← Κύπρος

Λάμπρου Α. Ιωαννίδη ν. ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΣΩΝΗ κ.α., Αρ. Αίτησης 178/2015, 4/2/2016

Λάμπρου Α. Ιωαννίδη ν. ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΣΩΝΗ κ.α., Αρ. Αίτησης 178/2015, 4/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης 178/2015 Αναφορικά με τους περί Ελαχίστων Ορίων Αμοιβής των Ασκούντων Δικηγορία Κανονισμούς του 1985 - 2006, άρθρα 14, 16(Α),

(1)-
(3), 17 ΚΑΙ τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, άρθρα 2, 21 και 30 και τον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 31, 32, 33 και 41 για την αίτηση εγγραφής της απόφασης της Επιτροπής Καθορισμού Εξωδικαστηριακής Αμοιβής του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου που εκδόθηκε στις 22/6/2011 στην υπόθεση με αρ. 31/2009, υπέρ του Λάμπρου Α. Ιωαννίδη, Αιτητή, εναντίον του ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΣΩΝΗ και της ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ ΦΥΣΑΚΗ, από την Ελλάδα, Καθ' ων η Αίτηση. Αίτηση υπό του Λάμπρου Α. Ιωαννίδη, από τη Λευκωσία, Αιτητή Ημερομηνία: 4 Φεβρουαρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα Νώρα Τσαρτσάλη για κ. Λάμπρο Α. Ιωαννίδη Για τους Καθ' ων η αίτηση αρ. 1 και 2: κ. Ευτύχιος Πίτρος ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση, ημερομηνίας 22/5/2015, ο Αιτητής αιτείται από το Δικαστήριο: «Α. Διάταγμα με το οποίο η απόφαση της Επιτροπής Καθορισμού Εξωδικαστηριακής Αμοιβής του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου που εκδόθηκε στις 22/6/2011 στην υπόθεση με αρ. 31/2009 υπέρ του Λάμπρου Α. Ιωαννίδη εναντίον του Δημήτρη Τσώνη και της Ευαγγελίας Φυσάκη, από την Ελλάδα, εγγραφεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για σκοπούς εκτέλεσης. Β. Έξοδα της αίτησης, πλέον Φ.Π.Α. (αρ. εγγραφής Φ.Π.Α. 00657227Α).». Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.47, Δ.48 θ.1-9, Δ.64 θ. 1, 2, στους περί Ελαχίστων Ορίων Αμοιβής των Ασκούντων Δικηγορίαν (Εξωδικαστηριακαί Υποθέσεις) Κανονισμούς του 1985 - 2006, άρθρα 14, 16Α
(1)-
(3), 17, στον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, άρθρα 2, 21 και 30, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 31, 32, 33 και 41, στον περί Δικηγόρων Νόμο, Κεφ. 2, άρθρο 24, στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και στις γενικές αρχές και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση (στο εξής «η Ε/Δ»), ημερομηνίας 22/5/2015, του κ. Λάμπρου Ιωαννίδη - Αιτητή, ο οποίος, ως δηλώνει στις παρα. 1 και 2 της Ε/Δ του, είναι εγγεγραμμένος δικηγόρος, ασκεί το δικηγορικό επάγγελμα στη Λευκωσία και γνωρίζει πολύ καλά και προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ειδικότερα꞉ · Όπως αναφέρει στην παρα. 3 της Ε/Δ του ο Αιτητής, με αίτηση που αυτός υπέβαλε στην Επιτροπή Καθορισμού Δικηγορικής Αμοιβής του Παγκυπρίου Δικηγορικού Συλλόγου («η Επιτροπή») στις 30/3/2009, ζήτησε την πιστοποίηση της αμοιβής του σε σχέση με εξωδικαστηριακές εργασίες που αυτός προσέφερε στους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, οι οποίοι διετέλεσαν πελάτες του και είχαν αρνηθεί να καταβάλουν την αμοιβή του. Σημειωτέον ότι οι Καθ' ων 1 και 2 είναι σύζυγοι και διαμένουν και εργάζονται μαζί στην Ελλάδα. · Όπως περιγράφει ο Αιτητής στην παρα. 4 της Ε/Δ του, η Επιτροπή όρισε την Αίτηση με αρ. 31/09 στις 13/1/2009 για ακρόαση και, προς τούτο, έστειλε στον Αιτητή επιστολή ημ. 22/12/
  1. Ακολούθως, ο Αιτητής ενημέρωσε τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 για την ημερομηνία που ορίστηκε η Αίτηση, με διπλοσυστημένη επιστολή ημ. 23/12/2009 που τους έστειλε στην Ελλάδα, τόσο μέσω ταχυδρομείου, όσο και μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, κοινοποιώντας τους συγχρόνως την επιστολή ημ. 22/12/09 της Επιτροπής και τον Κατάλογο Εξωδικαστηριακών υπηρεσιών. Η επιστολή του Αιτητή παραλήφθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, με αποτέλεσμα αυτοί να αναθέσουν την εκπροσώπηση τους στην διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής στους Δικηγόρους Λοττίδης & Λοττίδης. · Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α δέσμη με αντίγραφα των 6 εγγράφων, ήτοι: o της επιστολής της Επιτροπής ημ. 22/12/09, o της διπλοσυστημένης επιστολής του Αιτητή ημ. 23/12/2009 προς τους Καθ' ων η Αίτηση αρ. 1 και 2, o του εντύπου του Ταχυδρομείου της απόδειξης της αποστολής της διπλοσυστημένης επιστολής του Αιτητή, και o τα δύο έντυπα του Ταχυδρομείου της απόδειξης της παραλαβής της και της εξουσιοδότησης του Καθ' ου η Αίτηση 1 στον Δικηγόρο του. · Στην παρα. 5 της Ε/Δ του, ο Αιτητής αναφέρει ότι η Αίτηση ορίστηκε σε διάφορες ημερομηνίες και, σε κάποιο στάδιο, έγινε αλλαγή δικηγόρου και άρχισε να εκπροσωπεί τους Καθ' ων αρ. 1 και 2 το γραφείο του Χρίστου Ιωαννίδη, εκ μέρους του οποίου εμφανιζόταν η δικηγόρος Καλυψώ Θεοχαρίδου. Ο Καθ' ου η Αίτηση 1, εμφανίστηκε ενώπιον της Επιτροπής κατά την ακροαματική διαδικασία και έδωσε μαρτυρία. · Στην παρα. 6 της Ε/Δ του ο Αιτητής αναφέρει ότι στις 22/6/2011 εκδόθηκε η απόφαση της Επιτροπής Καθορισμού Δικηγορικής Αμοιβής («η Επιτροπή») προς όφελος του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση αρ. 1 και 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, για το συνολικό ποσό των €1.821,58 πλέον Φ.Π.Α, πλέον €200 έξοδα της διαδικασίας. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β η Διαιτητική Απόφαση της Επιτροπής. · Όπως εξηγεί στην παρα. 7 της Ε/Δ του ο Αιτητής αυτός κοινοποίησε την Διαιτητική Απόφαση - o προς την Δικηγόρο Καλυψώ Θεοχαρίδου με επιστολή ημ. 17/1/2013, αποστέλλοντάς την στο φαξ της, o στους ίδιους τους Καθ'ων η Αίτηση με επιστολή ημερ. 23/1/2013 αποστέλλοντάς την μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην διεύθυνση tsonisd@sppmedia.com. Όπως, επίσης, αναφέρει ο Αιτητής στην παρα. 7 της Ε/Δ του, ο Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 απάντησε στον Αιτητή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με μήνυμα ημερ. 12/3/2013, στο οποίο ήγειρε διάφορους ανυπόστατους, κατά τον Αιτητή, ισχυρισμούς. Στην ίδια παράγραφο της Ε/Δ του ο Αιτητής αναφέρει ότι στις 9/4/2015 αυτός έστειλε εκ νέου ταχυδρομικώς με συστημένο ταχυδρομείο την Απόφαση της Επιτροπής στους Καθ' ων η Αίτηση αρ. 1 και 2, στη διεύθυνση εργασίας τους, στον κάθε ένα ξεχωριστά. · Επισυνάπτεται, ως Τεκμήριο Γ στην Ε/Δ του Αιτητή, δέσμη με τα πιο πάνω 5 αναφερόμενα έγγραφα, ήτοι꞉ o της επιστολής ημ. 17/1/2013 προς την Δικηγόρο, o της επιστολής ημ. 23/1/2013 προς τους Καθ' ων η Αίτηση, o της επιστολής-απάντησης των Καθ' ων η αίτηση ημ. 12/3/2013 με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, και o των 2 εντύπων του Ταχυδρομείου για τους συστημένους φακέλους. · Εισηγείται ο Αιτητής στην παρα. 8 της Ε/Δ του ότι η προβλεπόμενη από το Νόμο προθεσμία των 21 ημερών για την καταχώρηση έφεσης κατά της «Διαιτητικής» Απόφασης της Επιτροπής έχει προ πολλού παρέλθει και, συνεπώς, αυτή κατέστη τελεσίδικη. Είναι συγχρόνως η θέση του Αιτητή, την οποία διατυπώνει στην παρα. 9 της Ε/Δ του, ότι η Διαιτητική Απόφαση φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και αυτή γνωστοποιήθηκε δεόντως στους Καθ' ων η Αίτηση. Για αυτούς τους λόγους, ο Αιτητής εισηγείται στην παρα. 10 της Ε/Δ του ότι, όπως αυτός ειλικρινά πιστεύει, συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την άμεση έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, τα οποία είναι προς το συμφέρον της δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης, καθ' ότι αποσκοπούν στην έναρξη και προώθηση της διαδικασίας για είσπραξη της οφειλής από τους Καθ' ων η Αίτηση, με πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας και, εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, ο Αιτητής θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά που θα είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ένσταση. Οι Καθ'ων η αίτηση αρ. 1 και 2 ενίστανται στην υπό κρίση αίτηση. Καταχώρησαν Ειδοποίηση περί πρόθεσης Ένστασης στις 25.9.
  2. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, θ.θ 1, στον περί Διαιτησίας Νόμο, άρθρα 1, 2, 3, 4, 7, στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, άρθρο 33(α) παρα. 1, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας Άρθρο 30.1, 2, 3, στον περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012, άρθρο 7
(1),
(2)και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, άρθρο 6
(1). Οι συγκεκριμένοι λόγοι της Ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «
  1. Η διαιτητική απόφαση ημερ. 25/01/2012 δεν εμπίπτει εντός των χρονικών πλαισίων του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 και του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012 και ως εκ τούτου εκδόθηκε παράνομα και/ή παράτυπα.
  2. Η επίδικη υπόθεση υπ' αριθμό 31/2009 ενώπιον της Επιτροπής Καθορισμού Δικηγορικής Αμοιβής στρεφόταν εναντίον των Καθ' ων η αίτηση προσωπικά, ενώ όλες οι οδηγίες προς τον Αίτητη δίνονταν από τον κ. Δημήτρη Τσώνη με την ιδιότητα του ως αξιωματούχος της εταιρείας της οποίας κατείχε, επομένως, παράτυπα και αντινομικά ο αίτητης στράφηκε με την υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο υπόθεση εναντίον των Καθ' ων η αίτηση. Λεπτομέρειες θα δοθούν κατά τη δικάσιμο.
  3. Η διαιτητική απόφαση δε δικαιολογείται από τα γεγονότα και δεν ικανοποιεί τις πρόνοιες των Νόμων και των Κανονισμών.
  4. Ο αίτητης στην Ένορκη Δήλωση του ημερ. 02/05/15, άλλα και στην επίδικη υπόθεση υπ' αριθμό 31/2009 κακόπιστα επικαλέστηκε ανυπόστατους ισχυρισμούς και/ή απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα.
  5. Η εν λόγω διαιτητική απόφαση λήφθηκε για ένα γεγονός και/ή συμβάν, το οποίο αποτέλεσε την βάση αγωγής το οποίο επισυνέβηκε κατά και/ή περί το 2001, δηλαδή 8 ολόκληρα χρόνια πριν.
  6. Η εν λόγω διαιτητική απόφαση δεν μπορεί να εγγραφεί καθώς έχουν παρέλθει 3 και πλέον χρόνια από την ημερομηνία έκδοσης της όπως προνοείται στο αρ. 7
(1)και
(2)του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του
  1. Με την εν λόγω αίτηση καταπατούνται παράφορα τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση τα οποία πηγάζουν από το Άρθρο 30 του Συντάγματος και το Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για δίκη εντός ευλόγου χρόνου.
  1. Η επίδικη απόφαση αναφέρεται σε χρεώσεις του Αιτητή οι οποίες έγιναν για την σύνταξη αγοροπωλητήριου εγγράφου, ήτοι για υποτιθέμενες εργασίες. Οι Καθ' ων η αίτηση στην προκειμένη ήταν οι πωλητές. Οι δικηγόροι των αγοραστών ανέλαβαν την σύνταξη του επίδικου εγγράφου οι οποίοι και πληρώθηκαν.
  2. Ο αίτητης αναφέρει ανυπόστατους ισχυρισμούς ότι δεν γνώριζε που βρίσκονταν οι Καθ' ων η αίτηση, γι' αυτό και καθυστέρησε να υποβάλει την εν λόγω επίδικη υπόθεση ενώπιον της Επιτροπής Καθορισμού Εξωδικαστηριακής Αμοιβής του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου. Λόγω της εργασίας του Καθ' ου η αίτηση 1, ήταν πολύ εύκολο και/ή αναμενόμενο να βρισκόταν ο χώρος εργασίας του, στον οποίο μπορούσε να γίνει μία καλή επίδοση και/ή ειδοποίηση της εν λόγω υπόθεσης.
  3. Καμία οφειλή από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση υπάρχει, αφού η σχέση του αίτητη και των Καθ' ων η αίτηση αφορούσε ανταλλαγή υπηρεσιών, πράγμα το οποίο αποδεικνύει και πως ο Καθ' ου η αίτηση ενεργούσε ως νομικό πρόσωπο και όχι ως φυσικό.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση των Καθ' ων αρ. 1 και 2 στην υπό κρίση αίτηση εκτίθενται στην Ε/Δ του κ. Δημήτρη Τσώνη, ημερ. 22.9.2015, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτω πιο κάτω αυτούσιο꞉ «
  4. Είμαι ο Καθ' ου η αίτηση 1 στην υπό τον ανωτέρω αριθμό και τίτλο αίτηση, γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης γι' αυτό και προβαίνω στην παρούσα ένορκη δήλωση.
  5. Ο αιτητής δεν ήρθε στο δικαστήριο με καθαρά χέρια καθ' ότι εξασφάλισε την απόφαση ημερ. 22/06/2015 αποκρύβοντας ουσιώδη γεγονότα από την επιτροπή.
  6. Εξ όσων γνωρίζω και πιστεύω η παρούσα ένορκη δήλωση υποβάλλεται προς υποστήριξη της ειδοποίησης περί προθέσεως ένστασης στην αίτηση ημερ. 22/05/2015 και ορισμένης 25/09/2015, του αιτητή, με την οποία ζητείται άδεια και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου για εγγραφή και εκτέλεση στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ληφθείσας διαιτητικής απόφασης ημερ.22/06/
  7. Εξ όσων γνωρίζω κατά και/ή περί τις 22/06/2011 λήφθηκε απόφαση στην υπόθεση υπ' αριθμό 31/2009 ενώπιον της Επιτροπής Καθορισμού Εξωδικαστηριακής Αμοιβής υπέρ του κ. Λάμπρου Ιωαννίδη, αιτητή. Στην εν λόγω δικαστική διαδικασία εκπροσωπούμουν από την πρώην δικηγόρο μου.
  8. Περί και/ή κατά το 2001 μέχρι το 2005 συμβουλευόμουν τον αιτητή για διάφορα νομικά θέματα τα οποία αφορούσαν την εταιρεία την οποία κατείχα με την σύζυγο μου, Καθ' ου η αίτηση 2 και είχαμε συμφωνήσει όπως θα ανταλλάσαμε υπηρεσίες για τυχόν οφειλές οι οποίες θα προέκυπταν. Δηλαδή, θα μου παρείχε νομικές συμβουλές και εγώ όπως και η εταιρεία μας στην οποία ήμασταν διευθυντές, θα παρείχε σε αυτόν και τη σύζυγο του υπηρεσίες κομμωτικής και αισθητικής δια μέσου της εταιρείας μας, πράγμα το οποίο και συνέβαινε.
  9. Εξ όσων γνωρίζω η απόφαση ημερ. 22/06/2011 λήφθηκε για αμοιβή και/ή οφειλή μου για την σύνταξη αγορωπωλητήριου εγγράφου το οποίο έγινε το
  10. Είχαν παρέλθει 8 χρόνια από αυτό το γεγονός και σε διάφορες επικοινωνίες που είχα μαζί με τον αίτητη για κάποια άλλα νομικά θέματα μου είχε αναφέρει ότι δεν του οφείλω κανένα ποσό αφού δεν σύνταξε ο ίδιος το αγορωπωλητήριο έγγραφο.
  11. Περαιτέρω εξ' όσων γνωρίζω και πιστεύω η παρέλευση 8 χρόνων από τη βάση αγωγής δεν νομιμοποιεί τον αίτητη για την καταχώρηση και της παρούσας αίτησης αλλά και της επίδικης απόφασης ημερ.22/06/2011 στην υπόθεση υπ' αριθμό 31/
  12. Το μεγάλο αυτό χρονικό διάστημα δεν μπορεί να αναφερθεί και/ή δικαιολογηθεί ως εύλογος χρόνος. Κατά συνέπεια η απόφαση ημερ. 22/06/11 λήφθηκε κατά παράβαση των ισχυόντων Νόμων και Κανονισμών.
  13. Εξ όσων γνωρίζω η επίδικη υπόθεση υπ' αριθμό 31/2009 ενώπιον της Επιτροπής Καθορισμού Δικηγορικής Αμοιβής στρεφόταν εναντίον εμού και της συζύγου μου, ενώ όλες οι οδηγίες και/ή νομικές συμβουλές ζητούνταν από την εταιρεία, οι οδηγίες αυτές δίνονταν στην εταιρεία, τις οποίες ζητούσα από τον αίτητη αφορούσαν την εταιρεία μου και δεν δινόταν προσωπικά. Ο αίτητης έπρεπε να στραφεί εναντίον της εταιρείας και όχι εναντίον εμένα και/ή της συζύγου μου προσωπικά. Εξ' ου και η συμφωνία μας για ανταλλαγή υπηρεσιών.
  14. Εξ όσων γνωρίζω προσωπικά η σύζυγος του αίτητη απολάμβανε τις υπηρεσίες μας που αφορούσαν κομμωτική και αισθητική και ουδεμία φορά δεν είχε πληρώσει κανένα ποσό για τις προσφερόμενες αυτές υπηρεσίες που ανέρχονταν στο ποσό των ΛΚ910,
  15. Εξ όσων γνωρίζω ο αίτητης στην ένορκη του δήλωση ημερ. 02/05/2015 επικαλείται γεγονότα τα οποία δεν ισχύουν αλλά και ανυπόστατους ισχυρισμούς. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι ο λόγος καθυστέρησης υποβολής του καταλόγου εξόδων εναπόκειται στο ότι η διεύθυνση μου δεν μπορούσε να γίνει γνωστή. Προς αντίκρουση το λεγόμενων του αναφέρω ότι από το 2003 μέχρι το 2014 εργαζόμουν στο radio deejay και παρουσίαζα το "breakfast show" 7 με 10 το πρωί. Αν ήθελε και/ή επιθυμούσε να μου αποστείλει οτιδήποτε έγγραφα εξ όσων γνωρίζω καλή επίδοση είναι και η επίδοση στο χώρο εργασίας.
  16. Εξ όσων γνωρίζω και πιστεύω ο αίτητης κακόβουλα και με δόλιο τρόπο δεν επικοινώνησε μαζί μου μετά την σύνταξη και/ή έκδοση της απόφασης για το λόγο ότι περίμενε να παρέλθει ο χρόνος των 21 ημερών, χρόνος στον οποίο θα μπορούσα να καταχωρήσω την έφεση μου. Ο αίτητης συγκεκριμένα επικοινώνησε μαζί μου και με τη πρώην δικηγόρο μου κατά/περί το 2013, ένα χρόνο μετά την έκδοση της απόφασης.
  17. Εξ όσων γνωρίζω και πιστεύω η απόφαση ημερ. 22/06/2011 επιδίκασε το ποσό των €1.821,58 και 15% Φ.Π.Α ΚΑΙ €200 έξοδα διαδικασίας για το αγορωπολητήριο έγγραφο που έγινε το 2001 και δεν συντάχθηκε από τον ίδιο τον αίτητη αλλά από τους δικηγόρους των αγοραστών. Ο αιτητής προωθεί την αίτηση καταχρηστικά αφού δεν είχε υπογραφεί ούτε διοριστήριο αλλά και ούτε είχε λάβει οδηγίες από εμένα για την σύνταξη του αγοραπωλητήριου εγγράφου.
  18. Εξ όσων γνωρίζω και πιστεύω αν η απόφαση ημερ. 22/06/2012 αποδειχτεί ως ορθή και πάλι δεν δικαιολογείται η καταχώρηση αίτησης για εγγραφή της, αφού εξ' όσων με ενημερώνουν οι δικηγόροι μου για οφειλές σε κάποια κατηγορία επαγγελμάτων, όπως του δικηγορικού επαγγέλματος δεν μπορούν να εξασφαλιστούν και/ή ζητηθούν οι όφειλες μετά την παρέλευση των 3 χρόνων.
  19. Για τους πιο πάνω λόγους με την ειδοποίηση της ένστασης μου στην αίτηση με τον υπό τον άνω αριθμό και τίτλο ενίσταμαι στην άδεια για έγγραφη και εκτέλεση της εν λόγω διαιτητικής απόφασης αφού έχουν παραβιαστεί "κατάφορα τα συνταγματικά δικαιώματα μου.
  20. Απ' όσα γνωρίζω, πιστεύω και πληροφορούμαι, ενόψει των ανωτέρω, πιστεύω ότι είναι δίκαιο και/ή εύλογο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να μην εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα του Αιτητή. Εξ όσων γνωρίζω και εξ' όσων με πληροφορούν οι δικηγόροι μου, στο Σεβαστό σας Δικαστήριο εμπίπτει η εξουσία να μην επιτρέψει την έγγραφη και/ή εκτέλεση της εν λόγω διαιτητής απόφασης.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Νομική πτυχή και εκτίμηση Δικαστηρίου. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων, τις οποίες είχα την ευκαιρία να μελετήσω. Θα αναφερθώ στις εκατέρωθεν προωθηθείσες νομικές εισηγήσεις καθώς θα παραθέτω πιο κάτω τη δικαστική μου εκτίμηση. Προκειμένου να διαμορφώσω δικαστική κρίση για το κατά πόσο ευσταθούν οι ανωτέρω λόγοι ένστασης, έκρινα αναγκαίο να υπεισέλθω προηγουμένως σε ανάλυση του νομοθετικού πλαισίου επί του οποίου εδράζεται η αίτηση και της ερμηνείας που αποδόθηκε στο πλαίσιο αυτό νομολογιακά. Κατ' αρχάς, η υπό κρίση αίτηση εδράζεται επί της Δ.47 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προβλέπει ότι: «Οποτεδήποτε υπάρχει πρόνοια σε οιονδήποτε Νόμο που καθιστά ικανή την επιβολή υπό ενός Δικαστηρίου ενός διατάγματος που γίνεται σύμφωνα με το Νόμο, ή τη μετακίνηση τέτοιου διατάγματος σε ένα Δικαστήριο για επιβολή, μπορεί να γίνει μονομερώς (ex parte) αίτηση στο Δικαστήριο ή Δικαστή για καταχώρηση του διατάγματος στα βιβλία διαταγμάτων του Δικαστηρίου και κατόπιν τούτου, αφού δοθεί άδεια, το διάταγμα που πρόκειται να εφαρμοσθεί μπορεί να καταχωρηθεί στο βιβλίο πολιτικών διαταγμάτων σε περίπτωση διατάγματος που μετακινείται στο Ανώτατο Δικαστήριο και στο βιβλίο διαταγμάτων για πρωτογενείς αιτήσεις στην περίπτωση διατάγματος που θα μετακινηθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο.». Στην προκειμένη περίπτωση, ο Αιτητής επικαλείται την πρόνοια του κανονισμού 16Α των περί Ελαχίστων Ορίων Αμοιβής των Ασκούντων Δικηγορίαν (Εξωδικαστηριακαί Υποθέσεις) Κανονισμών του 1985, όπως τροποποιήθηκαν με την Κ.Δ.Π.279/99, ως νομική βάση για τη μετακίνηση της προς όφελός του εκδοθείσας απόφασης από την Επιτροπή Καθορισμού Εξωδικαστηριακής Αμοιβής του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου στο παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο για να καταχωρηθεί και εγγραφεί στο βιβλίο διαταγμάτων για πρωτογενείς αιτήσεις, με σκοπό να προβεί στη συνέχεια στη λήψη μέτρων εκτέλεσης της απόφασης αυτής ως δικαστικής απόφασης. · Αναφορικά με το νομοθετικό πλαίσιο ίδρυσης και λειτουργίας της Επιτροπής Καθορισμού Δικηγορικής Αμοιβής. Παραθέτω πιο αναλυτικά το νομοθετικό πλαίσιο εντός του οποίου θα πρέπει να διαβάζεται ο κανονισμός 16Α του οποίου γίνεται επίκληση από τον Αιτητή. Αφετηρία αποτελεί ο περί Δικηγόρων Νόμος, Κεφ. 2, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε με το άρθρο 7(α) του Ν.98/84, ο οποίος προβλέπει, στο άρθρο 24
(1)(ια) αυτού, ότι το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου έχει, μεταξύ άλλων, την εξουσία «(ια) να καθορίζει τις αμοιβές των δικηγόρων για εξωδικαστηριακές υποθέσεις» και έχει, περαιτέρω, την εξουσία, δυνάμει της παραγράφου (ιβ) του ιδίου εδαφίου, «(ιβ) να εκδίδει κανονισμούς που να ρυθμίζουν και να καθορίζουν οποιοδήποτε από τα πιο πάνω θέματα, υπό την επιφύλαξη ότι οι κανονισμοί αυτοί θα εγκριθούν από την πλειοψηφία της γενικής συνέλευσης των δικηγόρων». Από το προοίμιο των εκδοθέντων Κανονισμών προκύπτει ότι το Παγκύπριο Δικηγορικό Συμβούλιο άσκησε πράγματι την εξουσία που του παρέχει το άρθρο 24
(1)(ιβ) του Κεφ. 2 και εξέδωσε κανονισμούς για τη ρύθμιση του καθορισμού της αμοιβής των δικηγόρων για εξωδικαστηριακές αποφάσεις δυνάμει του άρθρου 24
(1)(ια) του Κεφ.
  1. Οι κανονισμοί αυτοί, οι οποίοι τιτλοφορούνται «οι περί Ελαχίστων Ορίων Αμοιβής των Ασκούντων Δικηγορία (Εξωδικαστηριακές Υποθέσεις) Κανονισμοί του 1985 (στο εξής οι βασικοί κανονισμοί»), εγκρίθηκαν στις 16.1.1985 από τη Γενική Συνέλευση του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και ακολούθως δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας (βλ. την Κ.Δ.Π. 82/85). Έκτοτε, οι εν λόγω Κανονισμοί τροποποιήθηκαν αρκετές φορές, μεταξύ άλλων με την ΚΔΠ 167/
  2. Όπως διευκρινίζεται στον Κανονισμό 3 της ΚΔΠ 167/2006, οι εν λόγω Κανονισμοί εφαρμόζονται μόνο για παροχή υπηρεσιών από δικηγόρους, για την αμοιβή των οποίων δεν υπάρχει καμιά πρόνοια σε οποιουσδήποτε Διαδικαστικούς Κανονισμούς που εκδόθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο και περιλαμβάνει Αστικές και Ποινικές Διαδικασίες. Οι εν λόγω Κανονισμοί διαλαμβάνουν τα εξής: · Στο Μέρος ΙΙ καθορίζονται τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των δικηγόρων αναφορικά με την επιβολή δικηγορικής αμοιβής, · στο Μέρος ΙΙΙ ρυθμίζεται ο τρόπος καθορισμού του ύψους του ελάχιστου ποσού της αμοιβής, · στο Μέρος ΙV καθορίζεται η διαδικασία πιστοποίησης της αμοιβής δικηγόρου από το Παγκύπριο Δικηγορικό Συμβούλιο και στο ίδιο Μέρος προβλέπεται η ίδρυση Επιτροπής Καθορισμού Δικηγορικής Αμοιβής του Παγκυπρίου Δικηγορικού Συμβουλίου, · στο Μέρος V καθορίζεται ο τύπος διορισμού δικηγόρου για εξωδικαστηριακή υπόθεση, και τέλος · στο Μέρος VΙ καθορίζονται τα στοιχεία που πρέπει να φέρει κάθε έγγραφο που συντάσσεται για εξωδικαστηριακή υπόθεση. Αυτό που ενδιαφέρει στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης είναι το κανονιστικό πλαίσιο που θεσπίζουν οι Κανονισμοί 14, 15 και 16 των εν λόγω Κανονισμών οι οποίοι εμπίπτουν στο Μέρος ΙV. Ο Κανονισμός 14
(1)προβλέπει ότι꞉ «
(1)Κάθε δικηγόρος δύναται να ζητήσει πιστοποίηση της αμοιβής του από το Παγκύπριο Δικηγορικό Συμβούλιο.». Ο Κανονισμός 15 προβλέπει ότι꞉ «Το Παγκύπριο Δικηγορικό Συμβούλιο οφείλει όπως απαντήσει στην αξίωση του δικηγόρου για πιστοποίηση της αμοιβής του το αργότερο εντός σαράντα πέντε ημερών, από την παράδοση των, όπως αναφέρεται στον προηγούμενο κανονισμό, αναγκαίων εγγράφων.». Ο Κανονισμός 16 προβλέπει ότι: «16.-
(1)Για σκοπούς διευκόλυνσης της εφαρμογής των παρόντων Κανονισμών ιδρύεται Επιτροπή Καθορισμού Δικηγορικής Αμοιβής του Παγκύπριου Δικηγορικού Συμβουλίου.
(2)Η πιο πάνω Επιτροπή αποτελείται από τρεις δικηγόρους, οι δύο από τους οποίους πρέπει να έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον δεκαπενταετή άσκηση του επαγγέλματος.
(3)Τα μέλη της πιο πάνω Επιτροπής εκλέγονται από το Συμβούλιο από το σύνολο τ ου Δικηγορικού Σώματος για περίοδο θητείας ενός έτους.». Το ζήτημα της νομικής ισχύος των αποφάσεων που εκδίδει η προβλεπόμενη στον Κανονισμό 16 πιο πάνω Επιτροπή, διέπεται από τις διατάξεις του Κανονισμού 16Α των ιδίων Κανονισμών ο οποίος προβλέπει ότι: «16A.-
(1)Οι αποφάσεις της Επιτροπής αυτής υπέχουν θέση Διαιτητικών αποφάσεων ή αποφάσεων Διαιτητού και οιοσδήποτε από τους διαδίκους έχει το δικαίωμα να ζητήσει με αίτηση του στο Επαρχιακό Δικαστήριο την εγγραφή τους και επίσης όπως αυτές εκτλεστούν με την προβλεπόμενη διαδικασία και τους τρόπους εκτέλεσης, όπως ισχύει και στις άλλες αποφάσεις των Επαρχιακών Δικαστηρίων.
(2)Οι αποφάσεις της Επιτροπής Εξωδικαστηριακής Αμοιβής θα είναι τοκοφόρες και η Επιτροπή θα έχει δικαίωμα να διατάξει όπως επιδικασθούν και τόκοι στο ψηφισθέν ποσόν ως ο εκάστοτε ισχύων περί τόκου Νόμος της Δημοκρατίας και όπως ακριβώς οι δικαστικές αποφάσεις.
(3)Η Επιτροπή έχει το δικαίωμα όπως διατάξει οποιοδήποτε από τους διαδίκους να πληρώσει τα έξοδα της ενώπιον της διαδικασίας, καθώς επίσης να επιδικάσει έξοδα για οιονδήποτε περαιτέρω ή επιπλέον εργασία.». Σε συνέχεια των πιο πάνω διατάξεων, ο Κανονισμός 17 προβλέπει ότι꞉ «17. Κάθε πελάτης δικηγόρου αποκτά τα ίδια δικαιώματα και υπόκειται στις ίδιες υποχρεώσεις όπως και ο δικηγόρος του, αναφορικά με την πιστοποίηση οποιασδήποτε αμοιβής που έχει καταβληθεί ή θα καταβληθεί από αυτό στο δικηγόρο του, δυνάμει των παρόντων Κανονισμών.». Πράγματι, διαπιστώνω ότι, η μελέτη του πιο πάνω παρατιθέμενου νομικού πλαισίου, εντός του οποίου η Επιτροπή Καθορισμού Δικηγορικής Αμοιβής του Παγκύπριου Δικηγορικού Συμβουλίου εκδίδει τις αποφάσεις της, φανερώνει ότι ο Κανονισμός 16Α
(1)αποτελεί κανονιστική διάταξη, βάσει της οποίας οι αποφάσεις της εν λόγω Επιτροπής - (α) είναι ικανές να επιβληθούν από Δικαστήριο και (β) μπορούν προς τούτο να μετακινηθούν σε Δικαστήριο για να τις καταχωρήσει ως Δικαστικές αποφάσεις και να τις επιβάλει. Επομένως, κατ' επέκταση, η υπο κρίση αίτηση κατάλληλα υποβλήθηκε στο παρόν Δικαστήριο δυνάμει της Δ.47 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας σε συνδυασμό με τον Κανονισμό 16Α της ΚΔΠ 82/
  1. Αναφορικά με την ερμηνεία που αποδόθηκε νομολογιακά στη φράση ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής «υπέχουν θέση Διαιτητικών αποφάσεων». Παρά το ότι η προπαρατεθείσα Δ.47 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί για τη δυνατότητα υποβολής μονομερούς αίτησης από τον ενδιαφερόμενο διάδικο για σκοπούς καταχώρησης και εγγραφής της απόφασης που είναι ικανή να επιβληθεί υπό Δικαστηρίου, εντούτοις στην παρούσα υπόθεση ο Αιτητής επέλεξε να καταχωρήσει αίτηση δια κλήσεως, με το σκεπτικό, όπως αποκαλύπτεται στη γραπτή αγόρευση προς υποστήριξη της αίτησής του με παραπομπή στην απόφαση ημερ. 20.6.2014 στην Πολιτική Έφεση αρ. 87/11, Μανώλης Χριστοφή και Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών, ότι πρόκειται για «Διαιτητική απόφαση» και ότι τυγχάνουν εφαρμογής νομολογιακοί κανόνες ανάλογοι προς εκείνους που ισχύουν για τις αιτήσεις εγγραφής διαιτητικών αποφάσεων και οι οποίοι απαιτούν να επιδίδεται η αίτηση εγγραφής διαιτητικής απόφασης στο πρόσωπο προς το οποίο αφορά η διαιτητική απόφαση. Είναι με το ίδιο πνεύμα που, τόσο στον τίτλο της αίτησης όσο και στο σώμα αυτής, ο Αιτητής επικαλείται ως νομική βάση το άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, το οποίο προβλέπει ότι꞉ «
  2. Διαιτητική απόφαση που εκδίδεται με βάση συνυποσχετικό δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου, να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως δικαστική απόφαση ή διάταγμα με την ίδια ισχύ και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής απόφασης.». Κρίνω πως, ενόψει του ανωτέρω χειρισμού εκ μέρους του Αιτητή, είναι σημαντικό να διευκρινισθεί πως ακριβώς ερμηνεύθηκε δικαστικά η χρήση της φράσης στον Κανονισμό 16Α
(1)ότι «Οι αποφάσεις της Επιτροπής αυτής υπέχουν θέση Διαιτητικών αποφάσεων ή αποφάσεων Διαιτητού». Η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα βοηθήσει να γίνει κατανοητό αν και σε ποιο βαθμό δύνανται να τύχουν εφαρμογής οι πρόνοιες του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, αναφορικά με τις αποφάσεις της εν λόγω Επιτροπής. Το θέμα εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ως Εφετείο υπό τριμελή σύνθεση (Νικολάου, Γαβριηλίδης, Παπαδοπούλου, Δ/στες) στην απόφασή του, ημερ. 28.2.2005, Μοντάνιος & Μοντάνιος ν 1. Αρτέμιδος Κωνσταντίνου Τουμαζή κ.α.
(2005)1Α Α.Α.Δ. 333, όπου αποφάνθηκε ότι꞉ «Η κατάληξη, όμως, ότι ο Κανονισμός 16(Α) αναφέρεται μόνο στην εγγραφή και εκτέλεση των αποφάσεων της Επιτροπής είναι ορθή. Ο Κανονισμός, με σαφήνεια, προσδιορίζει τα ζητήματα που ρυθμίζει. Ο τίτλος του Κανονισμού 16(Α) είναι ενδεικτικός σε ό,τι ο νομοθέτης ήθελε να ρυθμίσει. Εάν σκοπός του νομοθέτη ήταν οι αποφάσεις της Επιτροπής να υπέχουν θέση αποφάσεων κατ' εφαρμογή του ΚΕΦ. 4 και του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, (Ν. 14/60), δεν υπήρχε λόγος αναφοράς μόνο σε εγγραφή και εκτέλεση των αποφάσεων.». Με βάση την πιο πάνω ερμηνευτική προσέγγισή του, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε στην προμνησθείσα υπόθεση ότι δεν θα μπορούσε να επιτύχει η έφεση κατά της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο απέρριψε την αίτηση παραμερισμού απόφασης που είχε εκδώσει η Επιτροπή Καθορισμού Δικηγορικής Αμοιβής του Παγκύπριου Δικηγορικού Συμβουλίου και η οποία αίτηση είχε στηριχθεί νομικά στο άρθρο 20 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, το οποίο παρέχει δικαιοδοσία στο δικαστήριο για παραμερισμό απόφασης διαιτητή όταν ο διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή διεξήγαγε παράτυπα τη διαιτησία ή εξέδωσε παράτυπα τη διαιτητική απόφαση. Εξάγεται από την πιο πάνω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι, εφόσον στο λεκτικό του Kανονισμού 16A της ΚΔΠ 82/85, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε, δεν έγινε ρητή παραπομπή στις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, οι διατάξεις του εν λόγω Νόμου δεν δύνανται να τύχουν αυτόματα εφαρμογής ως εκ της χρήσης στον Κανονισμό 16Α
(1)της φράσης ότι «Οι αποφάσεις της Επιτροπής αυτής υπέχουν θέση Διαιτητικών αποφάσεων ή αποφάσεων Διαιτητού». Η επίκληση του άρθρου 21 του Κεφ.4 στην υπό κρίση αίτηση είναι ακατάλληλη ή και εκ του περισσού υπό το φως της προπαρατεθείσας ανάλυσης. Αρκετή είναι η επίκληση της Δ.47 σε συνδυασμό με τον κανονισμό 16Α της ΚΔΠ 82/85, ανωτέρω. Ακατάλληλη θα ήταν στη βάση της ίδιας νομικής ανάλυσης τυχόν αίτηση υπό των Καθ' ων αρ. 1 και 2 για ακύρωση ή παραμερισμό της απόφασης της Επιτροπής κατ' επίκληση του άρθρου 20 του Κεφ. 4. Συγχρόνως, όμως, το επιχείρημα του Αιτητή στην παρα. 8 της Ε/Δ του που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, ότι «η προβλεπόμενη από το Νόμο προθεσμία των 21 ημερών για την καταχώρηση έφεσης κατά της Διαιτητικής Απόφασης έχει προ πολλού παρέλθει και, συνεπώς, αυτή κατέστη τελεσίδικη», δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται σε οποιαδήποτε σχετική διάταξη Νόμου. Ούτε ο περί Δικηγόρων Νόμος, Κεφ. 2, ούτε οι περί Ελαχίστων Ορίων Αμοιβής των Ασκούντων Δικηγορία (Εξωδικαστηριακές Υποθέσεις) Κανονισμοί του 1985, όπως έκτοτε τροποποιήθηκαν, έχουν προβλέψει για δικαίωμα καταχώρησης έφεσης ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου κατά των αποφάσεων της Επιτροπής και κατ' επέκταση δεν προδιαγραφεί ούτε χρονικός περιορισμός για καταχώρηση έφεσης, μη υπάρχοντος δικαιώματος σε έφεση. Όταν ο Αιτητής αναφερόταν στην παρα. 8 της Ε/Δ του, σε δικαίωμα έφεσης και/ή σε προθεσμία 21 ημερών για την καταχώρησή της, είναι προφανές από τη νομολογία στην οποία παραπέμπει μέσα από τη γραπτή αγόρευση ότι είχε κατά νου το άρθρο 52
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν.22/85, ο οποίος αποτελεί ειδικό νόμο που ρυθμίζει τη διαδικασία διαιτησίας αναφορικά με διαφορές μεταξύ συνεργατικών εταιρειών και των μελών τους και ο οποίος Νόμος επ' ουδενί λόγο δεν εφαρμόζεται αναφορικά με διαφορές μεταξύ δικηγόρων και των πελατών τους για αμοιβή περί εξωδικαστηριακών υπηρεσιών. Επομένως, δεν παρέχεται δικαίωμα έφεσης κατά την ουσίας της απόφασης της Επιτροπής και δεν μπορεί να λεχθεί, στη βάση της επιχειρηματολογίας του Αιτητή, ότι η απόφαση της Επιτροπής κατέστη τελεσίδικη επί τω ότι δεν ασκήθηκε έφεση κατά αυτής. Το ερώτημα που αναφύεται είναι κατά πόσον οι αποφάσεις της Επιτροπής παραμένουν ανέλεγκτες επί της ουσίας τους. Επί του ζητήματος αυτού, η άποψη που έχω σχηματίσει από μελέτη της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Αίτηση αρ. 64/2007, στην οποία αναφέρομαι πιο κάτω, είναι ότι υπάρχει περιθώριο ουσιαστικού ελέγχου των αποφάσεων της Επιτροπής κατά το στάδιο που εκκρεμεί αίτηση για την εγγραφή της ως δικαστικής απόφασης. · Ποιο το εύρος του δικαστικού ελέγχου που δύναται να ασκηθεί στο πλαίσιο αίτησης για εγγραφή της απόφασης της Επιτροπής. Η Πολιτική Αίτηση αρ. 64/2007 αφορούσε αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorary προς ακύρωση απόφασης της Επιτροπής Καθορισμού Δικηγορικής Αμοιβής, η οποία αίτηση καταχωρήθηκε ευθύς μετά που εκδόθηκε η απόφαση της εν λόγω Επιτροπής και προτού υποβληθεί αίτηση για εγγραφή της σε Επαρχιακό Δικαστήριο ως δικαστικής απόφασης. Η αίτηση απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ως πρόωρη, με σκεπτικό που διευκρινίζει περαιτέρω το νομικό καθεστώς των αποφάσεων της Επιτροπής. Συγκεκριμένα, με απόφαση, ημερ. 14.3.2008, στην Πολιτική Αίτηση αρ. 64/2007, 1. Cyllenius Holdings Ltd και Άλλων
(2008)1 AAA 272, η οποία εκδόθηκε υπό μονομελή σύνθεση από τον Αρτέμη, Δ., (όπως ήταν τότε), διευκρινίστηκε ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής δεν αποτελούν οριστικές και τελικές πράξεις, υπό την έννοια ότι δεν καθορίζουν ή επηρεάζουν τελεσίδικα τα δικαιώματα των διαδίκων. Η τελική πράξη είναι η εγγραφή των αποφάσεών της. Με το ίδιο σκεπτικό, το Δικαστήριο στη Cyllenius Holdings Ltd έκρινε ότι, το γεγονός ότι, με βάση την προμνησθείσα απόφαση Μοντάνιος & Μοντάνιος, δεν ισχύουν - προκειμένου περί αποφάσεων της εν λόγω Επιτροπής - οι πρόνοιες του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 που αφορούν τον παραμερισμό Διαιτητικής απόφασης, «δεν αποκλείει το Δικαστήριο, ασχέτως των προνοιών αυτών και χωρίς να βασίζεται σε αυτές, να κρίνει κατά πόσο θα πρέπει να εγγραφεί ή όχι η απόφαση». Το Δικαστήριο εξέφρασε συγχρόνως την άποψη ότι στο πλαίσιο του δικαστικού ελέγχου που χωρεί στο στάδιο αίτησης για εγγραφή απόφασης της Επιτροπής, οι Καθ'ων η αίτηση μπορούν να εμφανιστούν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου και η εμφάνιση τους αυτή δεν θα είναι τυπική, αλλά θα μπορούν να προβάλουν όλα τα επιχειρήματά τους και τους ισχυρισμούς τους για παρανομία, τόσον όσον αφορά τις συνταγματικές πρόνοιες στις οποίες βασίζουν τη θέση τους όσο και τον ισχυρισμό για ακυρότητα των κανονισμών. Σε τέτοια περίπτωση, εάν το Επαρχιακό Δικαστήριο απέρριπτε ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς, τότε μόνον θα μπορούσε να εγγράψει την απόφαση. Υπό το φως της καθοδήγησης που παρέχει η απόφαση στη Cyllenius Holdings Ltd, θα προχωρήσω να εξετάσω τους λόγους ένστασης στην εγγραφή της επίδικης απόφασης της Επιτροπής ως δικογραφήθηκαν στην Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης. · Επί της ουσίας των λόγων ένστασης. Προτού ασχοληθώ με όσους λόγους ένστασης δικογραφήθηκαν δεόντως, δράττομαι της ευκαιρίας αυτής να παρατηρήσω ότι, επιπλέον λόγος ένστασης που επιχειρήθηκε από το συνήγορο των Καθ' ων αρ. 1 και 2 να εισαχθεί και/ή εγερθεί μέσω της γραπτής του αγόρευσης, δεν δύναται να εξετασθεί από το Δικαστήριο εφόσον δεν δικογραφήθηκε στην προαναφερθείσα Ειδοποίηση. Αναφέρομαι συγκεκριμένα, στον ισχυρισμό ότι η Ένορκη Δήλωση, ημερ. 22/05/2015, η οποία συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση είναι αντινομική και παράνομη, γιατί ο δικηγόρος ο οποίος καταχωρεί την αίτηση υπογράφει και ένορκη δήλωση της αίτησης, κάτι στο οποίο δεν νομιμοποιείται. Αλλά, και εάν ακόμη ήθελε κριθεί ότι το Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει το λόγο αυτό, τότε θα τον απέρριπτα έχοντας κατά νου όσα αποφασίστηκαν, αφενός, στην απόφαση ημερ. 24.5.2012, στην Πολιτική Έφεση αρ. 411/2008, Ιωάννης Βιολάρης ν Marfin Popular Bank Public Co Ltd, και, αφετέρου, στην DMITRY RYBOLOVLEV ν ΕLENA RYBOLOVLEVA
(2010)1 Α.Α.Δ. 82 (αμφότερες του Κ. Κληρίδη, Δ., όπως ήταν τότε). Από την Ιωάννης Βιολάρης προκύπει ότι ακόμη και στην περίπτωση που ειδικός Νόμος απαιτεί η αίτηση να υπογράφεται από τον αιτητή προσωπικά και όχι από το δικηγόρο του, είναι εντούτοις θεραπεύσιμη η παρατυπία σε περίπτωση που η αίτηση αυτή υπογράφεται από το δικηγόρο του αιτητή αντί από τον ίδιο τον αιτητή. Στην παρούσα υπόθεση, ο κ. Λάμπρος Ιωαννίδης υπογράφει την αίτηση προσωπικά και δεν υπάρχει τίποτα παράτυπο σε αυτό, εφόσον αυτός είναι ο Αιτητής. Το ότι εν συνεχεία ο ίδιος ορκίζεται και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, κρίνω πως δικαιολογείται υπό το φως του γεγονότος ότι αυτός είχε προσωπική ανάμειξη στα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση της απόφασης της Επιτροπής στην οποία αφορά η υπό κρίση αίτηση και άρα αυτός είναι που ήταν ικανό πρόσωπο να ομνυσθεί για τα γεγονότα για τους σκοπούς της Δ.48 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σε αντίθετη περίπτωση, αν η υπό κρίση αίτηση συνοδευόταν από τρίτο πρόσωπο ως δικηγόρο του Αιτητή, θα έπρεπε εκείνο το τρίτο πρόσωπο να έδιδε εξηγήσεις γιατί δεν ορκίστηκε ο ίδιος ο Αιτητής. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την DMITRY RYBOLOVLEV꞉ «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). [...] Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. [...]». Πέραν των προλεχθέντων, τονίζω ότι το να εμφανίζεται ένας ως δικηγόρος και ως μάρτυρας στην ίδια υπόθεση είναι ένα πράγμα και το να εμφανίζεται αυτοπροσώπως ως διάδικος και ως μάρτυρας στη δική του υπόθεση, έστω και αν τυγχάνει να είναι δικηγόρος, είναι άλλο πράγμα (βλ. Re Αλέκα Παπακόκκινου
(1993)1 Α.Α.Δ. 31). Προχωρώ τώρα στους δικογραφημένους λόγους ένστασης. Θα εξετάσω πρώτα τους λόγους ένστασης 1, 5, 6 και
  1. Κρίνω πως είναι και οι τέσσερις λόγοι αβάσιμοι και εξηγώ γιατί. Κατ΄αρχάς όσον αφορά το λόγο ένστασης αρ. 1, ότι «
  2. Η διαιτητική απόφαση ημερ. 25/01/2012 δεν εμπίπτει εντός των χρονικών πλαισίων του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 και του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012 και ως εκ τούτου εκδόθηκε παράνομα και/ή παράτυπα.», η απάντηση είναι εύκολη. Με βάση όσα λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Μοντάνιος & Μοντάνιος ανωτέρω, η απόφαση της Επιτροπής δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.
  3. Έπεται ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 24 του εν λόγω Νόμου, το οποίο προβλέπει για την εφαρμογή των περί Παραγραφής Αγωγών Νόμων σε διαδικασίες διαιτησίας κατά τον ίδιο τρόπο που εφαρμόζονται σε διαδικασίες αγωγών ενώπιον Δικαστηρίου. Όσον αφορά τον περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012 (Ν.66(Ι)/12), έχω να παρατηρήσω ότι αυτός τέθηκε σε ισχύ την 1.7.2012 και συνεπώς καθ' ον χρόνο η Επιτροπή εξέταζε την αίτηση για πιστοποίηση της αμοιβής του Αιτητή, ο Νόμος εκείνος δεν βρισκόταν ακόμη σε ισχύ, συνεπώς δεν θα ήταν κατάλληλο να κριθεί υπό το φακό του εν λόγω Νόμου, τυχόν ζήτημα περί παραγραφής του δικαιώματος του Αιτητή να προωθήσει τη διαδικασία πιστοποίησης της αξιούμενης αμοιβής κατά τον ουσιώδη χρόνο που την προώθησε, ήτοι το
  4. Κατά τον ουσιώδη χρόνο καταχώρισης της αίτησης για πιστοποίηση εκείνον τον ουσιώδη χρόνο, το εφαρμοστέο νομοθετικό πλαίσιο συνίστατο στον περί Παραγραφής Νόμο Κεφ. 15, ο οποίος τροποποιήτο από χρόνο σε χρόνο ώστε τελικά κατέληξε να τελεί υπό αναστολή η ισχύς των διατάξεων του καθ' όλη την περίοδο μέχρι και τις 22.6.2011 που εξέδωσε η Επιτροπή την απόφασή της (βλ. τελευταία σχετική τροποποίηση δυνάμει του περί Παραγραφής (Τροποποιητικού) Νόμου του 2011, Ν. 41(I)/2011, με την οποία παρατάθηκε η αναστολή μέχρι 31.12.2011). Το πιο σημαντικό όμως το οποίο θα πρέπει να λεχθεί είναι ότι η απόφαση της Επιτροπής για πιστοποίηση της αμοιβής δεν συνιστά αφ' εαυτής βάση αγωγής και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα υπολογισμού χρόνου περί παραγραφής οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος από την ημερομηνία που εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση. Λέγω τούτο έχοντας κατά νου ότι στην προμνησθείσα απόφασή του στη Cyllenius Holdings Ltd, ο Αρτέμης, Δ., διέκρινε μεταξύ της καταχώρησης αίτησης για πιστοποίηση της αμοιβής από την Επιτροπή και της έγερσης αγωγής ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου. Όπως εξήγησε - «Οι Καθ' ων η αίτηση [στην αιτηση για certiorary] μόνο με την εγγραφή της απόφασης θα μπορούσαν να προβούν σε εκτέλεση. Χωρίς αυτή, θα μπορούσαν βεβαίως να εγείρουν αγωγή εναντίον των Αιτητών, αξιούντες εύλογη αμοιβή για την εξωδικαστηριακή εργασία που τους πρόσφεραν. Το εύλογο δε της αμοιβής θα μπορούσε να αποφασισθεί, έχοντας ως κριτήριο τις προνοούμενες στους Κανονισμούς αμοιβές, καθώς και το ποσόν της πιστοποίησης, κάτι που θα μπορούσε να δοθεί ως μαρτυρία προς υποστήριξη της αξίωσης τους. Χωρίς όμως την εγγραφή, δεν θα μπορούσε η πιστοποίηση να αποτελέσει η ίδια τη βάση της αγωγής και της απαίτησης εναντίον των Αιτητών.». Συνεπώς, προκύπτει από την προμησθείσα απόφαση ότι η πιστοποίηση της αμοιβής από την Επιτροπή δεν δύναται από μόνη της να αποτελέσει βάση αγωγής, ούτε ταυτίζεται με αγωγή και άρα δεν δύναται να συσχετίζεται με αυτήν ο χρόνος παραγραφής. Στρέφω τώρα την προσοχή μου στον λόγο ένστασης αρ. 7 που αφορά στον ισχυρισμό ότι με την υπό κρίση αίτηση «καταπατούνται παράφορα τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση τα οποία πηγάζουν από το Άρθρο 30 του Συντάγματος και το Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για δίκη εντός ευλόγου χρόνου». Το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων προβλέπει ότι: «Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσις του δικασθή δικαίως, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση, είτε επι των αμφισβητήσεων επι των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επι του βασίμου πάσης εναντίον κατηγορίας ποινικής φύσεως. [.]». Το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος προβλέπει ότι꞉ «Έκαστος, κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ' αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρεάστου, δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξάρτητου, αμερολήπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυομένου δια νόμου.». Αξίζει, όμως, να σημειώσω ότι στην Μοντάνιος & Μοντάνιος λέχθηκε ότι δεν θα μπορούσε να στηριχθεί επί των πιο πάνω άρθρων παράπονο για τη διαδικασία ενώπιον της ίδιας της Επιτροπής, για το λόγο ότι αυτή δεν αποτελεί δικαστήριο. Είναι εξίσου σημαντικό να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο στη Cyllenius Holdings Ltd δεν κατέληξε τελικά σε εύρημα ότι η απόφαση της Επιτροπής λήφθηκε κατά παράβαση των άρθρων 28 και 30 του Συντάγματος. Απεναντίας, απέρριψε την αίτηση για Certiorary για το μόνο λόγο ότι ήταν πρόωρο να κριθούν τέτοια ζητήματα. Από την άλλη, όσον αφορά την παρούσα δικαστική διαδικασία, κρίνω αναγκαίο να επισημάνω ότι δεν υπάρχει στον περί Δικηγόρων Νόμο ούτε στους περί Ελαχίστων Ορίων Αμοιβής των Ασκούντων Δικηγορία (Εξωδικαστηριακές Υποθέσεις) Κανονισμούς οποιαδήποτε χρονική προθεσμία για την καταχώρηση αίτησης για εγγραφή των αποφάσεων της Επιτροπής ως δικαστικών αποφάσεων ενώπιον Δικαστηρίου. Ούτε η Δ.47 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας τάσσει τέτοια προθεσμία. Τούτου δοθέντος, το κριτήριο για το κατά πόσον το παρόν Δικαστήριο διαφυλάττει το δικαίωμα των καθ' ων η αίτηση για δίκη εντός ευλόγου χρόνου και για δίκαιη δίκη θα πρέπει να ειδωθεί υπό το φως της παρούσας δικαστικής διαδικασίας ως εξελίσσεται από την ημέρα καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης και όχι προηγουμένως. Δεν αντιλήφθηκα να δικογραφήθηκε οποιοδήποτε παράπονο των Καθ' ων υπό αυτή την έννοια. Στρέφω τώρα την προσοχή μου σε εξέταση των λόγων ένστασης αρ. 2, 4, 8 έως 10. Όσον αφορά τον προεκτεθέντα λόγο ένστασης αρ. 2, περί του ότι η αίτηση αρ. 31/2009 ενώπιον της Επιτροπής Καθορισμού Δικηγορικής Αμοιβής στρεφόταν εναντίον των Καθ' ων η αίτηση προσωπικά, ενώ όλες οι οδηγίες προς τον Αίτητη δίνονταν από τον κ. Δημήτρη Τσώνη με την ιδιότητα του ως αξιωματούχος εταιρείας, και ότι, επομένως, παράτυπα και αντινομικά ο αίτητης εναντίον των Καθ' ων η αίτηση αντί της εταιρείας, έχω να παρατηρήσω τα εξής꞉ Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός τέθηκε ενώπιον της Επιτροπής από τους Καθ'ων και εξετάστηκε από την Επιτροπή, η οποία και κατέλήξε να απορρίπτει την αίτηση για πιστοποίηση του μέρους της αξιούμενης αμοιβής που αφορούσε σε εργασίες που παρασχέθηκαν προς την εταιρεία εκ μέρους της οποίας ενεργούσε ο κ. Δημήτρης Τσιώνης. Πιστοποίησε η Επιτροπή εκείνη μόνο την αμοιβή του Αιτητή που έκρινε η ίδια ότι αφορούσε σε εργασίες που παρασχέθηκαν στους Καθ' ων αρ. 1 και 2 υπό την προσωπική τους ιδιότητα. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη σελ. 5 της απόφασης της Επιτροπής꞉ «Η Επιτροπή αφού άκουσε με προσοχή, τόσο τα όσα αναφέρθηκαν από τον Αιτητή, όσο και από τον καθ' ού η Αίτηση αρ. 1 και την δικηγόρο του, μελέτησε όλα τα κατατεθέντα Τεκμήρια και τον υποβληθέντα ενώπιον της κατάλογο εξόδων, στον οποίο εμφαίνονται αναλυτικά οι εργασίες που διεξήγαγε ο δικηγόρος για λογαριασμό των πελατών του, στην παρούσα υπόθεση, απεφάσισε ότι με βάση την μαρτυρία που έχει ακουστεί οι κ. κ. Τσώνης και Φυσάκη κατά τον χρόνο που υφΐστατο η Εταιρεία (πριν από τον Οκτώβριο του έτους 2006) ενεργούσαν ως Διευθυντές της Εταιρείας και άρα όλες τις οδηγίες τις έδιδαν με την ιδιότητα τους αυτή, δεσμεύοντας με τις πράξεις τους την Εταιρεία αυτή. Βλέπε άρθρο 33(α)παρ. 1 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ 113, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα από τον Νόμο 131
(1)/2000. "Η Εταιρεία δεσμεύεται έναντι τρίτων από πράξεις ή συναλλαγές των αξιωματούχων της, έστω και αν τέτοιες πράξεις ή συναλλαγές δεν εμπίπτουν στους σκοπούς της εταιρείας " Επειδή η ευθύνη των Μελών της Εταιρείας είναι περιορισμένη και δεν δεσμεύει τα άτομα αυτά προσωπικά και επειδή η Εταιρεία πωλήθηκε τον Οκτώβριο του έτους 2006 οι κ.κ. Τσώνης και Φυσάκη δεν έχουν καμία συμβατική υποχρέωση για την καταβολή οποιουδήποτε ποσού για την σύμβαση που καταρτίσθηκε την 1η Νοεμβρίου 2005 για Παραχώρηση Αδειας για Χρήση Χώρου και Προμήθειας Μηχανήματος για Χρήση Τεκμήριο 2 ούτε και για την σύνταξη δύο Ενοικιαστηρίων Εγγράφων που φέρουν ημερομηνία "Νοέμβριος 2005" για ενοικίαση των καταστημάτων 12 (Β) και 12 (Τεκμήριο 3 και 4). Οσον αφορά τον καταρτισμό του Πωλητηρίου Εγγράφου με σκοπό την πώληση της οικίας της κ. Φυσάκη, Τεκμήριο 5, στους κ.κ. Σταύρο Λεωνίδου και Αντρη Καραολή η αξία της οποίας ήταν ΛΚ125.000 ήτοι €213.575,18 και την μελέτη του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 5/3/2001 η Επιτροπή βρίσκει ότι οι οδηγίες δόθηκαν από τους καθ' ών η αίτηση και δεν αφορούσαν την Εταιρεία.». Συνεπώς, όσα εισηγείται στη γραπτή του αγόρευση ο συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση έχουν ήδη τύχει μελέτης από την Επιτροπή και σχετικής απόφασης. Δεν τεκμηριώνεται οποιοσδήποτε νομικός ή πραγματικός λόγος για τον οποίο να δικαιολογείται όπως το παρόν Δικαστήριο κρίνει λανθασμένη την πιο πάνω απόφαση της Επιτροπής. Όσον αφορά τον λόγο ένστασης αρ. 4, ότι κατ' ισχυρισμόν ο Αιτητής στην Ένορκη Δήλωση του ημερ. 02/05/15, άλλα και στην επίδικη υπόθεση υπ' αριθμό 31/2009 κακόπιστα επικαλέστηκε ανυπόστατους ισχυρισμούς και/ή απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα, έχω να παρατηρήσω ότι οι Καθ' ων η αίτηση και ειδικότερα ο κ. Τσιώνης στην Ε/Δ του ημερ.22.9.2015 δεν εξειδικεύουν ποια ακριβώς είναι τα ουσιώδη γεγονότα στα οποία αναφέρονται και πώς αυτά θα επιδρούσαν στην απόφαση της Επιτροπής. Ούτε βεβαίως εξηγούν γιατί δεν τα αποκάλυψαν οι ίδιοι οι Καθ'ων στην Επιτροπή. Ισχυρισμός ότι αυτοί τα αποκάλυψαν στην Επιτροπή και ότι η ίδια δεν τα έλαβε δεόντως υπόψη δεν έχει δικογραφηθεί. Σε κάθε περίπτωση υπενθυμίζω ότι η αρχή η οποία επιβάλλει την αποκάλυψη ισχύει στη διαδικασία των μονομερών αιτήσεων και έχει διαμορφωθεί κυρίως στην περίπτωση μονομερών αιτήσεων για χορήγηση προσωρινού διατάγματος (βλ. την Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ 1895). Όσον αφορά τον λόγο ένστασης αρ. 8, ότι η επίδικη απόφαση αναφέρεται σε χρεώσεις του Αιτητή οι οποίες έγιναν για την σύνταξη αγοροπωλητήριου εγγράφου για λογαριασμό των Καθ' ων ως πωλητών ενώ στην πραγματικότητα τις εργασίες αυτές τις ανέλαβαν οι δικηγόροι των αγοραστών και άρα όχι ο Αιτητής, έχω να παρατηρήσω ότι πρόκειται για ισχυρισμό που ως προκύπτει από την απόφασή της είχε τεθεί ενώπιον της Επιτροπής, εξετάστηκε στη βάση των τεκμηρίων που κατατέθηκαν ενώπιον της από τον Αιτητή και δεν έγινε αποδεκτός. Όσον αφορά τον λόγο ένστασης αρ. 9, ότι «[...] Λόγω της εργασίας του Καθ' ου η αίτηση 1, ήταν πολύ εύκολο και/ή αναμενόμενο να βρισκόταν ο χώρος εργασίας του, στον οποίο μπορούσε να γίνει μία καλή επίδοση και/ή ειδοποίηση της εν λόγω υπόθεσης», επισημαίνω ότι ενώπιον μου δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι οι Καθ' ων έλαβαν κατάλληλη ειδοποίηση ώστε να παραστούν ενώπιον της Επιτροπής και παρέστησαν εκεί, όπως επίσης και ότι δόθηκε κατάλληλη ειδοποίηση σ' αυτούς αναφορικά με την παρούσα διαδικασία. Επομένως, ούτε και αυτός ο λόγος ένστασης μπορεί να επιτύχει. Η όποια καθυστέρηση του Αιτητή στην προώθηση της αίτησης πιστοποίησης και εξασφάλιση της απόφασης της Επιτροπής δεν επιδρά στο κύρος της απόφασης της Επιτροπής, αφού ως εξήγησα ανωτέρω δεν υπήρχε ζήτημα παραγραφής της αξίωσής του κατά τον ουσιώδη χρόνο που τέθηκε το θέμα ενώπιον της Επιτροπής. Όσον αφορά το λόγο ένστασης αρ. 10, ότι «Καμία οφειλή από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση υπάρχει, αφού η σχέση του αιτητή και των Καθ' ων η αίτηση αφορούσε ανταλλαγή υπηρεσιών, πράγμα το οποίο αποδεικνύει και πως ο Καθ' ου η αίτηση ενεργούσε ως νομικό πρόσωπο και όχι ως φυσικό», κρίνω κατάλληλο να σημειώσω μόνο ότι αυτός ο ισχυρισμός είχε τεθεί ενώπιον της Επιτροπής από τους Καθ' ων σε συσχετισμό πάντοτε με το τεκμήριο 2(α) μόνο (βλ. σελ. 4 της απόφασης της Επιτροπής). Για τη συγκεκριμένη εργασία, που ως η θέση των καθ'ων συμφωνήθηκε η ανταλλαγαή υπηρεσιών, η Επιτροπή απέρριψε την αξίωση του Αιτητή για αμοιβή. Συνεπώς, δεν νομιμοποιούνται οι Καθ' ων να εγείρουν αυτό το λόγο ένστασης σε πιο διευρυμένη βάση στο παρόν στάδιο. Ενόψει των ανωτέρω επισημάνσεων και διαπιστώσεών μου, απορρίπτω όλους τους λόγους ένστασης που δικογράφησαν οι Καθ' ων η αίτηση αναφορικά με την ουσία της απόφασης της Επιτροπής. · Αναφορικά με τις προϋποθέσεις που ισχύουν περί εγγραφής Διαιτητικών αποφάσεων. Κρίνω σκόπιμο να σημειώσω πως, εάν - παρά τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση Cyllenius Holdings Ltd, η οποία άνοιξε το πεδίο για ουσιαστικό έλεγχο των αποφάσεων της Επιτροπής στο στάδιο που επιζητείται η εγγραφή τους - υιοθετείτο ως ορθή η προσέγγιση ότι η αίτηση για εγγραφή των αποφάσεων της Επιτροπής έπρεπε να κριθεί ως «ζήτημα τύπου» με βάση τα κριτήρια που ισχύουν αντίστοιχα για την εγγραφή διαιτητικών αποφάσεων δυνάμει του άρθρου 21 του Κεφ. 4 (βλ. Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ 1895, Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Άντυ Κυριακίδη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 716 και την απόφαση, ημερ. 11.4.2012, στην Πολιτική Έφεση 357/08, Χατζηγεωργίου Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς), τότε, υπό τις συνθήκες της υπό κρίση αίτησης, θα διαπίστωνα τα εξής: · Πρώτον, όσον αφορά τον τύπο της εν λόγω απόφασης, σημειώνω πως δεν αμφισβητήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση το γεγονός ότι η απόφαση της Επιτροπής έχει εκδοθεί σε τύπο που μπορεί να εκτελεσθεί ως απόφαση Δικαστηρίου. · Δεύτερον, οι Καθ' ων η αίτηση έχουν αποδεχθεί ότι η απόφαση της Επιτροπής γνωστοποιήθηκε δεόντως σε αυτούς μετά την έκδοσή της. · Τρίτον, οι Καθ' ων η αίτηση έχουν επίσης αποδεχθεί έχουν κληθεί δεόντως να εμφανιστούν στην υπό κρίση δια κλήσεως διαδικασία για την εγγραφή της απόφασης της Επιτροπής. Έπεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν τεκμηρίωσαν κανένα λόγο που να οδηγεί σε απόρριψη της υπό κρίση αίτησης για εγγραφή της απόφασης της Επιτροπής,. Κατάληξη Εκδίδεται Διάταγμα ως η παρα. «Α» της αίτησης. Επιδικάζονται, επίσης, υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση αρ. 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, τα έξοδα της αίτησης, πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.) ....................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.