ΧΡΗΜΑΣΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΞΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ν. HARVEST CAPITAL MANAGEMENT PUBLIC LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2147/15, 5/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2147/15 Μεταξύ: ΧΡΗΜΑΣΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΞΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόντων -και- HARVEST CAPITAL MANAGEMENT PUBLIC LIMITED Εναγομένης Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης 05 Φεβρουαρίου 2016 Για τους ενάγοντες: κος Στυλιανού Για την εναγομένη: κος Γεωργίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την επίδικη αίτηση οι ενάγοντες επιδιώκουν έκδοση συνοπτικής απόφασης εις βάρος της εναγομένης εταιρείας. Ας λεχθεί ότι ενάγοντες είναι το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (στη συνέχεια το Χ.Α.Κ.), ενώ εναγομένη είναι εταιρεία της οποίας οι τίτλοι είναι εισηγμένοι στο Χ.Α.Κ.. Η δε απαίτηση φαίνεται να αφορά τέλη που το Χ.Α.Κ. επέβαλε στην εναγομένη και η τελευταία παρέλειψε να εξοφλήσει. Πριν οτιδήποτε άλλο κρίνω ότι είναι πρόσφορο να παρατεθούν οι δικανικές αρχές που διέπουν το αίτημα, εφόσον με αυτό τον τρόπο θα αποκαλυφθούν και τα επίδικα θέματα. Όπως έχει νομολογηθεί δεν νοείται παρέκκλιση από τα ειωθότα της δικαστικής διαδικασίας. Η δίκη και ιδιαίτερα η κλήτευση μαρτύρων από αμφότερες τις πλευρές, είναι ό,τι αναδεικνύει τα επίδικα ζητήματα και επιτρέπει στο δικαστήριο να διαγνώσει την αλήθεια, ύψιστο στόχο του δικαίου. Από την άλλη το δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης εκεί όπου ικανοποιούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Τούτες είναι οι ακόλουθες: η οπισθογράφηση της αγωγής ανταποκρίνεται στα αναφερόμενα στον κ.6 της Δ.2· ο εναγόμενος καταχώρισε εμφάνιση· και η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και δηλώνει ότι καθώς πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1Β Α.Α.Δ. 782, Νεάρχου κ.α. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1Β Α.Α.Δ.818 και Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πέγειας v. CAA Travel Media Ltd
(2008)1B A.A.Δ. 837). Εκεί όπου πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις το βάρος μετατίθεται στους ώμους του εναγομένου, ο οποίος καλείται∙ είτε να ικανοποιήσει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, είτε να αποκαλύψει γεγονότα που του δίνουν δικαίωμα υπεράσπισης (βλ. Νεάρχου (πιο πάνω), Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 221, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ.239, Λαζάρου v. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ.817, N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ.1912 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Χατζηνέστορος
(1989)1 Α.Α.Δ.204). Έρχομαι όμως στα καθ' ημάς. Η αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και συγκεκριμένα Δ.2 κ.6, Δ.18 κκ 1(α), 2 και 9(α) και Δ.48 κκ 1,2, 3 και 9· στον περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμο, Ν.14(Ι)/1993, άρθρα 9, 10, 32, 33, 48, 191(Α), μέρος Χ και ΧΙ· στους κανονισμούς του ίδιου νόμου και βεβαίως επί των γενικών και συμφυών εξουσιών και πρακτική του δικαστηρίου. Επιπλέον υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση της οποίας το περιεχόμενο πραγματεύομαι πιο κάτω. Από την άλλη η εναγομένη εταιρεία αμφισβητεί το εύλογο του αιτήματος και προς τούτο καταχώρισε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Για την ώρα δεν πραγματεύομαι τους λόγους ένστασης που προτάσσει η εναγομένη. Προέχει, πιστεύω, εξακρίβωση των γεγονότων που προκύπτουν από το περιεχόμενο του φακέλου του δικαστηρίου, διεργασία καθ' όλα επιτρεπτή και ουσιώδης (Βλ. Lord Jeans Ltd v. Orbit - Kazoulis Ltd
(2003)1Β Α.Α.Δ. 808, 814 με αναφορά στη Δ.48 κκ 1, 2 και 3). Από το περιεχόμενο του φακέλου διαπιστώνεται ότι το κλητήριο ένταλμα καταχωρίστηκε την 08.05.
- Τούτο το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο, δηλαδή όπως επιτάσσει η Δ.
- Περαιτέρω, την 13.07.2015 η εναγομένη καταχώρισε σημείωμα εμφανίσεως. Αυτά και μόνο τα γεγονότα, προϊόντα του αταλάντευτου περιεχομένου του φακέλου του δικαστηρίου, αποκαλύπτουν ότι πληρούνται οι δυο πρώτες προϋποθέσεις που ένας αιτητής οφείλει να αποδείξει σε αίτηση ως η υπό κρίση. Διευκολύνει την ανάπτυξη της απόφασης αν σε αυτό το στάδιο παρατεθούν οι λόγοι ένστασης, ώστε να καταστεί σαφές τι είναι εκείνο που το Χ.Α.Κ. προβάλλει ως λόγο ένστασης. Οι λόγοι ένστασης λοιπόν είναι οι ακόλουθοι: «(α) Το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου δεν μπορεί να ενάγει από μόνο του, παρά μόνο δια μέσω του Συμβουλίου του και συγκεκριμένα εκπροσωπείται ενώπιον των Δικαστικών Αρχών δια του Προέδρου του και ως εκ τούτου η αγωγή έχει εγερθεί από λανθασμένο νομικό πρόσωπο. (β) Η αγωγή δεν εγείρεται δια μέσω του Προέδρου του Συμβουλίου του Χρηματιστήριου Αξιών Κύπρου. (γ) Ο ομνύοντας δεν είναι εξουσιοδοτημένο και κατάλληλο πρόσωπο για να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς την απαίτηση. (δ) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. (ε) Η Εναγόμενη έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή. (στ) Η αγωγή είναι πρόωρη.» Παρεμβάλλω εδώ ότι κατά την ακρόαση της αίτησης ο συνήγορος της εναγομένης απέσυρε το λόγο ένστασης με διακριτικό στοιχείο (στ) και συνεπώς δεν θα απασχολήσει περαιτέρω. Από τους λόγους ένστασης και περαιτέρω την αγόρευση των συνηγόρων της εναγομένης, καθίσταται σαφές ότι αιχμή του δόρατος της ένστασης είναι ο ισχυρισμός πως η αγωγή λανθασμένα ηγέρθη στο όνομα του Χ.Α.Κ. Η εναγομένη επικαλείται εν προκειμένω τα αναφερόμενα στο άρθρο 10
(1)και
(2)του Ν.14(Ι)/1993, και βάσει αυτών διατείνεται ότι αγωγή ως η επίδικη, εγείρεται μέσω του Συμβουλίου του Χ.Α.Κ. και δη του προέδρου τούτου. Εφόσον το ζήτημα είναι θεμελιώδες για την πάρα πέρα πορεία της αίτησης, κρίνω σκόπιμο να εξεταστεί πρώτο. Εν τούτοις, για καλύτερη αντίληψη όσων η εναγομένη διατείνεται, επιβάλλεται να παρατεθούν αυτούσια όσα διαλαμβάνονται στα εδάφια
(1)και
(2)του άρθρου 10 του Ν.14(Ι)/1993. Αναφέρεται εκεί ότι· «10.-
(1)Τo Συμβoύλιo εφoρεύει τις εργασίες τoυ Χρηματιστηρίoυ και έχει πλήρη εξoυσία για τη διoίκηση και διαχείριση της περιoυσίας τoυ σύμφωvα με τις διατάξεις τoυ παρόvτoς Νόμoυ και τα oριζόμεvα σε Χρηματιστηριακoύς Καvovισμoύς.
(2)Τo Συμβoύλιo ειδικότερα- (α) Εκπρoσωπεί διά τoυ Πρoέδρoυ τoυ τo Χρηματιστήριo εvώπιov τωv δικαστικώv και άλλωv αρχώv.» Σχετικό επίσης είναι και το άρθρο 3
(1)του ίδιου νόμου, στο οποίο αναφέρεται ότι· «3.-
(1)Συvιστάται voμικό πρόσωπo δημόσιoυ δικαίoυ, τo oπoίo καλείται "Χρηματιστήριo Αξιώv Κύπρoυ", στo oπoίo καταρτίζovται κατ' απoκλειστικότητα, σύμφωvα με όσα oρίζovται στov παρόvτα Νόμo, oι χρηματιστηριακές συvαλλαγές επί κιvητώv αξιώv στη Δημoκρατία.» Έχει αναφερθεί ήδη η θέση της εναγομένης, καθώς ότι άπτεται θεμελιακού ζητήματος, εφόσον είναι ισχυρισμός τούτης πως η όποια αγωγή του Χ.Α.Κ. δεν μπορεί να εγερθεί παρά μόνο μέσω του Συμβουλίου και του προέδρου αυτού. Εφόσον στην προκείμενη περίπτωση στον τίτλο δεν αναφέρεται άλλος πλην του Χ.Α.Κ., λέει η εναγομένη, η αγωγή πάσχει και η αίτηση είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Στον αντίποδα το Χ.Α.Κ. παραλληλίζει τις πρόνοιες του άρθρου 10 του Ν.14(Ι)/1993 με εκείνες του άρθρου 57 του Ν.14/60, ώστε να υποστηρίξει πως η έννοια της λέξης εκπροσωπεί δεν εμπεριέχει και ούτε εννοεί την έγερση δικαστικής διαδικασίας. Άλλωστε, υποδεικνύουν οι ενάγοντες, το Χ.Α.Κ. συνιστά πρόσωπο δημοσίου δικαίου και έχει ανεξάρτητη νομική προσωπικότητα. Είμαι της γνώμης ότι σε αυτό τον τελευταίο ισχυρισμό των εναγόντων κρύβεται και η απάντηση του σχετικού ερωτήματος. Δεν χωρεί αμφιβολία βεβαίως ότι το Χ.Α.Κ. είναι νομικό πρόσωπο, ήτοι πλάσμα δικαίου (βλ. Sharelink Financial Services Limited v. Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου
(2006)4Α Α.Α.Δ. 178). Θα έλεγε κανείς ότι η πιο πάνω κατάληξη συνιστά απόρροια όσων αναφέρονται στο άρθρο 3
(1)του σχετικού νόμου. Εν τούτοις η εναγομένη θέλει τα αναφερόμενα στο άρθρο 10 του ίδιου νόμου να υπερκαλύπτουν τα προηγηθέντα και να διέπουν ό,τι σχετικό της εκπροσώπησης του Χ.Α.Κ. Είμαι της γνώμης πως η εισήγηση της εναγομένης δεν δικαιολογείται και συνιστά στρέβλωση όσων αναφέρονται στο σχετικό νόμο. Και εξηγώ· δοθέντος ότι το Χ.Α.Κ. είναι νομικό πρόσωπο, προς τι τότε να ενάγει ή να ενάγεται μέσω τρίτου. Περαιτέρω, η εισήγηση της εναγομένης θέλει το Συμβούλιο του Χ.Α.Κ. να έχει και εκείνο δική του νομική προσωπικότητα, αλλιώς θα ήτο εξωπραγματικό και αντινομικό ένα μη πρόσωπο (το Συμβούλιο) να αποτελεί μέσο εκπροσώπησης άλλου προσώπου (του Χ.Α.Κ.). Αν όμως ίσχυε τούτο θα προκαλείτο άλλη αντινομία, δηλαδή ότι η σχετική νομοθεσία (Ν.14(Ι)/1993)δημιουργεί δύο πρόσωπα και μάλιστα το ένα (Συμβούλιο) εντός του άλλου (Χ.Α.Κ.). Ποιος ο λόγος και τι εξυπηρετεί τούτο δεν κατανοώ, ούτε βεβαίως δικαιολογείται από τις διατάξεις του νόμου. Είμαι της γνώμης ότι όλα τα ανωτέρω φανερώνουν ακριβώς πως η εισήγηση της εναγομένης είναι αντινομική και ανυπόστατη. Πέραν όμως των πιο πάνω, αν χρειάζεται να βάλω το δάκτυλο επί των τύπων των ήλων, αρκεί να υποδείξω ότι ανάλογο ζήτημα απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κυριακίδης ν. Διαχειριστικής Επιτροπής Ταμείου Προνοίας Προσωπικού Κυπριακού Διυλιστηρίου Πετρελαίου Λτδ
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1271, 1275. Ζητούμενο εκεί ήταν κατά πόσο νομικό πρόσωπο ήταν το ταμείο προνοίας ή η διαχειριστική επιτροπή τούτου, δοθέντος ότι και εκεί η σχετική νομοθεσία προνοούσε πως «η διαχειριστική επιτροπή εκάστου ταμείου προνοίας επιμελείται των υποθέσεων του ταμείου και αντιπροσωπεύει τούτο δικαστικώς και εξωδίκως». Η πρωτόδικη διαδικασία είχε εγερθεί εναντίον της διαχειριστικής επιτροπής. Επί του προκειμένου το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής σχετικά· «Το πρωτόδικο δικαστήριο, με δεδομένη τη νομοθετική ρύθμιση ότι μόνο διαφορές μεταξύ μελών και του ταμείου προνοίας τους μπορούν να αχθούν προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, και αυτό σε συνάρτηση προς την πρόνοια ότι η Διαχειριστική Επιτροπή εκάστου ταμείου προνοίας αντιπροσωπεύει τούτο δικαστικώς και εξωδίκως, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτό σημαίνει πως μόνο το ταμείο ενεργεί μέσω της Διαχειριστικής Επιτροπής για τη διεκπεραίωση πράξεων σε σχέση με δικαστηριακές ή άλλες υποθέσεις. Το προαναφερόμενο συμπέρασμα του δικάσαντος δικαστηρίου είναι ορθό και υποστηρίζεται από τη νομολογία στην οποία το δικαστήριο παραπέμπει. Βλ. Αντωνίου κ.ά. ν. Ταμ. Προνοίας Υπαλλήλων Ξενοδ. Βιομηχανίας
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 204 και Γρηγορίου ν. Μιχαλάκης Πογιατζής και Σία Λτδ
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1924.» Εξίσου σημαντική είναι και η υπόθεση Αντωνίου κ.α. ν. Ταμείου Προνοίας Υπαλλήλων Ξενοδοχειακής Βιομηχανίας
(2002)1Α Α.Α.Δ. 204, 210 όπου σχολιάστηκαν νομοθετικές διατάξεις ανάλογες με τις υπό κρίση. Αναφέρθηκε εκεί ότι· «Συμμεριζόμαστε την πρωτόδικη άποψη αναφορικά με το ζήτημα του τίτλου της Αίτησης. Η έννοια του άρθρου 14
(2)του Νόμου είναι, καθώς μας φαίνεται, πως σε ό,τι δικαστικώς η εξωδίκως χρειάζεται να επιτελεστεί το Ταμείο ενεργεί μέσω της Διαχειριστικής Επιτροπής που το αντιπροσωπεύει. Όμως το Ταμείο, ως νομικό πρόσωπο βάσει του άρθρου 7
(1), νομιμοποιείται να εμφανίζεται με το δικό του όνομα σε δικαστική διαδικασία αλλά και γενικότερα σε έγγραφα που αφορούν τη συμμετοχή του σε οποιαδήποτε δικαιοπραξία.» Απ' όλα τα πιο πάνω είναι ηλίου φαεινότερον ότι το πρόσωπο που ενάγει ή ενάγεται, είναι το νομικό πρόσωπο, εν προκειμένω το Χ.Α.Κ. και όχι το Συμβούλιο ή ο πρόεδρος τούτου, που απλώς εξυπηρετούν, σε πρακτικό επίπεδο, το πλάσμα δικαίου. Αυτή η εξυπηρέτηση είναι που αποδίδεται στο νόμο με τη συμπερίληψη της φράσης «εκπροσωπεί». Ως εκ τούτου η σχετική εισήγηση της εναγομένης είναι ανυπόστατη και απορρίπτεται. Στο ίδιο μήκος κύματος η εναγομένη διατείνεται περαιτέρω πως ο ομνύων την αίτηση είναι αναρμόδιος να ορκιστεί τούτην, εφόσον το άρθρο 10
(2)(α) του Ν.14(Ι)/1993 αναφέρει ότι η εκπροσώπηση επιτυγχάνεται δια του προέδρου του Συμβουλίου. Η εναγομένη υποστηρίζει συναφώς ότι μόνο ο πρόεδρος του Συμβουλίου μπορεί να ορκιστεί την αίτηση και ουδείς άλλος. Κρίνω πως η σχετική θέση της εναγομένης συνιστά αδικαιολόγητο περιορισμό των διατάξεων του νόμου. Επί του προκειμένου υποδεικνύω και το άρθρο 19 του νόμου όπου αναφέρεται πως η γενική διεύθυνση του Χ.Α.Κ. ανατίθεται στο διευθυντή τούτου. Είμαι της γνώμης ότι αυτή είναι και η λογική του πράγματος. Δεν μπορεί να αναμένεται από ένα φυσικό πρόσωπο, και δη τον πρόεδρο ενός οργανισμού, να είναι γνώστης παντός ζητήματος που αφορά τούτον, εν προκειμένω το Χ.Α.Κ., όσο ασήμαντο και αν είναι αυτό, και συνακόλουθα ότι αυτός είναι ο μόνος αρμόδιος δια να μαρτυρήσει. Η δε θέση της εναγομένης ότι δεν νοείται εκχώρηση των εξουσιών του προέδρου, καταρρίπτεται από τα αναφερόμενα στο άρθρο 17
(2), το οποίο ρητά αναφέρει ποιες εξουσίες δεν μπορούν να εκχωρηθούν και η υπό κρίση δεν εμπίπτει σε αυτές. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι η εναγομένη παρερμηνεύει τα αναφερόμενα στο νόμο, εφόσον δεν νοείται ο πρόεδρος του Συμβουλίου να είναι ο μόνος αρμόδιος και ικανός να μαρτυρήσει. Περαιτέρω, εδώ ο ομνύων την αίτηση δηλώνει ότι είναι πλήρως και δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες να προβεί στην επίδικη ένορκο δήλωση. Κρίνω ότι η πιο πάνω δήλωση αίρει κάθε αμφιβολία σε σχέση με την εξουσιοδότηση του ομνύοντα και επιπλέον, συνάδει πλήρως με τις διατάξεις του νόμου. Εν τούτοις η εναγομένη διατείνεται ότι ακόμη και στην περίπτωση που ο ομνύων δικαιούταν να ορκιστεί, δεν έχει θετική γνώση των γεγονότων. Ας δούμε λοιπόν τι είναι εκείνο που επικαλούνται οι ενάγοντες δια την αξίωση που εγείρουν. Αναφέρθηκε ήδη, έστω ακροθιγώς, πως η αξίωση του Χ.Α.Κ. εδράζεται σε τέλη που επέβαλε στην εναγομένη και τα οποία μέχρι σήμερα δεν έχουν καταβληθεί. Ο ομνύων τη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση επεξηγεί ότι το Χ.Α.Κ. διοικείται από το Συμβούλιο και ότι μια από τις εξουσίες του τελευταίου είναι η επιβολή τελών. Σε αυτό το πλαίσιο, αναφέρει ο ομνύων, οι ενάγοντες πρόσφεραν υπηρεσίες στην εναγομένη που με βάση τη χρηματιστηριακή νομοθεσία ανέρχονται σε €5758,30. Προς τούτο εκδόθηκαν πέντε τιμολόγια, ήτοι τα τεκμήρια 1 έως 5. Τα εν λόγω τιμολόγια, αναφέρει ο ομνύων, εκδόθηκαν κατόπιν δικών του οδηγιών και υπογράφηκαν από τον ίδιο εκ μέρους του Χ.Α.Κ. (βλ. 8η παράγραφο ενόρκου δηλώσεως), ενώ η τιμολόγηση, δηλαδή η επιβολή των συγκεκριμένων τελών, και η έκδοση των εν λόγω τιμολογίων, έγινε κατόπιν απόφασης του Συμβουλίου. Είμαι της γνώμης ότι τα πιο πάνω καταρρίπτουν τις αιτιάσεις της εναγομένης περί μη θετικής γνώσης του ομνύοντα. Οι σχετικές δικανικές αρχές έχουν ενσωματωθεί στην κυπριακή νομολογία τόσο παλαιά όσο είναι και η υπόθεση Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Bani A.S.
(1972)1 CLR 130. Η θετικότητα της γνώσης του ομνύοντα είναι πάντα ζήτημα πραγματικό. Στην προκείμενη περίπτωση το γεγονός ότι ο ομνύων τη δήλωση αναφέρει ότι έχει σχέση με την ετοιμασία των τιμολογίων, υπέγραψε τούτα και τέλος, εξουσιοδοτήθηκε από το Συμβούλιο να λειτουργήσει τοιουτοτρόπως, καταδεικνύει ότι έχει προσωπική και θετική γνώση όσων διατείνεται, διαπίστωση η οποία συνάδει με τη λογική ερμηνεία που διέπει το θέμα, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς ότι στη σύγχρονη εποχή πλείστες των συναλλαγών συντελούνται μεταξύ νομικών προσώπων εις αντιδιαστολή φυσικών (βλ. Marketrends v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1Α ΑΑΔ 223). Τώρα, η επιβεβαίωση της αιτίας αγωγής δεν είναι τίποτα άλλο από επανάληψη όσων αναφέρονται στο κλητήριο ένταλμα και προσθήκη ότι η εναγόμενη πραγματικά οφείλει στους ενάγοντες το ποσό που αξιώνεται (βλ. Annual Practice 1958, σελίδα 247 «The verification may be by reference to the particulars as indorsed on the writ, thus: "the defendants are justly and duly indebted to the plaintiffs in the sum of ."»). Στη δοσμένη περίπτωση ο ομνύων τη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση επαναλαμβάνει το σύνολο των ισχυρισμών που συμπεριλαμβάνονται στο κλητήριο ένταλμα και επιπλέον, αναφέρει ότι το οφειλόμενο ποσό καίτοι ληξιπρόθεσμο δεν εξοφλήθηκε από την εναγομένη (βλ. 9η παράγραφο ενόρκου δηλώσεως εναγόντων). Εν κατακλείδι, υποδεικνύει ότι η επιβολή των πιο πάνω τελών από το Συμβούλιο, συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη που δεν έχει αμφισβητηθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί ικανοποιούν βεβαίως την υποχρέωση δια επιβεβαίωση της αιτίας αγωγής, καθώς επίσης δήλωση ότι το ποσό που αξιώνεται παραμένει οφειλόμενο. Ως εκ των ανωτέρω δικαιολογείται αναφώνηση ότι οι ενάγοντες όπερ έδει δείξαι. Φυσιολογικά λοιπόν η προσοχή στρέφεται στην ένορκο δήλωση της εναγομένης. Τώρα σε αυτό το πλαίσιο είναι γνωστή η νομολογιακή αρχή ότι καλή τη πίστη υπεράσπιση ή γεγονότα που δικαιολογούν άδεια για υπεράσπιση, δεν ικανοποιείται από γενικόλογους και αόριστους ισχυρισμούς. Όπως υποδεικνύεται στο Annual Practice του 1958, σελίδα 250· "the defendant' s affidavit must condescend upon particulars". Στην προκείμενη περίπτωση ένα μόνο είναι το γεγονός που επικαλείται η εναγομένη και αυτό δεν είναι άλλο από το ότι δεν έλαβε τα τιμολόγια, τεκμήρια 1 έως 5. Εν τούτοις, αν ορθά αντιλαμβάνομαι τα πράγματα η εναγομένη απέσυρε το σχετικό ισχυρισμό κατά την ακρόαση της αίτησης, όταν απέσυρε και το λόγο ένστασης (στ), που ήθελε την αγωγή να είναι πρόωρη. Συνεπώς, αποτέλεσμα της σχετικής απόσυρσης είναι πως η εναγομένη δεν προβάλλει, πλέον, οιανδήποτε υπεράσπιση. Και ποια βεβαίως υπεράσπιση, άλλη από εξόφληση, να εγείρει, τη στιγμή που η τιμολόγηση από το Συμβούλιο του Χ.Α.Κ. αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη η οποία δεν προσβλήθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο, το μόνο κατά πάντα ουσιώδη χρόνο αρμόδιο όργανο να εξετάσει την εγκυρότητα της πράξης (βλ. ΑΟΜΜ Γαλαξίας Παραγωγές Λίμιτεδ ν. Δήμος Στροβόλου, ECLI:CY:AD:2014:A520, Πολ. Έφ. 348/10, ημερομηνίας 11.07.2014). Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι η εναγομένη δεν κατάφερε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που μετατέθηκε στους ώμους της, εφόσον δεν κατόρθωσε να αποδείξει καλή τη πίστη υπεράσπιση ή γεγονότα που δικαιολογούν άδεια για υπεράσπιση. Αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω είναι η διαπίστωση πως δικαιολογημένα το Χ.Α.Κ. αιτείται έκδοση απόφασης. Συνακόλουθα, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Χ.Α.Κ. και εναντίον της εναγομένης ως οι παράγραφοι Α και Β του κλητηρίου εντάλματος, πλέον δικηγορικά έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ)......... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο