TATIANA IAKΩΒΙΔΟΥ ν. Μιχάλης Γεωργίου κ.α., Αρ. αγωγής 10339/10, 15/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A97 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 03/02/15 Αρ. αγωγής 10339/10 Μεταξύ: TATIANA IAKΩΒΙΔΟΥ Ενάγουσας και 1. Μιχάλης Γεωργίου 2. Διαγόρας Νικολαΐδης Εναγομένων Ημερομηνία: 15.2.2016 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Δώρα Δημητρό, για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε. (για να' ακούσει την απόφαση ο κ. Στέφανος Σάββα) Για τους Εναγόμενους: κ. Γιάννης Παπαπέτρου με κ. Κλεάνθη Κλεάνθους, για Μοντάνιος & Μοντάνιος Δ.Ε.Π.Ε. Α. Εισαγωγή 1. H Ενάγουσα στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ενοικίασε το υποστατικό στην οδό Αριστοτέλους 5Β στη Λευκωσία (στο εξής «το επίδικο υποστατικό») που είναι ιδιοκτησίας των Εναγομένων, δυνάμει ενοικιαστήριου εγγράφου ημερομηνίας 9.9.2002, για την περίοδο από 10.9.2002 μέχρι 9.9.2010, ήτοι για περίοδο 8 ετών. Εν τέλει, για λόγους που αποτελούν επίδικο θέμα, οι Εναγόμενοι τερμάτισαν τη σύμβαση ενοικίασης στις 9.9.2006. Η Ενάγουσα εισηγείται ότι ο τερματισμός αυτός υπήρξε παράνομος και/ή αντισυμβατικός και προς τούτο, με την υπό κρίση αγωγή, αξιώνει αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστη εξαιτίας του. Απεναντίας, οι Εναγόμενοι εισηγούνται ότι ο τερματισμός ήταν νόμιμος και εγείρουν ανταπαίτηση κατά της Ενάγουσας. Β. H δικογραφηθείσα εκδοχή της Ενάγουσας 2. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι: (
- i)Κατά ή περί την 24.7.2006 οι δικηγόροι των Εναγομένων απέστειλαν επιστολή προς την Ενάγουσα με την οποία την πληροφορούσαν ότι τερμάτιζαν τη σύμβαση ενοικίασης από 9.9.2006, επικαλούμενοι καθυστερημένα ενοίκια. Σχετική η παρα. 6 της Ε/Α. (
- ii)Αρνείται η Ενάγουσα ότι είχε οποτεδήποτε καθυστερημένα ενοίκια και αντιτάσσει ότι: o Τυχόν καθυστέρηση στην πληρωμή τους οφειλόταν στο γεγονός ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 απουσίαζαν συνεχώς στο εξωτερικό και δεν ανευρίσκοντο να πληρωθούν. Επανειλημμένα η Ενάγουσα δήλωνε την ετοιμότητα της να πληρώσει τα ενοίκια και τους αναζητούσε για την πληρωμή. Σχετική η παρα. 7(α) της Ε/Α. o Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ουδέποτε ενδιαφέρθηκαν για το επίδικο υποστατικό και οι αντιπρόσωποί τους συνέστησαν στην Ενάγουσα ότι της είχαν εμπιστοσύνη και ότι θα προσέρχονταν εκείνοι να λαμβάνουν τα ενοίκια. Σχετική η παρα. 7(β) της Ε/Α. o Οι Εναγόμενοι ουδέποτε παραπονέθηκαν στην Ενάγουσα για μη παραλαβή οποιουδήποτε ενοικίου από αυτήν. Σχετική η παρα. 7(γ) της Ε/Α. o Οι Εναγόμενοι αποδέχθηκαν να μην πληρώνονται ενοίκια μέχρι να παραδώσουν τον τίτλο μέχρι να παραδώσουν τον τίτλο ιδιοκτησίας και/ή την έκδοση των σχετικών αδειών του επίδικου υποστατικού από το Δήμο. Σχετική η παρα. 8(β) της Ε/Α. o Με επιστολή της Ενάγουσας, ημερ. 17.4.2007, προς τους δικηγόρους των Εναγομένων 1 και 2, αυτή τους καλούσε όπως προσέλθουν και αποδεκτούν πλήρη εξόφληση των οφειλομένων ενοικίων και όπως της επιτρέψουν τη συνέχιση της ισχύος της σύμβασης ενοικίασης, πλην όμως αυτοί αρνήθηκαν. Σχετική η παρα. 11 της Ε/Α. (iii) Το παράπονο της Ενάγουσας αφορά στα εξής꞉ o Αφενός꞉ § Το επίδικο υποστατικό δεν είχε τις σχετικές άδειες λειτουργίας και ανέλαβε η ίδια η Ενάγουσα να τις εκδώσει, πλην όμως οι Εναγόμενοι και/ή οι αντιπρόσωποί τους ενώ συνέστησαν στην Ενάγουσα ότι θα τη βοηθούσαν οι ίδιοι στην έκδοση των απαιτούμενων αδειών λειτουργίας του επίδικου υποστατικού (βλ. την παρα. 7 (β) της Ε/Α), εντούτοις δεν παρέδιδαν σε αυτήν τον τίτλο ιδιοκτησίας του επίδικου υποστατικού ώστε αυτή να μπορέσει να προχωρήσει στην έκδοση των σχετικών αδειών. Σχετική η παρα. 8(α) και 8(β) της Ε/Α. § Η Ενάγουσα ήταν πάντα έτοιμη να υποβάλει την αίτηση για τη χορήγηση των σχετικών αδειών, αφού προσέλαβε ακόμη και αρχιτέκτονα για την ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων, πλην όμως οι Εναγόμενοι παράνομα και/ή αντισυμβατικά δεν προσκόμιζαν τον τίτλο ιδιοκτησίας του υποστατικού και/ή δεν επέδειξαν το ανάλογο ενδιαφέρον ώστε να ανταποκριθούν στις νόμιμες και/ή συμβατικές υποχρεώσεις τους έναντι της Ενάγουσας. Σχετική η παρα. 8(γ) της Ε/Α. o Αφετέρου, η Ενάγουσα έχει παράπονο για το ότι παράνομα και/ή αντισυμβατικά οι Εναγόμενοι 1 και 2 και/ή οι αντιπρόσωποι αυτών ενοικίασαν κατά ή περί την 7.3.2007 το επίδικο υποστατικό σε νέο ενοικιαστή δυνάμει νέου ενοικιαστήριου συμβολαίου, εκδιώκοντας την ίδια την Ενάγουσα από το επίδικο υποστατικό. 3. Αναφορικά με τη ζημιά που η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη ως εκ του παράνομου και αντισυμβατικού τερματισμού της σύμβασης ενοικίασης, αυτή δικογραφεί πρώτα και κύρια την απωλεσθείσα δαπάνη ως εκ της ανακαίνισης του επίδικου υποστατικού στην οποία αυτή προέβη αμέσως μετά την υπογραφή του επίδικου συμβολαίου ενοικίασης και με βάση τους όρους του εν λόγω συμβολαίου. 4. Από τη χρήση του επίδικου υποστατικού ως ψησταριάς, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι είχε «σημαντικά μηνιαία εισοδήματα και/ή κέρδη» από τα οποία ζούσε αυτή και η οικογένειά της και τα οποία επίσης απώλεσε ως εκ του παράνομου και αντισυμβατικού τερματισμού της σύμβασης. Γ. Η αξίωση της Ενάγουσας 5. Με το παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης (στο εξής «η Ε/Α») του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος που καταχώρισε η Ενάγουσα στις 12.2.2015, αυτή αξιώνει꞉ (
- i)€87.774,02σ. ως αποζημιώσεις λόγω παράνομου και αντισυμβατικού τερματισμού του συμβολαίου ενοικίασης από τους Εναγόμενους. (
- ii)Διαφυγόντα κέρδη από την απώλεια χρήσεως του υποστατικού ως καταστήματος. (iii) Νόμιμο τόκο από την καταχώριση της παρούσας αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. (
- iv)Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. 6. Η απαίτηση για το ποσό των €87.774,02σ. αναλύεται από την Ενάγουσα ως εξής꞉ · Ποσό €13.983 (ισόποσο με Λ.Κ.8.184,28σ) αφορά στα απωλεσθέντα έξοδα στα οποία κατ' ισχυρισμόν υποβλήθηκε η Ενάγουσα για να ανακαινίσει το επίδικο υποστατικό για σκοπούς εκτέλεσης των επαγγελματικών της αναγκών (βλ. παρα. 4 της Ε/Α σε συνδυασμό με την παρα. 12. Ι.(α) έως (ιδ) της Ε/Α). · Ποσό €1.366,88σ. (ισόποσο με Λ.Κ.800) αφορά σε έξοδα στα οποία κατ' ισχυρισμόν υποβλήθηκε η Ενάγουσα προσλαμβάνοντας αρχιτέκτονα για την ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων, τα οποία αυτή ήταν έτοιμη να υποβάλει μαζί με την αίτηση για τη χορήγηση των σχετικών αδειών λειτουργίας του επίδικου υποστατικού (βλ. την παρα. 8(γ)(δ) και 12.ΙΙ. της Ε/Α). · Ποσό €71.671,20σ. αφορά σε ισχυριζόμενη απώλεια εισοδήματος της Ενάγουσας από τον παράνομο και αντισυμβατικό τερματισμό της σύμβασης ενοικίασης «από 1.4.2007» μέχρι την ημερομηνία που θα έληγε κανονικά η περίοδος ενοικίασης, ήτοι μέχρι 1.9.2010, το οποίο απωλεσθέν εισόδημα υπολογίζεται περί τα €1.709,60σ. (ισόποσο με ΛΚ1.000) μηνιαίως (βλ. την παρα. 5 και 12.ΙΙΙ. της Ε/Α). · Ποσό €662,94σ. (ισόποσο με ΛΚ388) για την πληρωμή του χώρου στάθμευσης στο επίδικο υποστατικό. Δ. Η εκδοχή των Εναγoμένων 7. Η εκδοχή των Εναγομένων ως δικογραφείται στην Υπεράσπισή τους στην Τροποποιημένη Ε/Α, η οποία καταχωρήθηκε στις 13.3.2015 με βάση το διάταγμα τροποποίησης ημερ. 3.2.2015, (στο εξής «η Ε/Υ»), τίθεται ως εξής꞉ (
- i)Οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι η Ενάγουσα προέβη στην ισχυριζόμενη ανακαίνιση του επίδικου υποστατικού και την καλούν κατ' ουσίαν σε αυστηρή απόδειξη του ισχυρισμού της. Συγχρόνως, όμως, ισχυρίζονται ότι με τον όρο (β) του Παραρτήματος Α της επίδικης σύμβασης ενοικίασης, η Ενάγουσα αναγνώρισε και συμφώνησε ότι λόγω της κατάστασης του επίδικου υποστατικού κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης και λόγω των εξόδων διακόσμησης στα οποία αυτή θα προέβαινε, το ενοίκιο για τα πρώτα έξι χρόνια ενοικίασης θα ήταν χαμηλότερο του κανονικού. Σχετική η παρα. 5 της Ε/Υ. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι βάσει ρητού όρου της επίδικης σύμβασης ενοικίασης η Ενάγουσα εμποδίζεται από το να αξιώνει τα έξοδα ανακαίνισης καθότι κάτε τροποποίηση, επισκευή ή προσθήκη προβλεπόταν στη σύμβαση ότι θα παρέμενε προς όφελος των Εναγομένων χωρίς κανένα όφελος για την Ενάγουσα. Σχετική η παρα. 13 της Ε/Υ. Εν πάση περιπτώσει, είναι η θέση των Εναγομένων ότι η Ενάγουσα, με την άδεια των Εναγομένων, σήκωσε και/ή πήρε μαζί της όλον και/ή μέρος του καφεστιατορίου που είχε τοποθετήσει στο επίδικο υποστατικό και άρα δεν δικαιούται να αξιώνει αποζημιώσεις. Σχετική η παρα. 12 της Ε/Υ. (
- ii)Οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι η Ενάγουσα είχε σημαντικά εισοδήματα από τη χρήση του επίδικου υποστατικού πριν την ημερομηνία τερματισμού της επίδικης σύμβασης ενοικίασης και την καλούν κατ' ουσίαν σε αυστηρή απόδειξη του ισχυρισμού της. (iii) Όσον αφορά το τί προηγήθηκε της αποστολής της επιστολής τερματισμού της σύμβασης από τους ίδιους, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι κατά ή περί τις 24.7.2006 που αυτοί απέστειλαν μέσω των δικηγόρων τους την εν λόγω επιστολή, η Ενάγουσα είχε ήδη παραλείψει και/ή αρνηθεί να πληρώσει επτά
(7)μηνιαία δεδουλευμένα ενοίκια που ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των ΛΚ630 (€1.076,42). Ως εκ τούτου, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι είχαν δικαίωμα να προβούν στον τερματισμό της σύμβασης από 9.9.2006, ως ήταν η ημερομηνία τερματισμού που καθόρισαν στην επιστολή τους. Έτσι, με την επιστολή τερματισμού αυτοί ζήτησαν από την Ενάγουσα όπως εκκενώσει το επίδικο υποστατικό στις 10.9.2006 και όπως τους παραδώσει ελεύθερη κατοχή. Σχετική η παρα. 7(α) της Ε/Υ. (
- iv)Οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι αυτοί είχαν οποιαδήποτε ευθύνη ως τους αποδίδεται από την Ενάγουσα περί ισχυριζόμενης παράλειψής τους να την εφοδιάσουν με τους τίτλους ιδιοκτησίας του επίδικου υποστατικού. Αντίθετα, αυτοί ισχυρίζονται ότι της έδωσαν ό,τι τους ζητούσε για να εξασφαλίσει τις σχετικές άδειες, η εξασφάλιση των οποίων ήταν δική της ευθύνη. Αρνούνται συγχρόνως οι Εναγόμενοι ότι αυτοί συμφώνησαν ή αποδέκτηκαν οποτεδήποτε όπως μην καταβάλλει τα οφειλόμενα ενοίκια η Ενάγουσα όπως αυτή ισχυρίζεται ή άλλως πως. Σχετική η παρα. 9 της Ε/Υ. (
- v)Εμμένουν οι Εναγόμενοι στη θέση ότι η Ενάγουσα παρέλειψε και/ή αρνήθηκε να πληρώσει τα δεδουλευμένα ενοίκια προ της αποστολής της επιστολής τερματισμού, παρά τις οχλήσεις των ιδίων των Εναγομένων. Αυτή εξόφλησε μέρος των δεδουλευμένων ενοικίων μόλις στις 22.9.2006 και στις 9.3.2007, δηλαδή κατά πάντα χρόνο μετά τον τερματισμό της επίδικης σύμβασης. Σχετική η παρα. 8 της Ε/Υ. Η άρνηση των Εναγομένων να παραλάβουν οποιοδήποτε ποσό κατά ή περί τις 10.3.2007 προς πλήρη εξόφληση των οφειλομένων ενοικίων αποσκοπούσε μόνο στο να μην δοθεί η εντύπωση και να μην θεωρηθεί από την Ενάγουσα ότι η ενοικίαση συνεχιζόταν και ότι οι Εναγόμενοι παραιτούνταν από τη διάρρηξη της σύμβασης εξ υπαιτιότητας της Εναγόμενης. Σχετική η παρα. 14(γ) της Ε/Υ. (
- vi)Κατέληξε έτσι να οφείλεται σήμερα από την Ενάγουσα προς τους Εναγόμενους δυνάμει της επίδικης σύμβασης ενοικίασης μόνο το δεδουλευμένο ενοίκιο του Αυγούστου 2006 για το ποσό των ΛΚ90 (ισόποσο με €153,77σ.), το οποίο και ανταπαιτούν από αυτήν. Σχετική η παρα. 16 της Ε/Υ. (vii) Είναι, περαιτέρω, η θέση των Εναγομένων ότι μετά που η Ενάγουσα παρέλαβε την επιστολή τερματισμού της επίδικης σύμβασης, αντί αυτή να τους παραδώσει ελεύθερη κατοχή του υποστατικού, το υπενοικίασε χωρίς τη συγκατάθεσή τους ως ιδιοκτητών, παράνομα και αντισυμβατικά, σε κάποιον Νικόλαο Καρακωστίδη και/ή αυτή εγκατέλειψε την κατοχή του επίδικου υποστατικού στον εν λόγω Νικόλαο Καρακωστίδη. Σχετική η παρα. 7(β) της Ε/Υ. (viii) Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι εφόσον η Ενάγουσα εγκατέλειψε την κατοχή του επίδικου υποστατικού στον έλεγχο του Νικόλαου Καρακωστίδη, οι Εναγόμενοι συνήψαν στις 7.3.2007 νέα σύμβαση ενοικίασης με τον ίδιο τον Καρακωστίδη. Αυτός κατέβαλλε ενοίκιο από το Μάρτιο του 2007 μέχρι και τον Ιούνιο του 2007. Από τον Ιούλιο 2007 ο Καρακωστίδης παρέλειψε την πληρωμή οποιωνδήποτε άλλων ενοικίων ενώ παρέδωσε την κατοχή του υποστατικού στους Εναγόμενους μόλις στις 14.5.2009, αφήνοντας απλήρωτα μέχρι σήμερα όλα τα δεδουλευμένα ενοίκια. Σχετική η παρα. 7(γ) της Ε/Υ. Το συνολικό ποσό ενοικίων που εισέπραξαν οι Εναγόμενοι από τον Νικόλαο Καρακωστίδη για την περίοδο από 7.3.2007 μέχρι 14.5.2009 που είχε εκείνος την κατοχή του επίδικου υποστατικού, ανέρχεται σε €5.866,48. Σχετική η παρα. 19 της Ε/Υ. Εάν συνέχιζε η επίδικη σύμβαση ενοικίασης μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων, αυτοί θα εισέπρατταν από την Ενάγουσα για την περίοδο από 10.9.2006 μέχρι 9.9.2010 το συνολικό ποσό ενοικίων ΛΚ12.000 (€20.503), γι' αυτό και οι Εναγόμενοι καταλήγουν να ανταπαιτούν από την Ενάγουσα τα απωλεσθέντα ενοίκια (πλην αυτών που εισέπραξαν κατά την εν λόγω περίοδο από τον κ. Καρακωστίδη), τα οποία ανέρχονται σε €14.636,12σ. Σχετικές οι παρα. 17 και 20 της Ε/Υ. (
- ix)Δικογραφείται ως παραδεκτή από τους Εναγόμενους η ανταλλαγή επιστολών σχετικά με την παρούσα υπόθεση μεταξύ των δικηγόρων τους και εκείνων της Ενάγουσας, ημερ. 17.4.2007, 17.5.2007 και 8.6.2007. Σχετική η παρα. 11 της Ε/Υ. Ε. Η ανταπαίτηση των Εναγομένων Ως εκ των ανωτέρω περιγραφόμενων ισχυρισμών γεγονότων, οι Εναγόμενοι με την Ανταπαίτηση τους ζητούν από την Ενάγουσα: (
- i)€14.636,12 ως ζημιά και/ή απώλεια κέρδους που υπέστησαν λόγω της παράβασης της σύμβασης ενοικίασης από την Ενάγουσα. (
- ii)€153,77 δεδουλευμένο ενοίκιο για το μήνα Αύγουστο. (iii) Νόμιμο τόκο. (
- iv)Έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. Στ. Η απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση 9. Η Ενάγουσα καταχώρησε την Απάντησή της στην Ε/Υ και την Υπεράσπισή της στην Ανταπαίτηση των Εναγομένων στις 3.4.2015. Αρνήθηκε την εκδοχή των Εναγομένων στο βαθμό που συγκρούεται με τη δική της εκδοχή. 10. Ειδικότερα, η Ενάγουσα αρνήθηκε ότι αυτή εγκατέλειψε οποτεδήποτε το επίδικο υποστατικό (σχετική η παρα. 6(β)) ή/και ότι το υπενοικίασε οποτεδήποτε στον Νικόλαο Καρακωστίδη (σχετική η παρα. 6(γ)), και ισχυρίστηκε ότι αυτός εργάζετο απλώς στο επίδικο υποστατικό, γεγονός το οποίο επιβεβαίωσε και ο ίδιος γραπτώς (βλ. παρα. 6(στ)). Ουδέποτε ειδοποιήθηκε ότι οφείλει το ενοίκιο για τον Αύγουστο του 2006 και εν πάση περιπτώσει αρνείται ότι το οφείλει (βλ. παρα. 7(γ)). 11. Επέμεινε η Ενάγουσα στον ισχυρισμό της ότι αυτή δεν πρόλαβε να πάρει οτιδήποτε από τον εξοπλισμό του καφεστιατορίου (κινητή περιουσία) αφού οι ίδιοι οι Εναγόμενοι τερμάτισαν απροειδοποίητα τη σύμβαση ενοικίασης και ως εκ τούτου όλος ο εξοπλισμός παρέμεινε μέσα στο επίδικο υποστατικό, τον οποίο και δικαιούται να αξιώνει να της επιστραφεί, εφόσον δεν αποτελεί τροποποίηση στο ίδιο το υποστατικό (βλ. την παρα. 11 και 12). 12. Επανέλαβε η Ενάγουσα τη θέση της ότι όταν αυτή παρέλαβε το επίδικο υποστατικό, αυτό ήταν σε άθλια κατάσταση και καθόλου λειτουργικό και ανθρώπινα βιώσιμο και πως χρειαζόταν την ανακαίνιση όχι μόνον επειδή θα χρησιμοποιήτο από ανθρώπινα όντα, αλλά και ως χώρος προετοιμασίας φαγητού (βλ. την παρα. 12). Ζ. Η προσκομισθείσα μαρτυρία και αξιολόγηση αυτής 13. Για να αποδείξει την υπόθεση της Ενάγουσας, προσήλθε μία μόνο μάρτυρας, η κα Ιουλιέττα Ιακωβίδου, που είναι η μητέρα της και η οποία στο εξής θα αναφέρεται ως «ΜΕ1». 14. Από την άλλη, προς υποστήριξη της υπόθεσης των Εναγομένων προσήλθαν τρεις μάρτυρες꞉ · Ο κ. Μιχάλης Γεωργίου που είναι ο Εναγόμενος 1 στην υπό κρίση αγωγή και οποίος στο εξής θα αναφέρεται ως «ΜΥ1». · Ο κ. Αδάμος Μοντάνιος (στο εξής «ο ΜΥ2»), ο οποίος ως δήλωσε ήταν ο δικηγόρος των Εναγομένων αρ. 1 και 2 κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο. · Ο κ. Νικόλας Καρακωστίδης (στο εξής «ο ΜΥ3»), σε σχέση με τον οποίο εγείρεται επιδικό θέμα αν ήταν απλώς υπάλληλος της Ενάγουσας στο επίδικο υποστατικό (ως η εκδοχή της Ενάγουσας στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση), ή αν αυτός είχε υπενοικιάσει το επίδικο υποστατικό από την Ενάγουσα κατά παράβαση της σύμβασης ενοικίασης μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων (ως η εκδοχή των Εναγομένων). 15. Όλη η δοθείσα μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και τα τεκμήρια που κατατέθησαν είναι καταχωρημένα στο φάκελο του Δικαστηρίου. Δεν κρίνεται αναγκαία η παράθεση της μαρτυρίας αυτολεξεί. Θα αναφερθώ πιο κάτω, κατά την αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας, σε εκείνα τα στοιχεία που επέδρασαν στη διαμόρφωση της δικαστικής μου κρίσης. 16. Όπως ήταν αναμενόμενο, με βάση την προπαρατεθείσα δικογραφία, η εκδοχή που προώθησε η ΜΕ1 ήταν διαμετρικά αντίθετη από την εκδοχή που προώθησαν οι τρεις μάρτυρες υπεράσπισης. 17. Εγείρεται ζήτημα ελέγχου της αξιοπιστίας των μαρτύρων οποτεδήποτε υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές, όπως συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση, και το δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει ανάμεσά τους. 18. Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και, στη βάση των δικών του ευρημάτων ως προς τα γεγονότα, να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται. Ωστόσο, η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614).). 19. Σημειωτέον ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, ο Ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επαναληφθεί στην πρόσφατη απόφαση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.
- Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας απολύτως σχετική είναι η εκτεταμένη ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, Hippasus, 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει αποτελεί σε γενικές γραμμές στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν Ηροδότου, Π.Ε. 332/09, ημερ. 10.6.13, Re N-BCM
(2002)EWCA Civ. 1052, C & A Pelekanos Associates Limited ν Πελεκάνου
(1999)1(B) ΑΑΔ 1273). Η συμπεριφορά μάρτυρα κατά την αντεξέταση δεν φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία από ό,τι έχει κατά την κυρίως εξέταση και επανεξέταση (Attorney-General for the Sovereign Base Areas of Akrotiri and Dhekelia ν Steinhoff
(2005)UKPC 31). 21. Ασφαλώς, κρίση του δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν δύναται να έχει ως μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Αποτιμάται η συνολική παρουσία καθενός μάρτυρα στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας του χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη) - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα υποβάλλεται στη βάσανο της λογικής με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. 22. Πέραν τούτου, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία (Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1(B) ΑΑΔ 1056). 23. Τέλος, σημειώνω ότι αποτελεί βασικό κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014 και Χριστοδούλου ν. Χρ. Μαρνέρος και Σία Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 718). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται υπό το πρίσμα και της συνοχής της εν σχέση προς τη δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς (βλ. Γιώργου Παπαγεωργίου ν Λούης Κλάππας (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ 24). Όπως λέχθηκε στη Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676: «Δεν διαπιστώνεται όμως καμία ουσιώδης παρέκκλιση μεταξύ δικογραφίας και μαρτυρίας, που είναι βέβαια επιτρεπτό από το Δικαστήριο να εντοπίζεται ως στοιχείο για την τυχόν αξιοπιστία του διαδίκου (δέστε Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1153, 1158-59)». Ζ.
- Η γενική εντύπωση για τη μαρτυρία της ΜΕ
- Η ΜΕ1 είναι, ως δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου, Ελληνίδα του Πόντου σε καταγωγή και ζει στην Κύπρο από το
- Στη γραπτή της δήλωση, ως το Έγγραφο Α, η ΜΕ1 είχε ισχυριστεί ότι αυτή γνωρίζει την ελληνική γλώσσα και την Κυπριακή διάλεκτο σε ικανοποιητικό βαθμό, έτσι ώστε να είναι σε θέση να μιλά και να διαβάζει ελληνικά. Αν και δεν θα περιέγραφα ως άνετη την ικανότητά της να διαβάζει έγγραφα στα Ελληνικά, εντούτοις ο προφορικός της λόγος δεν μου άφησε αμφιβολία ότι αντιλαμβανόταν τις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν ή/και ότι οι απαντήσεις που έδιδε ήταν όπως η ίδια συνειδητά επέλεγε να τις δώσει. Έτσι, πέραν και ανεξάρτητα του γεγονότος ότι η ΜΕ1 δεν ζήτησε τις υπηρεσίες διερμηνέα, ούτε το Δικαστήριο έκρινε αναγκαίο να διακόψει τη διαδικασία για να τις παρασχεθούν τέτοιες υπηρεσίες. Οι απαντήσεις της, βεβαίως, ως είναι καταγεγραμμένες στα πρακτικά του Δικαστηρίου απηχούν τη δική της ιδιαίτερη διάλεκτο κατά τη χρήση της Ελληνικής γλώσσας ως Ελληνίδας του Πόντου.
- H ME1 ισχυρίστηκε ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, υπό την ιδιότητά της ως μητέρας της Ενάγουσας. Για να αιτιολογήσει τη μη προσέλευση της ίδιας της Ενάγουσας στο Δικαστήριο ως μάρτυρος, η ΜΕ1 εξήγησε κατά την αντεξέτασή της ότι η Ενάγουσα βρίσκεται τα τελευταία 3 χρόνια εγκατεστημένη στην Αγγλία, λόγω του ότι ο άντρας της διαγνώστηκε με καρκίνο και τυγχάνει θεραπείας εκεί. Δεν αμφισβητείται από την Υπεράσπιση ότι κατά την εκτέλεση της σύμβασης υπήρξαν επαφές όχι μόνον με την Ενάγουσα (βλ. τη μαρτυρία του ΜΥ2) αλλά και με την ΜΕ1 και τον πατέρα της (βλ. την μαρτυρία του ΜΥ1). Συνεπώς, δεν αμφισβητείται η ικανότητα της ΜΕ1 να δίδει μαρτυρία για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης.
- Η γενική εντύπωση που μου άφησε η ΜΕ1 ήταν εκείνη μιας γυναίκας ευπρεπούς, σοβαρής και ευγενικής, η οποία ήρθε στο Δικαστήριο αισθανόμενη αδικημένη από την έκβαση της επίδικης σχέσης ενοικίασης. Παρά το ειλικρινές ύφος που εξέπεμπε κατά την κυρίως εξέτασή της, οφείλω να παρατηρήσω ότι κατά την αντεξέτασή της δεν κατάφερε να διατηρήσει στέρεη τη βάση της εκδοχής της Ενάγουσας. Αναδείχθησαν ελλείψεις στα αποδεικτικά στοιχεία που είχε στην κατοχή της η ΜΕ1 όσον αφορά, πρώτον, τις αποδείξεις πληρωμής των ενοικίων που η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι πλήρωσε, δεύτερον, τις αποδείξεις για τα έξοδα ανακαίνισης και για τις λοιπές ειδικές ζημιές που η Ενάγουσα αξιώνει να αποζημιωθεί, τρίτον για το ύψος του εισοδήματος που η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι είχε και για το οποίο αξιώνει να αποζημιωθεί. Περαιτέρω, υπήρξε παραδοχή της ΜΕ1 περί καθυστερημένων ενοικίων, οι οποίες αντιστρατεύονται τη δικογραφημένη εκδοχή της Ενάγουσας. Τέλος, επί ουσιωδών πτυχών της μαρτυρίας της ΜΕ1 (το θέμα της προσκόμισης ή μη των τίτλων ιδιοκτησίας από τον Εναγόμενο 1 και το θέμα της υπενοικίασης ή μη του επίδικου υποστατικού από την Ενάγουσα στον Καρακωστίδη), δεν υπήρξε οποιαδήποτε ενισχυτική μαρτυρία από άλλο μάρτυρα για την Ενάγουσα, ενώ αντίθετα δόθηκε αντικρουστική μαρτυρία από τους ΜΥ1, ΜΥ2 και ΜΥ3, η οποία εξουδετερώνει τη μαρτυρία της ΜΕ
- Για όλους αυτούς τους λόγους, τους οποίους συγκεκριμενοποιώ πιο κάτω, κρίνω πως η μαρτυρία της ΜΕ1 δεν υπήρξε ειλικρινής και αξιόπιστη ή/και δεν αποδεικνύει ως αληθή την εκδοχή της Ενάγουσας. Ζ.
- Η γενική εντύπωση για τη μαρτυρία του ΜΥ1
- Ο ΜΥ1 μου έκανε θετική εντύπωση στο σύνολο της μαρτυρίας του. Πρόκειται για Κύπριο σε καταγωγή, ο οποίος είχε κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, μόνιμη διαμονή στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο ΜΥ1 εξήγησε ότι είναι συνιδιοκτήτης με τον Εναγόμενο αρ. 2 ενός κτιριακού συγκροτήματος επί της οδού Αριστοτέλους στη γωνία με Ονασαγόρου, το οποίο συγκρότημα περιλαμβάνει επτά συνολικά μαζαγιά, περιλαμβανομένου του επίδικου υποστατικού, και ένα πάρκινκ με 16 θέσεις στάθμευσης. Έχει ενοικιαστές από το 1960 μέσα στο συγκρότημα, με τους οποίους επιδιώκει να έχει πάντα φιλικές συνεννοήσεις και διευθετήσεις. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο (βλ. το Έγγραφο ΙΕ). Ο ΜΥ1 είδε και αναγνώρισε τόσο την επιστολή τερματισμού της ενοικίασης, ημερ. 24/7/2006 (βλ. το Έγγραφο Β) όσο και το Ενοικιαστήριο συμβόλαιο της Ενάγουσας (βλ. το Τεκμήριο 1 υπό το Έγγραφο Α). Περαιτέρω, ο ΜΥ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο ΙΕ την απόδειξη είσπραξης ενοικίων απο τον κ. Νικόλαο Καρακωστίδη δυνάμει Ενοικιαστήριου Συμβολαίου που οι Εναγόμενοι συνήψαν με τον κ. Καρακωστίδη (βλ. το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο ΙΕ).Τέλος, ο ΜΥ1 κατέθεσε το Ενοικιαστήριο Συμβόλαιο που οι Εναγόμενοι συνήψαν με την κα Μενοίκου, ημερ. 29.6.2009, ως Τεκμήριο 5 υπό το Έγγραφο ΙΕ.
- Η προφορική μαρτυρία του ΜΥ1 ήταν ιδιαίτερα ζωηρή και παραστατική. Ο λόγος του υπήρξε αφηγηματικός. Όντας ένας εκ των ιδιοκτητών του επίδικου υποστατικού, ο ΜΥ1 έδειξε να είχε, κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ενδιαφέρον για την πορεία της σύμβασης ενοικίασης που συνήφθη εκ μέρους του με την Ενάγουσα. Συγχρόνως, έδειξε να έχει την πλήρη εικόνα για το σύνολο του κτιριακού συγκροτήματος στο οποίο εντάσσεται το επίδικο υποστατικό όσον αφορά τα εκεί ισχύοντα ενοίκια, τους ενοικιαστές τους και την κτιριακή κατάστασή τους. Έπεισε, επίσης, ο ΜΥ1 το Δικαστήριο, μέσα από τα όσα λεπτομερώς αφηγήθηκε, ότι, πέραν του χειρισμού που ανέθετε κατά καιρούς στους δικηγόρους του, είχε και ο ίδιος προσωπική ανάμειξη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ειδικότερα, ο ΜΥ1 έπεισε το Δικαστήριο, ότι, αυτός πράγματι διενήργησε επιτόπιες επισκέψεις στο επίδικο υποστατικό για έλεγχο της κατάστασης αυτού και των ενοικιαστών του τόσο το 2006 όσο και το 2007 και συνάντησε αφενός τη ΜΕ1 για το ζήτημα της προσκόμισης των τίτλων ιδιοκτησίας και αφετέρου τον ΜΥ3 για το ζήτημα της σύναψης νέας σύμβασης ενοικίασης μαζί του.
- Η μαρτυρία του ΜΥ1 δεν έχασε τη δυναμική της κατά την αντεξέτασή του από τη συνήγορο της Ενάγουσας. Απεναντίας, θα έλεγα ότι βγήκε αλώβητος και ενδυναμωμένος από αυτήν, αφού κατάφερε να δείξει ότι η ίδια η συνήγορος της Ενάγουσας οπισθοχώρησε στις θέσεις της ή/και δέχθηκε δικές του θέσεις, όπως για παράδειγμα τη θέση ότι το ύψος του ενοικίου που συμφωνήθηκε με την Ενάγουσα ήταν χαμηλότερο του κανονικού για την εποχή ή/και του υπέβαλε θέσεις που ενίσχυαν την εκδοχή των Εναγομένων, όπως για παράδειαγμα ότι «ο Καρακωστίδης δεν πήγαινε καλά, δεν δούλευε, άρα δεν ήταν στη θέση να πληρώνει τα ισχυριζόμενα 420 ευρώ στην κα Ιακωβίδου, γι' αυτό και αναγκαστήκατε να τερματίσετε τόσο σύντομα μαζί του», θέση η οποία δικαιολογημένα εκλήφθηκε από τον ΜΥ1 ότι συνιστούσε παραδοχή της εν λόγω συνηγόρου ότι ο Καρακωστίδης ενεργούσε ως υπενοικιαστής, δηλ. ως ενοικιαστής της Ενάγουσας. Ζ.
- Η γενική εντύπωση για τον ΜΥ
- Ο MY2, δικηγόρος στο επάγγελμα, έδωσε πλήρη εξήγηση για τον τρόπο με τον οποίο εμπλέκεται στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Όπως εξήγησε ο ΜΕ1, αυτός ήταν στενά συνδεδεμένος με τη μητέρα του Εναγόμενου 2 και εξακολουθεί να είναι συνδεδεμένος με τον πατέρα του. Η μητέρα του Εναγομένου αρ. 2 και αδερφή του Εναγόμενου αρ. 1 ήταν συνιδιοκτήτρια του υποστατικού που είναι επίδικο. Με το θάνατο της μητέρας του Εναγομένου αρ. 2, καθώς ο πατέρας του ήταν γιατρός, ανέλαβε ο ΜΥ2 να βοηθά για τις ενοικιάσεις και ό,τι άλλο χρειάζονταν για το υποστατικό, καθώς ο Εναγόμενος αρ. 1 ήταν κάτοικος Αγγλίας. Για περίοδο 10 - 15 χρόνων, ο ΜΥ2 ασχολήτο με τις ενοικιάσεις των υποστατικών, συμπεριλαμβανομένου αυτού που ήταν στη συνιδιοκτησία των δύο εναγομένων. Η δική του ανάμειξη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αφορά, ως η μαρτυρία του, κατά πρώτον, στο ότι αυτός υπέγραψε εκ μέρους των Εναγομένων την επίδικη σύμβαση ενοικίασης με την Ενάγουσα, δεύτερον, στο ότι αυτός απέστειλε την επιστολή τερματισμού της εν λόγω σύμβασης, τρίτον, στο ότι αυτός απέστειλε τους τίτλους ιδιοκτησίας του επίδικου υποστατικού σε αρχιτέκτονα που ενεργούσε για λογαριασμό της Ενάγουσας, και τέταρτον στο ότι αυτός εισέπραξε το ενοίκιο από τον νέο ενοικιαστή, κ. Καρακωστίδη. Δεν άφησε καμία αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου ο ΜΥ2 ότι αυτός προσήλθε με ειλικρινή διάθεση για να διαφωτίσει το Δικαστήριο για τα τεκταινόμενα στη βάση των σημειώσεων αυτού και της ιδιαιτέρας του που είχε στο δικηγορικό γραφείο για το χειρισμό της παρούσας υπόθεσης, καθώς και στη βάση των καταστάσεων λογαριασμού που τηρούσε το εν λόγω δικηγορικό γραφείο εκ μέρους των πελατών του στην τράπεζα και εσωτερικά στο λογιστήριο του ιδίου γραφείου. Επί ουσιώδους πτυχής της μαρτυρίας του, δεν αντεξετάστηκε ο ΜΥ2 και έτσι παρέμεινε ακλόνητη η μαρτυρία του. Αναφέρομαι, ειδικότερα, στη δήλωσή του ότι ο αρχιτέκτονας Μιχάλης Χρίστου ενεργούσε για λογαριασμό της Ενάγουσας όταν του ζήτησε τους τίτλους ιδιοκτησίας το
- Το μόνο που αμφισβητήθηκε ήταν αν πράγματι αυτός έστειλε τους τίτλους ιδιοκτησίας στον εν λόγω αρχιτέκτονα. Τούτο όμως, ως ζήτημα αντιμετώπισης με την κοινή λογική, εύλογα απαντήθηκε από τον ΜΥ2 ότι προκύπτει ευθέως από το καλυπτικό σημείωμα του φωτοτηλεμηνύματος που λέει ότι στέλνει συνημμένα τους τίτλους ιδιοκτησίας σε συνδυασμό με την απόδειξη αποστολής του φωτοτηλεμηνύματος που δείχνει ότι αποστέλλονται τέσσερις σελίδες και όχι απλώς μία ως είναι το ίδιο το καλυπτικό σημείωμα του φωτοτηλεμηνύματος. Ζ.
- Η γενική εντύπωση για τον ΜΥ
- Ο ΜΥ3 είναι μάρτυρας σημαντικός υπό την έννοια ότι από τη δική του αξιοπιστία ή μη καταλήγει να κρίνεται το κατά πόσον ευσταθεί η εκδοχή της Ενάγουσας περί εκδίωξής της από το επίδικο υποστατικό κατά ή περί τις 7.3.2007, ενόσω αυτή εξακολουθούσε να έχει κατ' ισχυρισμόν την κατοχή του υποστατικού με πλήρη εξοπλισμό που η ίδια εγκατέστησε εκεί και έχοντας τον ΜΥ3 ως απλό υπάλληλο. Ο ΜΥ3 κατάγεται, ως αυτός δήλωσε, από τα Γιαννιτσά και ζει στην Κύπρο τα τελευταία 20 χρόνια. Ήταν κτίστης στο επάγγελμα επί σειρά ετών. Ισχυρίστηκε ότι γνώρισε τον πατέρα της Ενάγουσας μέσω ενός φίλου του, του κ. Μιχάλη Πάσιου που δούλευε στο Δημαρχείο. Επειδή κουράστηκε να είναι στις οικοδομές, σκέφτηκε να φτιάξει ένα μαγαζί να το δουλεύει. Αυτός πρωτοείδε το μαγαζί τον Οκτώβριο του 2006 και του άρεσε. Είχε μέσα τον εξοπλισμό του, αλλά ήταν κλειστό, δηλαδή δεν το δούλευε τότε κανείς και είχε απ' έξω ταπέλα που έγραφε «πωλείται ή ενοικιάζεται». Υπέθεσε ο ΜΥ3 ότι την ταπέλα αυτή την έβαλε ο πατέρας της Ενάγουσας. Δεν γνώριζε τότε ο ίδιος αν μπορούσε να το κάνει αυτό, δηλαδή να το ενοικιάσει σε τρίτους ο πατέρας της Ενάγουσας. Εκείνος του πρότεινε να το δουλέψουν μαζί συνεταιρικά, αλλά μετά «κάπου απέφυγε και μου ζήτησε ενοίκιο». Συμφώνησε να πληρώνει ενοίκιο λίγο λίγο όπως μπορούσε και περνούσε ο πατέρας της Ενάγουσας κάθε μία βδομάδα ή κάθε δύο βδομάδες και του έδινε ο ΜΥ3 ό,τι κρατούσε πάνω του. Ο εξοπλισμός της Ενάγουσας παρέμεινε μέσα στο μαγαζί για περίπου 2 - 3 μήνες μέχρι που πήγε ο πατέρας της Ενάγουσας και τον πήρε. Καθώς ο ίδιος ήταν στο μαγαζί, πήγε επί τόπου ο ΜΥ1 και του πρότεινε να κάνει συμβόλαιο ενοικίασης με τους ιδιοκτήτες. Έτσι αυτός υπέγραψε το ενοικιαστήριο συμβόλαιο ημερ. 7.3.2007 ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο ΙΕ, για 2 χρόνια, με ενοίκιο ΛΚ200 το μήνα. Διατήρησε το μαγαζί μόνο μέχρι τον Ιούνιο του 2007 και κατέβαλε ενοίκιο για τους μήνες Μάρτιο 2007 μέχρι Ιούνιο 2007 ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο ΙΕ. Ο λόγος που παράτησε το μαγαζί τον Ιούνιο του 2007 ήταν γιατί δεν είχε πολεοδομική άδεια για τη χρήση του και πέρασε απ' εκεί κάποιος λειτουργός του Δημαρχείου, επ' ονόματι Δημήτρης Δημητρίου και του είπε να το κλείσει. Στις 20.3.2007, καθώς ο ίδιος εργαζόταν στο μαγαζί και ήταν μεθυσμένος, πήγαν και τον έπιασαν και τον πήραν στο γραφείο των δικηγόρων της Ενάγουσας κοντά στα Σφηνάκια και τον έβαλαν να υπογράψει ένα χαρτί ως είναι το Έγγραφο ΙΓ. Παρακολούθησα προσεκτικά τον ΜΥ3 να δίδει δια ζώσης μαρτυρία και πρέπει να πω ότι τα λόγια του είχαν λογική και συνοχή. Κρίνω πως όσα δήλωσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ειλικρινή, αληθή και αξιόπιστα. Δεν μου έδωσε την εντύπωση, ως ήταν η εισήγηση της συνηγόρου της Ενάγουσας, ότι αυτός καθοδηγήθηκε από το δικηγόρο των Εναγομένων ή από τον ΜΥ2 τί να πει στο Δικαστήριο. Αν δεν ήταν αυθεντική η μαρτυρία του ΜΥ3, κρίνω πως αυτό θα αναδύετο εύκολα κατά την αντεξέτασή του. Δεν διαπίστωσα όμως να έχει αντιφάσεις η μαρτυρία του μεταξύ της κυρίως εξέτασής του και της αντεξέτασής του. Όσον αφορά τα δύο συγκρουόμενα μεταξύ τους έγγραφα που αυτός παρουσιάζεται να έχει υπογράψει, ήτοι αφενός το Ενοικιαστήριο Έγγραφο που συνήψε με τους Εναγόμενους στις 7.3.2007 (Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο ΙΕ) και αφετέρου τη δήλωση ότι στις 20.3.2007 αυτός εξακολουθούσε να εργάζεται έναντι αμοιβής για την Ενάγουσα (Έγγραφο ΙΓ), κρίνω ότι ο ΜΥ3 έδωσε συγκεκριμένη αιτιολογία η οποία δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του. Αποδέχομαι την προφορική μαρτυρία του στην ολότητά της και καταλήγω να απορρίπτω το περιεχόμενο του Εγγράφου ΙΓ ως αναληθές. Αναλυτική αξιολόγηση της μαρτυρίας του παρατίθεται κατωτέρω. Ζ.
- Αναλυτική αξιολόγηση της μαρτυρίας Ζ.4.
- Αναφορικά με την απαίτηση της Ενάγουσας · Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η μη πληρωμή κάποιων ενοικίων δεν οφειλόταν σε δική παράλειψη ή άρνηση της Ενάγουσας. Σε σχέση με την εκδοχή της Ενάγουσας, ως δικογραφήθηκε, ότι αυτή ουδέποτε προηγουμένως αμέλησε ή παρέλειψε ή αρνήθηκε να καταβάλει τα οφειλόμενα δεδουλευμένα ενοίκια προς τους Εναγόμενους, η ΜΕ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο δέσμη αποδείξεων πληρωμής ενοικίου, ως το Έγγραφο ΙΒ. Όλες οι αποδείξεις πληρωμής που κατέθεσε η ΜΕ1 (ως το Έγγραφο ΙΒ) παρατηρώ ότι είναι εκδοθείσες στο όνομα της Ενάγουσας και αφορούν, ως παρατηρώ, την περίοδο - · από Οκτώβριο 2002 (ο οποίος περιγράφεται ως η περίοδος από 10.10.2002 μέχρι 9.11.2002 - βλ. την πρώτη απόδειξη στην εν λόγω δέσμη, υπ' αριθ. 3647, ημερ. 30.9.2002), · μέχρι τον Ιούλιο 2006 (ο οποίος περιγράφεται ως να διαρκεί από 10.7.2006 μέχρι 9.8.2006 - βλ. την τελευταία απόδειξη στην εν λόγω δέσμη, υπ' αριθ. 3819, ημερ 30.6.06).
- Όπως, όμως, επεσήμανε η ίδια η συνήγορος της Ενάγουσας, από την εν λόγω δέσμη αποδείξεων απουσιάζουν οι αποδείξεις για το μήνα Σεπτέμβριο 2002 και για τους μήνες Απρίλιο 2003 μέχρι και Αύγουστο 2003, δηλαδή λείπουν οι αποδείξεις για τα ενοίκια έξι μηνών @ ΛΚ80 έκαστο. Ερωτήθηκε κατά την κυρίως εξέτασή της η ΜΕ1 να πει αν το ενοίκιο πληρωνόταν κανονικά κατά τους μήνες αυτούς και η ΜΕ1 απάντησε ότι «Ναι, εγώ πλήρωνα. Μπορεί χάθηκαν. Τί να πω;».
- Παρατηρώ, συναφώς, ότι η ΜΕ1 δεν ισχυρίστηκε αυτό που δικογραφήθηκε στην Ε/Α της Ενάγουσας, ήτοι ότι αυτή πλήρωσε όλα τα ενοίκια, αλλά οι Εναγόμενοι δεν της εξέδιδαν αποδείξεις είσπραξης ή τις εξέδιδαν με καθυστέρηση. Το μόνο που ισχυρίστηκε η ΜΕ1 ήταν ότι δεν προσκόμισε όλες τις αποδείξεις, επειδή κάποιες από αυτές, για τους μήνες που επεσήμανα ανωτέρω, δεν ήταν στην κατοχή της διότι πιθανόν να χάθηκαν.
- Παρατηρώ, περαιτέρω, ότι όλες οι κατατεθείσες αποδείξεις είσπραξης ενοικίου είναι υπογραμμένες «Δια τους ιδιοκτήτες», αφού, όπως παραδέχθηκε η ΜΕ1 κατά την αντεξέτασή της, αυτές ήταν πάντα έτοιμες και υπογραμμένες από τους δικηγόρους των Εναγομένων - ιδιοκτητών και τους παραδίδονταν από κάποιον κ. Χριστάκη Χατζηγιαννακού, ο οποίος ήταν εξουσιοδοτημένος από τους ιδιοκτήτες να εισπράττει το ενοίκιο. Ουδόλως ισχυρίστηκε η ΜΕ1 ότι το εν λόγω πρόσωπο ή οι ιδιοκτήτες αμελούσαν την έκδοση αποδείξεων. Ούτε ισχυρίστηκε η ΜΕ1 ότι η Ενάγουσα έψαχνε να βρει τους ιδιοκτήτες για να τους πληρώσει το ενοίκιο, αφού αντιθέτως έδειξε να γνωρίζει ότι οι ιδιοκτήτες είχαν εξουσιοδοτημένο πρόσωπο στην Κύπρο για την είσπραξη του ενοικίου, το οποίο μάλιστα πρόσωπο διατηρούσε δικό του μαγαζί δίπλα από το επίδικο υποστατικό.
- Το σπουδαιότερο είναι ότι η ΜΕ1 δεν αρνήθηκε ότι καθ' ον χρόνο παραλήφθηκε η επιστολή τερματισμού της σύμβασης ενοικίασης, ως το Έγγραφο Β, η Ενάγουσα χρωστούσε κάποια ενοίκια. Εξίσου σπουδαίο και σημαντικό είναι ότι στην επιστολή που μετά ένα χρόνο απέστειλαν οι δικηγόροι της Ενάγουσας προς τους Εναγόμενους (βλ. το Έγγραφο ΙΔ) δεν αμφισβητήθηκε ο αριθμός των οφειλόμενων ενοικίων ή το συνολικό ποσό αυτών. · Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι ήταν οι Εναγόμενοι αυτοί που αρνήθηκαν να τους εξοφλήσει η Ενάγουσα τα οφειλόμενα ενοίκια.
- Ήταν η θέση της ΜΕ1 ότι άπαξ και αυτή παρέλαβε την επιστολή τερματισμού της σύμβασης ενοικίασης ως το Έγγραφο Β, συμβουλεύτηκε δικηγόρο και εξέδωσε μία επιταγή για όλα τα οφειλόμενα ενοίκια, την οποία παρέδωσε στον κ. Χριστάκη Χατζηγιαννακού που τα εισέπραττε συνήθως, αλλά αυτός δεν δέχτηκε να παραλάβει την επιταγή με εντολές των δικηγόρων των Εναγομένων.
- Αντεξεταζόμενη, όμως, από το συνήγορο των Εναγομένων παραδέχθηκε ότι η Ενάγουσα δεν απάντησε στην επιστολή τερματισμού ως το Έγγραφο Β, εντός της προθεσμίας που εδίδετο για έναρξη της ισχύος του τερματισμού (ήτοι μέχρι 9.9.2006) και ισχυρίστηκε μάλιστα ότι δεν μπορούσε να πάει σε δικηγόρο σε εκείνο το στάδιο διότι δεν είχε χρήματα να πληρώσει δικηγόρο. Περαιτέρω, κληθείσα από το συνήγορο Υπεράσπισης να παρουσιάσει την επιταγή που αυτή ισχυρίστηκε ότι είχε εκδώσει ευθύς μετά την παραλαβή της επιστολής ως το Έγγραφο Β, η ΜΕ1 δήλωσε ότι επειδή παρήλθαν πολλά χρόνια έκτοτε, έπαυσε να έχει την εν λόγω επιταγή στην κατοχή της και γι' αυτό δεν μπορούσε να την καταθέσει στο Δικαστήριο ως τεκμήριο.
- Συνεπώς, δεν στοιχειοθετείται ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι αυτή προσφέρθηκε να εξοφλήσει τα οφειλόμενα ενοίκια, και εδώ αναφέρομαι εντός της περιόδου που ήταν σε ισχύ η επίδικη σύμβαση ενοικίασης, ήτοι πριν την εκπνοή της δοθείσας με το Έγγραφο Β προθεσμίας για τερματισμό της σύμβασης. · Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι η Ενάγουσα είχε συμφωνήσει ή/και συνεννοηθεί ή/και λάβει την υπόσχεση των Εναγομένων να μην πληρώσει τα καθυστερημένα ενοίκια μέχρις ότου τηρηθεί όρος της σύμβασης από τους Εναγόμενους.
- Όσον αφορά την ύπαρξη καθυστερημένων ενοικίων πριν τη λήψη του Εγγράφου Β, η ΜΕ1 παραδέχθηκε ότι, σε κάποιο στάδιο προηγουμένως, το οποίο αυτή δεν προσδιόρισε χρονικά επακριβώς, σταμάτησαν να καταβάλλονται εκ μέρους της Ενάγουσας τα ενοίκια και θέλησε να εξηγήσει ότι τούτο δεν ήταν αποτέλεσμα άρνησης ή παράλειψης της Ενάγουσας, αλλά προϊόν συνεννόησης μεταξύ της ΜΕ1 και του Εναγομένου
- Ειδικότερα, η ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι, από φόβο προς τις Υγειονομικές αρχές, σταμάτησε να λειτουργεί το επίδικο υποστατικό ως ψησταριά. Και τούτο διότι, όπως η ΜΕ1 ισχυρίστηκε, ενώ αυτή είχε αφεθεί με την εντύπωση καθ' ον χρόνο ενοικιάστηκε το επίδικο υποστατικό ότι αυτό είχε όλες τις αναγκαίες άδειες στο Δημαρχείο, εντούτοις όταν πέρασε το Υγειονομείο μια μέρα από το μαγαζί της Ενάγουσας και είδε ότι ούτε καν τουαλέτα δεν είχε το εν λόγω υποστατικό, της υπέδειξε ότι έπρεπε πρώτα να εξασφαλίσει άδεια λειτουργίας του υποστατικού και μετά να το λειτουργεί ως ψησταριά. Από έρευνα που έκανε στο Δημαρχείο η ΜΕ1 έμαθε ότι για να βγάλει την άδεια χρειαζόταν να παρουσιάσει τον τίτλο ιδιοκτησίας του επίδικου υποστατικού, τα αρχιτεκτονικά σχέδια και την άδεια πολεοδομίας.
