← Κύπρος

MIB MARIAKO LTD ν. Γεώργιου Πούρου, Αγωγή Αρ. 7244/2008, 2/2/2016

MIB MARIAKO LTD ν. Γεώργιου Πούρου, Αγωγή Αρ. 7244/2008, 2/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A64 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε. Δ. Αγωγή Αρ. 7244/2008 ΜΕΤΑΞΥ: MIB MARIAKO LTD Εναγόντων και Γεώργιου Πούρου Εναγόμενου ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 2 Φεβρουαρίου, 2016 Για τον Αιτητή-Εναγόμενο: κα Στέλλα Ευρυπίδου για κκ. Ρ. Ερωτοκρίτου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η αίτηση-Ενάγοντες: κος Στέφανος Παπαθεοδώρου για κ. Γεώργιο Παπαθεοδώρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημερ. 1.12.2015 για τροποποίηση της Ανταπαίτησης και προσθήκη εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενου) Εισαγωγή: Με την αγωγή τους η οποία καταχωρήθηκε στις 11.12.2008 επί ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, οι Ενάγοντες αξιώνουν από τον Εναγόμενο το ποσό των €21.527,70 ως οφειλόμενο για εργασίες, υλικά, εμπορεύματα και υπηρεσίες που προσέφεραν στον Εναγόμενο μεταξύ Ιανουαρίου του 2007 και Φεβρουαρίου του 2008, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Ο Εναγόμενος με την υπεράσπιση του αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες για τους λόγους που λεπτομερώς αναφέρει στην υπεράσπιση του. Επιπλέον ισχυρίζεται ότι δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερομηνίας 19.11.2003, οι Ενάγοντες ενοικίασαν κατάστημα ιδιοκτησίας του Εναγόμενου. Ο Εναγόμενος αξιώνει ανταπαιτητικώς από τους Ενάγοντες διάφορα ποσά που συμποσούνται σε €78.375, ως οφειλόμενα ενοίκια, τόκοι, ζημιές που προκλήθηκαν στα ενοικιαζόμενα υποστατικά και τραπεζικές χρεώσεις και έξοδα. Την 1.12.2015, ημερομηνία κατά την οποία η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση, καταχωρήθηκε από τον Εναγόμενο η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο Εναγόμενος ζητά: «Α. Απόφαση και/ή διάταγμα και/ή δήλωση και/ή οδηγίες του Σεβαστού Δικαστηρίου για τροποποίηση του τίτλου της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και/ή προσθήκης σ' αυτόν από: ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κλίμακας: €10.000-€50.000 Αρ. Αγωγής: 7244/2008 Μεταξύ: ΜΙΒ ΜΑΡΙΑΚΟ LTD Ενάγοντες Και ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΟΥΡΟΣ Εναγομένου σε: ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κλίμακας : €10.000 - €50.000 Μεταξύ Αρ. Αγωγής : 7244/2008

  1. ΜIB ΜΑΡΙΑΚΟ LTD Και ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΟΥΡΟΣ Εναγομένου Και ανταπαιτήσεως Μεταξύ: ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΟΥΡΟΥ Ενάγοντας Και 1.ΜΙΒ ΜΑΡΙΑΚΟ LTD Εναγόμενοι 2.ΜΑΡΩ ΒΑΣΟΥ ΣΚΟΥΦΗ Β. Απόφαση και/ή διάταγμα και/ή δήλωση και/ή οδηγίες του Σεβαστού Δικαστηρίου για την τροποποίηση και/ή αντικατάσταση και/ή προσθήκη ως αναγκαίου διάδικου κ. Μάρως Βάσω Σκουφή, ως ανταπαιτήσεως Εναγόμενη
  2. Γ. Αν επιτραπούν οι ως άνω αιτούμενες τροποποιήσεις, διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάσσεται η διαγραφή της λέξης Εναγόμενου με την αντικατάσταση των λέξεων ανταπαιτήσεως Ενάγοντας, ως επίσης με την διαγραφή όπου γίνεται αναφορά στην λέξη Ενάγοντες, με την αντικατάσταση τους ως Εξ' ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 1 και 2 . Δ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, με το οποίο να τροποποιείται κάτω από τίτλο " ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ " με την διαγραφή της πρότασης «και ο Ενάγοντας αξιοί ανταπαιτητικώς από τους Ενάγοντες,» και την αντικατάσταση και/ή με την προσθήκη της ακόλουθης φράσης «ΚΑΙ Ο ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ ΕΝΑΓΟΝΤΑΣ ΑΞΙΩΝΕΙ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 1 ΚΑΙ 2 ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ: Ε. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, με το οποίο, να επιτρέπεται η εισαγωγή, νέας παραγράφου, στην Ανταπαίτηση, στο παρακλητικό της, αμέσως μετά την υπ' αρ. 1, θεραπεία, η οποία θα αριθμείται ως «2», και θα αναφέρεται ως εξής: Αναγνωριστική Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, με την οποία να διατάσσεται η εξ' ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2 να καταβάλλει στον ανταπαιτήσεως Ενάγοντα το ποσό των €58.096, δυνάμει έγγραφης συμφωνίας εγγύησης η οποία υπέγραψε στις 19/11/
  3. Ζ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, με το οποίο, να επιτρέπεται η εισαγωγή, νέας παραγράφου, στην Ανταπαίτηση, στο παρακλητικό της, αμέσως μετά την νέα υπ' αρ. 2, θεραπεία, η οποία θα αριθμείται ως «3», και θα αναφέρεται ως εξής: Αναγνωριστική Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, με την οποία να αναγνωρίζεται ότι η σύμβαση εγγύησης η οποία υπεγράφη από την εξ' ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2 είναι καθόλα έγκυρη, συνεχής και δεσμευτική για αυτήν. Η. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, με το οποίο, να επιτρέπεται η εισαγωγή, νέας παραγράφου, στην Ανταπαίτηση, στο παρακλητικό της, αμέσως μετά την υφιστάμενη, υπ' αρ 4 θεραπεία, η οποία θα αριθμείται ως «5», και θα αναφέρεται ως εξής: Αναγνωριστική Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, με την οποία να αναγνωρίζεται ότι, εξ' ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 1 και 2, οφείλουν να καταβάλουν το ποσό των 256.29 ως αποζημίωση για κάθε ημέρα παράνομης κατοχής τον τερματισμό της ενοικίασης μέχρι και την παράδοση του ακινήτου στον εξ' ανταπαιτήσεως Ενάγοντα. Θ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, με το οποίο να επιτρέπεται ο αναγραμματισμός των υφιστάμενων παραγράφων 1-11 στο παρακλητικό της Ανταπαίτησης. Ι. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση της κλίμακας εξόδων και κλίμακας τελών, στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, διά της διαγραφής της «κλίμακας εξόδων €10.000 - €50.000 και της κλίμακα τελών €10.000 - €50.000 και αντικατάστασης τους με αναγραφή «Κλίμακα: €50.000 - €100.000». Κ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία την οποία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις.» Η αίτηση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.25, Δ.39 Θ.2, Δ.48 Θ.1-4 και 9, Δ.9 Θ.1, 2, 4, 6, 7, 10, 11, Δ.21 Θ.8 και Δ.64 Θ.1, στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στις γενικές αρχές του νόμου, στους κανόνες της επιείκειας, στην πρακτική και στη σύμφυτη εξουσία των Δικαστηρίων. Τα γεγονότα επί των οποίων η αίτηση στηρίζεται φαίνονται στην ένορκη δήλωση της κας Ιφιγένειας Ζυμαρά, η οποία λέγει τα ακόλουθα: Είναι δικηγόρος στο δικ. γραφείο Ελένη Βραχίμη & Σία, που είναι το γραφείο επίδοσης του δικ. γραφείου Ρ. Ερωτοκρίτου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Εναγόμενο, να προβεί στη σχετική ένορκη δήλωση. Όπως πληροφορείται από τους δικηγόρους του Εναγόμενου, οι εν λόγω δικηγόροι, κατά την προετοιμασία για την ακρόαση της 1.12.2015 διαπίστωσαν ότι εκ παραδρομής και/ή εξ' αβλεψίας δεν προστέθηκε ως αναγκαίος διάδικος η κα Μάρω Σκουφή, που είναι το πρόσωπο που υπέγραψε το ενοικιαστήριο έγγραφο ημερ. 19.11.2003 ως εγγυητής, παρά το γεγονός ότι αναφορά στην εν λόγω εγγύηση γίνεται στην παράγραφο 12 της υπεράσπισης. Σημειώνει περαιτέρω ότι η διαπίστωση έγινε από την κα Στέλλα Ευρυπίδου κατά την προετοιμασία της για την ακρόαση της υπόθεσης, τα δικόγραφα στην οποία δεν είχαν ετοιμαστεί από την ίδια, αλλά από άλλο δικηγόρο ο οποίος αναχώρησε από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Εναγόμενο. Λέγει επίσης ότι οι δικηγόροι του Εναγόμενου πληροφορήθηκαν προφορικά προ ολίγων μηνών ότι η Ενάγουσα εταιρεία έχει διαγραφεί από το Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, αλλά ουδέν διάβημα λήφθηκε από τους Ενάγοντες προς επαναφορά της εταιρείας στο Μητρώο Εταιρειών, και ότι σε περίπτωση που η ανταπαίτηση του Εναγομένου επιτύχει, δεν θα μπορεί να εκτελεστεί η απόφαση. Το γεγονός της διαγραφής επιβεβαιώθηκε προ ολίγων ημερών επίσημα από τον Έφορο Εταιρειών, αφού σε μια προηγούμενη προσπάθεια που έγινε, τους είχε αναφερθεί ότι ο φάκελος είχε χαθεί. Λέγει περαιτέρω ότι η προσθήκη της κας Μάρως Σκουφή ως εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένης 2 είναι απολύτως αναγκαία και απαραίτητη, για την εξακρίβωση των πραγματικών γεγονότων και κατ' επέκταση την πλήρη απονομή της δικαιοσύνης. Με την αιτούμενη προσθήκη, συνεχίζει, θα αποφευχθούν άλλες παράλληλες διαδικασίες, θα απονεμηθεί ουσιαστική δικαιοσύνη σε μία μόνο διαδικασία και θα εξοικονομηθεί δικαστικός χρόνος και έξοδα. Είναι επίσης η θέση της ότι η αιτούμενη προσθήκη ουδόλως θα επηρεάσει ή θα παραβλάψει τα δικαιώματα των Εναγόντων, η όποια ζημιά ή βλάβη των οποίων μπορεί να αποκατασταθεί με έξοδα, αφού με την προσθήκη θα απαλλαγούν από την προώθηση περαιτέρω υπεράσπισης σε περίπτωση νέας αγωγής, ενώ σε περίπτωση μη έγκρισης της αίτησης θα επηρεαστούν τα δικαιώματα του Εναγόμενου κατά τρόπο ανεπανόρθωτο, αφού δεν θα μπορέσει να παρουσιάσει δεόντως την υπόθεση του, γεγονός που ενδεχομένως θα αποβεί μοιραίο. Περαιτέρω, είναι η θέση της ότι με την αιτούμενη τροποποίηση δεν δημιουργείται νέα βάση αγωγής, αλλά επιδιώκεται όπως ο Εναγόμενος αποδείξει με λεπτομέρεια στο μέγιστο δυνατό βαθμό την υπόθεση του. Λέγει επίσης ότι η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης δεν είναι προϊόν αμέλειας, αλλά οφείλεται στην πρόσφατη πληροφόρηση από το Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών. Λέγει τέλος ότι ο Εναγόμενος αιτείται τις τροποποιήσεις καλόπιστα και ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για τον προσδιορισμό της ουσίας της αγωγής ή για την αποφυγή πολλαπλότητας των διαδικασιών. Οι Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην υπό κρίση αίτηση, προβάλλοντας τους εξής λόγους ένστασης: «
  4. Η αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αντινομικές και παραβιάζουν τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης.
  5. Από την έκβαση της παρούσας υπόθεσης όπως αυτή εκκρεμεί ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου από το 2008, δεν θα επηρεαστούν τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά συμφέροντα της Μάρως Βάσου Σκουφή επομένως τυχόν προσθήκη της θα παραβίαζε τον γενικό κανόνα ότι κανένας άλλος εκτός από τους διαδίκους δεν νομιμοποιείται να λάβει μέρος στη διαδικασία.
  6. Η Μάρω Βάσου Σκουφή δεν είναι αναγκαίος διάδικος στην παρούσα υπόθεση.
  7. Ο Εναγόμενος με τις αιτούμενες τροποποιήσεις στην Ανταπαίτηση του επιθυμεί να εισάγει νέο μη αναγκαίο διάδικο και ως εκ τούτου νέα αιτία αγωγής (cause of action) με αδικαιολόγητη καθυστέρηση έξι χρόνων μετά την καταχώρηση της Απάντησης του στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση.
  8. Η προσθήκη διαδίκου και η τροποποίηση της Ανταπαίτησης πρέπει να αποκλειστεί για το λόγο ότι δεν υπάρχει συνάφεια μεταξύ της αιτίας αγωγής (cause of action) των Εναγόντων εναντίον του Εναγομένου και της αιτίας αγωγής που επιθυμεί να προβάλει ο Εναγόμενος στην ανταπαίτηση όπως επιθυμεί να την τροποποιήσει.
  9. Ο Εναγόμενος κωλύεται από εξ υποσχέσεως κώλυμα (promissory estoppel) από παραστάσεις του δικηγόρου στο να ζητά στο παρόν στάδιο τα αιτούμενα από την αίτηση διατάγματα. Ως εκ τούτου οποιοδήποτε διάταγμα δοθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο στην παρούσα αίτηση θα είναι αντίθετο με τις αρχές του δικαίου της Επιείκειας και θα προκαλέσει αδικία στην Ενάγουσα εταιρεία.
  10. Η αίτηση του Εναγομένου γίνεται με αφορμή το γεγονός ότι το όνομα της Ενάγουσας εταιρείας είναι στο παρόν στάδιο διαγραμμένο από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών που όμως δεν επηρεάζει τη νομική προσωπικότητα της Εταιρείας και το δικαίωμα της να Ενάγει και να Ενάγεται.
  11. Η Ένορκος Δήλωση στην οποία στηρίζεται η αίτηση του Εναγομένου έγινε από δικηγόρο που δεν εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Εναγόμενο επομένως δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Σεβαστό Δικαστήριο το περιεχόμενο της.» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 Θ. 1, 2, 4, 6, 7, 10, 11, Δ.21 Θ.8, 10, Δ.25, Δ.39 Θ.2, Δ.64 Θ.1, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/1960, άρθρα 29-31, 39, 41 και 42 και επί της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκη δήλωση του κ. Ιάκωβου Σκουφή, διευθυντή των Εναγόντων. Ο κ. Σκουφή δηλώνει ότι το όνομα της Ενάγουσας εταιρείας είναι στο παρόν στάδιο διαγραμμένο από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, αλλά όπως τον πληροφορεί ο δικηγόρος του, αυτό δεν επηρεάζει τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας και το δικαίωμα της να ενάγει και να ενάγεται. Όπως επιπλέον πληροφορείται από το δικηγόρο του, η κα Ιφιγένεια Ζυμαρά που προβαίνει στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης δεν εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Εναγόμενο και προς τούτο επισυνάπτει ως Τεκμήριο στην ένορκη του δήλωση εκτύπωση από την ιστοσελίδα του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου με τα στοιχεία της εν λόγω δικηγόρου. Λέγει επίσης ότι ενώ ο Εναγόμενος ισχυριζόταν στο δικόγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης που καταχώρησε το 2009 ότι η Μάρω Σκουφή υπέγραψε ως εγγυητής το ενοικιαστήριο έγγραφο, επέλεξε μόλις τώρα να την προσθέσει ως εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενη. Τελειώνει λέγοντας ότι όλα τα υπόλοιπα γεγονότα που στηρίζουν την ένσταση των Εναγόντων φαίνονται από τα δικόγραφα. Η ακροαματική διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν στην καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων προς υποστήριξη των θέσεων τους και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, κατωτέρω. Νομική πτυχή Η υπό κρίση αίτηση όπως έχω ήδη αναφέρει στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.25, Θ.1[1] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προβλέπει, σε ελληνική μετάφραση, τα εξής: «Το Δικαστήριο, ή ο Δικαστής, μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε διάδικο να αλλάξει ή να τροποποιήσει το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ή τα δικόγραφα του με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που θα κρίνει δίκαιο, και όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα γίνονται οι οποίες θα είναι αναγκαίες για το σκοπό της διαλεύκανσης των πραγματικών θεμάτων, για τα οποία οι διάδικοι έχουν διαφορές» [2],[3] Στην αγωγή ναυτοδικείου Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd & others

(1989)1 Α.Α.Δ. 33, στις σελ. 36 και 37, συνοψίστηκαν από το Δικαστή Πική, όπως ήταν τότε, οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Σε σχέση με την ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στην υπόθεση Ε.Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 24, στη σελ. 26 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» Όπως περαιτέρω αποφασίστηκε στην υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1005: «Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Σύνοψη της νομολογίας[4] έγινε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολ. Εφ. 58/2012, Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation, ημερ. 4.3.2013, στην οποία η αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού ακούστηκε αριθμός μαρτύρων. Το Ανώτατο Δικαστήριο είπε ότι «το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης.». Επιβεβαιώθηκε ότι αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η παρούσα αίτηση βασίζεται επίσης στη Δ.21 Θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Δ.21 Θ.8
(1)προβλέπει, σε ελληνική μετάφραση, τα εξής: «Όπου ένας εναγόμενος με την υπεράσπιση του προβάλλει οποιαδήποτε ανταπαίτηση η οποία εγείρει ζητήματα μεταξύ του και του ενάγοντα μαζί με οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα, θα προσθέτει στον τίτλο της υπεράσπισης του ένα ακόμη τίτλο παρόμοιο με τον τίτλο σε έκθεση απαίτησης, και να παραθέτει τα ονόματα όλων των προσώπων που, αν μια τέτοια ανταπαίτηση θα εφαρμοζόταν σαν ανταγωγή, θα ήταν εναγόμενοι σε τέτοια ανταγωγή, και θα παραδίδει την υπεράσπιση του σε όσους από αυτούς είναι διάδικοι στην αγωγή εντός της περιόδου που απαιτείται να την παραδώσει στον ενάγοντα.»[5],[6] Σημειώνω ότι ο Θ.8
(1)της Δ.21 επιτρέπει την προσθήκη ανταπαίτησης ταυτόχρονα με την καταχώρηση της υπεράσπισης, χωρίς να χρειάζεται προηγουμένως οποιαδήποτε άδεια του Δικαστηρίου, η οποία (υπεράσπιση) θα πρέπει ακολούθως να επιδοθεί στον εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενο που δεν είναι μέρος της αγωγής, μαζί με την προβλεπόμενη ειδοποίηση - Τύπο 13 (Δ.21 Θ.8
(2)). Ως προς τη φύση της ανταπαίτησης σημειώνεται ότι αυτή αποτελεί μια ξεχωριστή διαδικασία, σαν μια καινούρια αγωγή στα πλαίσια της ήδη υπάρχουσας, στην οποία, ο εναγόμενος που την εγείρει θεωρείται ο ενάγων ενώ τα πρόσωπα εναντίον των οποίων εγείρεται θεωρούνται οι εναγόμενοι. Ο εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενος, εάν δεν είναι ήδη διάδικος στην αγωγή, θα πρέπει να εμφανισθεί στη διαδικασία και γίνει ανταλλαγή δικογράφων (Δ.21 Θ.9). Η ανταπαίτηση είναι μια ανεξάρτητη και αυτόνομη διαδικασία υπό την έννοια ότι δεν επηρεάζεται από οτιδήποτε αφορά αποκλειστικά την απαίτηση του ενάγοντα και μπορεί να συνεχίσει έστω και αν δόθηκε απόφαση στην αγωγή ή ακόμα αν η αγωγή διακόπηκε ή απορρίφθηκε. Το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη Δ.21 Θ.10 κέκτηται διακριτικής ευχέρειας να αποκλείσει ανταπαίτηση οποτεδήποτε κρίνεται ότι συνεκδίκαση της με την αγωγή δεν είναι πρόσφορος (expedient) ή αν θα προκαλέσει δυσχέρεια (inconvenience) στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος. Η σχετική εξουσία απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Galip v. Suleynean
(1963)2 C.L.R. 129, Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (SAL)
(1992)1(A) Α.Α.Δ. 710, Athina Leathergoods Ltd v. Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 787, και G.D.L. Trading (Famagusta) Ltd v. Φάρκονα κ.α.
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 63. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται επίσης στη Δ.9 Θ.1, 2, 4, 6, 7, 10 και 11 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Λαμβάνοντας υπόψη την ερμηνεία που δίδεται στον όρο «plaintiff» στη Δ.1 Θ.2,[7] σύμφωνα με την οποία, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια, ο όρος «ενάγοντας» στους Θεσμούς δεν περιλαμβάνει τον εναγόμενο που αναζητεί θεραπεία μέσω ανταπαίτησης, σχετικότερος προβάλλει ο Θεσμός 10 της Δ.9, που είναι, άλλωστε και ο Θεσμός στον οποίο αμφότεροι οι συνήγοροι παραπέμπουν στα πλαίσια των αγορεύσεων τους. Η Δ.9 Θ.10, διαλαμβάνει τα εξής: «No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. .. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by Rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice.» Στην υπόθεση Korkut v. Απόστολου Γεωργίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1213, λέχθησαν τα εξής: «Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9, θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται. Για το εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9, θ.10. (Βλ. Amon v. Raphael και Tuck & Sons Ltd. [1956] 1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit [1968] 1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο. (Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772).» Και στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ 1372 αποφασίστηκε ότι: «Η επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει βασικά στον ενάγοντα. (Βλ. Supreme Court Practice 1982 3 - σελ.
  1. Το Δικαστήριο έχει ωστόσο την εξουσία (Βλ. Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας - Διαταγή 9 θ.10) να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε κατόπιν αιτήσεως είτε χωρίς αίτηση, την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Είναι αυτόδηλο ότι το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και καθώς έχει ειπωθεί στην Παπαχριστοφόρου ν. Χαραλάμπους (ανωτέρω), η απόφανση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις γραπτές προτάσεις.» Επισημαίνεται τέλος ότι στο Annual Practice του 1958, αναφέρεται ότι σκοπός του αντίστοιχου με τη δική μας Δ.9 Θ.10, παλαιού αγγλικού θεσμού O.16 r.11 είναι η αποφυγή του plea in abatement, δηλαδή, η αναστολή ή ο τερματισμός μιας αγωγής όταν δεν βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου οι απαραίτητοι διάδικοι,[8] και ότι το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί τη διαταγή και ν' αποφασίσει να επιλύσει τη διαφορά με αναφορά στα δικαιώματα των μερών που βρίσκονται ενώπιον του.[9] Αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Θα διαχωρίσω τις αιτούμενες τροποποιήσεις σε δύο ενότητες: Η πρώτη ενότητα αφορά στις τροποποιήσεις με τις οποίες επιδιώκεται η προσθήκη ως εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενης της κας Μάρως Βάσω Σκουφή και η προσθήκη θεραπειών που θα ζητούνται από αυτήν. Με αυτή την ενότητα σχετίζονται οι παράγραφοι Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η και Θ της αίτησης. Διευκρινίζω στο σημείο αυτό ότι η παράγραφος Η της αίτησης αφορά σε θεραπεία που αξιώνεται όχι μόνο από την κα Σκουφή, αλλά και από τους Ενάγοντες, αλλά κατά το επανάνοιγμα της υπόθεσης στις 28.1.2015 διευκρινίστηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του Αιτητή ότι σε περίπτωση απόρριψης του μέρους της αίτησης που αφορά σε αίτημα για προσθήκη της κας Σκουφή, δεν επιμένει στην προώθηση της τροποποίησης αυτής κατά τρόπο που η θεραπεία να αξιώνεται μόνο εναντίον των Εναγόντων. Η δεύτερη ενότητα αφορά σε τροποποίηση ασύνδετη προς την επιδιωκόμενη προσθήκη της κας Σκουφή ως εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένης. Σε αυτή την ενότητα εμπίπτει η τροποποίηση που επιζητείται με την παράγραφο Ι της αίτησης. Αρχίζοντας με την πρώτη ενότητα, αυτή, δηλαδή, που αφορά στην προσθήκη της κας Μάρως Σκουφή ως εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένης με την παράλληλη επιδίωξη προσθήκης θεραπειών εναντίον της, παρατηρώ τα εξής: Με τον πρώτο λόγο ένστασης οι Καθ' ων η αίτηση προβάλλουν τη θέση ότι η αίτηση είναι αντινομική και με τον πέμπτο λόγο ένστασης, προβάλλουν τη θέση ότι η προσθήκη διαδίκου και η ανταπαίτηση πρέπει να αποκλειστεί για το λόγο ότι δεν υπάρχει συνάφεια μεταξύ της αιτίας αγωγής (cause of action) της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου και της αιτίας αγωγής που επιθυμεί να προβάλει ο Εναγόμενος με την τροποποίηση. Η συνήγορος του Αιτητή, αναφορικά με τον πέμπτο λόγο ένστασης σημειώνει στη γραπτή της αγόρευση ότι αυτός δεν εξειδικεύεται ούτε και αναπτύσσεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Επί του σημείου αυτού παρατηρώ ότι ο πέμπτος λόγος ένστασης είναι καθαρά νομικός, και δεν χρειάζεται να τεθούν ενώπιον του δικαστηρίου ισχυρισμοί γεγονότων μέσω ένορκης δήλωσης, αφού η βασιμότητα του ή μη θα κριθεί με βάση τα δικόγραφα. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 34, στις σελ. 411 και 414, στις παρ. 720 και 728, αντίστοιχα, αναφέρονται τα εξής: «
  2. Subject matter of the counterclaim. A counterclaim can in general be brought in respect of any claim that could be the subject of an independent action. It is not confined to money claims, or to causes of action of the same nature as the original action; and, except where a person other than the plaintiff is also made a defendant to it, it need not relate to or be connected with the original subject of the cause or matter..
  3. Claim against plaintiff and another. The defendant in an action may set up a counterclaim against the plaintiff, together with some third person, even though that third person could not have been joined as a co-plaintiff in the action, provided that the cause of action alleged is a cause of action available against the plaintiff and that third person jointly and not against that third person merely in the alternative, and the subject matter thereof or relief claimed relates to or is connected with the original subject of the cause or matter.». (έμφαση δική μου) Και στο Encyclopaedia of the Laws of England: With Forms and Precedents, 2η έκδοση, Τόμος 11, σελ. 176, αναφέρονται τα εξής: «It is not necessary that the claim raised by the counterclaim should be analogous in its nature to that made by the plaintiff. Nor need its subject-matter be identical with, or even be connected with, the subject-matter of the claim ..... But where the writ was specially indorsed for two quarters' rent, the defendant was not allowed to set up a counterclaim for libel and slander wholly unconnected with the claim for rent (Rotheram v. Priest, 1879, 40 L. J. C. P. 105; 41 L. T. 558). And where the defendant brings in a third party as defendant with the plaintiff to a counterclaim, the relief thus sought must relate specifically to, or be connected with, the subject-matter of the plaintiff's claim (Padwick v. Scott, 1876, 2 Ch. D. 736; Barber v. Blaiberg, 1882, 19 Ch. D. 473; S. F. Edge, Ltd. v. Weigel, 1907, 97 L. T. 447).» (έμφαση δική μου) Τέλος, στο Annual Practice του 1958, στη σελ. 505, και στα πλαίσια ανάλυσης του O.21 r.11 που αντιστοιχεί στη δική μας Δ.21 Θ.8
(1), αναφέρονται τα εξής, τα οποία υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Athina Leather Goods v. Χαραλάμπους κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 787: « Limitations to Counterclaim under this Rule. .........
(4)The counterclaim under this Rule must ask for relief relating to or connected with the subject-matter of the plaintiff's claim (J. A. 1925, s. 39 (b); Padwick v. Scott, 2 Ch. D. 736; Barber v. Blaiberg, 19 Ch. D. 473; S. F. Edge, Ltd. v. Weigel, 97 L. T. 447.) Secus where the plaintiff is sole defendant to a counterclaim.» (έμφαση δική μου) Με βάση τα πιο πάνω, καθίσταται σαφές ότι όταν η ανταπαίτηση στρέφεται μόνο εναντίον του ενάγοντα, δεν είναι αναγκαίο να έχει συνάφεια με την απαίτηση του ενάγοντα, με τον ενάγοντα να διατηρεί την ευχέρεια να αιτηθεί τον αποκλεισμό της με βάση τη Δ.21 Θ.10. Όμως, εκτός αν ο ενάγοντας είναι ο μόνος εναγόμενος στην ανταπαίτηση, με την ανταπαίτηση που μπορεί να εγερθεί δυνάμει της Δ.21 Θ.8
(1)πρέπει να αξιώνεται θεραπεία που σχετίζεται ή συνδέεται με το αντικείμενο της αξίωσης του ενάγοντα. Αυτό συνάδει, κατά την κρίση μου, με τη λογική, αφού τυχόν έγερση ανταπαίτησης εναντίον τρίτου προσώπου σε σχέση με αξίωση άσχετη προς την απαίτηση και το αντικείμενο αυτής, θα υπέβαλλε το εν λόγω πρόσωπο σε αχρείαστη ταλαιπωρία και έξοδα, αφού θα υποχρεούτο να λάβει μέρος σε μια διαδικασία - την εκδίκαση της απαίτησης - στην εξέταση και έκβαση της οποίας δεν θα είχε οποιοδήποτε ενδιαφέρον. Με βάση την Έκθεση Απαίτησης οι Ενάγοντες αξιώνουν το ποσό των €21.527,70 πλέον τόκο και έξοδα, ως οφειλόμενο για εργασίες, υλικά, εμπορεύματα και υπηρεσίες που προσέφεραν στον Εναγόμενο μεταξύ Ιανουαρίου του 2007 και Φεβρουαρίου του
  1. Είναι, συγκεκριμένα η θέση τους, ότι κατά την εν λόγω περίοδο, κατά παράκληση του Εναγόμενου, προσέφεραν σε αυτόν ή σε άλλα πρόσωπα με οδηγίες του Εναγόμενου υπηρεσίες ή πλήρωσαν για λογαριασμό του διάφορα ποσά για αγορά εμπορευμάτων, η συμφωνηθείσα, τρέχουσα και/ή λογική αξία των οποίων ανέρχεται στο ποσό που απαιτούν. Ο Εναγόμενος με την υπεράσπιση του αρνείται την ισχυριζόμενη συμφωνία με τους Ενάγοντες, και ισχυρίζεται διαζευκτικά ότι εάν ήθελε αποδειχθεί οποιαδήποτε συμφωνία, αυτή έγινε με τον Ιάκωβο Σκουφή και τη Μαρία Σκουφή και αφορούσε στην κατασκευή και/ή τοποθέτηση και/ή εγκατάσταση ξύλινης κουζίνας στην οικία του. Η τιμή, ισχυρίζεται, συμφωνήθηκε με τον κ. Ιάκωβο Σκουφή στις Λ.Κ. 7.200, ποσό το οποίο αποπλήρωσε. Επιπλέον, και, προφανώς, προκειμένου να θέσει τη βάση για την ανταπαίτηση του, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες υπέγραψαν ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 19.11.2003 προς ενοικίαση καταστήματος ιδιοκτησίας του Εναγόμενου, παραθέτοντας συνάμα λεπτομέρειες ως προς το συμφωνηθέν ενοίκιο και τους όρους της σύμβασης. Το εν λόγω ενοικιαστήριο έγγραφο υπέγραψε ως εγγυητής η κα Μαρία Σκουφή, σύζυγος του Ιάκωβου Σκουφή, διευθυντή των Εναγόντων. Η ενοικίαση άρχισε την 1.2.2004 και οι Ενάγοντες παρέδωσαν ελεύθερη κατοχή του καταστήματος στις 11.8.
  2. Είναι ισχυρισμός του ότι προς κάλυψη των πληρωτέων ενοικίων οι Ενάγοντες εξέδιδαν συστηματικά επιταγές που επιστρέφοντο από την τράπεζα χωρίς να τιμηθούν, και ο Εναγόμενος χρεώθηκε με τραπεζικές χρεώσεις (€229) και τόκους (€84), ποσά τα οποία αξιώνει ανταπαιτητικώς. Ζητά επιπλέον το ποσό των €100 ως τραπεζικά έξοδα. Ισχυρίζεται επίσης ότι παραμένει οφειλόμενο από τους Ενάγοντες ποσό ενοικίων ύψους €58.096, πλέον τόκοι ύψους €7.726, ποσά τα οποία αξιώνει ανταπαιτητικώς. Επιπλέον ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες προξένησαν ζημιές στο ενοικιαζόμενο ακίνητο ύψους €12.140, ποσό το οποίο αξιώνει ανταπαιτητικώς. Είναι φανερό, κατά την κρίση μου, ότι ούτε το αντικείμενο της ανταπαίτησης, ούτε και η θεραπεία που ζητείται μέσω αυτής, σχετίζεται ή συνδέεται με το αντικείμενο της απαίτησης των Εναγόντων. Η απαίτηση αφορά σε οφειλόμενο ποσό για παρασχεθέντα υλικά και/ή εκτελεσθείσες εργασίες και/ή υπηρεσίες που κατ' ισχυρισμό προσφέρθηκαν από τους Ενάγοντες στον Εναγόμενο την περίοδο Ιανουαρίου του 2007 έως τον Φεβρουάριο του 2008, και η ανταπαίτηση αφορά σε κατ' ισχυρισμό παράβαση σύμβασης ενοικίασης και πρόκληση ζημιών σε ακίνητο που ο Εναγόμενος ενοικίασε στους Ενάγοντες την περίοδο 1.2.2004 έως 11.8.
  3. Δεν υπάρχει, θεωρώ, ούτε συνάφεια των επίδικων θεμάτων μεταξύ της απαίτησης και της ανταπαίτησης ούτε και η ανταπαίτηση αφορά το ίδιο σύμπλεγμα γεγονότων με την απαίτηση. Συνεπώς, κρίνω ότι η αίτηση, στο βαθμό στον οποίο αφορά σε αίτημα για προσθήκη της κας Μάρως Σκουφή ως εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενης και την αξίωση εναντίον αυτής ανταπαιτητικώς θεραπειών που σχετίζονται με την σύμβαση ενοικίασης ημερομηνίας 19.11.2003, δεν μπορεί να επιτύχει. Όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν προδιαγράφουν την τύχη της παρούσας αίτησης, καθόσον αφορά την πρώτη ενότητα των αιτούμενων τροποποιήσεων. Όμως, σε κάθε περίπτωση, και ακόμα και αν το ως άνω συμπέρασμα μου ήταν εσφαλμένο, δεν θα ήμουν διατεθειμένη να εγκρίνω την παρούσα αίτηση, καθόσον αφορά την πρώτη αυτή ενότητα, για τους κάτωθι λόγους: Οι Καθ' ων η αίτηση εγείρουν ως πρώτο λόγο ένστασης τον ισχυρισμό ότι οι τροποποιήσεις είναι αντινομικές και παραβιάζουν τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Ως δεύτερο και τρίτο λόγο ένστασης οι Καθ' ων η αίτηση εγείρουν τον ισχυρισμό ότι η κα Μάρω Βάσου Σκουφή δεν είναι αναγκαίος διάδικος, αφού τα νομικά ή οικονομικά της συμφέροντα δεν θα επηρεαστούν από την έκβαση της αγωγής και ως τέταρτο λόγο ένστασης οι Καθ' ων η αίτηση εγείρουν τον ισχυρισμό ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρείται η εισαγωγή νέου μη αναγκαίου διαδίκου και νέας αιτίας αγωγής, με αδικαιολόγητη καθυστέρηση 6 ετών. Στη γραπτή του αγόρευση ο συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση σημειώνει ότι η καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης τροποποίησης συνιστά αρνητικό παράγοντα και απαιτείται η παροχή ικανοποιητικών εξηγήσεων για την καθυστέρηση. Τονίζει ότι ενώ ο ισχυρισμός ότι η κα Μάρω Σκουφή εγγυήθηκε την εκπλήρωση των υποχρεώσεων των Καθ' ων η αίτηση με βάση το ενοικιαστήριο έγγραφο προβλήθηκε εξ' αρχής στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, ο Αιτητής επέλεξε να μην την προσθέσει τότε ως διάδικο, και ότι επέλεξε να την προσθέσει τώρα που έμαθε ότι το όνομα των Καθ' ων η αίτηση διεγράφη από το Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Επιπλέον ισχυρίζεται ότι με την αιτούμενη προσθήκη διαδίκου προστίθεται νέα αιτία αγωγής. Ήδη προκαλείται, λέει, μεγάλη δυσχέρεια στους Καθ' ων η αίτηση οι οποίοι ήγειραν μια απλή αγωγή για εκτέλεση εργασιών και παροχή υλικών και βρέθηκαν αντιμέτωποι με ανταπαίτηση για ενοίκια, χρεώσεις επιταγών, τόκους επιταγών, τόκους ενοικίων και τραπεζικά έξοδα. Με την αιτούμενη προσθήκη νέου εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενου σε τόσο προχωρημένο στάδιο και χωρίς καλή εξήγηση, οι Καθ' ων η αίτηση θα υποστούν, καταλήγει, περαιτέρω δυσχέρεια. Η συνήγορος του Αιτητή, στη δική της γραπτή αγόρευση, και αντικρούοντας τον πρώτο λόγο ένστασης, παραπέμπει στη σχετική με το θέμα της τροποποίησης δικογράφων νομολογία, εισηγούμενη ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι ούτε αντινομικές, ούτε και παραβιάζουν τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης. Αναφορικώς με το δεύτερο και τον τρίτο λόγο ένστασης, η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή παραπέμπει στη σχετική με τη Δ.9 Θ.10 νομολογία, καθώς και στον παράγοντα καθυστέρηση στην προώθηση αίτησης τροποποίησης με βάση τη σχετική νομολογία, για να εισηγηθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση επιχειρείται η εισαγωγή ουσιαστικών ισχυρισμών που αφορούν την ανταπαίτηση του Αιτητή, τονίζοντας ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί γεγονότων είναι ήδη δικογραφημένοι στην υφιστάμενη ανταπαίτηση, και ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία για να έχει ενώπιον του το Δικαστήριο το σύνολο των γεγονότων για να μπορέσει να αποδώσει δικαιοσύνη και θεραπείες στα πρόσωπα που τις δικαιούνται. Προσθέτει ότι η όποια ζημιά που μπορεί να προκληθεί στους Καθ' ων η αίτηση μπορεί να θεραπευθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Σημειώνει, περαιτέρω, ότι υπάρχει συνάφεια μεταξύ των ζητημάτων που εγείρονται και τα οποία θα πρέπει να επιλυθούν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής για να αποφευχθεί η πολλαπλότητα των διαδικασιών. Στην προκειμένη περίπτωση, η βάση της αγωγής δεν μεταβάλλεται, ούτε και προωθείται νέα απαίτηση ή νέα θεραπεία, συνεπώς, εισηγείται, η αίτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί κακόπιστη και κακοπροαίρετη. Τέλος, εισηγείται ότι με την προσθήκη του νέου διαδίκου προσδιορίζονται αποτελεσματικά όλα τα επίδικα θέματα μεταξύ των αναγκαίων διαδίκων. Σε περίπτωση, λέει, που η ανταπαίτηση επιτύχει, τα συμφέροντα της προτεινόμενης εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένης θα επηρεασθούν. Αναμφίβολα προκύπτει, ως σταθερή αρχή της νομολογίας, ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση αίτησης τροποποίησης αποτελεί παράγοντα σχετικό, όχι, όμως, εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Στην υπόθεση Astor Co. κ.α. ν. Α & G Leventis Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του Άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, αν και ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη. Όπως υποδείχθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στις Πολ. Εφ. 137/2013 και 138/2013, IKOS CIF LTD v. Martin Coward κ.α., ημερ. 20.3.2014, όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Στην ίδια απόφαση, λέχθηκε επίσης ότι: «Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 11.12.2008 και η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση καταχωρήθηκε στις 3.7.
  1. Το ότι η κα Μάρω Σκουφή υπέγραψε ως εγγυήτρια το ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 19.11.2003 ήταν εξ' αρχής εις γνώση του Αιτητή και των δικηγόρων του, αφού ρητή αναφορά στο γεγονός αυτό γίνεται στην παράγραφο 12 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης που καταχωρήθηκε έξι και μισό έτη πριν την καταχώρηση της παρούσας αιτήσεως. Αφού έγιναν αποκαλύψεις εγγράφων εκατέρωθεν, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση 13 φορές και συγκεκριμένα στις 18.10.10, 1.3.2011, 12.10.11, 8.3.12, 12.6.12, 17.1.13, 12.6.13, 6.2.14, 11.4.14, 2.6.14, 29.10.14, 16.1.15 και 1.12.
  2. Ως υποδείχθηκε στην υπόθεση Στέλιου Φοινιώτη (ανωτέρω), «όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση». Όπως δε προαναφέρθηκε, η παρούσα περίπτωση δεν αφορά σε μια απλή αίτηση τροποποίησης, αλλά σε αίτημα για προσθήκη νέου διαδίκου, ως εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενου. Η προτιθέμενη εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενη, θα υπέχει τη θέση εναγόμενης στην ανταπαίτηση, και θα πρέπει να εμφανισθεί στη διαδικασία και να γίνει ανταλλαγή δικογράφων. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, ο παράγοντας χρόνος, και η αιτιολογία που δίδεται τόσο για την καθυστέρηση όσο και για την αναγκαιότητα στη λήψη του διαβήματος, προσλαμβάνει ιδιαίτερη σημασία. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, κατά την προετοιμασία για την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης στις 1.12.2015, διαπιστώθηκε ότι εκ παραδρομής και/ή εξ' αβλεψίας δεν προστέθηκε ως αναγκαίος διάδικος η κα Μάρω Σκουφή. Αναφέρεται επίσης, ότι προ ολίγων μηνών οι δικηγόροι του Αιτητή πληροφορήθηκαν προφορικά ότι οι Καθ' ων η αίτηση διαγράφηκαν από το Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, κάτι που επιβεβαίωσαν προ ολίγων ημερών από τον Έφορο Εταιρειών, αφού σε μια προηγούμενη προσπάθεια τους να το επιβεβαιώσουν πληροφορήθηκαν ότι ο φάκελος είχε χαθεί. Η ομνύσασα λέγει περαιτέρω ότι η έκθεση απαίτησης (πρέπει να αναφέρεται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση) καταχωρήθηκε από δικηγόρο που αναχώρησε από το γραφείο των δικηγόρων του Αιτητή, με αποτέλεσμα όταν ανέλαβε την παρούσα υπόθεση για χειρισμό η κα Στέλλα Ευρυπίδου, διαπίστωσε κατά την προετοιμασία της για την ακρόαση της υπόθεσης πως δεν προστέθηκε ως διάδικος η κα Μάρω Σκουφή. Λέγει τέλος ότι η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης δεν είναι προϊόν αμέλειας, αλλά οφείλεται στην πρόσφατη πληροφόρηση που λήφθηκε από το τμήμα του Εφόρου Εταιρειών. Δεν μπορεί, κατ' αρχάς, να περάσει απαρατήρητη η αντίφαση που υπάρχει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση σε σχέση με το εξεταζόμενο θέμα της αιτιολόγησης της καθυστέρησης στην υποβολή της, όπου ενώ στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης αναφέρεται ότι κατά την προετοιμασία για την ακρόαση της 1.12.2015 διαπιστώθηκε ότι εκ παραδρομής και/ή εξ' αβλεψίας δεν προστέθηκε ως αναγκαίος διάδικος η κα Μάρω Σκουφή, σε κατοπινό στάδιο της ίδιας ένορκης δήλωσης, και αναφέρομαι ιδιαίτερα στις παραγράφους 15 και 16, αναφέρεται από την ομνύσασα ότι η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης δεν είναι προϊόν αμέλειας, αλλά οφείλεται στην πρόσφατη πληροφόρηση από το γραφείο του Εφόρου Εταιρειών ότι το όνομα των Καθ' ων η αίτηση έχει διαγραφεί από το Μητρώο Εταιρειών. Πέραν των πιο πάνω λόγων που δίδονται ως προς την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση καταχωρήθηκε από δικηγόρο στο δικηγορικό γραφείο του Αιτητή, άλλον από αυτόν που σήμερα χειρίζεται την υπόθεση. Τούτο, όμως, δεν αποτελεί, κατά τη νομολογία, λόγο για να επιτραπεί η τροποποίηση. Περαιτέρω, από το φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει ότι στις 20.2.2015 υποβλήθηκε αίτημα από την πλευρά του Εναγόμενου-Αιτητή όπως η αγωγή οριστεί για οδηγίες, επειδή πρόθεση του ήταν να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης. Για να του δοθεί αυτή η ευκαιρία, η υπόθεση ορίστηκε στις 30.3.2015 και ακολούθως στις 22.4.2015 για οδηγίες. Στις 22.4.2015 δηλώθηκε από την πλευρά του Εναγόμενου-Αιτητή ότι διαπιστώθηκε ότι οι Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση είναι διαγραμμένοι από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και γι αυτό δεν έγινε η αίτηση τροποποίησης. Η υπόθεση, τότε, επαναορίστηκε για οδηγίες στις 5.6.2015 με οδηγίες όπως τυχόν αίτηση οριστεί την ίδια ημέρα και το ίδιο έγινε στις 5.6.2015, οπότε και η υπόθεση επαναορίστηκε στις 9.7.
  3. Στις 9.7.2015 ζητήθηκε από το συνήγορο των Εναγόντων όπως η αγωγή οριστεί για ακρόαση, κάτι με το οποίο η συνήγορος του Εναγόμενου συμφώνησε, δηλώνοντας παράλληλα ότι στο μεσοδιάστημα θα διερευνηθούν τα θέματα που προκύπτουν, και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 1.12.
  4. Μεταξύ της 9.7.2015 και 30.11.2015 τίποτα δεν έγινε, για να καταχωρηθεί η παρούσα αίτηση μόλις στις 1.12.2015, ημερομηνία που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση. Υπό το φως, λοιπόν, των περιστάσεων της υπόθεσης, δεν μπορώ εύκολα να δεχτώ ότι το γεγονός ότι η κα Μάρω Σκουφή δεν προσετέθη ως αναγκαίος διάδικος διαπιστώθηκε κατά την προετοιμασία για ακρόαση της παρούσας υπόθεσης στις 1.12.2015, αφού η παρούσα αγωγή ορίστηκε για ακρόαση 12 φορές πριν την 1.12.2015 και σύμφωνα με τα πρακτικά που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου η πλευρά του Εναγόμενου-Αιτητή δήλωσε έτοιμη να αρχίσει την ακρόαση τουλάχιστο σε δύο περιπτώσεις το 2014, ενώ στις 20.2.2015 ζήτησε αναβολή της ακρόασης προκειμένου να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης. Σε κάθε περίπτωση και επειδή γνώμονας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στα πλαίσια αίτησης τροποποίησης είναι το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης (Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ 560), θα προχωρήσω να εξετάσω τη θέση του Αιτητή ότι η εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενη είναι αναγκαίος διάδικος στην παρούσα διαδικασία. Οι γενικές αρχές που διέπουν το ζήτημα προσθήκης διαδίκου, παρατέθηκαν ανωτέρω. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή παραπέμπει στα πλαίσια της γραπτής της αγόρευσης στην απόφαση του Λόρδου Denning στην υπόθεση Gurtner v. Circuit
(1968)1 All ER 328, ο οποίος, ακολουθώντας το σκεπτικό του Λόρδου Esher στην Βyrne v. Brown
(1889)22 Q.Β.D. 657, και διαφωνώντας με τη στενή ερμηνεία που δόθηκε από τον Λόρδο Devlin στην Amon v. Raphael Tuck & Sons Ltd
(1956)1 All ER 273, έδωσε μια ευρύτερη ερμηνεία στην αντίστοιχη πρόνοια των παλαιών αγγλικών θεσμών. Ο Λόρδος Denning αναφέρει συγκεκριμένα τα εξής στη σελίδα 331: «There were many cases decided on it; but I need not analyse them today. That was done by Devlin, U., in Amon v. Raphael Tuck & Sons Ltd. He thought that the rule should be given a narrow construction, and his views were followed by John Stephenson, J., in Fire, Auto and Marine Insurance Co., Ltd. v. Greene. I am afraid that I do not agree with them. I prefer to give a wide interpretation to the rule, as Lord Esher, M.R., did in Byrne v. Brown. It seems to me that when two parties are in dispute in an action at law and the determination of that dispute will directly affect a third person in his legal rights or in his pocket, in that he will be bound to foot the bill, then the Court in its discretion may allow him to be added as a party on such terms as it thinks fit. By so doing, the Court achieves the object of the rule. It enables all matters in dispute 'to be effectually and completely determined and adjudicated upon' between all those directly concerned in the outcome.». Η πιο πάνω ευρεία ερμηνεία που δόθηκε από το Λόρδο Denning υιοθετήθηκε από το αγγλικό εφετείο (Court of Appeal) στην υπόθεση Vandervell Trusts
(1969)3 All ER
  1. Όμως η Βουλή των Λόρδων (House of Lords) ανέτρεψε την εν λόγω απόφαση του εφετείου στην υπόθεση In Re Vandervell's Trusts, Vandervell Trustees Limited v. White and Others [1971] AC 912, λέγοντας ότι η ευρεία ερμηνεία του Λόρδου Denning δεν συνάδει με το λεκτικό του θεσμού.[10] Σχετικώς, ο Viscount Dilhorne είπε στις σελ. 935 - 936, τα εξής: «The many reported cases in which this rule has been considered were comprehensively reviewed by Devlin J (as he then was) in Amon -v- Raphael Tuck & Sons Ltd [1956] 1 K.B.
  2. He said, at p. 361: .... In this case the Court of Appeal held that there should be a wide interpretation of the rule. Lord Denning said [1970] Ch. 44, 56-57: ...... Whether this interpretation is wider than that stated by Devlin J . it is not necessary to consider. My difficulty about accepting Lord Denning's wide interpretation is that it appears to me wholly unrelated to the wording of the rule. I cannot construe the language of the rule as meaning that a party can be added whenever it is just or convenient to do so. That could have been simply stated if the rule was intended to mean that. However wide an interpretation is given, it must be an interpretation of the language used. The rule does not give power to add a party whenever it is just or convenient to do so. It gives power to do so only if he ought to have been joined as a party or if his presence is necessary for the effectual and complete determination and adjudication upon all matters in dispute in the cause or matter.» Περαιτέρω, στην αγωγή ναυτοδικείου Manchester Lines Ltd and another v. Viamaz Coach Industry Ltd
(1983)1 Α.Α.Δ. 178 o Έντιμος Λοΐζου Δ., όπως ήταν τότε, αποφάσισε τα εξής: «Also the words "cause or matter" to be found in the English and Civil Procedure Rules and which correspond to the word "action" in rule 30, have been interpreted as meaning the action as it stands between the existing parties (see Amon v. Raphael Tuck and Sons Ltd., [1956] 1 Q.B; The Result [1958] P. 174 at p. 184). Furthermore the Court has no jurisdiction under this rule to order third parties to be added as defendants where the cause or matter is not liable to be defeated by the nonjointer, where the third parties were not persons who ought to have been sued in the first instance and where the third parties were not persons whose presence as defendants was necessary to enable the Court effectually to adjudicate on all the questions involved.» Τέλος, στην υπόθεση ναυτοδικείου Sonco Canning Ltd v. Adriatica (Societe per Azioni di Navigazione)
(1973)1 Α.Α.Δ. 127, ο Έντιμος Λοΐζου Δ., όπως ήταν τότε, απορρίπτοντας αίτημα εναγόμενου για προσθήκη συνεναγόμενου, ο οποίος κατοικούσε εκτός δικαιοδοσίας, έλαβε, μεταξύ άλλων υπόψη την καθυστέρηση που θα προκαλείτο από τυχόν έγκριση του αιτήματος, λέγοντας τα εξής: «Adding these defendants, it will cause delay and no further delay than is necessary should be caused to the plaintiffs.» Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, είναι η κρίση μου ότι η προτεινόμενη εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενη κα Μάρω Σκουφή δεν είναι αναγκαίος διάδικος στην παρούσα υπόθεση εντός της έννοιας της Δ.9 Θ.
  1. Δεν έχει υποστηριχθεί ενώπιον μου, ότι χωρίς την προσθήκη της κας Σκουφή η ανταπαίτηση του Αιτητή θα πρέπει ν' απορριφθεί λόγω non-joinder. Ούτε και έχει τεθεί ενώπιον μου ισχυρισμός ότι η παρουσία της κας Σκουφή είναι απαραίτητη προκειμένου να αποφασισθούν πλήρως και αποτελεσματικά τα επίδικα θέματα της ανταπαίτησης, ως αυτή έχει, και μεταξύ των υφιστάμενων διαδίκων. Αναφέρει η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή ότι επηρεάζονται τα συμφέροντα της κυρίας Σκουφή επειδή «υπέγραψε για λογαριασμό της ενάγουσας εταιρείας, υπό την προσωπική της ιδιότητα». Όμως, στην ανταπαίτηση αυτό που αναφέρεται είναι ότι η κα Σκουφή εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις των Καθ' ων η αίτηση με βάση το ενοικιαστήριο έγγραφο της 19.11.
  2. Εξάλλου ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι τυχόν μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα οδηγήσει σε πολλαπλότητα των διαδικασιών, δεν μπορεί παρά να προϋποθέτει τη δυνατότητα έγερσης τέτοιων διαδικασιών. Σε κάθε περίπτωση σημειώνω ότι δεν μπορώ να συμφωνήσω με τη θέση του Αιτητή, ούτε και έχω πεισθεί ότι τίθεται θέμα άμεσου επηρεασμού των νομικών δικαιωμάτων ή των οικονομικών συμφερόντων (βλ. απόφαση Korkut, ανωτέρω) της κας Σκουφή από την έκβαση της δίκης αυτής, η οποία δεν θα δεσμεύεται από το αποτέλεσμα της και δεν θα δημιουργηθεί δεδικασμένο έναντι της (Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γ.Κ. Βιονευρολογική Λτδ κ.α.
(2011)1 ΑΑΔ 234, 241,[11] σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 928[12]). Τυχόν δε προσθήκη, σε αυτό το στάδιο νέου εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενου θα προκαλούσε, κατά την κρίση μου, περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής, αφού η εκδίκαση της θα πρέπει να αναμένει την επίδοση στη νέα διάδικο και την ανταλλαγή δικογράφων, και υπενθυμίζω επί τούτου ότι το Δικαστήριο δεσμεύεται από το Άρθρο 35 του Συντάγματος, όπως διασφαλίζει, μέσα στα όρια της αρμοδιότητας του, την αποτελεσματική εφαρμογή του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος που διαφυλάσσει το δικαίωμα κάθε διάδικου για δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Ως περαιτέρω λόγος για την καταχώρηση της παρούσας αιτήσεως, και προς υποστήριξη της αναγκαιότητας της επιχειρούμενης προσθήκης εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενου, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι, οι Καθ' ων η αίτηση έχουν διαγραφεί από το Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, και παρά το γεγονός ότι αυτό θα μπορούσε να θεραπευτεί, οι Καθ' ων η αίτηση ουδέν διάβημα έλαβαν, με αποτέλεσμα αν πετύχει η ανταπαίτηση, ο Αιτητής να μην μπορεί να εκτελέσει την απόφαση από ένα νομικό πρόσωπο που δεν υφίσταται πλέον. Σχετικός είναι ο έβδομος λόγος ένστασης που προβάλλουν οι Καθ' ων η αίτηση, αναπτύσσοντας τον οποίο, ο συνήγορος τους υποστηρίζει τη θέση ότι η διαγραφή της εταιρείας από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών δεν δημιουργεί οποιοδήποτε πρόβλημα στη νομική προσωπικότητα της Ενάγουσας εταιρείας και το δικαίωμα της να ενάγει και να ενάγεται. Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά στο παρόν στάδιο επί του πιο πάνω ισχυρισμού. Τούτο διότι η διαγραφή εταιρείας από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών δεν δημιουργεί κατάσταση δίχως επιστροφή. Τη λύση προσφέρει το άρθρο 327
(7)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, το οποίο, σημειώνεται, δεν περιορίζει το δικαίωμα καταχώρησης αίτησης προς επαναφορά στο Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών επωνυμίας διαγραφείσας εταιρείας στην ίδια την εταιρεία ή στα μέλη της. Το άρθρο 327
(7)του περί Εταιρειών Νόμου προβλέπει τα εξής: «
(7)Αν εταιρεία ή οποιοδήποτε μέλος ή πιστωτής της αισθάνεται δυσαρεστημένος από το ότι η εταιρεία διαγράφτηκε από το μητρώο, το Δικαστήριο μετά από αίτηση που κάνει η εταιρεία ή μέλος ή πιστωτής . δύναται, αν ικανοποιηθεί ότι η εταιρεία κατά το χρόνο της διαγραφής της διεξήγαγε εργασία ή ήταν σε λειτουργία, ή διαφορετικά ότι είναι δίκαιο η εταιρεία να αποκατασταθεί στο μητρώο, να διατάξει την επαναφορά της επωνυμίας της εταιρείας στο μητρώο .» Το πιο πάνω άρθρο 327
(7)του περί Εταιρειών Νόμου, αντιστοιχεί στο άρθρο 353
(6)του αγγλικού Companies Act, 1948. Στη σελ. 788 του συγγράμματος Company Law του Robert R. Pennington, 4η έκδοση, 1979, με αναφορά στην αγγλική απόφαση Re Harvest Lane Motor Bodies Ltd [1969] 1 Ch 457, [1968] 2 All ER 1012 του Chancery Division, στα πλαίσια ανάλυσης του όρου «πιστωτής» (creditor) για τους σκοπούς του άρθρου 353
(6)του αγγλικού Companies Act, 1948, διαβάζουμε τα εξής: «. the expression creditor includes all claimants for sums of money, whether liquidated or unliquidated, whether the claim arises under a contract, in tort or under any other head, and whether the claim is certain or contingent.» Το ότι αίτημα πιστωτή εταιρείας για επανεγγραφή στο Μητρώο Εταιρειών εταιρείας, της οποίας το όνομα διεγράφη, μπορεί να γίνει αποδεκτό για να μπορέσει ο αιτητής να προχωρήσει με μέτρα προς είσπραξη του λαβείν του, επιβεβαιώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Logicom Ltd v. P & G Caresys Ltd
(2005)1Β ΑΑΔ 877. Και τούτο, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση εκείνη, «γιατί μια εταιρεία μπορεί με δικό της αίτημα να διαγραφεί από το Μητρώο Εταιρειών, με σκοπό να στερήσει από τους πιστωτές της το δικαίωμα να προχωρήσουν είτε με αγωγή είτε με διάλυση της για να εισπράξουν το λαβείν τους». Συνεπώς, πέραν της ίδιας της εταιρείας και των μελών της, δικαίωμα καταχώρησης αίτησης με βάση το άρθρο 327
(7)του περί Εταιρειών Νόμου, εκ πρώτης όψεως φαίνεται να έχει και ο ίδιος ο Αιτητής. Είναι επίσης η θέση του Αιτητή ότι η αιτούμενη προσθήκη δεν θα επηρεάσει τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση, αφού με την προσθήκη θα απαλλαγούν από την προώθηση οποιασδήποτε περαιτέρω υπεράσπισης σε περίπτωση νέας αγωγής. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με αυτή τη θέση του Αιτητή, για το λόγο ότι οι Καθ' ων η αίτηση είναι εταιρεία και δεν είναι το ίδιο πρόσωπο με την προτεινόμενη εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενη, η οποία, ως αναφέρεται στην παράγραφο 12 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, είναι η σύζυγος του διευθυντή των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση. Δεν διαφεύγει, βέβαια, της προσοχής μου ότι η ακρόαση της παρούσας υπόθεσης δεν έχει ακόμη αρχίσει και ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους τροποποίηση δικογράφου μπορεί να επιτραπεί, είναι η αποφυγή πολλαπλότητας των διαδικασιών. Ως έχει, όμως, νομολογηθεί, «το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου» και «το πλέον ουσιώδες υπό τις περιστάσεις κριτήριο ήταν η στάθμιση των παραγόντων που θα αποτελούσαν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης» (Clive Preece v. Νάσω Ρωσσίδου
(2011)1 ΑΑΔ 2138). Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπόψη ότι στην παρούσα υπόθεση παρατηρείται μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, η οποία δεν έχει αιτιολογηθεί επαρκώς, το γεγονός ότι τυχόν προσθήκη της κας Σκουφή ως εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2 θα επιφέρει περαιτέρω καθυστέρηση, ενδεχομένως ουσιαστική, στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος, το γεγονός ότι η κα Μάρω Σκουφή δεν είναι αναγκαίος διάδικος εντός της έννοιας της Δ.9 Θ.10, και, περαιτέρω ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις που σχετίζονται με την προσθήκη της εν λόγω εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενης δεν είναι αναγκαίες προκειμένου να επιλυθούν όλες οι διαφορές των διαδίκων και να αποφασισθούν αποτελεσματικά όλα τα επίδικα θέματα μεταξύ τους, κρίνω πως η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει στο βαθμό που με αυτήν επιδιώκεται η προσθήκη της προτεινόμενης νέας διαδίκου και η επιδίωξη θεραπειών εναντίον της. Για σκοπούς πληρότητας, θα εξετασθούν και οι δύο εναπομείναντες λόγοι ένστασης. Οι Καθ' ων η αίτηση εγείρουν ως έκτο λόγο ένστασης τον ισχυρισμό ότι ο Αιτητής κωλύεται ένεκα εξ' υποσχέσεως κωλύματος (promissory estoppel) από παραστάσεις του δικηγόρου του, από του να ζητά τα διατάγματα που ζητούνται με την παρούσα αίτηση, και τυχόν έκδοση διατάγματος από το Δικαστήριο θα είναι αντίθετο προς τις αρχές της επιείκειας και θα προκαλέσει αδικία στους Καθ' ων η αίτηση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση δεν αναπτύσσει αυτό το λόγο ένστασης στη γραπτή του αγόρευση. Στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Πικροδάφνη κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 915, το Δικαστήριο αποφάσισε τα εξής: «Στην υπόθεση Μάρκου ν. Πασχάλη
(2001)1 Α.Α.Δ. 829 το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στις αγγλικές αποφάσεις Hughes v. Metropolitan Railway Co. [1877] 2 App. Cas. 439 και Central London Property Trust v. High Trees House Ltd [1947] K.B. 130, καθώς και στις κυπριακές αποφάσεις Stylianou v. Papacleovoulou
(1982)1 C.L.R. 542 και Boustani v. Linmare Shipping Company Ltd
(1984)1 C.L.R. 354, τόνισε ότι εξ υποσχέσεως κώλυμα μπορεί να προκύψει μόνο από σαφείς και θετικές παραστάσεις, οι οποίες γίνονται από πρόσωπο προς το οποίο οφείλεται η συμβατική υποχρέωση, ως αποτέλεσμα των οποίων ο οφειλέτης, βασιζόμενος σ΄ αυτές, αναπροσαρμόζει τη συμπεριφορά του επί του προκειμένου, με τρόπο που θα ήταν άδικο, σε μεταγενέστερο στάδιο, να κληθεί να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις.» Το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση συνοψίστηκε στα πλαίσια της «Εισαγωγής», ανωτέρω. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση δεν περιέχονται οποιοιδήποτε ισχυρισμοί που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν την ύπαρξη εξ' υποσχέσεως κωλύματος ένεκα παραστάσεων του συνηγόρου του Αιτητή, που να εμποδίζει τον Αιτητή στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Κρίνω, συνεπώς, ότι αυτός ο λόγος ένστασης δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε απόρριψη της παρούσας αίτησης. Ο συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση, εγείρει, ως όγδοο λόγο ένστασης, τον ισχυρισμό ότι η ένορκη δήλωση στην οποία στηρίζεται η αίτηση του Αιτητή γίνεται από δικηγόρο που δεν εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή, και γι αυτό δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Σχετικώς, ο κ. Σκουφής, επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση ως Τεκμήριο απόσπασμα από την ιστοσελίδα του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, από το οποίο προκύπτει ότι η κα Ιφιγένεια Ζυμαρά εργοδοτείται σε δικηγορικό γραφείο στη Λευκωσία. Επί του τελευταίου αυτού λόγου ένστασης, ο οποίος, σημειώνω, επίσης δεν αναπτύσσεται στη γραπτή αγόρευση του συνήγορου των Καθ' ων η αίτηση, παρατηρούνται τα εξής. Το ότι η κα Ιφιγένεια Ζυμαρά που υπογράφει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν εργοδοτείται στο γραφείο των δικηγόρων του Αιτητή (κκ. Ρ. Ερωτοκρίτου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ), όχι μόνο δεν αμφισβητείται, αλλά αντίθετα δηλώνεται από την ομνύσασα στην πρώτη παράγραφο της ένορκης της δήλωσης. Σύμφωνα με τη Δ.39 Θ.2[13] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης πρέπει να έχει ως πηγή την προσωπική γνώση των γεγονότων από τον ομνύοντα, αλλά σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως είναι η παρούσα, η ένορκη δήλωση μπορεί να αναφέρεται και σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση ο μάρτυρας, νοουμένου ότι αποκαλύπτει την πηγή από την οποία αντλείται η πληροφόρησή του. Στην προκειμένη περίπτωση, πέραν των νομικών θεμάτων επί των οποίων εκφέρει άποψη, η κα Ζυμαρά αναφέρει ότι λαμβάνει γνώση των γεγονότων από μελέτη της δικογραφίας, και από αξιόπιστες πηγές, τις οποίες αποκαλύπτει στις επόμενες παραγράφους της ένορκης της δήλωσης, στις οποίες η ομνύσασα αναφέρεται σε πληροφόρηση που έλαβε από τους δικηγόρους του Αιτητή και τη δικηγόρο κα Στέλλα Ευρυπίδου, ως επίσης και από τον ίδιο τον Αιτητή. Συνεπώς, είναι η κρίση μου ότι ο ισχυρισμός των Καθ' ων η αίτηση ότι η ένορκη δήλωση της κας Ζυμαρά δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη επειδή η κα Ζυμαρά δεν εργοδοτείται στο γραφείο του δικηγόρου του Αιτητή, δεν μπορεί να επιτύχει. Εξάλλου, όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου ν Αγαθοκλέους
(1996)1Β ΑΑΔ 1203, 1206 δεν υπάρχει τίποτε που να αποκλείει πρόσωπο που γνωρίζει γεγονότα σχετικά προς επίδικο ζήτημα να καταθέτει ως μάρτυρας, επειδή είναι δικηγόρος. Το ασυμβίβαστο όπου υπάρχει, αφορά στην ταυτόχρονη ανάληψη της ιδιότητας του δικηγόρου στην ίδια υπόθεση, κάτι που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, επειδή ακριβώς ισχυρισμός των Καθ' ων η αίτηση είναι ότι η ομνύσασα δεν εργοδοτείται στο δικηγορικό γραφείο που αντιπροσωπεύει τον Αιτητή. Περαιτέρω, η κα Ζυμαρά αναφέρει στην πρώτη παράγραφο της ένορκης της δήλωσης ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Αιτητή όπως προβεί στην ένορκη δήλωση και δεν αντεξετάσθηκε επί του ισχυρισμού της αυτού, ο οποίος παρέμεινε αναντίλεκτος (Αναφορικά με την αίτηση της εταιρείας Εκδόσεις ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1013). Έρχομαι τώρα στη δεύτερη ενότητα. Ο Αιτητής αιτείται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση της κλίμακας τελών και εξόδων. Το αίτημα του Αιτητή δεν μπορεί να εγκριθεί. Όπως υποδείχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Βασιλειάδης κ.α. ν. Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 ΑΑΔ 16 «Η κλίμακα της αγωγής δεν αποτελεί μέρος της γραπτής πρότασης αλλά συνέπεια της. (Βλ. Thoma ν. Chambou
(1986)1 C.L.R. 68). Με γνωστή την αξίωση των εφεσειόντων η κλίμακα θα προκύψει ως ζήτημα αριθμητικού υπολογισμού και θα εναπόκειται στους εφεσείοντες αλλά και στο Πρωτοκολλητείο να βεβαιωθούν ότι θα έχουν καταβληθεί τα προβλεπόμενα τέλη.». Κατάληξη Υπό το φως όλων των ανωτέρω, είναι η κρίση μου ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί. Συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων-Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου-Αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Σημειώνεται ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 11.12.2008, συνεπώς τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.25 Θ.1 πριν την τροποποίηση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 26.9.2014. [2] «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» [3] Η μετάφραση είναι από την απόφαση στην Πολ. Εφ. 58/12, Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation, ημερ. 4.3.2013. [4] Το Δικαστήριο αναφέρθηκε στις υποθέσεις: Φοινιώτης ν. Green Mar Navigation
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 33, Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναίδης Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Γραμμές Στρινζί Αιγαίου ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44, C & A, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ. κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 237, Clive Preece κ.ά. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου, Πολιτική Έφεση 271/2008, ημερομηνίας 16/12/2011 και Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005. [5] «Where a defendant by his defence sets up any counter-claim which raises questions between himself and the plainitff along with any other persons, he shall add to the title of his defence a further title similar to the title in a statement of claim, setting forth the names of all the persons who, if such counter-claim were to be enforced by cross-action, and shall deliver his defence to such of them as are parties to the action within the period within which he is required to deliver it to the plaintiff.». [6] Η μετάφραση είναι από την απόφαση στην υπόθεση Athina Leather Goods v. Χαραλάμπους κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 787 [7] « In these Rules, unless repugnant to the context- "plaintiff" includes every person asking any relief (other than a defendant asking relief by way of counter-claim) against any other person by any form of proceeding, whether the proceeding is by action, petition, motion, summons or otherwise» [8] Annual Practice, 1958, σελ. 345: «This Rule is intended to do away with the plea in abatement (Kendall v. Hamilton, 4 App. Cas. 504; Wilson v. Balcarres, [1893] 1 Q. B. 422, C. Α.; Robinson v. Geisel, [1894] 2 Q. B. 685).» [9]Annual Practice, 1958, σελ. 345 «The Court retains a discretionary power to refuse the order (Lancaster Banking Co. v. Cooper, 9 Ch. D. 594; Roberts v. Holland, [1893] 1 Q. B. 665) and may elect to deal with the matter as regards the rights of the parties before it, especially if the action has proceeded to trial without objection as to parties (Re Harrison, [1891] 2 Ch. 349; Hall v. Heward, 32 Ch. D. 430).». Βλ. και Manchester Lines Ltd and another v. Viamaz Coach Industry
(1983)1 ΑΑΔ 178, σελ. 183-184. [10] Order 15, r.6
(2)(b): «
(2)At any stage of the proceedings in any cause or matter the court may on such terms as it thinks just and either of its own motion or on application . (
  1. b)order any person who ought to have been joined as a party or whose presence before the court is necessary to ensure that all maters in dispute in the cause or matter may be effectually and completely determined and adjudicated upon be added as a party;.» [11] «Ακόμη και στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν εγκρίνει το αίτημα του εναγόμενου - εγγυητή για παραμερισμό της απόφασης, γιατί δεν έχει πειστεί ότι συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις, τέτοια απόφαση δεν δημιουργεί δεδικασμένο εναντίον του πρωτοφειλέτη έτσι ώστε ο πρωτοφειλέτης να εμποδίζεται από του να προβάλει υπεράσπιση. Ο λόγος είναι προφανής. Εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου προϋποθέτει τελεσίδικη απόφαση, ταύτιση διαδίκων και ταύτιση επίδικων θεμάτων.» [12] Όπου οι απαραίτητοι όροι για τη δημιουργία δεδικασμένου προσδιορίζονται ως εξής: (
  2. i)η απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη (
  3. ii)πρέπει να υπάρχει ταύτιση των διαδίκων (iii) πρέπει να υπάρχει ταύτιση της ιδιότητας των διαδίκων (
  4. iv)πρέπει να υπάρχει ταύτιση των επίδικων θεμάτων. [13] «Affidavits shall be confined to such facts as the witness is able of his own knowledge to prove, but on interlocutory applications an affidavit may contain statements of information and belief, with the sources and grounds thereof. The costs of every affidavit which shall unnecessarily set forth matter of hearsay, or argumentative matter, or copies of or extracts from documents, shall be paid by the party filing the same.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.