Χριστόδουλου Καρεκλά ν. Άντρης Αντωνιάδου, υπό την ιδιότητα της ως Ειδικής Διαχειρίστριας της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 6560/2014, 18/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A110 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6560/2014 Μεταξύ: Χριστόδουλου Καρεκλά Ενάγοντος v.
- Άντρης Αντωνιάδου, υπό την ιδιότητα της ως Ειδικής Διαχειρίστριας της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Ν. 17(Ι)/13
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
- Γενικού Εισαγγελέα Εναγομένων Αίτηση ημ. 26 Μαρτίου 2015 για Τροποποίηση Ημερομηνία: 18 Φεβρουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κα Χ. Τάσου για Χριστίνα Χριστοφή Για την Εναγομένη 1 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Κ. Στυλιανού για Τορναρίτης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγομένη 2 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Α. Λιβέρα για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγομένη 3 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Θ. Ραφτοπούλου για Αλέκος Ευαγγέλου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο 4 - Καθ΄ ου η Αίτηση: κα Θ. Μαυρομουστάκη Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση ο Ενάγων - Αιτητής ζητά την τροποποίηση του τίτλου της Αγωγής και ειδικότερα την περιγραφή της Εναγομένης 1, καθώς επίσης και τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Αντικείμενο της Αγωγής είναι η αγορά αξιογράφων της Cyprus Popular Bank Public Plc (εφεξής «η Λαϊκή») από τον Ενάγοντα. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, η Εναγομένη 2 είναι διάδικος λόγω του ότι σε αυτή μεταβιβάστηκαν και ή εκχωρήθηκαν όλα τα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις της Λαϊκής. Η Εναγομένη 3 ενάγεται ως το νομικό πρόσωπο το οποίο είναι αρμόδιο για την εποπτεία των τραπεζών και για τη διασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος. Ο Εναγόμενος 4 ενάγεται για κατ΄ ισχυρισμόν αμέλεια και ή παράλειψη εκτέλεσης των καθηκόντων των οργάνων και ή αξιωματούχων της κρατικής υπηρεσίας. Ο Ενάγων αποδίδει στην Εναγομένη 2 δόλο, αθέμιτες, παραπλανητικές και ψευδείς παραστάσεις, απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων και παράβαση καθήκοντος και ή της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και ή Οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στους Εναγόμενους 3 και 4 ο Ενάγων καταλογίζει πλημμελή εποπτεία και ή αμέλεια. Γι΄ αυτό ο Ενάγων αξιώνει ακύρωση των αξιογράφων και επιστροφή του καταβληθέντος αντιτίμου, καθώς επίσης και αποζημιώσεις. Οι Εναγόμενοι 1-3 καταχώρισαν ξεχωριστές υπερασπίσεις. Αξίζει να σημειωθεί πως η Εναγομένη 1 εγείρει προδικαστικές ενστάσεις ότι λανθασμένα έχει συμπεριληφθεί στην Αγωγή καθότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της εφόσον δεν της αποδίδεται οποιαδήποτε ευθύνη δυνάμει του Ν.17(Ι)/
- Προβάλλει επίσης ότι η ίδια δεν έχει οποιαδήποτε ανάμειξη στα επίδικα γεγονότα, στα οποία εν πάση περιπτώσει αναφέρεται απορρίπτοντας τις θέσεις του Ενάγοντος. Η Εναγομένη 2 με τη σειρά της επίσης εγείρει προδικαστικές ενστάσεις ότι η επίδικη απαίτηση δεν εμπίπτει εντός των υποχρεώσεων τις οποίες ανέλαβε από τη Λαϊκή, ότι ουδεμία σχέση έχει με την Αγωγή και έτσι αυτή πρέπει να απορριφθεί ως παντελώς αβάσιμη. Ισχυρίζεται ακόμη πως ο Ενάγων υπέγραψε το Ειδικό Έντυπο Αίτησης για Αξιόγραφα της Λαϊκής και έτσι κωλύεται από του να προβαίνει στους ισχυρισμούς που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης. Και η Εναγομένη 3 εγείρει προδικαστικές ενστάσεις πως δεν αποκαλύπτεται βάση αγωγής εναντίον της εφόσον δεν εγείρονται ισχυρισμοί ότι οι πράξεις και ή οι παραλείψεις της δεν έγιναν καλή τη πίστει ή ως αποτέλεσμα δόλου ή σοβαρής αμέλειας, και πως η Αγωγή πάσχει από ουσιώδη παρατυπία καθότι ισχυρισμοί για δόλο ηγέρθησαν σε ειδικώς και όχι σε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Περαιτέρω αρνείται τα όσα της αποδίδονται από τον Ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι άσκησε τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες της με κάθε δέουσα επιμέλεια και προσοχή. Ισχυρίζεται ακόμη πως ο Ενάγων κωλύεται να αξιώνει την ακύρωση της σύμβασης, πως δεν μπορεί να υπάρξει πλήρης αποκατάσταση των μερών στην προ της σύναψης της επίδικης σύμβασης νομική κατάσταση πραγμάτων και πως δεν υφίσταται πλήρης αποτυχία αντιπαροχής. Οι Εναγόμενοι 2 και 4 δεν έφεραν ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση. Οι Εναγόμενες 1 και 3 καταχώρισαν ένσταση. Στις ενστάσεις τους εγείρουν σωρεία λόγων ένστασης. Κατά την ακρόαση της Αίτησης οι δικηγόροι περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις. Ενόψει της φύσης αλλά και του αριθμού των θεμάτων τα οποία εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης κρίνεται σκόπιμο όπως το Δικαστήριο ασχοληθεί με το καθένα ξεχωριστά με τη σειρά όπως το ίδιο κρίνει ορθή. Κατά την εξέταση κάθε ζητήματος θα γίνεται αναφορά τόσο στις θέσεις των αντίστοιχων πλευρών όσο και των δικηγόρων κατά τις αγορεύσεις τους. Ι. Νομότυπο Ένορκης Δήλωσης της Ένστασης της Καθ΄ ης 1 Η δικηγόρος του Αιτητή ήγειρε το ζήτημα του νομότυπου της ένορκης δήλωσης της ένστασης της Καθ΄ ης 1 καθότι αυτή προέρχεται από δικηγόρο χωρίς να παρέχεται εξήγηση για τον λόγο που αυτή δεν έγινε από την Εναγομένη
- Είναι γεγονός πως η ένορκη δήλωση προέρχεται από την κα Βαρβάρα Αντωνίου, δικηγόρο στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την Εναγομένη
- Σύμφωνα με τη νομολογία, είναι ανεπιθύμητο οι δικηγόροι που εκπροσωπούν διάδικο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1(A) A.A.Δ. 82, εάν ο ομνύων δικηγόρος επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος και όχι ο πελάτης του στην ένορκη δήλωση, τότε η ένορκη δήλωση θεωρείται νομότυπη. Στην προκειμένη περίπτωση, όντως η ενόρκως δηλούσα δεν προβάλλει οποιονδήποτε λόγο γιατί προβαίνει η ίδια στην ένορκη δήλωση. Σημαντικό όμως είναι το γεγονός πως η ένσταση της Εναγομένης 1 αφορά εξ ολοκλήρου νομικά θέματα και ισχυρισμούς, και όχι γεγονότα για τα οποία όντως αναμένεται όπως ορκιστεί ο διάδικος. Σχετική είναι η υπόθεση Dulal v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή 1045/05, ημ. 27.10.05. Ως εκ τούτου για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και παρά το ανεπιθύμητο της πρακτικής η ένορκη δήλωση να γίνεται από δικηγόρο, εντούτοις κρίνεται πως αυτό το γεγονός δεν καθιστά αφ΄ εαυτού την ένορκη δήλωση της κας Αντωνίου ανεπίτρεπτη και αντικανονική και επομένως αυτή μπορεί να ληφθεί υπόψιν. ΙΙ. Προτεινόμενος Διάδικος Με την Αίτηση ζητείται η τροποποίηση του τίτλου της Αγωγής με την απάλειψη του ονόματος της Εναγομένης 1 και την αντικατάσταση της ως ακολούθως: «1. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd δια του Ειδικού Διαχειριστή και ή Ειδικής Διαχειρίστριας και ή οποιουδήποτε άλλου εξουσιοδοτημένου προσώπου δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 και ή δυνάμει οποιουδήποτε άλλου Νόμου και ή Κανονισμού .» Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση αναφέρεται πως η εν λόγω τροποποίηση καθίσταται αναγκαία λόγω της παραίτησης της κας Αντωνιάδου, η οποία αναφερόταν ονομαστικά στο κλητήριο ένταλμα, από Ειδική Διαχειρίστρια της Λαϊκής και του μη έγκαιρου διορισμού νέου Διαχειριστή μέχρι την καταχώριση της Αίτησης. Ο πρώτος και βασικός λόγος ένστασης της Καθ΄ ης 1 εμπεριέχει διάφορα σκέλη. Αυτά, όπως αναλύονται και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, είναι πως: (
- i)Η αιτούμενη τροποποίηση είναι αντικανονική και κατά παράβαση των σχετικών Θεσμών καθότι επιχειρείται η αντικατάσταση φυσικού με νομικό πρόσωπο. (
- ii)Με την αιτούμενη τροποποίηση του τίτλου γίνεται προσπάθεια προσθήκης διαδίκου. (iii) Επίσης επιδιώκεται η αντικατάσταση ανόμοιων και άσχετων μεταξύ τους διαδίκων. (
- iv)Επιχειρείται ακόμη η εισαγωγή μη υπαρκτού και ή υποθετικού προσώπου. Όπως φαίνεται από τον τίτλο, η υφιστάμενη Εναγομένη 1 είναι η Άντρη Αντωνιάδου η οποία ενάγεται υπό την ιδιότητα της ως Ειδικής Διαχειρίστριας της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Ν.17(Ι)/13. Τόσο το αιτητικό της Αίτησης όσο και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει αναφέρονται σαφώς σε τροποποίηση του τίτλου της Αγωγής και ειδικότερα σε αντικατάσταση της Εναγομένης 1. Ο διορισμός της κας Αντωνιάδου ως Ειδικής Διαχειρίστριας έγινε στις 25.3.13 από την Αρχή Εξυγίανσης, Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, με βάση την εξουσία που παρέχεται στην τελευταία δυνάμει του άρθρου 14 του Ν. 17(Ι)/13. Ο διορισμός δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, Παράρτημα Τρίτο, Μέρος ΙΙ, Α.Δ.Π. 4539/13. Το άρθρο 14 προνοεί πως ο Ειδικός Διαχειριστής αναλαμβάνει τη διοίκηση του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση. Η Λαϊκή τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης με βάση το περί της Πώλησης Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013, Κ.Δ.Π. 94/13, και το περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013, Κ.Δ.Π. 104/13. Το άρθρο 15 του Ν.17(Ι)/13 καθορίζει τον σκοπό του διορισμού, ο οποίος είναι η αποτελεσματικότερη εκτέλεση των μέτρων εξυγίανσης μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης ή και η επίβλεψη της διαδικασίας εκκαθάρισης του ιδρύματος. Οι εξουσίες του Ειδικού Διαχειριστή καθορίζονται στο άρθρο 16, και αυτές περιλαμβάνουν: · την απαίτηση ή επιβολή όρων για τον περιορισμό του πεδίου εργασιών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του ιδρύματος, · την αναθεώρηση ή κατάργηση πολιτικών και στρατηγικών αποφάσεων που επηρεάζουν την οργανική ή λειτουργική δομή του ιδρύματος, · τον περιορισμό ή και την απαγόρευση συναλλαγών ή επενδύσεων, · την απομάκρυνση ή αντικατάσταση οποιουδήποτε συμβούλου, πρώτου εκτελεστικού διευθυντή ή μέλους της ανώτατης διεύθυνσης του ιδρύματος, και · τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου ή ενέργειας ή την αποφυγή συγκεκριμένων ενεργειών. Το άρθρο 19 ρυθμίζει το θέμα της ευθύνης του Ειδικού Διαχειριστή, όπως επίσης και της Αρχής Εξυγίανσης ως εξής: «Σε περίπτωση αγωγής, αίτησης ή άλλης νομικής διαδικασίας για αποζημιώσεις σχετικά με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και ευθυνών του Ειδικού Διαχειριστή, δυνάμει του παρόντος Νόμου, η Αρχή Εξυγίανσης . ο Ειδικός Διαχειριστής . δεν υπέχουν οποιαδήποτε ευθύνη, εκτός εάν αποδειχθεί ότι η πράξη και η παράλειψη δεν έγινε καλή τη πίστη ή είναι αποτέλεσμα δόλου ή βαριάς αμέλειας εκ μέρους τους.» Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 30, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 19, ο Ειδικός Διαχειριστής δεν υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη σχετικά με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και ευθυνών του, εκτός εάν και πάλι αποδειχθεί ότι η πράξη η ή παράλειψη δεν έγινε καλή τη πίστει ή είναι αποτέλεσμα δόλου ή βαριάς αμέλειας εκ μέρους του. Εφόσον τα άρθρα 19 και 30 αποδίδουν προσωπική ευθύνη στον Ειδικό Διαχειριστή στα πλαίσια της άσκησης των αρμοδιοτήτων του και υπό ορισμένες προϋποθέσεις, συνάγεται πως ο Ειδικός Διαχειριστής και το ίδρυμα αποτελούν δύο ξεχωριστά πρόσωπα και ή οντότητες και πως διαχωρίζεται η ευθύνη του καθενός. Το πρώτο ζήτημα λοιπόν το οποίο χρήζει διευκρίνισης είναι ποιο από τα δύο πιο πάνω πρόσωπα ο Ενάγων συμπεριέλαβε ως πρώτη Εναγομένη με βάση τον υφιστάμενο τίτλο Αγωγής και την καταχωρισθείσα έκθεση απαίτησης του. Εν πρώτοις, εξετάζοντας τον τίτλο της Αγωγής δίδεται η εικόνα πως η επιλογή του Ενάγοντος ήταν να εναγάγει την Άντρη Αντωνιάδου υπό την ιδιότητα της ως Ειδικής Διαχειρίστριας, για πράξεις ή παραλείψεις δικές της στα πλαίσια των καθηκόντων της. Ο υφιστάμενος τίτλος παραπέμπει δηλαδή στο ότι η Άντρη Αντωνιάδου ενάγεται προσωπικά ως φυσικό πρόσωπο υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας. Αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου όμως πως στην υφιστάμενη έκθεση απαίτησης δεν περιέχεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός για πράξεις ή παραλείψεις της κας Αντωνιάδου οι οποίες να μην έγιναν καλή τη πίστει ή να είναι αποτέλεσμα δόλου και ή βαριάς αμέλειας εκ μέρους της. Ο Ενάγων αποδίδει όλες τις προαναφερόμενες δόλιες και άλλες ενέργειες στην Εναγομένη 2 αποκλειστικά και μόνο ως τη διάδοχο της Λαϊκής, καθιστώντας έτσι σαφές ότι η Αγωγή βασίζεται σε πράξεις και παραλείψεις της Λαϊκής, ήτοι του ιδρύματος, και όχι της Ειδικής Διαχειρίστριας ως φυσικού προσώπου. Με βάση το περιεχόμενο της Κ.Δ.Π. 104/13, η Λαϊκή μεταβιβάζει στην Τράπεζα Κύπρου ως το αποκτών πρόσωπο τα αναφερόμενα στο άρθρο 5 αντικείμενα, χωρίς αυτό να συνεπάγεται την κατάργηση ή διάλυση της Λαϊκής η οποία εξακολουθεί να υφίσταται και να διατηρεί τη νομική της οντότητα. Τα πιο πάνω άλλωστε φαίνεται να προκάλεσαν την έγερση των προδικαστικών ενστάσεων από τις Εναγόμενες 1-3 και ταυτόχρονα να δημιούργησαν την αναγκαιότητα αλλαγής της Εναγομένης 1. Εκείνο όμως το οποίο ζητείται δεν είναι η αντικατάσταση της Ειδικής Διαχειρίστριας με κάποιον συγκεκριμένο διάδοχο της ή έστω τον όποιον νέο Διαχειριστή ήθελε διαδεχθεί αυτήν αλλά με το ίδρυμα, ήτοι τη Λαϊκή, η οποία όντως θα μπορούσε να εναχθεί μέσω του Ειδικού Διαχειριστή, όπως άλλωστε προνοεί η Δ.9 θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Επί τούτου η θέση του Αιτητή πως η αιτούμενη τροποποίηση αφορά ουσιαστικά την αλλαγή της θέσης των ονομάτων, ήτοι την αλλαγή του ονόματος της Ειδικής Διαχειρίστριας υπό την ιδιότητα της ως Ειδικής Διαχειρίστριας της Λαϊκής με το όνομα της Λαϊκής διά του Ειδικού Διαχειριστή, δεν βρίσκει έρεισμα στα όσα αναφέρονται ανωτέρω και είναι παντελώς αβάσιμη, καθότι πρόκειται για δύο ξεχωριστά πρόσωπα. Με δεδομένη τη διάκριση των δύο αυτών προσώπων και οντοτήτων καθίσταται σαφές πως αυτό που θα ήθελε ο Ενάγων ουσιαστικά είναι τη διαγραφή υφιστάμενου διαδίκου και αντικατάσταση, δηλαδή προσθήκη νέου διαδίκου και όχι απλώς τροποποίηση του ονόματος του υφιστάμενου. Αυτές οι δύο διαδικασίες ρυθμίζονται από ξεχωριστές δικονομικές πρόνοιες, ήτοι η μεν τροποποίηση διέπεται από τη Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ενώ η προσθήκη διαδίκου από τη Δ.9. Όμως τόσο το αιτητικό όσο και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης αναφέρονται ρητώς σε τροποποίηση του τίτλου και όχι σε προσθήκη διαδίκου. Επιπλέον, η αγόρευση της δικηγόρου του Αιτητή επιβεβαιώνει ότι το αίτημα υπεβλήθη ως τροποποίηση και όχι ως προσθήκη διαδίκου. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως στη νομική βάση της Αίτησης περιλαμβάνονται τόσο η Δ.25 όσο και η Δ.9. Το αιτητικό όμως της Αίτησης είναι καθοριστικό και δεσμευτικό για το Δικαστήριο το οποίο δεν δύναται από μόνο του να διαφοροποιήσει το αίτημα του Αιτητή και εξετάσει αυτό σε διαφορετική βάση. Είναι δε άξιο απορίας ότι μετά τη ρητή θέση της δικηγόρου πως η επιχειρούμενη τροποποίηση του τίτλου αποσκοπεί στην αντικατάσταση του διαδίκου και όχι στην προσθήκη νέου, παραπέμπει ("άνευ βλάβης") και στις πρόνοιες της Δ.9 θ.10 που αφορά τη διαγραφή και προσθήκη διαδίκου. Επομένως το Δικαστήριο καταλήγει πως με την Αίτηση ζητείται η διαγραφή διαδίκου και η προσθήκη νέου, κάτι το οποίο δεν καλύπτεται από το αιτητικό της Αίτησης και έτσι δεν μπορεί να τύχει εξέτασης, πόσο μάλλον να εγκριθεί. Επιπλέον το εν λόγω αιτητικό είναι καταδικασμένο σε αποτυχία και λόγω του τρόπου διατύπωσης του. Είναι απολύτως αντιληπτό πως ο διορισμός νέου Ειδικού Διαχειριστή μέσω του οποίου ενάγεται η Λαϊκή θα επέβαλλε την τροποποίηση του ονόματος του διαδίκου στον περιορισμένο βαθμό και έκταση με την απλή τροποποίηση του ονόματος του Ειδικού Διαχειριστή. Αυτό άλλωστε είναι η δικονομική πρακτική που ακολουθείται σε όλες τις περιπτώσεις διαδίκων οι οποίοι ενάγονται μέσω Διαχειριστή της περιουσίας τους ή ακόμη μέσω Εκκαθαριστή ή Παραλήπτη (π.χ. Διαχειριστές κληρονομιών, Διαχειριστές περιουσίας ανικάνων, Παραλήπτες εταιρειών κ.λ.π.). Στην προκειμένη περίπτωση η θέση του Αιτητή πως μέχρι και την καταχώριση της Αίτησης δεν είχε διοριστεί άλλος Ειδικός Διαχειριστής δεν αντικρούστηκε από την Καθ΄ ης 1. Το Δικαστήριο θεωρεί πως αυτό το γεγονός παρείχε τη δυνατότητα στον Αιτητή είτε να αναμένει να λάβει διαβήματα τροποποίησης του τίτλου μετά τον διορισμό του νέου Ειδικού Διαχειριστή είτε ενδεχομένως να λάβει τα δέοντα μέτρα αφήνοντας ως Εναγομένη μόνο τη Λαϊκή χωρίς ειδική αναφορά στο όνομα του εκάστοτε Ειδικού Διαχειριστή. Αντ΄ αυτού ο Αιτητής επιδιώκει την περιγραφή του διαδίκου με αόριστο, διαζευκτικό αλλά και αβέβαιο τρόπο. Πέραν της συμπερίληψης της αδιευκρίνιστης και γενικής περιγραφής του "Ειδικού Διαχειριστή" στον τίτλο, επιχειρείται να προστεθεί ακόμη η αναγραφή «και ή οποιουδήποτε άλλου εξουσιοδοτημένου προσώπου» δυνάμει του Ν. 17(Ι)/13 και επιπλέον «και ή δυνάμει οποιουδήποτε άλλου Νόμου και ή Κανονισμού». Αυτός ο τρόπος διατύπωσης και καθορισμού του διαδίκου παραμένει ομολογουμένως άγνωστος στο δικό μας δικονομικό σύστημα και αναμφίβολα το Δικαστήριο δεν δύναται να επιτρέψει την προσθήκη αόριστου και επί του παρόντος ανύπαρκτου προσώπου ως διαδίκου χωρίς να γνωρίζει ακριβώς τη νομική βάση του διορισμού του, τις εξουσίες του και την όποια προβλεπόμενη ευθύνη του. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου η θέση της δικηγόρου του Αιτητή πως ο τρόπος διατύπωσης της προτεινόμενης Εναγομένης 1 γίνεται με σκοπό τη διασφάλιση περίληψης του ορθού διαδίκου και κάλυψης οποιουδήποτε ενδεχομένου αλλαγής του προσώπου που τυχόν ήθελε οριστεί να διαχειρίζεται και εκπροσωπεί τη Λαϊκή, χωρίς την αναγκαιότητα περαιτέρω τροποποιήσεων. Από πρακτικής απόψεως το Δικαστήριο αντιλαμβάνεται το σκεπτικό της πλευράς του Αιτητή, όμως τονίζεται πως αυτή η τακτική δεν βρίσκει νομικό έρεισμα στο δικονομικό μας σύστημα. Άλλωστε είναι σημαντικό να λεχθεί πως ο διορισμός του Ειδικού Διαχειριστή αφορά συγκεκριμένο σκοπό και καλύπτει κάποια χρονική διάρκεια, και τα μέχρι της καταχώρισης της Αίτησης δεδομένα δεν έχουν καταδείξει τέτοια ανυπέρβλητα προβλήματα όσον αφορά την ακολουθητέα διαδικασία που να μην αφήνουν άλλη επιλογή στον Αιτητή. Αντιθέτως το Δικαστήριο έχει ήδη επισημάνει ότι υπάρχουν τρόποι αντιμετώπισης του όλου ζητήματος όπως αυτοί αναφέρονται ανωτέρω. Περαιτέρω προκύπτει ακόμη ένα ζήτημα αναφορικά με την ταυτότητα του διαδίκου. Με την προτεινόμενη τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης ο Αιτητής επιχειρεί πλέον να αποδώσει όλες τις πράξεις και παραλείψεις τις οποίες απέδιδε μόνο στην Εναγομένη 2 στο αρχικό του δικόγραφο και στη Λαϊκή την οποίαν επιθυμεί να καταστήσει ως Εναγομένη 1. Είναι όμως άξιον απορίας το γεγονός ότι με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις στην έκθεση απαίτησης όλοι οι ισχυρισμοί περί δόλιας και άλλης συμπεριφοράς αφορούν στην «Popular Bank Public Co Ltd και ή στην Εναγομένη 1 και ή στην Εναγομένη 2». Αυτό όντως προκαλεί έκπληξη αλλά και σύγχυση ως προς το πώς τελικώς ο Αιτητής αντιλαμβάνεται και εννοεί την Εναγομένη 1. Αν αυτή είναι η Λαϊκή, τότε δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος διπλής και ταυτόχρονα διαζευκτικής αναφοράς στη Λαϊκή και ή την Εναγομένη 1. Σε περίπτωση δε που ο Αιτητής επιχειρεί να αποδώσει ευθύνη τόσο στη Λαϊκή όσο και στον Ειδικό Διαχειριστή και με αυτόν τον τρόπο να τους διαχωρίσει, τότε αυτός ο ισχυρισμός έρχεται σε πλήρη αντίφαση με τη βάση και τον λόγο της αιτούμενης τροποποίησης του τίτλου και τη θέση του Αιτητή πως η αιτούμενη τροποποίηση αφορά τον ίδιο (και συνεπώς τον μοναδικό) διάδικο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους το Δικαστήριο καταλήγει πως η αιτούμενη τροποποίηση του τίτλου δεν μπορεί να εγκριθεί. Αυτή η κατάληξη οδηγεί αναπόφευκτα και στην απόρριψη του αιτήματος της τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης όσον αφορά την Εναγομένη 1 εφόσον οι αιτούμενες τροποποιήσεις συναρτώνται άμεσα και απορρέουν από την τροποποίηση του διαδίκου, ήτοι της Εναγόμενης 1. Επομένως η Αίτηση αναφορικά με την Εναγομένη 1 οδηγείται σε απόρριψη χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης και θεμάτων που εγείρονται σε σχέση πάντοτε με αυτή. ΙΙΙ. Τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου, παραμένει προς εξέταση το αίτημα για την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Κρίνεται σκόπιμη η ενασχόληση με τον προβαλλόμενο από την Καθ΄ ης 3 λόγο ένστασης πως ο Αιτητής παρέλειψε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το αναγκαίο νομικό και πραγματικό υπόβαθρο επαρκούς αιτιολόγησης της παρούσας Αίτησης και πως στην προκειμένη περίπτωση δεν προκύπτει καλός λόγος που να δικαιολογεί την έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης. Ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης εξειδικεύεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της Καθ΄ ης 3, ήτοι πως επί αυτού του σημείου η ένορκη δήλωση της Αίτησης είναι αντικανονική καθότι περιέχει διαζευκτικούς ισχυρισμούς. Κρίνεται σκόπιμη η παράθεση αυτούσιου του σχετικού αποσπάσματος από την παρ. 9 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή που συνοδεύει την Αίτηση: «Η ανάγκη τροποποίησης ορισμένων σημείων της Έκθεσης Απαιτήσεως ή Οπισθογράφησης έγκειται κυρίως στο ότι από την ημερομηνία καταχώρησης του Κλητηρίου Εντάλματος και έκτοτε, όπως με πληροφορούν οι δικηγόροι μου, είχαν την ευκαιρία να χειριστούν μεγάλο αριθμό υποθέσεων που αφορούν σε αξιόγραφα, και περιήλθαν στην αντίληψη τους νέα στοιχεία και νέα έγγραφα που φανερώνουν ή υποδεικνύουν τις παραλείψεις και τις αμελείς πράξεις των Εναγομένων και τα οποία δεν ήταν εις γνώση μου ή εις γνώση των δικηγόρων μου κατά το χρόνο σύνταξης και καταχώρησης του παρόντος Κλητηρίου Εντάλματος. Περαιτέρω, από το χρόνο καταχώρησης του Κλητηρίου Εντάλματος και έπειτα νέα στοιχεία και γεγονότα ή δηλώσεις αξιωματούχων του Κράτους ή αποκαλύψεις που αφορούν στα αξιόγραφα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια πιο ξεκάθαρη εικόνα περί των γεγονότων που αφορούν τις υποθέσεις αξιογράφων, και πιο συγκεκριμένα την παρούσα υπόθεση. Ως εκ τούτου θεωρώ απαραίτητες τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα ή απαραίτητα γεγονότα που αφορούν τους διαδίκους ή τις πράξεις ή τις παραλείψεις των Εναγομένων και που θα βοηθήσουν το Σεβαστό Δικαστήριο να διαμορφώσει μια ξεκάθαρη εικόνα περί των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση.» Όντως οι ισχυρισμοί του Αιτητή τίθενται με γενικότητα και αοριστία. Δεν διασαφηνίζεται καθόλου η φύση των στοιχείων και εγγράφων τα οποία περιήλθαν εις γνώσιν του ούτως ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα στην πλευρά των Καθ΄ ων να τοποθετηθούν επί αυτών και εν πάση περιπτώσει η ευχέρεια στο Δικαστήριο να αξιολογήσει αυτούς τους ισχυρισμούς. Η αναφορά του ίδιου πως τα στοιχεία και έγγραφα αποκαλύπτουν τις παραλείψεις και αμελείς πράξεις των Εναγομένων είναι καθαρά η δική του αντίληψη και ερμηνεία αυτών, την οποία βασικά καλεί το Δικαστήριο χωρίς άλλο να αποδεχθεί χωρίς όμως το ίδιο να μπορεί να προβεί στη δική του κρίση. Ακόμη και ο προσδιορισμός του χρόνου κατά τον οποίον αυτά τα στοιχεία και έγγραφα περιήλθαν εις γνώσιν των δικηγόρων του Αιτητή παραμένει μετέωρος και δεν αφήνει οποιοδήποτε περιθώριο αξιολόγησης από το Δικαστήριο. Αυτά τα δεδομένα καθιστούν αδύνατη την όποια κατάληξη του Δικαστηρίου επί τούτων με αποτέλεσμα να μην μπορούν να γίνουν δεκτοί. Οι ίδιες διαπιστώσεις ισχύουν και για την αναφορά του Αιτητή σε δηλώσεις αξιωματούχων του Κράτους ή αποκαλύψεις σε σχέση με αξιόγραφα οι οποίες είδαν το φως της δημοσιότητας. Μια ανάγνωση της παρ. 9 καταδεικνύει πως ο Αιτητής αναφέρεται αρχικώς σε νέα στοιχεία και έγγραφα. Συνεχίζοντας προσθέτει (εξ ου και η λέξη «περαιτέρω») και πάλι νέα στοιχεία και γεγονότα δημιουργώντας αμφιβολία κατά πόσον πράγματι πρόκειται για νέα επιπρόσθετα γεγονότα ή για τα ίδια. Είναι ακριβώς γι΄ αυτόν τον λόγο που απαιτείται εξειδικευμένη αναφορά σε αυτά τα στοιχεία, έγγραφα και γεγονότα ούτως ώστε να γίνει αντιληπτό σε ποια αφορούν. Είναι επίσης ορθή και εύστοχη η αναφορά της Καθ΄ ης 3 πως η ένορκη δήλωση του Αιτητή περιέχει διαζευκτικούς ισχυρισμούς και ως τέτοια είναι αντικανονική. H δεύτερη αναφορά σε στοιχεία και γεγονότα γίνεται διαζευκτικά με δηλώσεις αξιωματούχων και αποκαλύψεις που δημοσιοποιήθηκαν. Είναι καθιερωμένη νομική αρχή πως μια ένορκη δήλωση δεν μπορεί να περιέχει διαζευκτικούς ισχυρισμούς ως προς τα γεγονότα. Σχετική είναι η υπόθεση El Fath Co v. E.D.T. Shipping κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1255 στην οποία έγινε η διάκριση της ένορκης δήλωσης με το δικόγραφο στο οποίο δύναται να περιέχονται διαζευκτικοί ισχυρισμοί και ακολούθως λέχθηκαν τα ακόλουθα: «.Τα γεγονότα μπορούν να επιδέχονται διαζευκτικούς νομικούς χαρακτηρισμούς ή να υπάγονται σε διαζευκτικές νομικές έννοιες. Διαζεύξεις όμως ως προς το τι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα όπως η περιεχόμενη στην παρούσα ένορκη δήλωση, δεν χωρούν.» Με γνώμονα την πιο πάνω νομική αρχή είναι πρόδηλο ότι στην ένορκη δήλωση δεν χωρούσαν διαζευκτικοί ισχυρισμοί αναφορικά με τα γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν την αναγκαιότητα υποβολής της παρούσας Αίτησης. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο θεωρεί πως η ένορκη δήλωση περιέχει γενικές και αόριστες αναφορές οι οποίες δεν μπορούν να κριθούν ικανοποιητικές για να δικαιολογήσουν την αιτούμενη τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης καθώς επίσης διαζευκτικούς ισχυρισμούς ως προς τα γεγονότα, κάτι το οποίο αναμφίβολα δεν ευσταθεί και καθιστά την ένορκη δήλωση ανεπαρκή. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου καθιστούν τον προβαλλόμενο σχετικό λόγο ένστασης βάσιμο και προδιαγράφουν την πορεία ολόκληρου του αιτητικού αναφορικά με την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης το οποίο οδηγείται σε απόρριψη. Έτσι οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης δεν χρήζουν εξέτασης και η θέση των Καθ΄ ων 2 και 4 οι οποίοι δεν έφεραν ένσταση καθίσταται άνευ σημασίας καθότι δεν μπορεί να διαφοροποιήσει την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου. ΙV. Κατάληξη Για όλους τους λόγους που εκτίθενται ανωτέρω, η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της Αίτησης λαμβάνοντας υπόψιν αφενός ότι οι Εναγόμενοι 1 και 3 καταχώρισαν ένσταση και προχώρησαν σε ακρόαση έχοντας επιτύχει και αφετέρου ότι για τους Εναγόμενους 2 και 4 ήταν αρκετή μια εμφάνιση για να δηλώσουν τη θέση τους, κρίνω ορθό όπως επιδικαστεί για τους πρώτους το σύνολο των εξόδων και για τους δεύτερους μέρος αυτών. Ως εκ τούτου: (i) Επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 και 3 - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον του Ενάγοντος - Αιτητή τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της Αγωγής. (ii) Επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 2 και 4 - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον του Ενάγοντος - Αιτητή έξοδα αναφορικά μόνο με τη δικάσιμο 7.5.15 (κατά την οποία δήλωσαν πως δεν έφεραν ένσταση στην Αίτηση και ζήτησαν τα έξοδα), όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της Αγωγής. (Υπ.) Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής E.E./Α.Λ.Ο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο