← Κύπρος

Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Δημήτρη Προκοπίου κ.α., Αρ.Αγωγής: 5989/07, 22/1/2016

Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Δημήτρη Προκοπίου κ.α., Αρ.Αγωγής: 5989/07, 22/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 5989/07 Μεταξύ: Minerva Financial Services Ltd Ενάγουσας και

  1. Δημήτρη Προκοπίου
  2. Ανδρέα Μαυροκέφαλου
  3. Νικόλα Ζορλάκη
  4. Κυριάκου Χριστοφόρου Εναγομένων Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 18.9.2007 Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ Ενάγουσας και 1.Δημήτρη Προκοπίου
  5. Ανδρέα Μαυροκέφαλου
  6. Νικόλα Ζορλάκη
  7. Κυριάκου Χριστοφόρου Εναγομένων 22 Ιανουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Ντίνος Παπαδόπουλος και κα Λουκία Δικωμίτου. Για τον Εναγόμενο 3: κ. Ανδρέας Ταμάσιος. _____________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα εταιρεία, διεκδικεί από τον εναγόμενο 3 υπό την ιδιότητα του εγγυητή, ποσό ΛΚ98.784,74 σεντ πλέον τόκο προς 9% από 1.1.2007 δυνάμει γραμματίου και/ή συναλλαγματικής και/ή χρεωστικού ομολόγου και/ή γραπτής αναγνώρισης χρέους (εφεξής το Γραμμάτιο). Είναι η θέση της ενάγουσας, ότι, κατά ή περί τις 30.12.1989, ο εναγόμενος 1 (ασφαλιστικός της αντιπρόσωπος), υπό την εγγύηση των εναγόμενων 2, 3 και 4, υπέγραψε γραμμάτιο για το ποσό των £50.000 πλέον τόκο προς 9% από 30.6.
  8. Το αντάλλαγμα του Γραμματίου ήταν η ισόποση πίστωση χρεωστικού λογαριασμού και/ή οφειλής του εναγομένου 1 προς την ενάγουσα, η οποία προέκυψε στα πλαίσια της συνεργασίας τους, από την από μέρους του είσπραξη ασφαλίστρων για λογαριασμό της, τα οποία όφειλε να της καταβάλει. Το εν λόγω Γραμμάτιο ήταν πληρωτέο με 18 ισόποσες μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης την 31.1.1990 μέχρι εξοφλήσεως την 30.6.
  9. Οι εναγόμενοι, παρά τις οχλήσεις, δεν κατέβαλαν κανένα ποσό έναντι του χρέους με αποτέλεσμα ολόκληρο το ποσό του Γραμματίου να καταστεί πληρωτέο και απαιτητό με τόκο 9% από 30.6.1991, εξ ου και η υποβολή, της από μέρους της ενάγουσας, απαίτησης. Στην Υπεράσπιση του, ο εναγόμενος 3 πέραν της άρνησης των κύριων ισχυρισμών της ενάγουσας, προβάλλει και διάφορες θέσεις, ως επί τω πλείστο νομικές. Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, ισχυρίζεται (α) ότι η ενάγουσα κωλύεται (is estopped) από το να προβάλλει απαίτηση εναντίον του εναγομένου 3 διότι για 16 συνεχόμενα έτη δεν έλαβε κανένα απολύτως μέτρο με αποτέλεσμα, τώρα, λόγω παρέλευσης αυτού του μεγάλου χρονικού διαστήματος, να παραβιάζονται τα συνταγματικά του δικαιώματα, (β) το Γραμμάτιο είναι άκυρο συνεπεία παρανομίας, ήτοι, αποτελεί, από μέρους της ενάγουσας, παράνομη άσκηση τραπεζικών εργασιών, (γ) η εγγύηση είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη διότι εξασφαλίστηκε χωρίς οποιαδήποτε αντιπαροχή και (δ) η συγκατάθεση του εναγόμενου 3 για παραχώρηση της κατ' ισχυρισμό εγγύησης, ήταν το αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων. Οι ψευδείς παραστάσεις συνίσταντο, κυρίως, στο ότι εκπρόσωπος της ενάγουσας, τον διαβεβαίωσε ότι το εν λόγω Γραμμάτιο, θα εξοφλείτο από προμήθειες που εδικαιούτο να λάβει ο εναγόμενος 1 από τη σύναψη/ανανέωση ασφαλιστικών συμβολαίων. Στην Απάντηση της, η ενάγουσα εμμένει στις κύριες της θέσεις, προσθέτοντας όμως ότι συμφώνησε με τον εναγόμενο 1 να αποκόπτονται οι προμήθειες που εδικαιούτο, αλλά όχι προς εξόφληση του επίδικου Γραμματίου, αλλά προς εξόφληση άλλων χρεωστικών του λογαριασμών. Εν πάση περιπτώσει, οποιαδήποτε τέτοια συμφωνία δεν επηρεάζει τα επίδικα θέματα. Στο πλαίσιο αυτό, ακόμα και αν έγιναν παραστάσεις προς τον εναγόμενο 3 (τις οποίες αρνείται), δεν έγιναν από την ενάγουσα και/ή δεν έπρεπε να επηρεάσουν την κρίση του εναγόμενου 3 ως προς την υπογραφή του Γραμματίου - το οποίο υπεγράφη έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος. Με βάση την πιο πάνω δικογραφημένη εικόνα των πραγμάτων, η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Κατέθεσαν τρεις μάρτυρες. Η Μαρία Καραολιά - υπεύθυνη του λογιστηρίου της ενάγουσας (Μ.Ε.1), ο Μιχάλης Μυλωνάς - εκτελεστικός διευθυντής της ενάγουσας (Μ.Ε.2) και ο Νικόλας Ζορλάκης - εναγόμενος 3 (Μ.Υ.1). Η Μ.Ε.1 κατέθεσε και δύο τεκμήρια, το επίμαχο Γραμμάτιο (τεκμήριο 1) και κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 2). Αναφορά σε επιμέρους, σημαντικές πτυχές της μαρτυρίας, θα γίνει στη συνέχεια, κατά την αποτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Μετά το πέρας της μαρτυρίας, σειρά πήραν οι δικηγόροι για να παραθέσουν την επιχειρηματολογία τους. Αμφότεροι, ετοίμασαν, υιοθέτησαν και κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις, με τον κ. Παπαδόπουλο να προβαίνει και σε κάποιες προφορικές διευκρινήσεις και αναφορές. Η Θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του εναγόμενου 3, κ. Ταμάσιου, ως αναπτύσσεται μέσα από την πολυσέλιδη και εμπεριστατωμένη του αγόρευση, είναι ότι η υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί για διάφορους λόγους. Ο πρώτος - εν συντομία - είναι, ότι, ελλείπει μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι ο εναγόμενος 3 υπέγραψε το επίδικο Γραμμάτιο (τεκμήριο 1). Ο δεύτερος, πως, ακόμα και αν έχει αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος 3 υπέγραψε το επίδικο Γραμμάτιο, δεν έχει αποδειχθεί το ύψος της οφειλής. Τούτο οφείλεται στην απουσία επεξήγησης της κατάστασης λογαριασμού (τεκμήριο 2). Ο τρίτος - ο οποίος τίθεται διαζευκτικά - είναι πως ακόμα και αν ο εναγόμενος 3 υπέγραψε το τεκμήριο 1, η υπογραφή του είναι το προϊόν ψευδών παραστάσεων, αφού του αναφέρθηκε, ότι, η ενάγουσα θα δάνειζε στον εναγόμενο 1 τις £50.000 σε μετρητά (τούτο αναφέρεται και στο Γραμμάτιο) και ότι, οι δόσεις του Γραμματίου, θα πληρώνονταν με την αποκοπή των προμηθειών που θα εδικαιούτο κατά καιρούς ο εναγόμενος
  10. Η Θέση του κ. Παπαδόπουλου είναι, ότι, από την προσαχθείσα μαρτυρία, έχει αποδειχθεί η απαίτηση της ενάγουσας και θα πρέπει ως εκ τούτου να εκδοθεί απόφαση υπέρ της. Στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας του, χαρακτήρισε τον εναγόμενο 3 αναξιόπιστο, καλώντας το Δικαστήριο να απορρίψει τη μαρτυρία του. Συνάμα σχολίασε τα νομικά επιχειρήματα της πλευράς του εναγομένου 3, απορρίπτοντας τα ως αβάσιμα και ανεδαφικά. Προτού καταπιαστώ με την αξιολόγηση της μαρτυρίας, την εξαγωγή συμπερασμάτων και την έκδοση της ετυμηγορίας μου, θα πρέπει να γίνει μια σύντομη αναφορά στο νομικό καθεστώς του τεκμηρίου 1, στοιχείο το οποίο είναι σημαντικό ως προς τις υπερασπίσεις που δύναται να προβληθούν. Το τεκμήριο 1 δεν είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου και τούτο διότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  11. Συγκεκριμένα, σε αντίθεση με τις προϋποθέσεις του Νόμου, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι υπεγράφη στην παρουσία δύο τουλάχιστον μαρτύρων. Μόνο ο κ. Μαννούρης φαίνεται να υπογράφει ως μάρτυρας και να επιμαρτυρεί την υπογραφή των οφειλετών. Το γραμμάτιο συνήθους τύπου αποτελεί την υπέρτατη μορφή γραμματίου και ως τέτοιο προσφέρει πολλά πλεονεκτήματα στον δικαιούχο, για παράδειγμα, το περιεχόμενο του αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που αναφέρονται σ' αυτό, εξ ου και η ανάγκη να τηρούνται απόλυτα οι τυπικότητες του άρθρου 78 (βλ. Φουλή v. Μιχαήλ

(2005)1 Α.Α.Δ. 1144). Ομοίως, είναι πολύ περιορισμένες οι υπερασπίσεις που δύνανται να προβληθούν προς αντίκρουση ενός τέτοιου γραμματίου. Εξαντλούνται ουσιαστικά στον ισχυρισμό για μη υπογραφή του γραμματίου ή για υπογραφή υπό συνθήκες απάτης ή εξαναγκασμού. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει εκφραστεί, δικογραφικά ή άλλως πως, η φιλοδοξία όπως το επίδικο Γραμμάτιο κριθεί ως γραμμάτιο συνήθους τύπου. Τουναντίον περιγράφεται ως γραμμάτιο και/ή συναλλαγματική και/ή χρεωστικό ομόλογο και/ή γραπτή αναγνώριση χρέους. Κατ' ουσία πρόκειται για Γραμμάτιο υπό την έννοια του εδάφιο
(1)του άρθρου 83 του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262, το οποίο προβλέπει τα εξής: "
(1)Γραμμάτιο σε διαταγή είναι η χωρίς όρους γραπτή υπόσχεση που παρέχεται από έναν πρόσωπο σε άλλο υπογεγραμμένη από τον εκδότη ο οποίος υπόσχεται να πληρώσει, εν όψει ή σε ορισμένο προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο, ορισμένο ποσό χρημάτων σε ορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή ορισμένου προσώπου ή στον κομιστή. Αν και αποτελεί επίσης ισχυρό όχημα εξασφάλισης χρέους, δεν υπάρχει νομοθετικός περιορισμός ως προς τις εν δυνάμει υπερασπίσεις και έτσι το Γραμμάτιο εξετάζεται όπως κάθε άλλη σύμβαση. Επιτρέπεται δηλαδή ο έλεγχος των εσωτερικών του διατάξεων και η εξέταση των περιβαλλουσών συνθηκών υπογραφής και γενικά συνομολόγησης του. Στην προκειμένη περίπτωση από τις τέσσερις επιμέρους υπερασπίσεις που προβάλλονται στην Έκθεση Υπεράσπισης και περιγράφονται ανωτέρω υπό στοιχεία (α) - (δ) - κατά την ακρόαση και ειδικά κατά το στάδιο των αγορεύσεων - φαίνεται να εγκαταλείφθηκαν ή εν πάση περιπτώσει δεν υπήρξε επιχειρηματολογία σε σχέση με τις πρώτες τρεις. Και σωστά - κατά την κρίση μου - αφού, η αργοπορημένη καταχώρηση αγωγής δεν συνιστά, χωρίς άλλο, παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων. Ούτε και η απλή παραχώρηση δανείου με ή χωρίς εξασφαλίσεις, συνιστά παράνομη άσκηση τραπεζικών εργασιών (βλ. Έλληνας Χρηματοδοτήσεις Λτδ v. Γιάλλουρου
(2006)1 Α.Α.Δ. 120). Ομοίως η εν γένει ύπαρξη αντιπαροχής, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο - υπό τη συμβατική πάντοτε έννοια του όρου - ουδόλως αμφισβητήθηκε κατά τη διάρκεια της δίκης. Επ' αυτού να επισημάνω ότι σε περιπτώσεις εγγυητών, ως αντιπαροχή δύναται να θεωρηθεί η παραχώρηση του δανείου προς τον πρωτοφειλέτη, η συνέχιση/διατήρηση ενός χρεωστικού λογαριασμού ή ακόμα και η μη λήψη νομικών μέτρων εναντίον του (βλ. Fullerton v. Provincial Bank of Ireland [1903] AC 309). Υπήρξε όμως επιχειρηματολογία σε σχέση με την υπεράσπιση (δ) ενώ αναδείχθηκαν και τα θέματα της υπογραφής του Γραμματίου από τον εναγόμενο 3 και της απόδειξης της υπό διεκδίκηση οφειλής ή εν πάση περιπτώσει της ορθότητας της κατάστασης λογαριασμού (τεκμήριο 2). Τα ζητήματα αυτά θα τα εξετάσω σε συνάρτηση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας που ακολουθεί. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας θα αφορά την ουσία του λόγου των τριών μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον μου. Τους μάρτυρες αυτούς, τους παρακολούθησα με κάθε προσοχή και βάσει των όσων είδα και άκουσα έχω προβεί σε αποτίμηση της αξιοπιστίας τους, στηριζόμενος σε καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης, όπως, την σταθερότητα, ευθύτητα και φυσικότητα των απαντήσεων τους, την ιδιαίτερη σχέση, ανάμειξη και συμφέρον τους στην υπόθεση, την ύπαρξη ή μη ουσιαστικών αντιφάσεων και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Η Μ.Ε.1 από πλευράς ειλικρίνειας μου προξένησε καλή εντύπωση. Δεν έχω αμφιβολία ως προς την αυθεντικότητα του λόγου της. Αναδείχθηκαν δύο σημαντικά στοιχεία σε σχέση με τη μαρτυρία της. Το πρώτο αφορά στην υπογραφή του Γραμματίου (και) από τον εναγόμενο 3. Σε σχέση με αυτό το ζήτημα, θεωρώ ότι είναι επαρκής η μαρτυρία της. Η μάρτυρας, όντως δεν ήταν παρούσα κατά την υπογραφή του Γραμματίου ή τουλάχιστον δεν θυμόταν αν ήταν. Κάτι τέτοιο όμως, δεν είναι απαρέγκλιτο προαπαιτούμενο για απόδειξη υπογραφής επί εγγράφου σε πολιτική αγωγή. Η μάρτυρας αναφέρθηκε εκτενώς στις συνθήκες συνομολόγησης του Γραμματίου και στην υπογραφή του από τους εναγομένους. Ανέφερε ρητά, ότι οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 εγγυήθηκαν τον εναγόμενο 1 για το Γραμμάτιο. Σε άλλο σημείο ανέφερε ότι το Γραμμάτιο υπεγράφη, απλά δεν θυμάται «αν υπόγραψαν» (πληθυντικός) μπροστά της. Αυτές της οι θέσεις, ουδέποτε αμφισβητήθηκαν, είτε με ερώτηση είτε με αντικρουστική υποβολή. Ούτε και προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Συνεπώς, τα ενδεχόμενα και επιχειρήματα που έθεσε ο κ. Ταμάσιος στην αγόρευση του, παραμένουν χωρίς μαρτυρική υπόσταση. Επ' αυτού παραπέμπω στην υπόθεση Frederickou Schools Co. Ltd. κ.α. v. Acuac Inc., Πολ. Έφεση 8266 και 8530, ημερ.10.10.2002 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: "Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα." Συνεπώς, κρίνω ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει αυτή την πτυχή της υπόθεσης της. Το δεύτερο ζήτημα που αναδείχθηκε σε σχέση με τη μαρτυρία της Μ.Ε.1, αφορούσε την κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 2). Επί τούτου, η μαρτυρία της, όπως πολύ ορθά υποδεικνύει ο κ. Ταμάσιος στην αγόρευση του, είναι ανεπαρκής. Μια κατάσταση λογαριασμού δεν αποτελεί εξ ορισμού απόδειξη και των όσων καταχωρήθηκαν σ' αυτή - εκτός και εάν πρόκειται για εκκαθαρισμένο λογαριασμό (account stated). Τα γεγονότα που φέρεται να αναπαραγάγει, θα πρέπει να αποδειχθούν με μαρτυρία (βλ. A.l. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156, Marketrends Insurance Ltd v. Μιχαήλ κ.α, Πολ.Έφεση 11951, ημερ. 27.7.2006 και Ηρακλής Μιχαηλίδης v. Φάνος Ν. Επιφανίου Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 494). Με άλλα λόγια, οι εκάστοτε καταχωρήσεις στον λογαριασμό, δηλαδή οι κατά καιρούς χρεοπιστώσεις - ανεξαρτήτως είδους - καθίστανται επίδικες και θα πρέπει να αποδειχθούν μία προς μία, ούτως ώστε να διαφανεί στο τέλος, ότι, η εικόνα που εκπέμπει η κατάσταση λογαριασμού είναι αυθεντική και όχι παραποιημένη. Στην εδώ περίπτωση, κάθε άλλο παρά έχει γίνει κάτι τέτοιο. Πέραν από κάποιες μεμονωμένες αναφορές, η μάρτυρας δεν εξήγησε τις καταχωρήσεις στην κατάσταση λογαριασμού. Η κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 2) - στην όψη της - είναι και ανακόλουθη μέχρι και ακατανόητη σε κάποια σημεία. Συγκεκριμένα, για 10 συνεχόμενα έτη, από 31.12.1992 μέχρι 31.12.2001 χρεώνεται σταθερός τόκος £4500 ετησίως. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε 9% ετησίως επί του αρχικού ποσού των £50.
  1. Στη συνέχεια - χωρίς εξήγηση και σύνδεση με το τότε υπόλοιπο ή και το αρχικό ποσό χρεώνεται για το έτος 2002 τόκος £
  2. Ακολούθως, για τα έτη 2003-2006, δεν χρεώνεται κανένα ποσό ως επιτόκιο ενώ για το έτος 2007, αιφνίδια, χρεώνεται τόκος £8.890,
  3. Τέλος, για τα έτη 2008-2014, χρεώνεται αυξανόμενο ποσό επιτοκίου κάθε χρόνο, κάτι το οποίο παραπέμπει σε ετήσια κεφαλοποίηση και ανατοκισμό. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, εκτιμώ, υπό μορφή υπόθεσης και μόνο, ότι, η κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 2) παρουσιάζει μια εικόνα όπου για κάποια χρόνια επιβαλλόταν σταθερό επιτόκιο επί του αρχικού ποσού, για κάποια χρόνια δεν επιβαλλόταν κανένα επιτόκιο και για κάποια άλλα επιβαλλόταν επιτόκιο κατόπιν κεφαλοποίησης. 'Ολα αυτά, όμως, χωρίς την προαπαιτούμενη και ουσιαστική επεξήγηση από τη Μ.Ε.
  4. Υπό αυτές λοιπόν τις συνθήκες, δεν είναι δυνατό να γίνει αποδεκτό το τεκμήριο 2 και να «φορτωθεί» στον εναγόμενο 3 το καταληκτικό του υπόλοιπο (€326,760,68) ή και το διεκδικούμενο με την αγωγή ποσό των £98.784,74 πλέον τόκο 9% από 1.1.2007, αφού και αυτό ουσιαστικά, αποτελεί μέρος της ίδιας ανεξήγητης και ατεκμηρίωτης κατάστασης λογαριασμού. Τα μόνα ποσά που παρουσιάζονται στο τεκμήριο 2, για τα οποία δόθηκε εξήγηση είναι οι £1286,29 και τα €2840,83 και €3281,
  5. Πρόκειται για προμήθειες που εδικαιούτο ο εναγόμενος 1, εξήγησε η μάρτυρας, που πιστώθηκαν στον λογαριασμό του Γραμματίου. Αυτή η αναφορά της μάρτυρος, πέραν και έξω από το τεκμήριο 2, θα πρέπει να γίνει δεκτή. Όχι όμως και το ίδιο το τεκμήριο
  6. Σε ότι αφορά τις προεκτάσεις που θα έχει η κατάληξη αυτή για την απαίτηση της ενάγουσας γενικότερα, θα επανέλθω στη συνέχεια. Προς το παρόν, επισημαίνω ότι η Μ.Ε.1 κρίνεται αξιόπιστη και τα λεγόμενα της αποδεκτά, με σημαντική όμως εξαίρεση το τεκμήριο 2 που παρουσίασε. O Μ.Ε.2, χωρίς να προσθέτει οτιδήποτε το ουσιαστικό στην υπόθεση, αναφέρθηκε στις συνθήκες που προηγήθηκαν και ακολούθησαν την υπογραφή του επίδικου Γραμματίου (τεκμήριο 1). Σε σχέση με τις συνθήκες που προηγήθηκαν, υπέπεσε σε μια αντίφαση, που είναι τόσο ουσιαστική, που πλήττεται το θεμέλιο της όλης του μαρτυρίας. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε αρχικά, ότι, προ της υπογραφής του Γραμματίου συναντήθηκε με όλους τους εναγόμενους και συμφώνησαν τα περαιτέρω ενώ στη συνέχεια ανέφερε, αναιρετικά, ότι, τους εγγυητές ουδέποτε τους συνάντησε. Το σχετικό απόσπασμα των πρακτικών διαλαμβάνει ως εξής: A. Είχα συνάντηση μαζί τους. Ε. Για το γραμμάτιο; Α. Για τα υπόλοιπα. Ε. Με ποιους είχατε; Α. Με όλους μαζί. Με τον κ. Ζορλάκη. Ε. Για τα υπόλοιπα τι εννοείτε; Α. Τα υπόλοιπα του Δημήτρη Προκοπίου. Ε. Και; Τι έγινε; Α. Καταλήξαμε στο να εκδοθεί το γραμμάτιο με τη σύμφωνο γνώμη όλων και να συμφωνήσουν όλοι ότι έπρεπε το ποσό που θα έμενε μετά τις οφειλές του Δημήτρη Προκοπίου να πηγαίνουν στο γραμμάτιο των ΛΚ50.000 προς εξόφληση. Από τις προμήθειες αν καλύπτετο ένα ποσό το οποίο ήταν υπόχρεος ο Δημήτρης Προκοπίου να πληρώνει τις ασφάλειες του, τότε το υπόλοιπο ποσό μπορούσε να πιστωθεί στο γραμμάτιο. Στη συνέχεια, κατόπιν ερώτησης και επισήμανσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγομένου 3, κ. Ταμάσιου, αναίρεσε ουσιαστικά την προηγούμενη του αναφορά. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: Ε. Μα εσείς προηγουμένως στη μαρτυρία σας είπατε, είχα συνάντηση μαζί με τον κ. Ζορλάκη και τους άλλους για τα υπόλοιπα. Α. Δεν έκαμα τέτοια μαρτυρία και το γράφουν τα πρακτικά. Δεν εξέφρασα τέτοια άποψη. Προς επίρρωση της αντίφασης, λέχθηκαν στη συνέχεια και τα ακόλουθα: Ε. Αλλά εσείς δεν συναντηθήκατε καθόλου με τους εγγυητές πριν υπογράψουν. Α. Όχι. Ε. Γνωρίζετε αν συναντήθηκε κανένας άλλος; Α. Δεν γνωρίζω. Το μέγεθος της αντίφασης, αναφύεται, όταν αναλογιστεί κανείς ότι, κύριος σκοπός της μαρτυρίας του ή τουλάχιστον ένας από τους κύριους σκοπούς, ήταν να καταδείξει ότι ο εναγόμενος 3 ήταν ενήμερος και συμφώνησε εκ των προτέρων για τα καθέκαστα που αφορούσαν στην υπογραφή του επίδικου Γραμματίου. Η άμεση συνάρτηση της αντίφασης με τον ουσιαστικό αυτό σκοπό, εξουδετερώνει συνάμα και τη μαρτυρία του ως σύνολο. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία του απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Ο εναγόμενος 3 (Μ.Υ.1) δεν μου προξένησε καλή εντύπωση. Χωρίς να θεωρώ τη μαρτυρία του σφαιρικά και συνολικά αναληθή, ήταν έκδηλη και συνεχής η προσπάθεια του να απαλλαγεί ευθύνης, παρουσιάζοντας τον εαυτό του, περίπου, ως το θύμα της όλης συναλλαγής. Στο πλαίσιο αυτό προέβαλε τον ισχυρισμό, ότι, δήθεν, πείστηκε ότι η από μέρους του υπογραφή ενός Γραμματίου για £50.000, ήταν απλά μια τυπική υπόθεση. Ομοίως, ότι, δήθεν, του ειπώθηκε ότι το ποσό του Γραμματίου, θα διδόταν στον εναγόμενο 1 σε μετρητά και θα εξοφλείτο με την κατακράτηση των προμηθειών που εδικαιούτο να λαμβάνει από την ενάγουσα. Δεν εξήγησε όμως με την απαιτούμενη, συγκροτημένη λογική και πειστικότητα, γιατί, η παραχώρηση του δανείου σε μετρητά τον καθησύχαζε σε σημείο που υπέγραψε ως εγγυητής ενώ η παραχώρηση του δανείου υπό την μορφή εξόφλησης υφιστάμενου χρεωστικού υπολοίπου, τον ανησυχούσε τόσο που θα τον απέτρεπε από το να υπογράψει ως εγγυητής. Και τούτο, με δεδομένο (σύμφωνα με τον ίδιο) ότι και στις δύο περιπτώσεις, η εξόφληση θα γινόταν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, δηλαδή με την κατακράτηση και πίστωση του λογαριασμού με τις προμήθειες. Στην πραγματικότητα, φρονώ, τα περί δήθεν παραχώρησης δανείου σε μετρητά στον εναγόμενο 1, τέθηκαν ευκαιριακά, όψιμα και εκ των υστέρων από τον Μ.Υ.1, σε μια προσπάθεια να αποποιηθεί ευθύνης. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσω και τις δήθεν παραστάσεις και διαβεβαιώσεις του κ. Μαννούρη. Έτσι και αλλιώς και να αλήθευαν οι εν λόγω αναφορές του Μ.Υ.1, ουδόλως θα μπορούσε να απαλλαγεί ευθύνης δυνάμει της συμβατικής υπεράσπισης των ψευδών παραστάσεων, καθ' ότι, μεταξύ άλλων, δεν καταδείχθηκε με την αναγκαία στόχευση, η σχέση ενάγουσας και Μαννούρη στο συγκεκριμένο πλαίσιο, ώστε να καθίσταται εκ προστήσεως υπεύθυνη η πρώτη για πράξεις, παραστάσεις και παραλείψεις του δευτέρου. Ομοίως, συμβάσεις που συνομολογούνται ένεκα ψευδών παραστάσεων, είναι απλά ακυρώσιμες και όχι εξ υπαρχής άκυρες (βλ. άρθρο 19
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149 και Γεωργίου κ.α. v. Alpha Concrete Ltd
(2009)1(Β) Α.Α.Δ.1049). Μέχρι το αναίτιο μέρος να λάβει μέτρα για ακύρωση μιας τέτοιας σύμβασης, παραμένει έγκυρη και ισχυρή, παράγοντας έννομα αποτελέσματα. Στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος 3, ενώ κατηγορεί την ενάγουσα για πολύχρονη ολιγωρία, ο ίδιος, κανένα διάβημα δεν έλαβε όλα αυτά τα χρόνια για ακύρωση της σύμβασης. Ούτε καν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής δεν ανταπαιτεί όπως κηρυχθεί άκυρη η σύμβαση (ήτοι το Γραμμάτιο). Με αυτές τις επισημάνσεις λοιπόν, απορρίπτεται και η μαρτυρία του Μ.Υ.
  1. Απορρέει από την πιο πάνω αξιολόγηση, ότι, η μόνη αποδεχθείσα προφορική μαρτυρία είναι αυτή της Μ.Ε.1 και η μόνη έγγραφη, το Γραμμάτιο (τεκμήριο 1). Με βάση αυτή λοιπόν τη μαρτυρία, τα συμπεράσματα, στα οποία μπορώ να καταλήξω είναι τα εξής: Στις 30.12.1989 ο εναγόμενος 1, έναντι της λήψης ποσού £50.000 από την ενάγουσα, υπέγραψε το Γραμμάτιο (τεκμήριο 1). Το ποσό των £50.000 (€85.771,04) καταβλήθηκε στον εναγόμενο 1 με την απευθείας πίστωση υπάρχοντος χρεωστικού λογαριασμού/οφειλής του εναγόμενου 1 προς την ενάγουσα. Η εν λόγω οφειλή προέκυψε από δοσοληψίες που είχε ο εναγόμενος 1 με την ενάγουσα ως ασφαλιστικός της αντιπρόσωπος και αποτελείτο κυρίως από ασφάλιστρα, τα οποία ο εναγόμενος 1 είχε εισπράξει εκ μέρους και δια λογαριασμό της ενάγουσας και όφειλε να της καταβάλει. Κατά την ίδια ημερομηνία, δηλαδή στις 30.12.1989, οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 υπέγραψαν ως εγγυητές το εν λόγω Γραμμάτιο. Συμφώνως των όρων του εν λόγω Γραμματίου, το δάνειο θα ήταν πληρωτέο δια 18 μηναίων δόσεων, της πρώτης πληρωτέας την 30.1.1990 και εν πάση περιπτώσει πλήρης εξόφληση θα έπρεπε να επέλθει μέχρι τις 30.6.
  2. Αν και το Γραμμάτιο κατέστη πληρωτέο, δεν καταβλήθηκε από τους εναγόμενους κανένα ποσό έναντι της οφειλής. Ωστόσο, κατά το 2006 πιστώθηκε στον λογαριασμό του Γραμματίου ποσό £1.286,29 (€2.206.53), το 2009 ποσό €2.840,83 και το 2010 ποσό €3.281,
  3. Τα ποσά αυτά ήταν προμήθειες που εδικαιούτο ο εναγόμενος 1, αλλά αντί να του καταβληθούν, κατακρατήθηκαν και το αντίστοιχο ποσό πιστώθηκε στον λογαριασμό του Γραμματίου. Σε σχέση με το επιτόκιο αναφέρονται στο Γραμμάτιο τα εξής: «Η πληρωμή του άνω ποσού ομού μετά τόκου από 30.6.91 προς εννέα τοις εκατόν 9% ετησίως θα γίνει...» Και σε άλλο σημείο τα εξής: «Μετά την 30.6.91 ενδεχομένως οιονδήποτε υπόλοιπο θα φέρει τόκο @ 9% μέχρι πλήρους εξόφλησης» Από τα πιο πάνω ευρήματα, προκύπτει ότι, δυνάμει του Γραμματίου (τεκμήριο 1), όντως παραχωρήθηκε το επίμαχο δάνειο των £50.000 (€85.771,04) στον εναγόμενο 1 υπό την εγγύηση και του εναγομένου
  4. Έναντι της οφειλής του Γραμματίου, καταβλήθηκε σε διάφορες ημερομηνίες και με τον πιο πάνω περιγραφόμενο τρόπο, συνολικά €8.329,
  5. Σε σχέση με το επιτόκιο, υπάρχει ασάφεια. Από τη μια γίνεται λόγος για την επιβολή τόκου 9% από 30.6.1991 και από την άλλη για ενδεχόμενη επιβολή τόκου επί του οποιουδήποτε υπολοίπου (αρχικού ή κεφαλαιοποιούμενου, δεν διευκρινίζει) από 30.6.
  6. Η ασάφεια αναδεικνύεται και στην πράξη με την ανακόλουθη εικόνα που εκπέμπει η κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 2). Στο τεκμήριο αυτό, υπενθυμίζω, άλλοτε φαίνεται να χρεώνεται σταθερό επιτόκιο επί του αρχικού υπολοίπου, άλλοτε να μη χρεώνεται καθόλου επιτόκιο και άλλοτε επιτόκιο επί κεφαλοποιημένου ποσού. Η ασάφεια σε μια σύμβαση, αν δεν μπορεί πλέον να ιχνηλατηθεί συγκροτημένη πρόθεση και να εφαρμοσθεί, μπορεί να οδηγήσει ολόκληρη τη σύμβαση σε ακυρότητα Αν όμως δεν επηρεάζεται το σύνολο της σύμβασης, μπορεί να διαχωρισθεί ο ασαφής όρος, να αγνοηθεί και να εφαρμοσθεί το υπόλοιπο της σύμβασης. Το θέμα της ασάφειας πραγματεύεται το άρθρο 29 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, όπου αναφέρεται πως "συμφωνίες, των οποίων το νόημα δεν είναι σαφές ή δεν δύναται να καταστεί σαφές, είναι άκυρες." Στην υπόθεση AL ITTIHAD AL WATANI (L'UNION NATIONALE SOCIETE GENERALE), D' ASSURANCE DU PROCHEOPIENT S.A.L. and others v. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1924, 1934 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Αυτό που πηγάζει από τη νομολογία, συμπεριλαμβανομένων και των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου που επικαλέστηκαν οι συνήγοροι των εναγομένων (βλ. μεταξύ άλλων Saab and Another v. The Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Petrou v. Petrou
(1978)1 C.L.R. 257, Alpan Furnishings Limited v. Σάββα Δημάδη
(1989)1 Α.Α.Δ., (Ε) 170 και Ανδρέας Πάρης ν. M/T "MOROIL B" κ.α.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 274) είναι ότι τα δικαστήρια στην προσπάθεια τους να ερμηνεύσουν μια σύμβαση θα πρέπει, εκεί που τούτο είναι δυνατό, να φροντίζουν να διασώζουν αυτή κι' όχι να κηρύττουν αυτή άκυρη, εκτός αν αυτή η κατάληξη είναι αναπόφευκτη ενόψει της αοριστίας και/ή ασάφειας που υπάρχει...." Στο σύγγραμμα HALSBURY'S LAWS OF ENGLAND, (4η έκδοση) τόμος 9[1], σελ.422, παρ.672 αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: "The courts, however, do not expect commercial documents to be drafted with strict precision, the court will look at the document as a whole and it has been said that, in construing an agreement, a court should not hold a provision to be void for uncertainty unless it cannot resolve the ambiguity which it is said to contain. Thus, provided the terms amount to a concluded agreement, it may be possible to resolve the ambiguity or other uncertainty with the aid of parol evidence, or by reference to the subsequent conduct of the parties, or to ignore the uncertain phrase altogether on the grounds that it is totally meaningless. Finally, it should be remembered that the degree of uncertainty in an agreement is a factor which may go to the question of whether or not the parties intend to create legal relations." (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Στην προκειμένη περίπτωση, το θέμα του επιτοκίου, δεν επηρεάζει το σύνολο της σύμβασης (Γραμματίου). Η υπόλοιπη και κύρια πρόθεση των μερών, αναφύεται με σαφήνεια. Έτσι θα διαχωρίσω και αγνοήσω τον όρο/όρους που αφορούν τον τόκο, εφαρμόζοντας το υπόλοιπο μέρος του Γραμματίου. Συμφώνως δε του υπολοίπου μέρους, προκύπτει μια οφειλή ύψους €85.771,04 (χωρίς επιτόκιο). Έναντι της οφειλής αυτής καταβλήθηκαν ποσό €8.329,07, άρα, παραμένει οφειλόμενο το ποσό των €77.441,97. Γι' αυτό το ποσό, πλέον νόμιμο τόκο, η ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση εναντίον του εναγομένου 3. Κατ' ακολουθία λοιπόν όλων των πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου 3 (αλληλέγγυα και ξεχωριστά με τους εναγομένους 1 και 4 εναντίον των οποίων εκδόθηκαν αποφάσεις σε προγενέστερες ημερομηνίες) για το ποσό των €77.441,97 πλέον νόμιμο τόκο πλέον έξοδα στην κλίμακα επιτυχίας, όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) .................................... Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.