Κυριακής Αλεξάνδρου ν. Cornel loan Ciontea, Αρ. Αγωγής: 4159/2009, 4/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A69 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4159/2009 Μεταξύ: Κυριακής Αλεξάνδρου Ενάγουσας και Cornel loan Ciontea Εναγόμενου _____________________ Ημερομηνία: 4 Φεβρουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Κ. Κνώφος για Κώστας Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: κα Α.Κοζάκου για Θεόδωρο Μ. Ιωαννίδη & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αιτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης ημερ. 4/12/2015) Η παρούσα αγωγή αφορά αξίωση της ενάγουσας για αποζημιώσεις συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος το οποίο επεσυνέβη την 13/11/
- Η ακροαματική διαδικασία άρχισε στις 29/10/2015 και μέχρι στιγμής κατέθεσαν δύο μάρτυρες για την πλευρά της ενάγουσας και συγκεκριμένα ο Αστ. 3900 Ναθαναήλ (Μ.Ε.1) και η ίδια η ενάγουσα (Μ.Ε.2). Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της ενάγουσας, η υπόθεση ορίστηκε σε νέα ημερομηνία με σκοπό τη συνέχιση της ακρόασης, αλλά εν τω μεταξύ καταχωρήθηκε η υπό εξέταση αίτηση με την οποία η ενάγουσα αιτείται την τροποποίηση του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος ως ακολούθως : «I.Με την προσθήκη στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης των πιο κάτω: (α) Στην 7η γραμμή της παραγράφου 2 μετά από τη φράση «ο Εναγόμενος, κτύπησε και/ή επέπεσε στο» και πριν από την φράση «πίσω μέρος του αυτοκινήτου της» να προστεθεί η λέξη «δεξιό». (β) στην 8η γραμμή της παραγράφου 2 μετά από τη φράση «αποτέλεσμα λόγω της σύγκρουσης να» και πριν από τη φράση «στριφογυρίσει εντός του δρόμου προς τα» να προστεθεί η φράση «γυρίσει προς τα δεξιά και ο Εναγόμενος να κτυπήσει για δεύτερη φορά στο δεξιό πλευρό αυτή τη φορά του αυτοκινήτου της Ενάγουσας με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο της Ενάγουσας λόγω της σύγκρουσης αυτής να γυρίσει και/ή να». II. Στην παράγραφο 3 κάτω από τον τίτλο ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ ΚΑΙ/Η ΠΑΡΑΒΑΣΗΣ ΤΩΝ ΕΚ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΚΑΙ/Η ΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ ΑΠΟΡΡΕΟΝΤΩΝ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ στο στοιχείο (α) να προστεθούν τα πιο κάτω: (α) Στην 1η γραμμή μετά από τη φράση «κτύπησε και/ή επέπεσε στο» και πριν από τη φράση «πίσω μέρος του αυτοκινήτου της Ενάγουσας με» να προστεθεί η λέξη «δεξιό». (β) Στην 2η γραμμή μετά από τη φράση «αποτέλεσμα λόγω της σύγκρουσης να» και πριν από την φράση «στριφογυρίσει εντός του δρόμου προς τα» να προστεθεί η φράση «γυρίσει προς τα δεξιά και ο Εναγόμενος να κτυπήσει για δεύτερη φορά στο δεξιό πλευρό αυτή τη φορά του αυτοκινήτου της Ενάγουσας με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο της Ενάγουσας λόγω της σύγκρουσης αυτής να γυρίσει και/ή να».» Η αίτηση όπως αναφέρεται στη νομική βάση αυτής βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 και Δ.48, Θ1-4, 8 και 9, στη νομολογία και στην γενική πρακτική και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της ενάγουσας/αιτήτριας (στο εξής καλούμενη «η αιτήτρια»), Κυριακής Αλεξάνδρου, η οποία αναφέρει ότι στις 13/11/2008 οδηγούσε το αυτοκίνητο ΑΒΜ 807 στην Λεωφόρο Διγενή Ακρίτα με κατεύθυνση από Παλουριώτισσα προς φώτα τροχαίας Αγίου Αντωνίου, δηλαδή τη διασταύρωση της Λεωφόρου Διγενή Ακρίτα με την οδό Καλλιπόλεως και την προέκταση της την οδό Ευγενείας και Αντώνη Θεοδότου. Ως αναφέρει πρόθεση της ήταν να συνεχίσει με ευθεία πορεία προς τον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβητού, αλλά ενώ ήταν εντός της διασταύρωσης, ο εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση (στο εξής καλούμενος «ο καθ' ου η αίτηση») της χτύπησε στη δεξιά πίσω πλευρά του αυτοκινήτου της, το οποίο γύρισε προς τα δεξιά και ακολούθως δέχθηκε ακόμη ένα κτύπημα από τον καθ' ου η αίτηση στη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου της, με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο της να γυρίσει στο δρόμο. Όπως περαιτέρω αναφέρει στην έκθεση απαίτησης εκ παραδρομής δεν περιγράφεται με σαφήνεια και επάρκεια το πώς ακριβώς έγινε το επίδικο δυστύχημα, και φαίνεται να μην υπάρχει ταύτιση της έκθεσης απαίτησης με τα γεγονότα όπως πράγματι αυτά διαδραματίστηκαν στο επίδικο δυστύχημα και όπως τα κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι η θέση της, η οποία ως αναφέρει στηρίζεται σε πληροφόρηση από τους συνηγόρους της, ότι η μη λεπτομερής παράθεση των γεγονότων στα δικόγραφα οφείλεται σε καλόπιστο λάθος που έγινε από τους δικηγόρους της κατά την σύνταξη της έκθεσης απαίτησης, τη διόρθωση του οποίου επιδιώκει με την παρούσα αίτηση. Ως επίσης αναφέρει η μαρτυρία της ως έχει παρατεθεί πιο πάνω, έχει δοθεί ενόρκως από την ίδια χωρίς οποιαδήποτε ένσταση από την άλλη πλευρά, ενώ αντεξετάστηκε κατ' αντιπαραβολή της κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία και της δια ζώσης περιγραφής του δυστυχήματος στο Δικαστήριο, με την περιγραφή του δυστυχήματος που γίνεται στην έκθεση απαίτησης. Επίσης η ομνύσασα τονίζει ότι το δυστύχημα έγινε όπως αναφέρει στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία και όπως το έχει περιγράψει όταν έδιδε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι αυτή η μαρτυρία που κατέστησε αναγκαία την αιτούμενη τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Όπως δε αναφέρει κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου της, η τροποποίηση θα πρέπει να επιτραπεί ώστε να συνάδει η άνευ ενστάσεως προσαχθείσα μαρτυρία, με την έκθεση απαίτησης. Περαιτέρω, όπως υποστηρίζει δεν αποκλείεται, ως θέμα αρχής, τροποποίηση με στόχο να συνάδει η μαρτυρία προς τις έγγραφες προτάσεις. Τέλος αναφέρει ότι η αίτηση είναι καλόπιστη και καταχωρήθηκε μόλις διαπιστώθηκε η μη ταύτιση των δικογράφων με την ήδη προσαχθείσα μαρτυρία, ενώ η άλλη πλευρά θα αποζημιωθεί με τα έξοδα εάν τα ζητήσει και δεν θα υποστεί οποιαδήποτε άλλη ζημιά, ενώ η ίδια, εάν δεν της επιτραπεί η τροποποίηση, ίσως υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη και ζημιά αφού το δικαστήριο πιθανόν να μη λάβει υπόψη ολόκληρη την ενώπιον του μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος, με κίνδυνο να μην απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη, για καθαρά τυπικούς δικονομικούς λόγους. Ο καθ' ου η αίτηση στον οποίο επεδόθη η αίτηση, καταχώρησε ένσταση προβάλλοντας τους κάτωθι λόγους ένστασης τους οποίους παραθέτω αυτούσιους: «
- Υπήρξε αδικαιολόγητη και υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, χωρίς η Αιτήτρια να δικαιολογεί επαρκώς και / ή καθόλου την καθυστέρηση.
- Δεν δίνεται οποιοσδήποτε λόγος για την καθυστέρηση ούτε για το καλόπιστο λάθος.
- Επιχειρείται με την αιτούμενη τροποποίηση η Αιτήτρια να αλλάξει την βάση της αγωγής και / ή να αλλάξει τα πραγματικά γεγονότα.
- Προσπαθεί να προσαρμόσει με την αιτούμενη τροποποίηση τα ισχυριζόμενα γεγονότα στην αγωγή της με την δοθείσα διά ζώσης και κατατεθείσα μαρτυρία της Αιτήτριας, η οποία είναι διαφορετική από τα δικόγραφα της.
- Η μαρτυρία που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο είναι αυτή που αναφέρεται στα δικόγραφα.
- Η τροποποίηση θα επηρεάσει δυσμενώς την υπόθεση του Εναγόμενου και θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά σε αυτόν μη δυνάμενη να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.
- Η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται τις αιτούμενες θεραπείες.
- Ζητείται να αντικατασταθεί η βάση της αγωγής και ουσιαστικά να καταχωρηθεί νέα αγωγή.
- Τα γεγονότα της αγωγής καταγράφηκαν στις λεπτομέρειες αμέλειας που έδωσε η Ενάγουσα και οι οποίες την δεσμεύουν.
- Η αίτηση τροποποίησης είναι καταχρηστική, κακόπιστη και ανεπίτρεπτη στο παρόν στάδιο.» Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Αχιλλέα Θεοδότου ο οποίος ως αναφέρει είναι συνεργάτης και αντιπρόσωπος της Prime Insurance Company Ltd, η οποία είχε ασφαλισμένο το όχημα υπ' αριθμό εγγραφής KPS239 το οποίο οδηγείτο από τον καθ' ου η αίτηση κατά τον ουσιώδη χρόνο και η οποία είναι η εκ του νόμου υπόχρεη να καταβάλει τυχόν αποζημιώσεις. Ως αναφέρει είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης τόσο από τον καθ' ου η αίτηση όσο και από την εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία. Επί της ουσίας αρνείται και απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς που προβάλλει η αιτήτρια προς υποστήριξη της αίτησης της και αναφέρει περαιτέρω τα εξής. Η αιτήτρια καταχώρησε αγωγή την 14/09/2009, ήταν έτοιμη να εκδικάσει την υπόθεση της από τις 17/03/2010 όπου ορίστηκε για πρώτη φορά για ακρόαση μέχρι την 29/10/2015 όπου άρχισε η ακροαματική διαδικασία. Έδωσε τη μαρτυρία της διά ζώσης, κατέθεσε και τεκμήρια και μετά από υπόδειξη των δικηγόρων του καθ' ου η αίτηση ότι η μαρτυρία που έδωσε ήταν όλη εκτός δικογράφων, αποφάσισε να κάνει αίτηση τροποποίησης χωρίς να εξηγήσει για ποίο λόγο δεν προέβη