← Κύπρος

LUKOIL MID-EAST LIMITED ν. TERRA SEIS CYPRUS LIMITED, Αίτηση αρ.: 123/2015, 18/2/2016

LUKOIL MID-EAST LIMITED ν. TERRA SEIS CYPRUS LIMITED, Αίτηση αρ.: 123/2015, 18/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A105 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αίτηση αρ.: 123/2015 Αναφορικά με τον Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000 (121(Ι)/2000) και Αναφορικά με τον περί Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο 84/1979 και Αναφορικά με τον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (Ν.101/87) και Αναφορικά με την απόφαση ημερομηνίας 22.12.2014 του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου (London Court of International Arbitration Rules) στην υπόθεση LCIA ARBITRATION NO. 122289 και μεταξύ: LUKOIL MID-EAST LIMITED Αιτητών και TERRA SEIS CYPRUS LIMITED Καθ' ων η Αίτηση ------------------- Ημερομηνία: 18 Φεβρουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κ. M. Κυριακίδης Για Καθ'ης η Αίτηση: κα Ε. Δημητρίου ------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την εναρκτήρια αίτηση, που καταχώρισε η Αιτήτρια στις 9.4.2015, επιδιώκει την αναγνώριση και εγγραφή της Απόφασης του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου («Δ.Δ.Δ.Λ.») ημερομηνίας 9.3.2015, για σκοπούς εκτέλεσης εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Αίτηση Η αίτηση βασίζεται στον Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000 (121(Ι)/2000) άρθρα 2, 3, 4, 5 και 6, στον περί Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο 84/1979 άρθρα I, II, III, IV και VI, στον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (Ν.101/87), άρθρα 2, 35 και 36, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 Θ. 1-4, 8 και 9, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Μ. Λοϊζου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια. Σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη διαφορά της Αιτήτριας με την Καθ'ης, αναφέρει τα ακόλουθα: Η Αιτήτρια υπέγραψε συμφωνία με θυγατρική εταιρεία της Καθ'ης (TS Trading) στα πλαίσια συνεργασίας για ανάπτυξη ενός κοιτάσματος πετρελαίου και φυσικού αερίου στο Ιράκ. Προϋπόθεση για την καταβολή της πρώτης δόσης με βάση την υπό αναφορά Σύμβαση ήταν η παροχή εγγύησης από την Καθ'ης, μητρική εταιρεία της TS Trading. Ως εκ τούτου, η Καθ'ης υπέγραψε με την Αιτήτρια συμφωνία με την οποία εγγυήθηκε πλήρως τις υποχρεώσεις της TS Trading προς την Αιτήτρια. Η πρωτότυπη συμφωνία εγγύησης κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 και πιστοποιημένη μετάφραση της στην Ελληνική ως Τεκμήριο

  1. Με βάση ρητό όρο του Τεκμηρίου 2, οποιεσδήποτε διαφορές των μερών θα επιλύονταν σύμφωνα με τους κανόνες διαιτησίας του Δ.Δ.Δ.Λ. Προέκυψαν, συνεχίζει, διαφορές σε σχέση με την κυρίως σύμβαση, γεγονός που οδήγησε τους Αιτητές να προβούν στον τερματισμό της. Ακολούθως αποτάθηκαν στο Δ.Δ.Δ.Λ. το οποίο δικαίωσε την Αιτήτρια, εκδίδοντας απόφαση εις βάρος της Καθ'ης για το ποσό των US$27.680.963,55 πλέον τόκους, έξοδα διαιτησίας και δικηγορικά (Τεκμήριο 4). Συνεχίζοντας επεξηγεί πως, λόγω αριθμητικού λάθους στο ποσό των εξόδων διαιτησίας, εκδόθηκε από το Δ.Δ.Δ.Λ. σημείωμα διόρθωσης της διαιτητικής απόφασης στις 9.3.2015, πιστοποιημένο αντίγραφο του οποίου κατέθεσε ως Τεκμήριο 6, με Ελληνική μετάφραση Τεκμήριο
  2. Η ένσταση Η Καθ'ης καταχώρισε ένσταση, υποστηρίζοντας πως δεν συντρέχουν οι ουσιαστικές και δικονομικές προϋποθέσεις για την αναγνώριση και εγγραφή της διαιτητικής απόφασης στην Κύπρο. Ειδικότερα, υποστηρίζει, πως δεν δικαιολογείται η αίτηση για τους ακόλουθους λόγους: Α) Oι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει ότι η Αγγλία εφαρμόζει την Σύμβαση για Αναγνώριση και Εκτέλεση Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων ως Συνθήκη για αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση και ως εκ τούτου δεν τηρείται η αναγκαία προϋπόθεση της αμοιβαιότητας. Ως επακόλουθο, οι Αιτητές δεν μπορούν να στηρίζουν την αίτηση τους πάνω στον Περί της Συμβάσεως Περί Αναγνώρισης και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο Αρ. 84/
  3. Β) Οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει ότι η Αγγλία και η Κυπριακή Δημοκρατία έχουν συνομολογήσει ή συνδέονται με συνθήκη για αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών και διαιτητικών αποφάσεων, και ως εκ τούτου η αίτηση τους δεν μπορεί να στηρίζεται πάνω στο Νόμο 121(Ι)/
  4. Γ) Οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει ότι η ισχυριζόμενη διαιτητική απόφαση της οποίας την αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση επιθυμούν να πετύχουν στην Κυπριακή Δημοκρατία είναι εκτελεστή στην χώρα στην οποία εκδόθηκε ήτοι στην Αγγλία. Δ) Το άρθρο 5 (ι) (ε) του Ν121(Ι)/2000 είναι αντίθετο με τις πρόνοιες του άρθρου 30

(2)και 30
(3)(β) του Συντάγματος αφού περιορίζει το δικαίωμα των Καθ' ων η αίτηση να έχουν ανεπηρέαστη ακροαματική διαδικασία και να προβάλλουν όλους τους ισχυρισμούς τους ενώπιο του Δικαστηρίου. Ε) Η Ένορκος Δήλωση έγινε από ακατάλληλο άτομο δηλαδή από πρόσωπο που δεν γνωρίζει τα επίδικα γεγονότα ή και δεν έχει ιδίαν γνώση των γεγονότων αφού η ενόρκως δηλούσα δεν είναι νόμιμος εκπρόσωπος της Αιτήτριας. Επί του προκειμένου δεν μπορεί να ορκίζεται δικηγόρος χωρίς εξήγηση ως προς τον λόγο που δεν ορκίζεται εκπρόσωπος της Αιτήτριας. Επίσης τα γεγονότα τα οποία καταθέτει η ενόρκως δηλούσα δεν αφορούν μόνο γεγονότα που προκύπτουν από έγγραφα αλλά και άλλα τα οποία δεν είναι δυνατόν να γνωρίζει η ενόρκως δηλούσα. Ζ) Η Αιτήτρια λειτουργά καταχρηστικά καθότι η παρούσα διαδικασία συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας και πολλαπλότητας , αφού η Αιτήτρια προωθεί ταυτόχρονα 2 διαδικασίες διαιτησίας (την επίδικη διαιτησία εναντίον της Terra Seis Cyprus Limited και την διαιτησία ενώπιον του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Στοκχόλμης εναντίον της Terra Seis Trading Limited, με τις οποίες απαιτεί τις ίδιες θεραπείες για την ίδια ισχυριζόμενη παράβαση βασιζόμενη πάνω στο ίδιο βάθρο γεγονότων. Η) Η αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης προσκρούει στη δημόσια πολιτική και στο δημόσιο συμφέρον της Κύπρου. Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση της, η Μ. Ζάκου, διευθύντρια της Καθ'ης υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους πιο πάνω λόγους ένστασης, ζητώντας την απόρριψη της αίτησης. Μετά από σχετική άδεια του Δικαστηρίου η Αιτήτρια κατέθεσε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, στην οποία παρουσίασε περαιτέρω έγγραφα σε σχέση με την εφαρμογή της Σύμβασης της Νέας Υόρκης από το Ηνωμένο Βασίλειο. Ειδικότερα κατέθεσε: α) Πίνακα από την επίσημη ιστοσελίδα των Ηνωμένων Εθνών στον οποίο αναφέρονται όλες οι χώρες που υπέγραψαν τη Σύμβαση (Τεκμήριο 1), στον οποίο περιλαμβάνονται τόσο η Κύπρος όσο και το Ηνωμένο Βασίλειο. β) Αντίγραφο του σχετικού διατάγματος (Order 1709/1975) ημερομηνίας 22.10.1975 με το οποίο η Αγγλία έθεσε σε ισχύ τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης (Τεκμήριο 2). γ) Αντίγραφο αποσπάσματος από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England το οποίο επιβεβαιώνει την εφαρμογή της Σύμβασης (Τεκμήριο 3). δ) Αντίγραφο του σχετικού Αγγλικού Νόμου (Αrbitration Act 1996 Chapter 23) στο οποίο προβλέπεται η αναγνώριση και εκτέλεση των διαιτητικών αποφάσεων με βάση τη Σύμβαση (Τεκμήριο 4). Οι αγορεύσεις των διαδίκων Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων, με παραπομπές σε συγγράμματα και νομολογία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας, αφού ανέλυσε τις νομικές αρχές που διέπουν την αίτηση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης με βάση την Σύμβαση της Νέας Υόρκης και το Νόμο 121
(1)/2000, εισηγήθηκε πως πληρούνται όλες οι αναγκαίες προϋποθέσεις για εγγραφή. Η Αιτήτρια δικαιούται, κατά συνέπεια, στην αιτούμενη θεραπεία. Εφόσον, συνέχισε ο συνήγορος, η Αιτήτρια συμμορφώθηκε με όλες τις προϋποθέσεις της Σύμβασης, απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε με βάση τη σχετική νομοθετική πρόνοια (άρθρο IV). H Καθ'ης η Αίτηση είχε το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχει κάποιος από τους λόγους που περιοριστικά καθορίζονται στο άρθρο V της Σύμβασης. Αναλύοντας ένα προ ένα τους λόγους ένστασης, εισηγήθηκε πως ουδείς από αυτούς ευσταθεί και κάλεσε το Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Καθ'ης εισηγήθηκε με την σειρά της πως η Αιτήτρια απέτυχε να στοιχειοθετήσει την εφαρμογή της Συνθήκης της Νέας Υόρκης από το Ηνωμένο Βασίλειο και ότι η διαιτητική απόφαση είναι εκτελεστή στην Αγγλία. Τα επιπρόσθετα τεκμήρια που παρουσίασε η Αιτήτρια με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ανέφερε η συνήγορος, είναι εξ ακοής και δεν συνιστούν αποδεκτή μαρτυρία. Η Αιτήτρια, επεσήμανε η συνήγορος, όφειλε να προσκομίσει αποδεκτή μαρτυρία για απόδειξη εφαρμογής του αλλοδαπού δικαίου, κάτι που απέτυχε να πράξει. Καταλήγοντας η συνήγορος, επεσήμανε πως η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση έγινε από ακατάλληλο άτομο που δεν είναι γνώστης των επίδικων γεγονότων. Επί πλέον, η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο, χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση για το λόγο που δεν ορκίστηκε εκπρόσωπος της Αιτήτριας. Νομική Πτυχή - Κατάληξη Η Αιτήτρια στηρίζει την Αίτηση τόσο στη Σύμβαση της Νέας Υόρκης (Ν. 84/79)όσο και στον Περί Διεθνούς Διαιτησίας Νόμο του 1987 (Ν.101/87). Από τη μαρτυρία που έχει κατατεθεί από την Αιτήτρια, με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση (Βλ. Τεκμήρια 1-4), δεν χωρίς αμφιβολία ότι η Σύμβαση της Νέας Υόρκης, κυρώθηκε τόσο από την Κύπρο όσο και από το Ηνωμένο Βασίλειο και ότι εφαρμόζεται και στις δύο χώρες. Όσον αφορά το Ν.101/87, είναι αρκετό να υποδειχθεί το άρθρο 3
(1)του Νόμου στο οποίο υπάρχει επιφύλαξη υπέρ της εφαρμογής των διμερών ή πολυμερών διακρατικών Συμβάσεων. Δεδομένου ότι η Σύμβαση της Νέας Υόρκης κυρώθηκε και από τα δύο κράτη, οι πρόνοιες της υπερισχύουν του Ν. 101/87. (Βλ. Malachtou v. Armefti
(1987)1 C.L.R. 207). Στην Αίτηση αναφέρεται επίσης ο Νόμος 121
(1)/2000 (Ο Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμος του 2000), ο οποίος, όπως έχει λεχθεί, είναι δικονομικής φύσης και δεν προσθέτει οτιδήποτε στο ουσιαστικό δίκαιο (βλ. Υπουργός Δικαιοσύνης ν. Καραμπατάκη
(2007)1 Α.Α.Δ. 503). Καταλήγω συνεπώς πως η Αίτηση θα τύχει εξέτασης με βάση τις πρόνοιες του Ν.84/79, ο οποίος ενσωματώνει τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης για την Αναγνώριση και Εκτέλεση Διαιτητικών Αποφάσεων. Έχει νομολογηθεί ότι ο ρόλος του Δικαστηρίου σε αιτήσεις για Εγγραφή Διαιτητικών Αποφάσεων είναι εποπτικός και δεν υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Ο Αιτητής οφείλει να παρουσιάσει μαρτυρία προς ικανοποίηση των προϋποθέσεων του Άρθρου ΙV της Σύμβασης. Το Δικαστήριο αφού ικανοποιηθεί για τα προαπαιτούμενα του άρθρου IV, εξετάζει κατά πόσο συντρέχει κάποιος από τους λόγους που δικαιολογεί άρνηση για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Οι λόγοι αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο V της Σύμβασης (βλ. Beogradska Banka D.D.
(1995)1 Α.Α.Δ. 737). Προϋποθέσεις Άρθρου IV του Ν.84/79 Το άρθρο IV διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Άρθρον IV
  1. Προς επίτευξιν της εν τω προηγουμένω άρθρω αναφερομένης αναγνωρίσεως και εκτελέσεως, το αιτούν την αναγνώρισιν και εκτέλεσιν μέρος οφείλει, κατά τον χρόνον της υποβολής της αιτήσεως, να προσκομίση: (α) το δεόντως κεκυρωμένον πρωτότυπον της αποφάσεως ή δεόντως πιστοποιημένον αντίγραφον αυτής∙ (β) το πρωτότυπον της εν άρθρω II αναφερομένης συμφω­νίας ή δεόντως πιστοποιημένον αντίγραφον αυτής.
  2. Εάν η ειρημένη απόφασις ή συμφωνία δεν συνετάχθη εις την επίσημον γλώσσαν της χώρας εις την οποίαν γίνεται επί-κλησις αυτής, το αιτούν την αναγνώρισιν και εκτέλεσιν της αποφάσεως μέρος δέον να προσκόμιση μετάφρασιν των εγ­γράφων τούτων, εις την γλώσσαν ταύτην. Η μετάφρασις δέον να πιστοποιήται υπό επισήμου ή ορκωτού μεταφραστού ή υπό διπλωματικού ή προξενικού αντιπροσώπου.» Εξετάζοντας τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με την Αίτηση, διαπιστώνω, χωρίς αμφιβολία, ότι η Αιτήτρια έχει προσκομίσει τα έγγραφα που απαιτούνται με βάση την πιο πάνω πρόνοια. Η Αιτήτρια κατέθεσε με την αίτηση της δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο της Διαιτητικής Απόφασης με πιστοποιημένη μετάφραση στα Ελληνικά (Τεκμήρια 4 και 5, αντίστοιχα) καθώς και την Πρωτότυπη Συμφωνία Διαιτησίας, η οποία περικλείεται στη συμφωνία εγγύησης (Τεκμήριο 2). Κατέθεσε επίσης πιστοποιημένη μετάφραση της Συμφωνίας Εγγύησης (Τεκμήριο 3) καθώς και πιστοποιημένο αντίγραφο του Σημειώματος Διόρθωσης της Διαιτητικής Απόφασης (Τεκμήριο 6) και πιστοποιημένη μετάφραση (Τεκμήριο 7). Όσον αφορά το ζήτημα κύρωσης της Διαιτητικής Απόφασης χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις υποθέσεις Α. Groutas Co Ltd v. Πεπελάση
(1998)1 Α.Α.Δ. 1675, Βristol Business Corporation v. Besuno Ltd
(2011)1 A.A.Δ. 934 και Nimegan Trading Ltd v. Wigram Inc.
(2009)1 A.A.Δ.
  1. Είναι φανερό πως τα επισυνημμένα με την Αίτηση έγγραφα και μεταφράσεις είναι δεόντως πιστοποιημένα και κυρωμένα, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου IV, όπως έχουν ερμηνευθεί από την πιο πάνω νομολογία. Λόγοι Άρνησης με βάση το άρθρο V της Σύμβασης: Το άρθρο V, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: Άρθρον V
  2. Η αναγνώρισις και εκτέλεσις της αποφάσεως, δύναται να απορριφθή τη αιτήσει του μέρους εναντίον του οποίου γίνεται επίκλησις αυτής, μόνον εάν το εν λόγω μέρος παράσχη εις την αρμοδίαν αρχήν, ενώπιον της οποίας επιζητείται η αναγνώρισις και εκτέλεσις, απόδειξιν ότι: (α) τα μέρη της εν άρθρω II αναφερομένης συμφωνίας διετέλουν, κατά την εφαρμοστέαν επ' αυτών νομοθεσίαν, υπό τινα ανικανότητα, ή ότι η ειρημένη συμφωνία δεν είναι έγκυρος δυνάμει της νομοθεσίας εις την οποίαν τα μέρη έχουν υποβάλει ταύτην ή, εν ελλείψει οιασδήποτε προς τούτο ενδείξεως, δυνάμει της νομοθεσίας της χώρας ένθα εξεδόθη η απόφασις· ή (β) το μέρος εναντίον του οποίου γίνεται επίκλησις της αποφάσεως δεν είχε ειδοποιηθή προσηκόντως περί του διορισμού του διαιτητού ή περί της διαιτητικής διαδικασίας ή άλλως πως δεν ηδυνήθη να παρουσίαση την υπόθεσιν αυτού· ή (γ) η διαιτητική απόφασις πραγματεύεται διαφοράν μη προ-βλεπομένην υπό των όρων, ή μη εμπίπτουσαν εντός των όρων της υποβολής εις διαιτησίαν, ή ότι αύτη περιέχει αποφάσεις επί θεμάτων πέραν των ορίων της υποβολής εις διαιτησίαν νοείται ότι, εάν αι αποφάσεις επί θεμάτων υποβληθέντων εις διαιτησίαν είναι δυνατόν να αποχωρισθούν εκ των μη υποβληθέντων τοιούτων, το μέρος της αποφάσεως το οποίον περιέχει αποφάσεις επί θεμάτων υποβληθέντων εις διαιτησίαν δύναται να αναγνωρισθή και εκτελεσθή· ή (δ) η σύνθεσις της διαιτητικής αρχής ή η διαιτητική διαδικασία δεν ήτο σύμφωνος προς την συμφωνίαν των μερών ή ελλείψει τοιαύτης συμφωνίας, δεν ήτο σύμφωνος προς την νομοθεσίαν της χώρας ένθα έλαβε χώραν η διαιτησία∙ή (ε) η διαιτητική απόφασις δεν κατέστη εισέτι δεσμευτική διά τα μέρη, ή ότι αύτη ηκυρώθη ή ανεστάλη υπό τίνος αρμοδίας αρχής της χώρας εις την οποίαν, ή δυνάμει της νομοθεσίας της οποίας, εξεδόθη η απόφασις.
  3. Η αναγνώρισις και εκτέλεσις διαιτητικής τίνος αποφάσεως δύναται ωσαύτως να απορριφθή εάν η αρμοδία αρχή της χώρας ένθα επιζητείται η αναγνώρισις και εκτέλεσις διαπιστώση ότι - (α) το αντικείμενον της διαφοράς δεν δύναται να διευθετηθή δια διαιτησίας δυνάμει της νομοθεσίας της χώρας ταύτης∙ ή (β) η αναγνώρισις ή εκτέλεσις της αποφάσεως αντίκειται προς την δημοσίαν τάξιν της χώρας ταύτης." Ακολουθεί η εξέταση των πιο πάνω λόγων σε συνάρτηση με τους λόγους ένστασης: (α) Ένορκη δήλωση από πρόσωπο που δεν γνωρίζει τα γεγονότα Με βάση την εισήγηση, η ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση πρέπει να αγνοηθεί επειδή έγινε από δικηγόρο ο οποίος δεν γνωρίζει τα γεγονότα. Η εισήγηση δεν ευσταθεί. Παρόλο που είναι ανεπιθύμητο να ορκίζεται δικηγόρος, δεν δημιουργείται κώλυμα ή ακυρότητα από μόνο το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση γίνεται από δικηγόρο. Όπως υποδείχθηκε και στην υπόθεση Rybolovlev κ.α. v. Rybolovleva
(2010)A.A.Δ. 82, δεν αποκλείεται μια ένορκη δήλωση επειδή απλά ο ομνύων είναι δικηγόρος. Απαιτείται, όμως, να δοθεί κάποια εξήγηση για το λόγο που δεν ορκίζεται ο ίδιος ο διάδικος, εάν ο λόγος δεν είναι εμφανής από τις περιστάσεις της υπόθεσης. Στην εξεταζόμενη υπόθεση, τα γεγονότα που καταθέτει η ενόρκως δηλούσα, στηρίζονται κυρίως στα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Υποδεικνύεται πως η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι προέβη στην ένορκη δήλωση, μετά από εξουσιοδότηση της Αιτήτριας. Σημειώνεται, επίσης, ότι η συμπληρωματική ένορκη δήλωση έγινε από διευθυντή της Αιτήτριας, ο οποίος επιβεβαίωσε τα γεγονότα της υπόθεσης. Ενόψει των ανωτέρω δεν υπάρχει οτιδήποτε μεμπτό στην ένορκη δήλωση. (β) Ανεπαρκής απόδειξη εφαρμογής των Νόμων 84/79 και 121
(1)/2000 και εκτελεστότητα της διαιτητικής απόφασης στην Αγγλία. Όπως υποδείχθηκε πιο πριν, με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχώρισε ο διευθυντής της Αιτήτριας κ. Κ. Κούσιος, έχει καταδειχθεί η εφαρμογή του Ν. 84/79 στην Αγγλία καθώς και το γεγονός ότι η διαιτητική απόφαση είναι εκτελεστή (βλ. Τεκμήρια 1, 2, 3 και 4). Δεν ήταν απαραίτητη η μαρτυρία εμπειρογνώμονα, όπως εισηγήθηκε η συνήγορος της Αιτήτριας, για απόδειξη του στοιχείου της αμοιβαιότητας στην εφαρμογή της Συνθήκης της Νέας Υόρκης. Είναι έκδηλο από την προσαχθείσα μαρτυρία, ότι το Ηνωμένο Βασίλειο υιοθέτησε και εφάρμοσε τη Σύμβαση. Η Καθ'ης, απέτυχε συνεπώς να αποσείσει το βάρος σε σχέση με τους πιο πάνω λόγους ένστασης. (γ) Κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας και πολλαπλότητα διαδικασιών. Οι υπό αναφοράν λόγοι ένστασης συναρτώνται με τη θέση ότι εκκρεμούσε άλλη διαιτητική διαδικασία εναντίον της TS Trading, ενώπιον του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Στοκχόλμης. Όπως διευκρινίστηκε στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του διευθυντή της Αιτήτριας κ. Κ. Κούσιου, η διαιτητική διαδικασία στη Στοκχόλμη στρεφόταν εναντίον άλλης εταιρείας και δεν υπήρχε συνεπώς εμπόδιο για την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης στην Κύπρο, εναντίον της Καθ'ης. Σε κάθε όμως περίπτωση, η διαιτητική διαδικασία στη Στοκχόλμη τερματίστηκε μετά από αίτημα για διακοπή που υπέβαλε η Αιτήτρια , στο οποίο συναίνεσε και η Καθ'ης στη διαδικασία εκείνη (βλ. Τεκμήρια 6-9 Ε/Δ Κ.Κ.). Ενόψει των ανωτέρω, οι ποιο πάνω λόγοι κατέστησαν άνευ αντικειμένου και ορθά εγκαταλείφθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορο της Καθ'ης. Πολύ ορθά, επίσης δεν προωθήθηκαν οι λόγοι ένστασης περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 5
(1)(ε) του Ν. 121
(1)/2000, και για αντίθεση της διαιτητικής απόφασης με τη δημόσια πολιτική. Συνοψίζοντας, καταλήγω ότι, από τη μαρτυρία που προσκόμισε η Αιτήτρια, συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο IV του Ν. 84/79 για την αναγνώριση και εγγραφή της επίδικης διαιτητικής απόφασης. Η Καθ'ης απέτυχε να καταδείξει ότι συντρέχει οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος για την αποτυχία της αίτησης. Η αίτηση κατά συνέπεια επιτυγχάνει. Εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι Α και Β της αίτησης, με έξοδα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ'ης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............. Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.