← Κύπρος

Αίτηση από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Αναφορικά με την Εταιρεία Klonaros & Koliandris Development Ltd υπό, Αίτηση Εταιρείας: 1003/

Αίτηση από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Αναφορικά με την Εταιρεία Klonaros & Koliandris Development Ltd υπό, Αίτηση Εταιρείας: 1003/2014, 5/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αίτηση Εταιρείας: 1003/2014 Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 και Αναφορικά με την Εταιρεία Klonaros & Koliandris Development Ltd υπό Εκκαθάριση μέσω του Κρις Ιακωβίδη και Αίτηση από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Αιτήτρια Ημερομηνία: 5 Φεβρουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα Μ. Ναθαναήλ για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εκκαθαριστή: κ. Α. Ενταφιανός Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση ζητείται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να δίδεται άδεια στην Αιτήτρια να καταχωρίσει αγωγή εναντίον της εταιρείας Klonaros & Koliandris Development Ltd (εφεξής «η εταιρεία») η οποία βρίσκεται υπό εκκαθάριση, μέσω του Εκκαθαριστή κ. Κρις Ιακωβίδη. Η Αίτηση βασίζεται στο άρθρο 220 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στους Καν. 2-4 και 6 των περί Εταιρειών Κανονισμών, στη Δ.48 θ.1-3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Μάριου Κουντούρη, ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία της Αιτήτριας. Βασική θέση του ενόρκως δηλούντος είναι πως η Αιτήτρια παραχώρησε δάνειο στην εταιρεία υπό την εγγύηση των Κυριάκου Κλώναρου και Λούκα Κολιανδρή, και τόσο η εταιρεία όσο και οι εγγυητές παρέλειψαν να πληρώσουν τα οφειλόμενα υπόλοιπα. Γι΄ αυτό η Αιτήτρια επιθυμεί να καταχωρίσει αγωγή εναντίον τους με σκοπό την είσπραξη του λαβείν της. Προσχέδιο της προτεινόμενης αγωγής επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β. Η ένσταση έχει την ίδια νομική βάση ως η Αίτηση πλην όμως αυτή στηρίζεται στη Δ.48 θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, καθώς επίσης στις αρχές της επιείκειας. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: 1) Η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει όλα τα γεγονότα που αφορούν την προτεινόμενη αγωγή, 2) Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα επηρεάσει την οικονομική κατάσταση της εταιρείας και τα συμφέροντα άλλων πιστωτών, και 3) Οι υποθήκες οι οποίες περιγράφονται στο Τεκμήριο Β, ήτοι οι υπ΄ αρ. ΑΥ18124/06, ΒΥ3517/07, ΑΥ6233/08, ΑΥ6231/08 και ΑΥ11244/09, συστάθηκαν ως εξασφάλιση δανείων τα οποία συνήψε η εταιρεία και έχουν εξοφληθεί, ενώ η Αιτήτρια παραλείπει να τις εξαλείψει με αποτέλεσμα να παραβλάπτονται τα συμφέροντα άλλων πιστωτών. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εκκαθαριστή ο οποίος δηλώνει άγνοια των όσων αναφέρονται στην αγωγή και πως εξουσιοδότησε τον διευθυντή της εταιρείας κ. Λούκα Κολιαντρή να προβεί σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης. Ο Εκκαθαριστής επίσης αναφέρει ότι μεταξύ των πιστωτών της εταιρείας είναι και αγοραστές διαμερισμάτων από την εταιρεία τα οποία δεν έχουν μεταβιβαστεί λόγω του ότι η Αιτήτρια δεν προβαίνει στην εξάλειψη των υποθηκών παρά την εξόφληση των δανείων στα οποία αφορούν, και ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα παραβλάψει τα συμφέροντα όλων των πιστωτών της εταιρείας, ήτοι των αγοραστών των διαμερισμάτων και του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, και των εναγόντων στις Αγωγές 3422/10, 3487/11 και 898/14 Ε.Δ. Λευκωσίας. Ο κ. Κολιαντρής, στη δική του ένορκη δήλωση, αναφέρεται ρητώς στους λογαριασμούς δανείων στους οποίους αφορούν οι προαναφερόμενες υποθήκες, επισυνάπτει καταστάσεις λογαριασμών οι οποίες δείχνουν την εξόφληση τους και επαναλαμβάνει τη θέση για άρνηση της Αιτήτριας να εξαλείψει τις υποθήκες. Ο κ. Κολιαντρής επεξηγεί ότι τα εν λόγω δάνεια έγιναν για την ανέγερση πολυκατοικιών, τα διαμερίσματα έχουν πωληθεί και οι τίτλοι έχουν εκδοθεί, πλην όμως η μεταβίβαση είναι αδύνατη λόγω της ύπαρξης των υποθηκών. Είναι η θέση του ότι η παρούσα Αίτηση αποσκοπεί στην απόκτηση ωφελήματος για την Αιτήτρια εις βάρος των άλλων πιστωτών. Ισχυρίζεται τέλος πως η όποια απαίτηση της Αιτήτριας καλύπτεται πλήρως από την υποθήκη ΑΥ14042/10 για το ποσό των €1.700.000 και πως τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα αφήσει απροστάτευτους τους λοιπούς πιστωτές της εταιρείας, όπως φαίνονται στο συνημμένο Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας, Τεκμήριο Β. Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, με τη σύμφωνη γνώμη της πλευράς του Εκκαθαριστή, η Αιτήτρια καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Κατά την ακρόαση της Αίτησης οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε προφορικές αγορεύσεις. Ι. Νομότυπο της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης Πριν την εξέταση της Αίτησης κρίνεται αναγκαία η ενασχόληση με τη βασική θέση του δικηγόρου του Εκκαθαριστή κατά την αγόρευση του πως η συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν είναι νομότυπη και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης. Σύμφωνα με το πρακτικό του Δικαστηρίου, στις 11.9.15 η δικηγόρος της Αιτήτριας υπέβαλε αίτημα για αναβολή της ακρόασης της Αίτησης καθότι ζήτησε άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της Αίτησης «για να απαντηθούν κάποιοι ισχυρισμοί της ένορκης δήλωσης της ένστασης». Ο δικηγόρος του Εκκαθαριστή δεν έφερε ένσταση στο αίτημα και το Δικαστήριο έδωσε την αιτούμενη άδεια. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση καταχωρίστηκε στις 28.9.15 και, πέραν του ότι σε αυτήν ο κ. Κουντούρης υιοθετεί την αρχική ένορκη του δήλωση, βασικά απαντά και σχολιάζει διάφορους ισχυρισμούς των ενόρκως δηλούντων στην ένσταση και λόγους ένστασης θέτοντας τις δικές του θέσεις επί τούτων και παρουσιάζοντας διάφορα έγγραφα ως Τεκμήρια. Παρόλο που η ένορκη δήλωση τιτλοφορείται ως «Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση», εντούτοις προκύπτει τόσο από το ίδιο το αίτημα όσο και από το περιεχόμενο αυτής ότι πρόκειται περί συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης η οποία απαντά στους ισχυρισμούς της άλλης πλευράς. Η θέση του δικηγόρου του Εκκαθαριστή πως το διάταγμα για καταχώριση συμπληρωματικής δόθηκε μόνο για σκοπούς κατάθεσης τεκμηρίων και όχι ως απαντητικής δεν βρίσκει έρεισμα από όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω. Το αίτημα διατυπώθηκε με πλήρη σαφήνεια και σε αυτό η πλευρά του Εκκαθαριστή δεν είχε ένσταση και το Δικαστήριο έδωσε άδεια αφού έκρινε το αίτημα δικαιολογημένο. Επομένως, καθίσταται σαφές πως η συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι στην ουσία απαντητική. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων η θέση του δικηγόρου του Εκκαθαριστή πως η συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν συμμορφώνεται με την άδεια του Δικαστηρίου είναι παντελώς αβάσιμη. Επίσης ο κ. Ενταφιανός παρέπεμψε στις πρόνοιες της Δ.48 θ.4

(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για να υποστηρίξει πως η συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι δικονομικά ανεπίτρεπτη και πως τα όσα περιέχονται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση μπορούν μόνο να διευκρινιστούν μέσω αντεξέτασης. Η Δ.48 θ.4
(2)παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων ενόψει του ότι η ακρόαση ενδιάμεσων αιτήσεων διεξάγεται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και επομένως το σύνολο της μαρτυρίας την οποία τα μέρη στη διαδικασία επιθυμούν να παρουσιάσουν θα πρέπει να περιλαμβάνεται στις ένορκες δηλώσεις. Εφόσον το σύνολο της μαρτυρίας περιορίζεται στις ένορκες δηλώσεις, παρέχεται η δυνατότητα αντεξέτασης ενόρκως δηλούντος δυνάμει της Δ.39. Η αντεξέταση βεβαίως πρέπει να είναι περιορισμένη και να αφορά συγκεκριμένα σημεία επί της ένορκης δήλωσης, ακριβώς για να επιτευχθεί σύντομη αλλά και δίκαιη εκδίκαση ενδιάμεσων αιτήσεων. Η διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε στην προκειμένη περίπτωση συνάδει πλήρως με τις εν λόγω δικονομικές πρόνοιες. Το Δικαστήριο έδωσε άδεια για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εις απάντηση των ενόρκων δηλώσεων της ένστασης, κανένα από τα μέρη δεν ζήτησε αντεξέταση οποιουδήποτε των ενόρκως δηλούντων και έτσι η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη με βάση τη γραπτή μαρτυρία. Οι υποθέσεις Χρυσάνθου κ.ά. v. Mariala Construction Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1129 και Louis Vuitton v. Δερμοσάκ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, στις οποίες στηρίχθηκε ο κ. Ενταφιανός, διαχωρίζονται ως προς τα γεγονότα τους καθότι σε εκείνες οι επιπρόσθετες ένορκες δηλώσεις καταχωρίστηκαν χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται πως η συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι νομότυπη και θα ληφθεί υπόψιν στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Σε αυτή ο κ. Κουντούρης αναφέρει πως οι προαναφερόμενες υποθήκες δόθησαν ως εξασφάλιση και για τα δάνεια που αφορούν την προτεινόμενη αγωγή παραθέτοντας όλα τα σχετικά έγγραφα και δίδοντας λεπτομέρειες προς υποστήριξη των ισχυρισμών του. Επαναλαμβάνει δε πως τυχόν άρνηση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης καθότι η Αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά εφόσον δεν θα μπορεί να διεκδικήσει το λαβείν της. Βεβαίως η αξιολόγηση των ισχυρισμών και των δύο πλευρών θα γίνει κατωτέρω κατά την εξέταση των διαφόρων θεμάτων τα οποία εγείρονται. ΙΙ. Νομική Ανάλυση Το άρθρο 220 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στο οποίο στηρίζεται η Αίτηση, προνοεί ως ακολούθως: «220. Όταν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής, καμμιά αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της εταιρείας εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει.» Το λεκτικό του άρθρου είναι σαφές και καθορίζει ρητώς πως κάθε διαδικασία εναντίον εταιρείας υπό εκκαθάριση αναστέλλεται και πως απαραίτητη προϋπόθεση έγερσης ή συνέχισης αγωγής εναντίον εταιρείας η οποία τελεί υπό εκκαθάριση είναι η εξασφάλιση σχετικής προς τούτο άδειας από το Δικαστήριο. Οι υποθέσεις White Knight Holdings Public Company Ltd v. Ήβης Χαραλάμπους, Πολ. Έφ. αρ. 140/10, ημ. 23.3.15, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ v. Χατζηρούσου κ.ά.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1526, Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Ltd v. Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λτδ (Αρ. 1)
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1806 και Pantrans Navigation Ltd v. Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της Always Travel Holidays Ltd κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 900 επιβεβαιώνουν αυτή την ερμηνεία και προσέγγιση. Η τελευταία υπόθεση, αν και πρωτόδικη Ναυτοδικείου, περιέχει χρήσιμη ανάλυση των νομικών αρχών που διέπουν το θέμα. Αρχικά σε αυτή επισημαίνεται πως το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια στο κατά πόσον θα δώσει άδεια ή όχι με βάση το άρθρο 220. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό: «Τά άρθρα 215 και 220 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, αποσκοπούν στην προστασία της περιουσίας εταιρείας που βρίσκεται υπό διάλυση με απώτερο στόχο την ίση μεταχείριση των πιστωτών τους. Ο Palmer "Company Law" 24η έκδοση παράγραφος 88 - 69 στις σελ. 1449 και1450 παρουσιάζει το θέμα ως εξής: "where a winding - up order has been made, the combined effect of sections 130
(2)and 128 of the Act is that such order operates automatically as a stay of all actions, executions, distresses, sequestrations, etc., against the company, subject to the discretion of the court to allow such actions, executions, etc., to proceed notwithstanding the winding up." Στην παράγραφο 88 - 75 σελ. 1454 υπό την επικεφαλίδα "Liberty to Proceed" του ίδιου συγγράμματος αναφέρεται ότι η εξουσία χορήγησης άδειας ασκείται συχνά. Και στη συνέχεια εξειδικεύονται περιπτώσεις που κρίθηκε πως ήταν δικαιολογημένη η άδεια για την αποπεράτωση διαδικασιών. Μεταξύ των περιπτώσεων είναι εκείνες δανειστών των οποίων τα χρέη έχουν εξασφαλιστεί. Στην In re Aro Co. Ltd
(1980)2 W.L.R. 453, τονίστηκε ο χαρακτήρας της εξουσίας του δικαστηρίου ως διακριτικής και η ευχέρεια να παραχωρείται άδεια και σε περιπτώσεις που ο δανειστής δεν έχει ασφάλεια, όπως στην προκείμενη περίπτωση. Στη σύνοψη του σκεπτικού στη σελ. 454 διαβάζουμε: "Whether or not leave to proceed with an action was given under section 231 was a matter for the discretion of the court and was not dependent on a claimant having established the status of a secured creditor and in the circumstances, even if it were wrong to regard the plaintiffs as secured creditors at the time of winding up, the court ought to exercise its discretion in their favour." Βασιζόμενος στην υπόθεση In re Aro, ανωτέρω, ο εκδότης του Palmer παρατηρεί: "... the discretion conferred by the section gives the court freedom to do what is right and fair in the circumstances." To θέμα απασχολεί και τον Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση τόμος 6 σελ. 698, παράγραφος 1389: "Proceedings will also be allowed to continue where the company is a necessary party to an action against it and other persons; or where an action is the most convenient method of trying a question." Σε μιά υπόθεση όπως η παρούσα προμηνύονται αμφισβητήσεις γεγονότων και πολύ πιθανόν και η έγερση νομικών θεμάτων λόγω της φύσης των απαιτήσεων, όπως τις προσδιόρισα στην αρχή της απόφασης. Είναι ορθό ότι η ένορκη δήλωση δεν παρέχει στοιχεία που μπορούσαν να συσχετισθούν με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Προκύπτουν όμως από τη δικογραφία που έχει κατατεθεί στο φάκελο μέχρι τώρα. Κι αυτό αρκεί. Υπό το φως των αυθεντιών στις οποίες αναφέρθηκα, έχω τη γνώμη ότι η δικαστική διαδικασία είναι πιο ενδεδειγμένη από τη διαδικασία διάλυσης για την επίλυση των παραπάνω θεμάτων και για τη διάγνωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων.» Ο κοινός σκοπός των προνοιών των άρθρων 220 και 215 για αναστολή τα οποία αφορούν την εκκαθάριση και τη διάλυση εταιρείας αντίστοιχα, επιβεβαιώθηκε και στην υπόθεση ΚΕΑΝ (ανωτέρω) ως «η παροχή προστασίας στους πιστωτές και στην περιουσία της υπό διάλυση εταιρείας με στόχο την ίση πληρωμή των πιστωτών της ίδιας τάξης και την αποτροπή προώθησης διαδικασιών από ορισμένους πιστωτές προς απόκτηση ωφελημάτων. (Βλ. Bowkett v. Fullers United Electric Works Ltd
(1923)1 K.B. 160, In re Dynamics Corpn. (Ch. D.), [1973] 1 W.L.R. 63).» ΙΙΙ. Εξέταση της Αίτησης Αποτελεί παραδεκτό γεγονός και από τις δύο πλευρές πως η εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση κατόπιν ειδικής απόφασης ληφθείσας σε έκτακτη Γενική Συνέλευση της εταιρείας ημ. 27.5.14 και πως Εκκαθαριστής διορίστηκε ο κ. Κρις Ιακωβίδης. Στο σημείο αυτό επισημαίνεται πως το Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση της Αίτησης είναι πράγματι αντίγραφο αποσπάσματος από τη σελίδα της Επίσημης Εφημερίδας της Δημοκρατίας το οποίο βρίσκεται ενσωματωμένο σε επιστολή του κ. Αλεξάνδρου, Προϊσταμένου της Κεντρικής Υπηρεσίας Εκκαθάρισης Επιταγών, προς τον Διευθυντή της Αιτήτριας ημ. 2.6.
  1. Η αναφορά του κ. Κουντούρη πως το Τεκμήριο Α είναι αντίγραφο της Επίσημης Εφημερίδας δεν είναι απολύτως ακριβής εφόσον αυτό είναι στην ουσία η επιστολή στην οποία εσωκλείεται το απόσπασμα από την Επίσημη Εφημερίδα, αλλά αυτό δεν ενέχει οποιαδήποτε σημασία από τη στιγμή που το γεγονός της εκκαθάρισης είναι αποδεκτό και από τις δύο πλευρές. Με βάση το περιεχόμενο της Αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, πρωταρχικός σκοπός της Αίτησης είναι όπως παρασχεθεί η δυνατότητα στην Αιτήτρια να κινηθεί νομικά εναντίον της εταιρείας και των εγγυητών της προς είσπραξη των οφειλόμενων ποσών δυνάμει τραπεζικών διευκολύνσεων τις οποίες η Αιτήτρια παραχώρησε στην εταιρεία. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο Β, η προτεινόμενη αγωγή θα εγερθεί εναντίον της εταιρείας μέσω του Εκκαθαριστή και προσωπικώς εναντίον των Κυριάκου Κλώναρου και Λούκα Κολιανδρή ως Εναγομένων 2 και
  2. Αυτή αφορά αξιώσεις οφειλόμενων υπολοίπων δυνάμει τριών δανείων με αρ. 012213010667, 357002846212 και 0158-11-004283 τα οποία παραχωρήθηκαν από την Αιτήτρια προς όφελος της εταιρείας και για τα οποία οι Εναγόμενοι 2 και 3 προσέφεραν εγγύηση. Επίσης η Αιτήτρια αξιώνει την πώληση ενυπόθηκων ακινήτων δυνάμει επτά υποθηκών τις οποίες παρέσχε η εταιρεία ως περαιτέρω εξασφαλίσεις και εγγυήσεις των υποχρεώσεων της. Λεπτομέρειες των λογαριασμών, καθώς επίσης και των εγγυήσεων και των υποθηκών επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1-5 και 7 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Αιτήτριας. Καταρχάς είναι αξιοσημείωτο πως από πλευράς της εταιρείας δεν προβλήθηκε οποιαδήποτε ρητή αμφισβήτηση είτε των αναφερθέντων δανείων είτε των οφειλόμενων υπολοίπων. Είναι γεγονός πως ενώ στην παρ. 2 της ένορκης δήλωσης της Αίτησης γίνεται αναφορά μόνο σε ένα εκ των τριών λογαριασμών, στην παρ. 3 αυτής παρατίθενται τρία οφειλόμενα υπόλοιπα. Ο κ. Κολιαντρής χαρακτηρίζει αυτούς τους ισχυρισμούς αντιφατικούς, γενικούς και αόριστους. Όντως οι εν λόγω παράγραφοι δεν αντικατοπτρίζουν την ακριβή εικόνα των δανείων και των αντίστοιχων οφειλόμενων ποσών. Όμως η επισύναψη του προσχεδίου της αγωγής, Τεκμήριο Β, διασαφηνίζει πλήρως την κατάσταση έτσι ώστε να δίνεται η ολοκληρωμένη εικόνα με πλήρη στοιχεία και λεπτομέρειες όλων των επιδίκων λογαριασμών, των εξασφαλίσεων, των προσωπικών εγγυήσεων και των υποθηκών. Έτσι το Δικαστήριο θεωρεί πως δεν τίθεται θέμα παραπλάνησης και πως η πλευρά της Αιτήτριας παρουσίασε με σαφήνεια και ακρίβεια τις θέσεις της όσον αφορά την προτεινόμενη αγωγή. Οι λογαριασμοί για τους οποίους σύμφωνα με τη θέση του κ. Κολιαντρή υπάρχει εξόφληση, Τεκμήριο Α στην ένορκη του δήλωση, όντως φαίνεται ότι έχουν εξοφληθεί. Αυτοί βεβαίως είναι άλλοι από τους τρεις για τους οποίους ζητείται η άδεια έγερσης αγωγής. Η εταιρεία όμως προβάλλει το επιχείρημα πως η Αιτήτρια όφειλε να εξαλείψει κάποιες από τις υποθήκες ενόψει της εξόφλησης των άλλων αυτών λογαριασμών. Εδώ εστιάζεται η βασική διαφωνία των μερών, ήτοι κατά πόσον οι υποθήκες αφορούν μόνο τους λογαριασμούς οι οποίοι εξοφλήθηκαν ή κατά πόσο αφορούν και τους επίδικους τρεις για τους οποίους υπάρχει απαίτηση. Καταρχάς το Δικαστήριο θεωρεί πως τέτοιο ζήτημα δεν εμπίπτει στα προς εξέταση θέματα της παρούσας Αίτησης. Με άλλα λόγια στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν καλείται ούτε και δύναται να αποφασίσει κατά πόσο όντως οι υποθήκες αφορούν και τους επίδικους λογαριασμούς, καθότι αυτό θα είναι επίδικο θέμα στα πλαίσια της προτεινόμενης αγωγής. Για σκοπούς της παρούσας Αίτησης το Δικαστήριο περιορίζεται στη διαπίστωση πως από το σύνολο των εγγράφων, Τεκμήρια 1-5 και 7 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, προκύπτει πως οι επίδικοι λογαριασμοί συνδέονται με τις υποθήκες. Επίσης η Αιτήτρια προβάλλει τη θέση πως οι υποθήκες αφορούν τους επίδικους λογαριασμούς και παραπέμπει σε συγκεκριμένους όρους αυτών προς υποστήριξη της θέσης της. Αυτή ακριβώς η διαφορά μεταξύ των μερών επί σοβαρού νομικού ζητήματος είναι παράγων ο οποίος κλίνει υπέρ της αναγκαιότητας εκδίκασης της αγωγής και της επίδικης διαφοράς. Σχετική είναι η υπόθεση Pantrans Navigation (ανωτέρω). Είναι δηλαδή αντιληπτό πως ενόψει αυτής της διαφορετικής άποψης και αντιμετώπισης του θέματος η Αιτήτρια δεν θα μπορούσε να αναμένει εύλογα ότι μια απλή επαλήθευση χρέους θα της εξασφάλιζε την προτεραιότητα που θα ήθελε με βάση τη θέση της ότι είναι ενυπόθηκος πιστωτής εν σχέσει με τα τρία αυτά δάνεια. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, άδεια για έναρξη διαδικασίας δίδεται αρκετά συχνά, και κυρίως στις περιπτώσεις εξασφαλισμένου πιστωτή, όπως η παρούσα. Έτσι ο ισχυρισμός του κ. Κολιαντρή πως η Αιτήτρια είναι πλήρως εξασφαλισμένη με συγκεκριμένη υποθήκη συνηγορεί υπέρ της χορήγησης της αιτούμενης άδειας. Αυτή η θέση βρίσκει έρεισμα στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Palmer's Company Law, 24η έκδοση, τόμος 1, σελ. 1454, παρ. 88-75, όπου αναφέρεται ότι «Thus secured creditors are, as a matter of course, given liberty to proceed with any action for enforcing their securities» με παραπομπή στην υπόθεση Lloyd v. Lloyd & Co.
(1877)6 Ch. D. 339. Η ίδια προσέγγιση περιέχεται και στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 6, σελ. 698, παρ. 1389 στην οποία αναφέρεται πως «Proceedings will be allowed to continue where they are to enforce a mortgage or security upon the company's property, unless the liquidator offers to give all that the mortgagee can obtain by his proceedings, or an order in the winding up has already given him that relief». Στην ίδια σελίδα αναφέρεται επίσης πως «Proceedings will also be allowed to continue where the company is a necessary party to the action against it and other persons», κάτι το οποίο επίσης ισχύει στην υπό κρίση περίπτωση. Η εταιρεία είναι απαραίτητο διάδικο μέρος για την έγερση της αγωγής αναφορικά με τα τρία δάνεια, όπως ορθώς επικαλείται η Αιτήτρια, καθότι αυτή ενάγεται ως πρωτοφειλέτης και μοναδικός ενυπόθηκος οφειλέτης, υπό την έννοια ότι με δεδομένη την άποψη που υποστηρίζει, η Αιτήτρια υποχρεούται να στραφεί και εναντίον της ενόψει της αυτονόητης επιθυμίας για διεκδίκηση διαταγμάτων εκποίησης. Ιδιαίτερα διαφωτιστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Pennington's Company Law, 5η έκδοση, σελ. 870, στο οποίο παρατίθεται ο σκοπός της πρόνοιας περί αναστολής και αναφέρονται οι περιπτώσεις όπου πάντοτε δίδεται η άδεια από το Δικαστήριο: «The purpose of the statutory provision is to ensure that all claims against the company which can be determined by the cheap, summary procedure in a winding up are not made the subject of expensive litigation, but the provision also applies where there is no summary procedure available. The court will always give a plaintiff leave to proceed against the company if he has a prima facie case and his claim cannot be dealt with adequately in the winding up, or if the remedy he seeks cannot be given him therein. Consequently, leave will be given: (a) to a secured creditor to bring an action for foreclosure, or the sale of his security, or the appointment of a receiver..». Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί πως ο ισχυρισμός του κ. Ενταφιανού πως η Αιτήτρια δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της, π.χ. δεν προέβη σε ακύρωση της Υποθήκης Υ15841/08 όπως προνοούσε η επανέγκριση του ορίου του λογαριασμού 0158-11-004283 ημ. 21.9.10, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν καθότι δεν αποτελεί μαρτυρία στα πλαίσια της Αίτησης. Εν πάση περιπτώσει σημειώνεται πως η εν λόγω Υποθήκη δεν περιλαμβάνεται στην αγωγή. Η ίδια διαπίστωση ισχύει και για τον ισχυρισμό του κ. Ενταφιανού περί απόσυρσης της αγωγής 6902/14, για την οποία γίνεται αναφορά στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η αγόρευση του δικηγόρου δεν ισοδυναμεί με μαρτυρία και εν πάση περιπτώσει αυτό το θέμα δεν είναι σχετικό για τους σκοπούς της παρούσας Αίτησης. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ο ισχυρισμός περί ύπαρξης άλλων πιστωτών, ήτοι των αγοραστών διαμερισμάτων, οι οποίοι αναμένουν τη μεταβίβαση αυτών νοουμένου ότι εξαλειφθούν οι υποθήκες. Αυτή η θέση συνδέεται με και προϋποθέτει την επίλυση του θέματος της νομικής ισχύος των υποθηκών, επομένως δεν είναι ικανή σε αυτό το στάδιο να διαφοροποιήσει την κατάληξη του Δικαστηρίου. Αντιθέτως θα μπορούσε να λεχθεί πως αποτελεί επιπλέον λόγο για τη χορήγηση της αιτούμενης άδειας ούτως ώστε να υπάρξει τελεσίδικη δικαστική κρίση επί του θέματος από αρμόδιο δικαστήριο (εάν εγερθεί το θέμα όπως έχει τεθεί στην παρούσα). Ούτε και η ύπαρξη άλλων πιστωτών, ήτοι του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, μπορεί αφ΄ εαυτής να επηρεάσει την κατάληξη του Δικαστηρίου. Άλλωστε είναι σημαντικό να λεχθεί πως ο ισχυρισμός περί επηρεασμού των δικαιωμάτων των πιστωτών δεν αφορά την αγωγή αυτή καθ΄ εαυτή αλλά συνδέεται από την εταιρεία με το γεγονός της εξακολούθησης της δέσμευσης των υποθηκών, κάτι το οποίο θα επιλυθεί στα πλαίσια της αγωγής. Τέλος, ούτε το γεγονός της εκκρεμότητας άλλων αγωγών εναντίον της εταιρείας δεν κρίνεται ικανό από μόνο του να διαφοροποιήσει την πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου. Επί τούτου σημειώνεται ότι αναλόγως της εξέλιξης και του αποτελέσματος των εν λόγω δικαστικών διαδικασιών αλλά και της προτεινόμενης αγωγής θα καθοριστούν και τα δικαιώματα των τυχόν επιτυχόντων έναντι της εταιρείας διαδίκων σε αυτές στα πλαίσια της Εκκαθάρισης. IV. Κατάληξη Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, η Αίτηση εγκρίνεται. Ως εκ τούτου δίδεται άδεια όπως η Αιτήτρια καταχωρίσει την προτεινόμενη αγωγή εναντίον της εταιρείας Klonaros & Koliantris Development Ltd, η οποία βρίσκεται υπό εκκαθάριση, μέσω του Εκκαθαριστή κ. Κρις Ιακωβίδη. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της εταιρείας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, συν ΦΠΑ. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.