ενωρίτερα στην αίτηση τροποποίησης, ούτε που είναι το καλόπιστο λάθος στο οποίο αναφέρθηκε στην ένορκη της δήλωση. Είναι επίσης η θέση του ότι η αιτήτρια προβαίνει κακόπιστα στην αίτηση τροποποίησης. Περαιτέρω αναφέρει ότι η αιτήτρια αντελήφθηκε ότι η όλη μαρτυρία της δεν συνάδει με τα δικόγραφα της και προσπαθεί με αυτό το τρόπο να προσαρμόσει τα δικόγραφα της με τα όσα μαρτύρησε, πράγμα ανεπίτρεπτο διότι θα αλλάξει όλη η βάση της αγωγής και θα έχουμε μπροστά μας μια καθαρά νέα αγωγή όπου τα γεγονότα που θα περιγράφονται θα είναι εντελώς διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται σήμερα στην αγωγή. Με τον τρόπο αυτό και δεδομένου του ότι η εξέταση, αντεξέταση και επανεξέταση της ενάγουσας τελείωσε, ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι δεν θα μπορεί η πλευρά του καθ' ου η αίτηση να αντεξετάσει επί των νέων ισχυρισμών και για αυτό θα επηρεαστεί δυσμενώς ή και ανεπανόρθωτα. Όπως δε υποστηρίζει τα γεγονότα έχουν καταγραφεί και στις λεπτομέρειες αμέλειας που έχει δώσει η αιτήτρια και οι οποίες την δεσμεύουν. Η δε μαρτυρία έχει δοθεί και το Δικαστήριο θα πρέπει να την λάβει υπόψη στο βαθμό που αυτή είναι δικογραφημένη. Τέλος αναφέρει ότι όπως συμβουλεύεται από τους δικηγόρους του καθ' ου η αίτηση, η αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί διότι η αιτήτρια δεν δίδει καμιά εξήγηση για τους λόγους που υποβάλλει την παρούσα αίτηση με τόση καθυστέρηση. Για όλους δε τους πιο πάνω λόγους αιτείται την απόρριψη της αίτησης με έξοδα. Νομική Πτυχή Ως έχει αναφερθεί και πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.25, Θ.1[1] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προβλέπει τα εξής: «
- The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετήθησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R. είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd., and Others v. Associated Newspapers Ltd. [1970] 2 All E.R. 754, στην οποία ανέφερε τα πιο κάτω: "I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here." Στην ίδια γραμμή στο The Annual Practice 1958, στη σελ. 622, διαβάζουμε τα εξής: «In Tildesley v. Harper, 10 Ch. D. pp. 396, 397, Bramwell, L.J., said: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder, he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". "However negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs" (per Brett, M.R., Clarapede v. Commercial Union Association, 32 W.R. p. 263; Weldon v. Neal, 19 Q.B. D. p. 396; Australian Steam Navigation Co. v. Smith, 14 App. Cas. P.320; Hunt v. Rice & Son, 53 T.L. R.931, C.A and see the remarks of Bowen, L.J., Cropper v. Smith, 26 Ch. D. pp. 710, 711, of Lindley, L.J., Indigo Co. v. Ogilvy,
(1891)2 Ch. 39, and of Pollock, B., Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q.B.D. p. 180, and C.A.P. 558). An amendment ought to be allowed if thereby "the real substantial question can be raised between the parties", and multiplicity of legal proceedings avoided.» Αναφορικά με το ζήτημα των αρχών που εφαρμόζονται κατά την εξέταση αιτήσεων της φύσεως που απασχολεί, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenman Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ.33, όπου τέθηκαν καθαρά οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα στη σελίδα 36 αναφέρονται τα πιο κάτω: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Πιο πρόσφατα αναφέρθηκαν τα εξής στην υπόθεση στην Πολ. Εφ. 58/2012, Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation, ημερ.4.3.2013: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Επίσης, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά."» Επίσης ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι και η απόφαση του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος κ. Φωτίου (όπως ήταν τότε), στην αγωγή υπ' αρ. 541/03 η οποία κατά την άποψη μου συνοψίζει πολύ περιεκτικά τις αρχές που διέπουν το θέμα της αίτησης τροποποίησης: «Η νομική αρχή είναι ότι σύμφωνα με τη Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να επιτρέψει την τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος ή των εγγράφων προτάσεων ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου μέρους. Η εξουσία αυτή μπορεί να ασκηθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Όμως όσο πιο έγκαιρα γίνεται η αίτηση τόσο πιο εύκολα το Δικαστήριο ασκεί την εξουσία του υπέρ της τροποποίησης. Όταν η αίτηση γίνεται καλόπιστα και αν ακόμα υπήρχε αμέλεια εκ μέρους του αιτητή γι' αυτή του την καθυστέρηση και πάλι το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την τροποποίηση αν ικανοποιηθεί ότι αυτή είναι αναγκαία για να προσδιοριστούν τα πραγματικά επίδικα ζητήματα για να απονεμηθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων και ότι μπορεί να γίνει χωρίς να προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά, άλλη από ταλαιπωρία η οποία μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. Odger's on Pleading and Practice 20η έκδοση, σελίδα 170, Pleadings Principle's and Practice έκδοση 1990 των Sir Jackob Lain Gold Rein σελ. 189 έως 191 και τις υποθέσεις Mahattou v. Viceroy Shipping Co Ltd and another
(1971)1 C.L.R. 542, Νικολαΐδης και άλλος v. Γερολεμή
(1980)1 ΑΑΔ 1, Ευριπίδου και άλλος v. Καννάουρου
(1985)1 ΑΑΔ 24, Φεραίος Χριστόπουλος και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(1988)1 ΑΑΔ 79, Νίκος Πουρίκκου v. Μυροφόρας Κ. Σάββα και άλλων
(1990)1 ΑΔΔ 863, Δόμνα Χριστοδούλου v. Αθηναΐδα Χριστοδούλου και άλλοι
(1991)1 ΑΑΔ 934, Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέας Αζάς και άλλος
(1992)1 ΑΑΔ 704, Astor Manufacturing and Exporting Co v. A and G. Leventis and Company (Nigeria) Ltd
(1993)1 ΑΑΔ 726, Agini v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. Πολιτική Έφεση 10214 ημερ. 12/1/99, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλας, Πολιτική Έφεση 10341 ημερ. 19/1/99 και πιο πρόσφτα C & A Pelekanow Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου, Πολιτική Έφεση 11103 ημερ. 20.12.01 και Ανδρέα Τσαγγάρη v. Μακεδονίας Γαβριηλίδου & άλλων, Πολιτική Έφεση 11027 ημερ. 8.2.02). Ένα από τα κριτήρια που συνήθως επενεργεί εναντίον της αίτησης για τροποποίηση είναι κατά πόσο με την σκοπούμενη τροποποίηση εισάγεται νέα βάση αγωγής ή υπεράσπισης, ανάλογα με την περίπτωση. Αν ναι, τότε η τροποποίηση συνήθως δεν επιτρέπεται παρόλο που και σ' αυτή την περίπτωση δυνατόν να επιτραπεί αν η αλλαγή κριθεί ότι συνάδει με την αρχική απαίτηση του ενάγοντα και/ή υπεράσπιση (βλ. Νικολαΐδης και άλλος v. Γερολεμή, πιο πάνω, Γεωργίου v. Πιστόλια
(1969)1 ΑΑΔ 613 και Τσιάππας v. Δημοκρατίας
(1974)1 CLR 167) ιδιαίτερα εκεί που το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η αίτηση δεν γίνεται κακόπιστα. Ένα άλλο κριτήριο το οποίο συνήθως λαμβάνεται υπόψη υπέρ της τροποποίησης είναι η περίπτωση (κάτι που δεν ισχύει στη δική μας υπόθεση) που η σκοπούμενη τροποποίηση αποσκοπεί στο να φέρει τα δικόγραφα στην ίδια γραμμή με μαρτυρία που εισάχθηκε χωρίς ένσταση (βλ. μεταξύ άλλων Πουρίκκος v. Fevzi
(1963)2 CLR 24, Σκέπη Λτδ v. Καΐτης
(1983)1 ΑΑΔ 231 και Σωτήρης Ιωάννου v. Μάριος Αθηαινίτης
(1980)1 ΑΑΔ 178). Περαιτέρω τότε μόνο πρέπει να επιτρέπεται μια τροποποίηση, όταν αυτή κρίνεται ότι είναι αναγκαία για επίλυση των πραγματικώς αμφισβητουμένων θεμάτων. (Βλ. Δ.25 κ.1 και Astor Manufacturing and Exporting Co v. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd, πιο πάνω, σελ. 733 και Alexandra Rent a Car Ltd v. Demetras Nearchou
(1992)1 ΑΑΔ 111). Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση, με την οποία στην ουσία ζητείται η τροποποίηση της παραγράφου 2 της έκθεσης απαίτησης (ως και συναφούς μέρους των λεπτομερειών αμέλειας στην παρ. 3) στην οποία γίνεται ουσιαστικά η περιγραφή του τρόπου με τον οποίο επήλθε η σύγκρουση, έτσι ώστε να συνάδει με την προφορική μαρτυρία της ενάγουσας και τη γραπτή της κατάθεση προς την Αστυνομία, τα οποία ήδη εισήχθησαν χωρίς ένσταση και επί των οποίων η ενάγουσα αντεξετάστηκε. Στρεφόμενη τώρα στους λόγους ένστασης παρατηρώ ότι αυτοί περιστρέφονται ουσιαστικά γύρω από 5 άξονες και συγκεκριμένα ότι:
- Eπιχειρείται η αλλαγή της βάσης αγωγής (βλ. λόγους ένστασης 3,8).
- Mε την αιτούμενη τροποποίηση επειχειρεί η αιτήτρια να προσαρμόσει τα ισχυριζόμενα γεγονότα στην αγωγή με τη δοθείσα δια ζωσης μαρτυρία της, η οποία είναι διαφορετική από τα δικόγραφα, ενώ η μαρτυρία που λαμβάνεται υπόψη είναι αυτή που αναφέρεται στα δικόγραφα. Περαιτέρω τα γεγονότα καταγράφηκαν στις λεπτομέρειες αμέλειας της έκθεσης απαίτησης, οι οποίες και τη δεσμεύουν (βλ. λόγους ένστασης 4,5 και 9).
- Tο αίτημα υποβάλλεται με καθυστέρηση που δεν δικαιολογείται όπως δεν δικαιολογείται και το καλόπιστο λάθος (βλ. λόγους ένστασης 1 και 2).
- H τροποποίηση θα επηρεάσει δυσμενώς την υπόθεση του εναγόμενου και θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά σε αυτόν μη δυνάμενη να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων (βλ. λόγο ένστασης 6).
- H αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη (βλ. λόγο ένστασης 10). Εξετάζοντας την αιτούμενη τροποποίηση υπό το φως των λόγων ένστασης που εγείρονται και στρεφόμενη πρώτα τον ισχυρισμό περί νέας βάσης αγωγής σημειώνω ότι στην υπόθεση Saba & Co v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, με αναφορά στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι η διαπίστωση πως με την τροποποίηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάση αγωγής ή υπεράσπισης, δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη της αίτησης για τροποποίηση. Στην τελευταία υπόθεση αποφασίστηκε ότι η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν σύμφωνα με την ανωτέρω νομολογία οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην υπόθεση Χρίστου γίνεται επίσης αναφορά και στο Annual Practice του 1959 στη σελίδα 627, όπου διατυπώνεται με καθαρότητα το κριτήριο του τι αποτελεί νέα απαράδεκτη βάση αγωγής: "The court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Murdoch, 1 Ch. D. 42 Hubbuck v. Helms, 56 L.J. Ch. p. 539). But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action {Raleigh v. Goschen,
(1898)1 Ch. p.81}." (η έμφαση δική μου) Στην προκειμένη περίπτωση οι αιτούμενες τροποποιήσεις κατά την κρίση μου δεν αλλοιώνουν την υφιστάμενη βάση αγωγής, η οποία φυσικά και εξακολουθεί να είναι το αστικό αδίκημα της αμέλειας ή η παράβαση θέσμιου καθήκοντος, στη βάση του τροχαίου ατυχήματος που επεσυνέβη στις 13/11/2008. Αυτό που στην ουσία επιχειρείται είναι ο ακριβέστερος προσδιορισμός του τρόπου με τον οποίο επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα, ούτως ώστε να συνάδει με τη μαρτυρία της ενάγουσας, η οποία εισήχθη χωρίς ένσταση. Επομένως η έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης σε καμία περίπτωση συνιστά νέα βάση αγωγής εν τη εννοία που προαναφέρθηκε, αφού σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θα μεταβάλει την αγωγή σε μια με ουσιαστικά διαφορετικό χαρακτήρα η οποία θα ήταν προσφορότερο να αποτελέσει το αντικείμενο νέας αγωγής. Επομένως η σχετική εισήγηση κρίνεται προδήλως ανεδαφική και απορρίπτεται. Ως προς το δεύτερο άξονα που ανέφερα πιο πάνω στα πλαίσια του οποίου προβάλλεται η θέση πως με την αιτούμενη τροποποίηση επειχειρεί η αιτήτρια να προσαρμόσει τα ισχυριζόμενα γεγονότα στην αγωγή με τη δοθείσα δια ζώσης μαρτυρία της, η οποία είναι διαφορετική από τα δικόγραφα ενώ η μαρτυρία που λαμβάνεται υπόψη είναι αυτή που αναφέρεται στα δικόγραφα και πως τα γεγονότα καταγράφηκαν στις λεπτομέρειες αμέλειας της οι οποίες τη δεσμεύουν, σημειώνω τα εξής. Κατ' αρχάς η θέση ότι η μαρτυρία που λαμβάνεται υπόψη είναι αυτή που αναφέρεται στα δικόγραφα είναι προφανώς εσφαλμένη εφόσον στα δικόγραφα δεν περιλαμβάνεται μαρτυρία, αλλά ισχυρισμοί γεγονότων (βλ. Δ.19 Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Ως προς τη θέση ότι οι ισχυρισμοί ενός διαδίκου στα δικόγραφα τον δεσμεύουν, αυτή είναι προφανώς ορθή και είναι ακριβώς λόγω της αυστηρότητας με την οποία εφαρμόζεται ο κανόνας αυτός[2] που έχει παρασχεθεί η ευχέρεια για τροποποίηση δυνάμει της Δ.25, ώστε όταν παρίσταται ανάγκη και τηρουμένων των σχετικών προϋποθέσεων, τα δικόγραφα να τροποποιούνται ώστε να διορθώνονται λάθη ή παραλείψεις κατά τη δικογράφηση, χωρίς αυτά να αποβαίνουν μοιραία για την πλευρά που βαραίνει το λάθος ή η παράλειψη. Εν πάση περιπτώσει σε σχέση με τον ουσιώδες ισχυρισμό του καθ' ου η αίτηση ότι επιχειρείται προσαρμογή της δια ζώσης μαρτυρίας της αιτήτριας με τα δικόγραφα, σημειώνω ότι ως έχει ξεκάθαρα νομολογηθεί από νωρίς, δεν αποκλείεται τροποποίηση η οποία στόχο έχει να ευθυγραμμίσει τη μαρτυρία με τις έγγραφες προτάσεις. Τουναντίον. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Σωτήρης Ιωάννου v. Μάριος Αθηαινίτης κ.α.
(1989)1C.L.R. 178 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «...the authorities clearly establish that, when the object of the amendment sought is to bring the pleadings in line with relevant evidence given at the trial without objection, leave is granted even at the end of the day: Skepi Ltd. v. Kaitis and Another
(1983)1 C.L.R. 231, or even at the stage of appeal if no injustice will be done thereby: Yiannakis Pourikkos v. Mehmet Fevzi
(1963)2C.L.R.24.» Η πιο πάνω αρχή ξεπροβάλλει και από την υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Στυλιανού Αζά (ανωτέρω) η οποία αφορούσε αίτηση η οποία σκοπό είχε να ευθυγραμμίσει μαρτυρία που δόθηκε κατά τη δίκη με το δικόγραφο. Η παράλειψη να τεθεί το θέμα στο σωστό του πλαίσιο εξ υπαρχής αποδόθηκε σε λάθος ή παραδρομή του συντάκτη του δικογράφου. Αναφέρθηκαν τα εξής μεταξύ αλλων από το Ανώτατο Δικαστήριο: «... Από οποιαδήποτε σκοπιά και αν κοιτάξει κανείς την κρινόμενη υπόθεση ο πρωτόδικος δικαστής έσφαλε στην άσκηση των εξουσιών του και δεν ενήργησε μέσα στο γράμμα και το πνεύμα της νομολογίας στην οποία αναφέρθηκε. Εν πρώτοις δεν είναι εκ προοιμίου νομικά επιλήψιμη η επιδίωξη τροποποίησης για να συνάδει η προσαχθείσα μαρτυρία με το δικόγραφο του διαδίκου. Αυτό το κάμνει απόλυτα σαφές το εξής απόσπασμα από το Annual Practice
(1959)σελ. 625: «Where the amendment has become necessary by reason of a variance between the statement of claim and the evidence given at the trial, it should be asked for at the conclusion of the plaintiffs case (Rainy v. Bravo, L.R. 4 P.C. 287)." ...» (η έμφαση δική μου) Τέλος θα ήταν παράλειψη να μη γίνει αναφορά στην πιο πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Παναγιώτης Χατζηχρίστου και Υιοί Λτδ v.Oralia Travel Tours Ltd
(2007)1 A.A.Δ. 650, στην οποία άλλωστε με παρέπεμψε και ο συνήγορος της αιτήτριας, όπου οι εφεσίβλητοι/εναγόμενοι αφού είχαν κλείσει την υπόθεση τους και το Δικαστήριο την ορισε για τελικές αγορεύσεις καταχώρησαν αίτηση τροποποίησης της υπεράσπισης τους με σκοπό αυτή να συνάδει με την προσαχθείσα μαρτυρία, αίτημα το οποίο εγκρίθηκε πρωτοδίκως και η εν λόγω απόφαση επικυρώθηκε κατ' έφεση, όπου μάλιστα σημειώθηκαν και τα όσα πιο κάτω παραθέτω αυτούσια, και τα οποία θεωρώ ότι απαντούν και στον ισχυρισμό της πλευράς του καθ' ου η αίτηση ότι η μαρτυρία έχει δοθεί και το Δικαστήριο θα πρέπει στο τέλος της διαδικασίας να τη λάβει υπόψη στο βαθμό που αυτή είναι δικογραφημένη: «Είναι προφανές και από όσα ενώπιόν μας υποστήριξαν οι εφεσείοντες πως οι ίδιοι είχαν δει τη διάσταση μεταξύ της υπεράσπισης και της μαρτυρίας. Δεν την ανέδειξαν όμως κατά τη διαδικασία και δεν ενέστησαν στην αναφορά και στη συνέχεια στην προσαγωγή της μαρτυρίας που έφερνε στο προσκήνιο την El-Greco. Άφησαν, λοιπόν, τη διαδικασία να εξελιχτεί, με τη μαρτυρία να εμφανίζει ως την αντιπροσωπευόμενη που εξ αρχής αποκαλύφθηκε, την El-Greco. Εμφανώς για να ανασύρουν τη διάσταση στο τέλος, ως καταλυτική. .» Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω και τους λόγους ένστασης που εγείρονται με το δεύτερο άξονα ανεδαφικούς και απορριπτέους. Έρχομαι τώρα στο ζήτημα της καθυστέρησης που εγείρεται με τον τρίτο άξονα που ανέφερα πιο πάνω. Πράγματι παρατηρώ ότι τα όσα επιζητείται να εισαχθούν με την τροποποίηση ήταν γνωστά στην ενάγουσα και κατ' επέκταση στο συνήγορο της από αρκετό καιρό προηγουμένως, αφού αφορούν την εκδοχή της ενάγουσας και σχετίζονται με γεγονότα που προφανώς είχαν ήδη λάβει χώρα πριν την έγερση της αγωγής. Υπό αυτές δε τις περιστάσεις αδιαμφισβήτητα θα ήταν ορθότερο και επιθυμητό να είχε υποβληθεί ενωρίτερα η αίτηση. Όπως όμως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας, η αίτηση για τροποποίηση καταχωρήθηκε μόλις διαπιστώθηκε η μη ταύτιση των δικογράφων με την ήδη προσαχθείσα μαρτυρία, η οποία προφανώς διαφάνηκε κατά την αντεξέταση της ενάγουσας στην οποία υπεβλήθησαν και ανάλογες θέσεις, ότι δηλαδή η μαρτυρία της δε συνάδει με το δικόγραφο της. Στην Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v Ν. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, αναφέρθηκε μεταξύ άλλων ότι δεν μπορεί να καταλογίζεται υπέρμετρη καθυστέρηση σε κάποιον ο οποίος είτε δεν είχε νωρίτερα γνώση των κενών ή δεν είχε προηγουμένως συνειδητοποιήσει ότι νομικά ή πραγματικά θα ήταν αναγκαίο να προβεί σε διάβημα για τροποποίηση, ώστε να παρουσιάσει την υπόθεση του με τον πρέποντα τρόπο. Έστω ακόμη και εάν οι παραλείψεις ή οι ελλείψεις οφείλονταν καθαρά σε αμέλεια ή παραδρομή του ιδίου ή του δικηγόρου του. Στην ίδια υπόθεση ο κ. Νικολάου Δ. αναφερόμενος στην αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd & Others v. Associated Newspaper Ltd
(1970)1 All E.R. 754, ανάφερε τα εξής: «Κατ' ακρίβειαν, όπως υπέμνησε ο δικαστής Edmund Davies στην εν λόγω Αγγλική υπόθεση, η αρχή διατυπώθηκε με πληρότητα από το δικαστή Bown στην Cropper v. Smith
(1884)26 Ch.D.700 με τα εξής (στις σελ. 710-711): ". I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter or right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right".». (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου). Το ίδιο σκεπτικό αναδύεται και από την υπόθεση Ναυτοδικείου Mahattou v. Viceroy Shipping Co Ltd & another
(1979)1 CLR 542 σελ. 551 όπου υιοθετήθηκε το σκεπτικό της Charapede & Co. v. Commercial Union Association
(1883)32 W.R. 262: «However negligent or careless may have been the first omission and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs; but if the amendment will put them into such a position that they must be injured, it ought not to be made. And at page 263, in the same judgment per Bowen, L.J. Sometimes to correct the error will lead to injustice which cannot be cured, as when a witness who could give evidence cannot be got at, or the solvency of one party is doubtful». Επίσης στην United Sea Transport Co. Ltd & Another v. Stavros Zakou
(1980)1 CLR 510 σελ. 515 αναφέρθηκαν τα εξής: «The general principles as to when leave to amend should be given are stated by L.J. Bramwell in the case of Tildesley v. Harper, 10 Ch.D. 393 at page 396: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". However negligent or careless may have been the first omission and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs. Before the hearing leaves is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance. (Steward v. North Metropolitan Transways Co. 16 Q.B.D. 556». (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου). Στην υπόθεση Astor Co. κ.α. ν. Α & G Leventis Ltd κα
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, αν και ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη. Εξ άλλου στην υπόθεση SABA & Co. ( T.M.P ) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 λέχθηκε ότι: « .δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή..» Επίσης και στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου ν Χαρίδη (Πολ. Εφ.50/10 ημερ.11.5.2011) αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, επιβεβαιώθηκε κατά αρχάς η λεγόμενη σύγχρονη τάση της νομολογίας όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση εκείνη, η αγωγή είχε καταχωρηθεί κατά το 1986 ενώ το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης υποβλήθηκε κοντά στο 1998 δηλαδή περί τα 12 χρόνια αργότερα και ενώ η ακρόαση είχε προηγουμένως άρχισε και διεξαχθεί μερικώς δυο φορές αλλά διατάχθηκε η εξ υπαρχής ακρόαση λόγω διορισμού των εκδικάζοντων Προέδρων ως δικαστών το Ανώτατου Δικαστηρίου». Από τα πιο πάνω προκύπτει σαφέστατα η γενικότερη φιλελεύθερη τάση της νομολογίας να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις και δη προς κάλυψη σημαντικής και πραγματικής ανάγκης, ακόμη και όταν η αίτηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή υπάρχει καθυστέρηση, νοουμένου ότι υποβάλλεται καλόπιστα και δεν θα προκληθεί ζημιά στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση με την τροποποίηση επιχειρείται κατά την κρίση μου να καλυφθεί πραγματική και σημαντική ανάγκη, ήτοι να συνάδει το δικόγραφο της ενάγουσας με την προφορική μαρτυρία της ίδιας (συμπεριλαμβανομένης και της κατάθεσης της στην Αστυνομία την οποία υιοθέτησε) η οποία εισήχθη χωρίς ένσταση. Με άλλα λόγια οι τροποποιήσεις αφορούν ισχυρισμούς γεγονότων οι οποίοι είναι ουσιαστικοί για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και για την ολοκληρωμένη διατύπωση των θέσεων της ενάγουσας κατά τρόπο που να συνάδει με την ήδη δοθείσα μαρτυρία της και θεωρώ ότι είναι ορθό και δίκαιο το Δικαστήριο να έχει όλους τους σχετικούς ισχυρισμούς ενώπιον του, για να μπορέσει έτσι να απονέμει δικαιοσύνη. Ως προς το ζήτημα της πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, το οποίο μας οδηγεί παράλληλα στην εξέταση του τέταρτου άξονα που αναφέρθηκε πιο πάνω, σημειώνω ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν αναφέρεται οτιδήποτε το οποίο να καταδεικνύει ότι η έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην πλευρά του καθ' ου η αίτηση, πέραν του ισχυρισμού ότι θα θιγούν τα δικονομικά του δικαιώματα εφόσον δεν θα μπορεί να αντεξετάσει επί των νέων ισχυρισμών, δεδομένου του ότι η αντεξέταση της ενάγουσας έχει ολοκληρωθεί (βλ. παρ. 9 και 12 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση), ισχυρισμό τον οποίο πρέπει να πω ότι δεν θεωρώ καθόλου βάσιμο. Και τούτο διότι η ενάγουσα έχει ήδη αντεξετασθεί επί των θέσεων των οποίων επιχειρείται η εισαγωγή με την τροποποίηση, ενώ όπως αναφέρει ο συνήγορος της στη σελίδα 10 της γραπτής του αγόρευσης, η πλευρά της ενάγουσας δηλώνει ότι εφόσον επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση η τελευταία είναι πρόθυμη και έτοιμη να αντεξεταστεί επί των θεμάτων της τροποποίησης. Πέραν των πιο πάνω ο καθ' ου η αίτηση θα έχει την ευχέρεια να απαντήσει μέσω του δικογράφου της υπεράσπισης στους ισχυρισμούς της ενάγουσας και να προσκομίσει την ανάλογη μαρτυρία στο κατάλληλο στάδιο. Επαναλαμβάνω επίσης ότι με την αιτούμενη τροποποίηση δεν προκαλείται δυσμενής επηρεασμός του καθ' ου η αίτηση με την έννοια της αλλοίωσης της βάσης αγωγής και εκτροχιασμού της δίκης, εφόσον ως και πιο πάνω ανέφερα, τα όσα η πλευρά της ενάγουσας επιθυμεί να προσθέσει συγκεκριμενοποιούν στην ουσία υφιστάμενες θέσεις της τελευταίας εν σχέση με τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα και δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να θεωρήσω ότι με τα όσα επιχειρεί να εισαγάγει η ενάγουσα εισάγει νέα βάση αγωγής ή ότι αυτά θα οδηγήσουν στον εκτροχιασμό της δίκης. Όσον αφορά τώρα τον ισχυρισμό του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική, ο οποίος εγείρεται με τον τελευταίο άξονα που ανέφερα πιο πάνω, δεν εντοπίζω οτιδήποτε στην ένορκη δήλωση που να υποστηρίζει τον ισχυρισμό αυτό. Το βάρος δε για την απόδειξη τέτοιου ισχυρισμού βαρύνει τον διάδικο που τον επικαλείται. Επιπλέον, για να δικαιολογείται μια τέτοια κατάληξη πρέπει η κακοπιστία να είναι εμφανής και διάχυτη. Στην προκειμένη περίπτωση, ως έχω ήδη πει η εισήγηση αυτή του εναγόμενου /καθ' ου η αίτηση δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε συγκεκριμένα γεγονότα. Πέραν τούτου το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης δεν δικαιολογεί οποιαδήποτε διαπίστωση για κακοπιστία ούτε και οποιαδήποτε προσπάθεια για εσκεμμένη πρόκληση καθυστέρησης στην υπόθεση και συναφώς δεν μπορώ να αποδεχθώ τη θέση περί ύπαρξης κακοπιστίας από πλευράς αιτήτριας. Αντίθετα κρίνω ότι τα όσα αναφέρονται από την αιτήτρια στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση συνιστούν γνήσια παραδοχή κάποιων παραλείψεων και συναφώς δεν μπορώ παρά να καταλήξω ότι η αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα και με σκοπό να θεραπεύσει τις παραλείψεις αυτές και να ευθυγραμμίσει τη μαρτυρία της με το δικόγραφο της, με σκοπό την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Υπό αυτές τις περιστάσεις το λάθος ή παράλειψη στο δικόγραφο της ενάγουσας, η οποία αποδίδεται σύμφωνα με την παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας στους δικηγόρους της, και ο χρόνος κατά τον οποίο υποβάλλεται το αίτημα δεν θεωρώ ότι μπορεί να αποτελέσει λόγο για απόρριψη του αιτήματος το οποίο κρίνεται αναγκαίο για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι αναγκαίοι ισχυρισμοί και το οποίο υποβάλλεται καλόπιστα και δεν προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην αντίδικη πλευρά. Το γεγονός βέβαια ότι η ακροαματική διαδικασία έχει αρχίσει δεν μου διαφεύγει, αλλά δεν θεωρώ ότι μπορεί να αποτελέσει, χωρίς άλλο, λόγο για απόρριψη μιας κατά τα άλλα βάσιμης αίτησης τροποποίησης, ιδιαίτερα στην προκειμένη περίπτωση που όπως και πιο πάνω αναφέρεται δεν καταδεικνύεται οποιαδήποτε πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς ή οποιαδήποτε επίπτωση στα δικαιώματα του εναγόμενου, η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Χαρακτηριστικά αναφέρω την υπόθεση Δόμνα Νικολάου Χριστοδούλου v. Αθηναΐδος Ιωάννου Χριστοδούλου και άλλων, (πιο πάνω), στην οποία το αίτημα για τροποποίηση έγινε από την ενάγουσα μετά που ακούστηκαν εφτά μάρτυρες και μετά από επιτόπια έρευνα υπαλλήλου του κτηματολογίου. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα με την αιτιολογία ότι οι εφεσίβλητοι θα εζημιούντο δυσμενώς αν η τροποποίηση επιτρεπόταν και η αδικία που θα τους εγίνετο δεν μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα ή άλλως πως αφού μεταξύ άλλων θα απαιτείτο νέα επιτόπια έρευνα και διότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε πολύ πριν την υποβολή αίτησης. Η ενάγουσα εφεσίβαλε την απόφαση και το Ανώτατο Δικαστήριο δεχόμενο την έφεση μεταξύ άλλων ανάφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 938: «Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R., το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R. είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd, and Others v. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R. 754, στην οποία ανέφερε τα πιο κάτω: "I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here.". (βλ. επίσης και Περικτιόνη Χρίστου v. Αντρέα Στυλιανού Αζά, πιο πάνω όπου υιοθετήθηκε ανάλογη προσέγγιση). Εν όψει όλων των πιο πάνω, και ιδιαίτερα του γεγονότος ότι με την τροποποίηση δεν αλλοιώνεται η βάση αγωγής ούτε εκτροχιάζεται η διαδικασία και δεν καταδεικνύεται ότι ο καθ' ου η αίτηση θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά ή και οποιαδήποτε άλλη ζημιά που να μην μπορεί να θεραπευθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα και θα έχει το δικαίωμα να απαντήσει σε όλα τα εγειρόμενα με την τροποποίηση, ως και του γεγονότος ότι έχει αντεξετασθεί η αιτήτρια επί των ισχυρισμών αυτών και εν πάση περιπτώσει η πλευρά της δηλώνει ότι εφόσον επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση η ενάγουσα είναι πρόθυμη και έτοιμη να αντεξεταστεί και προσφέρει τον εαυτό της για αντεξέταση επί των θεμάτων της τροποποίησης, και δεδομένου περαιτέρω του ότι η αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα και με σκοπό να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου με σαφήνεια και πληρότητα οι θέσεις της ενάγουσας κατά τρόπο συνάδον με την ήδη προσαχθείσα χωρίς ένσταση μαρτυρία, κρίνω ότι θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί η ευχέρεια στην ενάγουσα να θέσει τα ζητήματα στο ορθό κατά την ίδια πάντα πλαίσιο. Ως εκ των ανωτέρω κρίνω ότι οι λόγοι ένστασης δεν ευσταθούν και ότι περαιτέρω συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας για έγκριση της αίτησης. Ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α (Ι) και (ΙΙ) της αίτησης. Τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από τη σύνταξη. Υπεράσπιση στο τροποποιημένο κλητήριο να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την επίδοση του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος στους δικηγόρους του εναγόμενου - καθ' ου η αίτηση. Τυχόν απάντηση να καταχωρηθεί εντός 4 ημερών από την επίδοση της υπεράσπισης. Το διάταγμα να ζητηθεί εντός 2 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως και όλα τα έξοδα που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ του καθ'ου η αίτηση - εναγόμενου και εναντίον της αιτήτριας/ενάγουσας. (Υπ.) .............. Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Σημειώνεται ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 14/7/2009, συνεπώς τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.25 Θ.1 πριν την τροποποίηση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 26.9.2014. [2] Βλ. μεταξύ άλλων Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ.24, Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο