HELLENIC BANK PUBLIC ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΣΕΛ-ΣΠΟΛΠ ΛΤΔ κ.α., Αγωγή αρ.: 4785/15, 29/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A135 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 4785/15 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC Ενάγοντες -και-
- ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΣΕΛ-ΣΠΟΛΠ ΛΤΔ
- SPORTSDIRECT.COM CYPRUS LTD Εναγομένων ---------------- Αίτηση ημερ. 2.2.2016 για συμπληρωματική ένορκη δήλωση Ημερομηνία: 29 Φεβρουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κ. Αποστολίδης για Ιωαννίδης, Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 1/Καθ'ης η Αίτηση: κ. Γ. Φωτίου για κα Αργ. Ιωάννου ---------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι παραδεκτό ότι η Εναγόμενη 1 οφείλει στην Ενάγουσα διάφορα ποσά, δυνάμει δανείων. Προς εξασφάλιση των δανείων η Εναγόμενη παραχώρησε υποθήκες επί ιδιόκτητων ακινήτων της. Μία από τις υποθήκες, αφορά τα ακίνητα με αρ. εγγραφής με αρ. 5/1573 και 5/1319 που βρίσκονται στη Λευκωσία (στη συνέχεια «το επίδικο ακίνητο») τα οποία ενοικιάζονται από την Εναγόμενη 1 προς την Εναγόμενη
- Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι δικαιούται να εισπράττει τα ενοίκια από την ενοικίαση των επίδικων ακινήτων, με βάση τις πρόνοιες της σύμβασης υποθήκης (Τεκμήριο 2 στην αίτηση για προσωρινά διατάγματα), θέση που απορρίπτει η Εναγόμενη
- Με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο, που καταχώρισε στις 7.10.2015 επιδιώκει την έκδοση διαταγμάτων τα οποία να εμποδίζουν τους Εναγόμενους 1 και 2 να εισπράττουν και πληρώνουν, αντίστοιχα, τα ενοίκια των επιδίκων ακινήτων καθώς και απόφαση για πληρωμή των ενοικίων προς την Ενάγουσα, μέχρι την εξόφληση του χρέους της Εναγόμενης 1, που εξασφαλίζεται από την επίδικη υποθήκη. Την ίδια ημέρα καταχώρισε αίτηση δια κλήσεως, επιδιώκοντας την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με τα οποία να απαγορεύεται στην Εναγόμενη 1 να εισπράττει τα ενοίκια από την Εναγόμενη 2 (Παρακλητικό 1) και στην Εναγόμενη 2 να καταβάλλει τα ενοίκια προς την Εναγόμενη 1 (Παρακλητικό 2). Ζητά επίσης διάταγμα για να ανοιχθεί κοινός λογαριασμός στον οποίο να κατατίθενται τα ενοίκια (Παρακλητικό 3). Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση του λειτουργού της Ενάγουσας, Μ. Κεδαρίτη, παρατίθενται λεπτομέρειες της συμφωνίας δανείου (Τεκμήριο 1) και της επίδικης υποθήκης (Τεκμήριο 2). Υποδεικνύεται περαιτέρω πως με βάση τον όρο 8 του Τεκμηρίου 2 απαιτείται η γραπτή έγκριση της Ενάγουσας για την ενοικίαση των επίδικων ακινήτων, ενώ με τον όρο 12 παρέχεται το δικαίωμα στην Ενάγουσα να εισπράττει τα ενοίκια, εφόσον δώσει στην Εναγόμενη 1, προειδοποίηση 7 ημερών. Στη συνέχεια ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η Εναγόμενη 1 ενοικίασε στην Εναγόμενη 2 τα επίδικα ακίνητα, με βάση γραπτή συμφωνία ενοικίασης, την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο 3, έναντι ετήσιου ενοικίου ύψους €145.
- Υποστηρίζει ότι η ενοικίαση των ακινήτων έγινε χωρίς να ενημερωθεί η Ενάγουσα, ενώ η είσπραξη των ενοικίων από την Εναγόμενη 1 αντιβαίνει στις πρόνοιες του εγγράφου υποθήκης Τεκμήριο
- Παρόλο ότι ζήτησε με γραπτή επιστολή, τόσο από την Εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 8) όσο και από την Εναγόμενη 2 (Τεκμήριο 9) να καταβάλλονται τα ενοίκια στην ίδια δεν υπήρξε συμμόρφωση, για τούτο και ζητήθηκε η βοήθεια του Δικαστηρίου. Σε σχέση με τις συνολικές οφειλές της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα, υποστηρίζει πως υπερβαίνουν τα €20 εκ., όπως παρατίθενται αναλυτικά στην παράγραφο 9 της ένορκης του δήλωσης. Αναφέρει, περαιτέρω, ότι η Ενάγουσα τερμάτισε τη λειτουργία των λογαριασμών με την επιστολή της, ημερ. 5.6.2015 (Τεκμήριο 4), λόγω κατ' ισχυρισμόν καθυστερήσεων από πλευράς της Εναγόμενης 1 στην καταβολή των συμφωνημένων δόσεων. Ακολούθησαν, αναφέρει, συζητήσεις στα πλαίσια αίτησης της Εναγόμενης 1 για αναδιάρθρωση των δανειακών διευκολύνσεων της, οι οποίες ναυάγησαν, λόγω των κατ' ισχυρισμόν μη ρεαλιστικών προτάσεων που υπόβαλε η Εναγόμενη
- Εν τέλει η Ενάγουσα ταξινόμησε την Εναγόμενη 1 στην κατηγορία «Μη Συνεργάσιμου Δανειολήπτη» (βλ. Τεκμήρια 5, 6 και 7). Η Εναγόμενη 1 καταχώρισε ένσταση, υποστηρίζοντας πως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Σε σχέση με τα γεγονότα, χωρίς να αρνείται ότι η Εναγόμενη 1 οφείλει στην Ενάγουσα αρκετά εκατομμύρια ευρώ, με βάση τα δάνεια και τις διευκολύνσεις που της παραχώρησε, υποστηρίζει ότι δόθηκε μια εντελώς παραπλανητική εικόνα από την Ενάγουσα. Ειδικότερα, ο γραμματέας της Εναγόμενης 1, Π. Αριστείδου, στην ένορκη δήλωση του που υποστηρίζει την ένσταση, αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα: α) Πέρα από την επίδικη υποθήκη, ενεγράφησαν προς όφελος της Ενάγουσας ακόμη 5 υποθήκες επί άλλων ακινήτων της Εναγόμενης 1 που εξασφαλίζουν τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1, συνολικού ύψους €20,5 εκ. Η επίδικη υποθήκη, διευκρινίζει, εξασφαλίζει υποχρεώσεις μέχρι του ποσού των €2.050.000 και οι υπόλοιπες για το συνολικό ποσό των €18,450.
- β) Η ενοικίαση του επίδικου ακινήτου ήταν σε γνώση της Ενάγουσας η οποία ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για την ενοικίαση. γ) Οι όροι του περιέχονται στο Τεκμήριο 2, σε σχέση με το δικαίωμα της Τράπεζας επί των ενοικίων, είναι άκυροι. Σε κάθε περίπτωση κατέστησαν ανενεργοί και εγκαταλείφθηκαν από την Ενάγουσα. δ) Το σύνολο των εξασφαλίσεων που διαθέτει η Ενάγουσα, με βάση τις υποθήκες, υπερβαίνει κατά πολύ τη συνολική αξίωση της. Χωρίς να αποδέχεται τα αναφερόμενα στην ένορκο δήλωση Κεδαρίτη υπόλοιπα, υποστηρίζει πως η αξία των ενυπόθηκων ακινήτων υπερβαίνει τα €30 εκ., ενώ η συνολική οφειλή της, με βάση την Ε/Δ Κεδαρίτη είναι μόνο €22.477.
- Προς επιβεβαίωση της θέσης του κατέθεσε εκτιμήσεις για την αξία των ακινήτων (Τεκμήρια 3-6). ε) Αρνείται ότι οι προτάσεις που υπόβαλε η Εναγόμενη 1 ήταν εξωπραγματικές, υποστηρίζοντας ότι υπέβαλαν λογικές και τεκμηριωμένες προτάσεις για συνολική διευθέτηση, τις οποίες η Εναγόμενη απέρριψε αδικαιολόγητα. στ) Η θέση της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη 1 τερμάτισε τις δραστηριότητες της είναι αναληθής και παραπλανητική. Η Εναγόμενη 1, υποστηρίζει, εξακολουθεί να είναι βιώσιμη και φερέγγυα, παρόλο που αντιμετωπίζει προβλήματα ρευστότητας. Παρόλες τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει, εξακολουθεί να λειτουργεί 7 υπεραγορές σ' ολόκληρη την Κύπρο. Με την εξεταζόμενη αίτηση, η Ενάγουσα ζητά όπως της επιτραπεί να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να απαντήσει στους πιο πάνω ισχυρισμούς της Εναγόμενης 1, τους οποίους θεωρεί παραπλανητικούς. Ειδικότερα με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση (Παράρτημα Α) επιθυμεί να προβάλει τα ακόλουθα: α) Όσον αφορά τη θέση της Εναγόμενης 1 ότι η Εναγουσα απέκρυψε την ύπαρξη υποθηκών, πέρα από την επίδικη, επιθυμεί να υποδείξει πως στις παραγράφους 5 και 9 της ένορκης δήλωσης, αναφέρεται η ύπαρξη υποθηκών. Επιθυμεί, περαιτέρω, να διευκρινίσει πως οι υπό αναφοράν επιπρόσθετες υποθήκες δεν αποτελούν επίδικο θέμα της αγωγής και δεν σχετίζονται με το επίδικο ακίνητο. β) Να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του Π. Αριστείδου ότι ήταν εις γνώση της Ενάγουσας η πρόθεση της Εναγόμενης 1 να ενοικιάσει το επίδικο ακίνητο. Επιθυμεί, περαιτέρω, να επιχειρηματολογήσει επί του δικαιώματος της Ενάγουσας να απαιτήσει την είσπραξη των ενοικίων, με βάση τους όρους της υποθήκης. γ) Όσον αφορά τη θέση της Εναγόμενης 1 ότι η Ενάγουσα είναι πλήρως εξασφαλισμένη από τις υποθήκες, επιθυμεί να υποδείξει πως τα οφειλόμενα υπόλοιπα είναι τοκοφόρα με βάση τα έγγραφα δανείων. Επιπλέον επιθυμεί να υποδείξει πως οι τιμές καταναγκαστικής πώλησης είναι πολύ χαμηλότερες από τις αξίες που αναφέρονται στις εκτιμήσεις. δ) Όσον αφορά τον ισχυρισμό του Π. Αριστείδου ότι η Εναγόμενη 1 λειτουργεί 8 υπεραγορές, επιχειρείται να διευκρινιστεί πως με βάση την πληροφόρηση που η ίδια η Εναγόμενη 1 είχε δώσει στην Ενάγουσα, οι υπεραγορές παραχωρήθηκαν σε τρίτους οι οποίοι τις λειτουργούν, καταβάλλοντας δικαιώματα στην Εναγόμενη 1 για τη χρήση και λειτουργία των υπεραγορών και του εξοπλισμού τους. Επιθυμεί, επίσης, να αντικρούσει τον ισχυρισμό της Εναγόμενης 1 ότι είναι βιώσιμη και φερέγγυα. ε) Σε σχέση με τις κατ' ισχυρισμόν προσπάθειες για πώληση άλλου ακινήτου της Εναγόμενης 1 στον Κάψαλο, υποδεικνύεται πως δεν σχετίζεται με την αξίωση της Ενάγουσας. Η Εναγόμενη 1 καταχώρισε ένσταση, υποστηρίζοντας πως δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος και δεν υφίσταται πραγματική ανάγκη για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ό,τι στην ουσία επιχειρείται, υποστηρίζει με την ένσταση της η Εναγόμενη 1, είναι νομική επιχειρηματολογία και νομική αξιολόγηση του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης Π. Αριστείδου. Με τις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων με παραπομπές στη γνωστή επί του εξεταζόμενου θέματος νομολογία. Είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, με βάση τη Δ.48 θ.4
(2). (Βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 510). Προκειμένου να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια υπέρ του αιτήματος, θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι συντρέχει καλός λόγος. Η έννοια του «καλού λόγου» δεν καθορίζεται στη σχετική διαταγή και έτσι καλείται το Δικαστήριο να αποφασίζει σε κάθε περίπτωση ανάλογα με τις περιστάσεις που περιβάλλουν το αίτημα. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται, ασφαλώς, σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα και τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας. Όπως υποδείχθηκε στη σχετικά πρόσφατα υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κούππα ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 312/2010, ημερ. 17.7.2014, η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για την ακύρωση του διατάγματος δεν συνιστά «καλό λόγο», ώστε να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η φύση της παρούσας διαδικασίας είναι αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Είναι πολύ καλά γνωστό πως το στάδιο αυτό δεν προσφέρεται για ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας και εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων επί του πραγματικού και νομικού υπόβαθρου της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Έχω εξετάσει την αίτηση υπό το πρίσμα των νομικών αρχών που διέπουν το ζήτημα και έλαβα υπόψη τις θέσεις και εισηγήσεις των δύο πλευρών, καθώς και όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έθεσαν με επιμέλεια υπόψη του Δικαστηρίου. Όπως υποδείχθηκε, η διαδικασία αφορά την έκδοση προσωρινού διατάγματος και δεν απαιτείται στο στάδιο αυτό ενδελεχής αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Έχει εξάλλου υποδειχθεί πιο πάνω, ότι η αντίκρουση ισχυρισμών δεν αποτελεί καλό λόγο, ώστε να δοθεί άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Κρίνεται δε ορθή η επισήμανση της συνηγόρου της Εναγόμενης 1, πως με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιχειρείται κατ' ουσίαν επιχειρηματολογία επί της νομικής πτυχής και της δύναμης της υπόθεσης, όπως αναδύεται μέσα από τις θέσεις και τους ισχυρισμούς που προβάλλονται με την αίτηση και την ένσταση. Με το δέοντα σεβασμό, δεν είναι επιτρεπτή τέτοια προσέγγιση. Κρίνεται, συνεπώς, αχρείαστη η μαρτυρία που επιδιώκεται να εισαχθεί με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Ενόψει των ανωτέρω επισημάνσεων, καταλήγω πως δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης 1 και εναντίον της Ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, αλλά να είναι πληρωτέα στο τέλος. (Υπ.) ............. Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο