Ελένη Πέτρου κ.α. ν. Πραξιτέλη Βογαζιανού, Αρ. Αγωγής: 9248/03, 25/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A127 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9248/03 Μεταξύ: 1.Ελένη Πέτρου 2.Τάκη Παντελίδη Εναγόντων και Πραξιτέλη Βογαζιανού Εναγομένου ΑΙΤΗΣΗ ΠΑΡΑΚΟΗΣ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΜΕΡ.4.6.15 Ημερομηνία: 25.2.16 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές : κα Νικολάου Για Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση: κα Ν. Χατζηιωάννου Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Αιτητές επιζητούν τις πιο κάτω θεραπείες: Α. Την έκδοση εντάλματος προσωποκράτησης και σύλληψης του εναγομένου λόγω άρνησης του να συμμορφωθεί με το διάταγμα του δικαστηρίου ημερ.24.9.
- Β. Όπως το δικαστήριο εξαναγκάσει τον εναγόμενο να συμμορφωθεί με την απόφαση του δικαστηρίου δια φυλακίσεως και/ή προστίμου. Γ. Την τιμωρία του εναγομένου για παρακοή διατάγματος του δικαστηρίου. Νομικό βάθρο της αίτησης είναι το άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, καθώς και οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.42Α και
- Ο καθ' ου η αίτηση έφερε ένταση υποστηριζομένης δι' ενόρκου δηλώσεως. Πραγματικό υπόβαθρο αποτελεί ένορκη δήλωση του Αιτητή αρ.2 ο οποίος, στηριζόμενος ουσιαστικά στο εκδοθέν διάταγμα του δικαστηρίου, αναφέρει ότι ο καθ ου η αίτηση αρνείται και παραλείπει να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για να συμμορφωθεί με το ρηθέν διάταγμα. Ο καθ ου' η αίτηση από την πλευρά του αναφέρει ότι έκαμε προσπάθειες για έκδοση ξεχωριστού τίτλου αλλά λόγω της έκρυθμης κατάστασης, το ακίνητο βρίσκεται εντός της νεκρής ζώνης, δεν μπορεί να γίνει διαχωρισμός του ακινήτου και κατ' επέκταση να εκδοθούν ξεχωριστοί τίτλοι. Λεπτομέρειες επί των εκατέρωθεν θέσεων θα αναφερθούν στην συνέχεια. Για να υπάρχει πραγματικό υπόβαθρο επί των εκατέρωθεν προβαλλομένων ισχυρισμών, αλλά και των νομικών επιχειρημάτων των δυο πλευρών, κρίνεται κατάλληλο το στάδιο αυτό να καταγραφεί το σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου, δυνάμει του οποίου επιδιώκεται η τιμωρία του εναγομένου. «ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ τον εναγόμενο όπως προχωρήσει με τη δημιουργία ξεχωριστής εγγραφής και όπως, για το σκοπό αυτό, προβεί σε κάθε απαραίτητη ενέργεια για την εξασφάλιση των απαιτουμένων πιστοποιητικών, αδειών ή εγκρίσεων. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ τον εναγόμενο όπως εντός έξι μηνών από σήμερα, να μεταβιβάσει και εγγράψει επ΄ ονόματι των εναγόντων το ακίνητο με αρ. εγγραφής D460, Φ/Σχ. ΧΧΙ.45, Τεμάχιο 395, το νότιο τμήμα, περιοχή «Καμηλόστρατα» στον Άγιο Δομέτιο, το οποίο τους πώλησε δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 31.10.1973, ελεύθερο από κάθε εμπράγματο βάρος, με την ταυτόχρονη καταβολή εκ μέρους των εναγόντων στον εναγόμενο το ποσό των Λ.Κ.2.500, που αντιστοιχεί σε €4.271,05 που είναι το υπόλοιπο του τιμήματος, με τόκο προς 6% ετησίως, ως προβλέπεται στη συμφωνία, από 31.10.1973 μέχρι την 11.8.
- ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως σε περίπτωση που τα διατάγματα ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης ακυρωθούν κατ΄ έφεση, οι ενάγοντες δικαιούνται όπως τους επιστραφεί το ποσό των Λ.Κ.7.500 ήτοι €12.814,51σ. πλέον νόμιμο τόκο επί του πιο πάνω ποσού. Ο τόκος θα υπολογιστεί ως ακολούθως. Επί του ποσού των Λ.Κ.3.000, ήτοι €5.125,80σ, με νόμιμο τόκο από την ημέρα υπογραφής της συμφωνίας ήτοι 31.10.1973 μέχρι εξοφλήσεως, επί του ποσού των Λ.Κ.2.000 ήτοι €3.417,20σ. από 31.12.1973 μέχρι εξοφλήσεως και επί του υπολοίπου Λ.Κ.2.500 ήτοι €4.271,50σ. από 8.5.1974 μέχρι εξοφλήσεως». Με διαμορφωμένο το πιο πάνω σκηνικό, η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση χωρίς την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων και οι δικηγόροι προχώρησαν σε γραπτές αγορεύσεις. Η κα Νικολάου για τους αιτητές αναφέρεται σε νομολογία που αφορά την αστική περιφρόνηση και παρακοή διατάγματος του δικαστηρίου και με αναφορά στον πιο πάνω διάταγμα, αλλά και στο σκεπτικό του δικαστηρίου, είναι η θέση της ότι υπάρχει αναμφισβήτητη παρακοή εκ μέρους του εναγομένου, ο οποίος ηθελημένα και κακόβουλα παρακούει το διάταγμα. Αντίθετα, η θέση της κας Χατζηιωάννου, με αναφορά σε νομολογία, είναι ότι επί διατάγματος ειδικής εκτελέσεως δεν χωρεί παρακοή διατάγματος του δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει μελετήσει τόσο την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση όσο και την ένσταση, καθώς και τις γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων των δύο πλευρών. Έχει επίσης υπόψη του το περιεχόμενο του πιο πάνω διατάγματος του δικαστηρίου, στο οποίο ευθέως γίνεται αναφορά «για διατάγματα ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης» και κρίνει ότι είναι ορθή η θέση της κας Χατζηιωάννου ότι διάταγμα για ειδική εκτέλεση γης δεν μπορεί να εκτελεστεί με εξαναγκασμό, παραπέμποντας στην υπόθεση Flower Harry Leonard κ.α. ν. Φωτεινής Χ"Ιωάννου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 770. Το σκεπτικό της υπόθεσης αυτής επαναλήφθηκε στην Σάντη ν. Χατζηβασιλείου κ.α. Πολιτική Έφεση αρ. 69/10 ημερ. 8.3.2013, της οποίας τα γεγονότα είναι παρόμοια με της παρούσης, όπως και της Flower (ανωτέρω), και υιοθετήθηκαν και επαναλήφθηκαν οι νομικές θέσεις και αρχές που εξετάστηκαν στην Flower (ανωτέρω). Το συμπέρασμα που εξάγεται από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι πως ένα διάταγμα για ειδική εκτέλεση σύμβασης πώλησης ακινήτου δεν μπορεί να εκτελεστεί με εξαναγκασμό, δηλαδή της τιμωρίας του υπόχρεου αντισυμβαλλόμενου, γιατί κατ' ουσία το αποτέλεσμα θα ήταν η ποινικοποίηση μιας αντισυμβατικής συμπεριφοράς παρά την προβλεπόμενη ειδική νομοθετική ρύθμιση. Και η παρούσα διαδικασία παρά την αστική της μορφή, συνιστά οιονεί ποινική διαδικασία που αποβλέπει στην τιμωρία του παραβάτη. Ομοίως στην υπόθεση Wendling κ.ά ν. Eleni Trading Ltd, Πολ. Έφεση 22/10, ημερ.20.5.14, υπεδείχθησαν τα πιο κάτω: «Έχουμε εξετάσει την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εφεσειόντων για διάκριση της Flower, ως εκ του γεγονότος ότι εκεί αναφερόταν ρητά ότι το διάταγμα για μεταβίβαση εκδίδετο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, ενώ στην υπό εκδίκαση υπόθεση δεν υπήρχε τέτοια πρόνοια, αλλά δεν συμφωνούμε ότι αυτή η διαφορά είναι τόσο σημαντική ώστε να αποτελέσει λόγο για διαφοροποίηση της Flower. Το σημαντικό και το ουσιώδες είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις εκδόθηκε διάταγμα ειδικής εκτέλεσης η οποία συντελείται με τη μεταβίβαση της περιουσίας μέσω του Κτηματολογίου. Επομένως σε κάθε περίπτωση εμπλέκονται οι πρόνοιες του περί Ειδικής Εκτέλεσης Νόμου». Κατά συνέπεια και στην βάση των πιο πάνω νομολογιακών αρχών η αίτηση είναι καταδικαστέα σε απόρριψη. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Σάντη (ανωτέρω), τέτοια θέματα μπορούν να αναζητηθούν με αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο στα πλαίσια της οποίας θα μπορούσε ενδεχομένως να επιδιωχθεί και ο εξαναγκασμός παντός υπευθύνου για άρση των όσων συνιστούν εμπόδιο στην υλοποίηση του διατάγματος ειδικής εκτέλεσης. Χάριν πληρότητας όμως, το δικαστήριο θα εξετάσει και την ουσία των ισχυρισμών των αιτητών, κατά πόσο δηλαδή ο καθ ου η αίτηση εσκεμμένα παραβαίνει το διάταγμα. Προτού όμως το δικαστήριο προχωρήσει στην αξιολόγηση των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων, όπως και των σχετικών εισηγήσεων των δικηγόρων των δυο πλευρών, κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί το νομικό πλαίσιο που καθορίζει και οριοθετεί τον τρόπο και τη διαδικασία διεξαγωγής της ακρόασης, αλλά και της νομικής θεμελίωσης της αστικής παρακοής. Αντί άλλης αναφοράς παρατίθεται αυτούσιο απόσπασμα από την υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Poliakova (Αρ.1)
(2011)1 Α.Α.Δ. 356, 364 επ. που συμπυκνώνεται και αναλύεται ανάγλυφα η νομολογία και απαντά σε βάθος σε όλα τα σχετικά ζητήματα: «Η διαδικασία της αστικής παρακοής προσομοιάζει της ποινικής διαδικασίας όχι μόνο λόγω του γεγονότος ότι επιφέρει ανάλογες σοβαρές είτε οικονομικές κυρώσεις υπό τύπο προστίμου ή κατάσχεση περιουσίας, είτε ακόμη και στέρηση ελευθερίας με φυλάκιση, αλλά και διότι όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται. (In re Bramblevale Ltd
(1970)Ch. 18 και Savings and Investment Bank Ltd v. Gasco (No 2)
(1988)1 All E.R. 975). Η αστική παρακοή κατά συνέπεια κρίνεται ως υπαρκτή μόνο εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο στον αναμενόμενο βαθμό, υπερπηδώντας το βάρος απόδειξης που έχει που είναι αυτό της βεβαιότητας ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (δέστε και David Bean: Injunctions 8η έκδ.
(2004)σελ. 90-1 παρ. 6.18 και 6.19, όπου περιγράφεται και η όλη διαδικασία στη δικάσιμο). Για να καταδειχθεί παρακοή, όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Λάζαρος Μαύρος ν. Θεόδωρου Στυλιανού
(1998)1 Α.Α.Δ. 2389, πρέπει να ικανοποιείται και η αντικειμενική υπόσταση («actus reus»), αλλά και η υποκειμενική υπόσταση («mens rea»), του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης όπως προδιαγράφεται στο άρθρο 42 του Νόμου αρ. 14/60. Στη δε υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309, λέχθηκε με αναφορά στη Μουζούρης ν. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287, ότι: «.. για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί η ηθελημένη ανυπακοή του καθ΄ ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ΄ εαυτού δεν αρκεί πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου.» Τυχόν παράβαση των όρων ενός διατάγματος χωρίς πρόθεση ή κατά τυχαίο τρόπο δεν επιφέρει βεβαίως την καταδίκη του καθ΄ ου, εφόσον η συμπεριφορά του δεν κατέδειξε είτε αδιαφορία προς το διάταγμα, είτε εκ προθέσεως καταστρατήγηση των όρων του. (δέστε Fairclough & Sons v. Manchester Ship Canal Co. (No. 2)
(1897)Sol Jo 225 και Borrie & Lowe 2η έκδ. σελ. 400-1). Επί της ουσίας της παρακοής, ακόμα και να είναι παραδεκτό και αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι δεν υπάρχει συμμόρφωση με ένα διάταγμα δικαστηρίου, το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Αφού ως λέχθηκε προαπαιτούμενο συστατικό στοιχείο της παρακοής είναι η ηθελημένη και εκ προθέσεως παρακοή στο διάταγμα. Στην παρούσα υπόθεση δεν αμφισβητείται ότι έχουν τηρηθεί τα προαπαιτούμενα, ούτε και ότι ο καθ ου η αίτηση δεν έχει προβεί σε μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου. Ουσιαστικά οι αιτητές με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, το μόνο που έχουν καταδείξει είναι ότι ο καθ ου η αίτηση, παρά τις ειδοποιήσεις του δικηγόρου τους, δεν έχει προβεί στην μεταβίβαση του ακινήτου. Το βάρος είναι στον αιτητή, που επέχει θέση κατηγόρου, να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία της παρακοής του διατάγματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως λέχθηκε στην Παπαχρυσοστόμου ανωτέρω: «Παρά τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για καταφρόνηση και το μανδύα της πολιτικής δικαιοδοσίας που την περιβάλλει το αίτημα για καταδίκη για ανυπακοή διατάγματος του δικαστηρίου αποβλέπει στη τιμωρία του παραβάτη. Κατά συνέπεια η αίτηση για καταδίκη προσλαμβάνει το χαρακτήρα κατηγορίας η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή απόδειξη της κατηγορίας γενικά και των συστατικών της στοιχείων ειδικά, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Ο Lord Denning στην υπόθεση In Re Bramble Vale Ltd [1969] 3 AER 1062, 1063, αναφορικά με το επίπεδο απόδειξης ανέφερε ότι: «A contempt of court is an offence of a criminal character. A man may be sent to prison for it. It must be satisfactorily proved to use the time honoured phrase, it must be proved beyond reasonable doubt» Κατά συνέπεια εκείνο που θα πρέπει να καταδείξει ο αιτητής ώστε να προκύψει εύρημα και συνακόλουθη καταδίκη για περιφρόνηση εκ μέρους του καθ ου η αίτηση, είναι ότι εκ των παρατεθέντων γεγονότων θα πρέπει να προκύπτει μια ηθελημένη και εκ προθέσεως συμπεριφορά καταστρατήγησης του διατάγματος. Αυτονόητο, κατά την κρίση του δικαστηρίου, πως σε τέτοια διαδικασία, ως οιονεί ποινική υπόθεση, ο καθ ου η αίτηση δεν φέρει οποιοδήποτε βάρος καλυπτόμενος από το τεκμήριο αθωότητας. Και τούτο, γιατί ως εξηγείται στο σύγγραμμα του Murphy On Evidence, 10η έκδοση, σελ.113: «Τhere is no doubt that contempt in all its forms is essentially a criminal proceeding, because contempt cases involve the imposition of essentially criminal sanctions, including imprisonment and fines» Εξηγείται δε, περαιτέρω, ότι δια της εφαρμογής στην Αγγλία του Human Rights Act 1998, κατηγορούμενος σε διαδικασία περιφρόνησης του δικαστηρίου, είτε αστική είτε ποινική, δικαιούται της προστασίας του Αρ.6 της Ε.Σ.Δ.Α και του δικαιώματος της δίκαιης δίκης. Σχετικό είναι το Αρ.12.4 του Συντάγματος και το νομοτελειακό τεκμήριο αθωότητας ενός κατηγορουμένου. Στην υπόθεση Attorney-General for Tuvalu and Another v. Philatelic Distributions Corporation Ltd and others
(1990)1 W.L.R 926 υπεδείχθη ότι επί αστικής περιφρόνησης η διαδικασία είναι οιονεί ποινική και απαιτείται όπως η παρακοή αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η υπόθεση αφορούσε διευθυντή εταιρείας με βάση την αγγλική O.45, r5 και υπεδείχθη ότι ο καθ ου η αίτηση διευθυντής θα πρέπει να είναι ένοχος μιας υπαίτιας συμπεριφοράς (culpable conduct) και η απλή απραξία (inactivity) δεν είναι αρκετή (sufficient) εκτός αν υπάρχει εθελοτυφλία. Είναι η κρίση του δικαστηρίου ότι στην παρούσα υπόθεση πέραν της μη μεταβίβασης του ακινήτου, η πλευρά των αιτητών δεν έχει αποδείξει, ούτε και έχει καταδείξει οτιδήποτε άλλο πέραν αυτού. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί υπό τύπον παρατήρησης, ότι στην υπόθεση Attorney-General ανωτέρω, ο πρωτόδικος δικαστής ακολούθησε την πρακτική της ποινικής διαδικασίας εξετάζοντας και απορρίπτοντας αίτημα ότι δεν απεδείχθη εκ πρώτης όψεως υπόθεση (no case to answer) σε βάρος του καθ ου η αίτηση, θέμα το οποίο εξετάστηκε και κατ' έφεση. Από την άλλη δεν παραγνωρίζεται ότι σύμφωνα με το σύγγραμμα του David Been, Injunctions, 10η έκδοση, σελ.160, ο καθ ου η αίτηση δεν έχει δικαίωμα να υποβάλει ότι δεν απεδείχθη εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του, πριν αποφασίσει αν θα προσκομίσει μαρτυρία. Ανεξάρτητα από αυτά, και με βάση συνεπώς τα στοιχεία που προσκόμισαν οι αιτητές δια της ενόρκου δηλώσεως τους, δεν έχουν καταδείξει εσκεμμένη παρακοή του διατάγματος εκ μέρους του καθ ου η αίτηση. Πέραν όμως αυτού, ο καθ ου η αίτηση από την πλευρά του προβάλλει αδυναμία συμμόρφωσης με το διάταγμα γιατί το ακίνητο ευρίσκεται εντός της νεκρής ζώνης και ότι, ούτε το κτηματολόγιο, ούτε και ιδιώτης χωρομέτρης, που τους κατονομάζει, δεν μπορούν να εισέλθουν για σκοπούς διαχωρισμού του ακινήτου. Αντιπροβάλλει η πλευρά των αιτητών δια της δικηγόρου τους ότι η επιστολή του δικηγόρου του καθ ου η αίτηση - τεκμ.1 στην ένσταση - αναφέρει ότι η αδελφή του - που της μεταβίβασε δυνάμει διαταγής του δικαστηρίου το ½ μερίδιο επί του ακινήτου - έμαθε από το κτηματολόγιο τους αγοραστές του μεριδίου του, δηλαδή τους ενάγοντες και θα επικοινωνούσε μαζί τους για να υποβάλουν αίτηση διαχωρισμού. Το γεγονός αυτό σύμφωνα με την εισήγηση των δικηγόρων αποτελεί απόδειξη ότι το ακίνητο μπορούσε να διαχωριστεί. Με όλο το σεβασμό η επιστολή αυτή δεν αποδεικνύει, ούτε καν οδηγεί σε τέτοιο συμπέρασμα, αντίθετα αναδεικνύει απλά ότι η αδελφή του καθ ου η αίτηση σκόπευε να υποβάλει αίτηση διαχωρισμού και τίποτε περισσότερο. Προσπάθεια την οποία ο καθ ου η αίτηση, σύμφωνα με την ένορκη του δήλωση κατέβαλε, αλλά προσέκρουσε στην άρνηση του κτηματολογίου λόγω του ότι το ακίνητο βρίσκεται στην νεκρή ζώνη. Ο ισχυρισμός αυτός του καθ ου η αίτηση παρέμεινε αναντίλεκτος και ως τέτοιος δεν μπορεί παρά να δεσμεύει το δικαστήριο. Είναι καλά νομολογημένο ότι η μη αμφισβήτηση ενόρκων δηλώσεων επιφέρει νομικές συνέπειες, με την έννοια ότι το περιεχόμενο τους, ή προβαλλόμενα γεγονότα και ισχυρισμοί παραμένουν ακλόνητα ως μη αμφισβητούμενα και κατ' επέκταση γίνονται αποδεκτά (Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά.
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1013, Favero General Trading Ltd κ.ά. v. Medusa Constructions Ltd, Πολ. Έφεση 258/09 ημερ. 12.11.12). Στην υπόθεση Αρκτίνος ανωτέρω, υπεδείχθη ότι ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων που δεν αντεξετάστηκαν επί του περιεχομένου τους, παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί. Ούτε και από το γεγονός ότι ο καθ ου η αίτηση δεν ενημέρωσε επί τούτου τους αιτητές, παρά τις επιστολές που του απέστελλαν, μπορεί να συναχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ηθελημένη και εσκεμμένη παρακοή του διατάγματος εκ μέρους του καθ ου η αίτηση. Προβάλλεται επίσης εκ μέρους των αιτητών ότι ο καθ ου η αίτηση κατά την εκδίκαση της αγωγής που εξεδόθη το διάταγμα δεν πρόβαλε ποτέ τέτοιο ισχυρισμό, διαμορφώνοντας την μαρτυρία του αναλόγως της περιπτώσεως με προφάσεις και ψεύδη. Η φύση όμως της διαδικασίας είναι τέτοια, που το βάρος της απόδειξης των συστατικών στοιχείων της περιφρόνησης του διατάγματος είναι στους αιτητές. Όσα αναφέρουν με την ένορκη τους δήλωση δεν αγγίζουν το απαιτούμενο επίπεδο απόδειξης, όσα δεν προωθούνται δια της αγορεύσεως των δικηγόρων τους, πλείστα εξ αυτών αποτελούν μαρτυρία και συμπεράσματα, επί των οποίων θα έπρεπε να αντεξεταστεί ο καθ ου η αίτηση. Είναι συνεπώς η κρίση του δικαστηρίου, ότι στην προκειμένη περίπτωση οι αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος αυτό. Δεδομένου ότι ο καθ ου η αίτηση δεν αντεξετάστηκε κρίνεται όσα αναφέρει στην ένορκη του δήλωση, δεν εμπεριέχουν το στοιχείο της απαιτούμενης ηθελημένης παρακοής, αλλά ούτε και προκύπτει κάποια υπαίτια συμπεριφορά εκ μέρους του. Ελλείπει η υποκειμενική υπόσταση (mens rea), ήτοι η πρόθεση ανυπακοής στο διάταγμα του δικαστηρίου. Υποδεικνύεται η ανάγκη, ως τονίστηκε στην Κώστα ν. Κώστα
(2003)1 Α.Α.Δ. 269, για αυστηρή απόδειξη των καταλογιζομένων. Έχουν παρατεθεί οι ισχυρισμοί του καθ ου η αίτηση, ανεξάρτητα ότι δεν φέρει κανένα βάρος και το συμπέρασμα είναι ότι ελλείπει παντελώς το στοιχείο της ηθελημένης και εκ προθέσεως παρακοής του στο διάταγμα του δικαστηρίου, ή όπως τέθηκε στην υπόθεση Z Ltd v. A-Z and AA-LL
(1982)1 Q.B 558, δεν έχει καταδειχθεί τέτοιας μορφής αδιαφορία που να τον καθιστά ανυπότακτο στο διάταγμα του δικαστηρίου. Αναπόφευκτα η αίτηση, για τους πιο πάνω λόγους, δεν μπορεί να έχει αίσια κατάληξη και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου - καθ' ου η Αίτηση και σε βάρος των Εναγόντων - Αιτητών τα οποία θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Γιαπανάς, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο