ALPAN ELECTROLINE LTD ν. M & K TELE-FONE LIMITED κ.α., Αγωγή Αρ. 4791/2015, 10/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A82 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε. Δ. Αγωγή Αρ. 4791/2015 ΜΕΤΑΞΥ: ALPAN ELECTROLINE LTD Ενάγουσας και 1. M & K TELE-FONE LIMITED 2. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΟΥΝΑΡΗ Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 10 Φεβρουαρίου, 2016 Για την αιτήτρια-ενάγουσα: κος Ηλίας Χρίστου Για τους καθ' ων η αίτηση-εναγόμενους: κος Ρένος Σχίζας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση ημερ. 11.12.2015 για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης) Εισαγωγή Η αγωγή αρ. 4791/15 καταχωρήθηκε στις 8.10.2015 επί ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και με αυτήν η ενάγουσα ζητά το ποσό των €68.546,11 δυνάμει υπόλοιπου λογαριασμού και/ή τιμολογίων και/ή γραπτής και/ή προφορικής συμφωνίας και/ή επιταγών και/ή σύμφωνα με τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, πλέον γενικές, τιμωρητικές, επαυξημένες και παραδειγματικές αποζημιώσεις, πλέον τόκο και έξοδα. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι στα πλαίσια της συνεργασίας της με την εναγομένη 1 πωλούσε στην εναγόμενη 1 εμπορεύματα εκδίδοντας σχετικά τιμολόγια, και διατηρώντας, προς τούτο, σχετική κατάσταση λογαριασμού. Ο εναγόμενος 2 είναι διευθυντής της εναγομένης 1 και εγγυήθηκε, κατά την ενάγουσα, τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι μεταξύ 9.4.2015 και 5.5.2015 πώλησε στην εναγόμενη 1 κινητά τηλέφωνα συνολικής αξίας €81.837,85, τα οποία η εναγόμενη 1 παρήγγειλε και παρέλαβε και τα οποία ήταν της αρεσκείας της, εκδίδοντας το τιμολόγιο με αρ. PSI/830921 ημερ. 9.4.2015 για προϊόντα αξίας €45.638,05 περιλαμβανομένου του ΦΠΑ, και το τιμολόγιο με αρ. PSI/837703 ημερ. 5.5.2015 για προϊόντα αξίας €36.199,80 περιλαμβανομένου του ΦΠΑ. Προς εξόφληση των πιο πάνω τιμολογίων αλλά και προγενέστερων οφειλών της, η εναγόμενη 1 εξέδωσε και παρέδωσε στην ενάγουσα αριθμό επιταγών οι οποίες προσδιορίζονται στην αγωγή, και οι οποίες αν και παρουσιάστηκαν στην τράπεζα εντός ευλόγου χρόνου από τις ημερομηνίες κατά τις οποίες κατέστησαν πληρωτέες, δεν τιμήθηκαν λόγω ανάκλησης τους από τον εκδότη (stop payment). Κατά ή περί την 30.6.2015 ο λογαριασμός της εναγομένης 1 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €68.546,11 το οποίο, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ενάγουσας προς τους εναγόμενους 1 και 2, παραμένει ανεξόφλητο. Μαζί με την αγωγή καταχωρήθηκε μονομερής αίτηση ημερ. 8.10.2015 για προσωρινά διατάγματα. Ζητείται συγκεκριμένα από την ενάγουσα (α) προσωρινό διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται η εναγόμενη 1 (και/ή οι αντιπρόσωποι της) από του να αποσύρει και/ή αποξενώσει και/ή πωλήσει και/ή παραχωρήσει από τα καταστήματα και/ή αποθήκες της εμπορεύματα αξίας €68.546,71, και (β) προσωρινό διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται η εναγόμενη (και/ή οι αντιπρόσωποι της) από του να αποσύρει και/ή αποξενώσει και/ή πωλήσει και/ή παραχωρήσει από τα καταστήματα και/ή αποθήκες της τα ακόλουθα εμπορεύματα: (
- i)IT34839 SM-G920 BLACK 20 (QTY) (
- ii)IT 34838 SM-G925 WHITE 5 (QTY) (iii) IT 34796 SM-G925 BLACK 20 (QTY) (
- iv)IT 33404 SM-N910F BLACK 2 (QTY) (
- v)IT 33405 SM-N910F WHITE 5 (QTY) (
- vi)IT 33914 SM-N910 GOLD 5 (QTY) (vii) IT 34234 SM-A500 BLACK 39 (QTY) (viii) IT 34235 SM-A500 WHITE 40 (QTY) (
- ix)IT 33712 GT-I9301 BLUE 15 (QTY) (
- ix)IT 33915 GT-I9301 WHITE 25 (QTY) Σημειώνω ότι τα πιο πάνω εμπορεύματα αποτελούν μεγάλο μέρος των εμπορευμάτων που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι πώλησε στην εναγόμενη 1 εκδίδοντας τα τιμολόγια με αρ. PSI/830921 ημερ. 9.4.2015 και αρ. PSI/837703 ημερ. 5.5.2015. Τα γεγονότα επί των οποίων η αίτηση στηρίζεται φαίνονται στην ένορκη δήλωση της κας Άννας Αδάμου. Τα διατάγματα δεν εκδόθηκαν μονομερώς για τους λόγους που καταγράφονται στο πρακτικό που τηρήθηκε στις 12.10.2015 και ζητήθηκε χρόνος από το συνήγορο της ενάγουσας για επίδοση της αίτησης. Η αίτηση όντως επιδόθηκε και στις 26.10.2015 υπήρξε εμφάνιση από μέρους των εναγομένων. Ζητήθηκε χρόνος για καταχώρηση ένστασης, η οποία και καταχωρήθηκε στις 3.11.2015. Στις 20.11.2015 καταχωρήθηκε από την ενάγουσα αίτηση με την οποία ζητείτο άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, στην οποία οι εναγόμενοι έφεραν ένσταση. Η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε στις 10.12.2015, ημέρα κατά την οποία ήταν ορισμένη για ακρόαση, λόγω παράλειψης προώθησης και με έξοδα υπέρ των εναγομένων. Στις 11.12.2015 καταχωρήθηκε αίτηση από τους εναγόμενους για αντεξέταση της κας Άννας Αδάμου, σε σχέση με ισχυρισμούς της στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση για προσωρινά διατάγματα. Την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 11.12.2015, καταχωρήθηκε και η υπό κρίση αίτηση από την ενάγουσα για άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Με την αίτηση αυτή, η ενάγουσα-αιτήτρια ζητά: «Α) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να της επιτρέπει την καταχώρηση Συμπληρωματικής Ενόρκου Δηλώσεως στην Αίτηση ημερ. 8/10/2015 για έκδοση προσωρινού Διατάγματος, δια ορθή και δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης και δια καλό λόγο. Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να καθορίζει το χρόνο εντός του οποίου θα πρέπει να καταχωρηθεί η πιο πάνω συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Γ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαια και εύλογο υπό τις περιστάσεις. Δ) Τα έξοδα της αίτησης, πλέον ΦΠΑ.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39 Θ.1, 2, Δ.48 Θ. 1, 2, 4
(2), 8, 9, Δ.64, Δ.59, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60, στους κανόνες επιείκειας, στην πρακτική και στις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην ένορκο δήλωση της κας Χριστιάνας Γενοβκιάν, η οποία, ως αναφέρει, είναι υπεύθυνη πωλήσεων στην αιτήτρια. Η κα Γενοβκιάν εξηγεί ότι ο λόγος που δεν προβαίνει η κα Αδάμου στην ένορκη δήλωση είναι ότι η τελευταία βρίσκεται στο εξωτερικό, αλλά και επειδή τα νέα στοιχεία που επιχειρείται να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου λήφθηκαν κατόπιν δικών της προσπαθειών. Η ομνύσασα συνεχίζει στο να δώσει εξηγήσεις ως προς το γιατί καταχωρείται η υπό κρίση αίτηση, παραθέτοντας, στη βάση πληροφοριών που έλαβε από το δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση, τις συνθήκες που οδήγησαν στην απόρριψη της προηγούμενης αίτησης ημερ. 20.11.2015 λόγω παράλειψης προώθησης, για να σημειώσει ότι η παρούσα αίτηση δεν καταχωρείται κακόβουλα ή καταχρηστικά, αλλά καλόπιστα. Η ομνύσασα λέγει περαιτέρω ότι θέτει με την ένορκη της δήλωση στοιχεία τα οποία τέθηκαν υπόψη της αιτήτριας μεταγενέστερα της αρχικής ένορκης δήλωσης, αλλά και εις απάντηση της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου 2 ημερ. 3.11.2015 που συνοδεύει την ένσταση των καθ' ων η αίτηση στην αίτηση για προσωρινά διατάγματα, μετά την καταχώρηση της οποίας διαπίστωσε ότι υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Θεωρεί ότι τα γεγονότα που επιχειρείται να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου με συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι ουσιώδη και δύνανται να επηρεάσουν την εξέλιξη της δίκης και ότι είναι προς το συμφέρον του Δικαστηρίου να τα γνωρίζει, για σκοπούς ορθότερης και καλύτερης απονομής της δικαιοσύνης. Η ομνύσασα σχολιάζει την ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της ένστασης των καθ' ων η αίτηση στην αίτηση για προσωρινά διατάγματα, τόσο γενικά, όσο και σε σχέση με συγκεκριμένα σημεία της και αναφέρεται επιπλέον σε πληροφορίες που περισυνέλεξε στα πλαίσια επιθεώρησης στην οποία προέβη στις 17.11.2015. Για σκοπούς αποφυγής επαναλήψεων αναφορά στα όσα η ομνύσασα αναφέρει θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, κατωτέρω. Στις 17.11.2015 ενημέρωσε το συνήγορο της αιτήτριας για τα στοιχεία που συνέλεξε και στις 18.11.2015 ζητήθηκε χρόνος για καταχώρηση αίτησης για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ούτως ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα στοιχεία αυτά για να υπάρξει μια ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης, για σκοπούς ορθής και δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης. Καταλήγει λέγοντας ότι τα δικαιώματα της καθ' ης η αίτηση 1 δεν θα επηρεαστούν δυσμενώς από την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εφόσον η διαδικασία βρίσκεται σε ένα πρώιμο στάδιο, ούτε και θα υποστεί η πλευρά των καθ' ων η αίτηση ανεπανόρθωτη βλάβη. Πιστεύει ότι η αιτήτρια έχει καλή υπόθεση και ότι είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, ούτως ώστε να της δοθεί η ευκαιρία να προβάλει καλύτερα τις θέσεις της και να αποδοθεί δικαιοσύνη. Οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στις 7.1.2016, προβάλλοντας τις εξής προδικαστικές ενστάσεις: «Η νομική βάση της αιτήσεως είναι λανθασμένη ή/και βασίζεται σε γενικότητες και αοριστίες όπως στην Διάταξη 59 που αποτελείται από 36 παραγράφους την Δ.64 και εκεί που εξατομικεύει την νομική βάση της αίτησης αυτή είναι λανθασμένη. Η Αιτήτρια εμποδίζεται να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση καθ' ότι υπέβαλε πανομοιότυπη στις 20/11/2015 συνοδευόμενη με ένορκο δήλωση υπό του ιδίου προσώπου στις 10/12/2015 απερρίφθη από το Δικαστήριο λόγω μη προωθήσεως αυτής ως ανεγράφη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και χωρίς άλλο λόγο. Η επίδοσης της αιτήσεως είναι άκυρη ή/και λανθασμένη, ή/και κατά παράβαση των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και ειδικά της Διατάξεως 48
(3)όπου ρητώς προβλέπεται ότι η επίδοσης δέον να γίνει τουλάχιστον 4 μέρες προ της ημέρας που έχει ορισθεί. Δεν καθορίζεται στην αίτηση το γραφείο επιδόσεως των Αιτητών στην Λευκωσία στην δικαιοδοσία του οποίο εκκρεμεί η παρούσα.» Χωρίς βλάβη των προδικαστικών ενστάσεων που ήγειραν, οι καθ' ων η αίτηση προβάλλουν επιπλέον τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «
- Η αίτηση είναι λανθασμένη και αποτελεί κατάχρηση εξουσίας και των δικονομικών θεσμών και τόσο νομικά όσο και πραγματικά είναι αβάσιμη άνευ δικαιολογίας και με στόχο να εισάγει παρατύπως και παρανόμως νέα μαρτυρία προς παραπλάνηση του Δικαστηρίου.
- Η ενόρκως δηλούσα για καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως είναι διαφορετικό πρόσωπο και με διαφορετική ιδιότητα από την ενόρκως δηλούσα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτησης και δεν είναι εις θέση να γνωρίζει αν η τελευταία γνώριζε ή πληροφορήθηκε και πότε τους ισχυρισμούς που εκτίθενται στην παρούσα αίτηση.
- Ουδέν απολύτως νέο με καλό λόγο στοιχείο προστίθεται στην συμπληρωματική ένορκο δήλωση ούτε και έλαβε χώρα οιονδήποτε γεγονός μετά την ένορκο δήλωση ημ. 8/10/2015 παρά μόνο ισχυρισμοί για αόριστες πληροφορίες και όχι πραγματικά γεγονότα ή γεγονότα στα οποία να έχει ίδια γνώση. Ότι αναφέρει η ενόρκως δηλούσα είναι εις γνώση της Εναγούσης - Αιτήτριας και όχι της ιδίας.
- Όλες οι πληροφορίες και μαρτυρία που γίνεται προσπάθεια να εισαχθούν με την συμπληρωματική ένορκο δήλωση υπήρχαν προ της καταχωρήσεως της αιτήσεως 8/10/2015 ή εν πάσει περιπτώσει μπορούσαν να εξασφαλισθούν προ της άνω ημερομηνίας και ήταν καθήκον - υποχρέωση των Αιτητών να το πράξουν.
- Η ζητούμενη καταχρηστική συμπληρωματική ένορκος δήλωσης δεν δικαιολογείτε ή/και είναι αχρείαστη ή/και αναφέρει ελλειπή ή/και παραπλανητικά στοιχεία και ουδέν απολύτως καλό λόγο παραθέτει ούτε νέο και ορθό στοιχείο συμπληρώνει την πολυσέλιδη ένορκο δήλωση ημ. 8/10/2015 ή προέκυψε μετά την αίτηση.
- Τα ισχυριζόμενα στην πραγματική βάση της αιτήσεως που αναφέρονται στις παραγράφους 2, 3, 5, 6, 7, 9, 10, 11, 13 και 14 της ενόρκου δηλώσεως αποτελούν το ισχυριζόμενο ιστορικό της καταχωρήσεως της παρούσης και ουδεμίαν σχέση έχουν με το αιτητικό αυτής που πρέπει να αποδείξουν «καλό λόγο» ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια.
- Τυχόν αποδοχή από το Δικαστήριο να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκος δήλωσης θα δημιουργήσει ανισότητα των όπλων στους διαδίκους καθ' ότι δεν θα δύνανται οι Εναγόμενοι να αντικρούσουν με γραπτή απάντηση τους ισχυρισμούς που θα περιέχονται στην συμπληρωματική ένορκο δήλωση όσο παραπλανητικοί, όσο ανεδαφικοί και όσο αντίκεινται στα πραγματικά γεγονότα.
- Το πλείστο περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως αναφέρεται στο περιεχόμενο της ενστάσεως στην κυρίως αίτηση ή/και απαντά στους ισχυρισμούς του Καθ' ου η Αίτησης, γεγονός το οποίο είναι ανεπίτρεπτο.
- Με την ειρημένη αίτηση γίνεται προσπάθεια να εισαχθεί νέα μαρτυρία που δεν προέκυψε μετά την καταχώρηση της αιτήσεως ημ. 8/10/
- Η αίτηση γίνεται αποκλειστικά και μόνο δια σκοπούς κωλυσιεργίας.
- Δεν πληρούνται οι νομικώς και νομολογιακώς προϋποθέσεις για έκδοση της αιτούμενης θεραπείας καταχωρήσεως συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως.» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ.1-5, Δ.9 Θ.2, Δ.48 Θ.1, 2, 3, 4, 7, 8 και 9, Δ.63 Θ.1, 2, 3, Δ.64 Θ.1, 2, στο άρθρο 70 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων η ένσταση στηρίζεται φαίνονται στην ένορκη δήλωση του κ. Κωνσταντίνου Γούναρη - εναγόμενου 2, ημερ. 7.1.
- Ο κ. Γούναρης αναφέρει ότι η ομνύσασα για την αιτήτρια επικαλείται ισχυρισμούς και πληροφορίες που είχε η αιτήτρια και όχι η ίδια η ομνύσασα προσωπικώς, και μάλιστα μεταγενέστερα της ένορκης δήλωσης της κας Αδάμου ημερ. 8.10.2015 που συνοδεύει την αίτηση για προσωρινά διατάγματα, χωρίς να αναφέρει αν οι εν λόγω πληροφορίες ήταν εις γνώση της κας Αδάμου και γιατί δεν τις είχε αναφέρει τότε. Παραλείπει, επιπλέον, λέγει, να αναφέρει η ομνύσασα για την αιτήτρια τι καινούριο και ουσιώδες προέκυψε μεταξύ 8.10.2015 και 11.12.2015, που να καθιστά αναγκαία την καταχώρηση της αιτούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Χαρακτηρίζει τον ισχυρισμό της κας Γενοβκιάν ότι η κα Αδάμου απουσιάζει στο εξωτερικό ως πονηρό κατασκεύασμα, επισημαίνοντας ότι η κα Γενοβκιάν είχε προβεί και στην ένορκη δήλωση που υποστήριξε την απορριφθείσα αίτηση της αιτήτριας ημερ. 20.11.2015, χωρίς να αναφέρεται σε εκείνη την ένορκη δήλωση ότι η κα Αδάμου απουσίαζε στο εξωτερικό, επισημαίνοντας ότι δεν αναφέρεται ο λόγος απουσίας της κας Αδάμου και το μέρος που πήγε. Προσθέτει ότι από έρευνες που έχει κάνει και από πληροφορίες, δεν απουσιάζει στο εξωτερικό. Λέγει επίσης ότι οι ισχυρισμοί της κας Γενοβκιάν περί συλλογής πληροφοριών και γενομένων ερευνών είναι γενικοί, αόριστοι και κατασκευασμένοι, ενώ μέρος της μαρτυρίας της αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία. Ο κ. Γούναρης αναφέρει επίσης ότι η επιχειρούμενη προς καταχώρηση συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποβλέπει στην «αντίκρουση-υπεράσπιση στα πραγματικά γεγονότα» ως έχουν εκτεθεί στη δική του ένορκη δήλωση ημερ. 3.11.2015, και όχι για να συμπληρώσει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για προσωρινά διατάγματα, και εντοπίζεται, έτσι, δικονομική κατάχρηση εξουσίας. Απορρίπτει επιπλέον τα όσα η κα Γενοβκιάν αναφέρει που σχετίζονται με την απορριφθείσα αίτηση ημερ. 20.11.2015, επισημαίνοντας ότι ούτως ή άλλως αυτά ουδεμία σχέση έχουν με την ουσία της παρούσας αίτησης. Λέγει επίσης ότι το γεγονός ότι διαπιστώθηκε διάσταση επί των γεγονότων δεν παρέχει στην αιτήτρια δικαίωμα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αλλά δικαίωμα καταχώρησης αίτησης για αντεξέταση. Απορρίπτει, περαιτέρω, τους ισχυρισμούς της κας Γενοβκιάν που σχετίζονται με τη δική του ένορκη δήλωση της 3.11.2015, καθώς και την ορθότητα των ευρημάτων της έρευνας στην οποία η κα Γενοβκιάν προέβη. Υποστηρίζει επίσης ότι η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε κακόπιστα. Απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι δεν επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση, επειδή, ως αναφέρει, το μεγαλύτερο μέρος των εμπορευμάτων που αγόρασαν από την αιτήτρια, έχει μεταπωληθεί. Λέγει τέλος ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αντινομική, εκπροθέσμως επιδοθείσα, κακόπιστη και ως αποτελούσα κατάχρηση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η ακροαματική διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία, ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους. Όλα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο μερών ανέφεραν λαμβάνονται υπόψη και αναφορά στις θέσεις που προβλήθηκαν θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, κατωτέρω, και στο βαθμό που χρειάζεται. Νομική πτυχή Η Δ.48 Θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, προβλέπει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης ττου προνοείται από τη Διαταγή 39.» Σημειώνεται σχετικά ότι η αναδιαμόρφωση της Δ.48 Θ.4 στις 23.12.1999 σκοπό είχε να διευκολύνει τη διαδικασία εκδίκασης αιτήσεων, ώστε τα γεγονότα που στηρίζουν αυτές να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου με ένορκες δηλώσεις[1] και όχι με προφορική μαρτυρία, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης, και είναι στο πλαίσιο εξυπηρέτησης αυτού του σκοπού που έγινε πρόβλεψη για δυνατότητα καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, ώστε να δίδεται η δυνατότητα στους διαδίκους να θέτουν ενώπιον του δικαστηρίου κατά τρόπο ολοκληρωμένο τα γεγονότα της υπόθεσης τους, με απώτερο πάντα στόχο την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Είναι φανερό από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης των Θεσμών, αλλά και από τη νομολογία[2] ότι το κατά πόσο θα επιτραπεί σε διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η μόνη προϋπόθεση που τίθεται είναι όπως ο διάδικος που επιδιώκει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης καταδείξει «καλό λόγο», με το βάρος απόδειξης να βαρύνει τον αιτούντα την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η αμφισβήτηση ενός γεγονότος δεν θεμελιώνει, άνευ ετέρου, καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Το τι μπορεί να συνιστά «καλό λόγο» σε κάθε περίπτωση, εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες κάθε περίπτωσης και εξετάζεται με αναφορά προς τα επίδικα θέματα και τη φύση της ενδιάμεσης αίτησης, συναρτάται δε με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διάδικου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο μαρτυρικό υλικό πριν την ακρόαση της αίτησης. Στην πράξη, οι πρόνοιες του πιο πάνω Θεσμού εφαρμόζονται όταν, μετά την καταχώρηση της ένστασης ο αιτητής αισθάνεται την ανάγκη να απαντήσει, αντικρούσει ή αμφισβητήσει κάποια συγκεκριμένα επί μέρους θέματα που εγείρονται μέσω της ένστασης, οπότε και ζητεί, είτε προφορικά, είτε με γραπτή αίτηση, όπως του επιτραπεί να καταχωρήσει απαντητική-συμπληρωματική ένορκη δήλωση (Αγωγή αρ. 3008/2007, Ε.Δ. Λάρνακας, Έφορος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ν. Free Line Hairdressing & Beauty Salon (Larnaca) Ltd, ημερ. 12.11.2010). Από την απόφαση στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Λεωνίδα,
(2010)1Α Α.Α.Δ 195, 199 προκύπτει ότι μπορεί να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης όταν μετά την καταχώρηση της ένστασης προκύπτει ανάγκη για προβολή ισχυρισμών και διευκρινίσεων με σκοπό το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων, αλλά όχι όταν πρόκειται για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών του ομνύσαντα ή για ανεπίτρεπτη μαρτυρία. Επίσης στην υπόθεση Βερεγγάρια Παπακόκκινου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Αρ. 1),
(2012)1Α Α.Α.Δ 643, 646 επαναλήφθηκε ότι εκεί όπου αυτό που επιδιώκεται είναι η επανάληψη των ισχυρισμών που τέθηκαν στην αρχική ένορκη δήλωση ή η προσθήκη επιχειρηματολογίας, δεν δικαιολογείται η παροχή άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Σχετική είναι και απόφαση του Σ. Ναθαναήλ Δ. ενόσω διατελούσε Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Αγωγή αρ. 8869/05 Matthew Shaw κ.α. ν Depfa Investment Bank Ltd, ημερ. 28.2.07, στην οποία αναφέρονται τα εξής: «Προσεκτική ανάγνωση και εξέταση του νέου θεσμού δείχνει, με αναφορά και στα όσα καταγράφονται στην παρ. 1 του θ.4, ότι στόχος της καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης ή της ένστασης αντίστοιχα ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αποτελέσει καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν ο αιτητής εύλογα αισθάνεται μετά από την καταχώριση της ένστασης, ότι πρέπει να προσθέσει στα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του, ώστε να έχει δυνατότητα επιτυχίας. Άλλη περίπτωση είναι όπου το Δικαστήριο επί μονομερούς αιτήσεως, συνήθως για απαγορευτικό διάταγμα, εγείρει ερωτηματικά ως προς ορισμένα προαπαιτούμενα της έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος, οπότε και ο αιτητής δυνατόν να ζητήσει από το Δικαστήριο πριν την τελειωτική εξέταση και απόφαση επί της αιτήσεως του, την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να προσθέσει διάφορους ισχυρισμούς και γεγονότα που έχουν σχέση είτε με το επείγον του χρόνου είτε τη γνώση από πλευράς του αιτητή των γεγονότων που οδήγησαν στην διαφορά κ.τ.λ». Αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Επιβάλλεται όπως εξετασθούν πρώτα οι προδικαστικές ενστάσεις που εγείρει η πλευρά των καθ' ων η αίτηση. Σύμφωνα με την πρώτη προδικαστική ένσταση, η νομική βάση της αιτήσεως είναι λανθασμένη ή/και βασίζεται σε γενικότητες και αοριστίες όπως στη Διάταξη 59 που αποτελείται από 36 παραγράφους και τη Δ.64, και εκεί που εξατομικεύεται η νομική βάση της αίτησης, αυτή είναι λανθασμένη. Όπως ανωτέρω, στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής, αναφέρθηκε, η νομική βάση που παρέχει τη δυνατότητα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι η Δ.48 Θ.4
(2). Σύμφωνα με αυτή δεν χρειάζεται καν να υποβληθεί γραπτή αίτηση με την οποία να ζητείται άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αφού αρκεί η σχετική προς τούτο υποβολή προφορικού αιτήματος. Σε κάθε περίπτωση, στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης η οποία καταχωρήθηκε γραπτώς, περιλαμβάνεται η εν λόγω δικονομική πρόνοια που καθιστά δυνατή την παροχή της αιτούμενης άδειας. Στην αίτηση περιλαμβάνεται επίσης η Δ.39 Θ.1 και 2 που σχετίζεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει παρεμπίπτουσες αιτήσεις, καθώς και η Δ.64 που επιτρέπει τη θεραπεία κάθε μορφής παρέκκλισης από τους Θεσμούς. Κρίνω συνεπώς ότι η νομική βάση της αίτησης δεν είναι λανθασμένη. Σύμφωνα με τη δεύτερη προδικαστική ένσταση, η αιτήτρια εμποδίζεται να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση καθ' ότι υπέβαλε πανομοιότυπη (αίτηση) στις 20.11.2015 συνοδευόμενη με ένορκο δήλωση υπό του ιδίου προσώπου (η οποία) στις 10.12.2015 απερρίφθη από το Δικαστήριο λόγω μη προωθήσεως αυτής ως ανεγράφη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και χωρίς άλλο λόγο. Όντως, η αιτήτρια είχε καταχωρήσει στις 20.11.2015 αίτηση παρόμοια με την υπό κρίση, με την οποία ζητούσε άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε στις 10.12.2015 με έξοδα υπέρ των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση, λόγω παράλειψης προώθησης της από την αιτήτρια. Υπό τις συνθήκες αυτές, κρίνω ότι δεν έχει δημιουργηθεί οποιοδήποτε δεδικασμένο που να κωλύει την καταχώρηση της παρούσας αιτήσεως, δεδομένης της μη έκφρασης υπό του Δικαστηρίου τελικής κρίσης κατά τρόπο καθοριστικό επί οιουδήποτε νομικού ή πραγματικού ζητήματος που εγείρεται στην αίτηση και επί της ουσίας αυτής. Τίποτα λοιπόν δεν εμπόδιζε, κατά την κρίση μου, την καταχώρηση της παρούσας αιτήσεως. Όπως υπέδειξε το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολ. Έφ. 71/2011, Recnex Trading Limited κ.α. ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ, ημερ. 16.4.2014: «Οι ενδιάμεσες αποφάσεις, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν θεωρούνται τελεσίδικες ακόμη και αν αποφασίζεται τελικώς ένα ζήτημα το οποίο κρίνεται δεσμευτικό για την μετέπειτα διαδικασία. Η απόρριψη μιας ενδιάμεσης αίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τελική και ως εκ τούτου η καταχώριση νέας δεν μπορεί να προσκρούσει στην αρχή του δεδικασμένου. Εναπόκειται πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αν θα εγκρίνει τη δεύτερη αίτηση ή αν θα την απορρίψει, ελλείψει νέων στοιχείων. Στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο δεν μόρφωσε και ούτε εξέφρασε τελική γνώμη με τρόπο καθοριστικό επί νομικού ή πραγματικού αιτήματος. Δεν υπήρξε ενασχόληση με την ουσία του επιδίκου ζητήματος που αποτελεί τη βάση για την εφαρμογή του δόγματος res judicata (K.S.R. Commercio Industria de Papel S.A. κ.α. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 309). Εξαρτάται πάντοτε από το κατά πόσο η απορριπτική απόφαση επεκτάθηκε σε ζητήματα επί της ουσίας. Σε αντίθετη περίπτωση, σε ενδιάμεσης αιτήσεις και εκεί όπου δεν αποφασίζεται οτιδήποτε, εκτός από το γεγονός ότι το Δικαστήριο για άλλους λόγους αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θεραπεία που ο διάδικος ζήτησε, τότε το δεδικασμένο δεν καλύπτει την περίπτωση.». Σύμφωνα με την τρίτη προδικαστική ένσταση, η επίδοση της αιτήσεως είναι άκυρη ή/και λανθασμένη ή/και κατά παράβαση των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και ειδικά της Διατάξεως 48
(3)όπου ρητώς προβλέπεται ότι η επίδοσης δέον να γίνει τουλάχιστον 4 μέρες προ της ημέρας που έχει ορισθεί. Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά σε σχέση με τη σημασία που έχει η επίδοση δικογράφου. Η επίδοση συνδέεται με τη δυνατότητα του ενδιαφερόμενου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους καλείται στο Δικαστήριο, και την παροχή σε αυτόν δυνατότητας να υπερασπιστεί τον εαυτό του, δικαίωμα θεμελιώδες και συνταγματικά κατοχυρωμένο.[3] Στην προκειμένη περίπτωση είναι παραδεκτό ότι η υπό κρίση αίτηση επιδόθηκε στο δικηγόρο των καθ' ων η αίτηση με ιδιώτη επιδότη στις 21.12.2015, ημέρα κατά την οποία η αίτηση ήταν ορισμένη. Έχει, βεβαίως δίκαιο ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση ότι η επίδοση, σύμφωνα με τη Δ.48 Θ.3 (τελευταία πρόταση)[4] πρέπει να πραγματοποιείται 4 ημέρες πριν την ημέρα που καθορίστηκε ως ημέρα ακρόασης της αίτησης. Έχω, όμως την άποψη ότι η εν λόγω πρόνοια θα πρέπει να διαβάζεται σε συνάρτηση με την αμέσως επόμενη, ήτοι τη Δ.48 Θ.4
(1), η οποία αναφέρει τα εξής: «4.
(1)Αν πρόσωπο προς το οποίο επιδίδεται αίτηση προτίθεται να ενστεί, τουλάχιστο δύο ημέρες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία ορίζεται η αίτηση για πρώτη εμφάνιση, θα καταχωρεί ειδοποίηση αυτής της πρόθεσής του σύμφωνα με τον Τύπο 47 και θα αφήνει αντίγραφο της για τον αιτητή στη διεύθυνση επίδοσής του.» Ο λόγος, κατά τη δική μου αντίληψη, που απαιτείται όπως η επίδοση αίτησης γίνει 4 ημέρες πριν την ημερομηνία που αίτηση είναι ορισμένη για ακρόαση, είναι για να παρασχεθεί, στο αντίδικο μέρος, χρόνος δύο ημερών, ούτως ώστε να ετοιμάσει την ένσταση του και να αφήσει αντίγραφο αυτής στον αιτητή, δύο ημέρες πριν από την ημερομηνία που η αίτηση είναι ορισμένη για ακρόαση. Στην προκειμένη περίπτωση, στις 21.12.2015, η υπό κρίση αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 8.1.2016, και δόθηκε δυνατότητα στους καθ' ων η αίτηση όπως καταχωρήσουν τυχόν ένστασή τους το αργότερο μέχρι την 7.1.2016. Στις 8.1.2016 αναβλήθηκε η ακρόαση προκειμένου να δοθεί χρόνος στους συνηγόρους των δύο μερών, για να ετοιμάσουν γραπτώς, ως η επιθυμία τους, τις αγορεύσεις τους προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Έτσι η ακρόαση της αίτησης επαναορίστηκε για τις 14.1.2016, οπότε και πραγματοποιήθηκε. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας, καίτοι δεν αρνείται ότι υπήρξε κάποια παρατυπία, εισηγείται ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, αυτή είναι θεραπεύσιμη, επικαλούμενος προς τούτο τη Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί. Η Δ.64, ως αυτή διαμορφώθηκε στις 24.2.1995 έχει καταργήσει τη διάκριση μεταξύ άκυρων και αντικανονικών μέτρων, καθιστώντας κάθε μορφή παρέκκλισης από τους Θεσμούς, παρατυπία/αντικανονικότητα που μπορεί να θεραπευθεί.[5] Δεδομένου ότι στην παρούσα υπόθεση η αίτηση επιδόθηκε κανονικά με ιδιώτη επιδότη στο αντίδικο μέρος με την παρατυπία να περιορίζεται μόνο στο χρόνο της επίδοσης της αίτησης (Δ.48 Θ.3, τελευταία πρόταση), έχω την άποψη ότι η παρατηρηθείσα παρέκκλιση από τους Θεσμούς είναι θεραπεύσιμη και το επόμενο ερώτημα είναι αν το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρήσει και να θεωρήσει την παρατυπία αυτή ως θεραπευθείσα ή να απορρίψει την αίτηση. Στην Πολ. Εφ. 63/2010, Φαλέκκου v. Χριστοφίδη ημερ. 17.12.2013, αγωγή ήχθη εσφαλμένα ενώπιον του Δικαστηρίου επί ειδικώς αντί επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και ηγέρθη το ερώτημα κατά πόσο το κλητήριο ένταλμα θα έπρεπε να είχε παραμεριστεί, ή κατά πόσο το Δικαστήριο θα έπρεπε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια με βάση τη Δ.64 Θ.1
(3)για να θεραπεύσει την παρατυπία. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ορθώς το πρωτόδικο δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της άρσης της παρατυπίας, λαμβάνοντας υπόψη ότι η παρατηρηθείσα παρατυπία δεν ήταν πλέον τόσο σοβαρή και ουσιώδης ώστε να μην θεωρηθεί θεραπεύσιμη, ιδιαίτερα όταν δεν επηρεάζονταν τα δικαιώματα του αντίδικου, και, επιπλέον, και με αναφορά στην υπόθεση Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1(A) ΑΑΔ 366, αποφάσισε ότι ορθώς το πρωτόδικο δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια για άρση της παρατυπίας, εκδίδοντας αυτεπάγγελτα διάταγμα απαλλαγής της διαπιστωθείσας παρατυπίας.[6] Στην πρόσφατη απόφαση στην Πολ. Έφ. 362/2009, ANS Secretaries Ltd v. Orianda Management FZ LLC κ.α., ημερ. 3.7.2014 η παρατυπία που απασχόλησε το Δικαστήριο αφορούσε σε παράλειψη να σφραγιστεί το κλητήριο ένταλμα, η οποία οφειλόταν στον Πρωτοκολλητή (Δ.2 Θ.12). Το Ανώτατο Δικαστήριο, επισήμανε ότι ένα από τα κύρια στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου και το οποίο συχνά καθορίζει την απόφαση του σε τέτοιου είδους περιπτώσεις, είναι ο δυσμενής επηρεασμός του αντιδίκου, ως αποτέλεσμα της παρατυπίας. Επισήμανε επίσης ότι μετά την τροποποίηση της Δ.64, η προσπάθεια του Δικαστηρίου θα πρέπει πάντοτε να κλίνει υπέρ της διάσωσης οποιουδήποτε δικονομικού μέτρου που παρεκκλίνει από τους Θεσμούς, επισημαίνοντας βέβαια ότι η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια και δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για να θεραπεύει θεμελιώδεις παραλείψεις και ελαττώματα ασύνδετα προς αυτούς. Το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε τέλος ότι τα Δικαστήρια κέκτηνται διακριτική ευχέρεια, την οποία θα πρέπει να ασκούν με φειδώ και στις κατάλληλες περιπτώσεις, όπως θεωρήσουν την παρατυπία που διαπιστώνεται ως θεραπευθείσα, χωρίς να χρειάζεται να προηγηθεί σχετική προς τούτο πρόσθετη αίτηση με βάση τη Δ.64.[7] Στην παρούσα υπόθεση, όπως προαναφέρθηκε, αν και η επίδοση δεν έγινε 4 ημέρες πριν την ημερομηνία που η αίτηση ήταν ορισμένη, εντούτοις η αίτηση δεν προχώρησε χωρίς να παρασχεθεί στο συνήγορο των καθ' ων η αίτηση χρόνος πολύ πέραν των 2 ημερών, προκειμένου να καταχωρήσει την ένσταση των καθ' ων η αίτηση στην αίτηση, και περαιτέρω χρόνος ούτως ώστε να ετοιμάσει γραπτώς την αγόρευση του προς υποστήριξη των θέσεων του. Χωρίς να παραγνωρίζω τη φειδώ με την οποία πρέπει να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για θεραπεία παρατυπιών χωρίς την καταχώρηση σχετικής προς τούτο αίτησης, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και το σκοπό της πρόνοιας που επιβάλλει όπως η επίδοση γίνει 4 ημέρες πριν την ημέρα που η αίτηση είναι ορισμένη για ακρόαση η οποία, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, δεν πρέπει να διαβάζεται μεμονωμένα, και επειδή δεν διαπιστώνω να έχουν επηρεασθεί δυσμενώς οι καθ' ων η αίτηση από την παρατυπία, στους οποίους δόθηκε επαρκής χρόνος για να ετοιμάσουν την ένσταση τους και να προετοιμαστούν για την ακρόαση, και επισημαίνω σχετικώς ότι ούτε οι ίδιοι οι καθ' ων η αίτηση εγείρουν ισχυρισμό για δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων τους από την παρατυπία, κρίνω ότι η παρούσα είναι κατάλληλη περίπτωση για θεραπεία, αυτεπαγγέλτως, της παρατηρηθείσας παρατυπίας, η οποία και θεωρείται ως θεραπευθείσα. Τέλος, σύμφωνα με την τέταρτη προδικαστική ένσταση, δεν καθορίζεται στην αίτηση το γραφείο επιδόσεως των Αιτητών στη Λευκωσία στη δικαιοδοσία του οποίου εκκρεμεί η παρούσα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση δεν αναπτύσσει στη γραπτή του αγόρευση αυτή την προδικαστική ένσταση. Και ορθώς. Στην υπό κρίση αίτηση καθορίζεται η διεύθυνση επίδοσης της αιτήτριας, στη Λευκωσία (δικ. Γρ. κκ. Τορναρίτη & Σία ΔΕΠΕ), που είναι η ίδια διεύθυνση με τη διεύθυνση που καθορίζεται ως διεύθυνση επίδοσης στην αγωγή, και είναι η διεύθυνση στην οποία η ένσταση των καθ' ων η αίτηση επεδόθη. Έχοντας απορρίψει τις εγερθείσες προδικαστικές ενστάσεις, θα προχωρήσω ακολούθως να εξετάσω τους λόγους ένστασης και κρίνω σκόπιμο να εξετάσω πρώτα τους λόγους ένστασης που σχετίζονται με την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση επισημαίνει στα πλαίσια της γραπτής του αγόρευσης ότι η ομνύσασα για την αιτήτρια δεν έχει προσωπική γνώση για διάφορα θέματα για τα οποία ορκίζεται, παρά το ότι γίνεται σχετική δήλωση στην πρώτη παράγραφο της ένορκης της δήλωσης, λέγει ότι κάποιοι ισχυρισμοί της κας Γενοβκιάν αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία, και παραπέμπει στα αποφασισθέντα στην υπόθεση Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782, στην οποία επισημάνθηκε ότι ο ομνύων πρέπει να έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς αυτά. Έχω την άποψη ότι το σχετικό απόσπασμα στο οποίο παραπέμπει ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Τούτο διότι η υπόθεση Δημητρίου αφορούσε σε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, στην οποία, η συγκεκριμένη δικονομική διάταξη που διέπει το θέμα (Δ.18 Θ.1), επιβάλλει όπως η ένορκη δήλωση που υποβάλλεται προς έκδοση συνοπτικής απόφασης γίνεται από πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Το Δικαστήριο ξεκαθάρισε το θέμα αυτό στη σελ. 790 - 791 της απόφασης, όπου είπε τα εξής: «Σύμφωνα, όμως, με ρητή επιταγή του πιο πάνω θεσμού πρέπει να είναι πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση δεν μπορεί να γίνει από πρόσωπο το οποίο καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει. Ο θ.2 της Δ.39, η οποία διέπει τα του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων προβλέπει ότι οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιορίζονται στα γεγονότα τα οποία ο μάρτυρας είναι σε θέση να αποδείξει με βάση τη δική του γνώση. Ένορκες δηλώσεις που βασίζονται πάνω στα όσα ο μάρτυρας πληροφορείται και πιστεύει, επιτρέπονται μόνο στις περιπτώσεις ενδιάμεσων αιτήσεων (Βλ. Stavrinides (πιο πάνω), σελ. 137).» Η υπό κρίση αίτηση είναι ενδιάμεση, και το θέμα του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης που μπορεί να γίνει προς στήριξη αυτής διέπεται από τη Δ.39 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (η οποία περιλαμβάνεται, σημειώνω, στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης), η οποία προβλέπει τα εξής: «Affidavits shall be confined to such facts as the witness is able of his own knowledge to prove, but on interlocutory applications an affidavit may contain statements of information and belief, with the sources and grounds thereof. The costs of every affidavit which shall unnecessarily set forth matter of hearsay, or argumentative matter, or copies of or extracts from documents, shall be paid by the party filing the same.» Σχετική είναι και η υπόθεση Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1 A.A.Δ 1858, όπου αποφασίστηκαν τα εξής: «Οι ένορκες δηλώσεις θα πρέπει να περιορίζονται σε τέτοια γεγονότα τα οποία ο μάρτυρας είναι ικανός να αποδείξει με βάση τη δική του γνώση, αλλά σε ενδιάμεσες αιτήσεις, ένορκη δήλωση μπορεί να περιέχει πληροφορίες και απόψεις, αν παρατεθούν οι πηγές και οι λόγοι πάνω στους οποίους στηρίζονται (Δ.39, θ.2).» Ανάγνωση της ένορκης δήλωσης της κας Γενοβκιάν στο σύνολο της δεν φανερώνει, κατά την κρίση μου, παρέκκλιση από την ως άνω δικονομική επιταγή, κατά τρόπο που η ένορκη δήλωση να καθίσταται αντικανονική. Η κα Γενοβκιάν ορκίζεται για γεγονότα που παρουσιάζει ως εμπίπτοντα στη δική της γνώση και αντίληψη, καθώς και για γεγονότα και θέσεις τα οποία καταθέτει κατόπιν πληροφόρησης από το δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση (παράγραφοι 5 - 9, 22 και 29). Ως προς τη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση γίνεται από πρόσωπο άλλο από το πρόσωπο που προέβη στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης για προσωρινά διατάγματα, είναι η κρίση μου ότι το γεγονός αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Τούτο δεδομένου ότι δεν υφίσταται κανόνας ότι μόνο το πρόσωπο που προέβη στην αρχική ένορκη δήλωση μπορεί να ορκιστεί προς υποστήριξη αίτησης που γίνεται για να δοθεί άδεια συμπληρωματική ένορκη δήλωση, λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη ότι, ειδικά στην παρούσα υπόθεση, η αιτήτρια είναι νομικό πρόσωπο εκ μέρους της οποίας μπορούν να ορκίζονται καταλλήλως εξουσιοδοτημένοι υπάλληλοι της (και επισημαίνω ότι και οι δύο υπάλληλοι της αιτήτριας αναφέρουν ότι είναι σε θέση να προβούν στις ένορκες δηλώσεις), αλλά και το ότι πλείστα όσα επιχειρείται να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποτελούν στοιχεία και πληροφορίες που η ίδια η κα Γενοβκιάν συνέλεξε, γεγονός που την καθιστά το πλέον κατάλληλο πρόσωπο για να τα αναφέρει στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της αίτησης της αιτήτριας. Οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης, έχουν να κάνουν με την ουσία της υπό κρίση αίτησης, και με το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις προς έγκριση της. Οι λόγοι ένστασης έχουν καταγραφεί στα πλαίσια της εισαγωγής, ανωτέρω. Συνοπτικά αυτοί αφορούν στο πραγματικά και νομικά αβάσιμο της αίτησης και στο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας προς έγκριση της, στο ότι οι πληροφορίες και μαρτυρία υπήρχαν προ της καταχώρησης της αίτησης ή μπορούσαν να εξασφαλιστούν από πριν, στο ότι τα στοιχεία που παρατίθενται είναι παραπλανητικά και ελλιπή, στο ότι τυχόν αποδοχή της αίτησης θα δημιουργήσει ανισότητα των όπλων στους διάδικους και στο ότι η αίτηση γίνεται αποκλειστικά για σκοπούς κωλυσιεργίας και είναι καταχρηστική. Έχω μελετήσει με προσοχή τόσο τις ένορκες δηλώσεις των δύο πλευρών, όσο και τις γραπτές αγορεύσεις που καταχώρησαν οι συνήγοροι τους προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων. Έχει δίκαιο η πλευρά των καθ' ων η αίτηση ότι δεν παρέχεται άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης κάθε φορά που υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα. Έτσι, δεν παρέχεται άδεια εκεί όπου ο αιτητής επιθυμεί λ.χ. να επαναλάβει τους αρχικούς του ισχυρισμούς, να προβεί σε στείρα άρνηση ή απόρριψη των ισχυρισμών του αντιδίκου, να προβάλει νομική επιχειρηματολογία ή εκεί όπου επιχειρείται η εισαγωγή ανεπίτρεπτης μαρτυρίας. Από την άλλη, και δεδομένου ότι η εκδίκαση ενδιάμεσης αίτησης γίνεται, πλέον επί τη βάσει ενόρκων δηλώσεων με δικαίωμα αντεξέτασης, η Δ.48 Θ.4
(2)προέβλεψε για τη δυνατότητα καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, με μόνη προϋπόθεση την κατάδειξη καλού προς τούτο λόγου. Η φράση «καλός λόγος» δεν ερμηνεύεται στην ίδια τη Δ.48 Θ.4
(2). Το γεγονός αυτό δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, τυχαίο, αφού, λαμβάνοντας υπόψη το σκοπό της Δ.48 Θ.4
(2), η φράση αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο υλικό πριν την ακρόαση της αίτησης. Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλοι οι σχετικοί παράμετροι όπως είναι το είδος της ενδιάμεσης αίτησης, η φύση των θεραπειών που αυτή επιδιώκει, τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, η σημασία που έχει η επιπρόσθετη μαρτυρία για την εκδίκαση της αίτησης αλλά και η ανάγκη αντίκρουσης, απάντησης ή αμφισβήτησης θεμάτων τα οποία εγείρονται στην ένσταση ή στη μαρτυρία του αντιδίκου. Όπως αναφέρθηκε στην αγωγή αρ. 8869/05, ανωτέρω, «θα μπορούσε να αποτελέσει καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν ο αιτητής εύλογα αισθάνεται μετά από την καταχώριση της ένστασης, ότι πρέπει να προσθέσει στα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του, ώστε να έχει δυνατότητα επιτυχίας». Σημαντικό είναι επίσης να τονιστεί ότι τα ζητούμενα από την αιτήτρια προσωρινά διατάγματα δεν εκδόθηκαν μονομερώς, στην οποία περίπτωση, το Δικαστήριο θα ήταν σίγουρα διστακτικότερο στο να εγκρίνει αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης,[8] χωρίς, βέβαια να αποκλείεται, ακόμα και στην περίπτωση εκείνη, παροχή σχετικής άδειας.[9] Έχοντας υπόψη μου τα ανωτέρω, καθώς και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση από το οποίο προκύπτουν επαρκώς οι ισχυρισμοί που η αιτήτρια επιχειρεί να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, παρατηρούνται τα εξής. Οι παράγραφοι 1 - 4 της ένορκης δήλωσης της κας Γενοβκιάν είναι εισαγωγικές και σε αυτές δεν περιέχονται, ως αντιλαμβάνομαι, γεγονότα που επιχειρείται να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Οι παράγραφοι 5 - 9 της ένορκης δήλωσης της κας Γενοβκιάν έχουν να κάνουν με την προηγούμενη αίτηση που καταχωρήθηκε από την αιτήτρια για άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Ούτε στις παραγράφους αυτές, φαίνεται να περιέχονται ισχυρισμοί που σχετίζονται με την ένσταση των καθ' ων η αίτηση στην αίτηση για προσωρινά διατάγματα, ούτε και ισχυρισμοί που επιχειρείται να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης της κας Γενοβκιάν, διατυπώνεται η διαπιστωθείσα από την κα Γενοβκιάν διάσταση ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης όπως παρουσιάζονται από τις δύο πλευρές, προκειμένου να τεθεί, αντιλαμβάνομαι, το υπόβαθρο της αίτησης. Περαιτέρω, στις παραγράφους 22 - 23 και 26 - 31 της ίδιας ένορκης δήλωσης, η κα Γενοβκιάν εξηγεί τους λόγους που οδήγησαν στην καταχώρηση της παρούσας αιτήσεως, υποστηρίζοντας, παράλληλα, ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να επιτραπεί η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ότι τα δικαιώματα της καθ' ης η αίτηση δεν θα επηρεασθούν δυσμενώς από τυχόν καταχώρηση της αιτούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και ότι η άλλη πλευρά ουδεμία ανεπανόρθωτη ζημιά θα υποστεί από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αντιλαμβάνομαι, συνεπώς, ότι στις παραγράφους που προανέφερα δεν περιέχονται ισχυρισμοί που να επιχειρείται να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, και, εν πάση περιπτώσει, στις παραγράφους αυτές δεν περιέχονται ισχυρισμοί που θα μπορούσαν να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου διά μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης για προσωρινά διατάγματα. Στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης της κας Γενοβκιάν προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι στην ένσταση των καθ' ων η αίτηση στην αίτηση για προσωρινά διατάγματα δεν προβάλλεται υπεράσπιση που να ανατρέπει τα όσα αναφέρονται στην αίτηση της αιτήτριας, αλλά μόνο αστήρικτοι και γενικοί ισχυρισμοί. Στην παράγραφο 12 προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν τεκμηριώνουν με έγγραφα τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που έγινε προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση για προσωρινά διατάγματα. Έχω την άποψη ότι τα όσα η κα Γενοβκιάν αναφέρει στις δύο αυτές παραγράφους αποτελούν περισσότερο επιχειρηματολογία, παρά μαρτυρία που να προσφέρεται προς απάντηση ή και αντίκρουση των όσων αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των καθ' ων η αίτηση. Κρίνω, συνεπώς, ότι οι ισχυρισμοί των δύο αυτών παραγράφων δεν μπορεί να τεθούν στα πλαίσια συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στις παραγράφους 13 και 14 η κα Γενοβκιάν αναφέρεται στον ισχυρισμό που προβάλλεται στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου 2 προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση για προσωρινά διατάγματα περί των αγορών στις οποίες προέβη η καθ' ης η αίτηση 1 από την αιτήτρια σε διάστημα δύο ετών αλλά και περί των αγορών στις οποίες η καθ' ης η αίτηση 1 προβαίνει γενικά. Όπως προκύπτει, από τις παραγράφους 13 και 14, η αιτήτρια επιθυμεί να προβάλει ισχυρισμούς προς απάντηση των όσων αναφέρει ο κ. Γούναρης στην παράγραφο 4 της ένορκης του δήλωσης ημερ. 3.11.2015, και να δώσει τη δική της εκδοχή ως προς τα συμπεράσματα που μπορεί ή δεν μπορεί να εξαχθούν από τους σχετικούς ισχυρισμούς του κ. Γούναρη. Κρίνω ότι η αιτήτρια έχει καταδείξει καλό λόγο που δικαιολογεί την παροχή άδειας προς καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε σχέση με όσα αναφέρονται στις παραγράφους 13 και 14 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την παρούσα αίτηση. Έρχομαι τώρα στις παραγράφους 15 - 21 της ένορκης δήλωσης της κας Γενοβκιάν. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των καθ' ων η αίτηση στην αίτηση για προσωρινά διατάγματα, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι με την αγορά και παραλαβή συσκευών κινητών τηλεφώνων η καθ' ης η αίτηση αμέσως μεταπωλεί όλες ή το μεγαλύτερο μέρος αυτών στα καταστήματα με τα οποία συνεργάζεται. Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι η καθ' ης η αίτηση 1 είναι οικονομικά εύρωστη, πραγματοποιώντας αγορές πέριξ των 8 εκατομμυρίων το χρόνο, και μάλιστα στις χαλεπές τούτες μέρες, όπως επισημαίνει. Η αιτήτρια με τη σκοπούμενη προς καταχώρηση συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιθυμεί να απαντήσει και/ή να αντικρούσει τους πιο πάνω ισχυρισμούς που τίθενται στην ένσταση, προβάλλοντας τα αποτελέσματα επιτόπιας έρευνας που πραγματοποιήθηκε μετά την καταχώρηση της ένστασης, από την κα Γενοβκιάν, η οποία αποκάλυψε ότι η καθ' ης η αίτηση 1 είναι ιδιοκτήτρια 3 καταστημάτων στα οποία υπάρχει στοκ μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει την αξίωση της ενάγουσας στην αγωγή, αποτελέσματα τα οποία επιβεβαιώνονται, λέει, από την πολυετή εμπειρία της. Η κα Γενοβκιάν διευκρινίζει επίσης ότι η ύπαρξη στοκ δεν συνεπάγεται την οικονομική ευρωστία της καθ' ης η αίτηση 1, η οποία αντιμετωπίζει, ως αναφέρει, σοβαρά οικονομικά προβλήματα, αναφερόμενη σε γεγονότα που, κατά τη θέση της, καταδεικνύουν αυτή την οικονομική αδυναμία. Ο κ. Γούναρης στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση των καθ' ων η αίτηση στην παρούσα αίτηση αμφισβητεί, τόσο τα αποτελέσματα της έρευνας στην οποία προέβη η κα Γενοβκιάν, όσο και τα συμπεράσματα που μπορεί να εξαχθούν από αυτή. Αμφισβητεί επίσης ότι από τα όσα αναφέρει η κα Γενοβκιάν που σχετίζονται με την οικονομική κατάσταση της αιτήτριας εταιρείας μπορεί να αποδειχτεί ο ισχυρισμός περί ύπαρξης οικονομικών προβλημάτων στην καθ' ης η αίτηση 1, προσθέτοντας ότι μία επιχείρηση μπορεί να έχει κρίση λόγω κακοδιαχείρισης. Είναι η κρίση μου ότι η Αιτήτρια έχει καταδείξει καλό λόγο για να της επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για να προβάλει τους ισχυρισμούς που περιέχονται στις παραγράφους 15 - 21 της ένορκης δήλωσης της κας Γενοβκιάν, αφού σκοπός τους είναι να αντικρούσουν ή και να απαντήσουν ισχυρισμούς που προβάλλονται για πρώτη φορά στην ένορκη δήλωση που έγινε προς υποστήριξη της ένστασης στα προσωρινά διατάγματα, οι οποίοι συναρτώνται άμεσα με τα επίδικα θέματα στην εν λόγω αίτηση. Το γεγονός ότι ο κ. Γούναρης αρνείται την ορθότητα των ισχυρισμών στις εν λόγω παραγράφους, αλλά και τα συμπεράσματα που μπορεί να εξαχθούν από τα γεγονότα που προβάλλονται, δεν αποτελεί, κατά την κρίση μου, λόγο που πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη της παρούσας αίτησης, εφόσον αντικείμενο της είναι μόνο αν έχει καταδειχθεί καλός λόγος για να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση, και όχι το εάν εν τέλει η θέση που επιθυμεί να προωθήσει η αιτήτρια μπορεί να επιτύχει ή όχι ή η αποδεικτική αξία των ισχυρισμών, κάτι που δεν θα μπορούσε σίγουρα να αποφασισθεί στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, και σε στάδιο που το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που θα προσφερθεί από τις δύο πλευρές ενδεχομένως να μην έχει ακόμη αποκρυσταλλωθεί. Η παρατήρηση αυτή ισχύει βεβαίως σε σχέση με το σύνολο των ισχυρισμών που θα επιτραπεί στην αιτήτρια να προβάλει με συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στην παράγραφο 24 της ένορκης δήλωσης της κας Γενοβκιάν προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι λόγω της οικονομικής κρίσης πολλοί συνεργάτες της αιτήτριας έχουν αναστείλει τη λειτουργία τους, και ότι η μόνη προστασία που έχει η αιτήτρια είναι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων για δέσμευση των προϊόντων, ώστε να μην μπορούν να πωληθούν μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Δεδομένου ότι η αιτήτρια ήδη έθεσε, ως όφειλε άλλωστε, στα πλαίσια της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση της για προσωρινά διατάγματα, τους ισχυρισμούς της που σχετίζονται με την αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων (και αναφέρομαι ενδεικτικά στις παραγράφους 18, 20, 21 και 25), και λαμβάνοντας υπόψη ότι ο προβαλλόμενος στην παράγραφο 24 ισχυρισμός δεν φαίνεται να προσφέρεται προς αντίκρουση ή απάντηση οποιουδήποτε ισχυρισμού που προβάλλεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των καθ' ων η αίτηση, κρίνω ότι δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος για να επιτραπεί η προσκόμιση της μαρτυρίας αυτής μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στην παράγραφο 25 της ένορκης δήλωσης της κας Γενοβκιάν προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι τα κινητά τηλέφωνα δεν χάνουν την αξία τους μέσα σε 3 ή 6 μήνες ή/και 1 χρόνο όπως αναφέρει ο εναγόμενος 2 στην ένορκη του δήλωση, καθότι είναι ακριβές συσκευές (αξίας 600, 700 και 800 ευρώ) και τελευταίας τεχνολογίας, που παραμένουν στην αγορά για 3 με 4 χρόνια. Στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2 που συνοδεύει την ένσταση των καθ' ων η αίτηση στην αίτηση για προσωρινά διατάγματα προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι λόγω της ταχύρυθμης ανάπτυξης της τεχνολογίας στα κινητά τηλέφωνα, τυχόν δέσμευση και απαγόρευση πώλησης αυτών θα τα καταστήσει άνευ αντικρίσματος ή πολύ πενιχρού αντικρίσματος, και η ζημιά που θα προκληθεί στους καθ' ων η αίτηση θα είναι ανεπανόρθωτη επειδή μέχρι να εκδικαστεί η αγωγή, η αξία των συσκευών θα είναι εξευτελιστική, αφού θα ανήκουν, πλέον, σε ξεπερασμένη τεχνολογία. Κρίνω ότι η αιτήτρια έχει καταδείξει καλό λόγο για να της επιτραπεί να προβάλει τον ισχυρισμό της παραγράφου 25 της ένορκης δήλωσης της κας Γενοβκιάν, καθότι μέσω αυτού επιχειρείται η προβολή συγκεκριμένων ισχυρισμών προς απάντηση ή και αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην αίτηση για προσωρινά διατάγματα. Υπό το φως όλων των ανωτέρω, είναι η κρίση μου ότι έχει καταδειχθεί καλός λόγος για να επιτραπεί στην αιτήτρια να προβάλει, μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στις παραγράφους 13 - 21 και 25 της ένορκης δήλωσης της κας Γενοβκιάν. Αναφορικά με τη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι τα γεγονότα και οι πληροφορίες που επιχειρείται να τεθούν μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προϋπήρχαν της καταχώρησης της αίτησης για προσωρινά διατάγματα, αυτή παραβλέπει, κατά την κρίση μου, το γεγονός ότι η ανάγκη για την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προέκυψε από τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στην ένσταση των καθ' ων η αίτηση στα προσωρινά διατάγματα. Ούτε και η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η παρούσα αίτηση γίνεται αποκλειστικά για σκοπούς κωλυσιεργίας, με βρίσκει σύμφωνη, αφού σύμφωνα με τα όσα παρατίθενται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, η κα Γενοβκιάν ενημέρωσε την ίδια ημέρα το δικηγόρο της αιτήτριας για την έρευνα της (17.11.2015), ο οποίος την επομένη (18.11.2015) ζήτησε χρόνο δύο ημερών για να καταχωρήσει την αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, κάτι που έπραξε εμπροθέσμως (20.11.2015). Η αίτηση εκείνη απορρίφθηκε λόγω παράλειψης προώθησης (10.12.2015), και την αμέσως επόμενη (11.12.2015) καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Εξάλλου λαμβάνοντας υπόψη το ότι τα ζητηθέντα προσωρινά διατάγματα δεν εκδόθηκαν μονομερώς, δεν είναι αντιληπτός και ο λόγος για τον οποίο η αιτήτρια, δηλαδή το μέρος που επιδιώκει την προσωρινή θεραπεία, θα επιθυμούσε να προκαλέσει την όποια καθυστέρηση στην εξέταση του δικού της αιτήματος. Εν όψει δε των όσων αναφέρονται πιο πάνω, δεν μπορώ επιπλέον να συμφωνήσω με τη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η αίτηση υποβάλλεται καταχρηστικά, καθότι διαφαίνεται ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στα πλαίσια μιας γνήσιας προσπάθειας της αιτήτριας να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τρόπο ολοκληρωμένο τα γεγονότα της υπόθεσης της, χωρίς να διακατέχεται από αλλότρια κίνητρα. Οι καθ' ων η αίτηση εγείρουν επίσης ως λόγο ένστασης τον ισχυρισμό ότι τυχόν παροχή της αιτούμενης άδειας θα δημιουργήσει ανισότητα των όπλων στους διαδίκους, επειδή δεν θα μπορούν οι καθ' ων η αίτηση να αντικρούσουν με γραπτή απάντηση τους ισχυρισμούς που θα περιέχονται στη συμπληρωματική ένορκο δήλωση όσο παραπλανητικοί, όσο ανεδαφικοί και όσο και αν αντίκεινται στα πραγματικά γεγονότα. Είναι η κρίση μου ότι αυτός ο λόγος ένστασης δεν ευσταθεί, για το λόγο ότι οι καθ' ων η αίτηση, έχουν και εκείνοι δικονομικό δικαίωμα να αιτηθούν άδειας, με βάση τη Δ.48 Θ.4
(2), για να καταχωρήσουν και οι ίδιοι συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αν, μετά την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από μέρους της αιτήτριας, καταδείξουν καλό λόγο προς τούτο. Άλλωστε, όπως ο Σ. Ναθαναήλ Δ. επισήμανε στην αγωγή αρ. 8869/05 (ανωτέρω) «στόχος της καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης ή της ένστασης αντίστοιχα ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς.». Τέλος, σημειώνω ότι ο ισχυρισμός του κ. Γούναρη στην παράγραφο 21 της ένορκης του δήλωσης ότι ο ισχυρισμός της κας Γενοβκιάν ότι δεν επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση είναι απορριπτέος επειδή το μεγαλύτερο μέρος των εμπορευμάτων που αγόρασε η καθ' ης η αίτηση 1 στις 9.4.2015 έχει ήδη μεταπωληθεί, δεν φαίνεται να σχετίζεται με επηρεασμό που μπορεί να προκύψει από τυχόν άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αλλά για τον επηρεασμό που μπορεί να προκύψει σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης για προσωρινά διατάγματα, θέμα διαφορετικό, το οποίο θα αξιολογηθεί όταν η αίτηση εκείνη θα εξετασθεί. Κατάληξη Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, η αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται διάταγμα με το οποίο δίδεται άδεια στην αιτήτρια να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να προβάλει τους ισχυρισμούς που περιέχονται στις παραγράφους 13 - 21 και 25 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση να καταχωρηθεί και αντίγραφο αυτής να δοθεί στο συνήγορο των καθ' ων η αίτηση εντός 6 ημερών από σήμερα. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, αυτά να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αίτησης για προσωρινά διατάγματα ημερ. 8.10.2015. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1(Β) Α.Α.Δ 1377 [2] Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 510, 514 [3] Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1(Α) Α.Α.Δ 43 [4] « .. The service shall be effected at least four days before the day fixed for the hearing of the application.» [5] Βλ. μεταξύ άλλων Panayiotis Georgiou (Catering) Ltd κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1996)3 ΑΑΔ 323, 336-337, Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1(Α) ΑΑΔ 366, 376, Πολ. Έφ. 63/2010, Φαλέκκου ν. Χριστοφή, ημερ. 17.12.2013. [6] «Στην προκειμένη περίπτωση, από τη στιγμή που το πρωτόδικο δικαστήριο προέβη σε διαπίστωση ότι πρόκειται για θεραπεύσιμη παρατυπία, δεν βλέπουμε λόγο γιατί να μην μπορούσε στην ίδια διαδικασία να θεραπεύσει την παρατυπία δυνάμει της Δ.64, εφόσον το έκρινε αναγκαίο. Θα ήταν τυπολατρική προσέγγιση αν κρίναμε ότι για να θεραπευθεί η ήδη διαπιστωθείσα παρατυπία θα έπρεπε το πρωτόδικο δικαστήριο να αναβάλει την υπόθεση, ώστε να δοθεί χρόνος στον Εφεσίβλητο να καταχωρίσει αίτηση δυνάμει της Δ.64 για να θεραπεύσει την παρατυπία. Διερωτόμαστε σε τι θα εξυπηρετούσε η αίτηση, εφόσον η άλλη πλευρά δεν θα μπορούσε να έχει ουσιαστικούς λόγους ένστασης, αφού το ουσιαστικό θέμα είχε ήδη κριθεί από το πρωτόδικο δικαστήριο. Βέβαια οι πιο πάνω παρατηρήσεις μας δεν πρέπει να τύχουν παρανόησης ως προς το καθήκον του κάθε δικηγόρου ή διαδίκου που διαπιστώνει την παρατυπία να λαμβάνει έγκαιρα στην κατάλληλη περίπτωση τα αναγκαία μέτρα για θεραπεία της και όχι να αφήνει τα πράγματα να τύχουν διόρθωσης από το Δικαστήριο.» [7] «Επομένως η παρατυπία που διαπιστώνεται ήταν θεραπεύσιμη και ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε ότι ως αποτέλεσμα της ενώπιον του διαδικασίας και της κρίσης του επί αυτής, η παρατυπία θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι είχε θεραπευθεί χωρίς να χρειάζεται πρόσθετη αίτηση. Είναι γεγονός ότι στις υποθέσεις Olympic Designs (Properties) Ltd v. Unique UK Inc.
(2010)1B 1395 και Αρέστη ν. Ερμογένους (Κόκονα)
(2010)1Γ ΑΑΔ 1844, αποφασίστηκε ότι όπου διαπιστώνεται θεραπεύσιμη παρατυπία, αυτή θα πρέπει να θεραπευθεί «εννοείται με ευθύνη του υπεύθυνου για την παρατυπία». Δεν διαφωνούμε. Όμως τα δικαστήρια έχουν διακριτική ευχέρεια στην κατάλληλη περίπτωση, όπως είναι η παρούσα, να ασκήσουν τη διακριτική τους ευχέρεια και να θεωρήσουν την παρατυπία που διαπιστώνεται ως θεραπευθείσα. Όμως αυτό θα πρέπει να γίνεται με φειδώ. ...» [8] Αγωγή ναυτοδικείου Stavros Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του Πλοίου LIPA
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ 1976, 1981: «Το κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων των περιπτώσεων είναι η εξασφάλιση προσωρινής προστασίας μονομερώς. Ο κανόνας, καθολικής εφαρμογής, είναι ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο δικαστήριο.» [9] Αγωγή αρ. 4739/2010, Ε.Δ. Λευκωσίας, Branco Forcan v Hemslade Trading Ltd κ.α., ημερ. 13.8.2010, Χ. Πογιατζή Π.Ε.Δ., Πρωτ. Αίτ. 9/2010, Ε.Δ. Λεμεσού, Vetabet Holdings Ltd v. Kythreotis κ.α., ημερ. 5.8.2010, Χ. Μαλαχτός Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο