← Κύπρος

Πολύκαρπος Γεωργίου ν. Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αγωγή αρ. 10138/2010, 29/2/2016

Πολύκαρπος Γεωργίου ν. Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αγωγή αρ. 10138/2010, 29/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A137 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε. Δ. Αγωγή αρ. 10138/2010 ΜΕΤΑΞΥ: Πολύκαρπος Γεωργίου Ενάγοντας και Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγόμενος ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 29 Φεβρουαρίου, 2016 Για τον αιτητή - εναγόμενο: κα Χάρις Καραολίδου, δικηγόρος, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για τον καθ' ου η αίτηση - ενάγοντα: κα Ελισάβετ Τιμοθέου, για Χάρη Κυριακίδη Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (προδικαστική εξέταση νομικού σημείου) Εισαγωγή Στις 22.4.2015 ο εναγόμενος καταχώρησε αίτηση, με νομική βάση τη Δ.27 Θ.1-3 και τη Δ.29 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, με την οποία ζητούσε όπως τα νομικά σημεία που εκτίθενται στις παραγράφους 1 και 2 της υπεράσπισης του προδικαστούν και/ή αποφασισθούν υπό του Δικαστηρίου προ της ακρόασης της αγωγής. Με ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 30.11.2015 η εν λόγω αίτηση του εναγόμενου έγινε εν μέρει αποδεκτή, και αποφασίστηκε όπως η ακόλουθη ένσταση εκδικαστεί προδικαστικώς: «Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, εφεξής καλούμενος ως «ο Εναγόμενος» εγείρει προδικαστική ένσταση διά της οποίας ισχυρίζεται ότι το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντος παραγράφηκε.» Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, στις 8.11.2005 επισυνέβη ατύχημα (πτώση βράχου και/ή βράχων) με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του ενάγοντα. Ο ενάγοντας αποδίδει το εν λόγω συμβάν και τις ζημιές που υπέστη συνεπεία αυτού στην αποκλειστική και/ή σε μέγιστο βαθμό συντρέχουσα αμέλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή σε παράβαση των θέσμιων καθηκόντων προσώπων για τα οποία η Κυπριακή Δημοκρατία ευθύνεται ως προστηθείς ή άλλως πως, παραθέτοντας σχετικές λεπτομέρειες. Στην έκθεση απαίτησης παρατίθενται οι σωματικές βλάβες που κατ' ισχυρισμό υπέστη ο ενάγοντας συνεπεία του ατυχήματος και οι λεπτομέρειες των ειδικών ζημιών. Συγκεκριμένα είναι η θέση του ενάγοντα ότι μεταφέρθηκε αρχικά στο Νοσοκομείο Κυπερούντας και στη συνέχεια, λόγω της σοβαρότητας του τραυματισμού του, στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου και νοσηλεύθηκε για μία εβδομάδα περίπου. Κατά τη νοσηλεία του διαπιστώθηκε σύνθλιψη άμφω γαστροκνημών και λοιποί τραυματισμοί στην αριστερή κνήμη και στα κάτω άκρα καθώς και κάταγμα δεξιού χεριού. Πήρε εξιτήριο από το νοσοκομείο, με οδηγίες για φυσιοθεραπεία και ακολούθως παρακολουθείτο τακτικά από ιατρούς στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας λόγω του τραυματισμού του. Ακολούθησαν τρεις χειρουργικές επεμβάσεις στο χέρι: η πρώτη περί το Μάιο του 2008, η δεύτερη στις 27.10.2008 και η τρίτη στις 8.3.

  1. Επειδή συνέχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα, τον Οκτώβριο του 2010 υπεβλήθη σε MRI και του δόθηκαν οδηγίες για φαρμακευτική αγωγή και φυσιοθεραπεία. Είναι η θέση του ότι λόγω του τραυματισμού του υπέφερε για μεγάλο χρονικό διάστημα και θα συνεχίσει να υποφέρει και να ταλαιπωρείται στο μέλλον, και είναι πιθανό να υποβληθεί σε περαιτέρω χειρουργικές επεμβάσεις. Διεκδικεί, ως ειδικές αποζημιώσεις, το ποσό των €22.889,70 (€20.349,15 ως απώλεια ημερομισθίων και €2.540,55 για ιατρικά έξοδα), πλέον γενικές αποζημιώσεις, τόκους και έξοδα. Με την υπεράσπιση του ο εναγόμενος εγείρει τρεις προδικαστικές ενστάσεις, μεταξύ άλλων, ότι το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα έχει παραγραφεί. Χωρίς επηρεασμό των προδικαστικών του ενστάσεων, ο εναγόμενος παραδέχεται ότι στις 8.11.2005 επισυνέβη κάποιο ατύχημα (κάποιες πέτρες κατολίσθησαν, άγνωστο πως, και μια μικρή πέτρα τραυμάτισε τον ενάγοντα), παραδέχεται επίσης ότι ο ενάγοντας τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Κυπερούντας για περίθαλψη, αρνούμενος, όμως, ότι ο τραυματισμός του ενάγοντα είναι το αποτέλεσμα της δικής του αμέλειας και/ή παράβασης θέσμιων καθηκόντων του, και αρνούμενος επιπλέον ότι ο ενάγων υπέστη σωρεία σωματικών βλαβών και άλλων ειδικών ζημιών. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος αρνείται τις λεπτομέρειες σωματικών βλαβών, τις οποίες χαρακτηρίζει ως υπερβολικές, προβάλλοντας παράλληλα τη θέση ότι ο ενάγοντας δύναται να εκτελέσει ομαλά και κανονικά την εργασία του και αρνείται επιπλέον τις ειδικές ζημιές που ο ενάγων διεκδικεί. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται επίσης ότι ο ενάγοντας υπήρξε ένοχος αμέλειας και παράβασης των εκ του νόμου και των κανονισμών επιβαλλομένων καθηκόντων και υποχρεώσεων του, παραθέτοντας σχετικές λεπτομέρειες. Με την απάντηση στην υπεράσπιση, και σε σχέση με το θέμα της παραγραφής, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η αγωγή ηγέρθη προτού συμπληρωθεί οποιαδήποτε προθεσμία παραγραφής και/ή σε χρόνο που οι προθεσμίες παραγραφής τελούσαν σε αναστολή. Ισχυρίζεται επίσης ότι η μεσολάβηση 5 ετών από το ατύχημα μέχρι και την καταχώρηση της αγωγής οφειλόταν σε μεγάλη έκταση στο γεγονός ότι δεν είχαν αποκρυσταλλωθεί και/ή δεν είχαν αποκρυσταλλωθεί πλήρως οι σωματικές βλάβες που υπέστη συνεπεία του επίδικου ατυχήματος και/ή ότι ο χρόνος που μεσολάβησε ήταν αναγκαίος για την αποκρυστάλλωση των σωματικών βλαβών και/ή άλλων ζημιών του και/ή για τη διενέργεια των αναγκαίων πράξεων για τη διακρίβωση των γεγονότων που συνθέτουν την απαίτηση. Η ακροαματική διαδικασία και οι θέσεις που προβλήθηκαν Οι δύο πλευρές καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις θέσεις τους. Η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγόμενου - αιτητή στα πλαίσια της γραπτής της αγόρευσης σημειώνει ότι από τα δικόγραφα προκύπτει ως παραδεκτό γεγονός ότι στις 8.11.2005 επισυνέβη ατύχημα που είχε ως συνέπεια τον τραυματισμό του ενάγοντα. Επί του θέματος της παραγραφής, είναι η θέση της ότι η αγωγή καταχωρήθηκε στις 29.11.2010, και σύμφωνα με το τότε ισχύον νομικό καθεστώς, που είναι το άρθρο 68(α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, η αγωγή έπρεπε να είχε καταχωρηθεί εντός τριών ετών από την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε. Το εν λόγω άρθρο 68 του Κεφ. 148 ισχύει, εισηγείται, και για τα δύο αστικά αδικήματα επί των οποίων ερείδεται η αγωγή του ενάγοντος, ήτοι αυτά της αμέλειας και της παράβασης θέσμιου καθήκοντος. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι στην παρούσα υπόθεση δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής τα εδάφια (β) και (γ) του άρθρου 68 του Κεφ. 148, επειδή τα γεγονότα που ο ενάγων επικαλείται θα μπορούσαν να έχουν σχέση με την εξέλιξη της υγείας του, αλλά όχι με την ύπαρξη ενός συνεχούς αστικού αδικήματος από το οποίο να προκαλείται κατ' εξακολούθηση νέα ζημιά στον ενάγοντα. Προσθέτει ότι ο ενάγοντας είχε δικαίωμα να καταχωρήσει την αγωγή του εμπρόθεσμα επί γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, και να ζητήσει παράταση του χρόνου καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης του, ή ακόμη και να τροποποιήσει αυτήν αν η εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του επέβαλλε κάτι τέτοιο. Επιπλέον, είναι η θέση της ότι οι πρόνοιες του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου, Ν.66(Ι)/2012δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση, επειδή ο νόμος αυτός θεσπίστηκε μετά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο και δεν έχει αναδρομική εφαρμογή, το δε άρθρο 29 του εν λόγω νόμου καταργεί μεν το άρθρο 68 του Κεφ. 148, αλλά μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επισυνέβη κατά ή μετά την 1.7.2012, που είναι η ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου. Ούτε και το άρθρο 8Α του Νόμου 108(Ι)/2002 τυγχάνει, ως εισηγείται, εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση, επειδή το εν λόγω άρθρο δεν ήταν σε ισχύ στις 29.11.2010 οπότε και καταχωρήθηκε η αγωγή του ενάγοντος. Εισηγείται εν κατακλείδι ότι το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα έχει παραγραφεί και ότι η παρούσα αγωγή θα πρέπει να ανασταλεί και/ή να απορριφθεί. Από την άλλη, η ευπαίδευτη συνήγορος του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση εισηγείται ότι στα πλαίσια της παρούσας αίτησης θα πρέπει να επιλυθούν τα εξής νομικά θέματα: (α) ποιο το νομικό καθεστώς που διείπε το χρόνο παραγραφής έκαστης εκ των βάσεων αγωγής του ενάγοντος κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής, (β) αν το εν λόγω νομικό καθεστώς άλλαξε εν επιδικία (pendente lite), και (γ) αν εφαρμόζονται στην περίπτωση αυτή οποιεσδήποτε πρόνοιες που αφορούν διαφορετικό υπολογισμό ή/και μετάθεση ή/και παράταση του χρόνου παραγραφής λόγω πρόκλησης νέας ζημιάς ή/και πρόκλησης περαιτέρω ζημιάς από τη ζημιά που υπέστη ο ενάγοντας αρχικά. Προχωρεί στη συνέχεια παραθέτοντας τις δικές της θέσεις επί των ως άνω νομικών θεμάτων. Αναφορικά με το πρώτο νομικό ζήτημα, είναι η θέση της συνηγόρου του ενάγοντα ότι σε ό,τι αφορά το αστικό αδίκημα της αμέλειας, κατά τον ουσιώδη χρόνο ίσχυε το άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο, μετά την κατάργηση της αναστολής με το Νόμο 110(Ι)/2002, επενεργούσε κανονικά και η τριετής παραγραφή αφορούσε κάθε αδίκημα αμέλειας που επισυνέβη μετά την 1.6.
  2. Από την άλλη, σε ό,τι αφορά στο αστικό αδίκημα της παράβασης θέσμιου καθήκοντος, δεν ίσχυε, εισηγείται, οποιαδήποτε περίοδος παραγραφής, και το θέμα ρυθμίστηκε για πρώτη φορά με τον περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012, Ν.66(Ι)/2012, ο οποίος ομιλεί για έναρξη του χρόνου παραγραφής από 1.1.
  3. Ακόμη δε και αν ήθελε θεωρηθεί ότι για το εν λόγω αδίκημα ίσχυε το Κεφάλαιο 15, τότε εφαρμογής τυγχάνουν τα άρθρα 3 και 4 αυτού, και η περίοδος παραγραφής είναι 6 έτη από την ημέρα δημιουργίας του αγώγιμου δικαιώματος. Ως προς το δεύτερο ζήτημα, είναι η θέση της ότι, επειδή το θέμα της παραγραφής πρέπει να προσεγγίζεται ως θέμα διαδικαστικού/δικονομικού δικαίου, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι πρόνοιες του Νόμου 66(Ι)/2012, και με παραπομπή στις πρόνοιες του άρθρου 26 του Νόμου 66(Ι)/2012 (πριν την πρόσφατη κατάργηση του από το Νόμο 207(Ι)/2015), εισηγείται ότι από τη στιγμή που το εν λόγω άρθρο τέθηκε σε ισχύ «αυτόματα αναβίωσε, ως μεταβατική διάταξη, οποιαδήποτε αγώγιμα δικαιώματα που υπόκειντο σε παραγραφή». Ως προς το τρίτο ζήτημα, είναι η θέση της συνηγόρου του ενάγοντα ότι, επειδή από το ατύχημα ακολούθησε κατ' εξακολούθηση ζημιά στον ενάγοντα η οποία αποκρυσταλλώθηκε το 2010, εφαρμογής τυγχάνουν τα εδάφια (β) και (γ) του άρθρου 68 του Κεφ. 148, και η τριετής περίοδος παραγραφής άρχισε το 2010, συνεπώς το αγώγιμο του δικαίωμα στο βαθμό που η αγωγή βασίζεται σε αμέλεια, δεν έχει παραγραφεί. Νομική πτυχή και αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Όπως ορθά εισηγείται η ευπαίδευτη συνήγορος του ενάγοντα, το πρώτο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί είναι το νομικό καθεστώς που διείπε το χρόνο παραγραφής έκαστου αγώγιμου δικαιώματος επί του οποίου η αγωγή του ενάγοντα ερείδεται. Αυτά είναι τα αστικά αδικήματα της αμέλειας και της παράβασης εκ του νόμου απορρέοντος καθήκοντος. Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημητρίου

(2012)1(Α) ΑΑΔ 834, 842, 843: «Ουδεμία αμφιβολία υπάρχει, και επί τούτου συμφωνούμε με το πρωτόδικο δικαστήριο, ότι το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος. Στην προκείμενη περίπτωση, στις 2 Ιουνίου 2004, που κατατέθηκε από την εφεσίβλητη η εναρκτήρια αίτηση, ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου, βρισκόταν σε ισχύ η πριν την τροποποίηση με το Νόμο 169(Ι)/2006, διατύπωση του Άρθρου 15 του Ν.232/91 που προνοούσε: ..... Η αξίωση κρίνεται παραγεγραμμένη, με βάση το Άρθ.15 του Ν.232/91, όπως ίσχυε την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης. ...» (έμφαση δική μου) Συνεπώς, προκειμένου να αποφασισθεί κατά πόσο το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα έχει παραγραφεί, το Δικαστήριο εξετάζει αν κατά το χρόνο που προωθείται το σχετικό δικονομικό διάβημα, το δικαίωμα επί του οποίου αυτό εδράζεται έχει παραγραφεί με βάση το καθεστώς όπως ισχύει κατά το χρόνο προώθησης του εν λόγω διαβήματος, εδώ της καταχώρησης της αγωγής, ήτοι την 29.11.
  1. Χρήσιμο είναι κατ' αρχάς να γίνει μια ιστορική αναδρομή στους νόμους που διείπαν το θέμα της παραγραφής αγώγιμων δικαιωμάτων στην Κύπρο, στο βαθμό που αφορούν τα αστικά αδικήματα στα οποία η αγωγή του ενάγοντα βασίζεται. Η βασική επί του θέματος της παραγραφής νομοθεσία ήταν ο περί Παραγραφής Νόμος, Κεφ. 15 (Limitation of Actions, Cap. 15, 1959), στα πλαίσια του οποίου καθορίζονται περίοδοι παραγραφής για διάφορα αγώγιμα δικαιώματα ανάλογα με το είδος της αξίωσης. Το άρθρο 10(d) του Κεφ. 15 προέβλεπε ότι ουδεμία πρόνοια του νόμου εκείνου θα επηρεάζει οποιαδήποτε πρόνοια σε άλλο νόμο που αφορά την παραγραφή αγώγιμων δικαιωμάτων. Ο περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος, Κεφ. 148 ο οποίος τέθηκε σε ισχύ το 1959 προνοούσε, μέχρι και το 2006, ότι ουδεμία αγωγή εγείρεται για αστικό αδίκημα εκτός εάν αυτή εγερθεί εντός δύο ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή. Με τον τροποποιητικό Νόμο 171(Ι)/2006 η διετής περίοδος παραγραφής επεκτάθηκε σε τριετή. Οι πρόνοιες του Κεφ. 15 εφαρμόστηκαν για μικρό χρονικό διάστημα αφού μετά τα γεγονότα του 1963 ψηφίστηκε ο περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμος του 1964, Ν. 57/1964, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις 30.10.
  2. Με το νόμο αυτό εισήχθη η έννοια της «περιόδου αναστολής», η οποία, ως αναφέρεται στο άρθρο 3 αυτού, δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής. Ο «χρόνος παραγραφής» ορίζεται στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του νόμου, ως ο χρόνος εντός του οποίου απαιτείτο η έναρξη οποιασδήποτε αγωγής με βάση οποιαδήποτε νομοθετική ρύθμιση τότε σε ισχύ και η «περίοδος αναστολής» ορίζεται ως η περίοδος που άρχεται την 21.12.1963 και λήγει σε ημερομηνία που θα καθοριζόταν με διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου. Συνεπώς, οι πρόνοιες του άρθρου 68 του Κεφ. 148, οι οποίες ίσχυαν κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου 57/64, ενέπιπταν εντός της αναστολής. Περαιτέρω με τον περί της Εξουσίας του Υπουργικού Συμβουλίου εν σχέσει προς τον Καθορισμόν της Λήξεως της Περιόδου Αναστολής της Παραγραφής Ερμηνευτικό Νόμο του 1971, Ν.25/71δόθηκε ερμηνεία στην εξουσία που δόθηκε στο Υπουργικό Συμβούλιο για καθορισμό της λήξης της περιόδου αναστολής. Ο Νόμος 57/64 στη συνέχεια τροποποιήθηκε με τον περί Αναστολής της Παραγραφής (Τροποποιητικό) Νόμο του 1982, Ν.36/82, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις 18.6.
  3. Με το νόμο αυτό, η «περίοδος αναστολής», ορίζεται πλέον ως η περίοδος που αρχίζει από τις 21.12.63 και λήγει 3 μήνες μετά τη λήξη της έκρυθμης κατάστασης, η οποία «έκρυθμη κατάσταση» ορίζεται ως η δημιουργηθείσα λόγω της τούρκικης εισβολής κατάσταση η οποία εξακολουθεί να υφίσταται μέχρις ότου το Υπουργικό Συμβούλιο με σχετική γνωστοποίηση στην Επίσημη Εφημερίδα ορίσει ημερομηνία λήξης της κατάστασης αυτής. Επίσης, με τον τροποποιητικό Νόμο 36/82 καταργήθηκε ο προαναφερθείς Νόμος 25/
  4. Ακολούθησε ο Νόμος 156/85 ο οποίος τροποποίησε το άρθρο 58 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, εισάγοντας πρόνοια σύμφωνα με την οποία κάθε αγωγή με την οποία διεκδικούνταν αποζημιώσεις για θάνατο που προκλήθηκε από αστικό αδίκημα θα έπρεπε να εγείρεται εντός περιόδου δύο ετών από το θάνατο του αποβιώσαντα, η οποία αργότερα τροποποιήθηκε και επεκτάθηκε σε τρία χρόνια με το Νόμο 154(Ι)/
  5. Παρά την ύπαρξη δηλαδή της γενικής αναστολής που ίσχυε με τους προαναφερθέντες Νόμους 57/64 και 36/82, θεσμοθετήθηκε ειδική πρόνοια παραγραφής για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Κρίθηκε δε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Φεσσά κ.α. ν. Κασάπη
(1994)1 ΑΑΔ 337, ότι ήταν καθαρή η πρόθεση του νομοθέτη να εξαιρέσει την περίπτωση του άρθρου 58 του Κεφ.148 δια νομοθεσίας από τις γενικότερες πρόνοιες αναστολής των περιόδων παραγραφής. Στη συνέχεια, ο περί Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος του 1990, Ν.217/90, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις 30.11.1990, καθόρισε ότι δεν εγείρεται αγωγή μετά την 31.12.1993 για αποζημιώσεις λόγω αμέλειας αν η πράξη ή παράλειψη για την οποία εγείρεται έγινε πριν την 31.10.1984, εκτός αν ο ενάγων μπορούσε να αποδείξει στο Δικαστήριο ότι λόγω της έκρυθμης κατάστασης δεν μπορούσε με αγωγή να προωθήσει αποτελεσματικά το αγώγιμο του δικαίωμα. Ο Νόμος 57/64, ο τροποποιητικός αυτού Νόμος 36/82, καθώς και ο Νόμος 217/90 καταργήθηκαν εν τέλει με τον περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο του 2002, Ν.110(Ι)/2002, o οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 12.7.2002 και τέθηκε σε ισχύ την 1.6.
  1. Προνοήθηκε στο άρθρο 4 του νόμου αυτού ότι η κατάργηση των Νόμων του 1964 και 1982, δεν μπορεί με κανένα τρόπο «. να καταστήσει παραγεγραμμένο οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα το οποίο έχει διατηρηθεί σε ισχύ δυνάμει των καταργημένων Νόμων, εκτός αν και μέχρις ότου συμπληρωθεί μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου, νέος και από την αρχή χρόνος παραγραφής για το εν λόγω αγώγιμο δικαίωμα». Εν σχέσει δε με την κατάργηση του Νόμου 217/90 αναφέρεται ότι παρά την κατάργηση του, η επελθούσα δυνάμει του πιο πάνω νόμου παραγραφή ορισμένων αξιώσεων ουδόλως επηρεάζεται. Μετά, λοιπόν, την κατάργηση της αναστολής, η πρόνοια του άρθρου 68 του Κεφ. 148 ίσχυε και πάλι από την 1.6.
  2. Την ίδια μέρα, δηλαδή την 12.7.2002, δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα ο περί Παραγραφής (Τροποποιητικός) Νόμος του 2002, Ν. 108(Ι)/2002, με τον οποίο προστέθηκε στο Κεφ. 15 το άρθρο 8Α σύμφωνα με το οποίο σε αγωγή για αποζημιώσεις για πρόκληση σωματικής βλάβης ή και θανάτου ένεκα αστικού αδικήματος, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει, ότι είναι δίκαιο και ορθό, να μην εφαρμοστούν οι πρόνοιες παραγραφής της αξίωσης για αποζημιώσεις, διακριτική ευχέρεια που δεν μπορεί να ασκηθεί μετά την πάροδο πέντε ετών από την ημερομηνία παραγραφής της αξίωσης. Παρά τη ψήφιση του πιο πάνω Νόμου 110(Ι)/2002, το Κεφ. 15 δεν αφέθηκε ουσιαστικά από το νομοθέτη να επανέλθει σε ισχύ. Λίγο πριν τη συμπλήρωση της πιο σύντομης περιόδου παραγραφής που προβλεπόταν στο Κεφ. 15 - 2 έτη - δημοσιεύθηκε ο Νόμος 60(Ι)/2007 (στις 31.5.2007) ο οποίος αύξησε την περίοδο αυτή σε 3 έτη. Ακολούθως, η ισχύς ολόκληρου του Κεφ. 15 ανεστάλη διαδοχικά από τις 30.5.2008, μέχρι τις 31.3.2009 (Ν.28(Ι)/2008και Ν.34(Ι)/2008), 31.3.2010 (Ν.16(Ι)/2009), 30.11.2010 (Ν.20(Ι)/2010), 31.3.2011 (Ν.111(Ι)/2010), 31.12.2011 (Ν.41(Ι)/2011)και 30.6.2012 (Ν.159(Ι)/2011). Με τον περί της Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012, Ν.66(Ι)/2012καταργήθηκαν εν τέλει ο περί Παραγραφής Νόμος, Κεφ. 15, ο Νόμος 110(Ι)/2002, και το άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, αλλά το τελευταίο μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επισυνέβη κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του Νόμου 66(Ι)/
  3. Ο Νόμος 66(Ι)/2012 τέθηκε σε ισχύ την 1.7.2012 (άρθρο 28). Το άρθρο 6 του Νόμου 66(Ι)/2012 διέπει πλέον τα περί παραγραφής των αγώγιμων δικαιωμάτων σε σχέση με αστικά αδικήματα. Όταν η αξίωση αφορά αποζημιώσεις για αμέλεια ή παράβαση θέσμιου καθήκοντος, η αγωγή πρέπει να εγείρεται εντός τριών ετών από την ημέρα κατά την οποία συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής, εκτός αν το πρόσωπο που υπέστη τη σωματική βλάβη έλαβε γνώση της βλάβης μεταγενέστερα, οπότε ο χρόνος παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που έλαβε γνώση, με το Δικαστήριο να διατηρεί διακριτική ευχέρεια σε αγωγές για αποζημιώσεις για πρόκληση σωματικής βλάβης ή και θανάτου ένεκα αστικού αδικήματος να αποφασίσει τη μη εφαρμογή των διατάξεων περί παραγραφής, νοουμένου ότι η εν λόγω διακριτική ευχέρεια δεν θα ασκείται μετά την πάροδο δύο ετών από την ημέρα παραγραφής του δικαιώματος έγερσης αγωγής. Επανερχόμενη στο ερώτημα που απασχολεί για την παρούσα υπόθεση, δηλαδή, ποιο ήταν το νομικό καθεστώς που ίσχυε σε σχέση με την παραγραφή την ημέρα καταχώρησης της παρούσας αγωγής, και με βάση όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν ως προς τους νόμους που διείπαν το θέμα της παραγραφής, στις 29.11.2010 σε ισχύ βρίσκονταν το άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 ως αυτό τροποποιήθηκε από το Νόμο 171(Ι)/2006 και ο περί Παραγραφής Νόμος, Κεφ. 15, ο οποίος, όμως, τελούσε σε αναστολή (Ν.20(Ι)/2010). Η αγωγή του ενάγοντα βασίζεται, όπως προαναφέρθηκε, σε δύο αστικά αδικήματα, αυτό της αμέλειας και αυτό της παράβασης θέσμιου καθήκοντος, και το επόμενο ερώτημα είναι αν το άρθρο 68 του Κεφ. 148 διείπε το θέμα της παραγραφής και των δύο αστικών αδικημάτων, ως η θέση του εναγόμενου, ή μόνο το αστικό αδίκημα της αμέλειας, ως η θέση του ενάγοντος. Στην υπόθεση Vassiliou v. Vassiliou, Vol. 16 C.L.R. 70, στη σελ. 73 ο Δικαστής Crean αναφερόμενος στο Civil Wrongs Law του 1932, εξήγησε ότι: «That law nowhere states expressly that it is exhaustive of the civil wrongs in the Colony, as supplying remedies for all injuries caused by tortious acts; it merely codifies the civil wrongs for which action could, under that law, be brought.» (έμφαση δική μου) Επειδή ακριβώς ο περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος δεν προέβλεψε in globo για το σύνολο των αστικών αδικημάτων (torts) για τα οποία μπορεί να εγερθεί αγωγή στην Κύπρο,[1] αστικά αδικήματα τα οποία αναγνωρίζονται από το κοινοδίκαιο, και για τα οποία δεν γίνεται πρόβλεψη στον εν λόγω περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, εισάγονται στο κυπριακό νομικό σύστημα, με το άρθρο 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60. Έτσι, η παράλειψη εκπλήρωσης καθήκοντος το οποίο επιβάλλει ο νόμος μπορεί, ανάλογα με την πρόθεση του νομοθέτη να στοιχειοθετήσει το αστικό αδίκημα της παράβασης εκ του νόμου απορρέοντος καθήκοντος,[2] αστικό αδίκημα που διακρίνεται από το αστικό αδίκημα της αμέλειας.[3] Ως αποφασίστηκε στην υπόθεση Κουππαρής ν. Οργανισμού Γεωργικής Ασφάλισης
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1780, στη σελ. 1784: «Πρόκειται για αστικό αδίκημα γνωστό στο κοινό δίκαιο το οποίο αποτελεί μέρος του Κυπριακού Δικαίου βάσει του άρθρου 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, του 1960, (Ν. 14/60), η μή ενσωμάτωση του οποίου στον Κώδικα Αστικών Αδικημάτων δεν αποκλείει την εφαρμογή του. (Βλ. Universal Advertising and Publishing Agency v. Panayiotis A. Vouros Vol. 19 C.L.R. 87.)» Με δεδομένο, λοιπόν, ότι το αστικό αδίκημα της παράβασης θέσμιου καθήκοντος δεν είναι ενσωματωμένο στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148, θεωρώ ορθή τη θέση του ενάγοντα ότι δεν εφαρμόζεται σε σχέση με αυτό το άρθρο 68 του Κεφ. 148. Καίτοι ο όρος «αστικά αδικήματα» δεν ορίζεται στο Κεφ. 148, το άρθρο 3
(1)του νόμου ξεκαθαρίζει ότι «τα ακόλoυθα πoυ απαριθμoύvται πιo κάτω στo Νόμo αυτό απoτελoύv αστικά αδικήματα». Αφ' ης στιγμής το αδίκημα της παράβασης θέσμιου καθήκοντος δεν περιλαμβάνεται στο Κεφ. 148, κρίνω ότι αυτό δεν περιλαμβάνεται στα «αστικά αδικήματα» στα οποία το άρθρο 68 του εν λόγω νόμου εφαρμόζεται απλά και μόνο επειδή είναι αστικής φύσης αδίκημα. Αξίωση βασιζόμενη σε παράβαση θέσμιου καθήκοντος δεν καθίσταται αγώγιμη λόγω των προνοιών του Κεφ. 148 (αλλά από άλλη πηγή δικαίου, ήτοι το κοινοδίκαιο), πάνω στις οποίες δεν μπορεί να βασισθεί κανείς για να αναζητήσει θεραπεία· και θα ήταν εσφαλμένο, κατά την κρίση μου, να εφαρμοστούν σε σχέση με αυτό το αστικό αδίκημα επιλεκτικά ορισμένες μόνο πρόνοιες του Κεφ. 148, και δη μια πρόνοια τόσο δραστική όσο είναι αυτή του άρθρου 68 του Νόμου. Έχοντας καταλήξει ότι το άρθρο 68 του Κεφ. 148 δεν εφαρμόζεται σε σχέση με το αστικό αδίκημα της παράβασης θέσμιου καθήκοντος, το επόμενο ερώτημα είναι ποια περίοδος παραγραφής ίσχυε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, σε σχέση με αυτό. Ως ανωτέρω αναφέρθηκε, στις 29.11.2010 υπήρχε ο περί Παραγραφής Νόμος, Κεφ. 15, το άρθρο 5 του οποίου προνοούσε τα εξής: «
  1. No action shall be brought upon, for, or in respect of, any cause of action not expressly provided for in this Law, or expressly exempted from the operation of this Law, after the expiration of six years from the date when such cause of action accrued.» Όμως στις 29.11.2010 ολόκληρο το Κεφ. 5 τελούσε υπό αναστολή ισχύος (Ν.20(Ι)/2010), συνεπώς το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντος για κατ' ισχυρισμό παράβαση θέσμιου καθήκοντος δεν ήταν, κατά την κρίση μου, παραγεγραμμένο. Σημειώνεται δε ότι ακόμη και αν το Κεφ. 15 δεν τελούσε σε αναστολή, δεδομένου ότι το επίδικο ατύχημα επισυνέβη στις 8.11.2005 και η αγωγή εγέρθηκε στις 29.11.2010, η εξαετής περίοδος παραγραφής, σε κάθε περίπτωση, δεν είχε παρέλθει πριν την καταχώρηση της αγωγής. Με βάση τα πιο πάνω, είναι η κατάληξη μου ότι την ημέρα καταχώρησης της αγωγής, το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα στο βαθμό που αυτό αφορά σε κατ' ισχυρισμό παράβαση θέσμιου και/ή εκ του νόμου απορρέοντος καθήκοντος του εναγόμενου, δεν είχε παραγραφεί. Καθόσον αφορά το έτερο αστικό αδίκημα επί του οποίου η αγωγή του ενάγοντα βασίζεται, δηλαδή αυτό της αμέλειας, κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής βρισκόταν σε ισχύ το άρθρο 68 του Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 171(Ι)/2006 και δεν υπάρχει διαφωνία μεταξύ των συνηγόρων επί τούτου. Η διαφωνία των συνηγόρων εντοπίζεται στο ότι, κατά τη συνήγορο του εναγόμενου εφαρμογής τυγχάνουν οι πρόνοιες του εδαφίου (α) του άρθρου 68, ενώ, κατά τη συνήγορο του ενάγοντα, οι πρόνοιες των εδαφίων (β) και (γ) του άρθρου
  2. Το άρθρο 68 του Κεφ. 148 προβλέπει, στο βαθμό που ενδιαφέρει για την παρούσα υπόθεση, τα εξής: «
  3. Καµιά αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκηµα, εκτός αν αυτή εγερθεί— (α) εντός τριών ετών αµέσως µετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή, ή (β) αν το αστικό αδίκηµα προκαλεί νέα ζηµιά κατά εξακολούθηση από µέρα σε µέρα, εντός τριών ετών από την κατάπαυση αυτής,[4] ή (γ) αν η βάση της αγωγής δεν προκύπτει από την τέλεση οποιασδήποτε πράξης ή παράλειψης για τέλεση πράξης αλλά από τη ζηµιά που απορρέει από την πράξη αυτή ή παράλειψη εντός των τριών αµέσως επόµενων ετών µετά που ο ενάγοντας υπέστη τη ζηµιά, ή .. » Ως αναφέρθηκε αναλυτικά στα πλαίσια της «Εισαγωγής», πιο πάνω, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι την 8.11.2005 επισυνέβη ατύχημα με αποτέλεσμα να τραυματιστεί και να μεταφερθεί αρχικώς στο Νοσοκομείο Κυπερούντας και στη συνέχεια, λόγω της σοβαρότητας των τραυμάτων του, με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Αποδίδει το ατύχημα και τον τραυματισμό του στην αμέλεια του εναγόμενου (και/ή στην από μέρους του εναγόμενου παράβαση των θέσμιων καθηκόντων του), παραθέτοντας προς τούτο σχετικές λεπτομέρειες στην παράγραφο 6 της έκθεσης απαίτησης, λεπτομέρειες που σχετίζονται αποκλειστικά με το εν λόγω ατύχημα. Είναι επομένως φανερό ότι σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, τόσο οι πράξεις και παραλείψεις που αποδίδονται στον εναγόμενο, όσο και οι τραυματισμοί που ο ενάγοντας υπέστη και για τους οποίους διεκδικεί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, προέκυψαν στις 8.11.2005, ημέρα από την οποία αρχίζει, κατά την κρίση μου, η προθεσμία των τριών ετών. Στη σειρά Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, επανέκδοση, Τόμος 28, παρ. 886, σελ. 456, αναφέρονται τα εξής: «
  4. Negligence generally. . The necessary constituents of an action in negligence are
(1)a duty of care;
(2)a breach of the duty of care; and
(3)recoverable damage. Damage being an essential ingredient of the tort, the cause of action accrues and time begins to run from the date when the plaintiff first sustains damage as a result of the negligence, rather than the date on which the negligent act was committed or the date on which any damage was discoverable. The damage giving rise to accrual of the action must be damage in respect of which an action may be maintained against the defendant.» Στις 8.11.2005 το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντος είχε, κατά την άποψη μου, πλήρως θεμελιωθεί. Υπήρχε, κατά τον ενάγοντα, καθήκον επιμέλειας του εναγόμενου έναντι του ενάγοντος, παράβαση του εν λόγω καθήκοντος και ανακτήσιμη ζημιά, η οποία είχε αποκαλυφθεί και ήταν σίγουρα περισσότερο από αμελητέα αφού σύμφωνα με τον ενάγοντα διαπιστώθηκε κατά τη νοσηλεία του σύνθλιψη άμφω γαστροκνημών και λοιποί τραυματισμοί στην αριστερή κνήμη και στα κάτω άκρα καθώς και κάταγμα δεξιού χεριού. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του ενάγοντα ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόζεται το εδάφιο (β) του άρθρου 68 του Κεφ.
  1. Στη σειρά Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 24, παρ. 339, σελ. 188, σε σχέση με την συνεχιζόμενη ζημιά, αναφέρονται τα εξής: «Continuance of injury or damage means continuance of a legal injury, and not merely continuance of the injurious effects of a legal injury. The continuance of the injurious effects of an accident was not a continuance of injury or damage within the meaning of an enactment prescribing a special period of limitation.» (έμφαση δική μου) Στην προκειμένη περίπτωση η αιτία που δημιούργησε το όποιο αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα είναι το επίδικο εργατικό ατύχημα το οποίο επισυνέβη στις 8.11.2005, ημέρα την οποία ο ενάγοντας τραυματίστηκε. Ο ισχυρισμός στην έκθεση απαίτησης ότι ο ενάγοντας συνέχισε να παρακολουθείται από ιατρούς λόγω του τραυματισμού του, αλλά και το ότι υπεβλήθη σε κατοπινό στάδιο σε χειρουργικές επεμβάσεις (το Μάιο του 2008 για προσθήκη μεταλλικών βιδών στο χέρι, τον Οκτώβριο του 2008 για αντικατάσταση των βιδών στο χέρι και τον Μάρτιο του 2010 για αφαίρεση των βιδών από το χέρι) καθώς και το γεγονός ότι συνέχισε να αντιμετωπίζει πρόβλημα με το χέρι του και υπέφερε από αιμωδίες στο χέρι και πόνο στον αυχένα, και συνεχίζει να ταλαιπωρείται και πιθανό να υποβληθεί σε περαιτέρω χειρουργικές επεμβάσεις, δεν κατατάσσει, κατά την άποψη μου, την κρινόμενη περίπτωση στα πλαίσια του άρθρου 68(β) του Κεφ. 148, ούτε και ισοδυναμεί με «νέα ζημιά κατά εξακολούθηση από μέρα σε μέρα». Οι ισχυριζόμενοι τραυματισμοί και η ζημιά του ενάγοντα προκλήθηκαν στις 8.11.2005, γι' αυτό και την ίδια ημέρα μεταφέρθηκε αρχικά στο Νοσοκομείο Κυπερούντας και μετά με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Ό,τι ακολούθησε συνιστά, κατά την κρίση μου, το αποτέλεσμα ενός και μόνο τραυματισμού τον οποίο υπέστη στις 8.11.2005, τις συνέπειες της ζημιάς που προκλήθηκε από τον οποίο, συνέχισε να βιώνει. Ο ενάγοντας γνώριζε την ακριβή ημέρα διάπραξης του αστικού αδικήματος, και γνώριζε ότι εξαιτίας αυτού υπέστη ζημιά περισσότερο από ασήμαντη. Το αγώγιμο του δικαίωμα δημιουργήθηκε στις 8.11.2005, και θα μπορούσε, κατά την άποψη μου, ο ενάγοντας να είχε ασκήσει την αγωγή του εντός της τριετίας από το ατύχημα, έχοντας πάντα στη διάθεση του, τα δικονομικά μέσα για επέκταση της απαίτησης του,[5] ούτως ώστε να περιλάβει σε αυτήν το σύνολο των σωματικών βλαβών που υπέστη, εάν παρίστατο ανάγκη, ενώ δεδομένο είναι και το δικαίωμα του για ανάκτηση μελλοντικών ζημιών.[6] Άλλωστε έχει νομολογηθεί ότι προοδευτική ζημιά που προκαλείται από μία πράξη ή παράλειψη δημιουργεί μία και μόνο αιτία αγωγής η οποία γεννάται όταν δημιουργείται ζημιά περισσότερο από ασήμαντη. Στο σύγγραμμα Keating on Construction Contracts, 9η έκδοση, στην παρ. 16-015, αναφέρονται τα εξής: «Tort. For negligence claims, where damage is an essential ingredient, the cause of action accrues when the physical damage occurs. Progressive damage originating from one act or omission creates a single cause of action arising when more than insignificant damage has occurred.» Στην απόφαση του αγγλικού Εφετείου (Court of Appeal) στην υπόθεση Homburg Houtimport BV v Agrosin Private Ltd. (The Starsin) [2001] EWCA Civ 56, το αγγλικό Εφετείο ομόφωνα απέρριψε το συμπέρασμα του πρωτόδικου δικαστή ότι επειδή η ζημιά ήταν προοδευτική κάθε χειροτέρευση / επιδείνωση προϋπάρχουσας ζημιάς γεννούσε νέο αγώγιμο δικαίωμα.[7] Ο Λόρδος Rix,[8] στις παραγράφους 96 και 105 της Homburg αποφάσισε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «
  2. In my judgment, however, the cause of action in respect of the negligent stowage was in the present circumstances completed once and for all when more than insignificant damage was caused by that negligence to the respective parcels of timber. On Colman J's findings that would have been not long after the voyage began. That cause of action was possessed by the then owners of that cargo, the shippers or Makros Hout. The principle in question was laid down in Cartledge v. E Jopling & Sons Ltd [1963] AC 758 in the case of personal injury, and in Pirelli General Cable Works Ltd v. Oscar Faber & Partners [1983] 2 AC 1 in the case of damage to property.
  3. In my judgment Mr Berry is right in his submission that the subsidence line of cases exemplified by Darley Main Colliery is the exception rather than the rule. In the light of Cartledge v. Johnson and its application in Pirelli v. Oscar Faber the standard rule for both personal injury and damage to property is that progressive damage originating from one act or omission creates a single cause of action. The reason why the subsidence line of cases is different is probably because the cause of action in those cases is a continuing cause of action. It is so treated in Salmond & Heuston, The Law of Torts, 21st ed, 1996, at 551/2, together with the torts of nuisance and trespass. This appears to be recognised in the speeches of Lord Bramwell (who defined the cause of action as depending on not merely the removal of support but "the non-providing against the consequences" at 146) and Lord Fitzgerald (who emphasised that the colliery "permitted the state of things to continue without taking any steps to prevent the occurrence of any future injury" at 151). Since the act of excavation is lawful in itself, it is the continuing failure to provide against the consequences, which provides the basis of the wrong once damage occurs. . That shows that there is only one cause of action, which arises when (more than negligible) damage is first caused. .» (έμφαση δική μου) Με βάση τα ανωτέρω, έχω επιπλέον την άποψη ότι ορθώς αναφέρει η συνήγορος του εναγόμενου ότι το εδάφιο (β) του άρθρου 68 του Κεφ. 148, εφαρμόζεται σε σχέση με συνεχή αστικά αδικήματα που προκαλούν ζημιά κάθε μέρα (de die in diem). Στο Consultation Paper αρ. 151, του αγγλικού Law Commission για το θέμα της παραγραφής, στην παράγραφο 3.24 στη σελ. 34, αναφέρονται τα εξής: «(b) Continuous torts: Certain torts may be continuous in character and therefore a fresh cause of action arises on a day to day basis as long as the tort continues. The main examples of such torts are continuing trespass and continuing nuisance. The right of action can never become barred so long as the breach continues.» Επίσης στο σύγγραμμα McGregor on Damages, 19η έκδοση, 2014, παρ. 11-010, σελ. 427, διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Where a single act constitutes a continuing wrong it is said to give rise to a continuing cause of action. Lindley L.J. said in Hole v. Chard Union[9] that "speaking accurately, there is no such thing; but what is called a continuing cause of action is a cause of action which arises from the repetition of acts or omissions of the same kind as that for which the action was brought". In such a case a fresh cause of action arises every minute.» Ως παραδείγματα τέτοιων αστικών αδικημάτων αναφέρονται στο σύγγραμμα McGregor, ανωτέρω, στην παρ. 11-012 στη σελ. 427 τα αστικά αδικήματα της οχληρίας και της παράνομης επέμβασης. Η υπό κρίση περίπτωση δεν είναι τέτοια και ό,τι αναφέρεται από τον ενάγοντα στην προκειμένη περίπτωση, έχει να κάνει με την εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του και όχι με την ύπαρξη ενός αστικού αδικήματος που να προκαλεί νέα ζημιά κατ' εξακολούθηση και από μέρα σε μέρα. Ούτε και με την εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του ενάγοντος ότι εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση το εδάφιο (γ) του άρθρου 68 μπορώ να συμφωνήσω. Το εν λόγω εδάφιο θα μπορούσε λόγου χάριν να εφαρμοστεί σε υποθέσεις υποχώρησης εδάφους, όπου από τη ζημιά που προκάλεσαν οι εργασίες στο έδαφος προκαλείται νέα κατάρρευση στο μέλλον η οποία δημιουργεί βλάβη στον ενάγοντα, χωρίς να έχουν λάβει χώρα νέες εργασίες. Ο Λόρδος Rix στην απόφαση στην υπόθεση Homburg (παρ. 105), ανωτέρω, κατατάσσει αυτή τη γραμμή των υποθέσεων στην κατηγορία των συνεχών αστικών αδικημάτων για τους λόγους που εξηγεί. Αντίθετα, στην παρούσα υπόθεση η βάση της αγωγής του ενάγοντος προκύπτει αποκλειστικά από συγκεκριμένες πράξεις και/ή παραλείψεις που ο ενάγοντας απαριθμεί στις παραγράφους 5 και 6 της έκθεσης απαίτησης του, οι οποίες προκάλεσαν το συγκεκριμένο ατύχημα που έλαβε χώρα στις 8.11.2005 και οδήγησαν στον τραυματισμό του. Η ευπαίδευτη συνήγορος του ενάγοντος παραπέμπει στην αγγλική απόφαση Clarkson v. Modern Foundries Ltd [1958] 1 All ER 33, όπου αποφασίστηκε ότι αν σε αγωγή για παράβαση θέσμιου καθήκοντος, μέρος της ζημιάς έχει επισυμβεί εκτός της περιόδου παραγραφής και μέρος εντός της περιόδου παραγραφής, ο ενάγοντας δικαιούται πλήρεις αποζημιώσεις. Σημειώνω σχετικώς, ότι η απόφαση στην οποία η ευπαίδευτη συνήγορος παραπέμπει αφορούσε σε ζημιά που προκλήθηκε σε χυτήριο, από τις λειτουργίες του οποίου δημιουργείτο σκόνη η οποία προκάλεσε στον ενάγοντα πνευμοκονίαση, κάπου μεταξύ των ετών 1940 και 1951, όταν ο ενάγοντας εργαζόταν στο εν λόγω χυτήριο. Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα McGregor, ανωτέρω, στην παρ. 11-022, σελ. 434 η αμέλεια των εναγομένων στην υπόθεση εκείνη, ήταν συνεχής και ήταν αδύνατο να αποσαφηνιστεί ποιο μέρος της ζημιάς προέκυψε εντός της περιόδου παραγραφής και ποιο εκτός αυτής. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μου, περί υπόθεσης συγκρίσιμης με την παρούσα, στην οποία η ζημιά στον ενάγοντα, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, επήλθε ένεκα ενός και μόνο περιστατικού, αυτού που συνέβηκε στις 8.11.
  4. Για όλα τα πιο πάνω είναι η κρίση μου ότι, στο βαθμό που η παρούσα αγωγή έχει ως βάση το αστικό αδίκημα της αμέλειας, η περίοδος παραγραφής καθορίζεται από το εδάφιο (α) του άρθρου 68 του Κεφ. 148, και αρχίζει από τις 8.11.
  5. Επομένως η παρούσα αγωγή που καταχωρήθηκε στις 29.11.2010, καταχωρήθηκε μετά την παρέλευση των τριών ετών, και σε χρόνο που το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντος είχε ήδη παραγραφεί. Απομένει προς εξέταση το τελευταίο θέμα που εγείρει ο ενάγοντας, ήτοι το κατά πόσο το γεγονός της ψήφισης του Νόμου 66(Ι)/2012 εκκρεμούσης της αγωγής είχε ως αποτέλεσμα την αναβίωση οποιωνδήποτε αγώγιμων δικαιωμάτων που υπόκειντο σε παραγραφή. Τούτο, υπό το φως των αποφασισθέντων στην υπόθεση Όμηρος Χριστοδουλίδης ν. Global Capital Securities and Financial Services Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 636, ότι «η παραγραφή αποτελεί δικονομικό κανόνα δικαίου και συνεπώς αν έχει παραγραφεί η απαίτηση με προγενέστερο νόμο αυτή δεν εξαφανίζεται αλλά μπορεί να προωθηθεί δικονομικά εφόσον με το νεότερο νόμο επεκτείνεται ο χρόνος της παραγραφής». Κρίνω ότι η σχετική εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του ενάγοντος δεν μπορεί να επιτύχει. Το ότι η παραγραφή δεν εξαφανίζει το δικαίωμα παρά μόνο τη θεραπεία του αγώγιμου δικαιώματος είναι, βεβαίως, ορθό. Το πρόβλημα στην εισήγηση του ενάγοντος είναι ότι αυτή δεν λαμβάνει υπόψη το χρονικό σημείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για να εξετασθεί αν αγώγιμο δικαίωμα για το οποίο εγέρθηκε αγωγή, είναι παραγεγραμμένο. Η απάντηση έχει ξεκάθαρα δοθεί από το Εφετείο στην υπόθεση Δημητρίου, ανωτέρω, όπου ελέχθη ότι «ουδεμία αμφιβολία υπάρχει . ότι το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος», στην οποία, σημειώνω, επίσης είχε τροποποιηθεί ο νόμος που προνοούσε την περίοδο παραγραφής εκκρεμούσης της διαδικασίας (Ν.169(Ι)/2006). Και στην υπόθεση Όμηρος Χριστοδουλίδης, ανωτέρω, στην οποία παραπέμπει η συνήγορος του ενάγοντα, και η οποία αποφασίσθηκε ένα μήνα πριν την υπόθεση Δημητρίου, το Ανώτατο Δικαστήριο εξήγησε ότι «με αναφορά στο χρόνο καταχώρησης της αγωγής εξετάζεται κατά πόσο η απαίτηση έχει εκ του νόμου παραγραφεί». Αλλά και στην αγωγή αρ. 1035/2003, Φουρνίδη κ.α. ν. Ζουμπάκη κ.α., απόφαση ημερ. 9.2.2006 του Δικαστή Τ. Οικονόμου, ενόσω διατελούσε Α.Ε.Δ. στο Ε.Δ. Λάρνακας, στην οποία η συνήγορος του ενάγοντος επίσης παρέπεμψε, την ημέρα καταχώρησης της αγωγής (6.3.2003) ήταν σε ισχύ το άρθρο 8Α του Κεφ. 15 στη βάση του οποίου το Δικαστήριο αποφάσισε ότι ήταν ορθό και δίκαιο να μην εφαρμοστούν οι πρόνοιες παραγραφής της αξίωσης στην υπόθεση εκείνη. Κρίνω, συνεπώς, ότι οι πρόνοιες του Νόμου 66(Ι)/2012 δεν μπορεί να τύχουν εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση, επειδή ο εν λόγω Νόμος δεν ήταν σε ισχύ την ημέρα προώθησης του δικονομικού διαβήματος, ήτοι την ημέρα καταχώρησης της αγωγής του ενάγοντα. Ο εν λόγω Νόμος τέθηκε σε ισχύ την 1.7.2012 (άρθρο 28 του νόμου) και κατάργησε τόσο το Κεφ. 15, όσο και το άρθρο 68 του Κεφ.148, αλλά το τελευταίο μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη η οποία επισυνέβη κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του. Αλλά ακόμα και αν το πιο πάνω συμπέρασμα μου είναι εσφαλμένο, και πάλι δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω με την εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του ενάγοντος, ότι το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντος αναβίωσε με την ψήφιση του Νόμου 66(Ι)/2012. Το άρθρο 26 του Νόμου το οποίο ο ενάγοντας επικαλείται τιτλοφορείτο, πριν την κατάργηση αυτού με τον περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2015, Ν.207(Ι)/15, «Μεταβατική διάταξη» και, κατά το χρόνο ψήφισης του Ν.66(Ι)/2012, διαλάμβανε τα εξής: «26. Καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την εκπνοή ενός έτους από την ημερομηνία ισχύος του παρόντος Νόμου, αν η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, εκτός αν ο χρόνος μεταξύ της ημέρας κατά την οποία είχε συμπληρωθεί η βάση της αγωγής μέχρι την συμπλήρωση ενός έτους από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου είναι μικρότερος από τον δυνάμει του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για το συγκεκριμένο δικαίωμα αγωγής, οπότε ο χρόνος παραγραφής είναι ο καθοριζόμενος από τον παρόντα Νόμο χρόνος.» Το άρθρο 24 του Νόμου έχει πλαγιότιτλο «Διατάξεις νόμων που δεν επηρεάζονται» και προβλέπει τα εξής: «24. Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου δεν επηρεάζουν: (ε) τις ειδικές προθεσμίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε νομική διάταξη, αν: (i) αυτή δεν περιλαμβάνεται στις καταργούμενες από το άρθρο 29 διατάξεις, ..» Το άρθρο 29 του Νόμου 66(Ι)/2012 έχει πλαγιότιτλο «Κατάργηση νόμων», και προβλέπει τα ακόλουθα: «29.-
(1)Από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου καταργούνται οι νόμοι που αναφέρονται στην πρώτη στήλη του Παραρτήματος και στην έκταση που αναφέρεται στη δεύτερη στήλη του εν λόγω Παραρτήματος.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 24 του παρόντος Νόμου, ανεξάρτητα από την προβλεπόμενη σε οποιοδήποτε ειδικό νόμο προθεσμία για παραγραφή, σε περίπτωση σύγκρουσης υπερισχύουν οι πρόνοιες του παρόντος Νόμου.» Στο Παράρτημα του Νόμου στο οποίο παραπέμπει το ως άνω άρθρο 29, και στο βαθμό που εδώ ενδιαφέρει, κάτω από την Πρώτη Στήλη - «Νόμοι» αναφέρεται ο περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος, Κεφ. 148, και κάτω από τη Δεύτερη Στήλη - «Έκταση Κατάργησης», αναφέρονται τα εξής: «άρθρο 68, αλλά μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επισυνέβηκε κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου». Είναι η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου του ενάγοντος ότι το άρθρο 68 του Κεφ. 148 δεν αναφέρεται στο άρθρο 24 του Νόμου, συνεπώς σε περίπτωση σύγκρουσης υπερέχουν, κατά το άρθρο 29
(2), οι πρόνοιες του Νόμου 66(Ι)/
  1. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα, επειδή σύμφωνα με την ορθή, κατά την άποψη μου, ανάγνωση του άρθρου 24(ε)(i) του Νόμου, οι πρόνοιες του Νόμου 66(Ι)/2012 (περιλαμβανομένης της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 26) δεν επηρεάζουν τις ειδικές προθεσμίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε νομική διάταξη που δεν καταργείται με βάση το άρθρο 29 του Νόμου, και το άρθρο 68 του Κεφ. 148 δεν καταργείται σε σχέση με πράξεις ή παραλείψεις που επισυνέβηκαν πριν την έναρξη ισχύος του Νόμου 66(Ι)/
  2. Η ρητή αναφορά στο Παράρτημα του Νόμου 66(Ι)/2012 περί κατάργησης του άρθρου 68 του Κεφ. 148, μόνο σε σχέση με πράξεις ή παραλείψεις που επισυνέβησαν κατά ή μετά την 1.7.2012, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε άλλη ερμηνεία από το ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν όπως για πράξεις ή παραλείψεις που επισυνέβησαν πριν την 1.7.2012 ισχύ έχει το εν λόγω άρθρο 68 και όχι οι πρόνοιες του Νόμου 66(Ι)/
  3. Και είναι μόνο στις περιπτώσεις που δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 68 του ειδικού νόμου (lex specialis) Κεφ. 148, που ισχύ για αστικά αδικήματα έχει ο Νόμος 66(Ι)/12, περιλαμβανομένου του άρθρου 26 αυτού. Το εν λόγω άρθρο 26 του Νόμου 66(Ι)/12 αποτελεί μεταβατική διάταξη η οποία έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις εκείνες που η περίοδος παραγραφής διέπεται πλέον από τις πρόνοιες του Νόμου 66(Ι)/12 και όχι από άλλη νομοθετική διάταξη, όπως στην υπό εξέταση περίπτωση από το άρθρο 68 του Κεφ. 148, σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επισυνέβη πριν την 1.7.
  4. Υπό το φως των ανωτέρω είναι η κρίση μου ότι παρά την ψήφιση του Νόμου 66(Ι)/2012, το άρθρο 68 του Κεφ. 148 συνεχίζει να ισχύει και διέπει την παραγραφή αγώγιμων δικαιωμάτων που προκύπτουν από πράξεις ή παραλείψεις που επισυνέβησαν πριν την 1.7.2012, όπως είναι και η παρούσα περίπτωση. Κατάληξη Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα, στο βαθμό που αυτό αφορά σε παράβαση θέσμιου και/ή εκ του νόμου απορρέοντος καθήκοντος του εναγόμενου, δεν είχε παραγραφεί την ημέρα καταχώρησης της αγωγής. Από την άλλη, κρίνω ότι το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα, στο βαθμό που αυτό αφορά σε αμέλεια από μέρους του εναγόμενου, είχε παραγραφεί την ημέρα καταχώρησης της αγωγής, συνεπώς, η αγωγή, στο βαθμό που έχει ως βάση το αστικό αδίκημα της αμέλειας, αναστέλλεται.[10] Επειδή η προδικαστική ένσταση του εναγόμενου έχει επιτύχει εν μέρει, κρίνω ορθό όπως υπέρ του επιδικασθεί μόνο το ήμισυ των εξόδων της παρούσας διαδικασίας εκδίκασης της προδικαστικής ένστασης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] βλ. The Universal Advertising and Publishing Agency and others v. Panayiotis A. Vouros, Vol. 19 C.L.R. 87,
  5. [2] Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 44
(1)παρ.
  1. [3] Πολ. Εφ. 378/09 και 386/09, Μ.Σ. Ιακωβίδης & Σία Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ημερ. 10.7.
  2. [4] Στο αρχικό κείμενο του Κεφ. 148 το άρθρο 68(β) έχει ως εξής: «. where the civil wrong causes fresh damage continuing from day to day within two years next after the ceasing thereof » [5] Δ.20 Θ.1Α και Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. [6] McGregor on Damages, 19η έκδοση, 2014, παρ. 11-024, σελ.
  3. [7] Βλ. απόφαση της Βουλής των Λόρδων (House of Lords), "Starsin" Owners of cargo and others v. "Starsin" Owners and/or demise charterers [2003] UKHL 12, παρ. 39: «The Court of Appeal was unanimous in rejecting the judge's conclusion that because the damage was progressive each exacerbation of pre-existing damage gave rise to a new cause of action .». [8] Η απόφαση του Λόρδου Rix στην υπόθεση Homburg επικυρώθηκε κατ΄ έφεση από τη Βουλή των Λόρδων, βλ. "Starsin" Owners of cargo and others v. "Starsin" Owners and/or demise charterers [2003] UKHL 12, απόφαση Λόρδου Bingham, παρ. 39 και 40 και απόφαση Λόρδου Steyn, παρ.
  4. [9] [1894] 1 Ch. 293 CA at 295 to
  5. [10] Φεσά κ.α. ν. Κασάπη
(1994)1 ΑΑΔ 337, 343. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.