SOMERSET LTD ν. FBME BANK LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2763/15, 29/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A132 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2763/15 Μεταξύ: SOMERSET LTD Εναγόντων και
- FBME BANK LIMITED, εγγεγραμμένης ως Τράπεζας στην Τανζανία, καθώς επίσης εγγεγραμμένης στην Κύπρο ως Αλλοδαπής Εταιρείας (Υποκατάστημα)
- LAWRENCE MAFURU, προσωπικά και/ή υπό την ιδιότητά του ως Νόμιμου Διαχειριστή (Statutory Manager) της FBME BANK LIMITED, στην Τανζανία, με έδρα και/ή γραφείο και στη Λευκωσία
- ΝΤΙΝΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗ, προσωπικά και/ή υπό την ιδιότητά του ως Ειδικού Διαχειριστή του Υποκαταστήματος της FBME BANK LIMITED στην Κύπρο
- ANDREW ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ, προσωπικά και/ή υπό την ιδιότητά του ως Δεύτερου Ειδικού Διαχειριστή στην FBME BANK LIMITED (Υποκατάστημα Κύπρου) Εναγομένων Ημερομηνία: 29 Φεβρουαρίου,
- Αίτηση Ημερομηνίας 24.9.15 Για Έκδοση Συνοπτικής Απόφασης ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: Οι κ.κ. Κ. Χρυσοστομίδης και Α. Ταλιαδώρος, για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία ΔΕΠΕ (Δ.Θ.104). Για τους Εναγόμενους 1 και 2/Καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Κ. Λαμπριανίδης, για Γιώργος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (Δ.Θ.232). Για τον Εναγόμενο 3/Καθ' ου η αίτηση: Η κ. Θ. Ραφτοπούλου, για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία ΔΕΠΕ (Δ.Θ.277). Για τον Εναγόμενο 4/Καθ' ου η αίτηση: Ο κ. Π. Κούρτελος, για Π.Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (Δ.Θ.263). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες/αιτητές ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση, ως η Έκθεση Απαίτησης, εδράζοντας το αίτημα τους στη Δ.18θ1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Η αίτηση υποστηρίζεται από τη συνοδευτική ένορκη δήλωση της γραμματέως των εναγόντων/αιτητών Αντωνίας Ζαρνομήτρου. Εκεί, η ομνύουσα, με παραπομπή σε σειρά τεκμηρίων, αναδιπλώνει την εκδοχή των εναγόντων/αιτητών λέγοντας πως οι τελευταίοι αποτελούν ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης διά μετοχών που συστάθηκε νομίμως την 19.10.11, στη Δημοκρατία των Σεϋχελλών με αριθμό εγγραφής 098181, όπου και βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο της. Οι ενάγοντες/αιτητές διεξάγουν επενδυτικές δραστηριότητες και τοποθετήσεις χρηματικών ποσών σε επενδυτικά κεφάλαια σε αναγνωρισμένους και εγκεκριμένους επενδυτικούς οργανισμούς που σχετίζονται με την αγορά τίτλων, αγαθών και δικαιωμάτων. Οι εναγόμενοι 1/καθ' ων η αίτηση είναι τράπεζα που συστάθηκε δεόντως και λειτουργεί συμφώνως των νόμων της Τανζανίας, έχοντας την έδρα και εγγεγραμμένο γραφείο της στη χώρα εκείνη. Διατηρούν υποκατάστημα στην Κύπρο ασκώντας, μέσω αυτού, τραπεζικές εργασίες κατόπιν άδειας από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου («το υποκατάστημα»), έχοντας (οι εναγόμενοι 1/καθ' ων η αίτηση) εγγραφεί την 17.11.03, ως αλλοδαπή εταιρεία με αριθμό εγγραφής ΑΕ 1830 (βλ. Τεκμήριο Δ). Ο εναγόμενος 2/καθ' ου η αίτηση διορίστηκε περί την 24.7.14, από την Τράπεζα της Τανζανίας ως νόμιμος διαχειριστής των εναγομένων 1/καθ' ων η αίτηση με σκοπό το χειρισμό όλων των ζητημάτων που αφορούν στους τελευταίους λόγω της απόφασης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου να αναλάβει τη διαχείριση λειτουργίας του υποκαταστήματος. Ο εναγόμενος 3/καθ' ου η αίτηση διορίστηκε νομίμως περί την 21.7.14, από την Αρχή Εξυγίανσης ως ειδικός διαχειριστής του υποκαταστήματος, διαχειριζόμενος και έχοντας τον έλεγχο και ευθύνη λειτουργίας του μέχρι την 16.5.15 και (από κοινού με τον εναγόμενο 4/καθ' ου η αίτηση) από την 30.4.15 μέχρι τη 16.5.15, οπόταν και ο εναγόμενος 3/καθ' ου η αίτηση παραιτήθηκε από τη θέση αυτή. Ο εναγόμενος 4/ καθ' ου η αίτηση, διορίστηκε από την Αρχή Εξυγίανσης ως δεύτερος ειδικός διαχειριστής του υποκαταστήματος περί την 30.4.15, διαχειριζόμενος τη λειτουργία του. Οι ενάγοντες/αιτητές αξιώνουν ως οφειλόμενα από τους εναγόμενους 1/καθ' ων η αίτηση, ποσό €7.576.977,16 (βλ. Τεκμήριο ΙΔ), που αποτελεί πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού 068444EUR-CACC-001-5 (που διατηρούν στο υποκατάστημα) και ποσό US$12.960.000,00, που αποτελεί το πιστωτικό υπόλοιπο λογαριασμού τους 068444USD-TRAZ-001-5 (βλ. Τεκμήριο ΙΕ), που επίσης διατηρούν στο υποκατάστημα. Τα ποσά αυτά παραμένουν απλήρωτα μέχρι σήμερα παρόλο που απαιτήθηκαν από τους ενάγοντες/αιτητές σε διάφορες περιπτώσεις (βλ. Τεκμήρια ΙΒ και ΙΓ). Συνάγεται από σειρά τεκμηρίων στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση (βλ. Τεκμήρια Η-Μ και Ξ-Π), πως στις 18.7.14, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ανακοίνωσε ότι με βάση τις εξουσίες που της παρέχει η σχετική νομοθεσία ανέλαβε την ίδια εκείνη μέρα τη διαχείριση των εργασιών του υποκαταστήματος (βλ. Τεκμήριο Η). Ακολούθως, η Επιτροπή Εξυγίανσης, που υπάγεται στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, εξέδωσε και δημοσίευσε αρμοδίως το Περί της Πώλησης Εργασιών του Υποκαταστήματος της FBME Bank Limited στην Κύπρο Διάταγμα του 2014 («ΚΔΠ 356/14»), με σκοπό την πώληση των εργασιών του υποκαταστήματος για την καλύτερη επίτευξη των νομοθετικώς καθορισμένων στόχων (βλ. Τεκμήριο Θ). Αυθημερόν, ήτοι στις 21.7.14, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου γνωστοποίησε την έκδοση της ΚΔΠ 356/14, λέγοντας πως στόχος ήταν η πώληση των εργασιών του υποκαταστήματος για την προστασία των καταθετών (βλ. Τεκμήριο Ι). Με ανακοίνωση της ημερομηνίας 23.7.14, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ανακοίνωσε αναστολή των υποχρεώσεων του καταστήματος για περίοδο δύο εργάσιμων ημερών από τη μέρα εκείνη και ότι το υποκατάστημα δεν θα εκτελούσε εντολές πελατών για εμβάσματα ή άλλες πληρωμές κατά την εν λόγω περίοδο και πως η Επιτροπή Εξυγίανσης διόρισε στις 21.7.14, τον εναγόμενο 3/καθ' ου η αίτηση ως ειδικό διαχειριστή του υποκαταστήματος (Τεκμήριο ΙΘ). Έκτοτε, η αναστολή των υποχρεώσεων του υποκαταστήματος (κυρίως η εκτέλεση εντολών για εμβάσματα και άλλες πληρωμές καταθετών), δεν ανακλήθηκε. Όλα αυτά τα γεγονότα και περιστάσεις, περαίνουν οι ενάγοντες/αιτητές, ικανοποιούν τα προαπαιτούμενα για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Οι εναγόμενοι 1 και 2/καθ' ων η αίτηση περιόρισαν την ένσταση τους κατά την ακροαματική διαδικασία σε τρεις λόγους (από τους συνολικώς δεκαεπτά στην Ειδοποίηση Περί Πρόθεσης Ένστασης). Πρώτο, ότι τυχόν έκδοση απόφασης υπέρ των εναγόντων/αιτητών εναντίον των εναγομένων 1, 2/καθ' ων η αίτηση, δεν θα είναι δυνατόν να εκτελεστεί καθώς το υποκατάστημα έχει τεθεί υπό εξυγίανση, με τους εναγόμενους 1/καθ' ων η αίτηση να μην έχουν πρόσβαση στους τραπεζικούς λογαριασμούς του υποκαταστήματος ώστε να δύνανται να ικανοποιήσουν οποιοδήποτε αίτημα πελατών τους (συμπεριλαμβανομένων των εναγόντων αιτητών). Δεύτερο, πως η έκδοση απόφασης θα είναι αδύνατον να εκτελεστεί διότι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου επιδιώκει εκκαθάριση των εναγομένων 1/καθ' ων η αίτηση μέσω της Αίτησης Εκκαθάρισης 905/15 («η αίτηση εκκαθάρισης»), που εκκρεμεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και τρίτο, πως οι εναγόμενοι 1/καθ' ων η αίτηση δεν μπορούν να ασκήσουν τραπεζικές εργασίες επί του παρόντος στην επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, λόγω της ανάκλησης της τραπεζικής τους άδειας, μόλο που παραδέχονται την επίδικη οφειλή δηλώνοντας εντούτοις ότι δεν είναι σε θέση να την καταβάλουν. Ο εναγόμενος 3/καθ' ου η αίτηση λέγει πως η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να προωθείται, πόσω δε μάλλον η αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης εξαιτίας της εκκρεμοδικίας στην αίτηση εκκαθάρισης και το μονομερές διάταγμα ειδικής εκκαθάρισης που εκδόθηκε εκεί και τούτο επειδή θα επέλθει ανισότητα μεταξύ των καταθετών του υποκαταστήματος και θα δοθεί προτεραιότητα στους ενάγοντες/αιτητές (ως καταθέτες), έναντι άλλων καταθετών του υποκαταστήματος. Πέραν τούτου, η απόφαση για περιορισμένη ανάληψη καταθέσεων και η άρνηση εκτέλεσης των επίδικων οδηγιών των εναγόντων/αιτητών εκπορεύεται από την απόφαση της Αρχής Εξυγίανσης να θέσει υπό εξυγίανση το υποκατάστημα. Τούτη η απόφαση, προτάσσει ο εναγόμενος 3/καθ' ου η αίτηση, συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη, την εγκυρότητα και νομιμότητα της οποίας επιλαμβάνεται μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο ή το Διοικητικό Δικαστήριο και επομένως το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν μπορεί δικαιοδοτικώς και αρμοδίως να αποδώσει τις αιτούμενες θεραπείες είτε στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο είτε σε εκείνο της αγωγής. Επιπροσθέτως, ο εναγόμενος 3/καθ' ου η αίτηση δεν υπέχει, ως εκ της ιδιότητας του, προσωπική ευθύνη για την αξίωση των εναγόντων/αιτητών, έχοντας παραιτηθεί από ειδικός διαχειριστής του υποκαταστήματος στις 16.5.15, δίχως έτσι κι αλλιώς να τεκμηριώνεται εναντίον του στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση οποιαδήποτε ευθύνη λόγω πράξης ή παράλειψης του που τελέστηκε από κακή πίστη, δόλο ή βαριά αμέλεια από μέρους του. Ο εναγόμενος 4/καθ' ου η αίτηση εισηγείται (ανάμεσα σε άλλα) - και επί παρόμοιων παραμέτρων ως εκείνες που περιβάλλουν τους λόγους ένστασης του εναγόμενου 3/καθ' ου η αίτηση - πως το καθεστώς ειδικής διαχείρισης των εναγομένων 1/καθ' ων η αίτηση αποτελεί ανάχωμα όχι μόνο στην όποια προσπάθεια έκδοσης συνοπτικής απόφασης αλλά και ανάλογης προώθησης της αγωγής αφού, μεταξύ άλλων, τα γεγονότα που φύονται ως επίδικα στην προκειμένη περίπτωση εκπηγάζουν ή αποτελούν απόρροια εκτελεστής διοικητικής πράξης με αποτέλεσμα την έλλειψη δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας από μέρους του παρόντος Δικαστηρίου να αποδώσει τα ζητούμενα. Στα στάδιο των αγορεύσεων, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι ανέπτυξαν εμπεριστατωμένα τους λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο θα πρέπει, κατά την άποψη τους, να αποδεχθεί τις θέσεις που ανέπτυξαν, με τους συνηγόρους των εναγόντων/αιτητών να υποβάλλουν ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση της επιζητούμενης συνοπτικής απόφασης και τους δικηγόρους των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση να υποβάλλουν ακριβώς το αντίθετο στη βάση των γεγονότων που παρέθεσαν οι ενόρκως δηλώσαντες εκ μέρους των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση. Δεν προσφέρθηκε προφορική μαρτυρία ή αντεξετάστηκε οιοσδήποτε των ομνυόντων. Έλαβα υπόψη τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, στην πλήρη έκταση της, καθώς και την επιχειρηματολογία των δικηγόρων. Στο ζήτημα του αποδεκτού της μαρτυρίας που παρουσιάσθηκε από μέρους των εναγόντων/αιτητών θα επανέλθω αφού πρώτα καταγράψω πως συγκλίνω με τις θέσεις που προώθησαν οι δικηγόροι των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση και αποκλίνω, με κάθε σεβασμό, από εκείνες των δικηγόρων των εναγόντων/αιτητών. Εξηγώ. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, η ομνύουσα αναφέρει ότι πλήρεις λεπτομέρειες των αξιώσεων των εναγόντων/αιτητών «. περιέχονται στο Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο της Αγωγής, ολόκληρο το περιεχόμενο του οποίου υιοθετώ πλήρως και επαναλαμβάνω για τους σκοπούς της παρούσας ένορκης δήλωσης». Η επιλογή τούτη κρίνεται, με κάθε σεβασμό, ως δικονομικώς άστοχη και απρόσφορη για ό,τι εδώ επιδιώκεται, δεδομένου πως, ως ζήτημα αρχής - κάτι που επαναλήφθηκε στο πλαίσιο έφεσης σε έκδοση συνοπτικής απόφασης στην Καΐμης ν Euroinvestment & Finance Ltd (Αρ 1)
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1968 - η ένορκη υιοθέτηση του περιεχομένου δικογραφήματος δεν το καθιστά ως αποδεκτή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. επίσης, Μάκης Αδαμίδης & Συνεργάτες ν Κυθρεώτη & Συνεργάτες και Άλλων
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2106, Interpartemental Concern "Uralmetrom" v Besuno Ltd
(2004)1(A) ΑΑΔ 557 και Νίνος Β Μιχαηλίδης Λτδ ν Δρουσιώτη και Άλλων
(1995)1 ΑΑΔ 877). Κατ' ακολουθίαν, τα όσα διατυπώνονται στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αγνοούνται, με μόνη αποδεκτή μαρτυρία για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας να λογίζεται το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της προαναφερθείσας Volha Papadimitri και τα εκεί επισυνημμένα τεκμήρια. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της έκδοσης συνοπτικής απόφασης είναι καλώς εμπεδωμένες στο δίκαιο μας και συνοψίζονται περιεκτικώς στη Νεάρχου και Άλλου ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) ΑΑΔ 818, 824-826, ως ακολούθως: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant [1895] 1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd.
(1996)1 A.A.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408). Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής:- (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, Κ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση. Με το ίδιο θέμα δηλαδή το τι πρέπει να περιέχει μια ένορκη δήλωση για συνοπτική απόφαση, ιδιαίτερα εκεί που ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο, είναι και τα όσα αναφέρονται στη προαναφερθείσα υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ σελ. 790-794 (απόφαση πλειοψηφίας) όπου δίνονται και παραδείγματα (με αναφορά σε αγγλικές αποφάσεις) πότε μια ένορκη δήλωση κρίθηκε ικανοποιητική και πότε όχι. Από πλευράς Εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα ακόλουθα: (α) ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή. (Λαζάρου ν. Μακεδόνας, πιο πάνω). Επίσης ο Εναγόμενος/καθού η αίτηση πρέπει να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιό μέρος από την απαίτηση του Ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. γενικά τη Δ.18, Κ.3 και την υπόθεση Hermes Ins. Co Ltd v. Julios Theodorides πιο πάνω, σελ. 338-339 όπου φαίνονται με λεπτομέρεια τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του). Από τη στιγμή που ο Ενάγων/Αιτητής ικανοποιεί τα κριτήρια για να ζητήσει συνοπτική απόφαση τότε (όπως ήδη αναφέραμε) το βάρος μετατοπίζεται στον Εναγόμενο/καθού η αίτηση να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. (Βλ. επίσης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος,
(1989)1 A.A.Δ. 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 Α.Α.Δ., σελ. 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.)) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ., σελ. 239). Στην προαναφερθείσα υπόθεση Rck Sports v. Persona Advertising Ltd ο Δικαστής Καλλής με αναφορά στο Αγγλικό σύγγραμμα The Annual Practice 1967 διατύπωσε τις αρχές ως εξής: «Αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης: Συνοψίζονται ως πιο κάτω στο Annual Practice, 1967, σελ. 121: «H εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones v. Stones [1984] A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72, Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18, Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198, Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C,P.D. 213, Ray v. Banker, 4 Ex.D.279)». «Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd v. Delap [1905] 92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone [1894] A.C. 122, Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A. Jacobs n. Booth' s Distillery Co. [1901] 85 L.T. 262 H.L., Lindsay v. Martin, 5 T.L.R. 322)»». Είχα κατά νουν την πιο πάνω καθοδήγηση κατά την πραγμάτευση των εδώ εγειρόμενων ζητημάτων. Ως παραδεκτώς προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρίσθηκε στις 11.6.15, επιδόθηκε στους εναγόμενους 1/καθ' ων η αίτηση στις 30.6.15, στον εναγόμενο 3/καθ' ου η αίτηση στις 15.7.15 και στον εναγόμενο 4/καθ' ου η αίτηση στις 23.7.15, με το σημείωμα εμφάνισης των δικηγόρων να καταχωρίζεται στις 2.7.15, εν σχέσει με τους εναγόμενους 1, 2/καθ' ων η αίτηση και στις 11.8.15, για τους εναγόμενους 3, 4/καθ' ων η αίτηση (με την επίδοση του κλητηρίου στον εναγόμενο 2/καθ' ου η αίτηση να μην περιέχεται στο φάκελο). Μολονότι οι ενάγοντες/αιτητές δεν απέδειξαν αυστηρώς την επίδοση του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου στους εναγόμενους 2, 3/καθ' ων η αίτηση, η καταχώριση εκ μέρους τους σημειώματος εμφάνισης από τους δικηγόρους θεραπεύει, εδώ, την παράλειψη. Οι ενάγοντες/αιτητές ικανοποίησαν τα τυπικά κριτήρια της Δ.18 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Με δοσμένο αυτό, το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται πλέον στους εναγόμενους/καθ' ων η αίτηση να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο πως έχουν καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ως επαρκή ώστε να τους δοθεί η δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης (βλ. κατ' αναλογίαν, CΥEMS Co Limited v The Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 CLR 897, 902-905). Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου με την εφαρμογή της ΚΔΠ 356/14, καθώς και με την καταχώριση της αίτησης εκκαθάρισης, κατ' ουσίαν ανακόπτει την οποιαδήποτε δυνατότητα των εναγομένων 1, 2/καθ' ων η αίτηση από του να έχουν πρόσβαση στους λογαριασμούς του υποκαταστήματος ώστε να ικανοποιούν αιτήματα όπως αυτά των εναγόντων/αιτητών. Η αδυναμία αυτή, ως υποστηρίζουν οι εναγόμενοι 1, 2/καθ' ων η αίτηση στη γραπτή τους αγόρευση «. ανάγεται στη σφαίρα της Υπεράσπισης της «Ανωτέρας Βίας». Δηλαδή, η εν λόγω αδυναμία αποδίδεται αδιαμφισβήτητα σε γεγονότα τα οποία υπερβαίνουν του ελέγχου, εξουσίας και δύναμης που δύνανται να ασκήσουν η Εναγόμενη 1 και ο Εναγόμενος 2 επί των καταθέσεων (και γενικότερα των εργασιών) της Εναγόμενης 1». Η θέση αυτή - και ανεξαρτήτως της παραδοχής των εναγομένων 1/καθ' ων η αίτηση, πως τωόντι οφείλουν το επίδικο ποσό στους ενάγοντες/αιτητές - συναποτελεί συστατικό στοιχείο της προειρημένης υπεράσπισης η οποία προηγείται και υπερισχύει κατά δικαιϊκή λογική και ορθότητα της παραδοχής περί οφειλής, εφόσον υφίσταται ως ουσιώδης παράμετρος η αμφισβητούμενη από τους εναγόμενους 1, 2/καθ' ων η αίτηση υπαιτιότητα τους για την οφειλή αυτή. Το ζήτημα λοιπόν δεν περιορίζεται αυστηρώς, ως εισηγήθηκαν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των εναγόντων/αιτητών, εντός της θεματικής που αφορά στην εκτέλεση και μόνο της όποιας απόφασης ήθελεν εκδοθεί σε αυτό το στάδιο, αλλά στο κατά πόσο η φερόμενα παραδεδεγμένη οφειλή εκπηγάζει από συνθήκες και περιστάσεις πέραν του πραγματικού και νομικού ελέγχου των εναγομένων 1, 2/καθ' ων η αίτηση. Περί συζητούμενης καλόπιστης υπεράσπισης λοιπόν ο λόγος και όχι περί εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Καταδείχθηκε ικανοποιητικώς η υπό αναφορά υπεράσπιση, για ό,τι εν προκειμένω μέλει. Προσέτι, εύστοχα παρατηρούν οι δικηγόροι των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση - ιδωμένων και αξιολογούμενων των πραγμάτων αυστηρώς εντός της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας - πως τυχόν έκδοση συνοπτικής απόφασης υπέρ των εναγόντων/αιτητών θα επιφέρει ανισότητα μεταξύ των καταθετών του υποκαταστήματος καθότι κατά την εκκαθάριση των εναγομένων 1/καθ' ων η αίτηση θα δοθεί προτεραιότητα στους ενάγοντες/αιτητές έναντι άλλων καταθετών. Η σημασία της ισότητας μεταξύ των πιστωτών υπό εκκαθάριση νομικού προσώπου έχει ήδη καταγραφεί νομολογιακώς και συγκλίνει με το ότι σκοπός των αντίστοιχων προνοιών του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113 (και ειδικότερα του άρθρου 215), είναι η παροχή προστασίας στους πιστωτές και στην περιουσία της υπό εκκαθάριση εταιρείας με επιδίωξη την ίση πληρωμή των πιστωτών της ίδιας τάξης και η αποτροπή προώθησης διαδικασιών από ορισμένους των πιστωτών αυτών προς απόκτηση ωφελήματος (βλ. κατ' αναλογίαν, Αναφορικά με την Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ v Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο Λτδ
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2055, 2057). Αυτή η συνισταμένη αποτελεί υπεράσπιση. Η απόφαση για περιορισμένη ανάληψη καταθέσεων και η άρνηση εκτέλεσης των επίδικων οδηγιών των εναγόντων/αιτητών προέρχεται από την απόφαση της Αρχής Εξυγίανσης να θέσει υπό εξυγίανση το υποκατάστημα. Τούτη η απόφαση, λέγουν οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση, αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, την εγκυρότητα και νομιμότητα της οποίας ελέγχει μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο ή/και το Διοικητικό Δικαστήριο, βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το δικαιοδοτικό αυτό ζήτημα, ουσιώδες ως είναι (αν αποδειχθεί τελικώς στη δίκη), συνθέτει καλόπιστη υπεράσπιση για ό,τι εδώ ενδιαφέρει. Η απόφαση της Αρχής Εξυγίανσης παραμένει ισχυρή μια και δεν έχει ακυρωθεί, με συνεπόμενο να τεκμαίρεται ως νόμιμη και ως παράγουσα έννομα αποτελέσματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Αντέννα Λτδ ν Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1079, 1085-1088). Αναφορικώς με τον εναγόμενο 3/καθ' ου η αίτηση φαίνεται ότι οι ενέργειες και αποφάσεις του κατά το διορισμό του ως ειδικού διαχειριστή του υποκαταστήματος αποσκοπούσαν στην εφαρμογή των γενικών αρχών εξυγίανσης και του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/13. Τα περιοριστικά μέτρα που επιβλήθηκαν σκοπούσαν στη διατήρηση συγκεκριμένων επιπέδων προληπτικής ρευστότητας και ιδίων κεφαλαίων και ενέπιπταν εντός των εξουσιών του ιδίου ως ειδικού διαχειριστή με βάση το σχετικό νομοθέτημα. Ο εναγόμενος 3/καθ' ου η αίτηση, ως διατείνεται, ενήργησε καλόπιστα εντός των προρρηθέντων παραμέτρων χωρίς να υποβάλλεται ισχυρισμός που θα μπορούσε να παράσχει ερείσματα για διαφορετική προσέγγιση και σταχυολόγηση της όποιας θεσμικής ευθύνης του (ακόμη και επί προσωπικού επιπέδου), μια που καμιά απολύτως εισήγηση (ή μαρτυρία) προσφέρθηκε από μέρους των εναγόντων/αιτητών επί τούτω. Αποτελούν, λοιπόν, τα πιο πάνω συζητήσιμη υπεράσπιση από μέρους του εναγόμενου 3/καθ' ου η αίτηση. Ομοίως, εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ενυπάρχει και σε σχέση με τον εναγόμενο 4/καθ' ου η αίτηση, για τους ίδιους λόγους όπως στην περίπτωση του εναγόμενου 3/καθ' ου η αίτηση. Η επίδικη αντιδικία έχει πλέον μετατραπεί από μια φαινομενικώς απλή συμβατική διαφορά ιδιωτικού δικαίου σε μια ευρύτερη δημόσια διαφορά με ψήγματα ουσιαστικού διοικητικού δικονομικού δικαίου (και ιδιωτικού δικαίου, λόγω των ιδιαζουσών περιστάσεων που ανεφύησαν μετά τη συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών εξαιτίας της προειρημένης διαδικασίας εξυγίανσης. Ακόμη και τούτη η πλατύτερη διαπίστωση, η οποία αποτελεί, σε διάφορες διαβαθμίσεις, καίρια άποψη και πρόταξη των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση, αποτελεί (στο βαθμό που ενδιαφέρει την παρούσα διαδικασία), συζητήσιμη υπεράσπιση. Στη βάση των ανωτέρω - και παρά τα ικανά επιχειρήματα των δικηγόρων τους - οι ενάγοντες/αιτητές δεν ικανοποίησαν τις σωρευτικές προϋποθέσεις της Δ.18 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, σε αντίθεση με τους εναγόμενους/καθ' ων η αίτηση που κατέδειξαν τα όσα επιβάλλονταν, με παραπομπή στις αρχές που περιστοιχίζουν αιτήματα αυτής της φύσης. Εμπεριέχονται με άλλα λόγια σε όσα υποστήριξαν διά μαρτυρίας οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση, επίδικα θέματα μεταξύ των διαδίκων τα οποία πρέπει να εκδικασθούν στο πλαίσιο της δίκης και για τα οποία χρειάζεται να δοθεί η δυνατότητα στους εναγόμενους/καθ' ων η αίτηση να τα προβάλουν ως υπεράσπιση. Δεν αναδύεται εδώ ως αναμφίβολο πως οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση στερούνται υπεράσπισης στην αγωγή (βλ. κατ' αναλογίαν, New Orchidea Fashion Ltd v Eργοληπτικής Εταιρείας Βαρνάβας Χ¨ Κυπριανού Λτδ
(1998)1(Α) ΑΑΔ 202, 207). Κάθε άλλο. Εξήγησα γιατί, με κάθε σεβασμό. Η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων/αιτητών, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης. Η Υπεράσπιση των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση να καταχωρισθεί εντός 14 ημερών από σήμερα. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 18.3.16 και ώρα 9.00 πμ. (Υπ.) ................................... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο