← Κύπρος

ALPAN ELECTROLINE LTD ν. M & K TELE-FONE LIMITED κ.α., Αγωγή Αρ. 4791/2015, 10/2/2016

ALPAN ELECTROLINE LTD ν. M & K TELE-FONE LIMITED κ.α., Αγωγή Αρ. 4791/2015, 10/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A84 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε. Δ. Αγωγή Αρ. 4791/2015 ΜΕΤΑΞΥ: ALPAN ELECTROLINE LTD Ενάγουσας και 1. M & K TELE-FONE LIMITED 2. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΟΥΝΑΡΗ Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 10 Φεβρουαρίου, 2016 Για τους αιτητές-εναγόμενους: κος Ρένος Σχίζας Για την καθ' ης η αίτηση-ενάγουσα: κος Ηλίας Χρίστου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση ημερ. 11.12.2015 για αντεξέταση) Εισαγωγή Η αγωγή αρ. 4791/15 καταχωρήθηκε στις 8.10.2015 επί ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και με αυτήν η ενάγουσα ζητά το ποσό των €68.546,11 δυνάμει υπόλοιπου λογαριασμού και/ή τιμολογίων και/ή γραπτής και/ή προφορικής συμφωνίας και/ή επιταγών και/ή σύμφωνα με τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, πλέον γενικές, τιμωρητικές, επαυξημένες και παραδειγματικές αποζημιώσεις, πλέον τόκο και έξοδα. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι στα πλαίσια της συνεργασίας της με την εναγομένη 1 πωλούσε στην εναγόμενη 1 εμπορεύματα εκδίδοντας σχετικά τιμολόγια, και διατηρώντας, προς τούτο, σχετική κατάσταση λογαριασμού. Ο εναγόμενος 2 είναι διευθυντής της εναγομένης 1 και εγγυήθηκε, κατά την ενάγουσα, τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι μεταξύ 9.4.2015 και 5.5.2015 πώλησε στην εναγόμενη 1 κινητά τηλέφωνα συνολικής αξίας €81.837,85, τα οποία η εναγόμενη 1 παρήγγειλε και παρέλαβε και τα οποία ήταν της αρεσκείας της, εκδίδοντας το τιμολόγιο με αρ. PSI/830921 ημερ. 9.4.2015 για προϊόντα αξίας €45.638,05 περιλαμβανομένου του ΦΠΑ, και το τιμολόγιο με αρ. PSI/837703 ημερ. 5.5.2015 για προϊόντα αξίας €36.199,80 περιλαμβανομένου του ΦΠΑ. Προς εξόφληση των πιο πάνω τιμολογίων αλλά και προγενέστερων οφειλών της, η εναγόμενη 1 εξέδωσε και παρέδωσε στην ενάγουσα αριθμό επιταγών οι οποίες προσδιορίζονται στην αγωγή, και οι οποίες αν και παρουσιάστηκαν στην τράπεζα εντός ευλόγου χρόνου από τις ημερομηνίες κατά τις οποίες κατέστησαν πληρωτέες, δεν τιμήθηκαν λόγω ανάκλησης τους από τον εκδότη (stop payment). Κατά ή περί την 30.6.2015 ο λογαριασμός της εναγομένης 1 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €68.546,11 το οποίο, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ενάγουσας προς τους εναγόμενους 1 και 2, παραμένει ανεξόφλητο. Μαζί με την αγωγή καταχωρήθηκε μονομερής αίτηση ημερ. 8.10.2015 για προσωρινά διατάγματα. Ζητείται συγκεκριμένα από την ενάγουσα (α) προσωρινό διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται η εναγόμενη 1 (και/ή οι αντιπρόσωποι της) από του να αποσύρει και/ή αποξενώσει και/ή πωλήσει και/ή παραχωρήσει από τα καταστήματα και/ή αποθήκες της εμπορεύματα αξίας €68.546,71, και (β) προσωρινό διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται η εναγόμενη (και/ή οι αντιπρόσωποι της) από του να αποσύρει και/ή αποξενώσει και/ή πωλήσει και/ή παραχωρήσει από τα καταστήματα και/ή αποθήκες της τα ακόλουθα εμπορεύματα: (
  2. i)IT34839 SM-G920 BLACK 20 (QTY) (
  3. ii)IT 34838 SM-G925 WHITE 5 (QTY) (iii) IT 34796 SM-G925 BLACK 20 (QTY) (
  4. iv)IT 33404 SM-N910F BLACK 2 (QTY) (
  5. v)IT 33405 SM-N910F WHITE 5 (QTY) (
  6. vi)IT 33914 SM-N910 GOLD 5 (QTY) (vii) IT 34234 SM-A500 BLACK 39 (QTY) (viii) IT 34235 SM-A500 WHITE 40 (QTY) (
  7. ix)IT 33712 GT-I9301 BLUE 15 (QTY) (
  8. ix)IT 33915 GT-I9301 WHITE 25 (QTY) Σημειώνω ότι τα πιο πάνω εμπορεύματα αποτελούν μεγάλο μέρος των εμπορευμάτων που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι πώλησε στην εναγόμενη 1 εκδίδοντας τα τιμολόγια με αρ. PSI/830921 ημερ. 9.4.2015 και αρ. PSI/837703 ημερ. 5.5.2015. Τα γεγονότα επί των οποίων η αίτηση στηρίζεται φαίνονται στην ένορκη δήλωση της κας Άννας Αδάμου και είναι με αυτή την ένορκη δήλωση που σχετίζεται το υπό κρίση αίτημα των αιτητών (καθ' ων η αίτηση στην αίτηση για προσωρινά διατάγματα) για αντεξέταση. Τα διατάγματα δεν εκδόθηκαν μονομερώς για τους λόγους που καταγράφονται στο πρακτικό που τηρήθηκε στις 12.10.2015 και ζητήθηκε χρόνος από το συνήγορο της ενάγουσας για επίδοση της αίτησης. Η αίτηση όντως επιδόθηκε και στις 26.10.2015 υπήρξε εμφάνιση από μέρους των εναγομένων. Ζητήθηκε χρόνος για καταχώρηση ένστασης, η οποία και καταχωρήθηκε στις 3.11.2015. Στις 20.11.2015 καταχωρήθηκε από την ενάγουσα αίτηση με την οποία ζητείτο άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, στην οποία οι εναγόμενοι έφεραν ένσταση. Η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε στις 10.12.2015, ημέρα κατά την οποία ήταν ορισμένη για ακρόαση, λόγω παράλειψης προώθησης, με έξοδα υπέρ των εναγομένων. Στις 11.12.2015 καταχωρήθηκε νέα αίτηση από την ενάγουσα για άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στις 11.12.2015 καταχωρήθηκε και η υπό κρίση αίτηση, με την οποία οι εναγόμενοι-αιτητές ζητούν: «α) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την παρουσία της Άννας Αδάμου, εκ Λευκωσίας, ενόρκως δηλούσης στην αίτηση ημ. 8/10/2015 η οποία ένορκη δήλωση φέρει ημερομηνία 8/10/2015, για αντεξέταση σε ότι αφορά το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της κατά την δικάσιμο της πιο πάνω υπόθεσης, ήτοι την 18/11/2015 ή σε οιανδήποτε άλλη δικάσιμο και ειδικά στα αναφερόμενα στις παραγράφους 4, 5, 6, 7, 9, 12, 15, 16, 17, 18, 19, 21 και 22 αυτής. β) Οποιονδήποτε άλλο διάταγμα ήθελε κρίνει εύλογο το Δικαστήριο. γ) Τα έξοδα της αίτησης.» Η αίτηση βασίζεται στη Δ.39 Θ.1, Δ.38 Θ.1-3 και 9 και στη Δ.48 Θ.1-3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα γεγονότα επί την οποίων η αίτηση στηρίζεται φαίνονται στο φάκελο της υπόθεσης, και στην ένορκη δήλωση του κ. Κωνσταντίνου Γούναρη ημερ. 11.12.2015. Λεπτομερής αναφορά στο περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης δήλωσης θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, κατωτέρω. Η καθ' ης η αίτηση - ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στις 23.12.2015, προβάλλοντας τους εξής λόγους ένστασης: «1. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη. 2. Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική. 3. Οι αιτητές δε νομιμοποιούνται στα αιτούμενα διατάγματα. 4. Δεν τηρούνται και/ή έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. 5. Δεν συντρέχουν οι υπό της νομολογίας καθιερωθείσες αρχές διά την έκδοση διατάγματος ή άδειας για αντεξέταση της Ενόρκως Δηλούσας στην συγκεκριμένη περίπτωση. 6. Το υποβληθέν αίτημα αποτελεί καταχρηστική και/ή κακόπιστη ενέργεια των Εναγόμενων - Αιτητών καθώς επιχειρείται προσπάθεια εκμαίευσης μαρτυρίας (fishing for evidence). 7. Η Ένορκη Δήλωση του Κωνσταντίνου Γούναρη που υποστηρίζει την αίτηση αντεξέτασης των Εναγόμενων - Αιτητών βρίθει αόριστων αναφορών ακαθάριστου προέλευσης. 8. Η Ένορκη Δήλωση του Κωνσταντίνου Γούναρη που υποστηρίζει την αίτηση αντεξέτασης των Αιτητών είναι αντικανονική και/ή παράτυπη καθώς αντιβαίνει τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και την Νομολογία. 9. Δεν αναφέρονται ούτε εξειδικεύονται οποιοιδήποτε λόγοι και/ή οποιοιδήποτε βάσιμοι λόγοι και/ή εξαιρετικές περιστάσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αντεξέτασης. 10. Ο Ένορκος Δηλών δεν υποστηρίζει επαρκώς και/ή καθόλου την Αίτηση για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. 11. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη ή/και ελλιπής. 12. Η αίτηση αυτή γίνεται για αλλότριους σκοπούς και/ή σκοπούς που έχουν ως στόχο να πλήξουν την αξιοπιστία της Ενόρκως Δηλούσα στην Αίτηση ημερ. 08/10/2015. 13. Η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική καθότι καταχωρήθηκε πρόωρα χωρίς να συμπληρωθεί η μαρτυρία αναφορικά με την υπόθεση. 14. Η αίτηση έχει λανθασμένη νομική βάση καθώς δεν βασίζονται στους σωστούς θεσμούς και νόμους. 15. Η αίτηση αυτή γίνεται για αλλότριους σκοπούς και/ή σκοπούς που έχουν ως στόχο να πλήξουν την αξιοπιστία της Ενόρκως Δηλούσα στην Αίτηση ημερ. 08/10/2015. 16. Οι Εναγόμενοι - Καθ'ων η Αίτηση δεν έρχονται με καθαρά χέρια. 17. Η αίτηση βασίζεται σε ανακριβή γεγονότα.» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.38, Δ.39, Δ.48 Θ. 1-4, 8 και 9, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο (Κεφ. 6) άρθρα 4 - 9, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60), στο Άρθρο 30.3(α) και (β) του Συντάγματος, ως και στις συμφυείς εξουσίες, πρακτική και νομολογία του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων η ένσταση στηρίζεται, φαίνονται στην ένορκη δήλωση της κας Χριστιάνας Γενοβκιάν, η οποία είναι υπεύθυνη πωλήσεων στην ενάγουσα. Πέραν της υιοθέτησης των λόγων ένστασης, η κα Γενοβκιάν αναφέρει ότι τα όσα ο κ. Γούναρης αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι αόριστα και ασαφή. Λέγει επιπλέον ότι δεν καθορίζεται ποιες παράγραφοι χρήζουν αντεξέτασης και για ποιο λόγο ή και ποια είναι η θέση ή το σημείο σε σχέση με το οποίο επιθυμεί να αντεξετάσει η πλευρά των αιτητών. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι αυτό που επιζητείται μέσω της αντεξέτασης, είναι η διακρίβωση της αξιοπιστίας και της εγκυρότητας των ισχυρισμών της κας Άννας Αδάμου, πράγμα ανεπίτρεπτο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, σε περίπτωση δε έγκρισης του αιτήματος των αιτητών θα καθυστερήσει και θα εκτραπεί η διαδικασία εξέτασης της αίτησης ημερ. 8.10.2015. Λέγει επίσης ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη αφού αποσκοπεί στην εκμαίευση μαρτυρίας. Είναι επιπλέον η θέση της ότι η αίτηση είναι πρόωρη, καθότι εκκρεμεί επίσης διαδικασία για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Καταλήγει ότι αυτά που αναφέρει ο κ. Γούναρης στην ένορκη του δήλωση, δεν δικαιολογούν την αντεξέταση της κας Άννας Αδάμου. Η ακροαματική διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία, ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους. Όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο μερών ανέφεραν λαμβάνονται υπόψη και αναφορά στις θέσεις που προβλήθηκαν θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, κατωτέρω. Νομική πτυχή Η Δ.39 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί της οποίας η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται προβλέπει ότι: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross - examination.» Στη Δ.39 παραπέμπει η Δ.48 Θ.4

(2), ως αυτή έχει αναδιαμορφωθεί στις 23.12.1999, και η οποία προβλέπει τα εξής: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Υπενθυμίζεται σχετικά, ότι η αναδιαμόρφωση της Δ.48 Θ.4 σκοπό είχε να διευκολύνει τη διαδικασία εκδίκασης αιτήσεων, ώστε τα γεγονότα που στηρίζουν αυτές να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου με ένορκες δηλώσεις και όχι με προφορική μαρτυρία, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης. Βέβαια, το δικαίωμα αντεξέτασης δεν παρέχεται κάθε φορά που το ζητά ένας διάδικος. Τόσο από το λεκτικό των ως άνω δικονομικών διατάξεων, όσο και από τη σχετική επί του θέματος νομολογία προκύπτει ότι το ζήτημα της παραχώρησης άδειας για αντεξέταση επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία μάλιστα μπορεί να ασκηθεί ανεξάρτητα από τυχόν συναίνεση των διαδίκων (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Λευτέρη Μήλου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ 280 και Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660). Το ίδιο προκύπτει από τα σχόλια που γίνονται στο Annual Practice του 1958, στη σελ. 921, για το τότε ισχύον O.38 r.1[1],[2], καθώς και από τη σειρά Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 21, σελ. 418 - 419, παρ. 878, όπου αναφέρεται ότι: «Discretionary power of the Court as to evidence. The Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion.» Και στο Annual Practice του 1982, στα πλαίσια της ερμηνείας του τότε ισχύοντος O. 38 r.2
(3),[3] στη σελ. 644, αναφέρονται τα εξής: «Cross-examination on an affidavit will not generally be allowed on matters extraneous to the question in the particular proceedings in which the affidavit was filed (Re SBA Properties Ltd [1967] 1 W.L.R. 799; [1967] 2 All ER 615.» Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται δικαστικά και σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, τη φύση της υπό κρίση αίτησης, τις ανάγκες της και τα επίδικα σε αυτήν ζητήματα. Πρέπει να υπάρχουν ειδικοί λόγοι που δικαιολογούν το αίτημα, στο οποίο θα πρέπει να προσδιορίζονται επαρκώς τα προς αντεξέταση σημεία, ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η εξέταση του υπό το πρίσμα της νομολογίας. Ό,τι προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι ότι η αντεξέταση είναι επιτρεπτή επί ζητημάτων τα οποία είναι αναγκαία για την επίλυση του θέματος που αφορά η εκάστοτε υπό εξέταση αίτηση, αλλά δεν θα πρέπει να δίδεται άδεια για αντεξέταση όταν αυτή εμφανώς θα επεκτείνει τη συζήτηση της αίτησης σε μη αναγκαία για την εξέταση της αίτησης ζητήματα, πολύ δε περισσότερο όταν η αντεξέταση αφορά σε ζητήματα που άπτονται της ουσίας της αγωγής και της διαφοράς των διαδίκων. Όπως το θέμα ετέθη από τον Π.Ε.Δ. Κ. Κληρίδη, όπως ήταν τότε, στα πλαίσια ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 9.4.2009 στην αγωγή αρ. 7123/08 του Ε.Δ. Λευκωσίας: «Υπενθυμίζεται το ότι η αντεξέταση δεν διεξάγεται αυτοδίκαια αλλά σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.39 Κ.1, το Δικαστήριο μπορεί μόνο κατόπιν αιτήματος διαδίκου να διατάξει την παρουσία ενός ομνύοντα για αντεξέταση. Τα θέματα δε επί των οποίων μπορεί να αντεξετάσει ένας διάδικος θα πρέπει να είναι περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι να εκτείνονται επί οποιουδήποτε θέματος ήθελε υπάρξει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των μερών ή απλά προς το σκοπό της μείωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου ή της ενίσχυσης της αξιοπιστίας άλλου.» Περαιτέρω, δεδομένου ότι η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται στα πλαίσια αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, επιβάλλεται να τονιστεί ότι το Δικαστήριο σε τέτοιου είδους αιτήσεις περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο πληρούνται ή όχι οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60και, στην προκειμένη περίπτωση, και του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 9, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε οποιαδήποτε συμπεράσματα σε σχέση με αυτή (Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248, 269 - 270, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263). Ως επισημάνθηκε στην υπόθεση Bacardi and Co Ltd. v. Vimco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788 «Δεν πρέπει . να λησμονούμε ότι γενικώς η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων». Και όπως περαιτέρω υποδείχθηκε στην υπόθεση Τ. A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 802: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557 κ.ά. και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά.» Στο στάδιο της αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος, ό,τι απαιτείται να στοιχειοθετηθεί είναι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας/προοπτικής ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία και ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος (Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557, 568). Η πρώτη προϋπόθεση έχει να κάνει με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του ενάγοντα και έχει ερμηνευθεί ότι ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. Η δεύτερη προϋπόθεση έχει να κάνει με τη «δύναμη» της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Όπως έχει νομολογηθεί, η «πιθανότητα» στην οποία γίνεται αναφορά, αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το επίπεδο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση έχει να κάνει με την επάρκεια των αποζημιώσεων ως θεραπεία για τον ενάγοντα με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης. Σε περίπτωση που και οι τρεις προϋποθέσεις ικανοποιούνται, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στο επόμενο στάδιο και θα σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να το διατηρήσει σε ισχύ αν έχει ήδη εκδοθεί. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση των τριών κριτηρίων που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, είναι αναγκαία όπως υποδείχθηκε στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557, αλλά όχι με σκοπό τη διατύπωση τελεσίδικης κρίσης σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα που αφορά στην ουσία της αγωγής, αλλά απλώς για να διαπιστωθεί η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηνε έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια (Φαέθων Μιχαηλίδης v. Παπακυριακού
(2004)1 ΑΑΔ 209). Τέλος, και ειδικά σε σχέση με αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα, σημειώνω ότι στο Annual Practice του 1982, στη σελ. 644, και πάλι μέσα στα πλαίσια της ερμηνείας του τότε ισχύοντος O. 38 r.2
(3), διαβάζουμε τα εξής: «There is a discretion as to ordering cross-examination on affidavits filed on interlocutory applications. See para.
(3), supra. Cross-examination upon affidavits sworn in applications for interlocutory injunctions is very rare. It was ordered, by consent, in The Berkeley Hotel Co Ltd v. Berkeley International (Mayfair) Ltd [1971] F.S.R. 300; [1972] R.P.C. 237» Παρόμοια επισήμανση γίνεται στη σειρά Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 17, παρ. 310 και 311, αλλά και στο σύγγραμμα Injunctions του David Bean, 10η έκδοση, 2010, όπου στην παρ. 5-23, στη σελ. 84 αναφέρεται ότι: «There is power to order oral cross-examination of a witness but it is rare for such an order to be made at the interim stage in an injunction case.» Αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Κατά την ακρόαση της αίτησης ο συνήγορος των αιτητών, αγορεύοντας προς υποστήριξη της αίτησης, ανέφερε ότι το γεγονός και μόνο ότι η καθ' ης η αίτηση φέρει ένσταση στην αίτηση, υποδηλώνει καθαρά ότι προσπαθεί να αποκρύψει τα πραγματικά γεγονότα και να παραπλανηθεί το Δικαστήριο. Εξηγώντας τη θέση του αυτή ανέφερε ότι στις παραγράφους 6 (α) και (β) της ένορκης δήλωσης της κας Αδάμου αναφέρονται κατά τρόπο γενικό και αόριστο τα κινητά τηλέφωνα που πωλήθηκαν, χωρίς να αναφέρεται το serial number της κάθε συσκευής που αποτελεί στην ουσία την ταυτότητα της, και παρέδωσε προς τούτο στο Δικαστήριο το τιμολόγιο με αρ. PSI/830921 που η καθ' ης η αίτηση εξέδωσε προς την αιτήτρια 1 στις 9.4.2015, στο οποίο αναφέρονται τα serial numbers όλων των συσκευών στις οποίες το εν λόγω τιμολόγιο αφορά. Ανέφερε ότι χωρίς να δοθεί διευκρίνιση ως προς την ταυτότητα των συσκευών που η καθ' ης η αίτηση ζητεί να δεσμευθούν, δεν μπορεί να εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα. Επίσης, ανέφερε, δεν δίδονται διευκρινίσεις ως προς το πού βρίσκονται αυτά τα τηλέφωνα ούτε και δίδει διαβεβαίωση η κα Αδάμου ότι αυτά βρίσκονται στην κατοχή της αιτήτριας 1, επισημαίνοντας ότι η αιτήτρια 1 έχει 6 καταστήματα και συνεργάζεται με άλλα 19, στα οποία μεταπωλεί συσκευές καθημερινά, και των οποίων (συσκευών) δεν μπορεί να ζητήσει την επιστροφή. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι η κα Αδάμου αναφέρεται σε γενικότητες και σε πληροφορίες που έχει, και ότι η αντεξέταση επιβάλλεται για να δώσει η κα Αδάμου διευκρινίσεις. Αναφέρθηκε ειδικά στον ισχυρισμό της κας Αδάμου ότι υπήρξε μια μικρή καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για προσωρινά διατάγματα, προβάλλοντας αφενός τη θέση ότι αυτή δεν ήταν μικρή (δεδομένου ότι με την αίτηση ζητούνται προσωρινά διατάγματα), αφετέρου ότι η κα Αδάμου, ως εκ της θέσεως της, κατείχε όλα τα στοιχεία. Ανέφερε επιπλέον ότι ζητείται η αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας, ούτως ώστε να υπάρχει πλήρης διαφάνεια επί όλων των γεγονότων και όχι προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Σχολιάζοντας τους λόγους ένστασης που εγέρθηκαν από την καθ' ης η αίτηση, επισήμανε ότι κατά τη θέση του ο ισχυρισμός περί γενικού και αόριστου αιτήματος δεν ευσταθεί, αφού στην αίτηση έγινε αναφορά σε συγκεκριμένες παραγράφους της ένορκης δήλωσης της κας Αδάμου, επί των οποίων ζητείται η αντεξέταση, και επιπλέον, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένες παραγράφους και ισχυρισμούς. Ως προς τον ισχυρισμό της καθ' ης η αίτηση ότι η αίτηση υποβλήθηκε για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας, ανέφερε ότι αυτός δεν αξίζει απάντησης, αφού αν γινόταν αποδεκτό το προφορικό αίτημα που έγινε για αντεξέταση της κας Αδάμου, η υπόθεση θα συντομεύετο σε μεγάλο βαθμό. Τέλος, ο συνήγορος των αιτητών απέσυρε το αίτημα για αντεξέταση επί του περιεχομένου της παραγράφου 7 της ένορκης δήλωσης της κας Αδάμου. Ο συνήγορος της καθ' ης η αίτηση, αναφερόμενος στα όσα ο συνήγορος των αιτητών υπέβαλε προς υποστήριξη της αιτήσεως του, σημείωσε ότι ό,τι αναφέρθηκε περί μη επαρκούς προσδιορισμού της ταυτότητας των τηλεφωνικών συσκευών παραγνωρίζει το αιτητικό Α της αίτησης για προσωρινά διατάγματα με το οποίο ζητείται δέσμευση οποιαδήποτε κινητής περιουσίας της εταιρείας μέχρι το επίδικο ποσό. Αναφέρθηκε περαιτέρω στη σχετική με το εξεταζόμενο θέμα θεωρία και νομολογία και, επισημαίνοντας ότι η ακρόαση της παρούσας αιτήσεως διεξάγεται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, υποστήριξε ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, γίνεται αναφορά μόνο στους λόγους που καθιστούν αναγκαία την αντεξέταση της κας Αδάμου επί του περιεχομένου των παραγράφων 19 και 22 της ένορκης της δήλωσης, χωρίς να εξειδικεύονται οι λόγοι που καθιστούν αναγκαία την αντεξέταση επί των λοιπών παραγράφων που καθορίζονται στην αίτηση. Επισήμανε επίσης ότι στην παράγραφο 22 της ένορκης δήλωσης της κας Αδάμου δεν αναφέρονται αυτά που σημειώνει ο κ. Γούναρης στην παράγραφο 5 της ένορκης του δήλωσης προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης. Προέβαλε περαιτέρω τη θέση ότι αν η κοινή λογική είναι το μόνο που χρειάζεται να επιστρατεύσει κανείς προκειμένου να κριθεί το κατά πόσο τα όσα αναφέρει η κα Αδάμου στην παράγραφο 22 της ένορκης της δήλωσης ευσταθούν, τότε σίγουρα δεν χρειάζεται αντεξέταση επ' αυτών. Περαιτέρω η εξέλιξη της τεχνολογίας των κινητών τηλεφώνων δεν εμπίπτει εντός του πεδίου γνώσεων της κας Αδάμου, η οποία, ως αναφέρει στην ένορκη της δήλωση, εργάζεται στο λογιστήριο της καθ' ης η αίτηση, συνεπώς δεν θα μπορούσε, ούτως ή άλλως, να αντεξεταστεί επί του σημείου αυτού. Ως προς το θέμα της καθυστέρησης υποστήριξε ότι όλα τα στοιχεία που το Δικαστήριο χρειάζεται για να κρίνει το θέμα αυτό, βρίσκονται ήδη ενώπιον του. Ως προς τον ισχυρισμό ότι οι αιτητές επιθυμούν να αντεξετάσουν την κα Αδάμου σε σχέση με τον ισχυρισμό της ότι τα πωληθέντα κινητά τηλέφωνα βρίσκονται στην κατοχή της αιτήτριας 1, είναι η θέση του ότι προς αντίκρουση αυτού, οι αιτητές θα μπορούσαν να είχαν επισυνάψει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση τους στην αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, τιμολόγια που να αποδεικνύουν τη μεταπώληση των τηλεφώνων, όμως δεν το έπραξαν. Επισημαίνει επίσης τη φύση της αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και το περιορισμένο των θεμάτων που μπορεί να εξεταστούν στα πλαίσια αυτής, για να υποστηρίξει ότι θέματα όπως η αξιοπιστία μαρτύρων και η διατύπωση ευρημάτων για την ουσία της υπόθεσης δεν μπορεί να κριθούν στα πλαίσια αίτησης για προσωρινά διατάγματα. Υποστήριξε επίσης ότι δεν καταδεικνύονται ειδικοί λόγοι ή εξαιρετικές περιστάσεις που να καθιστούν την αντεξέταση αναγκαία και κατέληξε ότι η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε καταχρηστικώς και για σκοπούς εκμαίευσης μαρτυρίας και ότι είναι πρόωρη και οδηγεί σε ενδεχόμενη πολλαπλότητα των διαδικασιών, επειδή σ' αυτό το στάδιο δεν έχουν ακόμη αποκρυσταλλωθεί τα επίδικα θέματα, δεδομένου ότι εκκρεμεί αίτηση από μέρους της καθ' ης η αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Όπως ορθά επισημάνθηκε από το συνήγορο της καθ' ης η αίτηση, η ακρόαση της παρούσας αιτήσεως διεξάγεται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη οτιδήποτε ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου ως πραγματικό γεγονός προς υποστήριξη της αίτησης με την αγόρευση του.[4] Ως αναφέρεται στην αίτηση, τα γεγονότα επί των οποίων αυτή στηρίζεται φαίνονται στο φάκελο της υπόθεσης και την ένορκη δήλωση του κ. Κωνσταντίνου Γούναρη ημερομηνίας 11.12.2015 που συνοδεύει την αίτηση. Δεδομένου ότι ο συνήγορος των αιτητών δεν παρέπεμψε σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο σημείο του φακέλου προς υποστήριξη του αιτήματος του,[5] το υπόβαθρο των γεγονότων θα πρέπει να αντληθεί μέσα από την εν λόγω ένορκη δήλωση του κ. Κ. Γούναρη. Λόγω της μικρής έκστασης αυτής, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο της, στο βαθμό που ενδιαφέρει για την έκβαση της υπό κρίση αίτησης: «3. Το περιεχόμενο των παραγράφων για τις οποίες ζητείται η αντεξέταση και αναφέρονται στην παράγραφο α) της αιτήσεως είναι ασαφές, γενικό, αόριστο, ελλιπές και δεν άπτεται της πραγματικότητας. 4. Χωρίς την αντεξέταση της ενόρκως δηλούσης δεν υπάρχει πλήρης διαφάνεια των πραγματικών γεγονότων ώστε το Δικαστήριο να δύναται να απονείμει δικαιοσύνη. 5. Ο ισχυρισμός στην παράγραφο 22 της ενόρκου δηλώσεως ότι εάν εκδοθεί το διάταγμα θα δεσμευθούν τα αγορασθέντα κινητά τηλέφωνα ώστε να μην γίνει πώλησης αυτών δεν μπορεί να άπτεται της πραγματικότητας με την απλή λογική καθότι αφορούν κινητά τηλέφωνα των οποίων η τεχνολογία αναπτύσσεται καθημερινώς. 6. Διά τον ισχυρισμό περί μικρής καθυστερήσεως υποβολής της παρούσης αιτήσεως λόγω καταγραφής των πωληθέντων προϊόντων επιβάλλεται αντεξέταση καθ' ότι τα πωληθέντα προϊόντα ήταν και είναι καταγραμμένα λεπτομερώς στα εκδοθέντα τιμολόγια της ίδιας ημερομηνίας με την παράδοση και αυτά ήταν και είναι στην κατοχή των εναγόντων. 7. Ο ισχυρισμός στην παράγραφο 19 ότι είναι στην κατοχή των εναγομένων τα πωληθέντα είναι άνευ αποδεικτικών στοιχείων και δέον να εξετασθεί και παρουσιάσει τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει η ενόρκως δηλούσα και όχι να υπάρχει ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός. 8. Πρέπει η ενόρκως δηλούσα να αντεξετασθεί ώστε να αποδείξει τον ισχυρισμό του κατεπείγοντος στοιχείο βασικότατο διά την επιτυχία της παρούσας αιτήσεως.» Θα αρχίσω από τις παραγράφους 22 και 19 της ένορκης δήλωσης της κας Αδάμου, σε σχέση με τις οποίες οι αιτητές εξειδικεύουν τους λόγους για τους οποίους ζητούν την αντεξέταση της. Στην παράγραφο 22 της ένορκης δήλωσης της κας Αδάμου αναφέρονται επί λέξει τα εξής: «22. Αντιθέτως εάν το αιτούμενο διάταγμα εκδοθεί, δεν θα προκαλέσει οιανδήποτε ζημιά στον Εναγόμενο, ούτε θα βλάψει τα δικαιώματα του.» Ο κ. Γούναρης, προβάλλει στην παράγραφο 7 της ένορκης του δήλωσης ημερ. 3.11.2015 που στηρίζει την ένσταση των εναγομένων στην αίτηση για προσωρινά διατάγματα, τον ισχυρισμό ότι λόγω της ταχύρυθμης ανάπτυξης της τεχνολογίας, τυχόν δέσμευση κινητών τηλεφώνων στο στάδιο αυτό θα τα καθιστούσε, μέχρι το πέρας της αγωγής, άνευ αντικρίσματος ή πολύ πενιχρού αντικρίσματος, λόγω της καθημερινής προσφοράς στην αγορά νέων μοντέλων, νεώτερης τεχνολογίας. Περαιτέρω, στην παράγραφο 12 της ίδιας ένορκης δήλωσης, ο κ. Γούναρης προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η ζημιά και το αδιέξοδο που θα προκαλέσει η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα είναι ανεπανόρθωτη, καθότι μέχρι να εκδικαστεί η παρούσα αγωγή η αξία των συσκευών που θα παγοποιηθούν θα είναι εξευτελιστική αφού οι συσκευές θα είναι πλέον ξεπερασμένης τεχνολογίας. Είναι η κρίση μου ότι οι ισχυρισμοί των δύο πλευρών έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, και δεν αποτελεί θέμα αντεξέτασης, αλλά νομικής επιχειρηματολογίας, το κατά πόσο η καθ' ης η αίτηση έχει αποδείξει, μετά και από την καταχώρηση της ένστασης των αιτητών, τη συνδρομή των προϋποθέσεων που θα καθιστούσαν δυνατή, αλλά και δίκαιη και εύλογη, την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Εξάλλου, λαμβάνοντας υπόψη ότι εκκρεμεί αίτηση καταχωρηθείσα την ίδια ημέρα με την υπό κρίση αίτηση, της καθ' ης η αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, προς απάντηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού του κ. Γούναρη ότι τα κινητά τηλέφωνα χάνουν την αξία τους λόγω της ανάπτυξης της τεχνολογίας, θεωρώ ότι η παρούσα αίτηση είναι και πρόωρη στο βαθμό που αφορά το θέμα αυτό, καθότι η μαρτυρία για αυτό, δεν έχει ακόμη αποκρυσταλλωθεί. Και επισημαίνω σχετικώς ότι αποτελεί υποχρέωση των δύο μερών να θέσουν μέσω ενόρκων δηλώσεων το σύνολο των ισχυρισμών που υποστηρίζουν τις εκατέρωθεν θέσεις τους (Δ.48 Θ.4
(2)), και δεν είναι παρά μόνο κατόπιν αντιπαραβολής αυτών, που θα κριθεί αν υπάρχει λόγος που να δικαιολογεί την παροχή άδειας για αντεξέταση. Στην παράγραφο 19 της ένορκης δήλωσης της κας Αδάμου αναφέρονται τα εξής: «
  1. Ως έχω ενημερωθεί υπάρχει στην κατοχή της Εναγομένης 1 το σύνολο των προϊόντων τα οποία αγόρασε από εμάς ή και αν δεν υπάρχει το σύνολο των προϊόντων υπάρχει μεγάλο μέρος αυτών.» Ως ο κ. Γούναρης αναφέρει, η κα Αδάμου θα πρέπει να αντεξεταστεί επί του ως άνω ισχυρισμού της και να παρουσιάσει αποδεικτικά στοιχεία σε σχέση με το γενικό και αόριστο, κατά τη θέση του, ισχυρισμό της. Επισημαίνω, σχετικώς, ότι ο κ. Γούναρης στην παράγραφο 9 της ένορκης του δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης των εναγομένων στη αίτηση για προσωρινά διατάγματα αναφέρει ότι o ως άνω ισχυρισμός της κας Αδάμου είναι επιπόλαιος, αόριστος και άνευ αποδεικτικών στοιχείων και ότι σκοπίμως η κα Αδάμου αποκρύπτει από πού έχει ενημερωθεί περί της ύπαρξης τόσου μεγάλου αδιάθετου αριθμού προϊόντων, ενώ στην παράγραφο 3 της ίδιας ένορκης δήλωσης αναφέρει ότι με την αγορά των συσκευών, οι αιτητές τις μεταπωλούν αμέσως στους πέραν των 30 συνεργάτες τους που διαθέτουν καταστήματα στην Κύπρο, ως και στο κοινό λιανικώς. Παρόμοιος ισχυρισμός προβάλλεται στην παράγραφο 10 της ίδιας ένορκης δήλωσης. Κρίνω ότι οι δύο πλευρές έχουν θέσει τους ισχυρισμούς τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Αποτελεί θέμα επί του οποίου ο συνήγορος των αιτητών μπορεί να επιχειρηματολογήσει, το κατά πόσο ο προβληθέντας από την κα Αδάμου ισχυρισμός είναι γενικός και αόριστος και ως τέτοιος ανίκανος να τεκμηριώσει αυτά που ως σκοπό έχει να αποδείξει. Όπως, άλλωστε, ο συνήγορος της καθ' ης η αίτηση επισήμανε στα πλαίσια της αγόρευσης του, δεν υπάρχει κανόνας που να δεσμεύει το Δικαστήριο να αποδεχθεί μαρτυρία για το λόγο και μόνο ότι δεν υπήρξε αντεξέταση επί συγκεκριμένων σημείων της.[6] Ο κ. Γούναρης αναφέρει επίσης ότι η κυρία Αδάμου θα πρέπει να αντεξετασθεί ως προς τους λόγους που έδωσε για τη μικρή καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής και της αιτήσεως για προσωρινά διατάγματα «καθ' ότι τα πωληθέντα προϊόντα ήταν και είναι καταγραμμένα λεπτομερώς στα εκδοθέντα τιμολόγια της ίδιας ημερομηνίας με την παράδοση και αυτά ήταν και είναι στην κατοχή των εναγόντων». Και αναφέρει περαιτέρω ότι η κα Αδάμου θα πρέπει «να αντεξετασθεί ώστε να αποδείξει τον ισχυρισμό του κατεπείγοντος, στοιχείο βασικότατο διά την επιτυχία της παρούσας αιτήσεως». Αν και ο κ. Γούναρης δεν συγκεκριμενοποιεί τις παραγράφους της ένορκης δήλωσης της κας Αδάμου στις οποίες αναφέρεται, πρέπει να αναφέρεται στις παραγράφους 16, 17, 21 (στο βαθμό που αναφέρεται σε άμεσο κίνδυνο) και 24 της εν λόγω ένορκης δήλωσης, στις οποίες η κα Αδάμου λέγει τα εξής: «
  2. Υπήρξε μια μικρή καθυστέρηση στην καταγραφή επακριβώς των προιόντων που πωλήθηκαν στην Εναγομένη 1 εξ' ου και η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής αλλά και της παρούσας αίτησης. Θεωρώ ότι ο χρόνος που διέρρευσε είναι εύλογος και δεν έχει επέλθει οποιαδήποτε καθυστέρηση.
  3. Η πάροδος 1 μηνός για την καταχώρηση της παρούσας αίτησης οφείλεται και στο γεγονός ότι χρειαστήκαμε χρόνο ώστε να συλλέξουμε και να εφοδιάσουμε το Δικηγόρο μας με όλα τα απαραίτητα στοιχεία τα οποία μας ζήτησε.
  4. Περαιτέρω λόγω των πιο πάνω υπάρχει ο άμεσος κίνδυνος όπως εάν το αιτούμενο διάταγμα δεν εκδοθεί, πέραν της ζημιάς που υφιστάμεθα μέχρι σήμερα, να υποστούμε περαιτέρω ανεπανόρθωτη ζημιά με αποτέλεσμα μετέπειτα να μην δύναται να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
  5. Είναι η θέση μου ότι υπάρχει κατεπείγον ζήτημα καθώς εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα η εταιρεία μας θα υποστεί μεγάλη οικονομική ζημιά. Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος σε μεταγενέστερο στάδιο πιθανόν να έχει καταστροφικά αποτελέσματα για εμάς και ενδεχόμενα η ζημιά που θα προκληθεί να μην δύναται να αποκατασταθεί μεταγενέστερα και έτσι να μην αποδοθεί δικαιοσύνη.» Ο κ. Γούναρης λέγει στην παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης ημερ. 3.11.2015 που συνοδεύει την ένσταση των εναγομένων στην αίτηση για προσωρινά διατάγματα ότι το γεγονός ότι η αίτηση καταχωρήθηκε έξι μήνες μετά την έκδοση των τιμολογίων ημερ. 9.4.2015 και 9.5.2015 αφαιρεί το δικαίωμα για λήψη προσωρινού διατάγματος με το δικαιολογητικό του κατεπείγοντος. Λέγει επίσης ότι η δικαιολογία ότι υπήρξε καθυστέρηση στην καταγραφή των προϊόντων είναι πονηρή, καθότι τα σχετικά τιμολόγια στα οποία αναφέρονται τα προϊόντα ήταν και είναι στην κατοχή της ενάγουσας. Είναι η κρίση μου ότι δεν χρειάζεται η αντεξέταση της κας Αδάμου επί των ως άνω ισχυρισμών της για τους λόγους που ανέφεραν οι αιτητές. Αφήνοντας κατά μέρος το ότι ούτως ή άλλως δεν επιζητείται με την παρούσα αίτηση η αντεξέταση της κας Αδάμου σε σχέση με το περιεχόμενο της παραγράφου 24 της ένορκης της δήλωσης, επισημαίνω ότι καίτοι η αίτηση για προσωρινά διατάγματα καταχωρήθηκε μονομερώς, έχουσα ως βάση, μεταξύ άλλων, το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα δεν εκδόθηκαν μονομερώς και ζητήθηκαν από την καθ' ης η αίτηση και δόθηκαν από το Δικαστήριο οδηγίες για την επίδοση της αίτησης. Υπό αυτές τις περιστάσεις η υπό εξέταση αίτηση κατέστη δια κλήσεως,[7] και το στοιχείο του κατεπείγοντος, που αποτελεί, ως έχει παγίως νομολογηθεί,[8] όρο δικαιοδοτικό για την παροχή θεραπείας στην απουσία της άλλης πλευράς, δεν έχει σίγουρα την καταλυτική σημασία που θα είχε σε περίπτωση έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων μονομερώς. Τούτου λεχθέντος, η καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος είναι παράγοντας που θα αξιολογηθεί στα πλαίσια εξέτασης του ισοζυγίου της ευχέρειας[9] και εφαρμογής της αρχής της επιείκειας vigilantibus, non dormientibus jura subeniunt. Όμως στην προκειμένη περίπτωση, το ότι τα τιμολόγια ήταν και είναι στην κατοχή της καθ' ης η αίτηση δεν αποτελεί αμφισβητούμενο γεγονός, ούτε και οι ημερομηνίες έκδοσης τους, ενώ γνωστή είναι στο Δικαστήριο και η ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής και της αιτήσεως για προσωρινά διατάγματα. Συνεπώς ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκονται όλα τα απαραίτητα δεδομένα, προκειμένου να κρίνει επί του ζητήματος. Πλην των ως άνω παραγράφων και θεμάτων στα οποία γίνεται ειδική μνεία στην ένορκη δήλωση του κ. Γούναρη, εύκολα, κατά τη γνώμη μου, διακρίνεται η κατά τα λοιπά γενικότητα των λόγων για τους οποίους επιζητείται η αντεξέταση. Λέγει ο κ. Γούναρης, ότι το περιεχόμενο των παραγράφων 4, 5, 6, 9, 12, 15, 16, 17, 18, 19, 21 και 22 της ένορκης δήλωσης της κας Αδάμου, είναι ασαφές, γενικό, αόριστο, ελλιπές και δεν άπτεται της πραγματικότητας και ότι χωρίς την αντεξέταση δεν υπάρχει πλήρης διαφάνεια των πραγματικών γεγονότων ώστε το Δικαστήριο να δύναται να απονείμει δικαιοσύνη. Κρίνω ότι οι λόγοι που προβάλλει ο κ. Γούναρης ως υποστηρίζοντες το αίτημα του για αντεξέταση της κας Αδάμου, είναι γενικόλογοι, και τυχόν έγκριση της αίτησης θα καθιστούσε ορατό τον κίνδυνο η αντεξέταση να επεκταθεί σε όλα τα ζητήματα, πραγματικά και νομικά, που αφορούν την ουσία της διαφοράς των διαδίκων, κάτι που εκφεύγει των πλαισίων εκδίκασης μιας αίτησης για προσωρινά διατάγματα, η οποία, ως ανωτέρω, στα πλαίσια της νομικής πτυχής επισημάνθηκε, έχει περιορισμένο σκοπό και αντικείμενο. Συνεπώς το αίτημα δεν μπορεί να εγκριθεί. Επαναλαμβάνεται τέλος ότι, σε κάθε περίπτωση, εκκρεμεί αίτηση καταχωρηθείσα την ίδια ημέρα με την παρούσα, της καθ' ης η αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, και κατά συνέπεια η μαρτυρία σε σχέση με κάποια επίδικα θέματα δεν έχει ακόμη αποκρυσταλλωθεί. Κατάληξη Λαμβάνοντας υπόψη την επί του εξεταζόμενου θέματος θεωρία και νομολογία, τη φύση της αιτήσεως ημερομηνίας 8.10.2015 και το περιορισμένο των θεμάτων που μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια αυτής, το γεγονός ότι σε σχέση με τα σημεία που συγκεκριμενοποιήθηκαν στην ένορκη δήλωση των αιτητών κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει λόγος που θα επέτρεπε την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης του αιτήματος για τους λόγους που πιο πάνω αναφέρθηκαν, το γεγονός ότι σε σχέση με πολλά εκ των σημείων επί των οποίων ζητείται αντεξέταση δεν συγκεκριμενοποιήθηκε επαρκώς ο λόγος για τον οποίο τέτοια αντεξέταση ζητείται και είναι αναγκαία, καθώς και το γεγονός ότι σε σχέση με κάποια επίδικα θέματα η μαρτυρία δεν έχει ακόμη αποκρυσταλλωθεί, κρίνω ότι η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα. Συνεπώς τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση-ενάγουσας και εναντίον των αιτητών-εναγομένων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «Upon any motion, petition, or summons evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the application of either party, order the attendance for cross-examination of the person making any such affidavit, and where, after such an order has been made, the person in question does not attend, his affidavit shall not be used as evidence unless by the special leave of the Court or a Judge.» [2] «Cross-examination.—There is no obligation on the Court to make an order for cross-examination under this Rule upon an affidavit filed on a motion.» [3] «
(3). on any application made by summons or motion, evidence may be given by affidavit . but the Court may, on the application of any party, order the attendance for cross examination of the person making any such affidavit .» [4] Νεοκλέους ν. Αλλαγιώτη
(2007)1(Α) Α.Α.Δ 561, 563 [5] Αγωγή ναυτοδικείου Lord Jeans Ltd v. Orbit-Kazoulis Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ. 808, 816 [6] Αντωνάκης Χρ. Σολομωνίδης Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κα.
(2005)1(Α) ΑΑΔ 491, 496, Marketrends Finance Ltd ν. Γιώργου Χριστοδουλίδη κα.
(2007)1(Α) ΑΑΔ 624, 629 [7] Πολ. Εφ. 354/2013, Αναφορικά με την αίτηση Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ για την έκδοση εντάλματος της φύσης Certiorari, ημερ. 4.12.2015 [8] Μεταξύ άλλων, συνεκδ. Πολ. Εφ. 3/2011 και 4/2011, Αμβροσιάδου ν. Coward ημερ. 15.1.2013, Zein κ.α. ν. Παράσχου Κ. Καμπανέλλα Λτδ
(2000)1(Α) ΑΑΔ 606, 613 [9] Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.Α.Δ. 788, 792 κ.ε. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.