Στέλιος Χριστοφόρου ν. Κυριάκου Κουταλιανού κ.α., Αγωγή Αρ. 313/09, 16/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A99 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε. Δ. Αγωγή Αρ. 313/09 ΜΕΤΑΞΥ: Στέλιος Χριστοφόρου Ενάγοντος και
- Κυριάκου Κουταλιανού
- Χαράλαμπου Κουταλιανού Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 16 Φεβρουαρίου, 2016 Για τον ενάγοντα - αιτητή: κος Μιχάλης Ι. Μούρος Για τους καθ' ων η αίτηση - εναγόμενους: κα Αντωνία Λουκαρή για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση τροποποίησης ημερ. 10.11.2015) Εισαγωγή Η αγωγή αρ. 313/09 καταχωρήθηκε στις 20.1.2009 επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και στις 30.3.2009 καταχωρήθηκε η έκθεση απαίτησης. Ο ενάγοντας ζητά το ποσό των Λ.Κ.30.000 (€51.258) ως οφειλόμενο υπόλοιπο δανείου προς τον εναγόμενο 1 τον οποίο εγγυήθηκε ο εναγόμενος 2 και/ή για αδικαιολόγητο πλουτισμό, πλέον τόκο και έξοδα. Οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους αρνούνται ότι έλαβαν οποιοδήποτε ποσό ως δάνειο από τον ενάγοντα, και ισχυρίζονται ότι ο ενάγοντας παρέδωσε στον εναγόμενο 1 επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.70.000 προκειμένου να εξαργυρωθεί από τον εναγόμενο 1 και να παραδοθούν τα χρήματα σε κάποιο Μάριο Φιλίππου για να επενδυθούν στο Βιβλιοπωλείο «Οδηγητής» που διατηρούσε η κα Ουρανία Σακκά. Ισχυρίζονται επιπλέον ότι ο ενάγοντας δανείστηκε από τον εναγόμενο 2 ποσό ύψους Λ.Κ.43.236 (€73.873,09) και η μητέρα του ενάγοντα ποσό ύψους Λ.Κ.3.500 (€5.980,11), ποσά τα οποία ο εναγόμενος 2 αξιώνει ανταπαιτητικά από τον ενάγοντα. Ο ενάγοντας καταχώρησε απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, με την οποία αρνείται όλους τους ισχυρισμούς των εναγόντων και, μεταξύ άλλων, απορρίπτει ως ψευδείς και ανυπόστατους τους ισχυρισμούς ότι δανείστηκε οποιοδήποτε ποσό από τον εναγόμενο
- Στις 28.9.2015 άρχισε η ακρόαση της αγωγής. Κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων, η απαίτηση και η ανταπαίτηση εκδικάζονται μαζί, δηλαδή, ο κάθε μάρτυρας δίδει μαρτυρία τόσο αναφορικά με την απαίτηση, όσο και αναφορικά με την ανταπαίτηση. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του ενάγοντα - που ήταν ο πρώτος μάρτυρας - παρουσιάστηκε σε αυτόν έγγραφο ημερ. 9.2.2007 - το Τεκμήριο 7 - σύμφωνα με το οποίο ο ενάγοντας φέρεται να αναγνωρίζει ότι δανείστηκε από τον Χαμπή Κουταλιανό χρήματα που στις 9.2.2007 ανέρχονταν σε Λ.Κ.43.
- Στις 21.10.15, ημέρα που ορίστηκε για συνέχιση της ακρόασης, ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου για να επιτραπεί η επιθεώρηση του Τεκμηρίου 7 από τον ιδιώτη εμπειρογνώμονα Μάριο Μαρκίδη, προκειμένου να ετοιμαστεί γραφολογική έκθεση ως προς τη γνησιότητα του εν λόγω τεκμηρίου. Αυτή η άδεια δόθηκε. Στις 6.11.2015, επιχειρήθηκε από τον κ. Μάριο Μαρκίδη - που κλήθηκε ως δεύτερος μάρτυρας της πλευράς του ενάγοντα - η κατάθεση γραφολογικής έκθεσης προς υποστήριξη ισχυρισμού περί πλαστογράφησης της υπογραφής του ενάγοντος επί του εγγράφου ημερ. 9.2.
- Η κατάθεση της έκθεσης αυτής δεν επιτράπηκε επειδή κρίθηκε ότι το ζήτημα της πλαστογραφίας δεν καλυπτόταν από τα δικόγραφα, και ο συνήγορος του αιτητή ζήτησε αναβολή προκειμένου να καταχωρήσει αίτηση τροποποίησης της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, κάτι που έγινε στις 10.11.
- Αυτή είναι η υπό κρίση αίτηση. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης στην αίτηση του ενάγοντα στις 23.11.
- Ακολούθησε η καταχώρηση αίτησης ημερομηνίας 27.11.2015 από τον ενάγοντα με την οποία ζητείτο άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, η οποία αποσύρθηκε άνευ βλάβης την 1.12.
- Στη συνέχεια καταχωρήθηκε από τον ενάγοντα αίτηση ημερομηνίας 4.12.2015 για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, η οποία απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 10.1.
- Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 10.11.2015, ο ενάγοντας - αιτητής ζητά: «Α. Έκδοση Διατάγματος με το οποίο, να παρέχεται στον Ενάγοντα-Αιτητή η άδεια και/ή να επιτρέπεται σ' αυτόν να τροποποιήσει το δικόγραφο της Τροποποιημένης Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση ως ακολούθως:
(1)Με την προσθήκη στο τέλος της παραγράφου 4(η) της Απάντησης στην Υπεράσπιση: "και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε ζήτησε να δανειστεί από τον εναγόμενο αρ.
(2)οποιονδήποτε ποσό, και τα χρήματα που έλαβε από αυτόν, τα ελάμβανε έναντι του χρέους των εναγομένων. Ουδέποτε δε υπέγραψε προς όφελος του εναγόμενου αρ. 2, οποιανδήποτε βεβαίωση δανεισμού, για το ποσόν των £43.236.- και η ισχυριζόμενη βεβαίωση δανεισμού, αποτελεί προϊόν πλαστογραφίας, αφού το μόνο έγγραφο που υπέγραψε ήτο απόδειξη ότι έλαβε το ποσόν των £40.000.- λιρών έναντι του χρέους των εναγομένων."
(2)Με την προσθήκη μετά τον αριθμό
(16)"και
(17)" στην παράγραφο 1Α, αα. της τροποποιημένης {Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση}.
(3)Με την αντικατάσταση του αριθμού
(17)στην παράγραφο 1Α. ββ. της τροποποιημένης {Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση} με τον αριθμό "18".
(4)Με την αντικατάσταση του αριθμού
(18)στην παράγραφο 1Α. γγ. της τροποποιημένης {Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση} με τον αριθμό "19" και της προσθήκης στο τέλος της παραγράφου, "και σε πλαστογραφία".» Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.25 Κ.
(1),
(5), Δ.48 Κ. 1, 2, 6, 7, 8 και 9, στο Άρθρο 30
(2),
(3)του Συντάγματος, στους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης, της ηθικής δικαιοσύνης (moral justice) και έντιμης συναλλαγής (honest dealing), στην αρχή της ίσης προστασίας και μεταχείρισης των διαδίκων και της ισότητας των όπλων, στη νομολογία, στη γενική πρακτική και στις αναφαίρετες και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση βασίζεται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα-αιτητή, ο οποίος λέγει ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι ουσιώδεις και αναγκαίες και αφορούν τα πραγματικά γεγονότα τα οποία μπορούν να αποτελέσουν ουσιώδη μαρτυρία στην υπόθεση του, η δε ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε μετά την κατάθεση εγγράφου στο Δικαστήριο, το οποίο μετά από εξέταση από εμπειρογνώμονα γραφολόγο φάνηκε ότι αποτελεί προϊόν πλαστογραφίας. Καλόπιστα πιστεύει, ως αναφέρει, ότι οι τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για σκοπούς αποπεράτωσης των αμφισβητούμενων ζητημάτων μεταξύ των διαδίκων και για να μπορέσει ο ενάγοντας κατά τη διάγνωση των αστικών του δικαιωμάτων και υποχρεώσεων να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς του ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω είναι η θέση του ότι αν δεν επιτραπεί η τροποποίηση το Δικαστήριο δεν θα μπορέσει να αποφανθεί πάνω στην ουσία των πραγματικών γεγονότων, ότι δεν θα είναι δυνατή η εξυπηρέτηση της αρχής της οριστικότητας (finality) της δικαστικής διαδικασίας και ότι η τροποποίηση είναι αναπόφευκτη και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Λέγει επίσης ότι δεν θα προκύψει αδικία σε βάρος των εναγομένων αν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση. Οι εναγόμενοι - καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση του αιτητή, προβάλλοντας τους εξής λόγους ένστασης: «1. Η αιτούμενη τροποποίηση είναι ουσιαστική και συνεπάγεται επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. 2. Έρχεται σε αντίθεση με μαρτυρία, που έχει ήδη κατατεθεί. 3. Η αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση και συγκεκριμένα έξι
(6)και πλέον χρόνια από την καταχώρηση της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση και τρία
(3)και πλέον χρόνια από την καταχώρηση της τροποποιημένης Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση,
- Παρατηρείται αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης ή/και δεν παρατίθεται από μέρους του Ενάγοντα οποιοδήποτε ή/και εύλογη δικαιολογία για το καθυστερημένο της υποβολής της αίτησης.
- Οι ισχυρισμοί του Ενάγοντος που επιθυμεί να προσθέσει, ή/και τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα τροποποίηση ήταν σε γνώση του Ενάγοντα από την έγερση της παρούσας διαδικασίας ή/και από την καταχώρηση της Υπεράσπισης των Εναγομένων, και ο Ενάγοντας αμέλησε να εκθέσει τους ισχυρισμούς του κατά την καταχώρηση της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση ή/και δεν φρόντισε να προχωρήσει με αίτηση τροποποίησης σε προηγούμενο στάδιο.
- Η αιτούμενη τροποποίηση θα προκαλέσει κατάφωρη αδικία, δυσμενή επηρεασμό στα δικαιώματα των Εναγομένων-Καθ' ων η αίτηση καθώς και ταλαιπωρία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα.
- Εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση θα παραβιαστεί το δικαίωμα των Εναγομένων σε δίκαιη δίκη καθώς επίσης και το δικαίωμα εκδίκασης της δικαστικής διαφοράς εντός ευλόγου χρόνου εφόσον η ακροαματική διαδικασία έχει ήδη εκκινήσει και ο Ενάγοντας έχει ολοκληρώσει τη μαρτυρία του.
- Η αιτούμενη τροποποίηση οφειλόταν τυχόν σε παράλειψη ή/και αβλεψία ή/και κακόπιστο λάθος του Ενάγοντος, ο οποίος διατηρούσε τη δυνατότητα να προβεί στα αναγκαία δικονομικά διαβήματα για τροποποίηση των δικογράφων τουλάχιστο πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής.
- Η αιτούμενη τροποποίηση οδηγεί σε κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών και/ή κατασπατάληση του πολύτιμου δικαστικού χρόνου και/ή είναι κακόπιστη.» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, Δ.21, Δ.25 Θ.1-4, Δ.28, Δ.48 Θ.1, 2, 3, 4 και 9, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, επί των γενικών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου και επί της νομολογίας επί τροποποίησης δικογράφων. Τα γεγονότα που την υποστηρίζουν φαίνονται στο φάκελο της διαδικασίας και στην ένορκη δήλωση του κ. Χαράλαμπου Κουταλιανού. Ο ομνύοντας, που είναι ο εναγόμενος 2, υιοθετεί το σύνολο των λόγων ένστασης που καταγράφονται στην ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης. Λέγει στη συνέχεια ότι πιστεύει και έχει τύχει νομικής συμβουλής ότι η αίτηση έχει καταχωρηθεί με υπερβολική καθυστέρηση και δεν έχει δοθεί, εύλογη ή μη, δικαιολογία, για την καθυστέρηση, ενώ γεννιούνται, λέει, εύλογες υποψίες για το χρόνο που ο ενάγοντας επέλεξε να υποβάλει την αίτηση, δηλαδή, μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων και την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, επισημαίνοντας ότι ο ισχυρισμός περί πλαστογραφίας εγγράφου, αφορά σε έγγραφο το οποίο δικογραφείται τόσο στην αρχική Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των εναγομένων (που καταχωρήθηκε στις 3.7.2009), όσο και στην τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση (που καταχωρήθηκε στις 13.3.2012). Λέγει περαιτέρω ότι ο ενάγοντας στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τροποποίησης επικαλείται την ύπαρξη ενός εγγράφου που υπέγραψε ως απόδειξη έναντι του χρέους των εναγομένων, το οποίο δεν περιλαμβάνεται στα δικόγραφα του και ότι λαμβάνει νομική συμβουλή ότι ανεπίτρεπτα επιδιώκεται η εισαγωγή μαρτυρίας με την τροποποίηση του δικογράφου της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση. Αναφέρει επίσης ότι οι ισχυρισμοί γεγονότων που ο ενάγοντας επιθυμεί να προσθέσει ήταν εις γνώση του από το χρόνο καταχώρησης της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, αλλά επέλεξε να μην τους περιλάβει σε αυτήν, και το γεγονός αυτό σε συνάρτηση με τη μεγάλη καθυστέρηση πλήττει τη γνησιότητα της πρόθεσης του και την αναγκαιότητα και βαθμό χρησιμότητας της αιτούμενης τροποποίησης. Περαιτέρω, είναι η θέση του ότι επειδή η ύπαρξη του εγγράφου που κατατέθηκε και έγινε Τεκμήριο 7 δικογραφείτο στην Υπεράσπιση των εναγομένων, ο ενάγοντας είχε τη δυνατότητα να προβεί σε δικονομικά διαβήματα που θα επέτρεπαν όπως το εν λόγω έγγραφο περιέλθει εις γνώση του, συνεπώς, ο ισχυρισμός περί πλαστότητας του εν λόγω εγγράφου έπρεπε να είχε εισαχθεί προ της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας. Επίσης αναφέρει ότι επειδή έχει ήδη ολοκληρωθεί η μαρτυρία του ενάγοντος, η αιτούμενη τροποποίηση πολύ πιθανό να γεννήσει την ανάγκη κλήσης του ενάγοντα για να καταθέσει εκ νέου επί των νέων επίδικων θεμάτων. Προσθέτει ότι όλα τα πιο πάνω προκαλούν μεγάλη και ζημιογόνα καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, και δυσμενή επηρεασμό στα δικαιώματα των εναγομένων, που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα, αφού ως αποτέλεσμα θίγεται το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα των εναγομένων για αποπεράτωση της δίκης εντός ευλόγου χρόνου. Λέγει επίσης ότι η αιτούμενη τροποποίηση θα καταλήξει αναπόφευκτα σε καθυστέρηση και δυσμενή επηρεασμό, αφού επαναπροσδιορίζονται τα επίδικα θέματα μεταξύ των μερών και αλλάζει σε πολύ μεγάλο βαθμό η βάση αγωγής και η πορεία της δικαστικής διαδικασίας. Καταλήγει ότι η αίτηση είναι πραγματικά και νομικά αστήρικτη και ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελος του ενάγοντα, αιτείται δε την απόρριψη της αίτησης με έξοδα εις βάρος του ενάγοντα. Η ακροαματική διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία, ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν στην καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών, θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, κατωτέρω. Νομική πτυχή Η υπό κρίση αίτηση όπως έχω ήδη αναφέρει στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.25, Θ.1[1] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προβλέπει τα εξής: «
- The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Στην αγωγή ναυτοδικείου Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd & others
(1989)1 Α.Α.Δ. 33, στις σελ. 36 και 37, συνοψίστηκαν από το Δικαστή Πική, όπως ήταν τότε, οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Σε σχέση με την ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στην υπόθεση Ε.Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 24, στη σελ. 26 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» Περαιτέρω, στην υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, αποφασίστηκαν τα εξής: «Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Σύνοψη της νομολογίας[2] έγινε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολ. Εφ. 58/2012, Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation, ημερ. 4.3.2013, στην οποία η αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού ακούστηκε αριθμός μαρτύρων. Το Ανώτατο Δικαστήριο είπε ότι «το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης.». Επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση εκείνη ότι αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η σύγχρονη τάση, όπως προβάλλει μέσα από τη νομολογία, είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις ακόμα και όταν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο ή εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, Anna Latouf Agini v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 ΑΑΔ 11). Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων (Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 1005). Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα (Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2012)1 ΑΑΔ 745). Αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή στα πλαίσια της γραπτής του αγόρευσης παραθέτει τις αιτούμενες τροποποιήσεις και τη νομική βάση της αίτησης, αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση και παραπέμπει στη σχετική με το θέμα της τροποποίησης δικογράφων νομολογία. Επισημαίνει ότι στην παρούσα υπόθεση η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε μετά την κατάθεση εγγράφου (του Τεκμηρίου 7) το οποίο κατατέθηκε στις 28.9.2015 και μετά τη γνωμάτευση του εμπειρογνώμονα γραφολόγου Μάριου Μαρκίδη. Σημειώνει ότι τα πραγματικά γεγονότα είναι γνωστά στο Δικαστήριο και εισηγείται ότι στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν όλες οι πραγματικές και νομικές προϋποθέσεις για να ασκήσει το Δικαστήριο τη διακριτική του ευχέρεια παρέχοντας στον ενάγοντα-αιτητή την αιτούμενη θεραπεία. Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, στη δική της γραπτή αγόρευση, συνοψίζει τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, και παραθέτει τους λόγους ένστασης, καθώς και τη σχετική με τη Δ.25 Θ.1 νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αναφορά στις θέσεις που προβλήθηκαν από τη συνήγορο των καθ' ων η αίτηση θα γίνει στην πορεία της απόφασης. Θα αρχίσω με την εξέταση των λόγων ένστασης που αφορούν στην καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, η οποία, κατά τους καθ' ων η αίτηση δεν δικαιολογείται. Αυτοί είναι ο τρίτος, ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος ένστασης. Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση επισημαίνει ότι η αίτηση καταχωρήθηκε έξι και πλέον έτη από της καταχωρήσεως της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, καθυστέρηση την οποία χαρακτηρίζει υπέρμετρη για την οποία, μάλιστα, ο αιτητής δεν έχει δώσει οποιαδήποτε επαρκή ή εύλογη αιτιολογία. Επισημαίνει τη με βάση τη νομολογία ανάγκη για αιτιολόγηση της καθυστέρησης, η οποία επαυξάνει όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, και χαρακτηρίζει ως αβάσιμο τον ισχυρισμό ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε μετά την κατάθεση του εγγράφου (Τεκμήριο 7) στο Δικαστήριο, έγγραφο το οποίο δικογραφείται από τους καθ' ων η αίτηση, τόσο στην αρχική τους Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση (που καταχωρήθηκε στις 3.7.2009), όσο και στην τροποποιημένη (που καταχωρήθηκε στις 18.3.2012), και το οποίο θα μπορούσε να είχε ζητηθεί από τον αιτητή με βάση τη Δ.28 Θ.1 και 5, και το περιεχόμενο του οποίου θα περιέρχετο εις γνώση του αιτητή, αν ο τελευταίος επιδείκνυε εύλογη επιμέλεια. Δεν έχει αμφισβητηθεί από την ευπαίδευτη συνήγορο των καθ' ων η αίτηση ότι, ως θέμα γενικής αρχής, η έναρξη της δίκης δεν αποτελεί εμπόδιο στην έγκριση της αίτησης. Και ορθώς, αφού είναι πάγια η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δεν λειτουργεί ως ανυπέρβλητο εμπόδιο για την έγκριση αίτησης τροποποίησης, αν και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στο στάδιο εκείνο ασκείται με μεγαλύτερη φειδώ. Αναμφίβολα προκύπτει, ως σταθερή αρχή της νομολογίας, ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση αίτησης τροποποίησης αποτελεί παράγοντα σχετικό, όχι, όμως, εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Στην υπόθεση Astor Co. κ.α. ν. Α & G Leventis Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του Άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, αν και ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη. Όπως υποδείχθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στις Πολ. Εφ. 137/2013 και 138/2013, IKOS CIF LTD v. Martin Coward κ.α., ημερ. 20.3.2014, όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η σύγχρονη τάση της νομολογίας είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, 939). Υπάρχει επί του θέματος πλήρης ταύτιση με την αρχή της αγγλικής νομολογίας, όπως αυτή διατυπώθηκε από το δικαστή Denning στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others ν. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R. 754, 757, το οποίο επικροτήθηκε υπόθεση Nicolaides ν. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, αλλά και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χριστοδούλου (ανωτέρω): «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. » Στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) ν. Τ.Μ.Ρ. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, στη σελ. 432 το Εφετείο αναφερόμενο στο θέμα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης είπε ότι η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Είπε επίσης ότι καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Επίσης στην υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005 καθόσον αφορά και πάλι στο θέμα της αιτιολόγησης της καθυστέρησης, το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε στη σελ. 1009 ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε δώσει υπερβολική βαρύτητα στο ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης. Το Εφετείο πρόσθεσε ότι «εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι . να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους». Παρομοίως, στην υπόθεση Clive Preece v. Νάσω Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2138, στη σελ. 2147 λέχθηκε ότι η μερική αδυναμία που συνίστατο στο ότι οι εφεσείοντες δεν κατάφεραν να δικαιολογήσουν με απόλυτη πειστικότητα την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος, δεν έπρεπε να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης, «εφόσον το πλέον ουσιώδες υπό τις περιστάσεις κριτήριο ήταν η στάθμιση των παραγόντων που θα αποτελούσαν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης». Διαφωτιστική επίσης για το θέμα του χρόνου κατά τον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, είναι η υπόθεση Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R. 24: «Leave to amend is sometimes given at the hearing but the Court will not readily allow at the trial an amendment, the necessity of which was abundantly apparent months ago and then not asked for. At any rate it would be wrong to allow an amendment at the close of the evidence or even at an extremely late stage of the trial where it could result in a party being confronted with an entirely new case.» Τέλος, στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ 44, αποφασίστηκαν τα εξής: «Στην προκείμενη περίπτωση υπήρξε όντως μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση. Η έννοια της καθυστέρησης προϋποθέτει βέβαια τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας. Αυτή τη δυνατότητα θα πρέπει εδώ, σε επίπεδο θεωρητικό, να την υποθέσουμε. Διότι θα έπρεπε εξ αρχής να ήταν γνωστή στο συνήγορο των εφεσειόντων η δικονομική ανάγκη για την παροχή λεπτομερειών του αλλοδαπού δικαίου. Που σημαίνει πως υπήρξε σφάλμα. Αυτό όμως δεν θα μπορούσε, καθώς μας φαίνεται, να οφειλόταν σε ο,τιδήποτε άλλο από εκείνο που ο συνήγορος των εφεσειόντων πρόσφερε ως εξήγηση στο Δικαστήριο, ήτοι, ότι τελούσε με την αντίληψη, βάσει της δικής του πείρας, πως δεν αναμενόταν και δεν χρειαζόταν η έκθεση λεπτομερειών των διατάξεων και κανόνων του αλλοδαπού δικαίου. Η πρωτόδικη άποψη ότι η εν λόγω εξήγηση δεν μπορούσε να θεωρηθεί ικανοποιητική νομίζουμε πως δεν εδικαιολογείτο. Καμιά απολύτως ένδειξη δεν υπήρχε ότι η καθυστέρηση δεν ήταν καλόπιστη.» Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, σημειώνω ότι στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των καθ' ων η αίτηση δικογραφείται ο εξής ισχυρισμός: «.. Ο Εναγόμενος αρ. 2 έδωσε σε διάφορες ημερομηνίες στον Ενάγοντα χρήματα σε μετρητά τα οποία περί την 9/2/07 ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.43.
- Ο Ενάγοντας υπέγραψε προς όφελος του Εναγόμενου αρ. 2 σχετική βεβαίωση δανεισμού για το ποσό των Λ.Κ.43.
- ...» Ο πιο πάνω ισχυρισμός περιέχεται τόσο στην αρχική Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των εναγομένων (ημερ. 3.7.2009, παρ. 13), όσο και στην τροποποιημένη (ημερ. 13.3.2012, παρ. 14). Ο εναγόμενος 2 αξιώνει το πιο πάνω ποσό ανταπαιτητικά από τον ενάγοντα (παρ. 19 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης). Ο ενάγοντας στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση αρνείται τον ως άνω ισχυρισμό ως αβάσιμο και ψευδή, νομικά αστήρικτο και αφελή. Στις 28.9.2015, στα πλαίσια της αντεξέτασης του ενάγοντα, παρουσιάστηκε σε αυτόν το έγγραφο ημερ. 9.2.2007 με το οποίο ο ενάγοντας φέρεται να αναγνωρίζει ότι δανείστηκε από τον Χαμπή Κουταλιανό χρήματα που στις 9.2.2007 ανέρχοντο σε Λ.Κ.43.
- Το έγγραφο, με τη σύμφωνη θέση του συνηγόρου του ενάγοντα κατατέθηκε και έγινε τεκμήριο (Τεκμήριο 7), με την επισήμανση ότι αμφισβητείται το περιεχόμενο του. Ζητήθηκε ακολούθως άδεια για εξέταση του εν λόγω εγγράφου από εμπειρογνώμονα ούτως ώστε να διακριβωθεί η γνησιότητα του, με αποτέλεσμα την ετοιμασία της έκθεσης του κ. Μαρκίδη της οποίας η κατάθεση δεν επιτράπηκε καθότι κρίθηκε ότι το ζήτημα της πλαστογραφίας δεν καλυπτόταν από τα δικόγραφα, γεγονός που αποτέλεσε το έναυσμα για την καταχώρηση της παρούσας αιτήσεως. Όταν ηγέρθη η ένσταση στην κατάθεση της έκθεσης του κ. Μαρκίδη, ο συνήγορος του αιτητή αγορεύοντας ανέφερε ότι ο αιτητής με την υπεράσπιση του στην ανταπαίτηση αρνήθηκε ως ψευδή και αβάσιμο τον ισχυρισμό περί υπογραφής έγγραφης βεβαίωσης δανεισμού και ότι η ύπαρξη του εγγράφου περιήλθε εις γνώση της πλευράς του αιτητή όταν παρουσιάστηκε από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση και όχι προηγουμένως. Πρόσθεσε ότι το εάν υπήρχε πλαστογραφία ή δεν υπήρχε δεν μπορούσε να το γνωρίζει ο αιτητής από πριν, επειδή δεν γνώριζε ποιο έγγραφο επικαλούνται οι καθ' ων η αίτηση, αφού δεν είχε γίνει αποκάλυψη εγγράφων. Στα πλαίσια της παρούσας αίησης, ο αιτητής προβάλλει τη θέση ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε μετά την κατάθεση του εγγράφου στο Δικαστήριο, το οποίο, μετά από εξέταση από εμπειρογνώμονα γραφολόγο, φάνηκε ότι αποτελεί προϊόν πλαστογραφίας. Εμμέσως πλην σαφώς, λοιπόν, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Λαμβάνοντας υπόψη ότι, συμφώνως και των όσων αποφασίσθηκαν στις υποθέσεις Evripidou και Federal Bank, ανωτέρω, η έννοια της καθυστέρησης προϋποθέτει τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας, κρίνω ότι θα πρέπει να γίνει αποδεκτό ότι όταν το θέμα της κατ' ισχυρισμό πλαστογραφίας και η ανάγκη για τροποποίηση περιήλθε εις γνώση του αιτητή, αυτός έδρασε χωρίς καθυστέρηση, ούτως ώστε να προσθέσει τον ισχυρισμό αυτό στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, για να καταστεί δυνατή η προβολή του. Στην πιο πάνω θέση του αιτητή η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση αντιτάσσει ότι η ύπαρξη του εν λόγω εγγράφου δικογραφείτο στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση (τόσο στην αρχική που καταχωρήθηκε στις 3.7.2009 όσο και στην τροποποιημένη που καταχωρήθηκε στις 13.3.2012), και ότι ο αιτητής είχε δικονομικό δικαίωμα, με βάση τη Δ.28 Θ. 1 και 5, να ζητήσει αποκάλυψη και επιθεώρηση του εν λόγω εγγράφου, συνεπώς η καθυστέρηση είναι εμφανής και καθόλου αιτιολογημένη, αλλά και προϊόν αμέλειας. Σχετικός είναι ο πέμπτος καθώς και ο όγδοος λόγος ένστασης. Όντως όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, αναφορά σε έγγραφη βεβαίωση δανεισμού γινόταν στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των καθ' ων η αίτηση. Και έχει δίκαιο η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση ότι ο αιτητής είχε δικαίωμα να προβεί σε δικονομικά διαβήματα ούτως ώστε το εν λόγω έγγραφο να περιέλθει εις γνώση του (παραπέμπει σχετικά η συνήγορος στους Θεσμούς 1 και 5 της Διαταγής 28, και θα προσέθετα και το Θεσμό 6[3] της ίδιας Διαταγής που επιτρέπει την επιθεώρηση και λήψη αντιγράφων εγγράφων που αναφέρονται στα δικόγραφα). Το ερώτημα είναι αν το γεγονός ότι εσφαλμένα ή και αμελώς δεν ζητήθηκε προηγουμένως η επιθεώρηση του εγγράφου, αποτελεί λόγο που εμποδίζει την παροχή της αιτούμενης θεραπείας. Η απάντηση έχει, πιστεύω, δοθεί από τη νομολογία. Στην υπόθεση Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R. 24, λέχθησαν τα εξής: «... it is well settled that as a rule of conduct, however negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side, and there is no injustice if the other side can be compensated by costs.» Η πιο πάνω προσέγγιση είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένη με την αγγλική νομολογία. Το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Easton v. Ford Motor Co Ltd [1993] 4 All E.R. όπου συζητήθηκε εκτενώς η σύγχρονη πρακτική στο θέμα των τροποποιήσεων δικογράφων παρέθεσε το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Cropper v. Smith [1884] 26 Ch.D. 700, 710-711: «. I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right.» Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 ΑΑΔ 44, σελ. 52 στην ίδια δε γραμμή είναι και τα όσα αναφέρονται στο Annual Practice του 1958, στη σελ. 622 στα σχόλια για το αγγλικό O.28 r.1 που αντιστοιχεί στη δική μας Δ.25 Θ.1, κάτω από τον τίτλο «General Principles. When Leave to Amend should be Given». Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση παραπέμπει προς υποστήριξη των θέσεων της στο ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση IKOS CIF (ανωτέρω), όπου λέχθηκε ότι: «Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Οι πιο πάνω υποθέσεις διαφοροποιούνται, κατά τη γνώμη μου, από την παρούσα περίπτωση. Στην υπόθεση Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607 στην οποία γίνεται αναφορά στο πιο πάνω απόσπασμα, το αίτημα των εκεί εναγομένων για τροποποίηση υποβλήθηκε μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των εναγόντων, μετά την προσαγωγή μαρτυρίας 7 μαρτύρων των εναγομένων και μετά την πάροδο πολλών ετών αφότου καταχωρήθηκε η αγωγή και προσδιορίστηκε η υπεράσπιση των εναγομένων και η ανταπαίτηση τους, επδιώκοντο ουσιαστικές και εκτεταμένες τροποποιήσεις τόσο στην υπεράσπιση όσο και στην ανταπαίτηση, και ως μόνη δικαιολογία για την καθυστέρηση υποβολής του αιτήματος για τροποποίηση, προβλήθηκε η αλλαγή του δικηγόρου των εναγομένων, τυχόν δε έγκριση της αίτησης θα επέβαλλε την επανακρόαση της υπόθεσης. Στην υπόθεση United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 CLR 510, και πάλι το αίτημα των εκεί εναγόντων είχε υποβληθεί αφού ακούστηκαν οι μάρτυρες του εναγόμενου (που ήταν το μέρος που προσκόμισε πρώτο μαρτυρία στην υπόθεση εκείνη), και αφού ακούστηκαν οι μισοί περίπου μάρτυρες του ενάγοντα, και ενώ το έγγραφο που έδωσε έναυσμα στο αίτημα για τροποποίηση είχε παραδοθεί στο δικηγόρο των εναγόντων 16 μήνες πριν την υποβολή του αιτήματος και πριν την έναρξη της δίκης, και επειδή τυχόν έγκριση της αίτησης θα έφερνε τον εναγόμενο (που, όπως προαναφέρθηκε είχε ήδη κλείσει την υπόθεση του), αντιμέτωπο με μία εντελώς νέα υπόθεση. Επίσης στην υπόθεση IKOS CIF, υπήρχε σε ισχύ απόλυτο προσωρινό διάταγμα εναντίον του εναγόμενου 1 για περίπου 3 χρόνια, με τα γεγονότα που επιχειρίτο να προστεθούν να είναι εις γνώση της ενάγουσας εξ αρχής, και με προβαλλόμενο ως λόγο για την αίτηση την αλλαγή δικηγόρου, αλλαγή που είχε, όμως, γίνει πολλούς μήνες πριν την αίτηση τροποποίησης. Όπως το Εφετείο επισήμανε, στην υπόθεση εκείνη «το συμφέρον της δικαιοσύνης δεν θα ήταν συμβατό με την παροχή άδειας για τροποποίηση, λόγω των ιδίων των δεδομένων της υπόθεσης, τα οποία επιμαρτυρούν κίνδυνο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στην αντίδικη πλευρά», ενώ σημαντική είναι και η καταληκτική επισήμανση στο απόσπασμα που πιο πάνω παρέθεσα ότι «η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου». Στην ίδια υπόθεση IKOS CIF επαναλήφθηκε εξάλλου, με αναφορά σε προγενέστερη νομολογία[4] ότι τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης και ότι τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι ούτε το χρονικό σημείο καταχώρησης της αίτησης, αλλά ούτε και η παράλειψη ζήτησης του εγγράφου πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, κάτι που μπορεί να αποδοθεί σε σφάλμα ή ακόμα και σε αμέλεια του αιτητή, δεν θα πρέπει, να αποτελέσουν αφ' εαυτών κώλυμα για την έγκριση της, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο αιτητής με την υπεράσπιση στην ανταπαίτηση χαρακτήριζε ως αβάσιμο και ψευδή τον ισχυρισμό ότι δανείστηκε χρήματα από τον εναγόμενο 2 και ότι υπέγραψε σχετική βεβαίωση δανεισμού, καθώς και το γεγονός ότι ο αιτητής ζήτησε άμεσα άδεια για τροποποίηση του δικογράφου του όταν δεν επιτράπηκε η κατάθεση της έκθεσης ημερ. 27.10.2015 του εμπειρογνώμονα προς απόδειξη ισχυρισμού περί πλαστογράφησης της έγγραφης βεβαίωσης δανεισμού, που του παρουσιάστηκε κατά την αντεξέταση του. Σε κάθε περίπτωση, ως έχει νομολογηθεί, γνώμονας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στα πλαίσια αίτησης τροποποίησης είναι το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης (Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ 560 και υπόθεση Clive Preece, ανωτέρω), με κρίσιμο παράγοντα την ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και τη διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (υπόθεση IKOS CIF, ανωτέρω), και με τα συμφέροντα της δικαιοσύνης να αποτελούν το δεσπόζοντα παράγοντα στην άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας (υπόθεση Φιλίππου, ανωτέρω). Μέσα στα πλαίσια αυτά θα προχωρήσω να εξετάσω την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης και το βαθμό χρησιμότητας αυτής (υποθέσεις Saba & Co, Kayat Trading και IKOS CIF, ανωτέρω). Στην ουσία οι αιτούμενες τροποποιήσεις μπορεί να χωριστούν σε δύο ενότητες: στην τροποποίηση που ζητείται με την παράγραφο (Α) υποπαράγραφοι
(1)και
(4)(στο βαθμό που αφορά την προσθήκη του ισχυρισμού της πλαστογραφίας) και στην τροποποίηση που ζητείται με την παράγραφο (Α) υποπαράγραφοι
(2),
(3)και
(4)(στο υπόλοιπο μέρος της). Προτού, όμως, προχωρήσω, κρίνω σκόπιμο να επισημάνω το εξής: Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση προβάλλει τη θέση ότι η εισαγωγή νέων γεγονότων και στοιχείων στο δικόγραφο της απάντησης στην υπεράσπιση που δεν δικογραφούνται στην έκθεση απαίτησης, είναι ανεπίτρεπτη. Η παράγραφος 1Α της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, αποτελεί την υπεράσπιση του ενάγοντα στην εναντίον του εγερθείσα ανταπαίτηση. Συνεπώς οι τροποποιήσεις που επιδιώκονται με τις υποπαραγράφους
(2),
(3)και
(4)της παραγράφου (Α) της αίτησης, αφορούν ξεκάθαρα σε τροποποιήσεις που σχετίζονται με την υπεράσπιση του ενάγοντα στην ανταπαίτηση. Στην παράγραφο 4(η) της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, ο ενάγοντας θέτει τη δική του θέση σε σχέση με τους ισχυρισμούς των εναγομένων στις παραγράφους 14 και 15 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους. Η αγωγή του ενάγοντα, όπως προαναφέρθηκε, βασίζεται σε δάνειο που ισχυρίζεται ότι έδωσε προς τον εναγόμενο 1, με την εγγύηση του εναγόμενου
- Οι εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς του ενάγοντα και λέγουν επιπλέον, στην παράγραφο 14 της υπεράσπισης τους, ότι λόγω οικονομικών δυσκολιών του ενάγοντα, ο εναγόμενος 2 δάνεισε στον ενάγοντα, σε διάφορες ημερομηνίες μετρητά τα οποία στις 9.2.2007 ανέρχονταν σε Λ.Κ.43.236, προσθέτοντας ότι ο ενάγοντας υπέγραψε προς όφελος του εναγόμενου 2 σχετική βεβαίωση δανεισμού για το ποσό των Λ.Κ.43.
- Λέγουν επίσης ότι ο εναγόμενος 2 δάνεισε στον ενάγοντα και/ή στη μητέρα του ποσό εκ Λ.Κ.3.
- Περαιτέρω, στην παράγραφο 15 οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος 2 κατά καιρούς απαίτησε την πληρωμή των πιο πάνω ποσών από τον ενάγοντα, αλλά ο ενάγοντας δεν ανταποκρίθηκε. Ο εναγόμενος 2 αξιώνει ανταπαιτητικά τα πιο πάνω ποσά. Έχω συνεπώς την εντύπωση ότι, το περιεχόμενο των εν λόγω παραγράφων 14 και 15, έχουν να κάνουν μάλλον με την ανταπαίτηση των εναγομένων, παρά με την υπεράσπιση τους στην απαίτηση του ενάγοντα. Τούτου δοθέντος, δεν θεωρώ ότι οι ισχυρισμοί που ο ενάγοντας επιδιώκει να προσθέσει είναι ισχυρισμοί που θα ανέμενε κανείς να περιλάμβανε στην έκθεση απαίτησης του. Επανερχόμενη στο θέμα της αναγκαιότητας των τροποποιήσεων, σημειώνω τα εξής. Καθ' όσον αφορά την πρώτη ενότητα τροποποιήσεων, και αρχίζοντας με τον ισχυρισμό ότι η βεβαίωση δανεισμού αποτελεί προϊόν πλαστογραφίας, πιστεύω ότι η αναγκαιότητα για την αιτούμενη τροποποίηση που σχετίζεται με το θέμα αυτό είναι περισσότερο από εμφανής. Ηγέρθη ένσταση από πλευράς των καθ' ων η αίτηση κατά την προσπάθεια κατάθεσης της έκθεσης του γραφολόγου κ. Μ. Μαρκίδη, η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Χωρίς την έγκριση της αίτησης, ο αιτητής δεν θα μπορέσει να προσκομίσει μαρτυρία για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του περί πλαστογράφησης του εγγράφου ημερομηνίας 9.2.2007, με όλες τις συνέπειες που αυτό θα έχει για την υπόθεση του. Όσα δε κατά τα λοιπά αναφέρονται στην υποπαράγραφο
(1)της παραγράφου (Α) της αίτησης, είναι θέματα σε σχέση με τα οποία προσήχθη ήδη μαρτυρία από μέρους του ενάγοντα. Χωρίς, τονίζω, να αξιολογώ καθ' οιονδήποτε τρόπο τις απαντήσεις του ενάγοντα, και χωρίς να απασχολούμαι σε αυτό το στάδιο με το εάν υπέπεσε σε τυχόν αντιφάσεις κατά τη μαρτυρία του επί των σημείων που πιο κάτω αναφέρω, σημειώνω ότι κατά την κυρίως εξέταση του και ερωτώμενος να τοποθετηθεί προς τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι χρωστά Λ.Κ.46.736 απάντησε ότι δεν τους χρωστά, και ότι ήταν τα λεφτά που του χρωστούσαν και του τα έδωσαν, και κατά την αντεξέταση του, ερωτώμενος από την κα Λουκαρή αν υπέγραψε οποιαδήποτε βεβαίωση έλαβε χώρα η εξής στιχομυθία: «Ε. Έχετε υπογράψει οποιανδήποτε βεβαίωση; Α. Ότι μου έδωσε τις 40 και χρωστούσε τις υπόλοιπες 30, ναι. Ε. Έχετε αυτή την βεβαίωση να μας τη δείξετε; Α. Όχι, την έπιασε.» Είναι νομολογημένο ότι δεν αποκλείεται, ως θέμα αρχής, τροποποίηση η οποία ως στόχο έχει να ευθυγραμμίσει τη μαρτυρία με τις έγγραφες προτάσεις (Παναγιώτης Χατζηχρίστου και Υιοί Λτδ v. Oralia Travel Tours Ltd
(2007)1 A.A.Δ. 650, 657). Στην υπόθεση Ioannou v. Athienitis and Others
(1989)1C.L.R. 178, 180 αναφέρθηκαν τα εξής: «...the authorities clearly establish that, when the object of the amendment sought is to bring the pleadings in line with relevant evidence given at the trial without objection, leave is granted even at the end of the day: Skepi Ltd. v. Kaitis and Another
(1983)1 C.L.R. 231, or even at the stage of appeal if no injustice will be done thereby: Yiannakis Pourikkos v. Mehmet Fevzi
(1963)2C.L.R.24.» Και, παρομοίως, στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου (ανωτέρω), όπου η αίτηση τροποποίησης έγινε με σκοπό την ευθυγράμμιση του δικογράφου με μαρτυρία που δόθηκε κατά τη δίκη, αναφέρθηκαν σχετικά τα εξής: «Εν πρώτοις δεν είναι εκ προοιμίου νομικά επιλήψιμη η επιδίωξη τροποποίησης για να συνάδει η προσαχθείσα μαρτυρία με το δικόγραφο του διαδίκου. Αυτό το κάμνει απόλυτα σαφές το εξής απόσπασμα από το Annual Practice
(1959)σελ. 625: "Where the amendment has become necessary by reason of a variance between the statement of claim and the evidence given at the trial, it should be asked for at the conclusion of the plaintiffs case (Rainy v. Bravo, L.R. 4 P.C. 287)." ...» Καθ' όσον αφορά τη δεύτερη ενότητα τροποποιήσεων, σημειώνω ότι αυτές θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν τυπικές, υπό την έννοια ότι με αυτές δεν επιδιώκεται η προσθήκη θετικών ισχυρισμών μη υφιστάμενων πριν την τροποποίηση, πλην όμως, δεν θα μπορούσα να τις χαρακτηρίσω ως αχρείαστες ή μη αναγκαίες, αφού με αυτές επιχειρείται να επέλθει τάξη στο δικόγραφο του αιτητή και πλήρης ανταπόκριση προς τις παραγράφους της Ανταπαίτησης έναντι των οποίων ο αιτητής επιθυμεί να προβάλει τις θέσεις του, οι οποίες παράγραφοι της Ανταπαίτησης αναριθμήθηκαν στις 13.3.2012 όταν οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν την τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους, αναρίθμηση η οποία, προφανώς εκ παραδρομής, δεν ακολουθήθηκε κατά τη σύνταξη της τροποποιημένης Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση που καταχωρήθηκε στις 20.3.2012. Σημειώνω εξάλλου ότι πλείστα όσα αναφέρουν οι καθ' ων η αίτηση στην αγόρευση τους, έχουν να κάνουν με την πρώτη ενότητα τροποποιήσεων. Με βάση όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν, και με την υπόμνηση ότι το στάδιο της παρούσας αιτήσεως δεν προσφέρεται για αξιολόγηση της μέχρι τώρα δοθείσας μαρτυρίας, κρίνω ότι ούτε και ο δεύτερος λόγος ένστασης θα πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης, και επισημαίνω ότι εν πάση περιπτώσει το συγκεκριμένο σημείο της μαρτυρίας με την οποία κατά τους καθ' ων η αίτηση έρχεται σε αντίθεση η αιτούμενη τροποποίηση δεν εξειδικεύεται είτε στην ένσταση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, είτε στην αγόρευση της ευπαιδεύτου συνηγόρου τους. Προχωρώ τώρα να εξετάσω τον πρώτο λόγο ένστασης. Το γεγονός ότι ο αιτητής επιδιώκει την προσθήκη ενός νέου θέματος - αυτό της πλαστογράφησης της βεβαίωσης δανεισμού - είναι προφανές. Το ερώτημα είναι αν το γεγονός αυτό θα πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης του. Στην υπόθεση Saba & Co (ανωτέρω), με αναφορά στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου (ανωτέρω), λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι «η διαπίστωση πως επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση». Στην απόφαση του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος κ. Φωτίου (όπως ήταν τότε), στην αγωγή υπ' αρ. 541/03, όπου έγινε μια πολύ περιεκτική σύνοψη των αρχών που διέπουν το θέμα της τροποποίησης δικογράφων, αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων ότι «Ένα από τα κριτήρια που συνήθως επενεργεί εναντίον της αίτησης για τροποποίηση είναι κατά πόσο με την σκοπούμενη τροποποίηση εισάγεται νέα βάση αγωγής ή υπεράσπισης, ανάλογα με την περίπτωση. Αν ναι, τότε η τροποποίηση συνήθως δεν επιτρέπεται παρόλο που και σ' αυτή την περίπτωση δυνατόν να επιτραπεί αν η αλλαγή κριθεί ότι συνάδει με την αρχική απαίτηση του ενάγοντα και/ή υπεράσπιση (βλ. Νικολαΐδης και άλλος v. Γερολεμή, πιο πάνω, Γεωργίου v. Πιστόλια
(1969)1 ΑΑΔ 613 και Τσιάππας v. Δημοκρατίας
(1974)1 CLR 167) ιδιαίτερα εκεί που το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η αίτηση δεν γίνεται κακόπιστα.». Και στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου v Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1 ΑΑΔ 817 το Ανώτατο Δικαστήριο είπε ότι «μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.». Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's, Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, στις σελίδες 131 - 132, κάτω από την επικεφαλίδα «Amendments not allowed» διαβάζουμε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Although the court will not refuse to allow an amendment simply because it will introduce a new case or a new ground of defence, yet leave will be refused where the amendment would change the action into one of a substantially different character which could more conveniently be made the subject of a fresh action. » Στην προκειμένη περίπτωση έχω την άποψη ότι ο νέος ισχυρισμός που ο αιτητής επιθυμεί να προσθέσει περί πλαστογράφησης της βεβαίωσης δανεισμού, συνάδει με την υφιστάμενη υπεράσπιση του, στα πλαίσια της οποίας αρνείται τη λήψη του δανείου, χαρακτηρίζοντας τους ισχυρισμούς περί υπογραφής της βεβαίωσης δανεισμού ως αβάσιμους, ψευδείς, νομικά αστήρικτους και αφελείς. Δεν επιχειρείται, δηλαδή, με την τροποποίηση η προβολή ισχυρισμού που να μπορεί να λεχθεί ότι αντιφάσκει προς την υφιστάμενη υπεράσπιση του αιτητή. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό ότι οποιαδήποτε ποσά ελάμβανε τα ελάμβανε έναντι του χρέους των εναγομένων, ο οποίος δεν αντιφάσκει με την υπόθεση του ενάγοντα, αλλά αντίθετα συνάδει με αυτή, και επισημαίνω ότι στην παράγραφο 15 της έκθεσης απαίτησης ο αιτητής ισχυρίζεται ότι «ο εναγόμενος 2 κατά διάφορες ημερομηνίες μετά το Δεκέμβριο του 2003 μέχρι το Σεπτέμβριο του 2007 κατάβαλε στον ενάγοντα διάφορα ποσά τα οποία στο σύνολο τους ανέρχονταν στο ποσό των £40.000». Κρίνω, συνεπώς, ότι το γεγονός ότι με την αιτούμενη τροποποίηση θα περιληφθεί ο νέος ισχυρισμός περί πλαστογράφησης της βεβαίωσης δανεισμού, δανεισμό τον οποίο ο αιτητής σε κάθε περίπτωση αρνείται ότι έλαβε, δεν μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης, αν ήθελε κριθεί ότι η αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα και αν η τροποποίηση δεν θα έχει καταλυτικές συνέπειες για την άλλη πλευρά. Αυτό που απομένει, λοιπόν, είναι η εξέταση των ισχυρισμών των καθ' ων η αίτηση περί κακόπιστης και καταχρηστικής υποβολής της παρούσας αίτησης και περί ανεπανόρθωτης ζημιάς (έκτος, έβδομος και ένατος λόγος ένστασης). Ως προς το θέμα της κακοπιστίας, είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η ύπαρξη κακοπιστίας από μέρους του αιτητή προκύπτει από την απουσία εξήγησης για την καθυστέρηση. Περαιτέρω, η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση σημειώνει ότι γεννιούνται εύλογες αμφιβολίες ως προς το χρόνο που ο αιτητής επέλεξε να προωθήσει την αίτηση του, ήτοι μετά την έναρξη της ακρόασης, κάτι που καταδεικνύει ότι με αυτό τον τρόπο ο αιτητής προσπαθεί να καλύψει κενά στη μαρτυρία του, προσπάθεια που οδηγεί σε συμπέρασμα περί κακοπιστίας εκ μέρους του και οδηγεί σε κατάχρηση της διαδικασίας. Το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού περί ύπαρξης κακοπιστίας βαρύνει το διάδικο που τον επικαλείται. Όπως επισημάνθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ (ανωτέρω), «για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα». Δεν υπάρχει, κατά την κρίση μου, στην παρούσα περίπτωση τέτοια μαρτυρία από την οποία να εξάγεται συμπέρασμα ότι η αίτηση τροποποίησης υποβάλλεται κακόπιστα. Ο αιτητής ζήτησε άδεια να εξεταστεί το Τεκμήριο 7, το οποίο παρουσιάστηκε κατά την αντεξέταση του, από εμπειρογνώμονα γραφολόγο ο οποίος και ετοίμασε σχετική έκθεση. Κλήθηκε ως μάρτυρας ο γραφολόγος που ετοίμασε την έκθεση και επιχειρήθηκε η εισαγωγή μαρτυρίας προς απόδειξη ισχυρισμού ότι το Τεκμήριο 7 είναι πλαστογραφημένο. Όταν δεν επιτράπηκε η εισαγωγή της εν λόγω μαρτυρίας ο αιτητής αντέδρασε άμεσα ζητώντας αναβολή της ακρόασης προκειμένου να καταχωρήσει αίτηση τροποποίησης. Στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου (ανωτέρω), λέχθηκε ότι «το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία». Ακόμη δε και αν η παράλειψη ζήτησης του εγγράφου πριν την έναρξη της ακρόασης μπορεί να αναχθεί σε λάθος ή και σε αμέλεια, επισημαίνω ότι στην υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ (ανωτέρω), λέχθηκε ότι «ακόμη και αν η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια, με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία». Περαιτέρω, και σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι ο αιτητής προσπαθεί μέσω της τροποποίησης να καλύψει κενά στη μαρτυρία του, επισημαίνω ότι η ακρόαση διεκόπη κατά την εξέταση του δεύτερου μάρτυρα της πλευράς του ενάγοντα, τυχόν δε αντιφάσεις στην προσφερθείσα από μέρους του μαρτυρία θα αξιολογηθούν στο κατάλληλο στάδιο, ήτοι στα πλαίσια της τελικής απόφασης στην αγωγή. Θα μπορούσε κάποιος, όπως προαναφέρθηκε, να διαπιστώσει έως και αμέλεια στην πλευρά του αιτητή ο οποίος θα μπορούσε να είχε ζητήσει να προβεί σε επιθεώρηση της έγγραφης βεβαίωσης δανεισμού πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, αλλά από τη συμπεριφορά του, ως αυτή αναδεύεται από το φάκελο της υπόθεσης καθώς και την ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση, σίγουρα δεν προκύπτει, ως αβίαστο μάλιστα συμπέρασμα, η ύπαρξη κακοπιστίας από μέρους του αιτητή και διάθεση καταστρατήγησης και κατάχρησης των διαδικασιών του Δικαστηρίου. Δεν μπορώ, λοιπόν, παρά να καταλήξω ότι η παρούσα αίτηση δεν υποβάλλεται κακόπιστα, αλλά σε μια γνήσια προσπάθεια να καλυφθούν τα όποια κενά στο δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η προσκόμιση της μαρτυρίας που ο αιτητής εξασφάλισε μετά την κατάθεση του Τεκμηρίου 7, αλλά και για σκοπούς ευθυγράμμισης του δικογράφου με την ήδη δοθείσα μαρτυρία (στο βαθμό που αφορά τους ισχυρισμούς περί του ότι άλλο ήταν το περιεχόμενο του εγγράφου που ο αιτητής υπέγραψε). Στρεφόμενη τώρα στον ισχυρισμό περί ανεπανόρθωτης ζημιάς, σημειώνω κατ' αρχάς ότι είναι καθαρό από τη νομολογία, ότι «ανεπανόρθωτη» θεωρείται η ζημιά που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων (Kayat Trading, Χριστοδούλου, Νικολάου, ανωτέρω). Είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η καθυστέρηση που παρουσιάζεται στην παρούσα υπόθεση παραβιάζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα τους για δίκη εντός ευλόγου χρόνου, κάτι που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Είναι περαιτέρω η θέση τους ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης οι καθ' ων η αίτηση θα πρέπει να προβούν σε περαιτέρω έρευνες προκειμένου να εξετάσουν εις βάθος τους ισχυρισμούς του αιτητή για πλαστογραφία, αλλά και περί της ύπαρξης του εγγράφου το οποίο έχει υπογράψει ο ενάγοντας και το οποίο αναφέρεται στην αίτηση, και θα χρειαστεί να καταχωρηθεί εκ μέρους τους τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση και μετά τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, κάτι που θα προκαλέσει περαιτέρω καθυστέρηση στη διαδικασία. Περαιτέρω, ο ενάγοντας θα πρέπει να καταθέσει εκ νέου ενώπιον του δικαστηρίου, καθότι με την τροποποίηση θα επαναπροσδιοριστούν τα επίδικα θέματα, και, κατά το μάλλον ή ήττον οι εναγόμενοι θα χρειαστεί να μεταβάλουν τη γραμμή υπεράσπισης τους αναφορικά με τα συγκεκριμένα θέματα. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 20.1.2009 και η ανησυχία του Δικαστηρίου σε σχέση με τις τυχόν επιπτώσεις από την έγκριση του αιτήματος, είναι δεδομένη, προφανώς δε αυτή θα προκαλέσει καθυστέρηση στη συνέχιση της διαδικασίας. Έχω, όμως, την άποψη ότι η όποια καθυστέρηση θα προκύψει λόγω της τροποποίησης και της ανταλλαγής νέων δικογράφων και οποιασδήποτε περαιτέρω διαδικασίας ήθελε ακολουθήσει λόγω της έγκρισης της τροποποίησης, δεν μπορεί να ειδωθεί απομονωμένα αλλά στα πλαίσια μιας διαφοράς που ανάγεται στην ουσία στο 2007, σε σχέση με την οποία κινήθηκε νομική διαδικασία το 2009, η εκδίκαση της οποίας, καίτοι εκκρεμούσα έκτοτε, άρχισε πρόσφατα. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Federal Bank (ανωτέρω), «εν τέλει το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου συνιστά . ζήτημα ενταγμένο στο πλαίσιο της δίκης. . εδώ η καθυστέρηση από καμιά άποψη δεν θα μπορούσε αφεαυτής να αποκλείσει τη δυνατότητα έγκρισης του αιτήματος για τροποποίηση.» Στην παρούσα υπόθεση η καθυστέρηση που θα προκληθεί ένεκα της τροποποίησης δεν θα ήταν ικανή, κατά την κρίση μου, από μόνη της, να πλήξει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα των καθ' ων η αίτηση για γρήγορη διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων τους, κατά τρόπο που θα υπαγόρευε την απόρριψη του αιτήματος, ούτε και θα μπορούσε να υπερφαλαγγίσει το δικαίωμα του αιτητή που κατοχυρώνεται αντίστοιχα από το Άρθρο 30
(2)και
(3)του Συντάγματος για δίκαιη δίκη και για προβολή των ισχυρισμών του ενώπιον του Δικαστηρίου. Καθόσον αφορά το έγγραφο που αναφέρεται στην αίτηση, επισημαίνω ότι ο ενάγοντας δεν αναφέρθηκε στο εν λόγω έγγραφο στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του και προς υποστήριξη της απαίτησης του, αλλά αντεξεταζόμενος, αναφέροντας παράλληλα ότι δεν το έχει στην κατοχή του. Περαιτέρω, ο μάρτυρας που επιχείρησε την κατάθεση της γραφολογικής έκθεσης, εξακολουθεί να βρίσκεται στο ειδώλιο, με την κυρίως εξέταση του να βρίσκεται σε πολύ αρχικά στάδια (έχει αναφέρει μέχρι στιγμής τα προσόντα του και το γεγονός ότι ετοίμασε γραφολογική έκθεση ημερ. 27.10.15, την κατάθεση της οποίας επιχείρησε), και χωρίς να έχει αρχίσει η αντεξέταση του, για την οποία το Δικαστήριο θα δώσει εύλογο χρόνο στην πλευρά των καθ' ων η αίτηση για να προετοιμαστεί επαρκώς. Εξάλλου η πλευρά του ενάγοντα-αιτητή δεν έχει ακόμη κλείσει την υπόθεση της και η πλευρά των καθ' ων η αίτηση θα έχει την ευκαιρία, έχοντας ακούσει το σύνολο των μαρτύρων του αιτητή να προσφέρει τη μαρτυρία που επιθυμεί προς προώθηση της υπεράσπισης και της ανταπαίτησης της. Δεδομένη είναι, άλλωστε, και η δυνατότητα, στην περίπτωση που προωθηθεί σχετικό αίτημα και εάν τούτο κριθεί αναγκαίο, επανακλήτευσης του ενάγοντα, προκειμένου να αντεξετασθεί περαιτέρω σε σχέση με κάποιο θέμα που προκύπτει από την τροποποίηση. Και επισημαίνω επί τω προκειμένω, αυτό που ελέχθη στην Kayat Trading (ανωτέρω): «Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μας ότι η θέση των εφεσιβλήτων είναι πως έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει στους ίδιους ανεπανόρθωτη ζημιά, καθότι θα απαιτηθεί για σκοπούς περαιτέρω αντεξέτασης, η επανακλήτευση μεγάλου αριθμού μαρτύρων των εφεσειόντων. Κατανοούμε τις οποιεσδήποτε δυσκολίες ενδεχομένως θα προκληθούν στους εφεσιβλήτους σε περίπτωση επανακλήτευσης οποιουδήποτε αριθμού μαρτύρων. Όμως, έχουμε την άποψη ότι η όποια ταλαιπωρία ήθελε προκληθεί από την επανακλήτευση μαρτύρων, δεν μπορεί να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ των εφεσιβλήτων. Προέχει το συμφέρον της δικαιοσύνης. Μια τέτοια ζημιά μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα.» Τέλος, αναφορικά με τον ισχυρισμό στην αγόρευση της ευπαιδεύτου συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση ότι λιγότερο ή περισσότερο οι εναγόμενοι θα χρειαστεί να μεταβάλουν την γραμμή υπεράσπισης τους αναφορικά με τα συγκεκριμένα θέματα, επαναλαμβάνω ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις φαίνεται να συνδέονται περισσότερο με την ανταπαίτηση των καθ' ων η αίτηση εναντίον του ενάγοντα, παρά με την απαίτηση του ενάγοντα. Πέραν τούτου, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν εντοπίζω ισχυρισμό που να οδηγεί σε συμπέρασμα ότι ένεκα του τρόπου που είχε συνταχθεί το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η τροποποίηση οι καθ' ων η αίτηση βρέθηκαν σε τέτοια θέση που τυχόν έγκριση της αίτησης θα τους προκαλούσε ανεπανόρθωτη ζημιά. Ούτε και το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η ακροαματική διαδικασία είναι τόσο προχωρημένο που να καθιστά τον κίνδυνο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς εμφανή. Εν τέλει είναι η κρίση μου ότι δεν έχει καταδειχθεί από τους καθ' ων η αίτηση ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει σε αυτούς δυσμενή επηρεασμό και ζημιά που να είναι ανεπανόρθωτη. Σταθμίζοντας, λοιπόν, κάθε σχετικό παράγοντα, και ιδιαίτερα την απουσία κακοπιστίας από πλευράς του αιτητή στην υποβολή της αίτησης καθώς και το γεγονός ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι τα δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση θα πληγούν ανεπανόρθωτα από την έγκριση της αίτησης και κατά τρόπο που η όποια ζημιά τους δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί με την κατάλληλη διαταγή για τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη την κατάληξη μου ως προς την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης και τις συνέπειες που θα έχει για τον αιτητή η απόρριψη της αίτησης, καθώς και την κατάληξη μου ότι η διαπιστωθείσα καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος δεν φαίνεται να επηρεάζει, από μόνη της και στις δοσμένες συνθήκες της παρούσας υπόθεσης, τη συνταγματική επιταγή για εκδίκαση των υποθέσεων εντός εύλογου χρόνου κατά τρόπο που θα επέβαλλε την απόρριψη του αιτήματος, κρίνω ότι η έγκριση της αίτησης είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, ούτως ώστε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το πλήρες φάσμα της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων κατά τρόπο ολοκληρωμένο, με απώτερο πάντα στόχο την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση του ενάγοντα-αιτητή ημερομηνίας 10.11.2015 εγκρίνεται και εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος (Α) της αίτησης. Τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 3 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος, η σύνταξη του οποίου να ζητηθεί εντός 2 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως και όλα τα έξοδα που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης (thrown away), επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων-καθ' ων η αίτηση και εναντίον του ενάγοντα-αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Σημειώνεται ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 20.1.2009, συνεπώς τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.25 Θ.1 πριν την τροποποίηση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 26.9.2014. [2] Το Δικαστήριο αναφέρθηκε στις υποθέσεις: Φοινιώτης ν. Green Mar Navigation
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 33, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44, C & A, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ. κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 237, Clive Preece κ.ά. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου, Πολιτική Έφεση 271/2008, ημερομηνίας 16/12/2011 και Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ.
- [3] «
- Where any party to a cause or matter has in his pleadings particulars or affidavits referred to any document he may be required by any other party thereto by notice in writing to produce such document for the inspection of the party giving such notice or of his advocate and to permit him or them to take copies thereof. . » [4] Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426, Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο