Αναφορικά με την Συνεργατική Οικοδομική & Ταμιευτήριο Δημοσίων Υπαλλήλων Κύπρου Λτδ ν. Αναφορικά με τον Ηρακλή Θρασυβούλου, Αρ. Αγωγής 1197/2013, 22/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A117 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1197/2013 Μεταξύ: Αναφορικά με τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 άρθρο 52 (2β), τους Τροποποιητικούς αυτού Νόμους και το Κεφ.4 άρθρο 21 -και- Αναφορικά με την Συνεργατική Οικοδομική & Ταμιευτήριο Δημοσίων Υπαλλήλων Κύπρου Λτδ, από την Λευκωσία Αιτήτριας -και- Αναφορικά με τον Ηρακλή Θρασυβούλου, από την Λευκωσία Καθ' ου η Αίτηση Ημερομηνία: 22.2.2016 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα Κορφιώτου και κα Φ. Θεοχάρους, για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Καθ' ου η αίτηση: καμία Ο Καθ' ου παρών και χειρίζεται αυτοπροσώπως την υπόθεσή του. ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με την αίτηση, ημερ. 8.1.2015, για έρευνα της οικονομικής ικανότητας του Καθ' ου να αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος. Με την υπό κρίση αίτηση, η ως άνω αναφερόμενη Αιτήτρια αιτείται όπως: «Α. Ο Καθ΄ου εξετασθεί αναφορικά με꞉ α. Την ικανότητα του να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του. β. Περιουσιακά στοιχεία τα οποία μπορούν να διατεθούν για την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους του. γ. Οποιοδήποτε συμφέρον έχει σε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, ασφάλειες για ποσό χρημάτων, αγαθά ή άλλη κινητή ιδιοκτησία στη φύλαξη ή κάτω από τον έλεγχο τρίτου προσώπου στη Δημοκρατία ή αναφορικά με τυχόν οφειλές τρίτου προσώπου σ' αυτόν. δ. Οποιαδήποτε δωρεά, παράδοση ή μεταβίβαση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου ή οποιαδήποτε επιβάρυνση, διακίνηση ή απόκρυψη οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου που είχε ως αποτέλεσμα να παρεμποδιστεί η Αιτήτρια να εισπράξει το εξ αποφάσεως χρέος ή μέρος αυτού. Β. Όπως το Δικαστήριο εκδώσει τα ακόλουθα διατάγματα: α. Να καταθέσει ο Καθ' ου η Αίτηση στο Δικαστήριο ένορκη δήλωση στην οποία να περιγράφει πλήρως την περιουσία στην οποία είχε ή έχει οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον. β. Να πληρώσει ο Καθ' ου η Αίτηση το εξ' αποφάσεως χρέος του διά μηνιαίων δόσεων. γ. Να ακυρωθεί οποιαδήποτε καταδολιευτική μεταβίβαση ή επιβάρυνση, δ. Αποκοπής απολαβών. ε. Διάταγμα με το οποίο να παρεμποδίζεται ο Καθ' ου η Αίτηση να διαθέσει, αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του ή μέρος αυτής. στ. Ένταλμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτων. Γ. Έξοδα της αίτησης (AM. Φ.Π.Α. 10334121Α).». Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1, 2, 3, 4 και 8 και στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 14
(1)(ε), 82, 83, 84, 85, 86, 87, 89, 90, 91Α, 91Β, 91Γ, 91Δ, 91Ε, 91ΣΤ, 91Ζ, 91Η, 91Θ και 91Ι. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη σε αυτήν ένορκη δήλωση (στο εξής «η Ε/Δ»), ημερ. 8.1.2015, της κας Ελένης Κωνσταντίνου από τη Λευκωσία, η οποία ως δηλώνει, είναι στην υπηρεσία της Αιτήτριας, γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Στην Ε/Δ της, η κα Κωνσταντίνου έδωσε λεπτομέρειες για το πώς προέκυψε το εξ αποφάσεως χρέος ως ακολούθως (βλ. παρα. 2 και 3 της Ε/Δ)꞉ «
- Στις 22.9.2010 εκδόθηκε απόφαση από Διαιτητή, ο οποίος διορίστηκε από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών, υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση για το ποσό των €42.448,63σ. με τόκο προς 6,70% ετησίως από 22.9.2010 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €190,00σ. έξοδα.
- Δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερομηνίας 6.5.2014 η ως άνω απόφαση καταχωρήθηκε και ενεγράφη στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση ο οποίος διατάχθηκε να πληρώσει στην Αιτήτρια έξοδα ως αυτά έχουν υπολογιστεί από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των €1.454,00, πλέον €267,71 Φ.Π.Α., πλέον €42,00 έξοδα.». Τόσο η πιο πάνω αναφερόμενη Διαιτητική απόφαση, ημερ. 22.9.2010, όσο και η απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ημερ. 6.5.2014, δυνάμει της οποίας δόθηκε άδεια για εγγραφή της εν λόγω Διαιτητικής απόφασης στο Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου προς εκτέλεσή της, επισυνάπτονται στην Ε/Δ της κας Κωνσταντίνου. Περαιτέρω, στην παρα. 4 της Ε/Δ, η κα Κωνσταντίνου έδωσε λεπτομέρειες για το ποσό του χρέους που παρέμενε πληρωτέο και οφειλόμενο κατά την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης, σημειώνοντας τα εξής꞉ «
- Έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους καταβλήθηκαν τα ακόλουθα ποσά: α) 15.5.12 €3.000,00 δ) 22.11.12 €3.000,00 β) 16.5.12 €9.000,00 ε) 3.12.12 €3.000,00 γ) 21.5.12 €3.400,00 Ο Καθ' ου η Αίτηση εξακολουθεί να οφείλει το υπόλοιπο.». Ισχυρίστηκε, περαιτέρω, η κα Κωνσταντίνου (βλ. την παρα. 5 της Ε/Δ) ότι αυτή γνωρίζει ότι ο Καθ' ου η αίτηση εργάζεται και έχει την οικονομική δυνατότητα και τα μέσα να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος. Γι' αυτό και εισηγήθηκε προς το Δικαστήριο όπως εκδώσει διάταγμα ως η αίτηση της Αιτήτριας. Η υπό κρίση αίτηση ήταν ορισμένη πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 9.2.2015 και επιδόθηκε στον Καθ' ου προσωπικά στις 2.2.2015 έναντι της υπογραφής του. Έσπευσε ο Καθ' ου και, προτού εμφανιστεί στο Δικαστήριο για να λάβει οδηγίες για ένσταση, καταχώρησε στις 3.2.2015 την ακόλουθη ένορκη δήλωση꞉ «ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ Εγώ που υπογράφω πιο κάτω ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα
- Είμαι ο καθ' ου η αίτηση στην 1197/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
- Ονομάζομαι Ηρακλής Θρασυβούλου και διαμένω στη [...][1].
- Είμαι κάτοχος του Α.Δ.Τ. [...] και Κυπριακού Διαβατηρίου με αριθμό [...].[2]
- Με την απόφαση του ημερομηνίας 06/05/2014 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΑ, ΠΑΡΑΝΟΜΑ ΚΑΙ ΚΑΘ ' ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΕΞΟΥΣΙΑΣ επέτρεψεν την εγγραφή στο Πρωτοκολλητείο Λευκωσίας της χαλκευμένης / πλαστής διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 22/09/
- Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας προφορικά από τις 18/09/2013 κατέστην κοινωνό των λόγων ένστασης του καθ'ου η αίτηση και γραπτώς στις 28/11/
- Το τεκμήριον 1 που επισυνάπτεται στην παρούσα, μιλά από μόνον του.
- Είναι η θέση του καθ'ου η Αίτηση ότι Η ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ ΔΕΝ ΠΑΡΑΓΕΙ ΕΝΝΟΜΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ.
- Ο καθ'ου η Αίτηση με την παρούσαν ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ Αιτείται από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ της Αίτησης 1197/2013 για ακρόαση από ΑΡΜΟΔΙΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ.
- Όλα τα πιο πάνω ορκίζομαι ως ορθά και αληθινά.». Κατά την πρώτη εμφάνιση των διαδίκων στην υπό κρίση αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου στις 9.2.2016, το Δικαστήριο, έχοντας λάβει γνώση της καταχώρησης από τον Καθ' ου της πιο πάνω Ε/Δ ημερ. 3.2.2016, έκρινε ορθό, ενόψει του ότι ο Καθ' ου χειριζόταν αυτοπροσώπως την υπόθεση και δεν είχε νομική κατάρτιση, να του εξηγήσει ποια η φύση της υπό κρίση αίτησης και τί δέον να διαλαμβάνει τυχόν ένσταση σε αυτήν, δίδοντας σε αυτόν προθεσμία για την καταχώριση της ένστασής του μέχρι τις 9.3.2015 και ορίζοντας την αίτηση την ίδια ημερομηνία για οδηγίες. Ο Καθ' ου προχώρησε στην καταχώρηση δύο νέων ενόρκων δηλώσεων πριν τη δικάσιμο της 9ης Μαρτίου
- Την πρώτη στις 17.2.2015 και τη δεύτερη στις 5.3.
- Συγκεκριμένα, στις 17.2.2015, καταχώρησε Ε/Δ με την οποία αμφισβήτησε τη νομιμότητα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε από το Δικαστήριο για την καταχώρηση και εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, ισχυρίστηκε ότι όφειλε και οφείλει το παρόν Δικαστήριο να παραπέμψει την υπόθεση σε ποινικό Δικαστήριο ή/και στην Αστυνομία και, εν συνεχεία, ισχυρίστηκε ότι αυτός δεν υπέχει οποιαδήποτε υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε ποσού στην Αιτήτρια καθ' ότι το χρέος έχει ήδη πληρωθεί από τους εγγυητές. Παραθέτω, ενδεικτικά, τις παρα. 12 έως 15 της Ε/Δ ημερ. 17.2.2015꞉
- «Είναι η θέση του καθ ' ου η Αίτηση ότι η όλη διαδικασία από 18/09/2013 μέχρι 06/05/2014 που δόθηκε η απόφαση από τη ΛτΔ[3], είναι εξ υπαρχής Νομικά Άκυρη για το λόγο ότι, η ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ ΔΕΝ ΠΑΡΑΓΕΙ ΕΝΝΟΜΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ.
- Σημειώνεται ότι ο καθ Όυ η Αίτηση δεν υπέχει οποιασδήποτε υποχρέωσης για καταβολή οιουδήποτε ποσού στην Αιτήτρια για το λόγο ότι, το ΧΡΕΟΣ έχει ήδη καταβληθεί από τους ΕΓΓΥΗΤΕΣ μετά από απόφαση Αρμόδιου Δικαστηρίου και κατόπιν συμφωνίας των ΕΓΓΥΗΤΩΝ με την Αιτήτρια, στο οποίο καταχωρήθηκε η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ διαιτητική απόφαση η οποία και επισυνάπτεται στην παρούσα και σημειώνεται ως Τεκμήριο 1 και είναι αυτή που κοινοποιήθηκε στον καθ Όυ η Αίτηση από το Διαιτητή και που στάληκε κοντά του μέσω τηλεομοιοτύπου μετά την έκδοσην της. Ο τηλεφωνικός λογαριασμός του καθ ' ου η Αίτηση με το ΟΤΕ Ελλάδας, για το μήνα 09/2010 θα καταδείξει την ορθότητα των ισχυρισμών του.
- Είναι η θέση του καθ ' ου η Αίτηση ότι, η ΛτΔ ΩΦΕΙΛΕΝ ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΑ από τις 18/09/2013 που κατέστην κοινωνός των αξιόποινων ποινικών πράξεων σε βάρος του καθ ' ου η Αίτηση, να παραπέμψειτην υπόθεση για διερεύνηση από ΑΡΜΟΔΙΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ. Αν τα ευρήματα του ποινικού δικαστηρίου ήταν τέτοια που της επέτρεπαν να επιτρέψει την εγγραφή της χαλκευμένης/πλαστής διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 22/09/2010 στο Πρωτοκολλητείο Λευκωσίας, τότε να προχωρούσεν συμφώνως των οδηγιών του.
- Δεν ήταν υποχρέωση του καθ ' ου η Αίτηση να καταγγείλει το θέμα στην Αστυνομία για το λόγο ότι όλα τα πρωτότυπα που συνιστούσαν τις αξιόποινες πράξεις, ευρίσκονταν καταχωρημένα στο φάκελο του Δικαστηρίου και δεν θα έπειθεν κανένα στην Αστυνομία. Ο καθ ' ου η Αίτηση είχεν ήδη αποταθεί για άλλες αξιόποινες ποινικές πράξεις σε βάρος του στις 03/06/2013 στον ΑΡΧΗΓΟ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ και στο ΓΕΝΙΚΟ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ της ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ στις 16/12/2013 και ΟΥΔΕΝ ΠΡΑΤΤΟΥΝ.» Στην Ε/Δ, ημερ. 5.3.2015, ο Καθ' ου δηλώνει ότι ανακαλεί το περιεχόμενο ορισμένων παραγράφων των προηγούμενων Ε/Δ του, ημερ. 3.2.2015 και 17.2.2015, επαναλαμβάνει ότι η εγγραφή της διαιτητικής απόφασης έγινε αντισυνταγματικά, παράνομα και καθ' υπέρβαση εξουσίας και καταλήγει να καλεί το Δικαστήριο να παραπέμψει το θέμα της αντισυνταγματικότητας της απόφασης για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο. Καταβλήθηκε νέα προσπάθεια από το Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο ημερ. 9.3.2015 να επεξηγήσει στον Καθ' ου τη φύση της υπό κρίση αίτησης και ποια τα όρια ελέγχου που μπορεί να ασκήσει το Δικαστήριο αναφορικά με τέτοιου είδους αίτηση. Ειδικότερα, επεξήγησα στον καθ' ου ότι στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να κρίνει εκ νέου την ίδια τη διαιτητική απόφαση ή την εγγραφή της. Εκείνη έχει ήδη εγγραφεί και θεωρείται ότι δημιουργεί εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος εναντίον του Καθ' ου. Ό,τι αναμένεται από τον Καθ' ου είναι να δώσει λόγους γιατί να μην εκδοθεί διάταγμα μηνιαίων δόσεων για την αποπληρωμή του χρέους όπως ζητεί η Αιτήτρια. Υπεδείχθη στον Καθ' ου από το Δικαστήριο ότι οι Ε/Δ ημερ. 3.2.2015, 17.2.2015 και 5.3.2015 δεν δίδουν στο Δικαστήριο την εικόνα της οικονομικής κατάστασης του Καθ' ου, που είναι το ζητούμενο στην υπό κρίση αίτηση. Δόθηκε στον Καθ' ου η αίτηση χρονικό περιθώριο ενός μηνός για καταχώρηση στο Δικαστήριο τυχόν συμπληρωματικής Ε/Δ με την οποία να υποβάλει στοιχεία για την οικονομική του κατάσταση και ορίστηκε η αίτηση για ακρόαση στις 28.5.
- Κατά την εν λόγω νέα δικάσιμη, παρατάθηκε η προθεσμία καταχώρισης της Σ.Ε/Δ για τις 29.6.2015 κατόπιν αιτήματος του Καθ'ου για αναβολή της ακρόασης και η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 14.9.
- Στις 13/8/2015 και στις 14/8/2015, εντελώς εκπρόθεσμα και έξω από κάθε πλαίσιο οδηγιών του Δικαστηρίου, ο Καθ' ου καταχώρησε δύο νέες Ε/Δ με τις οποίες ζητούσε από το Δικαστήριο να κηρυχθεί η συμφωνία δανείου ημερ. 26.10.2007 ως εξ υπαρχής άκυρη, λόγω του ότι κατ' ισχυρισμόν αντιβαίνει τις διατάξεις του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, και να διατάξει την Αιτήτρια να επιστρέψει όλα τα χρήματα που καταβλήθηκαν έναντι του δανείου, πλέον τόκο. Κατόπιν αναβολών για λόγους που φαίνονται στα πρακτικά του Δικαστηρίου, η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη τελικά στις 19.1.
- Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, το Δικαστήριο εξήγησε στον Καθ' ου ότι δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη οι ένορκες δηλώσεις που αυτός καταχώρησε στην έκταση και στο βαθμό που δεν ανταποκρίνονται στη φύση και στο σκοπό της παρούσας δικαστικής διαδικασίας ή/και στο βαθμό που δεν ανταποκρίνονται στις οδηγίες του Δικαστηρίου. Επεξηγήθηκε εκ νέου ότι η ακρόαση αποσκοπεί στο να ανιχνευθεί η οικονομική κατάσταση του Καθ'ου με σκοπό να διακριβωθεί η ικανότητα του να ανταποκριθεί σε αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους, η εγκυρότητα του οποίου ή/και της εγγραφής αυτού δεν δύνανται να ελεγχθούν στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης. Επισημάνθηκε στον Καθ'ου, και δεν το αρνήθηκε, ότι ουδεμία έφεση ασκήθηκε εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, οπόταν παραμένει ισχυρή και τελεσίδικη η απόφαση για την εγγραφή της και επομένως υπόκειται σε εκτέλεση. Ακολούθως, η συνήγορος της Αιτήτριας πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι βάσει των στοιχείων που έλαβε από την Αιτήτρια꞉ Πρώτον, δεν έχουν γίνει άλλες πληρωμές από οποιονδήποτε έναντι του εξ αποφάσεως χρέους μετά την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Δεύτερον, το σημερινό υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους ανέρχεται στο ποσό των Ευρω 33.285,17σ., πλέον 6,7% τόκο από εκείνην τη μέρα (δηλ. 19.1.2016). Εν τέλει, κατά την αρκόαση, ο Καθ' ου η αίτηση υπήρξε συνεργάσιμος και έδωσε ενόρκως προφορική μαρτυρία για την οικονομική του κατάσταση. Τα μόνα στοιχεία που αρνήθηκε να αποκαλύψει είναι αυτά που, ως η θέση του, άπτονταν προσωπικών του δεδομένων, τα οποία επισημαίνω κατωτέρω. Όπως ανέφερε ο Καθ' ου, αυτός είναι 62 ετών και είναι συνταξιούχος. Λαμβάνει μηνιαία σύνταξη €2061,85σ.. Προηγουμένως, υπηρέτησε στο Δημόσιο ως Προϊστάμενος στο Γραφείο του Εφόρου Τελών Χαρτοσήμων. Είναι απόφοιτος της Εμπορικής Σχολής Μιτσή Λεμύθου το
- Πέρα από τη μηνιαία σύνταξη, δεν έχει οποιαδήποτε άλλα εισοδήματα. Διαθέτει τραπεζικό λογαριασμό σε εμπορική τράπεζα στην Κύπρο, όπου καταθέτει τη μηνιαία σύνταξή του. Ποιο είναι το τρέχον υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού (όπως επίσης ποιος ο αριθμός λογαριασμού) δεν επιθυμούσε να το αποκαλύψει ο Καθ'ου. Όσον αφορά την οικογενειακή του κατάσταση, ο Καθ' ου δήλωσε ότι είναι διαζευγμένος, έχει ένα γιο ενήλικα με τον οποίο δεν έχει επαφή, και ουδέν εξαρτώμενο έχει. Όσον αφορά την κατάσταση της υγείας του, ήταν η θέση του Καθ'ου ότι αυτός ουδέν πρόβλημα έχει, παρά το γεγονός ότι πολλοί θα τον ήθελαν στον τάφο ή/και έγκλειστο για ψυχιατρική νοσηλεία, κατά την έκφρασή του. Ο Καθ' ου ισχυρίστηκε ότι τα προσωπικά έξοδα συντήρησής του σε μηνιαία βάση ανέρχονται σε €
- Ανέλυσε το ποσό αυτό ως εξής꞉ Πληρώνει €30- την ημέρα για τα έξοδα της διατροφής του (ήτοι περί τα €900- το μήνα). Υποβλήθηκε στον Καθ' ου ότι είναι υπέρογκο το ποσό αυτό. Του υποβλήθηκε ότι θα μπορούσε να τρώει με €6- την ημέρα. Ο Καθ' ου αποκρίθηκε ότι ζει μόνος του και κάποιες φορές τρώει σε εστιατόρια, όπου, για παράδειγμα, μια μερίδα σούβλα από του Μπαή είναι 11 ευρώ. Αν επρόκειτο να ειδωθεί θεωρητικά το θέμα, θα μπορούσε κάποια μέρα και να μην τρώει καθόλου, ενώ κάποτε θα μπορούσε να πληρώνει και €100 για να κεράσει φίλους μέσα στα πλαίσια των κοινωνικών υποχρεώσεων, αλλά κατά μέσον όρο ο ίδιος υπολογίζει τα έξοδα διατροφής του ως ανερχόμενα σε €30- την ημέρα. Υποβλήθηκε στον Καθ' ου ότι δεν μπορεί να κερνά φίλους του από τη στιγμή που έχει χρέος, με τον καθ' ου να απαντά ότι αυτός ουδέν χρέος έχει. Πληρώνει ενοίκιο €300 το μήνα. Για να στοιχειοθετήσει τον ισχυρισμό αυτό, ο Καθ΄ου παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφο του ενοικιαστήριου συμβολαίου για το διαμέρισμα όπου κατοικεί και το οποίο συμβόλαιο βρίσκεται, ως ισχυρίστηκε, σε ισχύ. Σχετικό το Τεκμήριο
- Πληρώνει €2- το μήνα για κινητό τηλέφωνο. Δεν έχει σταθερό τηλέφωνο. Πληρώνει €100- το μήνα για βενζίνη για το αυτοκίνητό του το οποίο είναι μάρκας Opel Astra.[4] Αρνήθηκε ο Καθ' ου να αποκαλύψει ποιες διαδρομές διανύει με το όχημά του, εγείροντας ζήτημα προσωπικών δεδομένων. Έχει έξοδα για άδεια κυκλοφορίας και ασφάλεια του οχήματος, τα οποία δεν προσδιόρισε. Πληρώνει €10 ευρώ το μήνα για τσιγάρα, αφού καπνίζει μόνο 3 τσιγάρα την ημέρα. Αρνήθηκε να απαντήσει αν πηγαίνει σε γάμους ή άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις. Όσον αφορά το υπόλοιπο των €800-, περίπου, που απομένει μέχρι τη συμπλήρωση του ποσού των €2100- ως προσωπικών εξόδων συντήρησης, ο Καθ' ου απήντησε ότι, δεδομένης της ηλικίας του, αυτός πρέπει «να προβλέπει για το μέλλον», δηλαδή ήταν η θέση του ότι αυτός τα φυλάττει για την κάλυψη μελλοντικών εξόδων για αρρώστιες. Αντεξετάστηκε ο Καθ' ου επί της δήλωσής του που περιέχεται στην Ε/Δ, ημερ. 17.2.15, ότι το εξ αποφάσεως χρέος έχει εξοφληθεί. Κληθείς να παρουσιάσει απόδειξη εξόφλησης του χρέους, ο Καθ' ου ισχυρίστηκε ότι οι τράπεζες ουδέποτε εκδίδουν εξοφλητικές αποδείξεις. Ο Καθ' ου κατέληξε να συμφωνεί με το περιεχόμενο της Ε/Δ της κας Κωνσταντίνου που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση και να επιβεβαιώνει ως ορθά τα ποσά που εκείνη δηλώνει ότι καταβλήθηκαν έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Ισχυρίστηκε ο Καθ' ου ότι με τις αιτήσεις αρ. 910/2011 και 1520/2011, η Αιτήτρια υποχρέωσε τους εγγυητές του δανείου να καταβάλουν τα εν λόγω ποσά. Δηλαδή, συμφώνησε ο Καθ' ου ότι τα ποσά που καταβλήθηκαν και αναφέρονται στην Ε/Δ της κας Ελένης Κωνσταντίνου είναι οι εγγυητές του δανείου που τα πλήρωσαν. Ο ίδιος ο Καθ' ου παραδέχθηκε ότι ουδέν ποσό πλήρωσε μετά την 22.9.2010 που εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση ή/και μετά που αυτή ενεγράφη με διάταγμα του Δικαστηρίου δυνάμει της γενικής αίτησης αρ. 1197/
- Υποβλήθηκε στον Καθ' ου ότι εξακολουθεί να παραμένει απλήρωτο το εξ αποφάσεως χρέος και ότι αυτό κατά την ημερομηνία της ακρόασης ανερχόταν στο συνολικό ποσό των €33.285,17σ, πλέον τόκο 6,7%. Αμφισβήτησε την ορθότητα ή και νομιμότητα του υπολοίπου αυτού ο Καθ'ου λέγοντας ότι αυτός έχει κατάσταση λογαριασμού της Αιτήτριας, ημερ. 13.3.2015, που είναι για την περίοδο 30.10.2007 μέχρι 31.12.2014 και σε αυτή την κατάσταση φαίνεται ότι στις 5.6.2012 το δικηγορικό γραφείο Κούσιος και Κορφιώτης τον χρεώνει €540,53σ., και ότι στις 7.7.12 το ίδιο δικηγορικό γραφείο του επιβάλλει περαιτέρω χρέωση, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει για ποιο πράγμα τον χρεώνει η δικηγορική εταιρεία. Ταυτόχρονα, όμως, ο Καθ' ου έδειξε να αντιλαμβάνεται ότι εκείνες οι χρεώσεις αφορούσαν σε έξοδα που προέκυψαν από αίτηση της Αιτήτριας εναντίον των εγγυητών. Από την άλλη, η συνήγορος της Αιτήτριας επέμεινε ότι το μόνο ποσό που απαιτεί από τον Καθ' ου να εξοφληθεί είναι το υπόλοιπο ως καταγράφεται στην Ε/Δ της κας Κωνσταντίνου, σε σχέση με το οποίο ο Καθ' ου η αίτηση παραδέχθηκε ότι πλην των ποσών που κατέβαλαν οι εγγυητές, ο ίδιος ουδέν άλλο ποσό κατέβαλε. Ήταν η θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι η Αιτήτρια έχει αποδεχθεί εκπλήρωση της υπόσχεσης από τρίτο, ήτοι από τους εγγυητές, και ότι με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 41 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, αν ο δανειστής δεχθεί εκπλήρωση κωλύεται να στραφεί εναντίον οφειλέτη. Κληθείς, όμως, από το Δικαστήριο ο Καθ' ου να πει αν γνωρίζει κατά πόσον οποιοσδήποτε εγγυητής έχει εξοφλητική απόδειξη, η μόνη απάντηση που αυτός έδωσε ήταν ότι οι εγγυητές κατέβαλαν μόνο το ποσό των €21.400,00σ., δηλαδή ποσό ίσο με αυτό που περιγράφεται στην παρα. 4 της Ε/Δ της κας Κωνστινου ως πληρωθέν έναντι του χρέους. Υποβλήθηκε, εν κατακλείδι, στον Καθ' ου η αίτηση από τη συνήγορο της Αιτήτριας ότι εξακολουθεί να υφίσταται οφειλόμενο υπόλοιπο χρέους και ότι είναι δίκαιο να εκδοθεί εναντίον του διάταγμα μηνιαίων δόσεων για το ποσό των €1200- μηνιαίως, το οποίο να αρχίζει από 1.2.
- Αίτημα του Καθ' ου όπως κληθούν ως μάρτυρες στο Δικαστήριο, πρώτον, ο Διαιτητής, δεύτερον, ο Έφορος Ελέγχου Συνεργατικών Εταιρειών, τρίτον, η Διευθύντρια της Αιτήτριας που ήταν υπεύθυνη για το λογογαριασμό του και, τέταρτον, ο Προϊστάμενος του Κλάδου Συντάξεων για να αντεξετασθούν από τον ίδιο τον Καθ' ου όσον αφορά τη νομιμότητα του χρέους ή/και της διαιτητικής απόφασης ή/και των αποκοπών της σύνταξής του προς όφελος της Αιτήτριας σε παρελθοντική περίοδο χωρίς διάταγμα του Δικαστηρίου, δικαιολογημένα προσέκρουσε σε ένσταση της συνηγόρου της Αιτήτριας, η οποία, με παραπομπή στην απόφαση Φλαγκοφάς ν Αταλέζα Λτδ
(1989)ΑΑΔ 686 υπέδειξε ότι ο σκοπός για τους οποίους ζητούσε ο Καθ' ου να κλητευθούν οι εν λόγω μάρτυρες εκφεύγει του πλαισίου της υπό κρίση διαδικασίας. Σχετική επί του εύρους της μαρτυρίας που το Δικαστήριο δύναται να ακούσει είναι και η απόφαση Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αραδίππου -ν- Παναγιώτη Κυριάκου Γεωργίου
(2000)1Β Α.Α.Δ 1221, στην οποία αναφέρομαι κατά την ανάλυση της νομικής πτυχής της αίτησης κατωτέρω. Κρίνοντας νομικά δικαιολογημένη την ένσταση της συνηγόρου της Αιτήτριας, το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα του καθ' ου και οδηγήθηκε η αίτηση σε αγορεύσεις. Αγορεύοντας προφορικά, η συνήγορος της Αιτήτριας εισηγήθηκε ότι ο Καθ' ου θα πρέπει να διαταχθεί να πληρώνει μηνιαίως €1200-, εφόσον το ποσό των €900- είναι αρκετό για την αξιοπρεπή του διαβίωση. Σε κάθε περίπτωση, ήταν η θέση της εν λόγω συνηγόρου ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να διατάξει την πληρωμή ποσού μικρότερου των €800- που ο Καθ' ου παραδέχθηκε ότι το καταθέτει ή/και φυλάττει κάθε μήνα ενόσω εκκρεμεί η οφειλή του έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Από την άλλη, ο Καθ' ου η αίτηση εισηγήθηκε ότι, εφόσον το εισόδημα που έχει προέρχεται αποκλειστικά και μόνον από τη σύνταξή του, δεν υπόκειται σε πληρωμή οποιουδήποτε χρέους. Για να στηρίξει τη θέση αυτή, ο Καθ' ου παρέπεμψε στις πρόνοιες του άρθρου 6 του Ν.97(Ι)/97, τις οποίες και ανέγνωσε. Όσον αφορά αυτή του την εισήγηση, η συνήγορος της Αιτήτριας έσπευσε να επισημάνει στο Δικαστήριο ότι με την υπό κρίση αίτηση δεν ζητείται η εκχώρηση ή παρακράτηση της σύνταξης του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Αφετηρία της ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης δεν μπορεί παρά να αποτελέσει η νομική βάση επί της οποίας αυτή εδράζεται, ως προσδιορίζεται στο σώμα της αίτησης. Εν προκειμένω, με την υπό κρίση αίτηση, η Αιτήτρια καλεί το Δικαστήριο να ενεργήσει δυνάμει, μεταξύ άλλων, των άρθρων 14
(1)(ε), 82, 83, 84, 85, 86, 87 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε. Έχω ανατρέξει στις διατάξεις του Κεφ. 6, όπως τελευταία τροποποιήθηκε με το Νόμο 138(Ι)/2014, και στο εξής θα αναφέρομαι σε αυτόν με τον όρο «ο Νόμος». Πράγματι, το δικονομικό πλαίσιο για την εκτέλεση της απόφασης κατά του Καθ' ου η αίτηση δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από αυτό του συγκεκριμένου Νόμου, αφού όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρο 15 του εν λόγω Νόμου, «Καμιά δικαστική απόφαση ή διάταγμα για την πληρωμή χρημάτων δεν εκτελείται παρά μόνο δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού.». Το άρθρο 14 του Νόμου προβλέπει τις διάφορες μεθόδους με τις οποίες είναι δυνατόν να εκτελεστεί μία δικαστική απόφαση που διατάσσει την πληρωμή χρημάτων, ως ακολούθως: «14.—
(1)Κάθε δικαστική απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου που διατάσσει πληρωμή χρημάτων, δύναται τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, να εκτελεστεί με όλα ή με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα μέσα:— (α) με κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας· (β) με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας ή επιβάρυνση αυτής με την εγγραφή της δικαστικής απόφασης· (γ) με μεσεγγύηση ακίνητης ιδιοκτησίας· (δ) με κατάσχεση ιδιοκτησίας στα χέρια τρίτου δυνάμει του Μέρους VII του Νόμου αυτού· (ε) με την εξέταση του εξ αποφάσεως οφειλέτη δυνάμει του Μέρους VΙΙΙ και την έκδοση διατάγματος δυνάμει του Μέρους ΙΧ του Νόμου αυτού.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Προκύπτει από τις ανωτέρω διατάξεις ότι η μέθοδος την οποία η Αιτήτρια επιλέγει με την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης να κινήσει για σκοπούς εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης με την οποία ενεγράφη η Διαιτητική απόφαση που αφορά στον Καθ' ου η αίτηση, αποτελεί νόμιμη μέθοδο εκτέλεσης δυνάμει της παρα. (ε) του εδαφίου
(1)του άρθρου 14 του Νόμου, ως παρατίθεται ανωτέρω. Σημειωτέον ότι δεν υπάρχει καμία διάταξη στο Νόμο, η οποία να αναγκάζει την Αιτήτρια να δοκιμάσει οποιαδήποτε άλλη μέθοδο εκτέλεσης (ήτοι τις μεθόδους που προβλέπονται στις παρα. (α) έως (δ) ανωτέρω) προτού αποταθεί στο Δικαστήριο με αίτηση για εφαρμογή της μεθόδου που προβλέπεται στην παρα. (ε), ήτοι της εξέτασης του οφειλέτη. Το άρθρο 82 του ιδίου Νόμου περιγράφει αφενός την προϋπόθεση υπό την οποία τελεί η εφαρμογή της διαδικασίας εξέτασης ενός εξ αποφάσεως οφειλέτη και αφετέρου προσδιορίζει τί δύναται να διαλαμβάνει η εξέταση του εν λόγω προσώπου. Παραθέτω αυτούσιο το άρθρο και ακολούθως επεξηγώ: «82.—
(1)Όταν χρέος οφειλόμενο δυνάμει απόφασης ή διατάγματος δικαστηρίου παραμένει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει απλήρωτο (ανεξάρτητα αν εκδόθηκε ή όχι οποιοδήποτε ένταλμα εκτέλεσης), ο εξ αποφάσεως πιστωτής δύναται να αποταθεί στο Δικαστήριο για να εξεταστεί ο εξ αποφάσεως οφειλέτης αναφορικά— (α) Με την οικονομική του κατάσταση με σκοπό την έκδοση οποιούδηποτε από τα διατάγματα που αναφέρονται στο Μέρος ΙΧ· (β) με οποιοδήποτε συμφέρον έχει σε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, ασφάλειες για ποσό χρημάτων, αγαθά ή άλλη κινητή ιδιοκτησία στη φύλαξη ή κάτω από τον έλεγχο τρίτου προσώπου στη Δημοκρατία, ή αναφορικά με τυχόν οφειλές τρίτου προσώπου σ΄ αυτόν, με σκοπό την έκδοση εντάλματος κατασχέσεως εις χείρας τρίτου δυνάμει του Μέρους VII˙ και (γ) με οποιαδήποτε δωρεά, παράδοση ή μεταβίβαση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου ή με οποιαδήποτε επιβάρυνση διακίνηση ή απόκρυψη οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου που είχε ως αποτέλεσμα να παρεμποδιστεί ο πιστωτής στην είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους ή μέρους αυτού.». Συγκεκριμένα, το προπαρατεθέν εδάφιο
(1)του άρθρου 82 προβλέπει σαφώς ότι θα πρέπει να υφίσταται «χρέος οφειλόμενο δυνάμει απόφασης ή διατάγματος δικαστηρίου», το οποίο να «παραμένει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει απλήρωτο». Αυτή είναι η πρώτη προϋπόθεση η οποία θα πρέπει να πληρούται κατά το χρόνο καταχώρισης της αίτησης και αναφορικά με την οποία θα πρέπει επίσης να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο κατά το χρόνο ακρόασης της αίτησης, προκειμένου να εγκρίνει το αιτούμενο μέτρο εκτέλεσης. Παραπέμπω συναφώς στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας ν Ανδρέα Αναστάση Μιχαήλ
(2012)1 Α.Α.Δ. 1604, όπου υπεδείχθη ότι στο στάδιο λήψης μέτρων εκτέλεσης της απόφασης είναι κατάλληλο να εγερθεί ζήτημα διακρίβωσης του χρέους. Επισημαίνω, συναφώς, ότι, όσον αφορά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 82
(1)λαμβάνω υπόψη ότι καθ' ον χρόνο καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση, δόθηκε μαρτυρία με την Ε/Δ της κας Κωνσταντίνου ημερ. 8.1.2015, ότι το εξ αποφάσεως χρέος παρέμεινε εν μέρει απλήρωτο (σχετική η παρα. 4 της Ε/Δ της). Όπως, δε, κατέγραψα στην απόφασή μου ανωτέρω, κατά την έναρξη της ακρόασης της αίτησης, η συνήγορος της Αιτήτριας επιβεβαίωσε στο Δικαστήριο ότι βάσει των στοιχείων που διαθέτει η Αιτήτρια εξακολουθεί να υπάρχει οφειλόμενο υπόλοιπο του Καθ' ου για το εν λόγω χρέος, το οποίο και προσδιόρισε σε €33.285,17σ, πλέον τόκο 6,7% από 19.1.2016. Κλήθηκε ο Καθ' ου από την εν λόγω συνήγορο να παρουσιάσει κατά την ακρόαση τυχόν στοιχεία για την ισχυριζόμενη εξόφλησή του. Ουδεμία εξοφλητική απόδειξη είχε στην κατοχή του ο Καθ' ου η αίτηση, ούτε παρουσίασε τυχόν εξοφλητική απόδειξη που να είχαν στην κατοχή τους οι εγγυητές του χρέους. Ο ισχυρισμός του ότι οι τράπεζες δεν εκδίδουν εξοφλητικές αποδείξεις δεν κρίνεται αξιόπιστος. Θα μπορούσε ο Καθ' ου να είχε ζητήσει από την Αιτήτρια επικαιροποιημένη κατάσταση λογαριασμού για να αποδείξει ότι υφίσταται μηδενικό υπόλοιπο ως η θέση του. Αντί τούτου, ο ίδιος δήλωσε ότι είχε στην κατοχή του κατάσταση λογαριασμού της Αιτήτριας, ημερ. 13.3.2015, ήτοι ημερομηνίας μεταγενέστερης της καταχώρησης της Ε/Δ του της 17ης Φεβρουαρίου 2015, η οποία έδειχνε να υπάρχει οφειλόμενο υπόλοιπο. Τα δε ποσά εξόδων που φαινόταν να χρεώθηκαν στην εν λόγω κατάσταση λογαριασμού και τα οποία ο ίδιος θέλησε να αμφισβητήσει, επουδενή λόγο δεν θα οδηγούσαν σε εξόφληση του υπολοίπου ακόμη και αν εκείνα αφαιρούνταν. Παρέμεινε έτσι μη στοιχειοθετημένος και εντελώς μετέωρος ο ισχυρισμός του Καθ' ου η αίτηση, ο οποίος ηγέρθηκε στην παρα. 13 της Ε/Δ του ημερ. 17.2.2015, περί του ότι το εξ αποφάσεως χρέος έχει ήδη εξοφληθεί από τους εγγυητές ή και ότι ουδέν ποσό οφείλεται. Έπεται ότι χωρούσε η εξέταση του Καθ' ου από το Δικαστήριο. Όσον αφορά το εύρος της εξέτασης στο οποίο το άρθρο 82
(1)επιτρέπει να υποβληθεί ο Καθ' ου η αίτηση, επισημαίνω ότι το εδάφιο
(2)επιτρέπει στον εξ αποφάσεως πιστωτή στην αίτησή του «να ζητήσει τη διεξαγωγή έρευνας για όλες τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)ή οποιεσδήποτε από αυτές καθώς και την κατάθεση στο Δικαστήριο ένορκης δήλωσης από τον εξ αποφάσεως οφειλέτη, στην οποία να περιγράφει πλήρως την περιουσία στην οποία είχε ή έχει οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)καθώς και του άρθρου 84.». Εν προκειμένω, με την παρα. Α(α) έως (δ) της υπό κρίση αίτησης, η Αιτήτρια ζήτησε να διεξαγάγει το Δικαστήριο εξέταση για κάθε μια πτυχή από αυτές που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 82. Το Δικαστήριο είχε επακόλουθα την εξουσία να εξαναγκάσει τον Καθ' ου να είναι παρών στο Δικαστήριο για εξεταστεί ενόρκως (σχετικό το άρθρο 84
(1)του Νόμου), και αποτελούσε, συγχρόνως, νομοθετική υποχρέωση του ιδίου του Καθ' ου δυνάμει του άρθρου 84
(2)του Νόμου, εφόσον αυτή διελάμβανε τα αιτητικά ως οι παρα. Α(α) έως (δ) - «να παρουσιάσει ενόρκως ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο νόμιμα θεωρούμενο υποκατάστατο του όρκου όλα τα βίβλια, έγγραφα, συμβόλαια, καταστάσεις λογαριασμών, αποδείξεις και άλλα παρόμοια αποδεικτικά, τα οποία βρίσκονται στην κατοχή του ή υπό τον έλεγχό του ή στη φύλαξη ή κάτω από τον έλεγχο τρίτου και τα οποία σχετίζονται με περιουσία που δύναται ή εδύνατο να διατεθεί για σκοπούς πληρωμής του χρέους.». Ειδικότερα, με βάση το άρθρο 84
(3)του Νόμου, ο Καθ' ου ήταν επιφορτισμένος, άπαξ και του επιδόθηκε η υπό κρίση αίτηση, «να αποκαλύψει στο Δικαστήριο με οποιοδήποτε τρόπο τα πιο κάτω στοιχεία: (α) Το όνομα και τη διεύθυνση του εργοδότη του ή άλλου προσώπου το οποίο του καταβάλλει μισθούς ή άλλα ποσά· (β) λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τις απολαβές πραγματικές ή αναμενόμενες· (γ) αντίγραφα όλων των καταστάσεων λογαριασμών που διατηρεί σε τραπεζικά ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα· (δ) οποιαδήποτε εισοδήματα από εργασία ή άλλες πηγές· (ε) τις ανάγκες του ιδίου και της οικογένειας του· (στ) οποιαδήποτε άλλη πληροφορία η οποία είναι αναγκαία για σκοπούς του παρόντος άρθρου.». Όσα στοιχεία έχουν δοθεί ενόρκως από τον Καθ' ου η αίτηση κατά την ακρόαση της αίτησης είναι καταγεγραμμένα στα πρακτικά του Δικαστηρίου και έχουν συνοψισθεί στο κείμενο της παρούσας απόφασης ανωτέρω. Στη βάση της ένορκης μαρτυρίας του Καθ' ου, το Δικαστήριο οφείλει να εκτιμήσει κατά πόσον θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης ενός ή περισσότερων Διαταγμάτων, τα οποία έχει εξουσία να εκδώσει δυνάμει του άρθρου 87, το οποίο και παραθέτω: «87.-
(1)Το Δικαστήριο δύναται μετά την εξέταση του οφειλέτη να εκδώσει, ανάλογα με την περίπτωση, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα: Α. Διάταγμα πληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις· Β. διάταγμα ακύρωσης καταδολιευτικών μεταβιβάσεων ή επιβαρύνσεων· Γ. διάταγμα αποκοπής απολαβών· Δ. διάταγμα με το οποίο να παρεμποδίζεται ο εξ αποφάσεως οφειλέτης να διαθέσει, αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του ή μέρος της. Ε. ένταλμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου.
(2)Το Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα ή ένταλμα δυνάμει του εδαφίου
(1)το οποίο δεν περιλαμβάνεται στην αίτηση του εξ αποφάσεως πιστωτή.». Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι, με την αποπεράτωση της ακρόασης της αίτησης, το μόνο Διάταγμα που ζήτησε ή/και εισηγήθηκε η συνήγορος της Αιτήτριας προς το Δικαστήριο να εκδώσει ήταν το Διάταγμα ως η παρα. Α του άρθρου 87
(1)του Νόμου, ήτοι «Διάταγμα πληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις». Ουδέν άλλο διάταγμα ζητήθηκε ή και κρίθηκε δικαιολογημένο από την ίδια τη συνήγορο της Αιτήτριας στη βάση της δοθείσας μαρτυρίας. Προχωρώ τώρα σε αναφορά στη νομολογία. Υπάρχει πλούσια νομολογία που ερμηνεύει το πλαίσιο εντός του οποίου το Δικαστήριο διαμορφώνει την κρίση του για την καταλληλότητα έκδοσης σχετικής Διαταγής. Θα αναφερθώ ενδεικτικά σε ορισμένες αποφάσεις. Κατ' αρχάς, είναι σημαντικό να λεχθεί ότι η έκδοση διατάγματος πληρωμής χρέους με μηνιαίες δόσεις, ως ενός μέσου εκτέλεσης δικαστικής απόφασης εντάσσεται στην αποστολή του Δικαστηρίου να διαφυλάξει το κύρος της δικαστικής διαδικασίας. Η αξιοπιστία της δικαιοσύνης εξαρτάται από την αποτελεσματικότητα της. Διαφορετικά δημιουργείται δυσπιστία για την αποστολή της με ανάλογες διαβρωτικές επιπτώσεις. Τα προβλεπόμενα από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο μέσα αναγκαστικής εκτέλεσης δεν πρέπει να καταντούν ατελέσφορα εκτός στις απόλυτα δικαιολογημένες περιπτώσεις (βλ. Εθνική Τράπεζα Ελλάδος ν. Μαρία Κωνσταντίνου, Πολιτική Εφεση 10562, ημερ. 26.6.2000). Στην υπόθεση Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αραδίππου -ν- Παναγιώτη Κυριάκου Γεωργίου
(2000)1Β Α.Α.Δ 1221, λέχθηκαν τα εξής ως προς τη φύση της διαδικασίας εξέτασηςː «Η διαδικασία της έρευνας είναι ανακριτικού χαρακτήρα και ο επακριβής καθορισμός του ποσού της δόσης επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου.». Το βάρος απόδειξης ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει το χρέος του μετατοπίζεται στον ώμο του (βλ. Γιαννάκης Βασιλειάδης ν. Χαράλαμπου Τσουρή
(2007)1 Α.Α.Δ. 93). Στην Κούλλα Χρ. Μιχαήλ ν Κυπριακή Λαϊκή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ 812 καθιερώθηκε ότι τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την έκδοση της απόφασής του είναι το εισόδημα, και οι εύλογες προσωπικές και οικογενειακές ανάγκες του χρεώστη. Δεν εκδίδεται διαταγή για πληρωμή χρέους με μηνιαίες δόσεις, εάν η διαταγή αυτή επηρεάζει την ικανότητα του χρεώστη να αντιμετωπίσει τις ουσιαστικές ανάγκες του ιδίου και της οικογένειας του - [βλ., μεταξύ άλλων, Anestos Adamou v. Xenophon Ioannides
(1963)2 C.L.R. 468· Chrysostomou v. Athanassiou
(1981)1 C.L.R. 669,671· Gesico Photographic Ltd. v. J.K. Video Art Co. Ltd.,
(1991)1 Α.Α.Δ. 134· In re a Judgment Debtor 51 T.L.R. 524, στη σελ. 525· Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Θεοχάρη Χαραλαμπίδη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 556]. Στην Συνεργατική Πιστωτική Αραδίπου εναντίον Ελένης Ιακώβου
(1999)1Γ Α.Α.Δ 2032 σημειώθηκε με παραπομπή σε προγενέστερη νομολογία ότι δεν μπορεί να επιτραπεί σε οφειλέτη να δημιουργεί υποχρεώσεις άλλες από τις απαραίτητες για την αντιμετώπιση ουσιωδών αναγκών του ιδίου και της οικογένειας του και στη συνέχεια να τις προβάλλει ως δικαιολογία για την αδυναμία του να πληρώσει το εξ" αποφάσεως χρέος του. Η ίδια γραμμή υιοθετήθηκε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ. ν Μαρίας Κωνσταντίνου
(2000)1Β ΑΑΔ 1034. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι τα έξοδα για κατανάλωση τσιγάρων δεν αποτελούν ουσιαστικές ανάγκες (βλ. υπόθεση Ρολάνδης κ.α. ν. Κούτσιου
(1970)1 C.L.R.) Το ίδιο έχει νομολογηθεί αναφορικά με τις δαπάνες που αφορούν διασκέδαση, καφενεία και άλλα συναφή (βλ. Chrysostomou ν Athanasiou
(1981)1 C.L.R.669 και Λ.Σάββα ν Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Π.Ε. 9542, ημερ. 20/06/1997). Η ύπαρξη κινητού τηλεφώνου είναι έξοδο που δεν αναγνωρίζεται - μέχρι στιγμής - από τη νομολογία ότι συμπεριλαμβάνεται ανάμεσα στις απαραίτητες ανάγκες της ζωής. (Μιχαήλ κ.ά ν. Σκορδή
(2005)1 Α.Α.Δ. 64). Είναι δυνατή η έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων έστω και εάν τη δεδομένη στιγμή ο Καθ' ου - Εναγόμενος δεν εργάζεται, εφόσον κριθεί ότι έχει τέτοια δυνατότητα, αλλά το μόνο που απομένει είναι η αναγκαία βούληση (Νίτσα Χριστάκη ή άλλως Παγωνίτσα Χριστάκη Παναγιώτου v. Μάρω Μιχαήλ
(1998)1 Α.Α.Δ. 422). Εφαρμόζοντας το πιο πάνω νομοθετικό πλαίσιο υπό το φως των νομολογημένων κριτηρίων και του αποδεικτικού βάρους ως το προσδιόρισα ανωτέρω, προχωρώ να καταγράψω τη δικαστική μου εκτίμηση αναφορικά με το αν δικαιολογείται η έκδοση του ζητηθέντος διατάγματος για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις. Με εξαίρεση το ενοίκιο που καταβάλλει ο Καθ' ου, για το οποίο προσκόμισε ως αποδεικτικό στοιχείο το ενοικιαστήριο συμβόλαιο, ουδέν άλλο αποδεικτικό στοιχείο δόθηκε για τεκμηρίωση των δηλώσεών του όσον αφορά τα μηνιαία του εισοδήματα ή τα μηνιαία του έξοδα. Εάν όμως επρόκειτο να γίνει εξ ολοκλήρου δεκτή η μαρτυρία του ως αξιόπιστη, τότε τα μηνιαία του εισοδήματα, προερχόμενα από τη σύνταξή του και μόνον, ανέρχονται σε €2061,85σ., ενώ τα μηνιαία έξοδα διαβίωσης ανέρχονται σε €1310-, συμπεριλαμβανομένου του ενοικίου €300-. Υπενθυμίζω ότι το υπόλοιπο ποσό, περί τα €800-, ο Καθ' ου ισχυρίστηκε ότι το αποταμιεύει ή/και φυλάττει για τυχόν έκτακτα ιατρικά έξοδα στο μέλλον, δηλαδή δεν το δαπανά. Ως δείκτη για το εύλογο ή μη του ποσού που ο καθ' ου ισχυρίστηκε ότι δαπανά μηνιαίως για τη διαβίωσή του, λαμβάνω υπόψη την εκτίμηση της Υπηρεσίας Αφερεγγυότητας που περιέχεται στην Ανακοίνωση που εξέδωσε η εν λόγω υπηρεσία στις 5.6.2015, δυνάμει του άρθρου 8 του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών). Η εν λόγω Υπηρεσία καθορίζει το ποσό που απαιτείται με βάση τις τρέχουσες συνθήκες στην Κύπρο για κάλυψη των «λογικών εξόδων διαβίωσης (ΛΕΔ)» ως εξής: «Για νοικοκυριό με ένα άτομο ηλικίας 15 ετών και άνω, τα ΛΕΔ καθορίζονται σε €733,
- Επιπλέον, προστίθενται €366,80 για κάθε άτομο ηλικίας 15 ετών και άνω και €220,08 για κάθε παιδί κάτω των 14 ετών. Στα υπολογισθέντα ΛΕΔ δεν συμπεριλαμβάνονται οποιαδήποτε έξοδα ενοικίων για σκοπούς ιδιοκατοίκησης.». Η εν λόγω εκτίμηση της Υπηρεσίας Αφερεγγυότητας, αν και δεν είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, που αφορούν στις αιτήσεις έρευνας, εντούτοις είναι καθοδηγητική ή/και βοηθητική για το το ύψος των ΛΕΔ στην Κύπρο. Ασφαλώς, το Δικαστήριο, εξετάζοντας την κάθε υπόθεση με βάση τα δικά της ιδιαίτερα στοιχεία, δεν εμποδίζεται από το να αξιολογήσει και κρίνει κατά πόσον στην περίπτωση του συγκεκριμένου Καθ' ου η αίτηση στοιχειοθετούνται λογικά μηνιαία έξοδα διαβίωσης μεγαλύτερου ποσού από αυτό που εκτιμά η Υπηρεσία Αφερεγγυότητας. Στην παρούσα υπόθεση, ο Καθ΄ου ουσιαστικά επιζητεί περί τα €300- επιπλέον. Το ποσό αυτό δεν είναι αμελητέο. Θα μπορούσε όμως να γίνει αποδεκτό ως ποσό που ενδέχεται να καλύψει τυχόν έκτακτα έξοδα που προκύπτουν από μήνα σε μήνα. Θα ήμουν επομένως διατεθειμένη να δεκτώ ότι τα μηνιαία έξοδα διαβίωσης του Καθ' ου ανέρχονται σε €
- Απομένει το υπόλοιπο ποσό των €750- έως €800- που κατά παραδοχή του Καθ' ου το αποταμιεύει από μήνα σε μήνα για το μέλλον. Θυμίζω ότι ο μόνος λόγος που έχει προτάξει ο Καθ' ου, για να επιχειρηματολογήσει γιατί να μην διαταχθεί να καταβάλλει το εν λόγω ποσό προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους του, εδράζεται στη θέση του ότι το εν λόγω ποσό αποτελεί μέρος της σύνταξής του, η οποία δεν δύναται να παρακρατηθεί για εξόφληση χρέους. Έχω εξετάσει το επιχείρημα αυτό με αναφορά στις διατάξεις του άρθρου 6 των περί Συντάξεων Νόμοι του 1997 έως (Αρ. 2) του 2012 (Ν.97(Ι)/97έως Ν.131(Ι)/12). Το εν λόγω άρθρο προβλέπει ότι꞉ «
- Η σύνταξη, το εφάπαξ ποσό, το φιλοδώρημα ή άλλο ωφέλημα, που χορηγείται δυνάμει του Νόμου, δεν μπορεί να εκχωρηθεί ή μεταβιβαστεί και δεν υπόκειται σε κατάσχεση, επίσχεση ή κράτηση για οποιοδήποτε χρέος ή απαίτηση εκτός — (α) για χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία της Κύπρου· ή (β) για ικανοποίηση διατάγματος αρμοδίου Δικαστηρίου για τη διατροφή της συζύγου ή της πρώην συζύγου ή τέκνου.». Όπως ορθά επεσήμανε η συνήγορος της Αιτήτριας, η υπό κρίση αίτηση δεν επιζητεί την κατάσχεση, ούτε την επίσχεση ούτε την κράτηση της σύνταξης του Καθ' ου από τις αρχές της Δημοκρατίας που τη χορηγούν σε αυτόν. Ο Καθ' ου θα συνεχίσει να λαμβάνει κανονικά τη σύνταξή του και θα αποτελεί εισόδημά του. Μέρος του εισοδήματος αυτού καλείται να διαταχθεί όπως το δαπανά κατά προτεραιότητα προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους του, για όσο χρόνο υφίσταται το χρέος αυτό. Ακόμη και αν θεωρεί ότι έμμεσα μειώνεται η σύνταξη του Καθ' ου, το ζητούμενο είναι κατά πόσον η μείωση του ποσού που θα απομένει στον Καθ' ου για τη διαβίωσή του, του θέτει υπερβολικό βάρος ή τον θέτει αντιμέτωπο με δυσκολίες διαβίωσης ασύμβατες με το άρθρο 1 του πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Λέγω τούτο έχοντας κατά νου τα εξής꞉ · Το ότι η σύνταξη κρατικών υπαλλήλων αποτελεί περιουσιακό δικαίωμα, το οποίο χρήζει προστασίας δυνάμει του Άρθρου 23 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ έχει αναγνωρισθεί νομολογιακά από το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου, μεταξύ άλλων, με την απόφαση ημερ. 7.10.2014, στις συνεκδικαζόμενες προσφυγές αρ. 740/11, Μαρία Κουτσελίνη κ.α. ν Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Γενικού Λογιστηρίου. · Είναι όμως κατάλληλο να ληφθεί υπόψη ότι στην πιο πάνω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου σημειώθηκε η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ημερ. 7.5.2013, στις προσφυγές αρ. 57665/12 και 57657/12, Κουφάκης κατά Ελλάδας και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας, που υιοθέτησε ως ορθή την απόφαση της 20ης Φεβρουαρίου 2012 της ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας ότι το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δεν κατοχυρώνει δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών ή συντάξεως, εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδυνεύσεως της αξιοπρεπούς διαβιώσεως (πρβλ. Ε.Δ.Δ.Α. Budina κατά Ρωσίας, της 18.6.2009, Νο 45603/2003, Larioshina κατά Ρωσίας, της 23.4.2002, Νο 56869/00, Florin Huc κατά Ρουμανίας και Γερμανίας, της 1.12.2009, Νο 7269/05). · Το Συμβούλιο της Επικρατείας είχε, εν προκειμένω, επισημάνει ότι οι αιτούντες δεν απέδειξαν ότι οι επίμαχες περικοπές αποδοχών και συνταξιοδοτικών παροχών, εν όψει του ύψους τους, συνεπάγονταν διακινδύνευση της αξιοπρεπούς διαβίωσής τους. · Στην παρα. 33 της ανωτέρω απόφασής του (Κουφάκης κατά Ελλάδας), το ΕΔΔΑ επιβεβαίωσε ότι το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ.1 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως ότι δίδει δικαίωμα σε σύνταξη συγκεκριμένου ποσού (βλέπε ιδίως Skorkiewicz κατά Πολωνίας (dec.), αριθ. 39860/98, 1η Ιουνίου 1999, Jankovic κατά Κροατίας (dec.), αριθ. 43440/98, CEDH 2000-X, Kuna κατά Γερμανίας (dec.), αριθ. 52449/99, CEDH-2001, Blanco Callejas κατά Ισπανίας (dec.), αριθ. 64100/00, 18 Ιουνίου 2002, Maggio και λοιποί κατά Ιταλίας, αριθ. 46286/09, 52851/08, 53727/08, 54486/08 και 56001/08, § 55, 31 Μαΐου 2011, Valkov και λοιποί κατά Βουλγαρίας, αριθ. 2033/04, 25 Οκτωβρίου 2011, Frimu και 4 άλλες προσφυγές κατά Ρουμανίας, § 40) ή σε μισθό συγκεκριμένου ποσού (Panfile κατά Ρουμανίας (dec.), 1302/11, § 18, 20 Μαρτίου 2012). · Εξήγησε το ΕΔΔΑ, στην παρα. 34 της απόφασής του, ότι οι μειώσεις των συνταξιοδοτικών αποδοχών δεν μπορούν να θεωρηθούν δίχως άλλο «στέρηση περιουσίας», αλλά επέμβαση στην απόλαυση του δικαιώματος στον σεβασμό της περιουσίας υπό την έννοια της πρώτης φράσης της πρώτης παραγράφου του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ.1 (Kjartan Asmundsson κατά Ισλανδίας, αριθ. 60669/00, § 40, CEDH 2004- IX, προαναφερόμενη απόφαση Wieczorek, § 61, Valkov και λοιποί κατά Βουλγαρίας, αριθ. 2033/04, 19125/04, 19475/04, 19490/04, 19495/04, 19497/04, 24729/04, 171/05 και 2041/05, § 88, 25 Οκτωβρίου 2011, καθώς και, mutatis mutandis, Maurice κατά Γαλλίας [GC], αριθ. 11810/03, §§ 67- 71 και 79, CEDH 2005-IX, Draon κατά Γαλλίας [GC], αριθ. 1513/03, §§ 70-72, 6 Οκτωβρίου 2005 και Hasani κατά Κροατίας (dec.), αριθ. 20844/09, 30 Σεπτεμβρίου 2010). · Προχώρησε λοιπόν το ΕΔΔΑ και, αφού επεσήμανε στην παρα. 45 της απόφασής του ότι ο αιτητής μετά την εφαρμογή των επίδικων μειώσεων πέρασε από καθαρό εισόδημα 2.435,83 ευρώ σε καθαρό εισόδημα 1.885,79 ευρώ, κατέληξε στη διαπίστωση (βλ. την παρα. 46 της απόφασης του) ότι αυτή η μείωση δεν είναι τέτοιου βαθμού που να φέρνει τον Αιτητή αντιμέτωπο με δυσκολίες διαβίωσης ασύμβατες προς το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ.1 και συνεπώς έκρινε ότι η επίδικη επέμβαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θέτει ένα υπερβολικό βάρος στον αιτητή. Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, κρίνω κατ' αναλογίαν, ότι αν ο Καθ' ου διαταχθεί να καταβάλλει ποσό €600- το μήνα, το οποίο υπό άλλες συνθήκες αυτός θα αποταμίευε, ουδόλως διατρέχει τον κίνδυνο της μη αξιοπρεπούς διαβίωσης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Υπό το φως των πιο πάνω, εκδίδεται διάταγμα ως η παρα. Β(β) της αίτησης, με το οποίο ο Καθ' ου η αίτηση διατάσσεται να αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος στο οποίο αναφέρεται η υπό κρίση αίτηση με μηνιαίες δόσεις εκ ποσού €600- έκαστη, της πρώτης δόσης ορισθείσας να καταβληθεί την 1.3.16 και ακολούθως την πρώτη ημέρα κάθε μηνός μέχρι τελείας εξοφλήσεως του εξ' αποφάσεως χρέους και των εξόδων της παρούσας αίτησης, όπως τα έξοδα αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όσον αφορά τα αιτητικά Β(γ)(δ)(ε) και (στ) της αίτησης, αυτά απορρίπτονται, εφόσον δεν προέκυψαν κατά την ακρόαση στοιχεία που να θεμελιώνουν την ανάγκη έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων ή/και το βάσιμο της αξίωσης για την έκδοσή τους. (υπ.) ............................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Δίδει στοιχεία της δ/νσης διαμονής του, τα οποία για χάριν προστασίας των προσωπικών του δεδομένων δεν το θεωρώ ορθό ή αναγκαίο να παραθέσω στο κείμενο της απόφασης. [2] Δίδεται ο αριθμός ταυτότητας και διαβατηρίου που και πάλι αποτελούν προσωπικά δεδομένα, γι' αυτό και δεν τα παραθέτω στο κείμενο της παρούσας απόφασης. [3] Όπου «ΛτΔ» ο Καθ' ου εξήγησε ότι εννούσε «Λειτουργός της Δικαιοσύνης» και αναφερόταν στο παρόν Δικαστήριο. [4] Αποκάλυψε ο Καθ'ου και τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος του. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο