να τον αποζημιώσει, σε περίπτωση που ο Ενάγοντας επιτύχει στην αγωγή του. Επομένως πληρείται και αυτή η προϋπόθεση. Όσον αφορά το κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, λαμβάνονται διάφοροι παράγοντες υπόψη, μεταξύ άλλων, όπως είναι το status quo, το κατά πόσο ο ένας εκ των δύο θα επηρεαστεί περισσότερο από τον άλλο ή ο ένας εκ των δύο μπορεί να αποζημιώσει τον άλλον, που στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Ενάγοντας φαίνεται να μπορεί, αφού είχε την οικονομική δυνατότητα να παραχωρήσει δάνειο στον Εναγόμενο 1 ύψους $180.000 συν άλλων €4.400, ενώ, από την άλλη, ο Εναγόμενος 2 δεν φαίνεται να έχει τέτοια ικανότητα και επίσης ότι δεν θα επηρεαστεί με οποιονδήποτε τρόπο οιονδήποτε δικαίωμά του που σχετίζεται με την ιδιοκτησία της ακίνητης περιουσίας, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας βαρύνει υπέρ του Ενάγοντα. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να αναλύσω και να εξηγήσω κρίνω ότι ο Ενάγοντας-Αιτητής έχει επιτύχει να καταδείξει ότι το διάταγμα θα πρέπει να συνεχίσει να βρίσκεται σε ισχύ όσον αφορά το ακίνητο υπό στοιχείο (β) της αίτησης. Κατά συνέπεια εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος 1(β) της αίτησης, πλέον €1.200 έξοδα, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, υπέρ του Ενάγοντα-Αιτητή και εναντίον του Εναγομένου 2-Καθ' ου η Αίτηση, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.