- Η πιο πάνω θέση της ΜΕ1 περί εντύπωσης που της δημιουργήθηκε ή παράστασης που έγινε προς την Ενάγουσα, καθ' ον χρόνο συνήφθη η επίδικη σύμβαση, ότι το υποστατικό είχε την αναγκαία άδεια λειτουργίας ως καφεστιατορίου, διαψεύστηκε από την ίδια κατά την αντεξέτασή της, αφού συμφώνησε με τη θέση που της υπέβαλε ο συνήγορος Υπεράσπισης ότι, βάσει των όρων του επίδικου ενοικιαστήριου συμβολαίου (Παράρτημα Α, παρα. (γ) του Τεκμηρίου 1 υπό Έγγραφο Α), η υποχρέωση να εξασφαλίσει τυχόν άδειες για λειτουργία της επιχείρησης, ήταν ευθύνη της ενοικιάστριας, δηλαδή της κόρης της, που είναι Ενάγουσα. Στον όρο αυτό παρέπεμψε και ο ΜΥ1 κατά τη δική του μαρτυρία.
- Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε ότι είχαν αναλάβει οι ιδιοκτήτες του υποστατικού συμβατική δέσμευση να προβούν οι ίδιοι σε ενέργειες για την έκδοση της αναγκαίας άδειας λειτουργίας του υποστατικού ως καφεστιατορίου ή ως ψησταριάς ούτε ότι αυτοί προέβηκαν ρητά σε οποιαδήποτε παράσταση ότι υπήρχε τέτοια άδεια. · Αναφορικά με το αν οι Εναγόμενοι εμπόδισαν ή δεν διευκόλυναν την Ενάγουσα, ως της υποσχέθηκαν, να προβεί η ίδια στις ενέργειες για την έκδοση της άδειας λειτουργίας.
- Η ΜΕ1 θέλησε να κτίσει την εικόνα ότι δόθηκε εκ των υστέρων, ήτοι στο στάδιο εκτέλεσης της σύμβασης, υπόσχεση από τον Εναγόμενο 1 προς την ίδια σε κατ΄ιδίαν συνομιλία ή/και τηλεφωνική επικοινωνία που αυτή είχε μαζί του, ότι θα γινόταν ανεκτή από τους Εναγόμενους η μη πληρωμή από αυτούς των δεδουλευμένων ενοικίων μέχρις ότου την εφοδιάσουν με τον τίτλο ιδιοκτησίας του επίδικου υποστατικού, προκειμένου αυτή να μπορεί να προωθήσει την υποβολή αίτησης στο Δήμο Λευκωσίας για την εξασφάλιση των σχετικών αδειών για τη λειτουργία του επίδικου υποστατικού ως ψησταριάς.
- Για να αποδείξει ως αληθή τον δικογραφημένο στην Ε/Α ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν ή/και παρέλειψαν να την εφοδιάσουν με τον τίτλο ιδιοκτησίας του επίδικου υποστατικού, εμποδίζοντας την έτσι από το να εξασφαλίσει την αναγκαία άδεια λειτουργίας του και ουσιαστικά προκαλώντας την να μην μπορεί να εφαρμόσει την επίδικη σύμβαση ενοικίασης, η ΜΕ1 εξιστόρησε την εξής εκδοχή γεγονότων꞉ Ότι, όταν αυτή ζήτησε τον τίτλο ιδιοκτησίας από τον Εναγόμενο 1, αυτός υποσχέθηκε να της τον φέρει, λέγοντάς της ότι τον είχε στην Αγγλία. Μετά της είπε ότι θα της τον έστελνε με το ταχυδρομείο από την Αγγλία. Όταν πέρασαν 5 - 6 μήνες και ήρθε εκείνος ξανά στην Κύπρο αλλά δεν της τον έφερε, της είπε ότι ίσως να είχε τον τίτλο η θεία του στην Κύπρο και πως θα έψαχνε εκείνος να τον βρει. Έφυγε από την Κύπρο χωρίς να της δώσει κάτι. Τον ξαναπήρε τηλέφωνο η ΜΕ1 και τότε ο Εναγόμενος 1 της είπε πως δεν βρήκε τον τίτλο ιδιοκτησίας στη θεία του και πως ίσως να τον είχε ο Εναγόμενος
- Ζήτησε η ΜΕ1 να της δώσει αυτής το τηλέφωνο του Εναγόμενου 2 για να τον πάρει τηλέφωνο η ίδια. Της έδωσε ο Εναγόμενος 1 πράγματι τον αριθμό τηλεφώνου του Εναγομένου 2, αλλά αυτός της είπε ότι ο ίδιος δεν είχε καθόλου χαρτιά του επίδικου υποστατικού και ότι όλα τα χαρτιά τα είχε ο Εναγόμενος
- Και πάλιν περίμενε η ΜΕ1 να έρθει στην Κύπρο ο Εναγόμενος
- Ήταν καταληκτικά η θέση της ΜΕ1 ότι ο Εναγόμενος 1 δεν της έφερε ποτέ τον τίτλο ιδιοκτησίας του επίδικου υποστατικού και γι' αυτό δεν κατάφερε να εξασφαλίσει ποτέ την άδεια λειτουργίας του επίδικου υποστατικού μέχρι τη μέρα που οι Εναγόμενοι προχώρησαν με επιστολή ημερ. 24.7.2006 ως το Έγγραφο Β και τερμάτισαν τη σύμβαση ενοικίασης από 9.9.2006, επικαλούμενοι ως μόνη αιτιολογία την παράλειψη της Ενάγουσας να πληρώσει 7 μηνιαία δεδουλευμένα ενοίκια συνολικού ποσού ΛΚ
- Η πιο πάνω εκδοχή αντικρούστηκε με τη μαρτυρία του ΜΥ1 και του ΜΥ2, στην οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια. Δόθηκε από αμφότερους τους μάρτυρες υπεράσπισης μαρτυρία για ανεξάρτητες ενέργειες που αυτοί έκαναν, σε δύο ξεχωριστά χρονικά διαστήματα, για να εφοδιάσουν την Ενάγουσα ή/και τη ΜΕ1 με τους τίτλους ιδιοκτησίας του επίδικου υποστατικού, ως ήταν το αίτημά της. Η αξιοπιστία των δηλώσεων των ΜΥ1 και ΜΥ2 δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέτασή τους, γι' αυτό και κατέληξε να παραμένει μετέωρη και έκθετη σε απόρριψη η θέση της ΜΕ1 ότι οι Εναγόμενοι της στέρησαν την ευκαιρία να έχει τους τίτλους ιδιοκτησίας για να μπορεί να υποβάλει την αίτηση για άδεια λειτουργίας. Κατ' αρχάς, ήταν η θέση του ΜΥ1 κατά την κυρίως εξέτασή του ότι δόθηκαν οι τίτλοι ιδιοκτησίας του επίδικου υποστατικού στην ΜΕ1 από τον ίδιο προσωπικά. Συγκεκριμένα, ήταν η θέση του ΜΥ1 ότι αυτός πήγε μαζί με την κα Ιακωβίδου στο Δημαρχείο για να υποβάλει την αίτηση για την άδεια λειτουργίας του επίδικου υποστατικού. Εκείνος είχε μαζί του τους τίτλους ιδιοκτησίας του επίδικου καταστήματος και η κα Ιακωβίδου είχε μαζί της τα αρχιτεκτονικά σχέδια του επίδικου υποστατικού. Ο ΜΥ1 περιέγραψε τη διαδρομή τους, την οποία έκαναν περπατητοί, από οδό Αριστοτέλους προς το Μέγαρο του Δήμου. Ως η θέση του ΜΥ1, κάποιος υπεύθυνος του Δήμου, που είδε τις φόρμες της αίτησης που πήρε μαζί της η κα Ιακωβίδου, τις απέρριψε διότι της είπε ότι ειχαν συμπληρωθεί λανθασμένα. Της είπε ότι έπρεπε να διορθωθούν οι φόρμες και να κάνει νέα προσπάθεια να κατατεθούν . Όταν έφυγαν απ' εκεί, ο ΜΥ1 είπε στην κα Ιακωβίδου ότι θα έπαιρνε τους τίτλους ιδιοκτησίας μαζί του, διότι έφευγε σε 1 - 2 μέρες για Αγγλία. Η κα Ιακωβίδου τον παρεκάλεσε θερμά να της αφήσει τους τίτλους και του υποσχέθηκε να τους επιστρέψει πολύ σύντομα στον κ. Χριστάκη Χατζηγιαννακού. Αν και δεν είχε σκοπό να το κάνει, εντούτοις δέχτηκε ο ΜΥ1 και της άφησε τους τίτλους, για να κάνει τη δουλειά της η ΜΕ
- Εκείνη, τους επέστρεψε μετά από λίγες μέρες αφήνοντας τους στον κ. Χριστάκη Χατζηγιαννακού, ο οποίος διατηρεί καφενείο πλησίον του Υποστατικού και ο οποίος εισέπραττε εκ μέρους των ιδιοκτητών τα ενοίκια. Κατέληξε έτσι ο ΜΥ1 να υποστηρίζει ότι αυτός έδωσε στην πλευρά της Ενάγουσας ό,τι ζητήθηκε για να εξασφαλίσει τις σχετικές άδειες, η εξασφάλιση των οποίων ήταν ούτως ή άλλως δική της ευθύνη. Κατά την αντεξέταση του ΜΥ1, του ζητήθηκε να τοποθετήσει χρονικά το πιο πάνω περιστατικό. Ο ΜΥ1 τοποθέτησε το συμβάν περί το Γενάρη του
- Ήταν συγχρόνως η θέση του ότι η κα Ιακωβίδου του ζήτησε τους τίτλους για πρώτη φορά μόλις το 2005, ενώ αυτή είχε μπει στο μαγαζί από το
- Αυτή η δήλωση του ΜΥ1 κρίνεται ως αξιόπιστη αφού συνάδει με τα λεγόμενα της ΜΕ1, υπό την έννοια ότι εκείνη παραδέχθηκε ότι λειτουργούσε το μαγαζί από το 2002 και ότι ήταν μόλις το 2004 που την επισκέφθηκε το Υγειονομείο, υποδεικνύοντας της την ανάγκη για λήψη άδειας, για την έκδοση της οποίας διαπίστωσε ότι θα χρειαζόταν να υποβάλει τους τίτλους ιδιοκτησίας. Εξήγησε λοιπόν ο ΜΥ1 ότι πρώτα άρχισαν οι καθυστερήσεις των ενοικίων και μετά του υποβλήθηκε για πρώτη φορά αίτημα να δώσει στην Ενάγουσα τους τίτλους ιδιοκτησίας για να μπορεί να εξασφαλίσει την άδεια λειτουργίας του υποστατικού. Συγκεκριμένα ο ΜΥ1 δήλωσε ότι «Η ενοικιάστρια, όταν εζητήθηκε από μένα και τον συνέταιρο μου να φέρω τους τίτλους ήταν ήδη πίσω με τρία ενοίκια, αν θυμούμαι ορθά, και είχα τα παράπονα από το Βρετανικό Συμβούλιο, τα οποία έπρεπε να διευθετήσω. Το ενοίκιο του εκείνου ήταν 5 φορές πιο μεγάλο από της κας Τατιάνας. Και οι καβγάδες το βράδυ από τους μεθυσμένους έπρεπε να σταματήσουν. Γι' αυτό χρειάστηκε εγώ να το βάλω γραπτώς. Η κα Ιακωβίδου φαξ δεν είχε και ερώτησα που να στείλω τα γράμματα και μου δόθηκε το φαξ της δικηγορικής εταιρείας σας (κ.Παπαντωνίου) από την κα Ιακωβίδου.». Περαιτέρω ο ΜΥ1 δήλωσε τα εξής꞉ «Από την ημέρα που μου εζήτησε να φέρω τους τίτλους, συμπεριλαμβανομένων και των γραμμάτων που της έγραψα για τα προβλήματα με το Βρετανικό Συμβούλιο, δύο μήνες μετά, ήμουν Κύπρο το Γενάρη 2006, θυμούμαι διότι είναι το μνημόσυνο της αδερφής μου και για 16 χρόνια είμαι Κύπρο κάθε Γενάρη, ήρθα Κύπρο και μετά από το μνημόσυνο πήγα στο Δήμο μαζί με την κα Ιακωβίδου, όχι την ίδια ημέρα.». Δεν αντεξετάστηκε ο ΜΥ1 ευθέως επί της δήλωσής του ότι προηγήθηκαν οι καθυστερήσεις στα ενοίκια πριν του ζητηθεί να φέρει τους τίτλους ιδιοκτησίας στην Ενάγουσα. Πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό και η παράλειψη αντεξέτασης επί τούτου, κρίνεται νομολογιακά ότι μπορεί να εκληφθεί ως παραδοχή του ισχυρισμού. Στην υπόθεση Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Κώστα Νικολαίδη
(2006)IB Α.Α.Δ 1057, και συγκεκριμένα στη σελίδα 1060 ο γενικός κανόνας συνοψίζεται ως εξής: «Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ., μεταξύ άλλων, A.C.T. Textiles v. Zodhiatis
(1986)1 C.L.R. 89 και Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383), εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του παρέχει στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε. Με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης η κατάληξη του δικαστηρίου ότι η μη αντεξέταση οδηγούσε σε παραδοχή του ισχυρισμού, ήταν εύλογα επιτρεπτή. Έτσι απορρίπτεται κι' αυτός ο λόγος.» Εκείνο που υποβλήθηκε στον ΜΥ1 ήταν ότι ανέχθηκε ή και συμφώνησε να ανεχθεί τις εν λόγω καθυστερήσεις μέχρις ότου αυτός φέρει τους τίτλους ιδιοκτησίας ή /και μέχρις ότου εκδοθεί η άδεια, θέση την οποία ο ίδιος απέρριψε. Αυτό το οποίο αντικειμενικά προκύπτει είναι ότι η Ενάγουσα δεν είχε καθυστερήσεις ενοικίων κατά τα έτη 2004 και 2005, και άρα δεν ετίθετο θέμα να είχε συγκατανεύσει σε καθυστερήσεις ο ΜΥ1 και όπως ο ίδιος δήλωσε, αν δεν συνέχιζε να πληρώνει η Ενάγουσα, αυτός θα τερμάτιζε πιο νωρίς τη σύμβαση. Εφόσον βεβαίως δόθηκαν κάποιοι μήνες περιθώριο από το περιστατικό του Γενάρη του 2006 που της παραδόθηκαν οι τίτλοι και δεν εξοφλήθηκαν τα καθυστερημένα, έγινε ο τερματισμός.. Ο ΜΥ2 έδωσε μαρτυρία ότι, στο πλαίσιο της προετοιμασίας του για το Δικαστήριο, βρήκε στις σημειώσεις του ότι ένας αρχιτέκτονας, με όνομα Μιχάλης Χρίστου, του είχε ζητήσει να του στείλει τους τίτλους ιδιοκτησίας του επίδικου υποστατικού. Κατά την επανεξέταση του ΜΥ2 αυτός ανέγνωσε τις εν λόγω σημειώσεις. Η πρώτη σημείωση (Έγγραφο Κ), η οποία λήφθηκε στις 10.1.2005 ώρα 18꞉35, ήταν σημείωση που έκανε η Νίτσα Καμούδη που εργάζετουν στο δικηγορικό οίκο του ΜΥ2 και τον πληροφορούσε ότι τηλεφώνησε ο Μιχάλης Χρίστου, αρχιτέκτονας, για την υπόθεση του take away στην Αριστοτέλους 5Β και φέρει το τηλέφωνο του και τα αρχικά της εν λόγω ιδιαιτέρας. Εξήγησε ο ΜΥ2 ότι είναι συνήθης πρακτική στο δικηγορικό οίκο, όταν κάποιος τηλεφωνήσει και απουσιάζουν οι δικηγόροι, να γίνεται σημείωμα προς αυτούς για το τηλεφώνημα του.». Η δεύτερη σημείωση (Έγγραφο ΚΑ) ετοιμάστηκε από τον ΜΥ2 προσωπικά, πρακτική που εφαρμόζει όταν έχει χρόνο. Η σημείωση αφορά στο ότι ο ΜΥ2 τηλεφώνησε του κ. Μιχ. Χρίστου, αρχιτέκτονα, με θέμα «Ονασαγόρου» και φέρει μερικά θέματα για τα οποία συζήτησαν, συμπεριλαμβανομένων των λέξεων «θέλουν στοιχεία». Εξήγησε ο ΜΥ2 ότι ο λόγος που αυτός έγραψε τη λέξη «Ονασαγόρου» ήταν διότι το κυρίως κτίριο είναι στη γωνία Ονασαγόρου και Αριστοτέλους. Ισχυρίστηκε ο ΜΥ2 ότι βρήκε στις σημειώσεις του ότι η Ενάγουσα του είχε αναφέρει τον αρχιτέκτονα αυτό και σαν αποτέλεσμα ο ΜΥ2 του έστειλε με τηλεμήνυμα φαξ στις 28.2.2005 και στις 18.3.2005 (Έγγραφα ΙΣτ και Ιζ, αντίστοιχα), αντίγραφα των τίτλων ιδιοκτησίας για το ακίνητο το οποίο περιέχει το επίδικο υποστατικό. Δεν αντεξετάστηκε ο ΜΥ2 επί της δήλωσης του ότι ο Μιχάλης Χρίστου ήταν αρχιτέκτονας που ενεργούσε για λογαριασμό της Ενάγουσας. Ισχύουν όσα ανέφερα ανωτέρω με παραπομπή στην Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Κώστα Νικολαίδη
(2006)IB Α.Α.Δ
- Τούτο, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η ίδια η Ενάγουσα είχε δικογραφήσει ότι απευθύνθηκε σε αρχιτέκτονα για το σκοπό της προετοιμασίας της υποβολής αίτησης για άδεια λειτουργίας του επίδικου υποστατικού, ενισχύουν την αληθοφάνεια της εκδοχής του ΜΥ2 ότι επικοινώνησε μαζί του ο εν λόγω αρχιτέκτονας καθ' υπόδειξη της Ενάγουσας. Το μόνο που υποβλήθηκε στον ΜΥ2 ήταν ότι αυτός ουδέποτε έστειλε τους τίτλους με φαξ στον αρχιτέκτονα. Ο ΜΥ2 απάντησε ότι γράφει στο ίδιο το φωτοτηλεμήνυμα τί επισυνάπτεται και ειδικότερα γράφει πόσες σελίδες έφυγαν, έστω και αν τα επισυναπτόμενα δεν κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. «Λέτε να εστειλα άσπρες κόλλες;», διερωτήθηκε ο ΜΥ
- «Εγώ θυμάμαι ότι με το φαξ αυτό έστειλα τους τίτλους όπως αναφέρω μέσα. Δεν θα έστελνα εφημερίδα ή κενές σελίδες». Ήταν λογική και αναμενόμενη η αντίδραση του ΜΥ2 στη συγκεκριμένη υποβολή. Κατέληξε έτσι να υπάρχει ενώπιον του Διακστηρίου αξιόπιστη μαρτυρία δύο διαφορετικών μαρτύρων, η οποία δεικνύει ότι δεν παρεμποδίστηκε η Ενάγουσα από το να έχει στη διάθεσή της, το 2005 αντίγραφα των τίτλων ιδιοκτησίας του επίδικου υποστατικού μέσω φαξ που στάληκε στον αρχιτέκτονα της, και το 2006 αυτούσιους τους τίτλους ιδιοκτησίας με δια χειρός παράδοσή τους στην ΜΕ1 από τον ΜΥ
- Επομένως, δεν μπορεί να μέμφεται η Ενάγουσα τους Εναγόμενους για το ότι δεν κατέληξε να λαμβάνει άδεια λειτουργίας του επίδικου υποστατικού ως είχε ευθύνη να πράξει. Αναφορικά με το αν η Ενάγουσα εκδιώχθηκε παράνομα και/ή αντισυμβατικά από το επίδικο υποστατικό. Δεν αμφισβητείται από την Υπεράσπιση το γεγονός ότι καθ΄ον χρόνο απεστάλη στην Ενάγουσα η επιστολή τερματισμού της σύμβασης ως το Έγγραφο Β, αυτή είχε την κατοχή του επίδικου υποστατικού. Ενδεικτικό και το γεγονός ότι με την επιστολή ως το Έγγραφο Β, οι Εναγόμενοι δεν εκφράζουν παράπονο για αντισυμβατική υπενοικίαση του υποστατικού σε τρίτους, παρά μόνο για τα καθυστερημένα και οφειλόμενα ενοίκια. Το παράπονο για την υπενοικίαση προέκυψε στη συνέχεια, μετά τον τερματισμό της σύμβασης, σε περίοδο που οι Εναγόμενοι ανέμεναν από την Ενάγουσα να τους παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή. Υπενθυμίζω ότι η ΜΕ1 παραδέχθηκε κατά την αντεξέτασή της ότι η Ενάγουσα δεν είχε προσφερθεί να εξοφλήσει τα οφειλόμενα ενοίκια εντός της προθεσμίας τερματισμού που ορίστηκε στις 9.9.2006, αλλά μόνον μετέπειτα, κατά ή περί τις 10.4.2006 με την επιστολή ως το Έγγραφο ΙΔ. Η εν λόγω επιστολή, ημερ. 17.4.2007, στάληξε από το δικηγόρο της Ενάγουσας, κ. Αντώνη Παπαντωνίου, προς το δικηγόρο των Εναγομένων (ΜΥ2) και αναφέρει τα εξής꞉ «Έχουμε οδηγίες από την πελάτιδα μας Τατιάνα Ιακωβίδου να σας πληροφορήσουμε τα κάτωθι αναφορικά με το πιο πάνω θέμα꞉
- Η Ενοικίαση του υποστατικού που βρίσκεται στην οδό Αριστοτέλους 5Β στη Λευκωσία ουδέποτε έπαυσε από το να ενοικιάζεται από την πελάτιδα μας.
- Προς τούτο η πελάτιδα νας είναι έτοιμη να καταβάλει προς εσάς τα οποιαδήποτε οφειλόμενα ενοίκια σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις του ενοικιαστήριου εγγράφου ημερ. 9.9.
- Οι πελάτες σας για δικούς τους λόγους δεν παραλαμβάνουν τα ενοίκια.
- Αναφορικά με την καλούμενη ενοικίαση του πιο πάνω υποστατικού στον κ. Νικόλαο Καρακωστίδη, η πελάτιδα μας αρνείται ότι υφίσταται οποιαδήποτε τέτοια ενοικίαση. Επισυνάπτουμε προς τούτο δήλωση του κ. Νικόλαου Καρακαστίδη η οποία μιλά από μόνη της. Περαιτέρω συμφωνούμε ότι πέραν της πελάτιδας μας, ευθύνη για τη μη έγκαιρη καταβολή των ενοικίων εκ μέρους της βαρύνει τον πελάτη σας εν όψη του ότι αδικαιολόγητα και μονομερώς αυτοί σταμάτησαν να αποστέλλουν ως ήταν η πρακτική πληρωμής των ενοικίων για χρονικό διάστημα πέραν των 18 μηνών, σχετικές αποδείξεις προς την πελάτιδα μας με αποτέλεσμα να συσσωρεύετο τα οφειλόμενα ενοίκια. Περαιτέρω επισημαίνουμε ότι αν και προσήλθε στο Γραφείο σας με σκοπό την καταβολή των οφειλόμενων ενοικίων περί τις 10.3.2007, εσείς αρνηθήκατε να τα παραλάβετε. Με βάση τα πιο πάνω σας καλούμε όπως μας ειδοποιήσετε αναφορικά με την ημερομηνία και ώρα κατά την οποία η πελάτιδα μας θα προσέλθει στο Γραφείο σας με σκοπό την καταβολή των οφειλόμενων ενοικίων στον πελάτη σας.». Η επιστολή ως το Έγγραφο ΙΔ θα πρέπει να διαβάζεται υπό το φως του γεγονότος ότι αποστάληκε ετεροχρονισμένα στους Εναγόμενους, με σκοπό όχι να απαντήσει στην επιστολή ως το Έγγραφο Β ή να προλάβει την εν λόγω προθεσμία, αλλά για να διατυπώσει τις θέσεις της Ενάγουσας σχεδόν ένα χρόνο μετέπειτα. Κρίνω ότι η Ενάγουσα δεν μπορεί να παραπονείται για αντισυμβατική εκδίωξή της μετά τη λήξη της προθεσμίας τερματισμού της δικής της σύμβασης ενοικίασης. Αναφορικά με το αν εγκαταλείφθηκε η κατοχή του υποστατικού από την Ενάγουσα στον Καρακωστίδη πριν τις 7.3.2007, ως η θέση των Εναγομένων, ή αν η Ενάγουσα εξακολουθούσε να έχει την κατοχή του υποστατικού με τον Καρακωστίδης ως υπάλληλό της κατά ή περί την εν λόγω ημερομηνία, ως η θέση της Ενάγουσας. Σε συνδυασμό, με το Έγγραφο ΙΔ, η ΜΕ1 κάλεσε το Δικαστήριο να διαβάζει το Έγγραφο ΙΓ, που είναι η δήλωση του κ. Καρακωστίδη, ημερομηνίας 20.3.2007, και η οποία αναφέρει ότι꞉ «Εγώ ο κ. Καρακωστίδης Νικόλαος του Θεοδώρου εκ Θεσσαλονίκης, δια της παρούσης δηλώνω ελεύθερα και άνευ οποιασδήποτε πιέσεως τα κάτωθι꞉ Ουδέποτε επινοικίασα ή ενοικίασα καθ' οιονδήποτε τρόπο το ακίνητο / υποστατικό που βρίσκεται στην οδό Αριστοτέλους 5Β στη Λευκωσία από την κα Τατιάνα Ιακωβίδου. Επί του ακινήτου που βρίσκεται στην οδό Αριστοτέλους 5Β στη Λευκωσία εργάζομαι ως υπάλληλος και ως αμοιβή λαμβάνω το ήμισυ των μηνιαίων κερδών. Δια του παρόντος αναγνωρίζω ότι ενοικιαστής του πιο πάνω υποστατικού εξακολουθεί να είναι η κα Τατιάνα Ιακωβίδου Α.Δ.Τ. 879044». Δεν έχει φέρει επαρκείς αποδείξεις η Ενάγουσα για τον ισχυρισμό της περί εργοδότησης του Καρακωστίδη ως υπαλλήλου της Ενάγουσας. Ήταν η θέση της ΜΕ1 ότι τον έφερε ο σύζυγος της στο μαγαζί για να τη βοηθήσει όταν αυτή αρρώστησε με προβλήματα καρδιάς που την εμπόδιζαν να παίρνει βάρος. Η ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει κατά την αντεξέτασή της οποιαδήποτε βεβαίωση των Κοινωνικών Ασφαλίσεων για απόδειξη καταβολής εισφορών για λογαριασμό του Καρακωστίδη ως υπαλλήλου τους, αφού όπως αυτή παραδέχθηκε ήταν αδήλωτη η εργασία τόσον εκείνου όσο και των ιδίων. Κρίνω, εν πάση περιπτώσει, ότι αναδεικνύεται μια ουσιώδης αντιφατικότητα ανάμεσα στις θέσεις της ΜΕ1, η οποία, αφενός, ισχυρίζεται, βάσει του Εγγράφου ΙΓ το οποίο συντάχθηκε στις 20.3.2007, ότι ο Καρακωστίδης είναι μέχρι και την εν λόγω ημερομηνία εκεί υπάλληλος της Ενάγουσας, ήτοι ότι αυτή τον έφερε στο υποστατικό και του έδωσε κατοχή, την ίδια στιγμή που αυτή επιτιθέμενη κατά του συνηγόρου των Εναγομένων του είπε꞉ «Του Καρακωστίδη εσείς του δώσατε την κατοχή, όχι εγώ, ένας καλαμαράς να δουλεύει και εγώ να μείνω έξω; Ο άντρας μου στην οικοδομή δούλευε για να κάνω τόσα έξοδα και εγώ να αφήσω για καλαμαρά;». Συγχρόνως, είναι σχήμα οξύμωρο να καταθέτει η ΜΕ1 δήλωση του ΜΥ3 ημερ. 20.3.2007 ότι η Ενάγουσα εξακολουθεί να είναι ενοικιάστρια του υποστατικού, την ίδια ώρα που η Ενάγουσα παραδέχεται στην Ε/Α της ότι αυτή δεν είναι ιδιοκτήτρια και/ή δεν έχει εξουσία να το ενοικιάσει χωρίς την εξουσιοδότηση των ιδιοκτητών και/ή ότι οι ιδιοκτήτες επέλεξαν κατά ή περί τις 7.3.2007 να το ενοικιάσουν στον κ. Καρακωστίδη απευθείας. Ανεξάρτητα από τη μαρτυρία της ΜΕ1 έχω ελέγξει την αλήθεια ή μη του περιεχομένου του Έγγραφο ΙΓ, το οποίο χρονολογείται 20.3.2007 και το εμφανίζει τον ΜΥ3 να συνεχίζει να εργάζεται ως υπάλληλος ή ως συνέταιρος της Ενάγουσας στο επίδικο υποστατικό κατά την εν λόγω ημερομηνία, συγκρίνοντάς το με το έγγραφο που κατέθεσε ο ΜΥ1 (δηλ. το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο ΙΕ) τον παρουσιάζει να είχε ήδη συμβληθεί ευθέως με τους Εναγόμενους από 7.3.
- Μάλιστα, στο εν λόγω Ενοικιαστήριο Έγγραφο (Τεκμήριο 2 υπό Εγγράφου ΙΕ) ο κ. Καρακωστίδης δηλώνει, ως ενοικιαστής, τα ακόλουθα: «ΕΠΕΙΔΗ ο Ενοικιαστής πήρε την κατοχή του υποστατικού υπενοικιάζοντας το από την πρώην ενοικιάστρια, κα Τατιάνα Ιακωβίδου, παράνομα χωρίς την συγκατάθεση του Ιδιοκτήτη και επειδή τώρα επιθυμεί να ενοικιάσει το πιο πάνω υποστατικό νόμιμα από τον Ιδιοκτήτη». Ενώπιον μου ο ΜΥ3 παραδέχθηκε ότι του ανήκει η υπογραφή και η μονογραφή που υπάρχει σε αμφότερα τα έγγραφα και απέκλεισε έτσι το ενδεχόμενο να έχει πλαστογραφηθεί η δική του υπογραφή ή μονογραφή, αντίστοιχα, από οποιονδήποτε τρίτο πρόσωπο. Δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω την αξιοπιστία της δήλωσης αυτής του ΜΥ
- Σημειώνω συναφώς ότι, κατόπιν αιτήματος της συνηγόρου της Ενάγουσας που τον αντεξέταζε, ο ΜΥ3 έδωσε ενώπιον του Δικαστηρίου δείγμα της μονογραφής και της πλήρους υπογραφής του για να αποδείξει ότι αμφότερα ανήκουν στον ίδιο. Το μόνο που μπορεί να παρατηρήσει το Δικαστήριο, χωρίς να καταλήγει σε εύρημα γνησιότητας εφόσον δεν είναι γραφολόγος, είναι ότι η μονογραφή που υπάρχει επί του Τεκμηρίου 2 υπό Έγγραφο ΙΕ και επί του Εγγράφου ΙΓ, ομοιάζει με το δείγμα μονογραφής που έθεσε ο ΜΥ3 επί του Εγγράφου ΚΒ. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί για την πλήρη υπογραφή που υπάρχει επί του Τεκμηρίου 2 υπό Έγγραφο ΙΕ σε σύγκριση με το δείγμα υπογραφής που έθεσε ο ΜΥ3 ως το Έγγραφο ΚΒ. Όσον αφορά όμως το Έγγραφο ΙΓ (που είναι η δήλωση ημερ. 20.3.2007) ο ΜΥ3 ισχυρίστηκε ότι τελούσε σε καθεστώς μέθης καθ΄ον χρόνο το υπέγραψε και ότι, ως εκ τούτου δεν αντιλήφθηκε τί έγγραφο υπέγραφε, ποιο το περιεχόμενό του και ποιες οι συνέπειες του. Απεναντίας, όσον αφορά το ενοικιαστήριο έγγραφο ημερ. 7.3.2007 (Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο ΙΕ), ο ΜΥ3 ισχυρίστηκε ότι είχε πλήρη επίγνωση της ευθύνης που ανέλαβε υπογράφοντας αυτό. Θα ανέμενα από τη συνήγορο της Ενάγουσας να έβαλλε κατά της αξιοπιστίας της δήλωσης του ΜΥ3 όσον αφορά τα γεγονότα που περιβάλλουν την από μέρους του υπογραφή της δήλωσης ότι κατά ή περί τις 20.3.2007 ήταν υπάλληλος της Ενάγουσας στο επίδικο μαγαζί (βλ. Έγγραφο ΙΓ). Δεν άκουσα τη συνήγορο της Ενάγουσας να τον ρωτά ποιοί τον πήραν, πού τον πήραν ή πώς ξέρει πού τον πήραν αφού ήταν μεθυσμένος. Δεν άκουσα να του υποβάλλει άλλη, δική της, εκδοχή ως προς το ποιες ήταν οι πραγματικές συνθήκες υπό τις οποίες αυτός υπέγραψε τη συγκεκριμένη δήλωση. Άφησε αναντίλεκτη και ανέλεγκτη ουσιαστικά την περιγραφή που έδωσε ο ΜΥ3 περί του ότι αυτός υπέγραψε τη δήλωση όντας σε καθεστώς μέθης, παρά το ότι η θέση αυτή είναι επωφελής για την υπόθεση των Εναγομένων. Απεναντίας, παρατηρώ ότι όλη η έμφαση της συνηγόρου της Ενάγουσας κατά την αντεξέταση του ΜΥ3 ήταν στο να αμφισβητήσει την εκδοχή του ΜΥ3 ότι αυτός ενοικίασε το υποστατικό από τους Εναγόμενους. Συγκεκριμένα, αμφισβήτησε η συνήγορος της Ενάγουσας τη γνησιότητα του εγγράφου δυνάμει του οποίου οι Εναγόμενοι επιχείρησαν να αποδείξουν ότι ο ΜΥ3 τους κατέβαλε τα ενοίκια για την περίοδο Μαρτίου - Ιουνίου
- Του υπέβαλε, συναφώς, ότι είναι ψεύτικη η υπογραφή υπό την ένδειξη «ενοικιαστής» που φαίνεται επί του Τεκμηρίου 1 υπό Έγγραφο ΙΕ, που είναι η απόδειξη που φαίνεται να εξέδωσε ο ΜΥ2 εκ μέρους των ιδιοκτητών για την παραλαβή ποσού ΛΚ800 ως ενοικίου από τον ΜΥ3 ως ενοικιαστή των ιδιοκτητών. Ο ΜΥ3 επέμεινε ότι πρόκειται για δική του μονογραφή και δεν δίστασε να δώσει ενώπιον του Δικαστηρίου το δείγμα μονογραφής ως το Έγγραφο ΚΒ. Στο ίδιο κύμα αντεξέτασης, η συνήγορος της Ενάγουσας υπέβαλε επίσης στον ΜΥ3 ότι αυτός δεν δούλευε καλά το επίδικο μαγαζί, δεν έβγαζε κέρδος και δεν ήταν σε θέση να πληρώνει τόσο ψηλό ενοίκιο ως εμφανίζεται να συμφώνησε με τους Εναγόμενους ιδιοκτήτες. Η ίδια θέση, ότι το ποσό των ΛΚ800 ουδέποτε πληρώθηκε από τον κ. Καρακωστίδη ως ενοικιαστή των Εναγομένων, υποβλήθηκε και στον ΜΥ2 από τη συνήγορο της Ενάγουσας. Ήταν σταθερός ο ΜΥ2 στην εκδοχή του ότι όπως φαίνεται από την απόδειξη (Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο ΙΕ), αυτός το είσπραξε προσωπικά σαν ενοίκια του κ. Καρακωστίδη. εκ μέρους των ιδιοκτητών, των Εναγομένων αρ. 1 και
- Όπως όλες οι παρόμοιες περιπτώσεις, οι εισπράξεις των ενοικίων εκ μέρους πελατών κατατίθενται στο λογαριασμό πελατών του δικηγορικού γραφείου και χρεώνονται σε μερίδα που κρατούν ειδικά στα βιβλία τους στο όνομα των δύο συνιδιοκτητών και στα οποία καταθέτουν όλες τις εισπράξεις ενοικίων και κάνουν πληρωμές. Στην προκειμένη περίπτωση, το εισπραχθέν από τον Καρακωστίδη ποσό των ΛΚ800 κατατέθηκε στο λογαριασμό πελατών, ως φαίνεται στο αντίγραφο κατάθεσης που εξασφάλισε από το λογιστήριο του δικηγορικού γραφείου, σε μετρητά στις 3.10.2007(βλ. το Έγγραφο ΙΗ).. Με εκείνο το έγγραφο αποδεικνύετο μόνο ότι έγινε μια κατάθεση στο γενικό λογαριασμών των πελατών του γραφείου του ΜΥ2 στις 3.10.2007 και τούτο διότι στην κατάθεση της τράπεζας δεν μπορούσε να αναφέρει ονομαστικά για ποιον πελάτη του δικηγορικού γραφείου έγινε η κατάθεση. Όμως, είναι η πρακτική του λογιστηρίου του δικηγορικού οίκου του ΜΥ2, να σημειώνει το λογιστήριο σε εσωτερική κατάσταση λογαριασμού για ποιον πελάτη έγινε αυτή η κατάθεση. Εν προκειμένω στο τεκμήριο που κατέθεσε ο ΜΥ2 ως Έγγραφο ΙΘ, το λογιστήριο έγραψε «ακίνητα Γεωργίου» και στη συνέχεια καταχώρησε στο εσωτερικό μητρώο πελατών στο όνομα αυτών των πελατών ότι έγινε κατάθεση και ότι πιστώνεται ο λογαριασμός τους. 'Ηταν δεικτικός ο ΜΥ2 ότι «Δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε αυτή την καταχώρηση ποσού προς όφελος των πελατών μας χωρίς να έχουμε εισπράξει αυτό το ποσό για τους πελάτες μας. Θα ζήμιωνε το γραφείο μας». Δεν αντιλαμβάνομαι πώς οι θέσεις αυτές που υποβλήθηκαν στους ΜΥ1 και ΜΥ3 βοηθούν την Ενάγουσα σε απόδειξη της δικής της εκδοχής. Λέγω τούτο έχοντας κατά νου ότι ήταν πρώτη η Ενάγουσα που δικογράφησε στην Έκθεση Απαίτησής της την εκδοχή ότι οι Εναγόμενοι συνήψαν ενοικιαστήριο συμβόλαιο με τον ΜΥ3 στις 7.3.
- Δεν νοείται η Ενάγουσα να δικογραφεί μία εκδοχή ως δική της εκδοχή και εκ των υστέρων να επιχειρεί να την αρνηθεί η ίδια. Για να αποδείξει την εκδοχή ότι ο ΜΥ3 ήταν απλώς υπάλληλος της Ενάγουσας, η συνήγορος αυτής, υπέβαλε στον ΜΥ3 ότι αυτός μπήκε στο μαγαζί όταν το δούλευε ο πατέρας της Ενάγουσας, αλλά χρειαζόταν βοήθεια επειδή αρρώστησε η ΜΕ1, μητέρα της Ενάγουσας. Παρέλειψε όμως η συνήγορος της Ενάγουσας να τοποθετήσει χρονικά αυτή την εκδοχή γεγονότων, όταν την έθεσε στον ΜΥ
- Ουδέποτε αρνήθηκε ευθέως την εκδοχή του ΜΥ3 ότι εκείνος πρωτομπήκε στο επίδικο μαγαζί τον Οκτώβριο του 2006, ήτοι μετά την ημερομηνία τερματισμού της σύμβασης και ενόσω το μαγαζί είχε πινακίδα με την επιγραφή «ενοικιάζεται». Υποβλήθηκε στον ΜΥ3 ότι αυτός ουδέποτε κατέβαλε ενοίκιο στον πατέρα της Ενάγουσας και ότι ο τελευταίος ουδέποτε πήγε να παραλάβει τον εξοπλισμό από το μαγαζί. Η απάντηση που έδωσε ο ΜΥ3 ήταν ότι ουδέποτε του εκδόθηκε απόδειξη, παρά μόνο σημείωνε ο πατέρας της Ενάγουσας μέσα σε ένα δικό του τετράδιο ότι λάμβανε το ενοίκιο. Δεν μπορεί να απορριφθεί ως αναξιόπιστη η δήλωση αυτή, δεδομένων των δηλώσεων της ΜΕ1 ότι δεν τηρούνταν επίσημα βιβλία για τις δοσοληψίες της Ενάγουσας όσον αφορά το επίδικο μαγαζί, παραμόνο καταγράφονταν σε ένα τετράδιο. Από την άλλη, με βάση τα λεγόμενα του ΜΥ3 η σχέση του με τον πατέρα της Ενάγουσας διήρκησε ενόσω είχε τον εξοπλισμό του στο μαγαζί. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο ΜΥ3 «Εδινα ακόμη κάτι γιατί είχαν τα πράγματα τους μέσα και είχα μεγάλη πίεση από αυτούς.». Έδειξε κατά την κρίση του Δικαστηρίου ο ΜΥ3 πως ουσιαστικά κατέβαλλε το ενοίκιο για τη χρήση του εξοπλισμού ενόσω εκείνος υπήρχε εκεί και όχι ως ενοίκιο για το υποστατικό αυτό καθ' εαυτό. Καταλήγω, να κρίνω ότι δεν υπήρξε αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει ότι ο ΜΥ3 ήταν υπάλληλος της Ενάγουσας, ούτε βεβαίως αποδεικνύεται να υπήρξε αυτός υπενοικιαστής του επίδικου υποστατικού, παρά μόνο ενοικιαστής του εξοπλισμού που είχε η Ενάγουσα στο επίδικο υποστατικό τον Οκτώβριο του 2007 και για περίοδο περίπου 3 μηνών μετέπειτα μέχρι που αφαίρεσε τον εξοπλισμό αυτό. · Αναφορικά με το αν παραλήφθηκε όλος ο εξοπλισμός του επίδικου υποστατικού από την Ενάγουσα ή όχι. Σημειώνω, ότι η ΜΕ1 αρνήθηκε κατά την αντεξέτασή της ότι μετά τον τερματισμό της σύμβασης ο σύζυγός της και πατέρας της Ενάγουσας πήγε επί τόπου και αφαίρεσε όλο τον εξοπλισμό του καφεστιατορίου από το επίδικο υποστατικό, σε δύο δόσεις, ήτοι ότι πρώτα πήρε τα ηλεκτρικά είδη και μετά τους πάγκους. Ισχυρίστηκε η ΜΕ1 ότι μακάρι να ήταν έτσι τα γεγονότα, και να μην είχε χάσει αυτή τόσα πράγματα, για τα οποία μέχρι τώρα λυπάται που τα έχασε. Όταν μάλιστα της υποβλήθηκε ότι η καταχώρηση της παρούσας αγωγής προέκυψε ως προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων της Ενάγουσας για να εκμαιεύσει χρήματα από τους Εναγόμενους, η ΜΕ1 απάντησε ότι το μόνο που επιθυμεί είναι να πάρει πίσω την αξία των δικών της πραγμάτων και τίποτα άλλο. Από την άλλη, ο ΜΥ1 ήταν κατηγορηματικός꞉ «Η Ενάγουσα όχι δεν επήρε. Ο κ. Ιακωβίδης, πατήρ της Τατιάνας εν τούτος που επικοινώνησε με τον Χριστάκη Χατζηγιαννακού. Ο Χριστάκης με επήρε στην Αγγλία. Είπα τα και πριν. Και ήρθε 2 φορές που τον είδαν και άλλοι.». Συγκεκριμένα, ο ΜΥ1 είχε αναφέρει ότι, πριν να ανοίξουν στον Γιώργο Ιακωβίδη για να πάρει τα πράγματα, τον πήρε τηλέφωνο στην Αγγλία ο κ. Χριστάκης Χατζηγιαννακού για να τον ρωτήσει αν ήταν εντάξει να γίνει αυτό το πράγμα. Ο ΜΥ1 συμφώνησε και άνοιξε ο κ. Χατζηγιαννακού στον κ. Ιακωβίδη δύο φορές για να πάρει τα πράγματά του. Την πρώτη φορά, ο κ. Ιακωβίδης πήρε ηλεκτρικά είδη. Καμιά εβδομάδα μετά, πήγε για να πιάσει τα υπόλοιπα. Τον είδαν αρκετοί γείτονες. Δεν έγινε αυτό το πράγμα στα κρυφά. Ο ΜΥ3 που ήταν μέσα στο μαγαζί έδωσε λεπτομέρειες για τον εξοπλισμό που αφαιρέθηκε από τον Γιώργο Ιακωβίδη, πατέρα της Ενάγουσας, ως εξής꞉ «Πήρε δύο του γύρου, που κόβουν το γύρο, μία που βάζαν που ψήναν κοτόπουλα μέσα, τους πάγκους, το γκάζι που είχε μέσα, από πάνω κάτι πράγματα στο πατάρι. Το μόνο που έμεινε ήταν το φουγάρο και τα δύο γκάζια. Όλα τα άλλα τα πήραν και μου αφήσαν ένα μαγαζί κενό.». Μετά από την αφαίρεση του εξοπλισμού, ήταν η θέση του ΜΥ3 ότι αυτός έβαλε ένα φίλο του πελεκάνο να του φτιάξει ένα πάγκο και πήρε μια δική του φουκού για να μπορέσει να δουλέψει το μαγαζί. Κρίνω πως η μαρτυρία του ΜΥ3, η οποία ενισχύει τη μαρτυρία του ΜΥ1, δεν μπορεί παρά να είναι αξιόπιστη, γιατί σε αντίθετη περίπτωση θα ανέμενα να εγείρονταν αξιώσεις από την Ενάγουσα κατά του ΜΥ3 για ενοίκιο χρήσης του εν λόγω εξοπλισμού, κάτι που δεν φαίνεται να ηγέρθηκε καθ' οιονδήποτε χρόνο. Ευρήματα
- Ενόψει της προεκτεθείσας αξιολόγησης της μαρτυρίας, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι꞉ (α) Η Ενάγουσα είχε κατά ή περί τις 24.7.2006, επτά καθυστερημένα ενοίκια που ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των ΛΚ£630,00 (€1.076,42). (β) Στάληκε στην Ενάγουσα η επιστολή τερματισμού ως το Έγγραφο Β, αλλά δεν υπήρξε ανταπόκριση της Ενάγουσας στην υποχρέωση πληρωμής των καθυστερημένων ενοικίων εντός της προθεσμίας που τάχθηκε με την επιστολή τερματισμού, ήτοι μέχρι 9.9.
- (γ) Η Ενάγουσα δεν παρέδωσε αμέσως στους Εναγόμενους ελεύθερη και κενή κατοχή του επίδικου υποστατικού ως όφειλε να πράξει μέχρι τις 9.9.
- Συγκεκριμένα, κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2006 η Ενάγουσα εγκατέλειψε την κατοχή του υποστατικού στον ΜΥ
- Ο πατέρας της Ενάγουσας συμφώνησε με τον ΜΥ3 ένα ενοίκιο για να μπορεί ο ΜΥ3 να χρησιμοποιά τον εξοπλισμό που υπήρχε στο επίδικο υποστατικό. Μετά από τρεις περίπου μήνες, πήγε ο πατέρας της Ενάγουσας και αφαίρεσε τον εξοπλισμό, αφήνοντας πίσω μόνο το φουγάρο και δύο γκάζια. (ε) Κατά ή περί τις 7.3.2007, οι Εναγόμενοι συνήψαν σύμβαση ενοικίασης του επίδικου υποστατικού με τον ΜΥ
- Νομική πτυχή. · Αναφορικά με τη νομιμότητα ή μη του τερματισμού της σύμβασης ενοικίασης από τους Εναγομένους
- Ο όρος 6 του Ενοικιαστήριου Εγγράφου μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων ημερομηνίας 9/09/2002 (Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α), προβλέπει τα εξής: «Ο ενοικιαστής δεν δικαιούται να καθυστερήσει την πληρωμή οποιασδήποτε μηνιαίας δόσης ή μέρους αυτής».
- Ο όρος 19 προβλέπει τα ακόλουθα:«Όλοι οι πιο πάνω όροι είναι ουσιώδεις».
- Ο όρος 20 προβλέπει τα ακόλουθα: «Οποιαδήποτε παράβαση από τον ενοικιαστή οποιουδήποτε από τους πιο πάνω όρους, δίνει το δικαίωμα στον ιδιοκτήτη να τερματίσει την ενοικίαση και/ή να λάβει δικαστικά μέτρα...Νοείται ότι ο ενοικιαστής θα εξακολουθεί να είναι υπεύθυνος για καθυστερημένα ενοίκια που τυχόν οφείλει και για αποζημιώσεις για παράβαση συμβολαίου... Ο ενοικιαστής δεν δικαιούται καμία αποζημίωση σε περίπτωση ενοικίασης του κτήματος με μεγαλύτερο ενοίκιο».
- Έχοντας κατά νου τους πιο πάνω όρους του συμβολαίου, ακολουθεί το συμπεράσμα ότι στην παρούσα υπόθεση, ενόψει των καθυστερημένων ενοικίων, οι Εναγόμενοι είχαν δικαίωμα, ως έπραξαν μέσω της επιστολής των δικηγόρων τους ημερομηνίας 24/07/2006 (Εγγραφο Β), να τερματίσουν τη σύμβαση ενοικίασης της Ενάγουσας, βάσει των όρων 6, 19 και 20, ανωτέρω. Έπεται ότι ο τερματισμός της σύμβασης για το συγκεκριμένο λόγο από 10.9.2006 αποδεικνύεται ότι ήταν νόμιμος.
- Απεναντίας, η υπόθεση της Ενάγουσας περί παράνομου και αντισυμβατικού τερματισμού της σύμβασης κατά ή περί τις 10.9.2006 ή/και περί της παράνομης και αντισυμβατικής εκδίωξής της από το επίδικο υποστατικό από τους Εναγόμενους κατά ή περί τις 7.3.2007 δεν αποδεικνύεται να είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. · Αναφορικά με το αν αποδείχθηκε ζημιά της Ενάγουσας.
- Δεδομένου του συμπεράσματός μου ότι η υπόθεση της Ενάγουσας περί παράνομου και αντισυμβατικού τερματισμού της σύμβασης κατά ή περί τις 10.9.2006 ή/και περί της παράνομης και αντισυμβατικής εκδίωξής της από το επίδικο υποστατικό από τους Εναγόμενους κατά ή περί τις 7.3.2007 δεν αποδείχθηκε να είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι, καθίσταται ακαδημαϊκή η ενασχόληση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας της αναφορικά με τις ζημιές για τις οποίες η Ενάγουσα αξιώνει να αποζημιωθεί, ωσάν να είναι η ίδια το αθώο μέρος σε υπόθεση παράβασης της σύμβασης από μέρους των Εναγομένων. Προχωρώ, όμως για χάριν πληρότητας, σε αξιολόγηση και αυτής της πτυχής της μαρτυρίας της ΜΕ
- Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στις 3.11.2014, η ΜΕ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της τμήμα γραπτής δήλωσης (βλ. παρα. 1 έως 6 του Εγγράφου Α), όπου κατ' ουσίαν ανέφερε ότι αυτή Στην εν λόγω γραπτή δήλωση, η ΜΕ1 περιέγραψε την κόρη της, Τατιάνα Ιακωβίδου, ως το άτομο που είχε τον έλεγχο των αποφάσεων για την ενοικίαση του επίδικου υποστατικού, με την έννοια ότι κατ' ισχυρισμόν εκείνη αποφάσισε να ενοικιάσει ένα μαγαζί στο κέντρο της παλιάς πόλης της Λευκωσίας για να το χρησιμοποιούσε η ίδια ως καφεστιατόριο και ότι η ίδια η Τατιάνα ήταν που βρήκε το επίδικο υποστατικό για το σκοπό αυτό. Έτσι, η Τατιάνα συνήψε στο δικό της όνομα τη σύμβαση ενοικίασης με τους Εναγόμενους (ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α), την οποία και υπέγραψε. Υπό αυτά τα δεδομένα, σε συνδυασμό με το ότι στην Ε/Α δικογραφήθηκε και η ανάληψη όλων των δαπανών από την Ενάγουσα προσωπικά, καθιστούσε την παρουσία της ιδίας της Ενάγουσας ως σημαντική για την υπόθεσή της.
- Για να υπερπηδήσει τα πιο πάνω, όταν συνεχίστηκε η κυρίως εξέταση της ΜΕ1 προφορικά σε επόμενη δικάσιμο (5.5.2015) και αφότου είχε μεσολαβήσει η ενδιάμεση διαδικασία τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης ώστε να δικογραφηθούν με κατάλληλη λεπτομέρεια[1] οι ειδικές ζημιές που αξιώνει η Ενάγουσα για την ισχυριζόμενη απωλεσθείσα δαπάνη ανακαίνισης του επίδικου υποστατικού, η ΜΕ1 διαμόρφωσε μια διαφορετική εικόνα για την κόρη της, Τατιάνα. Συγκεκριμένα, η ΜΕ1 την παρουσίασε ως να ήταν φοιτήτρια στο Intercollege κατά τον ουσιώδη χρόνο της ενοικίασης και ισχυρίστηκε ότι ο μόνος λόγος που η ΜΕ1 «την έβαλε» στο επίδικο ενοικιαστήριο συμβόλαιο ως ενοικιάστρια ήταν επειδή εκείνη, δηλαδή η Τατιάνα, γνώριζε καλύτερα τα Ελληνικά και θα μπορούσε να συμπληρώνει στο όνομά της τις διάφορες φόρμες και αιτήσεις που θα χρειαζόταν για τη λειτουργία του επίδικου υποστατικού.
- Σε συνέχεια του ισχυρισμού ότι η Ενάγουσα ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο φοιτήτρια, η οποία δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να πληρώνει τα διάφορα προκύψαντα έξοδα κατά την εκτέλεση της επίδικης σύμβασης, η ΜΕ1 εισηγήθηκε ότι αυτός ήταν ο λόγος που όλες οι δαπάνες για τις οποίες η Ενάγουσα αξιώνει ν' αποζημιωθεί στην παρούσα αγωγή, αποτελούν δαπάνες που οι γονείς της κάλυπταν για λογαριασμό της και πως αυτός ήταν ο λόγος που και οι διάφορες προσκομισθείσες από την ΜΕ1 αποδείξεις για τις εν λόγω διενεργηθείσες δαπάνες (βλ. τα Έγγραφα Γ έως ΙΑ) έχουν εκδοθεί στο όνομα του πατέρα της Ενάγουσας και συζύγου της ΜΕ1, κου Γιώργου Ιακωβίδη, αντί στο όνομα της Ενάγουσας.
- Ήγειρε λοιπόν η Υπεράσπιση ζήτημα μη παραδεκτού της σχετικότητας των προσκομισθέντων αποδείξεων με την επίδικη σύμβαση ως εκ της μη δικογράφισης στην Ε/Α του ισχυρισμού ότι οι γονείς της Ενάγουσας προέβαιναν σε αυτές τις δαπάνες για λογαριασμό της Ενάγουσας. Επέτρεψα την κατάθεση των εν λόγω αποδείξεων ως τεκμηρίων με το σκεπτικό ότι η μαρτυρία της ΜΕ1 συνέδεσε τις δαπάνες αυτές με το επίδικο υποστατικό και υπό το δεδομένο ότι οι γονείς της Ενάγουσας, ως εκ της δήλωσης της ΜΕ1, δέχονται να εισπράξει για τις δαπάνες αυτές η θυγατέρα τους. · Αναφορικά με το αν αποδείχθηκαν οι ειδικές ζημιές που ισχυρίζεται η Ενάγουσα ότι υπέστη.
- Είναι νομολογημένο ότι όποιος διεκδικεί αποζημίωση για ειδικές ζημιές έχει υποχρέωση αυστηρής απόδειξης της ζημιάς του. Στην υπόθεση Ελισάβετ Ηρακλέους ν. Ρένου Πέτρου
(1994)1 Α.Α.Δ 239, λέχθηκαν τα εξής: «Εναπόκειται στον ενάγοντα σε κάθε περίπτωση να αποδείξει με κατάλληλη μαρτυρία τα κονδύλια που συνιστούν ειδική ζημιά, και τα οποία έχει προηγουμένως συμπεριλάβει στο δικόγραφο του. Τι ακριβώς είναι η ζημιά αυτή και πως διαφοροποιείται από την γενική ζημιά μας διευκρινίζει η κλασσική απόφαση του Λόρδου Goddard στην British Transport Commission v. Gourley [1956] A.C. 185, 206. Η απόδειξη ειδικών ζημιών κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια. Ο ίδιος δικαστής στην Bonham - Carter v. Hyde Park Hotel Ltd.
(1948)64 T.L.R. 177, 178 είπε: "Plaintiffs must understand that if they bring actions for damages it is for them to prove their damage; it is not enough to write down the particulars, and, so to speak, throw them at the head of the court, saying "This is what I have lost, I ask you to give me these damages". They have to prove it"». Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ανδρέας Χρυσοστόμου v. Cyprialife Ltd
(2011)IB Α.Α.Δ 1490, στη σελ. 1498 αναφέρθηκαν τα εξής: «Ο εφεσείων έθεσε ενώπιον του δικαστηρίου μεγάλο αριθμό εγγράφων με πληθώρα στοιχείων και λεπτομερειών για την κατανόηση των οποίων απαραιτήτως χρειαζόταν να δοθούν λεπτομέρειες και εξηγήσεις προκειμένου να καταστεί δυνατός ο έλεγχoς της ορθότητας των υπολογισμών του στη βάση των οποίων στηρίχθηκε η αξίωση για αποζημιώσεις. Το βάρος απόδειξης των εν λόγω στοιχείων βρισκόταν στους ώμους του εφεσείοντα ο οποίος απέτυχε να το αποσείσει αφού, όπως ορθά διαπίστωσε ο πρωτόδικος δικαστής, απέτυχε να εξειδικεύσει στην έκθεση απαίτησης τα επιμέρους στοιχεία τα οποία συνέθεταν τις ειδικές ζημιές που κατ' ισχυρισμό υπέστη. Ο εφεσείων απέτυχε να αποδείξει κατά τρόπο αυστηρό τις ειδικές ζημιές που διεκδίκησε με την αγωγή του. Έχει κατ' επανάληψη τονιστεί από το Εφετείο ότι οι ειδικές ζημιές πρέπει να αποδεικνύονται αυστηρά και με θετική μαρτυρία και ότι δεν είναι αρκετό να προβάλλονται στα δικόγραφα αλλά πρέπει και να αποδεικνύονται με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία (Βλ. Πίριλλος ν. Κονναρή
(2000)1(B) Α. Α Α. 1153, Ερωτοκρίτου, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Δημήτρη Κουμπαρή κ.ά. ν. Φούτρη
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 921 και Μεταξάκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2003)1 Α.ΑΑ. 467.» · Κατά πόσον αποδείχθηκε η ισχυριζόμενη απώλεια εισοδήματος της Ενάγουσας. Αντεξετάστηκε η ΜΕ1 αναφορικά με τα εισοδήματα που κατ' ισχυρισμόν είχε από το επίδικο υποστατικό ενόσω το λειτουργούσε. Παραδέχθηκε η ίδια ότι δεν κρατούσε λογιστικά βιβλία και αποδείξεις. Ούτε εξέδιδε αποδείξεις ούτε πλήρωνε ΦΠΑ, αφού δεν είχε καν άδεια λειτουργίας. Δήλωση εισοδήματος δεν υπεβαλε ποτέ στις φορολογικές αρχές. Της υποβλήθηκε εν προκειμένω ότι ο ισχυρισμός της περί απώλειας σημαντικού εισοδήματος είναι εντελώς αυθαίρετος, ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ότι είναι ψευδής. Η ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι, αν και δεν τηρούσε επίσημα βιβλία για να αποδείξει τα εισοδήματα που είχε, εντούτοις ήταν βέβαιη ότι, από ένα πρόχειρο υπολογισμό δικό της βάσει σημειώσεων που κρατούσε σε ένα δικό της βιβλίο, έβγαζε ακάθαρτο μηνιαίο εισόδημα περί τις ΛΚ1500 - ΛΚ1600, κι απ' εκεί αφαιρούσε τα έξοδα για νερό, ρεύμα και τα προίόντα, καταλήγοντας με καθαρό μηνιαίο εισόδημα περί τις ΛΚ
- Ούτε όμως αυτό το βιβλίο ήταν σε θέση να το παρουσιάσει η ΜΕ1 για να αποδείξει τον ισχυρισμό της, προβάλλοντας και πάλιν ως δικαιολογία την παρέλευση πολλών χρόνων. Έμεινε σε θεωρητικό και καθαρά υποκειμενικό επίπεδο ο ισχυρισμός της ΜΕ
- · Αναφορικά με τις δαπάνες ανακαίνισης του επίδικου υποστατικού.
- Αναφορικά με τα έξοδα για τα οποία η Ενάγουσα αξιώνει να αποζημιωθεί, η ΜΕ1 υπεραμύνθηκε της θέσης της Ενάγουσας ότι ήταν αναγκαίο να ανακαινιστεί το επίδικο υποστατικό προκειμένου να μπορεί να χρησιμοποιηθεί από αυτήν. Αμυνόμενη, ειδικότερα, στη θέση που της υπέβαλε ο συνήγορος Υπεράσπισης ότι με βάση τους όρους του επίδικου ενοικιαστήριου συμβολαίου καμία τροποποίηση ή επισκευή ή προσθήκη στο υποστατικό επιτρεπόταν χωρίς να ληφθεί γραπτή συγκατάθεση από τους ιδιοκτήτες, η ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι τόσο η ανάγκη για ανακαίνιση όσο και η ανακαίνιση ήταν εις γνώση των δικηγόρων των ιδιοκτητών - Εναγομένων. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε η ΜΕ1꞉ «Δεν μπορούσες ούτε και να μπεις μέσα. Έτσι, ήταν πάρα πολύ χάλια, χωρίς ανακαίνιση δεν μπορούσες να μπεις μέσα. Αφού το ήξεραν ότι θα κάνω ανακαίνιση. Οι ίδιοι οι δικηγόροι το ήξεραν ότι θα κάνω ανακαίνιση. Πολύ χάλια ήταν μέσα. Ένα αχούρι. Δεν μπορείς να μπεις έτσι μέσα και να δουλέψεις.». Εύλογα υποβλήθηκε στην ΜΕ1 ότι σύμφωνα με τον όρο 7 του ενοικιαστήριου συμβολαίου, προβλεπόταν ότι «Καμία τροποποίηση ή επισκευή ή προσθήκη επιτρέπεται στο «κτήμα» χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση του ιδιοκτήτη» και ότι «Κάθε τέτοια τροποποίηση επισκευή ή προσθήκη παραμένει προς όφελος του ιδιοκτήτη χωρίς καμία υποχρέωση για αποζημίωση ή οιανδήποτε άλλη υποχρέωση του ιδιοκτήτη προς τον ενοικιαστή». Η απάντηση της ΜΕ1 ήταν ότι «Αν θα μείνω μέσα μέχρι τέλους του συμβολαίου μου, δέχομαι έτσι όπως γράφει εδώ. Αλλά αυτός σταμάτησε το συμβόλαιο μας, έτσι δεν είναι; Και γι' αυτό δεν δέχομαι. Αν ήταν να τελειώσει το συμβόλαιο μας να φύγω, δέχομαι.». Παραγνωρίζει η εισήγηση της ΜΕ1 το γεγονός ότι εδώ ο τερματισμός της σύμβασης δεν αποδεικνύεται να προκλήθηκε εξ υπαιτιότητας των Εναγομένων, ούτε ασφαλώς να οφείλεται σε ματαίωση της σύμβασης λόγω κάποιου μεταγενέστερου απρόβλεπτου συμβάντος, το οποίο να δικαιολογεί να αποκατασταθεί η Ενάγουσα για τις απωλεσθείσες δαπάνες της. Εξίσου σημαντικό είναι το γεγονός ότι στην παρούσα υπόθεση τα μέρη είχαν προβλέψει στον όρο 18(β) του επίδικου ενοικιαστήριου συμβολαίου στο Παράρτημα Α αυτού, ότι «ο Ενοικιαστής και ο Ιδιοκτήτης αναγνωρίζουν ότι λόγω της τωρινής κατάστασης του Κτήματος και των εξόδων διακόσμησης που θα προβεί ο ενοικιαστής, το ενοίκιο για τα έξη πρώτα χρόνια της ενοικίασης θα είναι χαμηλότερο του κανονικού». Αρνήθηκε η ΜΕ1 ότι το ενοίκιο ως καθορίστηκε για τα πρώτα 6 χρόνια ήταν χαμηλότερο από το κανονικό, δηλαδή από εκείνο που επικρατούσε στα υπόλοιπα της περιοχής. Ήταν η θέση της ΜΕ1 ότι η ίδια πλήρωνε πιο ψηλό ενοίκιο από τους άλλους στα διπλανά μαγαζιά αρ. 30, 38,
- Ήταν η θέση της ότι τότε 80 λίρες ήταν ψηλή τιμή για αυτό που ούτε κατάστημα δεν ονομάζεται και το οποίο κατά την έκφρασή της ήταν «αχούρι». Η θέση της ΜΕ1 ότι το ενοίκιο για τα πρώτα 6 χρόνια της επίδικης σύμβασης ήταν μεν μικρότερο από εκείνο που ακολουθούσε στα 6 χρόνια, πλην όμως δεν ήταν χαμηλότερο του κανονικού, αντικρούστηκε με μαρτυρία που έδωσε ο ΜΥ
- Ο ΜΥ1 ανέδειξε το γεγονός ότι, καθ' ον χρόνο συνήφθη η επίδικη σύμβαση, οι ιδιοκτήτες του επίδικου υποστατικού είχαν διαπραγματευτική ελευθερία για καθορισμό του ενοικίου που θα επέβαλλαν στην Ενάγουσα, εφόσον αυτή ήταν νέα ενοικιαστής, εν αντιθέσει προς το ενοίκιο που εφάρμοζαν για άλλους ενοικιαστές, οι οποίοι ήταν θέσμιοι ενοικιαστές από το
- Εξήγησε δηλαδή ο ΜΥ1 ότι δεν ήταν ορθό να συγκρίνει η ΜΕ1 το ενοίκιο της Ενάγουσας με εκείνο που κατέβαλλαν οι θέσμιοι ενοικιαστές, και το οποίο ήταν εξ αντικειμένου χαμηλό, αλλά αντίθετα θα έπρεπε να συγκρίνει το ενοίκιο της Ενάγουσας με εκείνο που εφαρμόστηκε κατά το ίδιο χρονικό διάστημα σε νέους ενοικιαστές, το οποίο άγγιζε τα επίπεδα ενοικίου που επιβλήθηκε στην Ενάγουσα μετά τα πρώτα 6 χρόνια της περιόδου ενοικίασης. Έδειξε έτσι ο ΜΕ1 ότι ο μόνος λόγος που οι Εναγόμενοι συγκατένευσαν στην επιβολή ενός τόσο χαμηλού ενοικίου στην Ενάγουσα για τα πρώτα 6 χρόνια ήταν επειδή αυτοί αναγνώρισαν την ανάγκη που είχε η ίδια να διακοσμήσει ή ανακαινίσει το υποστατικό. Ο ΜΥ1 έδειξε να έχει πλήρη γνώση της κατάστασης και ενοικιαστικής αξίας της περιουσίας του. Περιέγραψε τα διπλανά καταστήματα, το ενοίκιο τους και τους ενοικιαστές του. Για παράδειγμα, δήλωσε ότι στην οδό Αριστοτέλους 5Γ το μαγαζί ενοικιαζόταν στον κ. Κακουλλή που ήταν εμποροράφτης και ο οποίος απεβίωσε πριν από 1 μήνα. Ήταν μικρό μαγαζάκι (3μ. Χ 3μ.) και ήταν θέσμιος ενοικιαστής, οπότε το ενοίκιο είχε καθοριστεί από πολύ παλιά στα €
- Στο μαγαζί αρ. 5Α, ο ενοικιαστής ήταν χρυσοχός, ο Νίκος Ιωάννου, και αυτός θέσμιος από το 1960 με ενοίκιο περί τα €
- Το Βρεττανικό Συμβούλιο άρχισε να ενοικιάζει περίπου τον ίδιο καιρό με την κα Ιακωβίδου κάποιες μικρές υπόγειες αποθήκες υπόγειες σε πιο ψηλά ενοίκια από την κα Ιακωβίδου. Έδωσε ως παράδειγμα ότι, μετά από το μαγαζάκι που αυτός ενοικίαζε στον Κακουλλή, υπάρχει ένα εστιατόριο, το οποίο κάποιοι ενοικίασαν για να βάλλουν καρέκλες μέσα και το ενοίκιο είναι €200 το μήνα. Περαιτέρω, εξήγησε ο ΜΥ1 ότι το επίδικο υποστατικό χτίστηκε το 1960 με αρχιτέκτονα τον κ. Δίκαιο. Αρχιτεκτονικώς τέλειο. Διαρθρωτικά τέλειο. Δεν ήταν ετοιμόρροπο να πέσει. Η προηγούμενη ενοικιάστρια, η κα Μαρία, η οποία τους έφερε την κα Ιακωβίδου για το ενοικιάσει, το είχε σε «νούσιμη κατάσταση». Ο λόγος που έφυγε η προηγούμενη ενοικιάστρια, περί το 2001 - 2002, ήταν επειδή γέρασε και ήταν καιρός της να σταματήσει. Διερωτήθηκε ο ΜΥ1, αν το μαγαζί ήταν σε ερειπιακή κατάσταση, θα το έπαιρνε η κα Ιακωβίδου; Ήταν ανόητη να το πάρει σε τέτοια κατάσταση; Η αντίδραση της συνηγόρου της Ενάγουσας ήταν ότι «Θα το έπαιρνε, επειδή ήταν πολύ χαμηλό το ενοίκιο», για να λάβει την απάντηση του ΜΥ1 «Τώρα το εδεχτήκατε και εσείς». Σημειωτέον ότι οι δαπάνες ανακαίνισης για τις οποίες η Ενάγουσα αξίωνε με την παρα. 12(I) της Τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης (Ε/Α) να αποζημιωθεί αφορούσαν στα εξής επιμέρους στοιχεία꞉ (α) £6.464,40 για εξοπλισμό του καφεστιατορίου (β) £165,00 για την τοποθέτηση πατώματος και/ή τσεκκουλατούρας (γ) £ 83,62 για την αγορά πινακίδας (δ) £600,00 για την αγορά πόρτων/ρολών (ε) £400,00 για την αγορά μεταλλικών επίπλων (στ) £40,68 για την αγορά φωτιστικών (ζ) £ 8,48 για την αγορά εργαλείων (η) £4,60 για την αγορά οικοδομικών υλικών (θ) £100,00 για την αγορά ηλεκτρικής συσκευής (ι) £100,00 για την αγορά κεραμικών (ια) £22,60 για την αγορά μπογιάς (ιβ) £80,00 για αγορά ηλεκτρικής συσκευής Θέρμιτρον (ιγ) £25,93 για αγορά υλικών (ιδ) £97,86 έξοδα φορτωτικής της μηχανής για ψήσιμο γύρου Σύνολο: £8.184,28 ισόποσο σε €13.
- Προς απόδειξη της αξίωσης ως η παρα. 12(Ι)(α) της Ε/Α, η ΜΕ1 κατέθεσε꞉ · ως Έγγραφο Γ την απόδειξη πληρωμής αρ. 001860, ποσού ΛΚ3.564, ημερ. 12.11.2002, εκδοθείσας από την εταιρεία Modestou & Sons Ltd, η οποία ασχολείται με Hotel & Catering Equipment. · Ως Έγγραφο Ε κατατέθηκε η απόδειξη είσπραξης αρ. 001854, ημερ. 11.10.2002, για ποσό ΛΚ1.000, εκδοθείσας από την Modestou & Sons Ltd προς τον κ. Γιώργο Ιακωβίδη, πατέρα της Ενάγουσας. · Παράλληλα, κατατέθηκαν ως Έγγραφα Δ.1 - 4 τα εξής τιμολόγια- o Με αρ. 13609 και άγνωστη ημερομηνία, για την αγορά δύο μηχανών γύρου και μιας ηλεκτρικής φριτέζας, συνολικής αξίας ΛΚ
- o Με αρ. 13607 και ημερ. 4.11.2002, για την αγορά δύο πάγκων με βούρνα, ενός πάγκου με πατό, μιας φουκού με πέτρα, ενός φουγάρου με μοτέρ και ενός ψυγείου με βιτρίνα, συνολικής αξίας ΛΚ4158,40σ. o Με αρ. 13611 και ημερ. 11.11.2002, για την αγορά πάγκων με πατό και βούρνα, συνολικής αξίας ΛΚ
- o Μια πιστωτική σημείωση με αρ. 13612 και ημερ. 11.11.2002, η οποία αφορούσε στην αγορά ψυγείου αξίας ΛΚ
- Προς απόδειξη της αξίωσης ως η παρα. 12(Ι)(β) της Ε/Α, η ΜΕ1 κατέθεσε ως Έγγραφο Στ κατατέθηκε το έντυπο προσφοράς - παραγγελίας με αρ. 10051, ημερ. 8.10.02, για την αγορά πατώματος και τσεκολαδούρων, συνολικής αξίας ΛΚ166,11σ. Προς απόδειξη της αξίωσης ως η παρα. 12(Ι)(δ) της Ε/Α, η ΜΕ1 κατέθεσε ως Έγγραφο Ζ την απόδειξη πληρωμής αρ. 08390, ημερ. 21.10.02, για αγορά πόρτας τύπου ρολό, αξίας ΛΚ
- Προς απόδειξη της αξίωσης ως η παρα. 12(Ι)(ε) της Ε/Α, η ΜΕ1 κατέθεσε ως Έγγραφο Η το έντυπο της παραγγελίας αρ.00328 και του τιμολογίου αρ. 001457, συνολικής αξίας ΛΚ
- Προς απόδειξη της αξίωσης ως η παρα. 12(Ι)(ι) της Ε/Α, η ΜΕ1 κατέθεσε ως Έγγραφο Θ την απόδειξη πληρωμής αρ. 14903, ημερ. 8.10.02, για γυψοσανίδες αξίας ΛΚ
- Προς απόδειξη της αξίωσης η παρα. 12(Ι)(θ) της Ε/Α, η ΜΕ1 κατέθεσε ως Έγγραφο Ι την απόδειξη πληρωμής αρ. 003652, ημερ. 11.02.03, για αγορά microwave αξίας ΛΚ
- Προς απόδειξη της αξίωσης ως η παρα. 12(ι)(ιδ) της Ε/Α, η ΜΕ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Έγγραφο ΙΑ το Έγγραφο μεταφοράς (Air way bill) συσκευής για το ψήσιμο γύρου κοτόπουλου ΛΚ97,
- Εν τέλει, κατά τη διάρκεια της ένορκης μαρτυρίας της ΜΕ1 η συνήγορος της Ενάγουσας δεν επέμεινε στην κατάθεση ή και απέσυρε ο αίτημα κατάθεσης ως τεκμηρίων εκείνων των εγγράφων που κατείχε η ΜΕ1 και τα οποία αφορούσαν στις απαιτήσεις που φαίνονται στις παραγράφους 12(I)(στ),(ζ),(η),(ια),(ιβ) και (ιγ) της Ε/Α, ανωτέρω, καθώς και στην απαίτηση η οποία ως δικογραφήθηκε στην παρα.12 (IV) της Ε/Α αφορούσε στο κόστος για να έχει χώρο στάθμευσης στο επίδικο υποστατικό το οποίο ανερχόταν κατ' ισχυρισμόν σε ΛΚ388 (ισόποσο με €662,94). Οι απαιτήσεις αυτές, συνολικής αξίας ΛΚ570,29σ., εγκαταλείφθηκαν. Ουδεμία απόδειξη δόθηκε από την ΜΕ1 για την αξιούμενη δαπάνη της ετοιμασίας αρχιτεκτονικών σχεδίων ως δικογραφήθηκε στην παρα. 12(ΙΙ) της Ε/Α. Και αυτή φαίνεται να εγκαταλείφθηκε. Για τις εναπομείνασες αξιώσεις των δαπανών ανακαίνισης, η ΜΕ1 κατέθεσε, ως προανέφερα, τις αποδείξεις ως τα Έγγραφα Γ έως ΙΑ, οι οποίες έχουν εκδοθεί στο όνομα του πατέρα της Ενάγουσας και συζύγου της ΜΕ1, κου Γιώργου Ιακωβίδη, αντί στο όνομα της Ενάγουσας. Στη βάση των τεκμηρίων ως τα Έγγραφα Γ, Ε, Ζ, Θ, Ι, επί των οποίων δεν αντεξετάστηκε η ΜΕ1, διαπιστώνω να αποδεικνύεται η πληρωμή από τον Γεώργιο Ιακωβίδη συνολικού ποσού ΛΚ5364, εκ του οποίου ποσό ΛΚ4.664 αφορά σε εξοπλισμό και ποσό ΛΚ700 αφορά σε τροποποιήσεις ή βελτιώσεις του υποστατικού (βλ. πόρτα τύπου ρολό και πατώματα και τσεκολαδούρες). Τα υπόλοιπα τεκμήρια, που αφορούν σε τιμολόγια και παραγγελίες ή προσφορές δεν αποδεικνύουν αφ' εαυτών ότι δαπανήθηκε οποιοδήποτε ποσό έναντί τους. Επομένως, στην καλύτερη περίπτωση, εάν το Δικαστήριο κατέληγε σε εύρημα ότι υπήρξε παράνομος ή αντισυμβατικός τερματισμός της σύμβασης από τους Εναγόμενους, που εδώ δεν είναι αυτή η περίπτωση, το μόνο ποσό για το οποίο θα αποδεικνύετο η δαπάνη είναι, όπως ανέφερα ανωτέρω, ΛΚ5364, εκ του οποίου ποσό ΛΚ4.664 αφορά σε εξοπλισμό και ποσό ΛΚ700 αφορά σε τροποποιήσεις ή βελτιώσεις του υποστατικού. Όσον αφορά τις βελτιώσεις του υποστατικού, γι' αυτές η ίδια η σύμβαση προνοούσε ότι θα έμεναν προς όφελος των ιδιοκτητών του υποστατικού και συνεπώς δεν μπορεί να προωθείται αξίωση για αποζημίωση, εφόσον κρίνεται ότι ο τερματισμός της σύμβασης ενοικίασης δικαιωματικά έγινε από τους Εναγόμενους. Όσον αφορά τον εξοπλισμό, ως κινητή περιουσία, η οποία ουδέποτε ανήκε και δεν ανήκει στους ιδιοκτήτες του υποστατικού, η Ενάγουσα θα μπορούσε να προωθήσει την αξίωση της για αποζημίωση, ανεξάρτητα από το ποιος κρίνεται υπαίτιος για τη διάρρηξή της, νοουμένου ότι αυτή θα κατάφερνε να αποδείξει ότι δεν έχει ήδη παραλάβει τον εν λόγω εξοπλισμό από το επίδικο υποστατικό. Όπως όμως έχω ήδη αναφέρει, βασιζόμενη στη μαρτυρία του ΜΥ3 και του ΜΥ1, κρίνω ότι ο εξοπλισμός είχε ήδη αφαιρεθεί από το επίδικο υποστατικό όταν συνήφθη η σύμβαση μεταξύ των ιδιοκτητών και του Καρακωστίδη κατά ή περί τις 7.3.2007 και σε κάθε περίπτωση προτού εγερθεί η υπό κρίση αγωγή. Επομένως, ουδεμία αποζημίωση δύναται να επιδικασθεί υπέρ της Ενάγουσας. Τί δικαιούνται να λάβουν οι Ενάγοντες ως αποζημίωση ενόψει του ευρήματος περί νόμιμου τερματισμού της σύμβασης. Οι αρχές που διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων για την διάρρηξη συμφωνίας περιέχονται στο Άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, ΚΕΦ. 149. Οι πρόνοιες του ενσωματώνουν τις αρχές του αγγλικού δικαίου για την τεκμηρίωση της ζημίας και το ύψος των αποζημιώσεων. Το άρθρο 73
(1)προβλέπει τα εξής: «73.-
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο , για την ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης». Οι διατάξεις του Άρθρου 73
(1)αποτέλεσαν το αντικείμενο ερμηνείας σε σειρά κυπριακών αποφάσεων, τρεις από τις οποίες μνημονεύονται ρητά στην πρωτόδικη απόφαση. (Markou v. Michael 19 C.L.R. 282. Charalambous v. Vakana
(1982)1 C.L.R. 310. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499.) Η γενική αρχή, η οποία διέπει τον καθορισμό των αποζημιώσεων είναι εκείνη της αποζημίωσης, δηλαδή το αθώο μέρος πρέπει να τεθεί, σε όποιο βαθμό αυτό μπορεί να επιτευχθεί, με το χρήμα στην ίδια θέση στην οποία θα ήταν ως εάν η σύμβαση να είχε εκτελεστεί. Αυτό επιτυγχάνεται συνήθως με την επιδίκαση αποζημιώσεων οι οποίες είναι λογικά προβλεπτές κατά το χρόνο της σύναψης της συμφωνίας, και είναι πιθανό να προκύψουν από τη διάρρηξη της συμφωνίας.. Οι επιπτώσεις από τη διάρρηξη καθίστανται γνωστές κατά το χρόνο της διάρρηξης. Έτσι συνήθως η ζημία υπολογίζεται κατά το χρόνο της διάρρηξης. Αποδείχθηκε ότι η τελευταία πληρωμή ενοικίου που έγινε εκ μέρους της Ενάγουσας αφορούσε το μήνα Ιούλιο του 2006, ήτοι από 10.7.06 μέχρι 9.8.2006 (βλ. την τελευταία απόδειξη είσπραξης, με αρ. 3819 και ημερ. 30.6.2006, στη δέσμη αποδείξεων ως το Έγγραφο ΙΒ). Με δεδομένο ότι η σύμβαση τερματίστηκε από 10.9.2006, έπεται ότι έμεινε οφειλόμενο το ενοίκιο του μηνός Αυγούστου 2006 (από 10.8.2006 μέχρι 9.9.2006), το οποίο βάσει της σύμβασης ανέρχεται σε ΛΚ90 (€152,77). Αποδείχθηκε, επίσης, ότι το εν λόγω ενοίκιο εξακολουθεί να οφείλεται από την Ενάγουσα προς τους Εναγόμενους μέχρι σήμερα. Επομένως, κρίνω δίκαιο να επιδικάσω υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον της Ενάγουσας το ποσό των ΛΚ90 (€152,77) ως καθυστερημένο ενοίκιο, με νόμιμο τόκο από 10.9.2006. Ωστόσο, οι Εναγόμενοι αξιώνουν να αποζημιωθούν και για τα απωλεσθέντα ενοίκια, λόγω του πρόωρου τερματισμού της σύμβασης, για την περίοδο από 10/09/2006 μέχρι 9/09/2008 @ ΛΚ£ 100,00 / μήνα και από 10/09/2008 μέχρι 9/09/2010 που θα έληγε κανονικά η σύμβαση @ ΛΚ£400,00 / μήνα. Οι Εναγόμενοι αξιώνουν να αποζημιωθούν για τα ενοίκια που θα είχαν να λαμβάνουν αν δεν τερματίζετο η σύμβαση αναφορικά με την περίοδο από 10/09/2006 μέχρι 9/09/2010 το συνολικό ποσό των οποίων ανέρχεται σε ΛΚ£12.000 (€20,503), μείον το ποσό που στην προσπάθεια τους να μειώσουν τη ζημιά τους αυτοί εισέπραξαν από τους ενοικιαστές που εξήυραν μετά τις 7.3.2007, ήτοι τους κ.κ. Νικόλαο Καρακωστίδη και Παναγιώτα Μενοίκου, το συνολικό ποσό των οποίων ανήλθε σε €5.866,88, ήτοι για απωλεσθέν ποσό ενοικίων συνολικά €14.636,12σ. Έχω ανατρέξει στη νομολογία και έχω εντοπίσει την απόφαση στην υπόθεση Αννίτα Παντζιαρή ν Aquarian Container Lines Ltd. κ.α.
(1993)1 ΑΑΔ 748 . Εκεί λέχθηκε ότι η μόνη βάση για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων μετά την ακύρωση σύμβασης είναι εκείνη η οποία παρέχεται από το άρθρο 75 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Το άρθρο 75 διαφυλάττει το δικαίωμα του συμβαλλόμενου ο οποίος ακυρώνει τη σύμβαση για βάσιμο λόγο να διεκδικήσει αποζημιώσεις για ζημία που υφίσταται λόγω ανακοπής ή μη εκπλήρωσης του συμβολαίου. Στην ίδια υπόθεση, κρίθηκε ότι η εφεσείουσα είχε τερματίσει την ενοικίαση για βάσιμο λόγο και εναπόκειτο σ' αυτήν να αποδείξει τη ζημία που είχε υποστεί από τον πρόωρο τερματισμό της συμβατικής περιόδου της ενοικίασης, πράγμα που προϋπόθετε την προσαγωγή μαρτυρίας ότι είχε καταβάλει λογικές προσπάθειες για την εξεύρεση άλλου ενοικιαστή, οι οποίες είχαν αποβεί άκαρπες. Εφόσον τέτοια μαρτυρία δεν είχε προσαχθεί, κρίθηκε πως ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε απορρίψει το μέρος αυτό της αξίωσης της εφεσείουσας. Στην παρούσα αγωγή, οι Εναγόμενοι ουδέποτε αρνήθηκαν ότι η Ενάγουσα κατά ή περί τις 10.3.2007 έδειξε ενδιαφέρον να πλήρωνε παν οφειλόμενο ενοίκιο μέχρι εκείνη τη στιγμή για να συνέχιζε στο όνομά της την επίδικη σύμβαση ενοικίασης για το υπόλοιπο της περιόδου ενοικίασης (βλ. το Έγγραφο ΙΔ). Ήταν επιλογή των Εναγομένων να αρνηθούν την πρότασή της. Πέραν τούτου, οι Εναγόμενοι έχουν φέρει μαρτυρία που δείχνει ότι οι δικές τους προσπάθειες για εξεύρεση νέου ενοικιαστή για την ενοικίαση του επίδικου υποστατικού τελεσφόρησαν κατά ή περί τις 7.3.2007, όταν υπέγραψαν το ενοικιαστήριο συμβόλαιο ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο ΙΕ με τον ΜΥ3 για την περίοδο 2 ετών με ενοίκιο ΛΚ200 το μήνα. Έφεραν και μαρτυρία μέσω του ΜΥ2 με την οποία απέδειξαν ότι εισέπραξαν ενοίκιο από αυτόν για την περίοδο Μαρτίου 2007 - Ιουνίου
- Κρίνω ότι άπαξ και καρποφόρησε η προσπάθεια των Εναγομένων για εξεύρεση ενοικιαστή, παύουν να δικαιούνται να αξιώνουν διαφυγόντα ενοίκια από την Ενάγουσα. Θα επιδικάσω τα αξιούμενα ενοίκια υπέρ των Εναγομένων και εναντίον της Ενάγουσας μόνο για την 6μηνη περίοδο από 10.9.2006 μέχρι 6.3.2007 και τούτα στη βάση του μηνιαίου ενοικίου που θα καταβάλλετο δυνάμει της μεταξύ τους σύμβασης, ήτοι ΛΚ100 για έκαστο μήνα. Επιδικάζω, λοιπόν, υπέρ των Εναγομένων αρ. 1 και 2 και εναντίον της Ενάγουσας το ποσό των Ευρώ 1025,16σ. που είναι το ισόποσο των ΛΚ600- ως διαφυγόντα ενοίκια, με νόμιμο τόκο από 10.10.2006 μέχρι σήμερα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η αξιώσεις της Ενάγουσας απορρίπτονται. Επιδικάζεται υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον της Ενάγουσας το ποσό των ΛΚ90 (€152,77) ως οφειλόμενο και καθυστερημένο ενοίκιο, με νόμιμο τόκο από 10.9.
- Επιδικάζεται επίσης υπέρ των Εναγομένων αρ. 1 και 2 και εναντίον της Ενάγουσας το ποσό των Ευρώ 1025,16σ. που είναι το ισόποσο των ΛΚ600- ως διαφυγόντα ενοίκια, με νόμιμο τόκο από 10.10.2006 μέχρι σήμερα. Επιπλέον επιδικάζονται τα έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον της Ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.).............. Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. την ενδιάμεση από έδρας απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 3.2.2015, η οποία λήφθηκε έχοντας κατά νου τις Περαιτέρω και Καλύτερες Λεπτομέρειες που είχαν ήδη παρασχεθεί προς τους Εναγόμενους από 8.3.2013 - βλ. παρα. Α(α),(β) αυτών - σε συνδυασμό με την Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης του κ. Γιώργου Ιακωβίδη, ημερ. 6.3.2012 - βλ. την παρα. 10 αυτής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο