Χριστάκη Μιχαήλ ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2922/2013, 25/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A125 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2922/2013 Μεταξύ: Χριστάκη Μιχαήλ Ενάγοντος v. 1. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd 2. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου Εναγομένων Αίτηση ημ. 29 Μαΐου 2015 για Προσθήκη Εναγομένων Ημερομηνία: 25 Φεβρουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Π. Αγγελίδης για Π. Αγγελίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγομένη 1 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Κ. Στυλιανού για Τορναρίτης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγομένη 2 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Θ. Ραφτοπούλου για Αλέκος Ευαγγέλου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Προτεινόμενους Εναγόμενους 3 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Κ. Πολυβίου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Προτεινόμενη Εναγομένη 4 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Μ. Ιεροκηπιώτου για Άντης Τριανταφυλλίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση (εφεξής «η Αίτηση») ο Ενάγων - Αιτητής αιτείται όπως προστεθούν ως Εναγόμενοι 3 και 4 στην παρούσα Αγωγή (
- i)η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και (
- ii)η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου αντίστοιχα. Οι Εναγόμενοι 1 και 2, καθώς και η προτεινόμενη Εναγομένη 4 δήλωσαν πως δεν έχουν ένσταση στην Αίτηση και μόνον οι προτεινόμενοι Εναγόμενοι 3 καταχώρισαν ένσταση. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη με γραπτές αγορεύσεις. Ι. Ιστορικό και Πραγματικό Υπόβαθρο Αίτησης Με βάση το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα διαφαίνεται πως η Αγωγή αφορά την αγορά από τον Ενάγοντα αξιογράφων της Εναγομένης 1. Σε αυτό περιλαμβάνονται ουσιαστικά αξιώσεις: (Α) Eναντίον της Εναγομένης 1 για: · Aκύρωση των συμφωνιών σε σχέση με την απόκτηση εγγυημένων αξιογράφων συνολικής αξίας €2 εκ. συνεπεία παραπλανητικών και ή ψευδών παραστάσεων και ή συμβουλών και ή εξαναγκασμού και ή απάτης και ή δόλου, · Ακύρωση της Απόφασης της Εναγομένης 1 για ανταλλαγή των εγγυημένων αξιογράφων με νέες μετοχές και ή με άλλα αξιόγραφα μειωμένης αξίας, · Ακύρωση των συμφωνιών για την παραχώρηση δανείων και ή πιστωτικών διευκολύνσεων για τον σκοπό απόκτησης των εγγυημένων αξιογράφων, · Αποζημιώσεις για αμέλεια και ή απάτη και ή παράβαση θεσμικού καθήκοντος και ή συνωμοσία για πρόκληση οικονομικής ζημιάς, και · Παραδειγματικές και Τιμωρητικές Αποζημιώσεις. (Β) Εναντίον της Εναγομένης 2 για: · Καταβολή του ποσού των €2 εκ. ως ειδικές αποζημιώσεις για αμέλεια της ως Εποπτικής Αρχής, · Γενικές και Ειδικές Αποζημιώσεις για αμέλεια της ως Εποπτικής Αρχής και ή για παράβαση θεσμικού καθήκοντος και ή για συνωμοσία για πρόκληση οικονομικής ζημιάς, · Δήλωση ότι η Εναγομένη 2 ενήργησε λανθασμένα και ή παράνομα και ή αμελώς ως Εποπτική Αρχή με το να επιτρέψει στην Εναγομένη 1 να εκδώσει Ενημερωτικό Δελτίο και ακολούθως να προβεί σε πώληση αξιογράφων προς το κοινό και τον Ενάγοντα με αποτέλεσμα την πρόκληση σε αυτόν ζημιάς, και · Παραδειγματικές και Τιμωρητικές Αποζημιώσεις. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρισαν εμφάνιση και το επόμενο διάβημα στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής ήταν η αλλαγή δικηγόρου του Ενάγοντος στις 28.5.15 και η καταχώριση της Αίτησης την επομένη. Ακολούθησε αλλαγή δικηγόρου και για την Εναγομένη 1, και μετά τον καθορισμό της θέσης όλων των μερών επί της Αίτησης, τελικώς αυτή κατέληξε σε ακρόαση μεταξύ Ενάγοντος και προτεινόμενων Εναγομένων 3. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Γιώργου Αγγελίδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τον Ενάγοντα. Όσον αφορά τους Εναγόμενους 3, ο ενόρκως δηλών αναφέρει αρχικώς ότι: «Στις 29 Μαρτίου 2013 η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου μετέφερε αυθαίρετα και χωρίς νόμιμη βάση όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγομένης 1 στην Τράπεζα Κύπρου Καθ΄ ης η αίτηση 3 προφασιζόμενη συμμόρφωση με τις Κ.Δ.Π. 97/13, Κ.Δ.Π. 94/13 και Κ.Δ.Π. 104/13 ως επίσης και εφαρμογή των Κ.Δ.Π. 98/13 και Κ.Δ.Π. 103/13.» Περαιτέρω ο κ. Αγγελίδης αναφέρει πως μετά από μελέτη της υπόθεσης θεωρεί ότι οι Εναγόμενοι 3 είναι αναγκαίοι διάδικοι ως νομικό πρόσωπο το οποίο υπέχει μεγάλη ευθύνη για τις ζημιές του Ενάγοντος. ΙΙ. Ένσταση Οι βασικοί λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: 1. Η υπό κρίση απαίτηση του Ενάγοντος δεν εμπίπτει στις υποχρεώσεις τις οποίες η Τράπεζα Κύπρου ανέλαβε από τη Λαϊκή, σύμφωνα με την Κ.Δ.Π.104/13, και επομένως δεν αποκαλύπτεται αιτία ή βάση αγωγής εναντίον της. Έτσι η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. 2. Οι προτεινόμενοι Εναγόμενοι 3 δεν είναι διάδοχοι της Εναγομένης 1, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει ως νομικό πρόσωπο. Η Τράπεζα Κύπρου λειτουργεί μόνο ως αποκτών πρόσωπο σε σχέση με συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις που μεταβιβάστηκαν έναντι ανταλλάγματος δυνάμει της Κ.Δ.Π. 104/13. 3. Η εφαρμογή των Διαταγμάτων ανάγεται στην αρμοδιότητα της Αρχής Εξυγίανσης. 4. Η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας. 5. Υπάρχει υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης. 6. Η Αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική και έκδηλα αβάσιμη. 7. Το αιτούμενο διάταγμα θα επιφέρει τέτοια βλάβη στους Εναγομένους 3 που δεν είναι δυνατό να αποζημιωθούν με έξοδα. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Μαλβίνας Ναθαναήλ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τους προτεινόμενους Εναγόμενους 3, στην οποία βασικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. ΙΙΙ. Νομική Ανάλυση Η Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στην οποία στηρίζεται η Αίτηση, προνοεί μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Courtγ effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. .» Όπως αναφέρεται στο Annual Practice 1958, σελ. 345, η έκδοση ή όχι διαταγής για προσθήκη διαδίκου, συμπεριλαμβανομένου εναγομένου, επαφίεται στη δικαστική διακριτική ευχέρεια και το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία να εκδώσει τέτοια διαταγή όπου το κρίνει αναγκαίο για να επιτύχει την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων. Στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ. 348, υπό τον τίτλο "Adding defendants", αναφέρονται οι βασικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη εναγομένων. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα έχουν αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία Κυπριακών υποθέσεων. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Korkut ή Perihan v. Γεωργίου κ.ά. (Αρ. 1)
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1213 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9, θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται.» Στην υπόθεση Οδυσσέως v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1372 τονίστηκε πως η επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μιαν αγωγή βασικά ανήκει στον ενάγοντα και πως η απόφαση ως προς το κατά πόσον βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις γραπτές προτάσεις. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Manchester Lines Ltd and another v. Viamaz Coach Industry Ltd
(1983)1 C.L.R. 178, το Δικαστήριο δύναται να μην δώσει άδεια για προσθήκη εναγομένου όπου αυτή θα επιφέρει την προσθήκη νέας βάσης αγωγής και ως αγωγή εκλαμβάνεται αυτή που εκκρεμεί μεταξύ των υφιστάμενων διαδίκων. Παραπέμπω επίσης στις υποθέσεις Megas Hadjievangelou v Dorami Marine Ltd κ.ά.
(1978)1 C.L.R. 545, Hellenic Bank v Cosmas
(1984)1 C.L.R. 53, Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772, PT Kiani Kertas v Interorient Nagivation Company Limited κ.ά. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 300, Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ v. Μηνά
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1818, και Klappis & Sons Ltd v. Γεωργίου Τσολιά
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 66. IV. Εξέταση της παρούσας Αίτησης Είναι πρόδηλο από το περιεχόμενο της γενικής οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος, καθώς επίσης και από τη φύση των αξιώσεων εναντίον της Εναγομένης 1 πως η υφιστάμενη Αγωγή αφορά πράξεις και ή παραλείψεις εκ μέρους της τελευταίας και ή των αντιπροσώπων και ή των υπαλλήλων της όσον αφορά την πώληση των επίδικων εγγυημένων αξιογράφων. Τα επίδικα γεγονότα, ήτοι η υπογραφή συμφωνιών και ή άλλων εγγράφων σε σχέση με τα αξιόγραφα και ή η ανταλλαγή αυτών (των αξιογράφων) με μετοχές και ή άλλα αξιόγραφα μειωμένης αξίας, προσδιορίζονται πως επεσυνέβησαν κατά τα έτη 2011 και 2012. Ανάλογη είναι και η θέση του Ενάγοντος έναντι της Εναγομένης 2, στην οποία αποδίδει ευθύνη για πράξεις και ή παραλείψεις τις οποίες διενήργησε κατά το έτος 2011 ως Εποπτική Αρχή, και ειδικότερα με την έγκριση της έκδοσης του Ενημερωτικού Δελτίου και την πώληση των αξιογράφων. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα πως η παρούσα Αγωγή και οι αξιώσεις του Ενάγοντος αφορούν και περιορίζονται σε γεγονότα που προηγούνται της έκδοσης των προαναφερόμενων Διαταγμάτων (Κ.Δ.Π.) του 2013. Με αυτά τα γεγονότα η Τράπεζα Κύπρου δεν έχει οποιαδήποτε σχέση και ανάμειξη, εξ ου και είναι σαφές πως δεν επιχειρείται εμπλοκή της σε αυτά και ή σε πράξεις και ή σε παραλείψεις σε σχέση με αυτά. Στην αγόρευση του Αιτητή εξειδικεύεται πως η προσθήκη της Τράπεζας Κύπρου ζητείται λόγω του ότι η Εναγομένη 1 ενοποιήθηκε και απορροφήθηκε από την Τράπεζα Κύπρου με αποτέλεσμα η Εναγομένη 1 να μην δύναται να ικανοποιήσει όλους τους πιστωτές της, περιλαμβανομένου του Ενάγοντος. Εκφράζεται επίσης η θέση του δικηγόρου του Αιτητή πως η Αίτηση αποσκοπεί στην εξασφάλιση της θεραπείας του τελευταίου σε περίπτωση επιτυχίας του στην Αγωγή, καθότι υπάρχει κίνδυνος η Λαϊκή να μην έχει πλέον περιουσιακά στοιχεία κατά την περάτωση της Αγωγής ενόψει του ότι το μεγαλύτερο μέρος των περιουσιακών στοιχείων της έχει απορροφηθεί από την Τράπεζα Κύπρου, η οποία θεωρείται ως διάδοχος της Λαϊκής με βάση τα Διατάγματα ενοποίησης. Με βάση τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Ν.17(Ι)/13, και ειδικότερα το άρθρο 5, η Αρχή Εξυγίανσης, ήτοι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, έχει εξουσία να λαμβάνει και να εφαρμόζει μέτρα εξυγίανσης σε επηρεαζόμενα ιδρύματα. Στα πλαίσια άσκησης αυτών των εξουσιών η Αρχή Εξυγίανσης εξέδωσε το περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013, Κ.Δ.Π. 104/13, σύμφωνα με το οποίο ορισμένες εργασίες της Λαϊκής πωλήθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Συγκεκριμένα, το άρθρο 5 προβλέπει για τη μεταβίβαση όλων των περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας και δικαιωμάτων εκτός αυτών που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι, και στη συνέχεια συγκεκριμενοποιεί τις υποχρεώσεις οι οποίες μεταβιβάζονται. Το άρθρο 6 προνοεί (
- i)για τον τρόπο καθορισμού της τελικής αξίας των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας και δικαιωμάτων, καθώς επίσης και των μεταβιβαζόμενων υποχρεώσεων και (
- ii)για την καταβολή αποζημίωσης στη Λαϊκή σε περίπτωση που η αξία των πρώτων υπερβαίνει την αξία των δεύτερων. Ακολούθησε η έκδοση τριών τροποποιητικών Διαταγμάτων, ήτοι των Κ.Δ.Π. 133/13 156/13 και 276/13, και τελικώς εκδόθηκε το περί της έκδοσης Μετοχικού Κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου προς Αποζημίωση της Λαϊκής Τράπεζας Διάταγμα του 2013, Κ.Δ.Π. 279/13, σύμφωνα με το οποίο καταβλήθηκε η αποζημίωση μέσω της παραχώρησης και έκδοσης μετοχών από την Τράπεζα Κύπρου προς τη Λαϊκή έτσι ώστε η Λαϊκή «να κατέχει το 18,056371% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου». Αυτά τα δεδομένα ουδόλως καταδεικνύουν μεταφορά όλων των περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1 στην Τράπεζα Κύπρου, ως ο ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση της Αίτησης. Αντιθέτως, διαφαίνεται πως έγινε πώληση - μεταβίβαση μέρους των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής προς την Τράπεζα Κύπρου έναντι καταβολής αποζημίωσης. Ως εκ τούτου οι λόγοι ένστασης πως μεταβιβάστηκαν μόνο συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία, υποχρεώσεις και δικαιώματα της Λαϊκής και μάλιστα δυνάμει ανταλλάγματος είναι βάσιμοι. Αυτή η διαπίστωση καταρρίπτει το πραγματικό υπόβαθρο του μοναδικού ισχυρισμού τον οποίο ο Αιτητής προωθεί στην ένορκη δήλωση και στον οποίο βασίζει την αναγκαιότητα προσθήκης της Τράπεζας Κύπρου ως Εναγομένης. Εν πάση περιπτώσει και ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξη, η προέκταση αυτού του ισχυρισμού κατά την αγόρευση του δικηγόρου του Αιτητή και πάλι κρίνεται ανεδαφική. Και τούτο καθότι η προαναφερόμενη πώληση - μεταβίβαση δεν καθιστά την Τράπεζα Κύπρου διάδοχο της Λαϊκής έτσι ώστε σε περίπτωση επιτυχίας του Ενάγοντος η Τράπεζα Κύπρου να είναι υπόλογη για το όποιο ποσό ήθελε επιδικαστεί υπέρ του και εναντίον της Λαϊκής. Εδώ ακριβώς έγκειται και η διαφορά μεταξύ της υπό κρίση περίπτωσης και της υπόθεσης Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ v. Μηνά (ανωτέρω), στην οποία υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328 όπου λέχθηκε πως « . όπου δύο μέρη αντιδικούν σε μια αγωγή και η επίλυση της αντιδικίας θα επηρεάσει άμεσα τα νόμιμα δικαιώματα ή την τζέπη ενός τρίτου προσώπου υπό την έννοια ότι θα υποχρεωθεί να πληρώσει τον λογαριασμό, τότε το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας μπορεί να του επιτρέψει να προστεθεί ως διάδικος υπό τέτοιους όρους ως θεωρεί κατάλληλους. Πράττοντας ούτω το δικαστήριο επιτυγχάνει τους σκοπούς του Κανόνα. Καθιστά δυνατό για όλα τα επίδικα θέματα να 'αποφασισθούν αποτελεσματικά και πλήρως' ανάμεσα σε όλους εκείνους που ενδιαφέρονται άμεσα για το αποτέλεσμα.» Στην ως άνω Αγγλική υπόθεση το Εφετείο έκρινε ότι οι ασφαλιστές έπρεπε να προστεθούν ως εναγόμενοι εφόσον θα αναλάμβαναν να πληρώσουν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις δυνατόν να επιδικάζοντο στον ενάγοντα. Τα δεδομένα στην προκειμένη περίπτωση είναι εντελώς διαφορετικά ακριβώς για τον λόγο ότι η Τράπεζα Κύπρου δεν έχει αναλάβει την υποχρέωση αποζημίωσης στην περίπτωση που ήθελε αποδοθεί ευθύνη στη Λαϊκή σε σχέση με τα αξιόγραφα της τελευταίας. Τα προαναφερόμενα Διατάγματα δεν επιφέρουν τέτοιες συνέπειες και αποτέλεσμα. Ο δικηγόρος του Αιτητή παρέπεμψε στην υπόθεση Korkut ή Perihan v. Γεωργίου κ.ά. (Αρ. 1) (ανωτέρω) προς υποστήριξη της θέσης του. Με γνώμονα ότι το αντικείμενο της Αγωγής είναι τα αξιόγραφα της Εναγομένης 1 και ότι με τα Διατάγματα έχει πλέον ολοκληρωθεί η πώληση κάποιων περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής στην Τράπεζα Κύπρου με τη Λαϊκή να είναι μέτοχος της τελευταίας, το Δικαστήριο θεωρεί ότι στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής δεν εγείρονται ζητήματα αναφορικά με ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία τα οποία να σχετίζονται και επηρεάζουν με οποιονδήποτε τρόπο την Τράπεζα Κύπρου. Όσον αφορά τη δυνατότητα εκτέλεσης απόφασης που τυχόν ήθελε εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος, αυτό αναμφίβολα είναι ξεχωριστό και ανεξάρτητο ζήτημα που δεν αφορά την Αγωγή και τα επίδικα θέματα αυτής. Αφορά άλλο στάδιο της διαδικασίας και επομένως δεν αποτελεί λόγο για εμπλοκή και απόδοση ευθύνης στην Τράπεζα Κύπρου για τις όποιες ζημιές του Ενάγοντος. Η δυνατότητα ή αδυναμία εκτέλεσης μελλοντικής απόφασης δεν θα μπορούσε και δεν συνιστά κριτήριο προσθήκης οικονομικώς ισχυρότερου διαδίκου. Εν πάση δε περιπτώσει έχει ήδη αναφερθεί πως η Λαϊκή απέκτησε ούτως ή άλλως το 18% των μετοχών της Τράπεζας Κύπρου πράγμα που καταδεικνύει πως υπάρχει και περιουσιακό στοιχείο το οποίο θα μπορούσε με κατάλληλες διαδικασίες να χρησιμοποιηθεί κατά την εκτέλεση. Έτσι το Δικαστήριο θεωρεί πως δεν συντρέχει λόγος που να δικαιολογεί την συμπερίληψη της Τράπεζας Κύπρου ως αναγκαίου διαδίκου. Επί τούτου το Δικαστήριο αντλεί καθοδήγηση από την υπόθεση Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων (ανωτέρω), στην οποία λέχθηκε πως «αυτό που πρωτίστως εξετάζεται από το δικαστήριο στη διαδικασία προσθήκης εναγομένου είναι κατά πόσο ο προτεινόμενος εναγόμενος είναι ένας αναγκαίος διάδικος». Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω η προσθήκη της Τράπεζας Κύπρου ως διαδίκου όχι μόνο δεν κρίνεται αναγκαία αλλά θεωρείται άσχετη και ασύνδετη με τα επίδικα θέματα της Αγωγής. Το γεγονός πως η προτεινόμενη Εναγομένη 4 δεν έχει ένσταση στην Αίτηση ουδόλως επηρεάζει την κρίση του Δικαστηρίου όσον αφορά τον συγκεκριμένο προτεινόμενο διάδικο και δεν δύναται να διαφοροποιήσει την εν λόγω κατάληξη του, δεδομένου ότι το όλο θέμα είναι ζήτημα διακριτικής ευχέρειας. Αυτή η κατάληξη του Δικαστηρίου αποβαίνει καθοριστική για την πορεία της Αίτησης αναφορικά με τους προτεινομένους Εναγόμενους 3 χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τα υπόλοιπα θέματα που εγείρονται στα πλαίσια της. Όσον αφορά την προτεινόμενη Εναγομένη 4, ο Αιτητής αναφέρει πως αυτή ήταν επιφορτισμένη με την εποπτεία και επίβλεψη της νόμιμης λειτουργίας των δημόσιων εταιρειών των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Ισχυρίζεται περαιτέρω πως η έκδοση των αξιογράφων δεν έτυχε της έγκρισης των Εναγομένων 2 και 4, κάτι το όποιο έπρεπε να είχε γίνει, και πως αν γινόταν ο έλεγχος από αυτές όπως επιβαλλόταν από το Νόμο και τις Οδηγίες, οι επίδικες ενέργειες δεν θα λάμβαναν χώρα και ο Ενάγων θα διατηρούσε τα χρήματα του χωρίς κίνδυνο απομείωσης. Με αυτή την αναφορά είναι πρόδηλο πως ο Ενάγων επιθυμεί να αποδώσει ευθύνη για την κτήση των επίδικων αξιογράφων και στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως Εποπτικής Αρχής. Αυτό αποτελεί ικανοποιητικό λόγο για την προσθήκη της Επιτροπής ως διαδίκου προς πλήρη και αποτελεσματική εκδίκαση όλων των θεμάτων που αφορούν την παρούσα Αγωγή. Με δεδομένη και τη θέση της προτεινόμενης Εναγομένης 4 πως δεν έχει ένσταση στην Αίτηση και πως η προσθήκη αυτής είναι ανεξάρτητη από το θέμα της προσθήκης των προτεινόμενων Εναγομένων 3, το Δικαστήριο καταλήγει υπέρ της έγκρισης της Αίτησης αναφορικά με την προτεινόμενη Εναγομένη 4. V. Κατάληξη Με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του προς έγκριση της εν λόγω Αίτησης αναφορικά με τους προτεινόμενους Εναγόμενους 3 ενώ πληρούνται αναφορικά με την προτεινόμενη Εναγομένη 4. Αναφορικά με τους Εναγόμενους 1 και 2 και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, λαμβάνοντας υπόψιν αφενός, ότι μόνον η Τράπεζα Κύπρου καταχώρισε ένσταση και προχώρησε σε ακρόαση και αφετέρου, ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δήλωσαν τη θέση τους και δεν έλαβαν μέρος στη ακρόαση, κρίνω ορθό όπως επιδικαστεί για τους δεύτερους μέρος των εξόδων. Ως εκ τούτου: A) Η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται αναφορικά με τους προτεινόμενους Εναγόμενους 3. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ των προτεινόμενων Εναγομένων 3 - Καθ΄ ων και εναντίον του Ενάγοντος - Αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ. Β) Η Αίτηση εγκρίνεται αναφορικά με την προτεινόμενη Εναγομένη 4. Εκδίδεται διάταγμα προσθήκης στον τίτλο της Αγωγής της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ως Εναγομένης 3. Τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα να καταχωριστεί εντός 20 ημερών από σήμερα και μετά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Γ) Επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 - Καθ΄ ων και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς - Καθ΄ ης και εναντίον του Ενάγοντος - Αιτητή τα έξοδα αναφορικά με τις δικασίμους 2.7.15 και 5.10.15 (ήτοι εκτός της δικασίμου της ακρόασης) καθώς επίσης και αυτά που παραμερίζονται λόγω της τροποποίησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της Αγωγής. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο