← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΑΝΔΡΕΑ ΜΙΤΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3369/99, 29/2/2016

ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΑΝΔΡΕΑ ΜΙΤΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3369/99, 29/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A139 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3369/99 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Ενάγουσα και

  1. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΑΝΔΡΕΑ ΜΙΤΑ
  2. ΕΥΡΙΚΛΕΙΑ Α. ΜΙΤΑ
  3. ΘΕΜΙΣ ΜΙΤΑ Εναγομένων Αίτηση για ακύρωση ή αναστολή ΜΕΜΟ 29 Φεβρουαρίου 2016 Για εναγομένη 2 - αιτήτρια: κος Αδαμίδης Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κα Στυλιανού Εναγομένη 1 - πρωτοφειλέτιδα παρούσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η επίδικη αίτηση διαφέρει από άλλες αιτήσεις που καθημερινά τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου. Ο λόγος δια αυτό οφείλεται· αφενός στο σχετικά νεοσύστατο του νόμου στον οποίο εδράζεται και αφετέρου στην ιδιαιτερότητα του αιτήματος που επιζητεί. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Το πρώτο που πρέπει να αναφερθεί είναι βεβαίως τα διατάγματα που επιζητεί η αιτήτρια. Τούτα έχουν ως ακολούθως· «
  4. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει την εγγραφή της δικαστικής απόφασης (Memo) με αριθμό ΕΒ5978/99 η οποία διενεργήθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής D37 της Εναγομένης 2 - Αιτήτριας.
  5. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει την εγγραφή της δικαστικής απόφασης (Memo) με αριθμό ΕΒ1188/01 η οποία διενεργήθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/824 της Εναγομένης 2 - Αιτήτριας.
  6. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή αναστέλλεται και/ή παραμερίζεται η διαδικασία πώλησης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής D37 το οποίο βαρύνεται με την εγγραφή δικαστικής απόφαση (Memo) με αριθμό ΕΒ5978/
  7. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή αναστέλλεται και/ή παραμερίζεται η διαδικασία πώλησης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/824 το οποίο βαρύνεται με την εγγραφή δικαστικής απόφαση (Memo) με αριθμό ΕΒ1188/
  8. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λευκωσίας να προχωρήσει με την διαδικασία πώλησης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής D37 το οποίο βαρύνεται με την εγγραφή δικαστικής απόφασης (Memo) με αριθμό ΕΒ5978/99 μέχρι την εκποίηση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 589 της Εναγομένης 1 στο οποίο υπάρχει υποθήκη με αριθμό Υ4769/95 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας.
  9. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο απαγορεύεται στον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λευκωσίας να προχωρήσει με την διαδικασία πώλησης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/824 το οποίο βαρύνεται με την εγγραφή δικαστικής απόφασης (Memo) με αριθμό ΕΒ1188/01 μέχρι την εκποίηση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 589 της Εναγομένης 1 στο οποίο υπάρχει υποθήκη με αριθμό Υ4769/95 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας.
  10. Διαζευκτικά Διάταγμα του Δικαστηρίου που να αναστέλλει την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 4/6/1999 εναντίον της Εναγομένης 2 - Αιτήτριας στην έκταση που αφορά κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας της ή πώληση ή επιβάρυνση (memo) της ακίνητης ιδιοκτησίας της ή αίτηση καταβολής μηνιαίως δόσεων όπως προβλέπεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο ή αίτηση έκδοσης διατάγματος παραλαβής όπως προβλέπεται στον περί Πτωχεύσης Νόμο, μέχρι την εκποίηση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 589 της Εναγομένης 1 στο οποίο υπάρχει υποθήκη με αριθμό Υ4769/95 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας.
  11. Οιονδήποτε άλλο Διάταγμα το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει πρέπον υπό τας περιστάσεις.» Ας λεχθεί από τώρα ότι αιτήτρια στην επίδικη αίτηση είναι η εναγομένη 2 στην αγωγή (στη συνέχεια η αιτήτρια). Η δε αίτηση εδράζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 2, 23, 53-71, 98-99· στον περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο, Ν. 197(Ι)/2003, άρθρα 2, 3, 9, 10, 11 και 13· στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.8, Δ.39, Δ.40, Δ.42 κ.5, Δ.48 κκ.1-4, 8-9, Δ.59 και Δ.64· στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Περαιτέρω, η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της αιτήτριας. Στον αντίποδα βρίσκεται η ενάγουσα τράπεζα (στη συνέχεια η τράπεζα) η οποία διατείνεται ότι· «Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου.

(1)Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the court).
(2)Στην παρούσα υπόθεση οι Ενάγοντες ακολούθησαν πάντοτε την ορθή και/ή ενδεδειγμένη διαδικασία και έλαβαν όλα τα επιτρεπτά και/ή νόμιμα μέτρα.
(3)Η Εναγόμενη 2 δεν παρουσιάζει σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους και/ή εύλογη αιτία που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
(4)Το αιτούμενο διάταγμα θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες. Η ακύρωση της εν λόγω εγγραφής (Memo) και των διαταγμάτων παράτασης της εγγραφής θα οδηγούσε κατάφωρη αδικία εις βάρος των εναγόντων παρεμποδίζοντας τους από το να εισπράξουν το λαβείν τους από την προς όφελός τους εκδοθείσα απόφαση, καθώς και από το δικαίωμα τους να εγγράψουν δικαστική απόφαση, επί της ακίνητης ιδιοκτησίας των Εναγόμενων 1 και 3.
(5)Η παρούσα αίτηση έχει ως μόνο σκοπό την πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης και/ή κωλυσιεργίας και/ή αναστολή της όλης διαδικασίας.
(6)Το αιτούμενο διάταγμα θα έπληττε την απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης.» Για σκοπούς ολοκλήρωσης της όλης εικόνας αναφέρω ότι και η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, που σε αυτή την περίπτωση ορκίζεται ο Μάριος Κουντούρης, υπάλληλος της τράπεζας. Τώρα, πριν οτιδήποτε άλλο μπορεί και πρέπει να παρατεθεί το σύνολο των γεγονότων που αναφύονται από το περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου ενώπιον του δικαστηρίου. Πέραν όμως τούτων διαπιστώνω περαιτέρω ότι μέρος των ισχυρισμών των ομνυόντων σε αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, φαίνεται να μην τελεί υπό αμφισβήτηση. Ως εκ τούτου κάποια συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν και από αυτή την πτυχή του μαρτυρικού υλικού. Συνιστά λοιπόν αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η επίδικη αγωγή, η οποία καταχωρίστηκε την 18.03.1999, αφορούσε συμφωνία δανείου και στρεφόταν εναντίον τριών προσώπων. Μια εξ αυτών είναι και η αιτήτρια, εναγομένη 2 στην αγωγή. Την 04.06.1999 η τράπεζα εξασφάλισε απόφαση εναντίον της αιτήτριας και της εναγομένης 3, ενώ την 12.01.2000 απόφαση εκδόθηκε και εναντίον της εναγομένης
  1. Η απόφαση που αφορά την αιτήτρια ήταν για ποσό Λ.Κ.27196,40 με τόκο 9% ετησίως επί ποσού Λ.Κ.23475,72 από 08.01.1999 μέχρι εξοφλήσεως, ενώ η εναγομένη 3 διατάχθηκε να καταβάλει στην τράπεζα το ποσό των Λ.Κ.1900 πλέον τόκο προς 9% επί ποσού Λ.Κ.1200 από 09.09.
  2. Οι δύο εναγόμενες, αιτήτρια και εναγομένη 3, διατάχθηκαν να καταβάλουν και τα έξοδα της τράπεζας. Η απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της εναγομένης 1 είναι για ποσό Λ.Κ.23736,20 με τόκο προς 9% επί ποσού Λ.Κ.22850,74 από 04.01.2000 μέχρι εξοφλήσεως. Αναφέρονται βεβαίως και δικηγορικά έξοδα, ενώ προστίθεται και διαταγή δια εκποίηση υποθήκης. Όπως αναφέρεται στην απόφαση ημερομηνίας 12.01.2000· «ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου του εναγομένου 1 προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους και εξόδων ήτοι: Υποθήκη Υ.4769/95, ημερ. 26.5.95, Κτηματολογίου Λευκωσίας, δια £30.000 πλέον τόκος, Αναστασία Ανδρέα Μίτα» Μετά την έκδοση απόφασης εις βάρος της αιτήτριας η τράπεζα έλαβε μέτρα εκτέλεσης εναντίον της τελευταίας. Η τράπεζα παραδέχεται εν προκειμένω τους ισχυρισμούς της αιτήτριας, δηλαδή ότι την 13.12.1999 κατέθεσε επί της ακίνητης περιουσίας της αιτήτριας το MEMO υπ' αριθμό 5978/99 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας και ακολούθως, την 16.10.2001, το ΜΕΜΟ υπ' αριθμό 1188/
  3. Μετά την καταχώριση του τελευταίου ΜΕΜΟ ακολούθησε αίτηση της τράπεζας στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας για αναγκαστική πώληση του ακινήτου της αιτήτριας με αριθμό εγγραφής 0/
  4. Η σχετική αίτηση καταχωρίστηκε την 20.01.
  5. Παρεμβάλλω εδώ ότι πέραν των παραδεχτών παραγράφων 4, 6 και 7 της ενόρκου δηλώσεως της αιτήτριας, σχετικό είναι και το τεκμήριο Γ στην αίτηση, δηλαδή η γνωστοποίηση του κτηματολογίου προς τον εξ αποφάσεως χρεώστη, εδώ την αιτήτρια, ότι ο εξ' αποφάσεως πιστωτής, ήτοι η τράπεζα, κατέθεσε αίτηση για αναγκαστική πώληση του ακινήτου που βαρύνεται με ΜΕΜΟ. Πέραν των πιο πάνω άλλο ένα ζήτημα που αφορά την αίτηση και μπορεί να διαπιστωθεί σε αυτό το στάδιο, είναι η ιδιότητα της αιτήτριας στην όλη υπόθεση. Συγκεκριμενοποιώ τούτο άνευ περαιτέρω καθυστερήσεως· ζητούμενο είναι η ιδιότητα υπό την οποία η αιτήτρια κατέστη εξ αποφάσεως οφειλέτιδα της τράπεζας. Διεξήλθα εν προκειμένω το κλητήριο ένταλμα της αγωγής, ως επίσης τα τεκμήρια που χρησιμοποιήθηκαν από τους ενάγοντες εις απόδειξη της αγωγής εναντίον των εναγομένων 2 και 3 (βλ. ένορκη δήλωση Τζούλιας Οικονομίδου ημερομ. 01.06.1999). Σχετικά είναι και τα τεκμήρια Α και Δ στην αίτηση. Από όλα τα πιο πάνω είναι φανερό ότι πρωτοφειλέτης στην αγωγή είναι η εναγομένη 1 (στη συνέχεια η πρωτοφειλέτιδα), εφόσον αυτή είναι το πρόσωπο που έλαβε το δάνειο, ενώ η αιτήτρια και η εναγομένη 3 εγγυήθηκαν τούτη δια πιστή τήρηση των όρων της σύμβασης που συνομολόγησε με την τράπεζα. Συνεπώς, αιτήτρια και εναγομένη 3 είναι εγγυήτριες της πρωτοφειλέτιδας εναγομένης
  6. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν αναμφισβήτητα γεγονότα και ως εκ τούτου υιοθετούνται από το δικαστήριο και καθίστανται διαπιστώσεις τούτου. Λοιπόν, είναι η θέση της αιτήτριας ότι ενώ η τράπεζα έχει δεσμεύσει δύο δικά της ακίνητα, εν προκειμένω τα ακίνητα που δεσμεύτηκαν με τα MEMOs 5978/99 και 1188/01, και επιπλέον προωθεί αίτημα πώλησης του ενός εκ των δύο ακινήτων, η πρωτοφειλέτιδα στην αγωγή έχει ακίνητη περιουσία, ήτοι το ακίνητο που σύμφωνα με την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της βαρύνεται με υποθήκη και διατάχθηκε η πώλησή του, και όμως η τράπεζα δεν έλαβε μέτρα εκποίησης της υποθήκης και επέλεξε να στραφεί εναντίον της αιτήτριας που είναι εγγυητής και όχι πρωτοφειλέτης. Επιπλέον διατείνεται πως η δεκαεξάχρονη καθυστέρηση της τράπεζας να λάβει μέτρα εκτέλεσης, αποκαλύπτει κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Περαιτέρω, αναφέρει πως σύμφωνα με τα στοιχεία της τράπεζας, συγκεκριμένα κατάσταση λογαριασμού η οποία επισυνάπτεται στην αίτηση ως τεκμήριο Ε, την 06.05.2015 το οφειλόμενο ποσό ανερχόταν σε €51812,58, ενώ η αξία της περιουσίας της πρωτοφειλέτιδας ανέρχεται σε €
  7. Προς επίρρωση της αξίας του υποθηκευμένου ακινήτου της πρωτοφειλέτιδας, η αιτήτρια παρουσιάζει το τεκμήριο Στ στην αίτηση, δηλαδή έντυπο του Κτηματολογίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 03.06.2015, το οποίο πληροφορεί την ιδιοκτήτρια - πρωτοφειλέτιδα ότι κατόπιν αναθεώρησης της αξίας του εν λόγω ακινήτου αποφασίστηκε όπως τούτη αυξηθεί από €52100 σε €
  8. Καταλήγει η αιτήτρια ότι εφόσον το εξ αποφάσεως χρέος υπερκαλύπτεται από την περιουσία της πρωτοφειλέτιδας, περιουσία η οποία ούτως ή άλλως είναι υποθηκευμένη προς όφελος της τράπεζας, είναι υποχρέωση της τελευταίας να προωθήσει μέτρα εναντίον της πρωτοφειλέτιδας και μόνο εφόσον τούτα δεν καρποφορήσουν να στραφεί εναντίον των εγγυητών. Στον αντίποδα ο ομνύων την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της τράπεζας αναφέρει πως η τράπεζα ουδέποτε καταχράστηκε τη δικαστική διαδικασία και πως απλώς επέλεξε την καταχώριση ΜΕΜΟ καθ' ότι η αναγκαστική πώληση ενυπόθηκου ακινήτου είναι μέτρο χρονοβόρο. Άλλωστε, αναφέρει ο ομνύων, δεν υπάρχει πρόνοια στη σχετική νομοθεσία που να προσδιορίζει τη σειρά προτεραιότητας των μέτρων εκτέλεσης. Προσθέτει δε ότι συμφώνως του άρθρου 37 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν.9/1965, ο πιστωτής δύναται να αποστείλει ειδοποίηση με κατάσταση λογαριασμού και να απαιτήσει εξόφληση του χρέους που εξασφαλίζεται από υποθήκη εντός ενός μηνός, άμα τούτο είναι υπερήμερο για περίοδο 120 ημερών. Μετά την παρέλευση του ενός μηνός, δηλαδή της προθεσμίας εξόφλησης, καταχωρείται αίτηση για αναγκαστική πώληση. Καίτοι εδώ δεν στάληκε τέτοια επιστολή, η τράπεζα αναφέρει τούτο για να υποδείξει πως το σχετικό άρθρο δεν προσδιορίζει χρόνο εντός του οποίου οφείλει να δράσει και πως ο λόγος δια τον οποίο δεν έστειλε τέτοια επιστολή είναι η παροχή ίσων ευκαιριών σε όλους τους οφειλέτες, δηλαδή εναγόμενους 1, 2 και
  9. Τέλος, σημειώνει ότι αν και η αιτήτρια αμφισβητεί την κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο Ε στην αίτηση, εν τούτοις δεν υποστηρίζει πως το εξ αποφάσεως χρέος έχει εξοφληθεί. Παρεμβάλλω εδώ ότι στην ακρόαση της αίτησης εμφανίστηκε και η πρωτοφειλέτιδα. Καίτοι δεν καταχώρισε ένσταση ζήτησε το λόγο και αφού της δόθηκε ανέφερε στο δικαστήριο πως δεν ενίσταται σε πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου που είναι στο όνομά της και το οποίο ακίνητο είναι αυτό που αναφέρεται στην αίτηση και επιπλέον, ότι η αξία του εν λόγω ακινήτου ανέρχεται σε €
  10. Προς το σκοπό ολοκλήρωσης της εικόνας σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, σημειώνω ότι ουδεμία πλευρά ζήτησε αντεξέταση και πως η ακρόαση ολοκληρώθηκε με γραπτές αγορεύσεις καθώς και τη δήλωση της πρωτοφειλέτιδας, ως πιο πάνω αναφέρθηκε. Πριν οτιδήποτε άλλο οφείλω να υποδείξω ένα καίριο ζήτημα το οποίο ευθέως προκύπτει από τα συμφραζόμενα της αιτήτριας και καθορίζει την τύχη μέρους της αίτησης. Τούτο έχει να κάνει με τα αιτούμενα στην αίτηση διατάγματα με διακριτικά στοιχεία 1 και
  11. Με τούτα τα διατάγματα ζητείται η ακύρωση της εγγραφής της δικαστικής απόφασης, δηλαδή του ΜΕΜΟ. Είναι καλά νομολογημένο ότι το ΜΕΜΟ συνιστά εμπράγματο βάρος και συνεπώς οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή του αντιδιαστέλλονται με εκείνες που αφορούν άλλα εμπράγματα βάρη, φερ' ειπείν υποθήκη. Υπό αυτή την έννοια ακύρωση εμπράγματου βάρους δικαιολογείται είτε διότι η υποχρέωση εξοφλήθηκε, είτε διότι έπαυσε να υφίσταται (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιαννάκη Ανδρέα Σαλλουμή κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A861, Πολ. Έφ. 336/09, 10/11/2014). Στο δικό μου μυαλό είναι αντιληπτό ότι το αίτημα της αιτήτριας δεν υποστυλώνεται στις κλασσικές αρχές που θέλουν το εμπράγματο βάρος να ακυρώνεται δια τους λόγους που πιο πάνω αναφέρονται, εφόσον ορθά η τράπεζα υποδεικνύει πως η αιτήτρια δεν υποστηρίζει ότι το εξ αποφάσεως χρέος έχει εξοφληθεί ή ότι ο σκοπός που εξυπηρετεί το ΜΕΜΟ έπαυσε να υφίσταται. Καίτοι αμφισβητεί το ύψος τούτου του υπολοίπου, σε καμία περίπτωση διατείνεται εξόφληση, ενώ δεδομένη είναι η έκδοση απόφασης εις βάρος της και συνεπώς ότι κατέστη, και εξακολουθεί να είναι, εξ αποφάσεως οφειλέτιδα της τράπεζας. Είναι λοιπόν κατανοητό ότι στη βάση των ισχυρισμών της αιτήτριας τα αιτούμενα διατάγματα με διακριτικά στοιχεία 1 και 2 είναι ανυπόστατα και ως τέτοια υποκείμενα σε απόρριψη. Αν ορθά αντιλαμβάνομαι τα πράγματα ουσιαστική νομική βάση της αίτησης είναι ο Ν197(Ι)/2003 και πραγματική βάση στην οποία στηρίζεται είναι οι ισχυρισμοί ότι· αφενός η αιτήτρια είναι εγγυήτρια και αφετέρου η πρωτοφειλέτιδα έχει περιουσία, εν προκειμένω ακίνητη περιουσία, που αν η τράπεζα ήθελε εκποιήσει, το εξ αποφάσεως χρέος θα ικανοποιείτο πλήρως. Αναδεικνύεται συνεπώς το εξής ερώτημα· ποια η σημασία του Ν.197(Ι)/2003 και πώς εξυπηρετεί την αιτήτρια, εάν βεβαίως η υπό κρίση περίπτωση παρέχει δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων του σχετικού νόμου. Η προσοχή επικεντρώνεται στα άρθρα 9 και 10 του σχετικού νόμου, εφόσον απλή και μόνο ανάγνωση τούτων αποκαλύπτει ότι αυτά είναι που μεριμνούν για έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης δικαστικής διαδικασίας. Δεν διαλανθάνει εν τούτοις την προσοχή μου ότι προϋπόθεση δια εφαρμογή των διατάξεων του σχετικού νόμου, είναι ο εγγυητής να είναι φυσικό πρόσωπο το οποίο εγγυάται σε πιστωτή τον πρωτοφειλέτη (βλ. άρθρο 3 του σχετικού νόμου). Όπως έχω ήδη αναφέρει στην προκείμενη περίπτωση τα τεκμήρια της αίτησης (τεκμήρια Α και Δ), το κλητήριο ένταλμα και η ένορκη δήλωση ημερομηνίας 01.06.1999, η οποία χρησιμοποιήθηκε για απόδειξη της υπόθεσης εναντίον της αιτήτριας, καθιστούν σαφές ότι η αιτήτρια είναι εγγυήτρια της εναγομένης 1 που είναι η πρωτοφειλέτιδα. Επανέρχομαι συνεπώς στα άρθρα 9 και 10 του Ν.197(Ι)/2003 για να υποδείξω ότι αποτελούν ρηξικέλευθη καινοτομία σε ό,τι αφορά την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων. Επί του προκειμένου υποδεικνύω ό,τι αναφέρθηκε στην υπόθεση Αδελφοί Θράσου και Συνεργάτες ν. Βασιλαρά κ.α.
(2008)1Β ΑΑΔ 830, 835. Λέχθηκε εκεί ότι· «Στο Άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, προνοείται ρητά πως κάθε δικαστική απόφαση ή διάταγμα του δικαστηρίου που διατάσσει πληρωμή χρημάτων, μπορεί να εκτελεστεί με όλα ή με οποιοδήποτε από τα μέσα που αναφέρονται στο εδάφιο 1 του Άρθρου 14 και τα οποία περιλαμβάνουν κατάσχεση ιδιοκτησίας στα χέρια τρίτου και εξέταση του εξ αποφάσεως οφειλέτη δυνάμει του Μέρους VIII και έκδοση σχετικού διατάγματος δυνάμει του Μέρους ΙΧ του Νόμου. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε ρητή απαγόρευση στο Νόμο αναφορικά με τη λήψη, ταυτόχρονα, περισσοτέρων του ενός μέσου εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Αυτό ενισχύεται και από το Άρθρο 87 του Κεφ. 6, το οποίον προνοεί ότι το δικαστήριο, μετά την εξέταση του οφειλέτη, μπορεί να εκδώσει ένα ή και περισσότερα από τα διατάγματα που αναφέρονται στο Άρθρο 87, μεταξύ των οποίων είναι το διάταγμα πληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις και το ένταλμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου. Η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων είναι στοιχείο που συναρτάται άμεσα με το κύρος της δικαστικής διαδικασίας. Η αξιοπιστία της δικαιοσύνης εξαρτάται και από την αποτελεσματικότητα της (Δέστε: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Κωνσταντίνου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1034).» Τα πιο πάνω φαίνεται σήμερα να διαφοροποιούνται εκεί όπου η υπόθεση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Ν.197(Ι)/2003. Τονίζω εδώ ότι η ριζική αλλαγή επήλθε με τον τροποποιητικό νόμο 58(Ι)/2015, εφόσον αυτός ήταν που διεύρυνε το πεδίο εφαρμογής του βασικού νόμου (Ν.197(Ι)/2003), παρέχοντας εξουσία στο δικαστήριο να αναστείλει το όποιο μέτρο εκτέλεσης, θεωρώντας ως τέτοιο ακόμα και την πτώχευση και συνεπώς αίτημα για αναστολή τίθεται και αποφασίζεται στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας ή, σε άλλη περίπτωση, στο πλαίσιο της διαδικασίας που αφορά το μέτρο εκτέλεσης. Το άρθρο 9 προσδιορίζει τα μέτρα εκτέλεσης που δύνανται να ανασταλούν και για ό,τι εδώ ενδιαφέρει κατονομάζεται και η επιβάρυνση (ΜΕΜΟ) ακίνητης ιδιοκτησίας. Από την άλλη το άρθρο 10 του σχετικού νόμου εξειδικεύει αριθμό περιπτώσεων που είναι ικανές να ενεργοποιήσουν τη διακριτική εξουσία με την οποία ο νόμος εξοπλίζει το δικαστήριο. Λέγω διακριτική εξουσία εφόσον κατά την ταπεινή μου άποψη αυτό είναι που υπαινίσσονται τα αναφερόμενα στο εδάφιο
(1)του άρθρου 10 του νόμου, όπου αναφέρεται ότι· «10.
(1)Δικαστήριο διατάσσει δυνάμει του άρθρου 9, όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και ορθό, την αναστολή της εκτέλεσης απόφασης..» Στην προκείμενη περίπτωση η παράγραφος που ενδιαφέρει κρίνω ότι είναι εκείνη με διακριτικό στοιχείο (γ), του εδαφίου
(1)του άρθρου 10 του νόμου. Για σκοπούς πληρότητας παραθέτω αυτούσιο το μέρος που ενδιαφέρει· «(γ) όταν υποβληθεί από τον εγγυητή αίτηση για αναστολή οποτεδήποτε μετά την έκδοση απόφασης και το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή, που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης: Νοείται ότι κατά την έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης απόφασης εναντίον του εγγυητή το δικαστήριο αναφέρει τα οικονομικά στοιχεία ή και προσδιορίζει την περιουσία για την οποία το δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ή για την οποία ο πιστωτής, ο εγγυητής και ο πρωτοφειλέτης συμφωνούν, ανάλογα με την περίπτωση, ότι είναι δυνατόν εκ πρώτης όψεως να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή και απαγορεύει στον πρωτοφειλέτη να αποξενώσει την προσδιοριζόμενη στο διάταγμα περιουσία ή τα οικονομικά στοιχεία, ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η εξ' αποφάσεως οφειλή ή οποιοδήποτε μέρος της: ...... Νοείται έτι περαιτέρω ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, το δικαστήριο δύναται να ικανοποιηθεί με βάση την ενώπιόν του μαρτυρία ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο σύμβασης εγγύησης, εάν ο πιστωτής δεν αποδείξει- ...... (ν) σε περίπτωση που εξακολουθεί να υφίσταται οποιαδήποτε υποθηκευμένη ακίνητη ιδιοκτησία του πρωτοφειλέτη προς όφελος του πιστωτή, ότι αυτή δεν έχει ακόμα εκποιηθεί δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου.» Τα αναφερόμενα στην εν λόγω παράγραφο αποκαλύπτουν ότι το μόνο που οφείλει να πράξει ο εγγυητής - υπενθυμίζω ότι εγγυητής σημαίνει πρόσωπο που καλύπτεται από τις διατάξεις του άρθρου 3 του νόμου - είναι να υποβάλει αίτηση στο δικαστήριο μετά την έκδοση απόφασης εναντίον του και να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι ο πρωτοφειλέτης έχει περιουσία που φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, ότι είναι τέτοιας αξίας που ικανοποιεί την οφειλή της σύμβασης εγγύησης. Μάλιστα αν το δικαστήριο ήθελε ικανοποιηθεί περί τούτου, οφείλει να μνημονεύσει την εν λόγω περιουσία του πρωτοφειλέτη και να απαγορεύσει την αποξένωσή της. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διαδικασία απόδειξης όλων των πιο πάνω. Η τελευταία επιφύλαξη της παραγράφου (γ) απαριθμεί σειρά περιπτώσεων που αν ο πιστωτής δεν απαντήσει, τότε το δικαστήριο δυνατό να συνάγει συμπέρασμα ότι ο πρωτοφειλέτης έχει οικονομική δυνατότητα ή περιουσία να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή. Τα πιο πάνω αποκαλύπτουν λοιπόν μετάθεση αποδεικτικού βάρους (evidential burden) στους ώμους του πιστωτή, να αντιστρέψει τα συμπεράσματα που εξάγονται από τους ισχυρισμούς του αιτητή. Στην προκείμενη περίπτωση η επίδικη αίτηση υποβλήθηκε μετά την έκδοση απόφασης εναντίον της αιτήτριας. Στο ερώτημα κατά πόσο η πρωτοφειλέτιδα έχει οιανδήποτε περιουσία ή οικονομική ικανότητα, η απάντηση είναι πως η αιτήτρια απέδειξε τούτο το στοιχείο σε βαθμό, αν όχι απόλυτο, πολύ υψηλότερο του εκ πρώτης όψεως που υποχρεούται. Όλες οι πλευρές και με αυτό εννοώ· τράπεζα, αιτήτρια και πρωτοφειλέτιδα, συμφωνούν ότι η τελευταία έχει υποθηκεύσει προς όφελος της τράπεζας συγκεκριμένο ακίνητο. Τούτο το ακίνητο αναφέρεται στην απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της και μάλιστα είναι αυτό δια το οποίο το δικαστήριο διέταξε την εκποίηση της υποθήκης. Αν ορθά αντιλαμβάνομαι το σύνολο των θέσεων, δεν υπάρχει διαφωνία ότι η αξία του υποθηκευμένου ακινήτου ανέρχεται σε €
  1. Εν πάση όμως περιπτώσει, η πλέον αρμόδια αρχή, δηλαδή το επαρχιακό κτηματολόγιο, εξέδωσε το τεκμήριο Στ με το οποίο υποστηρίζει ότι η αναθεωρημένη αξία του ακινήτου που ενδιαφέρει, είναι €
  2. Αυτό δεν έτυχε αμφισβήτησης από την τράπεζα εφόσον δεν αντεξετάστηκε ο αρμόδιος λειτουργός και ούτε προσκομίστηκε άλλη αντίθετη εμπειρογνώμονη μαρτυρία. Δέχομαι λοιπόν ότι η αξία του υποθηκευμένου ακινήτου της πρωτοφειλέτιδας, ανέρχεται σε €
  3. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις είναι βεβαίως αρκετές για να δικαιολογήσουν το επιπρόσθετο συμπέρασμα ότι η υποθηκευμένη περιουσία της πρωτοφειλέτιδας είναι αρκετή για ικανοποίηση της εξ αποφάσεως οφειλής που την 06.05.2015 ανερχόταν σε €51812,
  4. Το σύνολο των πιο πάνω φανερώνει πως η επίδικη περίπτωση διέπεται απόλυτα από τις πρόνοιες του σχετικού νόμου. Δεν είναι βεβαίως έργο του δικαστηρίου να προσδιορίσει επί ματαίω και in abstracto τις προθέσεις του νομοθέτη πίσω από τη θέσπιση του σχετικού νόμου. Στο πλαίσιο όμως των εισηγήσεων της πλευράς της τράπεζας ότι τυχόν αναστολή εκτέλεσης της απόφασης θα συνιστά αδικία για την τράπεζα και περαιτέρω, θα προκαλέσει καθυστέρηση και κωλυσιεργία, οφείλω να παρατηρήσω ότι σε μια σύγχρονη και ευνοούμενη πολιτεία δικαιούται ο εγγυητής και ακολούθως εξ αποφάσεως οφειλέτης, να γνωρίζει τι είναι εκείνο που σε κάποιο στάδιο δυνατό να κληθεί να καταβάλει ώστε να τιμήσει την εγγύηση που έδωσε. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο πιστωτής δικαιούται να επιλέγει που και πότε θα στρέψει τα μέτρα εκτέλεσης. Οι πρόνοιες του σχετικού νόμου δεν είναι τίποτα άλλο από απόρροια της λογικής. Οφείλει ο πιστωτής να αποταθεί στον κύριο αντισυμβαλλόμενό του, δηλαδή τον πρωτοφειλέτη που καρπώθηκε και το όφελος από τη μεταξύ τους σύμβαση. Όταν και εφόσον πράξει τούτο, που αναμένεται να είναι το συντομότερο δυνατό, αν παρ' ελπίδα απομένει υπόλοιπο, τότε είναι που καλούνται οι εγγυητές να αποπληρώσουν τούτο στο ύψος της εγγύησης που έδωσαν. Είμαι της γνώμης, με όλο το σεβασμό στην αντίθετη άποψη, ότι η κοινωνία των πολιτών και οι κανόνες δικαίου που τη διέπουν, αυτό είναι που αναμένουν και όχι εκτέλεση της απόφασης εναντίον των εγγυητών, τη στιγμή που ο πρωτοφειλέτης μένει στο απυρόβλητο και απολαμβάνει τους καρπούς της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω, κρίνω πως η παρούσα είναι αρμόζουσα περίπτωση δια έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Περιπλέον, είμαι της γνώμης ότι το διάταγμα που εμπεριέχει την πεμπτουσία του αιτήματος είναι εκείνο της 7ης παραγράφου στην αίτηση, ως εκ τούτου εκδίδεται. Επιπλέον εκδίδονται και τα διατάγματα των παραγράφων 5 και 6 στην αίτηση. Τα υπόλοιπα (3 και 4) κρίνω ότι εμπεριέχονται στα προαναφερόμενα και συνεπώς είναι περιττά. Ως εκ τούτου δεν εκδίδονται. Παρ' ότι αναφέρεται στο εκδοθέν διάταγμα (παράγραφος 7), για σκοπούς πληρότητας αναφέρω ότι η τράπεζα θα είναι ελεύθερη να επανέλθει για εκτέλεση εις βάρος της αιτήτριας αφότου εκποιήσει την περιουσία της πρωτοφειλέτιδας και δεδομένου ότι παραμείνει υπόλοιπο. Η περιουσία τούτη είναι η αναφερόμενη στην απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της πρωτοφειλέτιδας, απόφαση ημερομηνίας 12.01.
  5. Τα στοιχεία τούτης της περιουσίας είναι· « Λευκωσία, Άγιος Ιωάννης Μαλούντας, Κατοικία και Περβόλι, υπ' αρ. εγγρ. 589, Φ/Σχ.ΧΧΙΧ, Σχεδ. Αρ. 39 Χωρ., Τεμ. 250, Block 11/148, 153, 152, το όλο μερίδιο, υποθηκευμένο το όλο.» Η πρωτοφειλέτιδα διατάζεται όπως μη αποξενώσει την εν λόγω περιουσία. Τα έξοδα της επίδικης αίτησης, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον της τράπεζας. (Υπ.) ........... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.