← Κύπρος

Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία «Λήδρα» Λτδ ν. Γεώργιου Καλλή κ.α., Αρ. Αίτησης: 655/2014, 12/2/2016

Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία «Λήδρα» Λτδ ν. Γεώργιου Καλλή κ.α., Αρ. Αίτησης: 655/2014, 12/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A92 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 655/2014 Αναφορικά με τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Ν. 22/85, άρθρο 52

(2)(β), όπως τροποποιήθηκε, και τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, άρθρο 21 Μεταξύ: Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία «Λήδρα» Λτδ Αιτητών και
  1. Γεώργιου Καλλή
  2. Χριστιάνας Καλλή - Χριστοφόρου Καθ΄ ων η Αίτηση Αίτηση ημ. 27.8.14 για Εγγραφή και Εκτέλεση Διαιτητικής Απόφασης Ημερομηνία: 12 Φεβρουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Μ. Φλωρίδης για Μιχαήλ Γ. Φλωρίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Γ. Πέτρου για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση ζητείται η εγγραφή και καταχώριση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για σκοπούς εκτέλεσης της Διαιτητικής Απόφασης ημ. 8.2.12 (εφεξής «η Διαιτητική Απόφαση» ή «η Απόφαση») η οποία εκδόθηκε από τον Διαιτητή Κυριάκο Νεοφύτου αναφορικά με τη διαφορά μεταξύ της Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Καϊμακλίου και των Καθ΄ ων η Αίτηση. Η Αίτηση βασίζεται στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Ν. 22/85, όπως τροποποιήθηκε, στα άρθρα 2 και 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, στον Θεσμό 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών, στη Δ.47 και στη Δ.48 θ.1-3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στα άρθρα 86-91 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  3. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση στην οποία επισυνάπτεται η Απόφαση και επιβεβαιώνεται ότι το ποσό αυτής εξακολουθεί να είναι οφειλόμενο. Επίσης γίνεται αναφορά στο ιστορικό της διαδικασίας μέχρι και τη μεταβίβαση και ανάληψη όλων των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού, καθώς επίσης και όλου του κύκλου των εργασιών της Νέας ΣΠΕ Καϊμακλίου από τους Αιτητές. Η ένσταση στηρίζεται στη Δ.2, στη Δ.47 και στη Δ.48 θ.1-9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 23, 30 και 35 του Συντάγματος, στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο, στα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στους Θεσμούς 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών, στο άρθρο 52
(2)(β) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Ν. 22/85και στα άρθρα 9, 14, 16, 20, 21, 24
(3)και
(4)και 30 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.
  1. Η ένσταση περιέχει σωρεία λόγων ένστασης οι βασικοί εκ των οποίων είναι οι ακόλουθοι: 1) Η Αίτηση είναι δικονομικά ανυπόστατη και αβάσιμη, 2) Η επίδικη διαφορά δεν έχει παραπεμφθεί νόμιμα σε Διαιτησία, 3) Ο Διαιτητής δεν έχει διορισθεί νόμιμα, 4) Οι Καθ΄ ων ουδέποτε ειδοποιήθηκαν για την έναρξη της Διαιτητικής διαδικασίας ή τον διορισμό του Διαιτητή, 5) Οι Καθ΄ ων ουδέποτε συμφώνησαν ή συγκατατέθηκαν στον διορισμό Διαιτητή, 6) Η διαδικασία που ακολουθήθηκε και η Διαιτητική Απόφαση είναι άκυρη και ανυπόστατη, 7) Ο Διαιτητής είναι πρόσωπο ακατάλληλο καθότι δεν πληροί τα εχέγγυα της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας, 8) Ο Διαιτητής ενήργησε καθ΄ υπέρβαση εξουσίας, 9) Η Απόφαση δεν μπορεί να εγγραφεί καθότι δεν προσδιορίζει την οφειλή των Καθ΄ ων, 10) Η Απόφαση παραβιάζει συνταγματικά δικαιώματα των Καθ΄ ων και ή τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης, 11) Η παρούσα Αίτηση δεν επιδόθηκε νομότυπα στους Καθ΄ ων, 12) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν έγινε από πρόσωπο που γνωρίζει τα γεγονότα, 13) Με την παρούσα Αίτηση οι Αιτητές ζητούν τροποποίηση της Διαιτητικής Απόφασης, και 14) Οι Αιτητές δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο και ή δεν έχουν σχέση με τα επίδικα θέματα. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου 1, στην οποία βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Κατόπιν σχετικής αίτησης και με τη σύμφωνη γνώμη της πλευράς των Καθ΄ ων, το Δικαστήριο έδωσε άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους των Αιτητών εις απάντηση των θέσεων των Καθ΄ ων. Σε αυτή προβάλλονται ισχυρισμοί περί του νομότυπου στην όλη διαδικασία της Διαιτησίας και της Διαιτητικής Απόφασης και της δέουσας γνωστοποίησης αυτής στους Καθ΄ ων. Κατά την ακρόαση της Αίτησης οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Όπως έχει ήδη διαφανεί, στα πλαίσια εξέτασης της Αίτησης εγείρονται πολλά θέματα. Το Δικαστήριο θα ασχοληθεί με το καθένα ξεχωριστά, και σε αυτό το πλαίσιο θα γίνεται αναφορά στις θέσεις των δύο πλευρών και στις εισηγήσεις των δικηγόρων κατά τις αγορεύσεις τους. Ι. Ύπαρξη Αιτητών και Νομιμοποίηση προς Καταχώριση της Αίτησης Πριν την εξέταση της ουσίας της Αίτησης καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τον τελευταίο λόγο ένστασης ότι οι Αιτητές δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο και πως δεν έχουν σχέση με τα επίδικα θέματα της Αίτησης. Το Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση της Αίτησης είναι Πιστοποιητικό Εγγραφής ημ. 30.10.1945 δυνάμει του οποίου πιστοποιείται πως η εταιρεία Νέα ΣΠΕ Καϊμακλίου και οι Ειδικοί Κανονισμοί της ενεγράφησαν δεόντως στο Μητρώο των Εταιρειών σύμφωνα με τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο και τους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς και πως από τις 24.6.13 η εταιρεία είναι εγγεγραμμένη με το νέο της όνομα, ήτοι Νέα ΣΠΕ Καϊμακλίου Λτδ. Το Τεκμήριο 4, επιστολή του Εφόρου Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών ημ. 20.1.14 προς τη Νέα ΣΠΕ Καϊμακλίου Λτδ, επιβεβαιώνει τη σύναψη συμφωνίας ημ. 18.1.14 για συγχώνευση της Νέας ΣΠΕ Καϊμακλίου Λτδ με τη ΣΠΕ Λήδρα Λτδ με βάση τα άρθρα 49Γ-ΣΤ του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, δυνάμει της οποίας η τελευταία διαδέχεται εξ ολοκλήρου την πρώτη σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της και όλες οι πράξεις, τα συμβόλαια και τα άλλα έγγραφα της θα συνεχίσουν να ισχύουν. Γι΄ αυτό στην ίδια επιστολή αναφέρεται πως ο Έφορος εξέδωσε διαταγή για ακύρωση της εγγραφής της Νέας ΣΠΕ Καϊμακλίου Λτδ η οποία διαλύθηκε στις 20.1.
  2. Σχετική επίσης είναι η Διαταγή του Εφόρου για Ακύρωση Εγγραφής με βάση το άρθρο 49Δ
(4)του περί Συνεργατικών Νόμου με ημερομηνία και πάλι τις 20.1.14, Τεκμήριο
  1. Σε αυτή ουσιαστικά επαναλαμβάνονται τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο
  2. Τα πιο πάνω γεγονότα γίνονται παραδεκτά από τους Καθ΄ ων και επομένως είναι πλήρως αποδεκτά από το Δικαστήριο. Καθίσταται σαφές από τα πιο πάνω πως η Νέα ΣΠΕ Καϊμακλίου, μετονομασθείσα σε Νέα ΣΠΕ Καϊμακλίου Λτδ, ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο δεόντως εγγεγραμμένη εταιρεία με βάση τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο και πως αυτή διαλύθηκε και η εγγραφή της ακυρώθηκε εφόσον τη διαδέχθηκε η ΣΠΕ Λήδρα Λτδ και έτσι όλες οι πράξεις και τα συμβόλαια της πρώτης έχουν μεταφερθεί στην τελευταία και εξακολουθούν να ισχύουν. Επομένως, η ΣΠΕ Λήδρα Λτδ, Αιτητές στην παρούσα, είναι υπαρκτό νομικό πρόσωπο και έχει κάθε νόμιμο δικαίωμα να διεκδικεί τα δικαιώματα της που απορρέουν από τη Διαιτητική Απόφαση μέσω της παρούσας Αίτησης. Είναι δε άξιο απορίας πώς ενώ από τη μια οι Καθ΄ ων παραδέχονται τα εν λόγω γεγονότα από την άλλη προβάλλουν τον τελευταίο λόγο ένστασης ο οποίος καθίσταται παντελώς αβάσιμος. ΙΙ. Ένορκες Δηλώσεις προς Υποστήριξη της Αίτησης Τόσο η αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση όσο και η συμπληρωματική έγιναν από τον κ. Πέτρο Τσιοπανή, ο οποίος από τις αρχές του 2014 είναι Λειτουργός στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών της Κεντρικής Συνεργατικής Τράπεζας και χειρίζεται τους προβληματικούς λογαριασμούς των Αιτητών. Πριν τη σύσταση της Υπηρεσίας Ανάκτησης Χρεών ήταν υπεύθυνος δανείων και προβληματικών λογαριασμών στη Νέα ΣΠΕ Καϊμακλίου. Ο ίδιος δηλώνει πως έχει άμεση γνώση των γεγονότων. Γνωρίζει προσωπικά τους Καθ΄ ων από τον χρόνο παραχώρησης του δανείου για το οποίο εκδόθηκε η Διαιτητική Απόφαση και από την επαφή και επικοινωνία που είχε μαζί τους στα πλαίσια των προσπαθειών του για ομαλοποίηση του δανείου πριν αυτό παραπεμφθεί σε Διαιτησία. Επίσης ήταν το πρόσωπο το οποίο αντιπροσώπευσε τη Νέα ΣΠΕ Καϊμακλίου στη Διαιτησία, εξ ου και έχει άμεση και προσωπική γνώση της εν λόγω διαδικασίας. Όσον αφορά τις ιδιότητες του κ. Τσιοπανή τόσο στην Κεντρική Συνεργατική όσο και παλαιότερα στη Νέα ΣΠΕ Καϊμακλίου, ο Καθ΄ ου 1 δηλώνει άγνοια στην ένορκη του δήλωση. Αυτές επαναλαμβάνονται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποία ο κ. Τσιοπανής προσθέτει και την προσωπική γνώση και εμπλοκή του στο υπό αναφορά δάνειο και τη Διαιτητική διαδικασία, για τα οποία δεν υπάρχει οποιαδήποτε αντίκρουση από την πλευρά των Καθ΄ ων είτε με την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είτε με την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου, μετά την καταχώριση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης των Αιτητών, οι Καθ΄ ων υπέβαλαν αίτηση για καταχώριση συμπληρωματικής και ή απαντητικής ένορκης δήλωσης την οποία τελικώς απέσυραν. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο αποδέχεται τους ισχυρισμούς του κ. Τσιοπανή στο σύνολο τους αναφορικά με την ιδιότητα, την εμπλοκή και τη γνώση του σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας Αίτησης. Αυτά καθιστούν τον κ. Τσιοπανή ικανό και το πλέον αρμόδιο πρόσωπο για να προβεί στις ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη της Αίτησης. ΙΙΙ. Νομική Πτυχή Όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Σ.Π.Ε. Αγίας Νάπας v. Κυριακίδη κ.ά.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 716, «η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να "εγγραφεί" δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της». Στην ίδια υπόθεση τονίστηκε πως η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφασης Δικαστηρίου είναι ζήτημα τύπου και πως αυτή βασίζεται στο άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4. Τα κριτήρια τα οποία διέπουν τέτοιας φύσης αιτήσεις έχουν σαφώς καθοριστεί στην υπόθεση Νικολάου v. Νέας Σ.Π.Ε. Αγλαντζιάς
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 707 και υιοθετηθεί πλήρως στην πιο πρόσφατη υπόθεση Χριστοφή v. Σ.Π.Ε. Λατσιών, Πολ. Έφ. 87/11, ημ. 20.6.14. Το ακόλουθο απόσπασμα από την πρώτη υπόθεση είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι΄ αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι΄ αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.» Είναι προφανές πως η διαδικασία εγγραφής προς εκτέλεση μιας διαιτητικής απόφασης έχει περιορισμένο πλαίσιο και πως το Δικαστήριο οφείλει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν τα εξής: (i) Η διαιτητική απόφαση φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά έγκυρης διαιτητικής απόφασης, (ii) Η διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται, και (iii) Η αίτηση για εγγραφή και εκτέλεση επιδόθηκε στο εν λόγω πρόσωπο. ΙV. Εξέταση Αίτησης Έχει ήδη διαφανεί πως η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου υιοθετεί μια περιοριστική προσέγγιση όσον αφορά τα θέματα τα οποία μπορούν να τύχουν εξέτασης στα πλαίσια τέτοιας φύσης αιτήσεων. Είναι πρόδηλο πως το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία και ή ορθότητα της διαιτητικής απόφασης. Αυτό αναγνωρίστηκε επίσης στην υπόθεση Κούλλουρου v. ΣΠΕ Αθηαίνου
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 987 στην οποία λέχθηκε πως οι θέσεις της εφεσείουσας περί εικονικότητας και παράνομων τόκων δεν μπορούσαν να εγερθούν και εξεταστούν στα πλαίσια αίτησης για εγγραφή. Παρά ταύτα όμως είναι προφανές πως το Δικαστήριο διατηρεί τη δυνατότητα να διασφαλίσει ότι η υπό εξέταση διαιτητική απόφαση είναι αποτέλεσμα μιας έγκυρης διαδικασίας ενώπιον αρμόδιου Διαιτητή. Αυτό προκύπτει από το ακόλουθο απόσπασμα στην υπόθεση Νικολάου v. Νέας ΣΠΕ Αγλαντζιάς (ανωτέρω): «Η εφεσίβλητη, κατ΄ εφαρμογή των προνοιών του πιο πάνω άρθρου αποτάθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης. Η διαδικασία, εξ αρχής μέχρι τέλους διατηρήθηκε στα πλαίσια του νόμου όπου το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά διαπίστωσε ότι η διαιτητική απόφαση μπορούσε να εγγραφεί στο επαρχιακό δικαστήριο εφόσον αυτή εκδόθηκε αρμοδίως από το διορισθέντα συμφώνως του νόμου διαιτητή και ότι αυτή γνωστοποιήθηκε στον εφεσείοντα». Ο έντιμος Δικαστής τότε του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Κραμβής όντως προχώρησε και ανέφερε πως ο πρωτόδικος δικαστής δεν είχε εξουσία να εξετάσει εξ ιδίας πρωτοβουλίας θέμα νομιμότητας διορισμού του διαιτητή, ακριβώς επειδή το θέμα δεν είχε εγερθεί στα πλαίσια της αίτησης. Η επιπλέον θέση του κ. Κραμβή πως «Το εν λόγω θέμα ως θέμα ουσίας, ενδεχομένως να μην μπορούσε καν να εξεταστεί πρωτοδίκως ακόμη και σε περίπτωση που αυτό θα εγειρόταν από το διάδικο ως εκφεύγον του δικαιοδοτικού πλαισίου της διαδικασίας» δεν αποτελεί τη βάση και την ουσία της απόφασης και είναι ορθή η παρατήρηση του δικηγόρου των Καθ΄ ων ότι αυτή αποτελεί μόνο obiter και όχι το δεσμευτικό κομμάτι της απόφασης. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω και με γνώμονα ότι το άρθρο 52
(2)(β) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Ν. 22/85, όπως ίσχυε κατά το 2012, χρόνο διεξαγωγής της διαδικασίας Διαιτησίας και έκδοσης της επίδικης Απόφασης, προνοούσε πως η διαιτησία διεξάγεται σύμφωνα με την εκάστοτε εν ισχύι νομοθεσία περί διαιτησίας, κρίνεται πως στα πλαίσια τέτοιας φύσης αιτήσεων το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον η διαδικασία της διαιτησίας είναι έγκυρη και η απόφαση εκδόθηκε από αρμόδιο πρόσωπο. Σε αντίθετη περίπτωση θα υπήρχε το ενδεχόμενο μια πασιφανώς άκυρη διαδικασία να επιβεβαιώνεται χωρίς άλλο και αυτομάτως από το Δικαστήριο και να δημιουργεί υποχρεώσεις σε ένα πρόσωπο, κάτι το οποίο παραβιάζει τη διασφάλιση της νομιμότητας των δικαστικών διαδικασιών και αποτελεί εκτροχιασμό από τα θέσμια της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα και στην υπόθεση Middlemiss & Gould (a firm) v. Hartepool Corporation
(1973)1 All E.R. 172, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Once an award has been made and the time limit for challenging it had expired the award became final and binding; it should therefore be entered as a judgement and enforced accordingly; leave to enforce an award should only be refused where there was a real ground for doubting the validity of an award; even if it were the case that the arbitrator had wrongly decided a point of law, that did not make the award invalid; the point should have been brought up by way of case stated; as it had not been the award was final and binding.» Στην υπόθεση Χρίστου Χριστοφόρου κ.ά.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 980, υιοθετήθηκε παρόμοια προσέγγιση. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Η διαδικασία ενώπιον του Διαιτητή και η διαδικασία εγγραφής της διαιτητικής απόφασης αποτελούν δύο άρρηκτα συνδεδεμένες και αλληλένδετες διαδικασίες. Οποιαδήποτε πλημμέλεια η οποία σημειώνεται στην πορεία της διαδικασίας, η οποία οδηγεί στην εγγραφή της απόφασης, επηρεάζει τη νομιμότητα τόσο της διαιτητικής απόφασης όσο και της απόφασης του δικαστηρίου για εγγραφή της.» Σχετικό επίσης είναι το άρθρο 52
(5)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, σύμφωνα με το οποίο αν οποιαδήποτε διαιτητική απόφαση δεν έχει εφεσιβληθεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας ή η έφεση έχει εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, τότε η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως εάν αυτή να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου. Συνεπώς, στα πλαίσια εξέτασης της Αίτησης, καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση του Δικαστηρίου με κάποιους από τους λόγους ένστασης οι οποίοι άπτονται της νομιμότητας της διαδικασίας της Διαιτησίας και εξετάζονται ξεχωριστά κατωτέρω. V. Νομιμότητα Διαδικασίας Παραπομπής σε Διαιτησία Αποτελεί βασικό ισχυρισμό των Καθ΄ ων πως απαραίτητη προϋπόθεση για την εγγραφή διαιτητικής απόφασης είναι η παρουσίαση συνυποσχετικού, ήτοι γραπτής συμφωνίας των μερών για υποβολή της διαφοράς σε διαιτησία. Προς υποστήριξη αυτού του ισχυρισμού γίνεται επίκληση των προνοιών του άρθρου 21 του Κεφ. 4. Το άρθρο 52
(2)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Ν. 22/85, όπως αυτό ίσχυε κατά το 2012, χρόνο διεξαγωγής της διαδικασίας Διαιτησίας και έκδοσης της Διαιτητικής Απόφασης, προνοούσε τα ακόλουθα: «
(2)Ο Έφορος δύναται, επί τη λήψει της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: .. (β) να παραπέμπη την διαφοράν προς επίλυση εις διαιτησίαν ήτις διεξάγεται συμφώνως προς τας διατάξεις της εκάστοτε ισχύουσης νομοθεσίας περί διαιτησίας.» Η αξίωση εγγεγραμμένης εταιρείας για οποιανδήποτε οφειλή ή απαίτηση οφειλόμενη σε αυτήν από μέλος της λογίζεται ως διαφορά αφορώσα τις εργασίες της εταιρείας, σύμφωνα με το άρθρο 25
(1)του Νόμου. Τέτοια είναι η παρούσα περίπτωση. Η επίδικη διαφορά αφορά αξίωση εγγεγραμμένης εταιρείας για οφειλή από μέλη της, ήτοι από τους Καθ΄ ων. Το άρθρο 52
(2), ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, παρείχε εξουσία στον Έφορο να παραπέμψει την επίδικη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία. Το εν λόγω άρθρο αναφέρει πως η διεξαγωγή της διαιτησίας γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας περί διαιτησίας. Είναι προφανές πως το άρθρο διαχωρίζει την παραπομπή σε διαιτησία από τη διεξαγωγή αυτής (της διαιτησίας). Η διεξαγωγή αυτής διέπεται από τη νομοθεσία περί διαιτησίας, ενώ για την παραπομπή το άρθρο δεν περιέχει οποιαδήποτε ειδικότερη πρόνοια πέραν της εξουσίας που το ίδιο χορηγεί. Και τούτο είναι λογικό εφόσον υπήρχαν οι περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμοί, και ειδικότερα ο Θεσμός 79 ο οποίος βρίσκεται κάτω από τον τίτλο «Παραπομπή Διαφοράς εις Διαιτησίαν» και ρυθμίζει συγκεκριμένα αυτό το ζήτημα. Από τη στιγμή που υπάρχει συγκεκριμένος Θεσμός που διέπει το θέμα, τότε είναι αυτός που εφαρμόζεται. Ο Θεσμός 79 δίδει εξουσία στον Έφορο να ορίζει ένα διαιτητή και την προθεσμία εντός της οποίας η διαιτητική απόφαση θα υποβάλλεται σε αυτόν, και ακόμη να παρατείνει τον χρόνο έκδοσης της απόφασης - Θεσμός 79
(1), καθώς επίσης να καθορίζει την αμοιβή του διαιτητή - Θεσμός 79
(2). Είναι προφανές πως αυτή η πρόνοια δεν περιέχει αναφορά σε συνυποσχετικό, όπως ορίζει το άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου. Όπως προκύπτει από όσα αναφέρονται ανωτέρω και από την υπόθεση Σ.Π.Ε. Αγίας Νάπας v. Κυριακίδη κ.ά. (ανωτέρω) το θέμα της παραπομπής σε διαιτησία ρυθμίζεται εξ ολοκλήρου από τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο και τους Θεσμούς. Η διεξαγωγή της διαιτησίας διέπεται από την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία περί διαιτησίας, ενώ το άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου ισχύει και εφαρμόζεται όσον αφορά το θέμα της εγγραφής της διαιτητικής απόφασης. Ως εκ τούτου η ύπαρξη συνυποσχετικού δεν αποτελεί προϋπόθεση για την παραπομπή της επίδικης διαφοράς σε διαιτησία. Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως το ίδιο επιχείρημα προβλήθηκε στα πλαίσια της υπόθεσης Νικολάου v. Νέας ΣΠΕ Αγλαντζιάς (ανωτέρω) και το Εφετείο δεν ασχολήθηκε καθόλου με αυτό και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης. VI. Διορισμός Διαιτητή Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω εξάγεται πως ο Θεσμός 79 διέπει τον τρόπο διορισμού του Διαιτητή δυνάμει του οποίου δεν είναι αναγκαία ούτε η ειδοποίηση των Καθ΄ ων αναφορικά με τον διορισμό του Διαιτητή ούτε και η εκ των προτέρων συμφωνία και συγκατάθεση τους γι΄ αυτό. Η όποια επίκληση του Κεφ. 4 επί αυτού του θέματος είναι άνευ ερείσματος. Έτσι ο λόγος ένστασης πως δεν υπήρξε έγκυρος διορισμός του Διαιτητή κρίνεται αβάσιμος. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι η νομιμότητα της διαδικασίας παραπομπής της διαφοράς σε Διαιτησία και του διορισμού του Διαιτητή δεν ηγέρθησαν κατά τη διαδικασία Διαιτησίας και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έφεσης εναντίον της Διαιτητικής Απόφασης. VII. Διαδικασία Διαιτησίας Η διαδικασία διεξαγωγής της Διαιτησίας φαίνεται από την ίδια τη Διαιτητική Απόφαση και κάποια Τεκμήρια στις ένορκες δηλώσεις του κ. Τσιοπανή , ενώ και οι δύο πλευρές θέτουν τους δικούς τους ισχυρισμούς αναφορικά με αυτό το ζήτημα. Είναι αναντίλεκτος ο ισχυρισμός του κ. Τσιοπανή πως η διαδικασία διεξήχθη στα γραφεία της ΣΠΕ Καϊμακλίου στις 8.2.
  1. Στην Απόφαση, Τεκμήριο 1, αναφέρεται πως ο κ. Νεοφύτου διορίστηκε ως Διαιτητής για την επίδικη διαφορά με βάση τον Θεσμό
  2. Αυτό καταδεικνύει ότι η διαδικασία παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία και ο διορισμός του Διαιτητή έγιναν καθόλα νόμιμα. Στην Απόφαση γίνεται αναφορά σε επίδοση ειδοποίησης προς τους Καθ΄ ων αναφορικά με την προγραμματισθείσα διεξαγωγή της διαιτησίας. Αυτό φαίνεται επίσης και στο κείμενο της Γνωστοποίησης της Διαιτητικής Απόφασης, Τεκμήρια 1 και 2 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ήτοι πως ο Διαιτητής απέστειλε στους Καθ΄ ων ειδοποίηση ημ. 3.1.12 με την οποία τους καλούσε να παρευρεθούν στην εν λόγω διαδικασία επίλυσης της διαφοράς. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως ο Καθ΄ ου 1 ήταν παρών στη διαδικασία της Διαιτησίας. Ο ίδιος, στην ένορκη του δήλωση στην ένσταση, μεταφέρει τη θέση της Καθ΄ ης 2 πως αυτή ουδέποτε ειδοποιήθηκε για τη διεξαγωγή της εν λόγω διαδικασίας. Αυτός ο ισχυρισμός όμως αντικρούεται επαρκώς από τον κ. Τσιοπανή στη συμπληρωματική ένορκη του δήλωση, στην οποία αναφέρει πως ο Καθ΄ ου 1 δήλωσε τότε ότι εκπροσωπούσε και την Καθ΄ ης 2, σύζυγο του, στα πλαίσια της διαδικασίας και μάλιστα πως ο Διαιτητής βεβαιώθηκε για την επίδοση της ειδοποίησης και στους δύο Καθ΄ ων. Συνάγεται λοιπόν πως οι Καθ΄ ων είχαν δεόντως ειδοποιηθεί για τη διεξαγωγή της διαδικασίας και εκπροσωπήθηκαν από τον παρόντα Καθ΄ ου
  3. Ο Καθ΄ ου 1 ισχυρίζεται πως δεν αντιλήφθηκε τη φύση της διαδικασίας και πως ο ίδιος θεωρούσε πως αυτή αφορούσε τρόπο διευθέτησης του επίδικου δανείου και ανέφερε στον κ. Νεοφύτου πως δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να το πράξει, εξ ου και ο Διαιτητής τον κάλεσε να υποβάλει σχέδιο με εισήγηση για τον τρόπο αποπληρωμής του δανείου. Είναι ευλόγως αντιληπτό από τα λεγόμενα του Καθ΄ ου 1 πως αυτός ουδέποτε αμφισβήτησε ενώπιον του Διαιτητή την ύπαρξη του δανείου και την οφειλή του δυνάμει αυτού. Αυτή η θέση επιβεβαιώνεται και από την καταγραφή στην ίδια την Απόφαση πως ο Καθ΄ ου 1 παραδέχεται το χρέος του, κάτι το οποίο αναφέρει και ο κ. Τσιοπανής στη συμπληρωματική ένορκη του δήλωση. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο αποδέχεται πως ο Καθ΄ ου 1 δήλωσε στον Διαιτητή ότι αποδέχεται το χρέος. Οι ισχυρισμοί του Καθ΄ ου 1 περί του τι διημείφθη στη διαδικασία Διαιτησίας και πάλι αντικρούονται επαρκώς από τον κ. Τσιοπανή. Ειδικότερα στη συμπληρωματική ένορκη του δήλωση επεξηγεί πως μετά την παραδοχή του Καθ΄ ου 1 για το χρέος, ο κ. Τσιοπανής παρουσίασε τα αποδεικτικά στοιχεία εκ μέρους των Αιτητών και ο Διαιτητής ακολούθως απήγγειλε την απόφαση του. Είναι άξιον απορίας πώς ενώ οι Καθ΄ ων αναγνώρισαν το χρέος τους, θέτουν ταυτόχρονα ζήτημα αναφορικά με τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία οι Αιτητές παρουσίασαν. Εν πάση περιπτώσει στην Απόφαση αναφέρεται πως ο Διαιτητής έλαβε υπόψιν την παραδοχή του Καθ΄ ου 1, τους όρους του Ενυπόθηκου Γραμματίου και τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία κατατέθηκαν στη διαιτησία από τον κ. Τσιοπανή για να καταλήξει στην Απόφαση του. Αυτή η καταγραφή κρίνεται επαρκής ως ένα από τα στοιχεία τα οποία πρέπει να αναφέρονται για να προσδώσει στην Απόφαση έγκυρο γνώρισμα Διαιτητικής Απόφασης. Το Δικαστήριο αποδέχεται επίσης τον ισχυρισμό του κ. Τσιοπανή πως ο Διαιτητής απήγγειλε την Απόφαση του στην παρουσία του Καθ΄ ου
  4. Σε αυτή περιέχεται η λέξη «αποφασίζω» και η καταδίκη των Καθ΄ ων στα έξοδα. Επομένως, ήταν ευλόγως αντιληπτή η φύση και το αποτέλεσμα της διαδικασίας προς τον Καθ΄ ου
  5. VIIΙ. Xαρακτηριστικά Έγκυρης Διαιτητικής Απόφασης - Τύπος Απόφασης Προβάλλεται ως λόγος ένστασης ότι η Απόφαση δεν είναι σε μορφή που μπορεί να εκτελεστεί καθότι δεν προσδιορίζει την οφειλή των Καθ΄ ων. Στην υπόθεση Πιττάκα v. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895 αναφέρθηκαν τα εξής: «Το λεκτικό του αρ. 21 είναι ακριβώς το ίδιο με εκείνο του αρ. 26
(1)της Αγγλικής Arbitration Act, 1950. Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 2, 713 «το Δικαστήριο θα χορηγήσει άδεια για την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης εκτός αν υπάρχει πραγματικός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης ή εκτός αν η διαιτητική απόφαση δεν είναι σε τύπο που μπορεί να εκτελεσθεί ως απόφαση».» Στο σύγγραμμα Russel on Arbitration, 16η έκδοση, σελ. 232, αναφέρονται τα ακόλουθα: «An award ought to be certain, so that no reasonable doubt can arise upon the face of it as to the arbitrator's meaning, or as to the nature and extent of the duties imposed by it on the parties. If the arbitrator directs one party to pay money, or to execute a release to the other, the award is sufficiently certain, though it mentions no time.» Επίσης στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 2, σελ. 43, παρ. 96, τονίζεται πως δεν υπάρχει συγκεκριμένος τύπος λέξεων ως προϋπόθεση για την εγκυρότητα μιας διαιτητικής απόφασης. Εκείνο το οποίο απαιτείται είναι να προκύπτει σαφές νόημα, καθότι μία ασαφής ή αβέβαιη απόφαση δεν θεωρείται καλή και δεν δύναται να εκτελεστεί. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι σχετικό: «No particular form of words is requisite for the validity of an award; it may be expressed in such language as the arbitrator or umpire thinks fit, provided that the meaning is clear. An ambiguous or uncertain award is bad and cannot be enforced.» Στην Απόφαση αναφέρεται πως «το πιο πάνω Ενυπόθηκο Γραμμάτιο και οι τόκοι πληρωθούν αλληλεγγύως από τους πρωτοφειλέτες.», και όντως πιο πάνω στο πρακτικό αναφέρεται ο αριθμός του Ενυπόθηκου Γραμματίου «για ποσό €814.872,43 κεφάλαιο και τόκο προς 9% από 08/02/2012, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των δεδουλευμένων τόκων δύο φορές τον χρόνο και συγκεκριμένα την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρις εξοφλήσεως». Το Δικαστήριο θεωρεί πως η Απόφαση προσδιορίζει σαφώς το ποσό της Απόφασης και τους τόκους, έτσι ώστε ο λόγος ένστασης περί του αντιθέτου να μην ευσταθεί και να απορρίπτεται. Δεν χωρεί αμφιβολία πως από τη στιγμή που η επίδικη διαφορά ήταν μεταξύ της Νέας ΣΠΕ Καϊμακλίου και των Καθ΄ ων, η Απόφαση εκδόθηκε υπέρ της ΣΠΕ και το ποσό της Απόφασης με τους τόκους και τα έξοδα είναι πληρωτέα σε αυτή. Το γεγονός ότι στο Τεκμήριο 2 οι Καθ΄ ων αναφέρονται ως «πρωτοφειλέτες» ενώ μόνο στο τέλος της Απόφασης αναγράφεται πως αυτή «γνωστοποιείται στους εναγόμενους» δεν προκαλεί οποιαδήποτε σύγχυση ή αμφιβολία ότι πρόκειται για τους Καθ΄ ων. Από όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω προκύπτει πως η Απόφαση περιέχει όλα τα αναγκαία χαρακτηριστικά μιας έγκυρης Διαιτητικής Απόφασης εφόσον αυτή εκδόθηκε σε κανονική διαδικασία διαιτησίας και σε αυτή περιέχονται τα ακόλουθα: · το όνομα του Διαιτητή, · τα μέρη τα οποία έχουν την επίδικη διαφορά, · το αντικείμενο αυτής, ήτοι το Ενυπόθηκο Γραμμάτιο και η Υποθήκη, · το ποσό της απαίτησης, · η δέουσα επίδοση της ειδοποίησης για τη διεξαγωγή της Διαιτησίας, · τα πρόσωπα που ήταν παρόντα εκ μέρους των δύο πλευρών, · οι θέσεις τους επί της διαφοράς, · τα στοιχεία τα οποία λήφθηκαν υπόψιν από τον Διαιτητή, · η Απόφαση που περιλαμβάνει το ποσό και τα έξοδα, · η γνωστοποίηση αυτής στους Καθ΄ ων και ο τρόπος της γνωστοποίησης, και · η ημερομηνία και ο τόπος διεξαγωγής της διαδικασίας. IX. Καταλληλότητα Διαιτητή Οι Καθ΄ ων αποδίδουν στον Διαιτητή έλλειψη ανεξαρτησίας και αμεροληψίας η οποία τον καθιστά ακατάλληλο για διορισμό ως Διαιτητή. Συγκεκριμένα, ο Καθ΄ ου 1 ισχυρίζεται πως ο Διαιτητής κ. Κυριάκος Νεοφύτου «ήταν ή και υπήρξε στο παρελθόν υπάλληλος ή και εργοδοτούμενος στην υπηρεσία του Συνεργατισμού ή και του Εφόρου Συνεργατικών Εταιρειών ή και είχε ή και διατηρούσε και διατηρεί τέτοια σχέση με τους Αιτητές ή και με τον Έφορο Συνεργατισμού που είναι ασυμβίβαστη με τον διορισμό του εν λόγω προσώπου ως διαιτητού». Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο επισημαίνει πως αυτό το ζήτημα έπρεπε να είχε εγερθεί στα πλαίσια της διαδικασίας της Διαιτησίας και ή να αποτελέσει αντικείμενο έφεσης η οποία βεβαίως δεν υπεβλήθη. Ανεξαρτήτως όμως της πιο πάνω επισήμανσης, το Δικαστήριο επιθυμεί να αναφέρει τα ακόλουθα. Είναι γεγονός πως ο κ. Τσιοπανής στη συμπληρωματική ένορκη του δήλωση δεν αντικρούει με ειδική αναφορά τον συγκεκριμένο ισχυρισμό. Αυτό από μόνο του δεν είναι ικανό να καταδείξει τη βασιμότητα αυτού του ισχυρισμού. Όπως τονίστηκε στις υποθέσεις Κούλλουρου (ανωτέρω) και Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Dynacon Ltd κ.ά.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 717, ο Διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστική εξουσία. Επομένως, τέτοιοι ισχυρισμοί θα πρέπει να τίθενται με ακρίβεια και σαφήνεια για να παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να διαπιστώσει κατά πόσο αυτοί ευσταθούν. Στην προκειμένη περίπτωση αντιθέτως οι ισχυρισμοί τίθενται αφενός διαζευκτικά (πράγμα ανεπίτρεπτο σε ένορκη δήλωση - βλ. El Fath Co v. E.D.T. Shipping κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1255) και αφετέρου εντελώς αόριστα. Ως τέτοιοι δεν είναι ικανοί να καταδείξουν ότι ο Διαιτητής είτε υποκειμενικά είτε αντικειμενικά στερείτο τα εχέγγυα της ανεξαρτησίας και αμεροληψίας που χαρακτηρίζει και αναμένεται από πρόσωπο κατά την άσκηση των καθηκόντων του ως Διαιτητή. Περαιτέρω, μέσα από τη διεξαχθείσα διαδικασία δεν έχει προκύψει οτιδήποτε το οποίο τείνει να καταδείξει πως ο Διαιτητής επέδειξε μεροληψία προς την πλευρά των Αιτητών. Υπενθυμίζεται πως οι Καθ΄ ων έλαβαν μέρος σε αυτή και μάλιστα αποδέχθηκαν το χρέος. Ως εκ τούτου και αυτός ο λόγος ένστασης περί καταλληλόλητας του Διαιτητή κρίνεται αβάσιμος. X. Υπέρβαση Εξουσίας Ο λόγος ένστασης ότι ο Διαιτητής ενήργησε καθ΄ υπέρβαση των εξουσιών του εστιάζεται στον ισχυρισμό των Καθ΄ ων πως ο Διαιτητής διέταξε την εκποίηση της Υποθήκης, κάτι για το οποίο δεν έχει εξουσία. Το λεκτικό της Απόφασης επί του συγκεκριμένου ζητήματος έχει ως ακολούθως: «. αποφασίζω ως εξής: (α)Όπως το πιο πάνω Ενυπόθηκο Γραμμάτιο και οι τόκοι πληρωθούν αλληλεγγύως από τους πρωτοφειλέτες και την υποθήκη με αρ. Υ14447/2007.» Το Δικαστήριο υιοθετεί τη θέση των Αιτητών, όπως αυτή προβάλλεται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, πως ο Διαιτητής με την Απόφαση του δεν διέταξε εκποίηση της υποθήκης. Άλλωστε ο Διαιτητής όντως δεν έχει τέτοια εξουσία. Η διαδικασία για εκποίηση υποθήκης δύναται να γίνει είτε απευθείας μέσω Κτηματολογίου είτε με δικαστικό διάταγμα, όπως ορθώς αναφέρει και ο Καθ΄ ου 1 στην ένορκη του δήλωση. Όπως προκύπτει από το λεκτικό της Απόφασης, εκείνο το οποίο ο Διαιτητής έπραξε ήταν η διακρίβωση του χρέους και η έκδοση απόφασης για το συγκεκριμένο ποσό εναντίον των Καθ΄ ων αναφέροντας επίσης ότι αυτό θα μπορούσε να εισπραχθεί μέσω της υποθήκης. Αυτή η αναφορά ουδόλως ισοδυναμεί με διαταγή και ή απόφαση για εκποίηση της υποθήκης και ούτε επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο τη νομιμότητα και εγκυρότητα της Απόφασης. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα και στην επιστολή γνωστοποίησης της Απόφασης προς τους Καθ΄ ων 2, Τεκμήρια 1 και 2 στη συμπληρωματική ένορκη, στην οποία δηλώνεται σαφώς πως η εκδοθείσα Απόφαση είναι ως εξής: «(α) Ως Πρωτοφειλέτης: Γραμμάτιο αρ.327229468-5 €814.872,43 @9% από 8.2.2012 με έξοδα €500» χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στην υποθήκη. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο καταλήγει πως ο Διαιτητής ενήργησε εντός των εξουσιών του και πως ο συναφής λόγος ένστασης δεν γίνεται δεκτός. XI. Γνωστοποίηση της Διαιτητικής Απόφασης Το άρθρο 52
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου παρέχει το δικαίωμα υποβολής έφεσης εναντίον διαιτητικής απόφασης εντός 21 ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της στον επηρεαζόμενο. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Χρίστου Χριστοφόρου κ.ά. (ανωτέρω), παράλειψη γνωστοποίησης της διαιτητικής απόφασης συνιστά παράβαση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Χριστοφή (ανωτέρω) υιοθετήθηκε η υπόθεση Δημοσθένους
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1699 όπου κρίθηκε πως η προφορική γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης ικανοποιεί πλήρως τη σχετική απαίτηση του Νόμου. Αυτή η ερμηνεία καταδεικνύει ότι εκείνο το οποίο απαιτεί ο Νόμος είναι η λήψη γνώσης για την απόφαση από τον επηρεαζόμενο, χρονικό σημείο από το οποίο αρχίζει να μετρά η προθεσμία έφεσης. Επομένως, δεν είναι απαραίτητη η προσωπική επίδοση ή προσωπική γνωστοποίηση της Απόφασης εγγράφως νοουμένου ότι επιτυγχάνεται η κατ΄ άλλον τρόπο γνωστοποίηση αυτής στον επηρεαζόμενο. Ο Καθ΄ ου 1 παραδέχεται την υπογραφή του επί του εγγράφου γνωστοποίησης της Απόφασης τόσο για τον ίδιο όσο και για την Καθ΄ ης 2, Τεκμήριο
  1. Σε αυτό γίνεται ρητή αναφορά περί γνωστοποίησης της Απόφασης του Διαιτητή ημ. 8.2.
  2. Η θέση του Καθ΄ ου 1 ότι η Απόφαση ουδέποτε επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε στην Καθ΄ ης 2 αντικρούεται τόσο από τα πιο πάνω δεδομένα αλλά και από τον κ. Τσιοπανή, ο οποίος στη συμπληρωματική ένορκη του δήλωση ανέφερε πως ο Διαιτητής, στην παρουσία του, επιβεβαίωσε με ερωτήσεις προς τον Καθ΄ ου 1 ότι η Καθ΄ ης 2 είναι η σύζυγος του και ότι διαμένουν μαζί και γι΄ αυτό προχώρησε στη γνωστοποίηση της Απόφασης με την παράδοση προσωπικών επιστολών στον Καθ΄ ου 1 και για τη σύζυγο του. Οι εν λόγω επιστολές απευθυνόμενες ονομαστικά προς τους Καθ΄ ων 1 και 2 αποτελούν τα Τεκμήρια 1 και 2 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση αντίστοιχα. Αυτά τα έγγραφα εξηγούσαν σαφώς την όλη διαδικασία, από την αποστολή της ειδοποίησης για τη διεξαγωγή της διαιτησίας, την έκδοση της Απόφασης μέχρι και το δικαίωμα καταχώρισης έφεσης. Με βάση όσα αναφέρονται πιο πάνω, το Δικαστήριο αποδέχεται πως η φύση της διαδικασίας και το αποτέλεσμα αυτής με την έκδοση απόφασης υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ΄ ων πλέον έξοδα ήταν πλήρως αντιληπτά στον Καθ΄ ου 1 ο οποίος παρέλαβε τη γνωστοποίηση της Απόφασης τόσο για τον ίδιο προσωπικά όσο και εκ μέρους και για λογαριασμό της συζύγου του. Άλλωστε η σχέση μεταξύ των Καθ΄ ων και το γεγονός ότι διαμένουν μαζί δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά τους. Επομένως, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η Διαιτητική Απόφαση γνωστοποιήθηκε δεόντως στους Καθ΄ ων και πως αυτοί δεν υπέβαλαν έφεση εναντίον αυτής εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. XII. Τροποποίηση Διαιτητικής Απόφασης Είναι ξεκάθαρο πως όλα τα σχετικά έγγραφα (για τα οποία γίνεται παραπομπή ανωτέρω) και τα οποία αφορούν το υπό κρίση δάνειο για το οποίο εκδόθηκε η Διαιτητική Απόφαση αναφέρονται στον ίδιο αριθμό, ήτοι 327229468-
  3. Έτσι αυτός είναι και ο αριθμός ο οποίος αναφέρθηκε στη διαδικασία Διαιτησίας και περιγράφεται και στην Απόφαση. Επομένως δεν τίθεται θέμα αμφιβολίας και ή παραπλάνησης των Καθ΄ ων αναφορικά με τον αριθμό του δανείου το οποίο ήταν το αντικείμενο της διαδικασίας Διαιτησίας. Άλλωστε επισημαίνεται και πάλι πως οι Καθ΄ ων δεν έθεσαν τέτοιο ζήτημα κατά τη διαδικασία Διαιτησίας αλλά αντιθέτως αποδέχθηκαν το επίδικο χρέος. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο αδυνατεί να αντιληφθεί τον λόγο ένστασης ότι με την Αίτηση επιχειρείται η τροποποίηση της Απόφασης. Ο Καθ΄ ου 1 προβάλλει τον ισχυρισμό περί προσπάθειας τροποποίησης του αριθμού λογαριασμού μέσω της υπό κρίση Αίτησης χωρίς όμως αυτό να προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα. Έτσι αυτός ο λόγος ένστασης δεν γίνεται δεκτός και απορρίπτεται. XIII. Επίδοση Αίτησης Στον φάκελο του Δικαστηρίου βρίσκονται κατατεθειμένες οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης της Αίτησης. Σε αυτές αναφέρεται πως η Αίτηση επιδόθηκε στις 8.10.14 στον Καθ΄ ου 1 προσωπικά και στον ίδιο για την Καθ΄ ης 2, σύζυγο του με την οποία συζεί. Ο Καθ΄ ου 1 ουδόλως αμφισβητεί την επίδοση προς τον ίδιο προσωπικά. Ισχυρίζεται όμως πως η Αίτηση δεν επιδόθηκε ορθά και ή νομότυπα στην Καθ΄ ης
  4. Έχει ήδη αναφερθεί πως η διαδικασία για εγγραφή διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης διέπεται από το άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου. Τόσο στον περί Διαιτησίας Νόμο όσο και στους Κανονισμούς δεν περιέχεται πρόνοια αναφορικά με τον τύπο τέτοιας αίτησης ή τον τρόπο επίδοσης αυτής. Έτσι το ζήτημα αυτό διέπεται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Δυνάμει αυτών, και ειδικότερα με βάση τη Δ.5 θ.2, η επίδοση στον Καθ΄ ου 1, σύζυγο ο οποίος διαμένει μαζί με την Καθ΄ ης 2, αποτελεί καλή και νομότυπη επίδοση προς την Καθ΄ ης
  5. XIV. Παραβίαση Συνταγματικών Δικαιωμάτων Καθ΄ ων Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει πως οι Καθ΄ ων ειδοποιήθηκαν δεόντως για τη διεξαγωγή της διαδικασίας Διαιτησίας, έλαβαν μέρος σε αυτή η οποία διεξήχθη νομότυπα και κανονικά, έλαβαν γνώση της Απόφασης και του δικαιώματος υποβολής έφεσης το οποίο δεν άσκησαν, έλαβαν γνώση της παρούσας Αίτησης και καταχώρισαν ένσταση σε αυτή με αποτέλεσμα τη δυνατότητα τους να ακουστούν και στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων το Δικαστήριο θεωρεί πως δεν υπήρξε οποιαδήποτε παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων των Καθ΄ ων όσον αφορά τη δίκαιη δίκη, το δικαίωμα σε περιουσία και την προσφυγή στη δικαιοσύνη, καθώς επίσης και πως δεν υπήρξε παραβίαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. ΧV. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει πως ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα με το οποίο δίδεται άδεια για την καταχώριση και εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης ημ. 8.2.12 στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για σκοπούς εκτέλεσης, ως η παρ. Α της Αίτησης. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ΄ ων 1 και 2 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, συν ΦΠΑ. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.