Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ (πρώην Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ) ν. Τηλέμαχου Ιωάννη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3192/99, 5/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3192/99 Μεταξύ: Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ (πρώην Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ) Ενάγοντες και
- Τηλέμαχου Ιωάννη
- Παναγιώτας Τηλέμαχου
- Απόστολου Θεοφάνους
- Νεόφυτου Σιακαλλή
- Καλλισθένης Τηλεμάχου Εναγομένων ------------------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 27.11.14 υπό εναγόμενου 4 - αιτητή για έκδοση διατάγματος με το οποίο να ακυρώνονται όλες οι εγγραφές (memo) της δικαστικής απόφασης ημερ. 6.5.1999 επί της ακίνητης περιουσίας του Ημερομηνία: 5 Φεβρουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα A. Xατζημιχαήλ για Α. Κ. Καράς Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ΄ ων η αίτηση: κα Β. Νεοφύτου για Α. Πασχαλίδης Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση μετά την έκδοση απόφασης στην αγωγή) Προτού αναφερθώ στην υπό κρίση αίτηση θεωρώ χρήσιμο να προβώ σε μια σύντομη αναδρομή στο ιστορικό της με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό υπόθεσης, όπως αυτό προκύπτει από τον δικαστικό φάκελο, για να είναι πιο κατανοητή η παρούσα απόφαση. Στις 6.5.99 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον όλων των εναγομένων, οι οποίοι δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο αν και τους είχε επιδοθεί δεόντως η αγωγή, μεταξύ των οποίων και του εναγομένου
- Μετά την έκδοση της απόφασης, κατά το έτος 2012, οι ενάγοντες ενέγραψαν memo επί της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου 4 στα κτηματολογικά γραφεία επαρχίας Λευκωσίας και Λάρνακας και συγκεκριμένα το ΕΒ2331/2012 της επαρχίας Λάρνακας και το ΕΒ3473/12 της επαρχίας Λευκωσίας. Οι ενάγοντες, επίσης λόγω παρέλευσης χρόνου από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, αποτάθηκαν στο Δικαστήριο σε διάφορες ημερομηνίες και εξασφάλισαν άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 6.5.
- Στις 27.11.14 ο εναγόμενος 4 αιτητής καταχώρισε αίτηση δια κλήσεως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να ακυρώνονται και/ή να παραμερίζονται και/ή να περιορίζονται όλες οι εγγραφές memo της δικαστικής απόφασης ημερ. 6.5.99 επί της ακίνητης περιουσίας του. Την αίτηση συνοδεύει η ένορκη δήλωση του αιτητή καθώς και αριθμός τεκμηρίων. Στην εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση από πλευράς εναγόντων στις 17.2.15 η οποία συνοδεύεται από ένορκο δήλωση υπαλλήλου των και αριθμό τεκμηρίων. Η αίτηση ήταν ορισμένη στις 18.3.15 για ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις. Εκείνη την ημερομηνία υποβλήθηκε αίτημα αναβολής από τον συνήγορο του αιτητή και ζητήθηκε προφορικά, άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με την οποία «..να διακριβώνεται η αξία της περιουσίας η οποία έχει επιβαρυνθεί δεδομένου ότι οι εκτιμήσεις είναι εκ διαμέτρου αντίθετες.» Το αίτημα αυτό προσέκρουσε στην ένσταση των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση οι οποίοι επίσης προφορικά είχαν τη θέση ότι «.το αίτημα υποβάλλεται καθυστερημένα και καταχρηστικά, δεν παρουσιάζονται επαρκείς λόγοι για να δοθεί άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αυτό που ζητά ο αιτητής ήταν κάτι το οποίο μπορούσε να προβλέψει εξ αρχής». Δικαστήριο με άλλη σύνθεση στις 26.3.15 εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση στο προφορικό αίτημα για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ημερ. 18.3.15 αποφασίζοντας ότι ο εναγόμενος 4 - αιτητής δεν στοιχειοθέτησε το αίτημα του, το Δικαστήριο δεν μπορεί να κρίνει αν αυτό που θα εισαχθεί με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι διευκρινιστικοί ισχυρισμοί ή απλώς επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών και συνεπώς ότι ο αιτητής δεν προέβαλε κανένα καλό λόγο που να δικαιολογεί την παραχώρηση άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και απέρριψε το αίτημα. Όρισε δε την αίτηση ημερ. 27.11.14 για ακρόαση στις 8.4.
- Την ίδια μέρα που η αίτηση είχε οριστεί για ακρόαση, δηλαδή 8.4.15, ο εναγόμενος 4 καταχώρισε αίτηση με την οποία ζητούσε, γραπτώς αυτή τη φορά, την άδεια του δικαστηρίου για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την αίτηση ημερ.27.11.14 για ακύρωση και/ή παραμερισμό και/ή περιορισμό όλων των εγγραφών memo της δικαστικής απόφασης ημερ. 6.5.99 επί της ακίνητης περιουσίας του. Στις 30.6.15 καταχωρήθηκε ένσταση στην αίτηση από τους ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση και η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση, η οποία περιορίστηκε στην καταχώριση γραπτών αγορεύσεων από τους συνηγόρους των δύο πλευρών. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 6.11.15 απέρριψε την αίτηση ημερ. 8.4.15 και προχώρησε και όρισε για ακρόαση την υπό κρίση αίτηση. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται επί των Άρθρων 23 και 30.3 του Συντάγματος, επί των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών Δ.40 και Δ.48 Κ.1-9, επί του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφάλαιο 6, άρθρα 14 και 71, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος και το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ως και επί της συμφυούς δικαιοδοσίας και εξουσιών του Δικαστηρίου, επί των αρχών του δικαίου της επιείκειας και επί των αρχών της φυσικής Δικαιοσύνης. Την αίτηση συνοδεύει η ένορκη δήλωση του εναγομένου 4 - αιτητή στην οποία αναφέρει το ιστορικό της υπόθεσης που οδήγησε στην έκδοση απόφασης ημερ. 6.5.99 εις βάρος του, με βάση την οποία οι ενάγοντες κατέθεσαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας επιβάρυνση επί της περιουσίας του (memo) και ειδικά το ΕΒ3473/12 και αντίστοιχα στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας το ΕΒ2331/
- Είναι η θέση του ότι οι εν λόγω εγγραφές επιβάρυνσης έγιναν από τους ενάγοντες κατά παράβαση του νόμου και της νομολογίας γι΄ αυτό και θα πρέπει να ακυρωθούν. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες για πολλά χρόνια επέδειξαν αδράνεια και δεν επιδίωξαν τη λήψη μέτρων εκτέλεσης για το εξ αποφάσεως χρέος, έχουν παρέλθει 15 χρόνια από την έκδοση απόφασης και το χρέος παράνομα τοκίζεται και αυξάνεται παραβιάζοντας την αρχή της δίκαιης δίκης, το ποσό που εκκρεμεί σήμερα προς εξόφληση περιλαμβάνει παράνομες χρεώσεις και ανατοκισμούς, δεν υπάρχει άδεια για εκτέλεση της απόφασης, ούτε άδεια για συνέχιση της διαδικασίας. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι το ύψος της αξίας της ακίνητης περιουσίας του που έχουν επιβαρύνει οι ενάγοντες είναι περίπου €860.000 που υπερβαίνει κατά πολύ το εξ αποφάσεως υπόλοιπο το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν είναι το πραγματικά οφειλόμενο λόγω τόκων και ανατοκισμών. Το χρέος σήμερα ανέρχεται περίπου στις €58.000, ποσό πολύ μικρότερο από την αξία της ακίνητης περιουσίας του. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο Β την έρευνα του στα αρχεία του Κτηματολογίου, τεκμήρια Β1 και Β2 εκθέσεις εκτιμήσεων από τους εκτιμητές Σταύρος Παπαδόπουλος και Συνεργάτες Λτδ και Α.Ν. Μαυρέας Λτδ, όπως και κάποια έντυπα που ονομάζει κατάσταση λογαριασμού σύμφωνα με τα οποία το υπόλοιπο του χρέους στις 17.12.08 φαίνεται να ήταν €48.288,19 και επί των οποίων υπάρχει μια χειρόγραφη σημείωση που αναγράφει «σήμερα €56.000 περίπου». Ο αιτητής αν και καταλαβαίνει ότι το εξ αποφάσεως χρέος δεν έχει εξοφληθεί και η εγγραφή του memo συνιστά διασφάλιση των συμφερόντων των εναγόντων για είσπραξη του, αναφέρει όμως ότι επειδή ξέρει ότι η διαδικασία για εκποίηση του memo είναι χρονοβόρα, αφενός αυξάνεται και τοκίζεται το χρέος και αφετέρου ο ίδιος αποστερείται και/ή του περιορίζεται το δικαίωμα να αξιοποιήσει την περιουσία του κατά παράβαση των Συνταγματικών του δικαιωμάτων. Ζητά την έκδοση διαταγμάτων που να ακυρώνουν εντελώς τις επιβαρύνσεις ή (κάτι που δεν είναι ξεκάθαρο από το αιτητικό της αίτησης και αναφέρομαι συγκεκριμένα στην παράγραφο Γ), τον περιορισμό των επιβαρύνσεων σε μέρος του συνόλου της περιουσίας του για να μπορέσει να αξιοποιήσει την υπόλοιπη περιουσία του, ενδεχόμενα και για την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους του, κάτι το οποίο αφενός διασφαλίζει τα δικά του Συνταγματικά δικαιώματα και αφετέρου δεν προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες. Οι ενάγοντες-καθ΄ων η αίτηση στην ένσταση τους η οποία στηρίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, Μέρος ΙΙΙ, άρθρα 10, 14 και 15, Μέρος V, άρθρα 22-71, Μέρος XI, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.40, Δ.48 θ.1-9, Δ.39 και Δ.64, στα άρθρα 23, 30 και 30.3 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), στο περιεχόμενο του φακέλου του σεβαστού Δικαστηρίου, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου, στην αγγλική νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του σεβαστού Δικαστηρίου και στις αρχές της επιείκειας, προβάλλουν ως λόγους ένστασης ότι η υπό κρίση αίτηση είναι νομικά και πραγματικά ανυπόστατη, η καταχώριση της προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης του δικαστηρίου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, τα αιτούμενα διατάγματα θα προκαλέσουν ζημιά στους ενάγοντες, ο εναγόμενος 4 - αιτητής δεν προσήλθε με καθαρά χέρια ούτε και προβαίνει σε πλήρη και αληθινή αποκάλυψη των πραγματικών γεγονότων που αφορούν την υπόθεση, η αίτηση γίνεται με σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης ή κωλυσιεργίας της όλης διαδικασίας. Αναφέρουν επίσης ότι η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη γιατί οι πρόνοιες του Συντάγματος επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση αφορούν θέματα απαλλοτριώσεων και επιτάξεων που δεν έχουν σχέση με την παρούσα αίτηση και ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες εφάρμοσαν την ορθή διαδικασία για την εγγραφή των επιβαρύνσεων και δεν είναι δίκαιο όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκη δήλωση της Κάτιας Λύτρα υπαλλήλου των Εναγόντων στην οποία επαναλαμβάνει όλους τους λόγους ένστασης και αναφέρει ότι ο αιτητής καθυστέρησε υπερβολικά στην υποβολή της παρούσας αίτησης καθότι το πιστοποιητικό έρευνας του Κτηματολογίου το οποίο ο ίδιος επισυνάπτει ως τεκμήριο με βάση το οποίο και έχει πλήρη γνώση για την ύπαρξη των memo φέρει ημερ.14.3.13 ενώ η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε 1,5 χρόνο μετά και συγκεκριμένα 27.11.
- Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο αιτητής παραπλανητικά αναφέρει ότι η αξία της ακίνητης περιουσίας του είναι €860.000 και αποφεύγει να αναφέρει ότι η ακίνητη περιουσία του που βρίσκεται στις ελεύθερες περιοχές και συγκεκριμένα στην Επαρχία Λάρνακος επιβαρύνεται με προγενέστερη υποθήκη την Υ/1406/2007 προς όφελος τρίτων για ποσό που υπερβαίνει τις €170.000 και ως εκ τούτου δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια. Η κα Λύτρα προβαίνει επίσης σε πλήρη απαρίθμηση των μέτρων εκτέλεσης που οι ενάγοντες έλαβαν προς εκτέλεση της δικαστικής απόφασης, σχετική είναι η παράγραφος 9 της ένορκης δήλωσής της, καταθέτει αντίγραφα της σημερινής κατάστασης λογαριασμού σύμφωνα με την οποία το υπόλοιπο είναι €51.830,53 πλέον τόκους, έχει τη θέση ότι έχουν τηρηθεί όλες οι νόμιμες διαδικασίες για την εγγραφή των επιβαρύνσεων στην περιουσία του αιτητή και αναφέρει ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή για την αξία της περιουσίας του είναι αναληθής. Επισυνάπτει ως τεκμήρια εκθέσεις εκτίμησης που έγιναν από τα γραφεία C. Zakheos Properties Valuations L.L.C. και Xenios Stephanou & Associates (Property Constultants & Valuers Ltd) σύμφωνα με τις οποίες η αγοραία αξία της ακίνητης περιουσίας του αιτητή που έχει επιβαρυνθεί με το memo EB2331/2012 ανέρχεται στις €50.000 ενώ η καταναγκαστική στις €35.000 ενώ δεν υπάρχει αξία της ακίνητης περιουσίας που επιβαρύνεται με το memo ΕΒ3473/12 καθότι η εν λόγω περιουσία βρίσκεται στα κατεχόμενα. Είναι η θέση της ότι οι αιτητές έχουν προβεί σε όλα τα νόμιμα μέτρα για να εξασφαλίσουν την εκτέλεση της απόφασης στην παρούσα υπόθεση και ότι η έκδοση των διαταγμάτων που ζητά ο αιτητής θα έρθει σε αντίθεση με το δικαίωμα των εναγόντων για εκτέλεση της απόφασης που έχουν πετύχει. Θεωρεί την αίτηση καταχρηστική και ότι καταχωρήθηκε με υπερβολική καθυστέρηση. Στο σημείο αυτό επαναλμβάνω ότι η ενδιάμεση αίτηση του αιτητή που οδήγησε στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 6.11.15 αφορούσε αίτημα του να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκο δήλωση που να αντικρούει τους ισχυρισμούς των εναγόντων για την αξία της περιουσίας του με νέες εκθέσεις εκτίμησης και ο λόγος που αυτή απορρίφθηκε ήταν ότι ο αιτητής δεν απέδειξε καλό λόγο για να του δοθεί η άδεια αφού δεν ήταν ξεκάθαρο αν με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα επαναλάμβανε αρχικούς ισχυρισμούς ή θα προέβαλλε νέους, ενόψει του ότι δεν είχε ακόμη αποταθεί σε εκτιμητές ούτε και είχε στην κατοχή του νέες εκθέσεις εκτίμησης, είχε σκοπό να αποταθεί εάν και εφόσον του διδόταν άδεια. Κανένας από τους ενόρκους δηλούντες δεν αντεξετάστηκε, η αίτηση προχώρησε σε ακρόαση με την καταχώριση γραπτών αγορεύσεων από τους δικηγόρους των διαδίκων προωθώντας η κάθε πλευρά την δική της θέση. Είναι η θέση του συνηγόρου του αιτητή ότι τα μέτρα εκτέλεσης που έλαβαν οι ενάγοντες είναι αναποτελεσματικά γιατί 16 χρόνια μετά την έκδοση απόφασης το χρέος εξακολουθεί να υφίσταται και να τοκίζεται. Υπάρχει memo επί της περιουσίας των εναγομένων 2 και 5 από το 2001 και οι ενάγοντες δεν προχώρησαν στην καταχώρηση αίτησης για πώληση της. Με βάση το άρθρο 71 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, δίδεται το δικαίωμα σε ένα αιτητή να ζητήσει τα μέτρα που ζητά στην παρούσα αίτηση ο αιτητής, αναφέρεται σε πρωτόδικες αποφάσεις στις οποίες εκδόθηκαν διατάγματα που ακύρωσαν εγγραφές memo επειδή αυτές προσέκρουσαν στην Συνταγματική επιταγή για απόλαυση της περιουσίας και δίκαιης δίκης, αναφέρει ότι η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης και πάλι εναπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου το οποίο έχει καθήκον να εμποδίζει την κατάχρηση διαδικασίας, αναφέρεται στους ανατοκισμούς που κατά τους ισχυρισμούς του προβαίνουν οι ενάγοντες οι οποίοι είναι παράνομοι και αυθαίρετοι, δέχεται ότι το τεμάχιο που βαρύνεται με το ΕΒ2331/2012 είναι ήδη υποθηκευμένο για €170.860 προς όφελος της Περιφερειακής ΣΠΕ Λευκωσίας και αυτό φαίνεται στο πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας που επισύναψε ο αιτητής ως Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση του και άρα δεν το απέκρυψε και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο των εκθέσεων εκτίμησης του σύμφωνα με τις οποίες η συνολική αξία των δύο τεμαχίων ακίνητης ιδιοκτησίας του είναι πέραν των €860.
- Διερωτάται γιατί οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι είναι μηδαμινή η αξία της περιουσίας του στα κατεχόμενα αλλά έχουν οι ίδιοι εγγράψει memo επί αυτού, κάτι που είναι εντελώς οξύμωρο. Θέση του είναι ότι το εξ αποφάσεως χρέος είναι υπερβολικά μικρότερο από την αξία της περιουσίας του αιτητή και παραπέμπει στην απόφαση ημερ. 27.9.11 που εκδόθηκε από τον Μ.Α. Ματθαίου, Α.Ε.Δ., στα πλαίσια της αγωγής 4092/99 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, Marfin Popular Bank Public Co Ltd v. A. Pakis Pumps Ltd κ.α. για το ίδιο θέμα ως η υπό κρίση αίτηση, αντίγραφο της οποίας και έχει παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Θέση του είναι ότι θα πρέπει η εγγραφή να ακυρωθεί ή τουλάχιστον να περιοριστεί σε μέρος μόνο της περιουσίας του αιτητή για να μπορεί να την αξιοποιήσει. Η θέση της συνηγόρου των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση είναι εντελώς αντίθετη, αναφέρεται στο νομοθετικά κατοχυρωμένο δικαίωμα εγγραφής δικαστικής απόφασης επί ακίνητης περιουσίας εξ αποφάσεως οφειλετών και στηρίζει την εισήγηση της σε νομολογία και στα άρθρα 14
(1)και 53-62 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
- Αναφέρει επίσης ότι δεν υπάρχει καθορισμένο ύψος για την αξία ακίνητης περιουσίας που δεσμεύεται ως ικανοποιητική εγγύηση για την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους και παραθέτει τις πρωτόδικες αποφάσεις Alpha Bank ν. A. Pakis Pumps Ltd κ.α., αρ. αγωγής 3701/11 Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου ημερ. 21.2.11, Παναγιώτα Μουτσουρή ν. G.Y.X. Enastron Estate Ltd, αρ. αγωγής 723/09, Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου ημερ.10.10.12 και Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Αλέκας Παναγιώτη Παπακοκκίνου κ.α., αρ. αγωγής 5937/04, Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ημερ. 22.3.
- Περαιτέρω, αναφέρει ότι σύμφωνα με τις εκθέσεις εκτίμησης των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση η αγοραία αξία της ακίνητης περιουσίας του αιτητή είναι €50.000 ενώ η καταναγκαστική είναι €35.000, ενώ η άλλη του περιουσία δεν έχει αξία, το υπόλοιπο του χρέους σήμερα υπερβαίνει τις €50.000 ως οι καταστάσεις λογαριασμού που επισυνάπτονται στην ένσταση και περαιτέρω η ύπαρξη προγενέστερης υποθήκης για ποσό €170.000 προς όφελος τρίτων καταδεικνύει ότι δεν υπάρχει περιουσία του αιτητή που να έχει επιβαρυνθεί με memo από τους ενάγοντες η οποία είναι πολύ μεγαλύτερης αξίας και δη της αξίας που ισχυρίζεται ο αιτητής για να μπορέσει το Δικαστήριο να δεχθεί τη θέση του ότι είναι δυσανάλογο το ποσό της απόφασης που δεν έχει ακόμα εξοφληθεί σε σχέση με την αξία της περιουσίας του. Αντίθετα, η περιουσία του αιτητή που έχει επιβαρυνθεί με memo φαίνεται ότι δεν καλύπτει το εξ αποφάσεως χρέος. Τέλος, δίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην καθυστέρηση που παρατηρήθηκε από πλευράς του αιτητή να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση. Αρχίζοντας από τον ισχυρισμό της καθυστέρησης αναφέρω τα ακόλουθα. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε όπως έχει ήδη αναφερθεί στις 27.11.
- Οι ενέργειες των εναγόντων να καταθέσουν memo επί της ακίνητης περιουσίας του αιτητή έγιναν για το ΕΒ3473/2012 την 1.11.12 και για το ΕΒ2331/2012 στις 31.10.12 αντίστοιχα. Αυτές οι ημερομηνίες είναι αδιαμφισβήτητες. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία φέρει ημερομηνία 14.3.13 και όντως στο πιστοποιητικό αυτό φαίνεται ξεκάθαρα η ημερομηνία καταχώρησης των memo. O αιτητής δηλαδή ενώ γνώριζε τις ενέργειες των εναγόντων να εγγράψουν memo στην περιουσία του τουλάχιστον από τις 14.3.13 καταχώρησε την αίτηση 1,5 έτος μετά χωρίς να δίδει καμιά δικαιολογία για αυτή την καθυστέρηση. Σημειώνω ότι από τις εκθέσεις εκτίμησης που επισυνάπτει ως Τεκμήρια στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση φαίνεται ότι αυτή του Σταύρου Δ. Παπαδόπουλου έγινε στις 3.4.13, ενώ του Α.Ν. Μαυρέα στις 14.10.
- Γιατί υπήρξε αυτή η καθυστέρηση στο να αποταθεί στον Μαυρέα ο αιτητής; Καμία απολύτως δικαιολογία δεν δίνεται από τον αιτητή για αυτή την μεγάλη αργοπορία του η οποία επηρεάζει, σύμφωνα με τα δικά του λεγόμενα, το Συνταγματικό του δικαίωμα απόλαυσης της περιουσίας του. Ο τρόπος ενέργειας του αιτητή δεικνύει κατά την άποψη μου υπερβολική καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος αυτού λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη ότι ο ίδιος καταλογίζει στους ενάγοντες - καθ΄ ων η αίτηση υπερβολική καθυστέρηση σε όλες τις ενέργειες τους από την έκδοση απόφασης μέχρι και σήμερα. Αναφέρω ότι η νομολογία απαιτεί εξήγηση των λόγων καθυστέρησης εκεί όπου αυτή παρατηρείται και επίσης ότι όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα αυξάνεται και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Nίκου Κ. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223, Στέλιος Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 AΑΔ 33 και Mine & Quarry Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 ΑΑΔ
- Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό ότι ο αιτητής δεν προσήλθε με καθαρά χέρια αφού δεν ανέφερε ότι περιουσία που επιβαρύνεται με memo και βρίσκεται στην Επαρχία Λάρνακας είναι ήδη υποθηκευμένη με προγενέστερη υποθήκη την Υ/1406/2007 προς όφελος τρίτων για ποσό πέραν των €170.000, αναφέρω ότι όντως στην αίτηση και δη την ένορκο δήλωση του αιτητή η οποία είναι αρκετά εκτεταμένη, 5 σελίδες και 16 παραγράφους, ο αιτητής δεν κάνει καμία απολύτως αναφορά στην ύπαρξη υποθήκης. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο Β ως έχει ήδη αναφερθεί το πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας ημερ. 14.3.13 στο οποίο αναφέρεται η ύπαρξη της υποθήκης, όπως και η ημερομηνία και ο αριθμός της και τα πρόσωπα των δανειστών που δεν είναι μόνο η περιφερειακή ΣΠΕ Λευκωσίας όπως αναφέρει ο συνήγορος του αιτητή στην αγόρευσή του αλλά είναι και η ΣΠΕ Δαλίου. Θεωρώ ότι δεν έχει γίνει από τον αιτητή η αποκάλυψη γεγονότων ουσιωδών για την υπόθεση όπως η νομολογία επιτάσσει και θεωρώ ότι και αυτός ο λόγος ένστασης ευσταθεί. Ο αιτητής ισχυρίζεται ότι η συνολική αξία των δύο τεμαχίων γης που του ανήκουν και βαρύνονται με memo είναι πέραν των €860.
- Η έκθεση εκτίμησης του Σταύρου Παπαδόπουλου για το κτήμα που βρίσκεται στην τοποθεσία Λάντες στη Λευκωσία - Καϊμακλί και το οποίο βαρύνεται με το ΕΒ3473/12 το οποίο βρίσκεται στα κατεχόμενα είναι για €610.000 αγοραία αξία ενώ άλλες €250.000 είναι σύμφωνα με την έκθεση του Μαυρέα η αγοραία αξία του κτήματος που βρίσκεται στο χωριό Μαρώνι της Επαρχίας Λάρνακας. Σημειώνω ότι επί της έκθεσης εκτίμησης του Μαυρέα, υπάρχει σημείωση ότι «ΣΗΜ. Η έκθεση αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς δανειοδότησης μόνο». Επομένως τίθεται ένα ερωτηματικό ως προς την αξία της περιουσίας αυτής στην παρούσα περίπτωση που δεν αφορά δανειοδότηση. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι οι εκθέσεις εκτίμησης που έχουν επισυναφθεί ως τεκμήρια στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα δεν έχουν αποδειχθεί με απευθείας μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου με το δεδομένο ότι πρόκειται για μαρτυρία εμπειρογνωμόνων. Οι εκθέσεις αυτές και ειδικά αυτή που αφορά το ακίνητο στην κατεχόμενη Λευκωσία είναι εκ διαμέτρου αντίθετες και ενώ υπάρχει αιτιολόγηση για το λόγο που δίδεται μηδενική αξία από πλευράς του εκτιμητή των εναγόντων, ο εκτιμητής του αιτητή παραπέμπει σε στοιχεία του κτηματολογίου χωρίς όμως να παραθέτει κάτι που να οδηγεί το Δικαστήριο να αποδεχθεί την εκτίμηση του με ασφάλεια. Η γενική αναφορά της μεθόδου εκτιμήσεως χωρίς όμως να αναφέρει πώς υπολόγισε την αξία του κτήματος κατά τον Ιούνιο του 1974 και ακολούθως να την πολλαπλασιάσει με το 35 για τη γη και το 12 για τα κτίρια δεν στηρίζεται κάπου. Δεν υπάρχει επίσης αναφορά σε καταναγκαστική αξία. Σημειώνω ότι στην εν λόγω έκθεση εκτίμησης επισυνάπτεται αντίγραφο του τίτλου του αιτητή στον οποίο το Κτηματολόγιο σημειώνει «Αγοραία αξία σε τιμές 1980: .. εκτιμημένη αξία €16.04» άρα οι εκθέσεις των εκτιμητών της πλευράς των εναγόντων-καθ΄ων η αίτηση είναι πιο τεκμηριωμένες και αναφέρουν πιο πολλές λεπτομέρεις ως προς τον τρόπο που χρησιμοποιήθηκε για να βρεθεί η αξία, τα συγκριτικά και σε ότι αφορά την ακίνητη περιουσία στα κατεχόμενα παρέχεται πλήρης αιτιολογία γιατί η αξία της θεωρείται μηδενική. Θεωρώ ότι οι εκτιμήσεις των εναγόντων-καθ΄ων η αίτηση έχουν θέσει υπό αμφισβήτηση τους ισχυρισμούς του αιτητή για την αξία της περιουσίας του. Το ορθό ποσό της απόφασης που παραμένει ανεκτέλεστη μέχρι σήμερα είναι αυτό που έχει αναφερθεί και αποδεικτεί από τους ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση δηλαδή €51.830,53, πλέον τόκους 9% επί ποσού €26.273,42 από 14.2.15 μέχρι εξόφλησης, πλέον €1.146,44 έξοδα, πλέον τόκους 8% επί ποσού €500,19 από 14.2.15 μέχρι εξόφλησης πλέον ΦΠΑ, πλέον €13,67 έξοδα επίδοσης. Οι προσπάθειες εκτέλεσης απόφασης και τα μέτρα εκτέλεσης που έλαβαν οι ενάγοντες είναι αδιαμφισβήτητα. Με βάση τις εκθέσεις εκτίμησης της πλευράς των εναγόντων που είναι και τα πρόσωπα που ενέγραψαν τα memo για να εξασφαλίσουν το λαβείν τους, το σύνολο της αξίας της ακίνητης ιδιοκτησίας του εναγομένου 4 - αιτητή είναι €50.000 αγοραία αξία το ποσοστό των 14/26 μερίδια που κατέχει ο αιτητής και €35.000 η καταναγκαστική αξία ενώ το ακίνητο στο Καϊμακλί που είναι στα κατεχόμενα δεν έχει αξία όχι μόνο επειδή βρίσκεται στα κατεχόμενα αλλά επειδή «αποτελεί μέρος των εγκαταστάσεων του σταθμού επεξεργασίας λυμάτων ευρύτερης Λευκωσίας και συγκεκριμένα στο χώρο που διοχετεύονται τα νερά του αποχετευτικού και προστίθεται ότι δεν υπάρχουν πολεοδομικές ζώνες για την άμεση περιοχή». Επομένως, οι ενάγοντες οι οποίοι προέβηκαν στα μέτρα εγγραφής memo σε καμία περίπτωση με τα δικά τους δεδομένα, δηλαδή τις εκθέσεις εκτίμησης που σύμφωνα με δικές τους οδηγίες εκπονήθηκαν από ανεξάρτητα εκτιμητικά γραφεία και οι οποίες δεν δεικνύουν την τεράστια αυτή αγοραστική αξία που αποδίδεται από τους εκτιμητές τους οποίους έχει προσλάβει για το σκοπό αυτό ο αιτητής, δεν φαίνεται να έχουν δεσμεύσει δυσανάλογης αξίας ακίνητη ιδιοκτησία σε σχέση με το ποσό απόφασης. Έτσι, είναι η θέση μου ότι ο ισχυρισμός του για αυτή την τεράστια διαφορά αξίας για να τίθετο θέμα περιορισμού τυχόν του memo σε μέρος της περιουσίας του, δεν φαίνεται ότι έχει αποδεικτεί να εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση. Όμως, έστω και αν οι θέσεις του αιτητή για την αξία της περιουσία του με βάση τις δικές του εκτιμήσεις, σε σχέση με το υπόλοιπο του χρέους ευσταθούν και πάλιν η θέση μου είναι ότι δεν θα δικαιολογείτο η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ειδικότερα, η νομολογία αλλά και η νομοθεσία που διέπουν το ζήτημα εγγραφής δικαστικής απόφασης επί ακίνητης περιουσίας δεν αναφέρουν ούτε και καθορίζουν ύψος για την αξία της ακίνητης περιουσίας που μπορεί να δεσμευτεί ως ικανοποιητική εγγύηση για την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Στην υπόθεση Alpha Bank Ltd ν. Α. Pakis Pumps Ltd (ανωτέρω) απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου μεν αλλά με την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστή συμφωνώ απόλυτα έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: «Ο σκοπός του άρθρου 53 του Κεφ.6 είναι η παροχή δικαιώματος σε επιτυχόντα διάδικο μετά την έκδοση απόφασης να καταστήσει την περιουσία ενός αποτυχόντα διαδίκου ως εγγύηση για την πληρωμή του οφειλόμενου σ' αυτόν χρέους, στοιχείο το οποίο προκύπτει ευθέως από τη γραμματική ερμηνεία, περαιτέρω όμως με βάση επίσης το λεκτικό του νόμου το οποίο ομιλεί περί εγγραφής επί οποιασδήποτε περιουσίας, είναι εύλογο να ειπωθεί ότι στην απουσία αντίθετης ρύθμισης ή πρόνοιας ο νομοθέτης δεν θέλησε να καθορίσει ύψος για την αξία της περιουσίας που δεσμεύεται ως ικανοποιητική εγγύηση για σκοπούς του άρθρου
- Συνακόλουθα των πιο πάνω η οποιαδήποτε αξία της ακίνητης δεσμευμένης περιουσίας της Εναγομένης 2 - αιτήτριας συγκρινόμενη με το χρέος της έχει ουδέτερη σημασία για την παρούσα απόφαση. Σε συνέχεια με τα προαναφερθέντα κρίνεται πως ο νομοθέτης, για ευνόητους λόγους δεν έχει καθορίσει οποιοδήποτε μέτρο στην αξία της περιουσίας ως εγγύηση, αφού η αξία της ακίνητης περιουσίας είναι κάτι το μεταβλητό και ανά πάσα στιγμή είναι δυνατό, εάν αυτή μειωθεί να μην αποτελεί πλέον εγγύηση ως προνοεί το άρθρο 53, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη η περίπτωση όπου δεν γίνονται οποιεσδήποτε πληρωμές έναντι του χρέους συνεπώς την ίδια στιγμή που η αξία της ακίνητης περιουσίας μειώνεται, το χρέος θα αυξάνεται λόγω των τόκων. Ένα τέτοιο όμως αποτέλεσμα και εξέλιξη δεν θέλησε ο νομοθέτης να συμβεί προφανώς για να μην υπάρξουν περιπτώσεις όπου θα μένουν εκτεθειμένοι κάποιοι εξ΄ αποφάσεως πιστωτές παρά το ότι έχουν εγγράψει τη δικαστική απόφαση επί της ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη. Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω κρίνεται πως απουσιάζει το οποιοδήποτε μέτρο ή βάση, για να κριθεί από το δικαστήριο ότι η ενέργεια των καθ΄ ων η αίτηση να εγγράψουν την απόφαση που εξασφάλισαν συνιστά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος τους ως ισχυρίζεται η αιτήτρια. Συνακόλουθα η εισήγηση που υποστηρίζει την εκδοχή της αιτήτριας περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του άρθρου 53 και η οποία κάνει λόγο για δέσμευση μόνο των απολύτως αναγκαίων κτημάτων ή εύλογων από τις περιστάσεις, δεν δύναται να γίνει αποδεκτή αφού τέτοια όρια ή πλαίσια δεν τέθηκαν ούτε σε επίπεδο επιχειρημάτων από την αιτήτρια αλλά ούτε και από το Νομοθέτη. Απομένει να εξεταστεί η επίκληση από την αιτήτρια του άρθρου 71 του Κεφ. 6 το οποίο όντως δίνει δικαίωμα σε ενδιαφερόμενο μέρος να ζητήσει την ακύρωση οποιασδήποτε εγγραφής δικαστικής απόφασης. Το καίριο ερώτημα που προκύπτει ως εύλογο είναι πότε και σε ποίες περιπτώσεις, δικαιολογείται η ακύρωση εγγραφής δικαστικής απόφασης. Είναι ορθό να ειπωθεί πως παρόλο που δεν γίνεται ρητή αναφορά στο άρθρο 71 περί των λόγων ακύρωσης, η ακύρωση εγγραφής θα πρέπει να στηρίζεται σε κάποιο καλό λόγο ή ικανοποιητικό για το Δικαστήριο λόγο. Ως τέτοιοι λόγοι ενδεικτικά μπορούν να αποτελέσουν η λανθασμένη εγγραφή, είτε σε επίπεδο ακινήτου είτε ιδιοκτήτη-προσώπου, είτε και απόφασης, ή ακόμη όταν δεν τηρηθεί κάποια από τις προϋποθέσεις εγγραφής. Επίσης ως ένας άλλος λόγος θα πρέπει να αποτελέσει και η αδυναμία πληρωμής των χρημάτων είτε επειδή αρνείται ο εξ αποφάσεως πιστωτής την πληρωμή, είτε επειδή η πληρωμή είναι αδύνατη όταν π.χ. βρίσκεται σε ανικανότητα να χειριστεί το θέμα ο εξ αποφάσεως πιστωτής ή έχει αποβιώσει ή όταν καταβληθεί το χρέος και δεν ακυρώνεται η εγγραφή και τούτο επειδή ο σκοπός της εγγραφής είναι μόνο η εγγύηση για την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους και όχι για οποιοδήποτε άλλο σκοπό. Οι περιπτώσεις αυτές που ενδεικτικά έχουν αναφερθεί από το Δικαστήριο κρίνεται ότι θα αποτελούσαν πραγματικό έρεισμα και βάση για εξέταση αιτήματος ακύρωσης εγγραφής. Ωστόσο όπως διαφαίνεται η αιτήτρια δεν υποστηρίζει την αίτηση της σε τέτοιο λόγο. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνεται ότι η αιτήτρια έχει αποτύχει να αποδείξει ότι δικαιούται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, συνεπώς η αίτηση της απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της και προς όφελος των καθ' ων η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.» Επίσης, στην υπόθεση Παναγιώτα Μουτσουρή (ανωτέρω) έχουν επιβεβαιωθεί οι πιο πάνω αρχές και συγκεκριμένα έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: «Στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν προσφέρθηκε απευθείας μαρτυρία από τους εκτιμητές ακινήτων, τις εκθέσεις των οποίων επικαλείται η πλευρά της αιτήτριας. Τέθηκαν ωστόσο υπόψη του Δικαστηρίου, αντίγραφα της εκτίμησης τους για την αξία των ακινήτων που αφορά η υπό συζήτηση περίπτωση. Είναι καλά γνωστές οι αρχές στη βάση των οποίων προσεγγίζεται ειδική μαρτυρία και η υποχρέωση που οι ειδικοί μάρτυρες έχουν να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα αναγκαία στοιχεία και επιστημονικά κριτήρια για το αντικείμενο το οποίο αφορά η μαρτυρία τους, κατά τρόπο που θα επιτρέπει στο Δικαστήριο, λαμβάνοντας τα υπόψη, να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Χωρίς να παραβλέπω το γεγονός ότι σε όλες τις περιπτώσεις καταγράφεται στα αντίγραφα των σχετικών εκτιμήσεων ότι: «η παρούσα έκθεση εκτίμησης είναι αποκλειστικά για εσωτερική χρήση της και δεν μπορεί να δημοσιευτεί σε τρίτο πρόσωπο χωρίς την προηγούμενη γραπτή μου συγκατάθεση», όπως και το γεγονός ότι πρόκειται για αντίγραφα, δεν θα απασχολήσει περαιτέρω το Δικαστήριο το ζήτημα ούτε η σημασία του πιο πάνω όρου - επιφύλαξης, αφού δεν τέθηκε οποιοδήποτε ζήτημα αποδεκτότητας τους ως υλικό δυνάμενο να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο από την πλευρά της καθ' ης η αίτηση. Είμαι ωστόσο υποχρεωμένος να εντοπίσω το γεγονός ότι ενώ σε όλες τις περιπτώσεις οι εκτιμητές στις ως άνω εκθέσεις τους επικαλούνται, κατά τρόπο επιγραμματικό, ως μέθοδο εκτίμησης τη συγκριτική μέθοδο, κανένα συγκριτικό στοιχείο δεν τίθεται στις εκθέσεις τους, κατά τρόπο που θα επέτρεπε στον τρίτο παρατηρητή, που καλείται να προσδώσει βαρύτητα στις αναφορές τους και να αποδεχτεί κατ' επέκταση τις θέσεις τους, να ελέγξει τουλάχιστον την ορθότητα των τελικών συμπερασμάτων τους. Παράλληλα, σημειώνεται ότι η όποια κατάληξη τους αναφορικά με την αξία των ακινήτων αφορά την αγοραία αξία τους, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε μνεία για την αξία αυτών των ακινήτων σε περίπτωση καταναγκαστικής πώλησης τους, που προφανώς αυτή θα είναι η περίπτωση κατά το στάδιο που δρομολογηθούν οι διαδικασίες εκποίησης οποιουδήποτε ακινήτου που βαρύνεται με memo, για να χρησιμοποιηθεί τούτο προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Οι ως άνω επισημάνσεις του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό πάντα με την ήδη σημειωθείσα ευθεία αμφισβήτηση της ορθότητας της κατάληξης των εκθέσεων εκτίμησης των ακινήτων, για την αξία ενός εκάστου από αυτά, δεν επιτρέπουν κατά την αντίληψη μου την υιοθέτηση και από το Δικαστήριο της θέσης που προβάλλεται από την πλευρά της αιτήτριας εταιρείας για το ζήτημα, η οποία προφανώς είναι το αποτέλεσμα της υιοθέτησης των συμπερασμάτων των ως άνω εκτιμήσεων ακινήτων. ........................... Είναι γεγονός ότι με βάση το ευρύτερο δόγμα που απορρέει από το δίκαιο της επιείκειας, ένας διάδικος οφείλει όταν προσέρχεται προς το Δικαστήριο να προσέρχεται με «καθαρά χέρια». Το πιο πάνω αποτελεί κανόνα μεγάλης σπουδαιότητας που θα πρέπει να διατηρηθεί. Αιτητής που προσέρχεται στο Δικαστήριο επιζητώντας θεραπεία οφείλει να προβαίνει σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων παραθέτοντας πλήρως και δίκαια αυτά. Η υποχρέωση άλλωστε της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο εκείνα τα γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή αλλά επεκτείνεται και στα γεγονότα τα οποία ο αιτητής θα μπορούσε να αποκαλύψει με εύλογη έρευνα. (βλ. Χριστοφόρου ν. Γρηγορίου
(1995)1 ΑΑΔ 248, Χαραλάμπους ν. Petros MichaelExclusif Ltd
(2004)1 AAΔ 1953 και Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd, Πολ. Εφ. αρ. 211/10, ημερ. 14.7.2011). Η ως άνω αρχή ωστόσο, έχει κατά κύριο λόγο εφαρμογή σε μονομερείς αιτήσεις που επιδιώκουν την έκδοση προσωρινού μέτρου κατά του αντιδίκου. Τούτο, γιατί το Δικαστήριο πρέπει να βρίσκεται σε θέση να αξιολογεί όλα τα στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν τη λήψη μιας απόφασης. Στην υπό συζήτηση υπόθεση, δεν μπορεί παρά να σημειωθεί το γεγονός ότι δεν τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου από την πλευρά της αιτήτριας εταιρείας οι όποιες επιβαρύνσεις έχουν τα ακίνητα της που η τελευταία επιζητεί μέσω της παρούσας να απαλλάξει από την επιβάρυνση (memo) που τέθηκε σε αυτά προς εξασφάλιση της απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 723/09 Ε.Δ. Αμμοχώστου. Τούτο ασφαλώς αποτελεί σοβαρότατη παράλειψη της πλευράς της αιτήτριας εταιρείας η οποία στην περίπτωση που επιχειρούσε την εξασφάλιση του αιτούμενου διατάγματος μονομερώς (ex-parte) θα ήταν αρκετή από μόνη της να οδηγήσει σε απόρριψη του αιτήματος. Ωστόσο, στην υπό συζήτηση περίπτωση η προώθηση του αιτήματος γίνεται με αίτημα δια κλήσεως, κατά τρόπο που η πλευρά της καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας είχε την ευκαιρία, όπως και έπραξε, να θέσει υπόψη του Δικαστηρίου τη σημαντική αυτή παράμετρο για το υπό εξέταση ζήτημα. Πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας της αιτήτριας η οποία έχει επιβαρυνθεί με την εγγραφή memo προς εξασφάλιση του εξ αποφάσεως χρέους της καθ΄ ης η αίτηση, το περιεχόμενο του οποίου δεν έχει αμφισβητηθεί, καταδεικνύει ότι το σύνολο σχεδόν της εν λόγω περιουσίας της καθ΄ ης η αίτηση είναι ήδη επιβαρυμένο με προγενέστερες υποθήκες, memo, πωλητήρια έγγραφα κλπ προς εξασφάλιση άλλων απαιτήσεων σε βάρος της αιτήτριας εταιρείας συνολικού ύψους πέριξ του ενός εκατομμυρίου. Είναι γεγονός ότι η δυνατότητα που παρέχει ο νομοθέτης στον εξ αποφάσεως δανειστή να επιβαρύνει περιουσία εξ αποφάσεως οφειλέτη, λειτουργώντας αυτή ως εγγύηση για την πληρωμή του οφειλόμενου σε αυτόν χρέους, δεν φαίνεται απευθείας από τον νομοθέτη να συνδέεται με την αξία αυτής της περιουσίας που δεσμεύεται για τους σκοπούς του άρθρου 53 του Κεφ.
- Συνακόλουθα θα μπορούσε κάποιος να προβάλει τη θέση ότι η αξία της ακίνητης περιουσίας που δεσμεύεται έχει στο τέλος της ημέρας ουδέτερη σημασία με το ύψος του εξ αποφάσεως χρέους που ουσιαστικά αυτή εγγυάται. Δεν διαλανθάνει άλλωστε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η αξία της ακίνητης περιουσίας αποτελεί πάντα μεταβλητό παράγοντα κατά τρόπο που δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με στενούς μαθηματικούς όρους. Ανάλογα με τη συμπεριφορά του εξ αποφάσεως οφειλέτη, το χρέος, σε περίπτωση ως η υπό συζήτηση που είναι τοκοφόρο δυνατό να αυξάνεται, γεγονός που σε συνδυασμό με πιθανή μείωση της αξίας της ακίνητης περιουσίας να καθιστά την αυστηρή μαθηματική προσέγγιση και τους όποιους μαθηματικούς υπολογισμούς ακροσφαλή προσέγγιση. Το ζήτημα ωστόσο κατά την αντίληψη μου παραμένει ανοικτό, κατά τρόπο που το Δικαστήριο στη βάση όλων των περιστατικών που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση περίπτωση, όταν διαπιστώνει ότι το εκ του νόμου αναγνωρισμένο δικαίωμα για εγγραφή ως επιβάρυνση (memo) μιας δικαστικής απόφασης επί ακινήτου ασκείται πραγματικά κατά τρόπο καταχρηστικό, μπορεί και πρέπει με ανάλογη δικαστική παρέμβαση να περιορίζεται. Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση αν η μελέτη και η κατανόηση των πιστοποιητικών έρευνας ακίνητης περιουσίας της αιτήτριας εταιρείας που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου είναι ορθή, (δυστυχώς το Δικαστήριο δεν έτυχε οποιασδήποτε ουσιαστικής βοήθειας ή περαιτέρω επεξήγησης του περιεχομένου τους παρά μόνο αυτά τέθηκαν υπόψη του από τις δύο πλευρές), προκύπτει ότι από το σύνολο των ακινήτων της αιτήτριας εταιρείας που έχουν επιβαρυνθεί με memo από την πλευρά της καθ΄ ης η αίτηση, δύο από αυτά δεν φαίνεται να βαρύνονται με άλλες προγενέστερες επιβαρύνσεις. Πρόκειται για τα τεμάχια με αριθμό 599 και
- Έχοντας ήδη σημειώσει τους λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο δεν μπορεί να υιοθετήσει τις τοποθετήσεις της πλευράς της αιτήτριας εταιρείας για την αγοραία έστω αξία των εν λόγω ακινήτων όπως αυτές προβάλλονται από την πλευρά της αιτήτριας, η όποια προβαλλόμενη ως τέτοια αξία των συγκεκριμένων δύο ακινήτων δεν μπορεί να συσχετιστεί με το οφειλόμενο σήμερα ποσό δυνάμει της απόφασης που εξεδόθη στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και απολήγει να είναι άνευ σημασίας. Πέραν των πιο πάνω είναι χρήσιμο αισθάνομαι να σημειωθεί και τούτο. Και αν ακόμα κάποιος υιοθετούσε, για σκοπούς συζήτησης και μόνο, τη θέση της πλευράς των αιτητών όσον αφορά την αξία των δύο ακινήτων, με δεδομένο ότι έκτοτε δεν έχει μεσολαβήσει οποιαδήποτε πληρωμή έναντι του εξ αποφάσεως χρέους, το οποίο σήμερα ανέρχεται ως έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου στις €230.000, ενώ εξακολουθεί να είναι τοκοφόρο κατά τον τρόπο που προβλέπεται στην απόφαση, σε συνδυασμό με τον εξ ορισμού μεταβαλλόμενο παράγοντα της αξίας των ακινήτων, χωρίς να παραβλέπει κάποιος ότι η εγγραφή εκ μέρους της καθ΄ ης η αίτηση επιβάρυνσης (memo) επί των υπόλοιπων ακινήτων της αιτήτριας εταιρείας έπεται άλλων επιβαρύνσεων που προηγούνται και υπερκαλύπτουν την αξία τους, σε καμία περίπτωση η άσκηση του δικαιώματος της καθ΄ ης η αίτηση για εγγραφή της απόφασης ως επιβάρυνσης επί των ακινήτων της αιτήτριας εταιρείας που περιγράφονται στην αίτηση δεν μπορεί να προσλάβει τον χαρακτήρα καταχρηστικής άσκησης αυτού του δικαιώματος.» Την θέση αυτή υιοθέτησε και άλλο πρωτόδικο Δικαστήριο στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Παπακόκκινου (ανωτέρω) όπου έχουν αναφερθεί τα εξής: «Οι Ενάγοντες κατέθεσαν επιβαρύνσεις, εξασκώντας δικαίωμα που τους παρείχετο από το άρθρο 53 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Κατά το χρόνο εγγραφής των επιβαρύνσεων, οι Ενάγοντες ήταν εξ αποφάσεως πιστωτές, γεγονός αδιαμφισβήτητο. Το γεγονός ότι η απόφαση παραμερίστηκε από το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο χρόνο, κατόπιν σχετικής αίτησης των Εναγομένων, δεν καθιστά ανίσχυρα τα δικαιώματα που είχαν οι Ενάγοντες, προτού ακυρωθεί η απόφαση. Παρόλο που είναι προφανές ότι οι Ενάγοντες δέσμευσαν ακίνητα των Εναγομένων πολύ μεγαλύτερης αξίας - εκατομμυρίων, όπως διαπιστώθηκε - δεν ενήργησαν κατά παράβαση του δικαιώματος που τους παρεχόταν από το Νόμο. Όπως υποδείχθηκε, διατηρούσαν αυτό το δικαίωμα, ως εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτές, με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 53 και 54 του Κεφ.
- Η θέση των Εναγομένων ότι ο εξ αποφάσεως πιστωτής έχει υποχρέωση να μην δεσμεύσει περιουσία δυσανάλογη από το εξ αποφάσεως χρέος, δεν βρίσκει έρεισμα στις αναφερθείσες νομοθετικές πρόνοιες.» Περαιτέρω, η νομολογία και η απόφαση Παναγιώτα Μουτσουρή (ανωτέρω) έχει υπογραμμίσει ότι το Συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ακίνητης ιδιοκτησίας που κατακυρώνεται με το άρθρο 23 του Συντάγματος δεν είναι απόλυτο δικαίωμα αλλά μπορεί να υποβληθεί σε δεσμεύσεις ή περιορισμούς που είναι αναγκαίοι μεταξύ άλλων και για την προστασία των δικαιωμάτων τρίτων. Επομένως, το δικαίωμα ενός εξ αποφάσεως πιστωτή να εγγράψει memo επί περιουσίας χρεώστη που είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο από μόνο του δεν επηρεάζει το Συνταγματικό δικαίωμα που κατοχυρώνει το άρθρο 23 του Συντάγματος. Εν κατακλείδι, είναι η θέση μου ότι η υπό κρίση αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία για σωρεία λόγων και ειδικά της καθυστέρησης που έχει παρατηρηθεί από πλευράς του αιτητή στην καταχώρηση της που δεν δικαιολογείται, της μη πλήρους αποκάλυψης γεγονότων όπως αυτά αναφέρονται πιο πάνω για την ύπαρξη προγενέστερης υποθήκης, αλλά και για τον ουσιαστικότερο λόγο ότι όλες οι ενέργειες των αιτητών στην παρούσα υπόθεση καλύπτονται πλήρως από τη νομοθεσία. Επίσης με βάση τη νομολογία την οποία έχω παραθέσει πιο πάνω οι ενέργειες αυτές δεν παρεμβαίνουν στο Συνταγματικό δικαίωμα του αιτητή για απόλαυση της περιουσίας του από μόνες τους αλλά ούτε και επεμβαίνουν στο Συνταγματικό δικαίωμα απόλαυσης της περιουσίας του αιτητή κατά τρόπο ανεπίτρεπτο με βάση τα πραγματικά περιστατικά και δεδομένα της παρούσας υπόθεσης. Έχω ήδη αναφέρει τους προβληματισμούς μου για την αξία της περιουσίας που αποδίδεται από τους εκτιμητές του αιτητή, τους λόγους που δεν πείθει και επομένως δεν θεωρώ ότι έχει αποδειχθεί ο ισχυρισμός για δέσμευση περιουσίας δυσανάλογης αξίας σε σχέση με το προβληματικά οφειλόμενο ποσό. Περαιτέρω, δεν συμμερίζομαι τη θέση ότι οι ενάγοντες υπήρξαν αδρανείς στη προσπάθεια τους να εκτελέσουν τη δικαστική απόφαση που έλαβαν το 1999, αποτάθηκαν δεόντως και τους δόθηκε από το Δικαστήριο άδεια ανανέωσης της απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης και δεν υπέδειξαν καμία συμπεριφορά που να δεικνύει κατάχρηση προς το πρόσωπο του αιτητή. Θεωρώ ενόψει των ανωτέρω ότι παρέλκει η εξέταση του θέματος του παράνομου ανατοκισμού της απόφασης σύμφωνα με τη θέση του αιτητή. Σημειώνω επίσης ακόμα ένα σημείο καθοριστικό πέραν μίας επιφανειακής αναφοράς από τον αιτητή ότι το memo περιορίζει τα Συνταγματικά του δικαιώματα απόλαυσης και αξιοποίησης της περιουσίας του που μπορεί να είναι και η ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης στην παρούσα υπόθεση σε κανένα σημείο δεν προβαίνει ο αιτητής σε οποιαδήποτε θετική θέση πέραν μιας επιδερμικής αναφοράς ότι αν ακυρωθεί το memo θα αξιοποιήσω την περιουσία μου πιθανόν και για εξόφληση του χρέους, ότι προτίθεται να πληρώσει οτιδήποτε έναντι της απόφασης ή να βοηθήσει στην εκτέλεση της καθοιονδήποτε τρόπο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα λόγο απόκλισης από το συνήθη κανόνα που είναι ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα και έτσι επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση και εναντίον του εναγόμενου 4 - αιτητή, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ]. ............. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο