← Κύπρος

Α&P (ANDREOU & PARASKEVAIDES) ENTERPRISES PUBLIC COMPANY LTD ν. ΕΥΘΥΒΟΥΛΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗΣ, Αρ. Αγωγής: 7404/13, 29/2/2016

Α&P (ANDREOU & PARASKEVAIDES) ENTERPRISES PUBLIC COMPANY LTD ν. ΕΥΘΥΒΟΥΛΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗΣ, Αρ. Αγωγής: 7404/13, 29/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A140 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: N. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7404/13 Α&P (ANDREOU & PARASKEVAIDES) ENTERPRISES PUBLIC COMPANY LTD Eναγόντων και ΕΥΘΥΒΟΥΛΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗΣ Εναγόμενου --------------------------------------- Ημερομηνία: 29 Φεβρουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/αιτητές : κ. Μ. Σπανός. Για τον Εναγόμενο/καθ' ου η αίτηση: κ. Χ. Χριστοδούλου για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε Α Π Ο Φ Α Σ Η (αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερ. 19/6/2014) Με την υπό εξέταση αίτηση οι ενάγοντες/αιτητές (στο εξής καλούμενοι «οι αιτητές») αιτούνται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση (στο εξής καλούμενου «καθ' ου η αίτηση»). Η αίτηση ως αναφέρεται στη νομική βάση αυτής βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 Θ.Θ. 1,2,3,4,7,8 και 9, Δ.48 Θ.1,2,3,4,8 και 9, επί της πρακτικής και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και των γενικών αρχών του νόμου και της νομολογίας. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Ειρήνης Ξενοφώντος, η οποία ως αναφέρει είναι υπάλληλος των αιτητών[1] και εργάζεται στο τμήμα πιστωτικού ελέγχου (credit control) του λογιστηρίου των αιτητών, και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους τελευταίους για να προβεί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Ως αναφέρει γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, καθ' ότι χειριζόταν προσωπικά το λογαριασμό του εναγόμενου και προβαίνει στην παρούσα ένορκη δήλωση εξ όσων κάλλιον προσωπικά γνωρίζει και από έγγραφα τα οποία γνωρίζει και έχει στην κατοχή και φύλαξη της, εκ της πιο πάνω αναφερόμενης θέσεως της, και εξ όσων πληροφορείται από το τμήμα πωλήσεων των αιτητών και ως τη συμβουλεύουν οι δικηγόροι των αιτητών. Ως επί της ουσίας αναφέρει η ομνύσασα, η απαίτηση των αιτητών εναντίον του καθ' ου η αίτηση ως η ειδική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος, στην ως άνω αγωγή, την οποία επιβεβαιώνει και υιοθετεί πλήρως, είναι ορθή και αληθής. Πιο συγκεκριμένα, ως αναφέρει, οι αιτητές είναι δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο και έχει το εγγεγραμμένο γραφείο της στη Λευκωσία, και ασχολείται με την εμπορία και πώληση αναψυκτικών, χυμών, νερού, ροφημάτων και άλλων συναφών ειδών. Μεταξύ των ποτών που οι αιτητές εμπορεύονται, πωλούν και διανέμουν είναι τα αναψυκτικά PEPSI, 7UP και ΗΒΗ, οι χυμοί ΗΒΗ, το νερό ΖΑΓΟΡΙ, το τσάι LIPTON και άλλα. Ως επίσης αναφέρει η ενόρκως δηλούσα, ο καθ' ου η αίτηση είναι κύπριος πολίτης και διαμένει στη Λευκωσία και κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν πελάτης των αιτητών. Είναι η θέση της ότι η συνεργασία μεταξύ των αιτητών και του καθ' ου η αίτηση άρχισε το Μάϊο του 2002 και στα πλαίσια αυτής οι αιτητές σύμφωνα με τις οδηγίες και την παραγγελία του καθ' ου η αίτηση, πωλούσαν στον τελευταίο ο οποίος αγόραζε από τους αιτητές, διάφορα είδη αναψυκτικών, χυμών, νερού και άλλων ροφημάτων σε συμφωνημένες τιμές («στο εξής τα εμπορεύματα»). Άμα τη λήψη κάθε παραγγελίας που υπέβαλλε ο καθ' ου η αίτηση η ίδια, εξέδιδε προσωπικά σχετικό τιμολόγιο το οποίο περιλάμβανε όλα τα εμπορεύματα που παρήγγειλε ο καθ' ου η αίτηση. Ως αναφέρει στη βάση των όσων γνωρίζει από τους πωλητές των αιτητών, άμα τη παραδώσει των εμπορευμάτων, παρεδίδοντο στον καθ' ου η αίτηση τα σχετικά τιμολόγια για τα παραγγελθέντα και πωληθέντα εμπορεύματα τα οποία ο καθ' ου η αίτηση ή άλλο εξουσιοδοτημένο από τον καθ' ου η αίτηση πρόσωπο που παρελάμβανε τα εμπορεύματα υπέγραφε. Ο καθ' ου η αίτηση κρατούσε το πρωτότυπο των τιμολογίων και οι αιτητές το διπλότυπο. Σε περιπτώσεις επιστροφών εμπορευμάτων, εξέδιδε πιστωτικά τιμολόγια τα οποία παρέδιδε ή απέστελλε στον καθ' ου η αίτηση και τα οποία ο καθ' ου η αίτηση ή άλλο εξουσιοδοτημένο από τον καθ' ου η αίτηση πρόσωπο παραλάμβανε και υπέγραφε. Περαιτέρω είναι η θέση της ότι οι αιτητές διατηρούσαν σχετικό εμπορικό λογαριασμό στον οποίον ο καθ' ου η αίτηση χρεώνετο με την αξία των εμπορευμάτων τα οποία αγόραζε και παραλάμβανε και πιστώνετο με τις πληρωμές που έκανε και με την αξία των οιωνδήποτε εμπορευμάτων που τυχόν επέστρεφε ή με οιαδήποτε άλλα ποσά τα οποία τυχόν εδικαιούτο. Ως αναφέρει ήταν προσωπικά υπεύθυνη για την τήρηση και διαχείριση του εν λόγω λογαριασμού και κατά το τέλος κάθε μήνα ετοίμαζε και έστελνε προσωπικά στον καθ' ου η αίτηση αντίγραφο της σχετικής κατάστασης λογαριασμού, στο οποίο φαινόταν το εκάστοτε υπόλοιπο το οποίο όφειλε ο καθ' ου η αίτηση στους αιτητές. Ως αναφέρει κατά την ημέρα καταχώρισης της παρούσας αγωγής ο καθ' ου η αίτηση όφειλε στους αιτητές το συνολικό ποσό των €26.118,

  1. Δυστυχώς, όμως, δια της αγωγής απαιτείται μόνο το συνολικό ποσό των €25.999,83, επειδή ως αναφέρει όταν συντάσσετο η Έκθεση Απαίτησης δεν είχε ακόμα εκδοθεί το τελευταίο τιμολόγιο που ήταν για το ποσό των €118,
  2. Επισυνάπτει δε αντίγραφο της σχετικής κατάστασης λογαριασμού την οποία ως αναφέρει ετοίμασε και υπέγραψε προσωπικά (βλ. Τεκμήριο 3). Επίσης επισυνάπτει αντίγραφα όλων των εγγράφων, πλην δύο τιμολογίων τα οποία οι αιτητές απώλεσαν, και τα οποία εκδόθηκαν καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας μεταξύ των αιτητών και του καθ' ου η αίτηση και, που δικαιολογούν το πιο πάνω αφερόμενο ποσό των €25.999,83 και βάσει των οποίων έχει καταρτιστεί το Τεκμήριο 3 της παρούσας (βλ. Τεκμήριο 4). Ως αναφέρει τα τιμολόγια που δεν επισυνάπτονται στο Τεκμήριο 4 είναι το τιμολόγιο υπ΄ αρ. 19673062, ημερ.3.11.03, για το ποσό των €135,39 και το υπ' αρ. 19962456, ημερ. 15.5.06 για το ποσό των €109,
  3. Όπως αναφέρει ο λόγος που δεν τα περιλαμβάνει στο Τεκμήριο 4, είναι διότι δεν κατέστη δυνατό να ανεβρεθούν. Όπως επίσης εξηγεί από το Μάιο του 2002 μέχρι το Δεκέμβριο του 2007 τα τιμολόγια των αιτητών ήταν σε λίρες Κύπρου, ενώ από τον Ιανουάριο του 2008 μέχρι τον Νοέμβριο του 2014 τα τιμολόγια των αιτητών ήταν σε ευρώ. Διευκρινίζει επίσης ότι τα ποσά που περιέχονται στο Τεκμήριο 3 είναι σε ευρώ και ότι περαιτέρω, κατά την 1/1/08 τα ποσά του εν λόγω λογαριασμού είχαν μετατραπεί σε ευρώ. Περαιτέρω αναφέρει ότι εξ όσων γνωρίζει και πιστεύει, ο καθ' ου η αίτηση ουδέποτε παραπονέθηκε για τα εμπορεύματα, ή για την οποιαδήποτε πώληση ή συναλλαγή, και ουδέποτε αμφισβήτησε το οποιοδήποτε τιμολόγιο ή τις καταστάσεις λογαριασμού, πλην όμως αρνήθηκε να καταβάλει στους αιτητές το ως άνω αναφερόμενο οφειλόμενο ποσό των €25.999,83, παρά το ότι οι αιτητές τον κάλεσαν πολλές φορές τόσο προφορικά όσο και γραπτώς όπως το πράξει. Παραπέμπει δε σε σχετικές επιστολές ημερ. 25/9/13 και 14/10/13, οι οποίες στάλησαν, ως αναφέρει, κατόπιν δικών της οδηγιών από τους δικηγόρους των αιτητών στον καθ' ου η αίτηση (βλ. Τεκμήρια 5 και 6 αντίστοιχα). Ως αναφέρει το Τεκμήριο 5 απεστάλη στην οικία του καθ' ου η αίτηση, ενώ το Τεκμήριο 6 απεστάλη στα γραφεία του καθ' ου η αίτηση και επεδόθη και με επιδότη και παρά ταύτα ο καθ' ου η αίτηση ουδέποτε απάντησε στις εν λόγω επιστολές. Ως εκ των ανωτέρω, καταλήγει πως ο καθ' ου η αίτηση σήμερα οφείλει στους αιτητές το συνολικό ποσό των €25.999,83, ως η επισυναπτόμενη κατάσταση λογαριασμού και πως ως η ίδια ειλικρινά πιστεύει πως δεν έχει καμία υπεράσπιση στην αγωγή και έχει καταχωρήσει εμφάνιση για να κερδίσει χρόνο και να καθυστερήσει την έκδοση απόφασης εναντίον του. Συνεπώς καταλήγει πως οποιαδήποτε παροχή άδειας καταχώρισης υπεράσπισης, απλά θα έχει ως αποτέλεσμα την καθυστέρηση της διαδικασίας. Με τη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση ημερ. 3/7/2015 η οποία καταχωρήθηκε κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, αναφέρει επιπρόσθετα ότι κατά τη διάρκεια της μεταξύ των διαδίκων συνεργασίας καταβλήθηκαν από τον καθ' ου η αίτηση έναντι του υπολοίπου του λογαριασμού του, τα ακόλουθα ποσά, τα οποία συμποσούνται στο συνολικό ποσό των €3.614,87: - το ποσό των €411,81 (£241,02) κατά την 9/7/02, - το ποσό των €191,94 (£112,34) κατά την 7/10/02, - το ποσό των €484,01 (£283,38) κατά την 9/12/02, - το ποσό των €747,50 (£437,49) κατά την 27/3/03, - το ποσό των €241,87 (£141,56) κατά την 29/5/03, - το ποσό των €494,76 (£289,57) κατά την 29/5/03, - το ποσό των €410,66 (£240,35) κατά την 2/9/03, - το ποσό των €98,64 (£57,73) κατά την 2/9/03, - το ποσό των €148,84 (£87,11) κατά την 30/12/03 και - το ποσό των €384,84 κατά την 30/12/
  4. Επίσης επισυνάπτει αντίγραφα των αποδείξεων πληρωμών που εξέδωσαν οι αιτητές, πλην 2 αποδείξεων τις οποίες δεν εντόπισαν, σε σχέση με τις πληρωμές που αναφέρονται πιο πάνω (βλ.Τεκμήριο Α στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση). Ως αναφέρει οι δύο αποδείξεις που δεν εντοπίστηκαν αφορούν την πληρωμή του ποσού των €411,81 που έγινε κατά την 9/7/02 και την πληρωμή του ποσού των €484,01 που έγινε κατά την 9/12/
  5. Αυτές όμως οι δύο πληρωμές φαίνονται, ως αναφέρει, ως πιστώσεις στην πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 3 της αρχικής της ένορκης δήλωσης. Περαιτέρω αναφέρει πως όλες οι πληρωμές που έγιναν κατά τη διάρκεια της μεταξύ των διαδίκων συνεργασίας εμφαίνονται στη κατάσταση λογαριασμού του καθ' ου η αίτηση Τεκμήριο 3, με την ένδειξη «01 ΡΑΥΜΕΝΤ» και «03 DRIVER COLLECT» κάτω από την στήλη «TRANSACTION». Το «01 ΡΑΥΜΕΝΤ» σημαίνει ότι η πληρωμή εστάλη από τον καθ' ου η αίτηση στα γραφεία των αιτητών, ενώ το «03 DRIVER COLLECT» σημαίνει ότι ο καθ' ου η αίτηση τους ειδοποίησε ότι έχει να τους δώσει κάποιο ποσό και έστειλαν τον οδηγό να το συλλέξει. Συνεπώς είναι η θέση της πως οι ισχυρισμοί του καθ' ου η αίτηση ότι δήθεν, λάμβανε δωρεάν τα προϊόντα από τους αιτητές και ότι ποτέ δεν του ζητήθηκε να πληρώσει για αυτά, είναι ψευδείς και ανυπόστατοι. Ο εναγόμενος καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, προβάλλοντας του κάτωθι λόγους ένστασης τους οποίους κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους:
  6. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης που απαιτούν οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας ή/και η νομολογία.
  7. Ο εναγόμενος έχει βάσιμη ή/και καλή υπεράσπιση, της οποίας η βασιμότητα δύναται να διαπιστωθεί αποκλειστικά και μόνο με την εισαγωγή μαρτυρίας.
  8. Τυχόν έγκριση της αίτησης θα απολήξει σε στέρηση του δικαιώματος ακροάσεως του εναγόμενου ή/και του δικαιώματος του σε δίκαιη δίκη ή/και της πρόσβασης του στο Δικαστήριο.
  9. Οι Ενάγοντες έχουν συμφωνήσει να παρέχουν τα προϊόντα τους δωρεάν στον Εναγόμενο δυνάμει σχετικής συμφωνίας.
  10. Οι Ενάγοντες εμποδίζονται (estopped) από το να εγείρουν αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό.
  11. Ο Εναγόμενος ουδέποτε υπέγραψε οποιοδήποτε τιμολόγιο ή εξουσιοδότησε άλλο πρόσωπο να υπογράψει οποιοδήποτε τιμολόγιο των Εναγόντων. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ίδιου του καθ' ου η αίτηση, ο οποίος αναφέρει πως όσα γεγονότα αναφέρει τα γνωρίζει προσωπικά, ενώ σε σχέση με τα νομικά θέματα έχει λάβει συμβουλή από τους δικηγόρους του. Όπως επίσης αναφέρει έχει διαβάσει το περιεχόμενο του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου της πιο πάνω αγωγής, της επίδικης αίτησης και της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την εν λόγω αίτηση και αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς που περιέχονται στα πιο πάνω έγγραφα, για τους λόγους που αναφέρει. Είναι η θέση του ότι η αίτηση των αιτητών για την έκδοση απόφασης εναντίον του θα πρέπει να απορριφθεί διότι με τα όσα αναφέρονται στην αίτηση και στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος και η νομολογία, ενώ ο ίδιος έχει καλή και βάσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση των αιτητών. Συγκεκριμένα είναι η θέση του ότι οι αιτητές ενεργώντας, μέσω της αδελφής του Χριστίνας Παρασκευαίδου η οποία είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου των αιτητών και τελική δικαιούχος μεγάλου μέρους του κεφαλαίου των αιτητών, του ζήτησαν κατά ή περί το πρώτο εξάμηνο του 2002 όπως τους βοηθήσει και προβεί σε συστάσεις προς την εταιρεία Εμπορική Κεφαλαίου ΑΕ, με την οποία διατηρούσε άριστες επαγγελματικές σχέσεις, με σκοπό την αγορά μετοχών της ενάγουσας εταιρείας από την Εμπορική Κεφαλαίου ΑΕ. Ως αντάλλαγμα για την εν λόγω βοήθεια και υπηρεσίες του, οι αιτητές μέσω της αδελφής του Χριστίνας υποσχέθηκαν όπως του παρέχουν δωρεάν, οποιαδήποτε προϊόντα ή/και ροφήματα εμπορεύονται οι αιτητές για απεριόριστο χρονικό διάστημα. Πράγματι, στην βάση της προαναφερόμενης συμφωνίας οι αιτητές του απέστελλαν διάφορα ροφήματα ή/και προϊόντα των αιτητών. Όπως υποστηρίζει τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται και από το γεγονός ότι τα τιμολόγια τα οποία δήθεν εκκρεμούν για πληρωμή εκκρεμούν από τον Μάιο του 2002 και εκτός από τις επιστολές Τεκμήρια 5 και 6 που αναφέρονται τα οποία απεστάλησαν το Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2013 αντίστοιχα, ποτέ στο παρελθόν δεν έχει απαιτηθεί πληρωμή για τα εν λόγω προϊόντα. Είναι δε η θέση του ότι η απαίτηση αυτή προβάλλεται τώρα λόγω της διασάλευσης των σχέσεων του με την αδελφή του Χριστίνα Παρασκευαίδου και πως συνακόλουθα η εν λόγω απαίτηση είναι καταχρηστική. Είναι επίσης η θέση του ότι οι αιτητές για τους λόγους τους οποίους αναφέρει ανωτέρω, αλλά και λόγω της συμπεριφοράς τους εμποδίζονται ή/και κωλύονται (estopped) από το να εγείρουν την παρούσα αγωγή εναντίον του. Περαιτέρω και άνευ βλάβης των όσων αναφέρονται πιο πάνω σημειώνει ότι δεν έχει υπογράψει οποιοδήποτε τιμολόγιο που εκδόθηκε από τους αιτητές και δεν έχει εξουσιοδοτήσει οποιοδήποτε πρόσωπο να υπογράψει οποιοδήποτε τιμολόγιο. Είναι δε η θέση του πως η βασιμότητα των πιο πάνω ισχυρισμών του μπορεί να αποδειχθεί μόνο εάν το Δικαστήριο επιτρέψει την προσαγωγή μαρτυρίας, δηλαδή μόνο κατόπιν διεξαγωγής ακροαματικής διαδικασίας. Τέλος τονίζει πως η υπεράσπιση, την οποία αναφέρει ότι ειλικρινά πιστεύει ότι έχει στην πιο πάνω αγωγή, αφορά ολόκληρη την απαίτηση (αξίωση) των αιτητών εναντίον του και όχι μέρος αυτής. Με τη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση η οποία καταχωρήθηκε κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, αναφέρει ότι απορρίπτει τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 03/07/2015 που καταχωρήθηκε εκ μέρους των αιτητών στην ολότητα της. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς περί πληρωμών που διενεργήθηκαν, αναφέρει ότι οι εν λόγω πληρωμές έγιναν σε μεμονωμένες περιπτώσεις από υπάλληλο του, από το ταμείο μικροπληρωμών (petty cash) το οποίο διατηρεί στο γραφείο. Είναι η θέση του πως ο εν λόγω υπάλληλος δεν γνώριζε για τη μεταξύ των μερών συμφωνία στην οποία αναφέρθηκε με την πρώτη του ένορκη δήλωση ημερομηνίας 04/11/2014, και είναι γι' αυτό εξάλλου το λόγο που υπάρχουν μόνο 9 μεμονωμένες πληρωμές σε χρονική περίοδο 11 χρόνων. Όπως υποστηρίζει στο γραφείο του διατηρεί ταμείο μικροπληρωμών (petty cash) από το οποίο είναι εξουσιοδοτημένοι συγκεκριμένοι υπάλληλοι του να προβαίνουν σε πληρωμές, χωρίς δική του έγκριση, για περιορισμένα ποσά. Είναι ο ισχυρισμός του ότι οι πληρωμές στις οποίες αναφέρονται οι αιτητές έγιναν κατ' εξαίρεση από άτομα τα οποία δεν γνώριζαν τη συμφωνία που υπήρχε μεταξύ του ιδίου και των αιτητών, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι οι αιτητές εισέπρατταν τα ποσά που καταβάλλονταν λανθασμένα από το γραφείο του και αποπλήρωναν τιμολόγια τυχαία, χωρίς να απαιτούν ποτέ εξόφληση άλλων τιμολογίων ή να αρνούνται να προμηθεύσουν περαιτέρω προϊόντα ή να οχλήσουν τον ίδιο με οποιοδήποτε τρόπο. Είναι δε η θέση του πως πριν τη διασάλευση της σχέσης του μαζί με την αδελφή του Χριστίνα Παρασκευαίδη, ουδέποτε έγινε απαίτηση για την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού από τους αιτητές. Τονίζει δε πως η πρώτη φορά που έμαθε ότι έγιναν πληρωμές, ήταν όταν καταχωρήθηκε η αίτηση για συνοπτική απόφαση και του αποστάληκε από τους δικηγόρους του η κατάσταση λογαριασμού που συνοδεύει την εν λόγω αίτηση. Επίσης αναφέρει ότι ουδέποτε έδωσε οδηγίες να γίνει πληρωμή στα γραφεία των αιτητών και ουδέποτε έδωσε οδηγίες σε οποιοδήποτε υπάλληλο να στείλει πληρωμή στους αιτητές, ενόψει της συμφωνίας που είχε με τους αιτητές, και επαναλαμβάνει πως οποιαδήποτε τέτοια πληρωμή φαίνεται ότι έγινε από τα πρόσωπα που ήταν εξουσιοδοτημένα να προβούν σε πληρωμές και χωρίς οι ίδιοι να γνωρίζουν για τη συμφωνία που προανέφερε. Περαιτέρω, αναφέρει ότι ουδέποτε ειδοποίησε τους αιτητές ότι είχε να δώσει οποιαδήποτε από τα ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 03/07/2015 και εάν πράγματι λήφθηκε οποιοδήποτε ποσό από οδηγό των αιτητών, τότε αυτό δόθηκε χωρίς τις οδηγίες του από πρόσωπο που ήταν εξουσιοδοτημένο να προβεί σε μικροπληρωμές μέχρι συγκεκριμένου ποσού και το οποίο δεν γνώριζε για τη συμφωνία. Λόγω δε του βεβαρημένου καθημερινού προγράμματος εργασίας του, ως αναφέρει, δεν ασχολείται με τη παραγγελία ή λήψη ή πληρωμή των αναψυκτικών που έρχονται στο γραφείο του. Για όλους δε τους πιο πάνω λόγους υποστηρίζει ότι θα πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί την αγωγή. Η διαδικασία Μετά την απόρριψη σχετικού αιτήματος της πλευράς των αιτητών για αντεξέταση του καθ' ου η αίτηση και μετά την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων εκατέρωθεν κατόπιν σχετικής άδειας που δόθηκε στους συνηγόρους των δύο πλευρών, οι τελευταίοι προχώρησαν σε γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Τα όσα ανέφεραν ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και λαμβάνονται υπόψη, αναφορά δε σε αυτά θα γίνει στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης και στο βαθμό που τούτο κρίνεται αναγκαίο. Η νομική πτυχή Η Δ.18 Κ.1(α) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στην οποία στηρίζεται η επίδικη αίτηση έχει ως εξής: «Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2 rule 6 the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend». Με βάση την πιο πάνω διάταξη οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται για την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου είναι οι εξής:
  12. Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 Κ.
  13. Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή.
  14. Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Σε περιπτώσεις δε όπως την παρούσα που ο αιτητής είναι νομικό πρόσωπο, μπορεί να ορκιστεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία, το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για όλα τα πιο πάνω (βλ. Annual Practice 1955, σελ. 174 και Stavrinides ν. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.

(1972)1 C.L.R. 130 και Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1Β Α.Α.Δ. 782). Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό ότι ενώ σε ενδιάμεσες αιτήσεις, δυνάμει της Δ.39 Θ2, θεωρούνται επαρκείς δηλώσεις πεποίθησης του ενόρκως δηλούντα ότι πιστεύει τα γεγονότα ως αληθινά, στις αιτήσεις για συνοπτική απόφαση ο ενόρκως δηλών θα πρέπει να έχει δυνάμει της Δ.18 Θ1(α), προσωπική γνώση των γεγονότων και να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς αυτά. (βλ. Stavrinides (ανωτέρω)). Απλή δήλωση του ενόρκως δηλούντα ότι μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα δεν αρκεί. Πρέπει να δείξει κάτω από ποιες περιστάσεις απέκτησε γνώση των γεγονότων της υπόθεσης εφόσον είναι ξένος προς την αγωγή (βλ. Goodwin Barsby Ltd v. Premixco Asphalting Co Ltd
(1985)2 J.S.C 596). Γνώση από έγγραφα συνταγμένα χωρίς τη συμμετοχή του ενόρκως δηλούντα δεν είναι προσωπική, βασίζεται σε πληροφορίες και δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της Δ.18 (βλ. Δημητρίου ανωτέρω και The Chain Gulf Traders Ltd v. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1168). Βέβαια καθ' όσον αφορά την αναγκαιότητα επισύναψης εγγράφων ως τεκμηρίων, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Δ.18 δεν απαιτεί όπως η ένορκος δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης συνοδεύεται από έγγραφα, εκτός εάν επιλέξει ο ίδιος ο αιτητής να αναφερθεί σε αυτά, οπόταν και πρέπει να επισυνάπτονται. Σχετικά είναι τα νομολογηθέντα στην Κυριάκου v. Αναστασίου Πολ. Εφ. 230/09 ημερομηνίας 22/1/2013, όπου αναφέρεται ότι η «.αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από όλα τα έγγραφα που θα υποστήριζαν την αγωγή εάν διεξαγόταν κανονική δίκη. Η απλή επιβεβαίωση της ίδιας της αξίωσης με αναφορά στην απαίτηση κατά τις επιταγές της Δ.18 θ. 1(α), εξυπακούει τη μη αναγκαιότητα επισύναψης οποιωνδήποτε εγγράφων. Αν όμως ο ίδιος ο ενάγων-αιτητής επιλέξει να αναφερθεί στην ένορκη του δήλωση σε έγγραφα, τότε σύμφωνα με τη Δ.18 θ.2, αυτά θα πρέπει να επισυνάπτονται.» Σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι δεν πληρούνται σωρευτικά οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις, στερείται δικαιοδοσίας εξέτασης της ουσίας της αίτησης (βλ. Δημητρίου και Stavrinides (ανωτέρω)). Όταν όμως και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο, είτε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση, είτε να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Βέβαια θα πρέπει να επισημανθεί πως στα πλαίσια αυτά δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς. Στην απόφαση Κυριάκου v. Αναστασίου (ανωτέρω) αναφέρονται τα εξής: «Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν «.. ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.». Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: «The defendant´s affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff´s claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. . . ... if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.»» Με άλλα λόγια θα πρέπει ο εναγόμενος, να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο τις υπεράσπισης του ή και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (βλ. και Πολ. Εφεση 27/10 Sensus Gymnasium Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ημερ. 4/9/2013). Εξυπακούεται βέβαια ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια αυτά δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών για να προβεί σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγομένου, αλλά αναζητεί την ύπαρξη συζητήσιμου θέματος προς εκδίκαση ούτως ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης θεωρώ ορθό να αναφέρω ότι, όπως τονίστηκε και στην Δημητρίου (ανωτέρω), η αίτηση για συνοπτική απόφαση αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο, δεδομένου του ότι ο καθορισμός των δικαιωμάτων των διαδίκων γίνεται χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης και ως εκ τούτου θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στις ξεκάθαρες και αδιαμφισβήτητες υποθέσεις. Σχετικά είναι και τα λεχθέντα στην υπόθεση Trans Middle East Trading Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην Ένορκη του Δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. Co. Ltd v. The Central Co- Operative Co Ltd
(1982)1 ΑΑΔ 879). Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Στα ίδια πλαίσια στην Sensus Gymnasium Ltd (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα εξής: «...Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 ΑΑΔ 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, Νεάρχου κα ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818.)» Η πιο πάνω προσέγγιση συνάδει πλήρως και με τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος το οποίο προβλέπει ότι κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο και να προβάλει τις θέσεις του στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας. Σχετική είναι η απόφαση Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1968 όπου αναφέρονται τα εξής στη σελίδα 1972: «Έχουμε τη γνώμη πως θα έπρεπε να δοθεί η ευκαιρία στον εφεσείοντα να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τη θέση του. Δεν πρόκειται για περίπτωση απλού υπόλοιπου λογαριασμού, για τον οποίο δεν μπορούσε να προβληθεί οποιαδήποτε υπεράσπιση. Να υποδείξουμε αυτό που έχει λεχθεί πολλές φορές, και αποκτά μεγαλύτερη σημασία σήμερα ενόψει της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει, ως προς τα δικαιώματα δηλαδή που έχει ο διάδικος βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος μας και τις ανάλογες διατάξεις της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η συνοπτική διαδικασία που προβλέπεται στη Δ.18 Κ.1(α) πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται πως ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή.» Υπό το φως δε όλων των πιο πάνω καθίσταται σαφές ότι η υποχρέωση του ενάγοντα να ικανοποιήσει με την ένορκη του δήλωση τις προϋποθέσεις της Δ.18 Θ1(α), πρέπει να εξετάζεται αυστηρά. Άλλωστε τούτο υποδεικνύεται ξεκάθαρα και στην Ανδρέας Θεμιστοκλέους & Υιοί Λτδ και άλλοι v. Arizona Trading Co Ltd
(1997)1Γ AAΔ 1354 όπου αναφέρονται τα εξής: «Η διαδικασία για τη λήψη συνοπτικής απόφασης, ιδιαίτερα όσον αφορά την ένορκη δήλωση, είναι πολύ αυστηρή. Αυτό επιβάλλει ο δραστικός χαρακτήρας της. Σε άρθρο στο Solicitors Journal Vol. 139
(1995)στη σελ. 1125 και 1128 με τον τίτλο "Don't forget the affidavit" αναφέρεται: "Regardless of the merits of an application for summary judgment under RSC Ord. 14, it will undoubtedly fail if the procedural requirements are not met. This has been revisited in a recent case, Barclays Bank plc v. Piper, The Times, 31 May 1995 and emphasises the need for care in preparing an Ord 14 application... . ." . . . . . . . . . . . . . . Why are these requirements so important in an Ord 14 application? Order 14 is a summary process and should only be used when appropriate, where the defendant has no defence to the claim and not for tactical purposes. The essence of the application means that if the plaintiff succeeds the defendant is deprived of an opportunity to defend the case on the merits and is denied access to justice. As a summary procedure there is no room for error."» Ερχόμενη τώρα στην προκειμένη περίπτωση, σημειώνω ότι οι πρώτες δύο προϋποθέσεις πληρούνται αφού το κλητήριο ένταλμα που έχει καταχωρηθεί είναι ειδικώς οπισθογραφημένο και ο καθ' ου η αίτηση έχει καταχωρήσει εμφάνιση. Εξετάζοντας την τρίτη προϋπόθεση σημειώνω ότι πράγματι η ομνύσασα για τους αιτητές προβαίνει σε ρητή δήλωση ότι, ως η ίδια ειλικρινά πιστεύει, ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εξετάζοντας τώρα κατά πόσον η ομνύσασα για τους αιτητές είναι πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά, εν τη εννοία της Δ.18. Θ. 1, για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται σημειώνω τα εξής. Η κα Ξενοφώντος αναφέρει ότι απασχολείται στο λογιστήριο των αιτητών, και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους αιτητές για να προβεί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Ως περαιτέρω αναφέρει γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση καθ' ότι χειριζόταν προσωπικά το λογαριασμό του εναγόμενου, ενώ ως εκ της θέσεως της έχει στην κατοχή και φύλαξη της και τα σχετικά με την αξίωση των αιτητών έγγραφα. Επίσης αναφέρει ότι η ίδια έχει ετοιμάσει και υπογράψει τη σχετική κατάσταση λογαριασμού. Υπό το φως των πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη την προσωπική ανάμειξη και εμπλοκή της ομνύσασας στην παρούσα υπόθεση όπως η ίδια την αναφέρει, καθώς και το γεγονός ότι ούτε ο ίδιος ο καθ' ου η αίτηση αμφισβήτησε καθ' οιονδήποτε θετικό ή συγκεκριμένο τρόπο τη θετικότητα της γνώσης της ομνύσασας για τους αιτητές ούτε και υπέβαλε οποιαδήποτε συγκεκριμένη εισήγηση για το ζήτημα αυτό με την αγόρευση του και έχοντας περαιτέρω κατά νου και τα νομολογηθέντα στη Σπηταλιώτης v. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ 1113 στη σελίδα 1119[2] και Ευάγγελος Παύλου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ 1051 στη σελδία 1055[3], καταλήγω ότι η κα Ξενοφώντος είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα των αιτητών και το ποσό που απαιτείται. Έχοντας καταλήξει ότι οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον ο εναγόμενος ο οποίος έχει πλέον και το σχετικό βάρος απόδειξης στους ώμους του (βλ. Ευάγγελος Παύλου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου
(2001)1 Α.Α.Δ 1051 στη σελ. 1056) έχει καταδείξει ότι έχει υπεράσπιση στην αγωγή ή έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που μπορούν να θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος εν ολίγοις επικαλείται προφορική συμφωνία δυνάμει της οποίας ο ίδιος θα ελάμβανε προϊόντα από τους αιτητές δωρεάν και στη βάση αυτής προβάλλει τον ισχυρισμό ότι δεν οφείλει το εν λόγω ποσό. Πιο συγκεκριμένα υποστηρίζει ότι οι αιτητές ενεργώντας, μέσω της αδελφής του Χριστίνας, του ζήτησαν κατά ή περί το πρώτο εξάμηνο του 2002 όπως τους βοηθήσει και προβεί σε συστάσεις προς την εταιρεία Εμπορική Κεφαλαίου ΑΕ, με την οποία διατηρούσε άριστες επαγγελματικές σχέσεις, με σκοπό την αγορά μετοχών της ενάγουσας εταιρείας από την Εμπορική Κεφαλαίου ΑΕ. Ως αντάλλαγμα για την εν λόγω βοήθεια και υπηρεσίες του, οι αιτητές μέσω και πάλι της αδελφής του, του υποσχέθηκαν όπως του παρέχουν δωρεάν, οποιαδήποτε προϊόντα ή/και ροφήματα εμπορεύονται οι αιτητές για απεριόριστο χρονικό διάστημα. Εξ ου και όπως ισχυρίζεται τα τιμολόγια τα οποία δήθεν εκκρεμούν για πληρωμή, εκκρεμούν από τον Μάιο του 2002 και εκτός από τις επιστολές τεκμήρια 5 και 6 που είναι του 2013, ποτέ στο παρελθόν δεν έχει απαιτηθεί πληρωμή για τα εν λόγω προϊόντα. Είναι δε η θέση του ότι η απαίτηση αυτή προβάλλεται σήμερα λόγω της διασάλευσης των σχέσεων του με την αδελφή του Χριστίνα Παρασκευαίδου. Περαιτέρω και άνευ βλάβης των όσων αναφέρονται πιο πάνω σημειώνει ότι δεν έχει υπογράψει οποιοδήποτε τιμολόγιο που εκδόθηκε από τους αιτητές και δεν έχει εξουσιοδοτήσει οποιοδήποτε πρόσωπο να υπογράψει οποιοδήποτε τιμολόγιο. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς περί πληρωμών που διενεργήθηκαν σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που αναφέρουν οι αιτητές στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχώρησαν, αναφέρει μέσω της δικής του συμπληρωματτικής ένορκης δήλωσης ότι οι εν λόγω πληρωμές έγιναν σε μεμονωμένες περιπτώσεις από υπάλληλο του ο οποίος δεν γνώριζε για τη μεταξύ των μερών συμφωνία, από το ταμείο μικροπληρωμών (petty cash) το οποίο διατηρεί στο γραφείο, από το οποίο είναι εξουσιοδοτημένοι συγκεκριμένοι υπάλληλοι του να προβαίνουν σε πληρωμές, χωρίς δική του έγκριση, για περιορισμένα ποσά. Αυτός είναι και ο λόγος, όπως υποστηρίζει, για τον οποίο υπάρχουν μόνο 9 μεμονωμένες πληρωμές σε χρονική περίοδο 11 χρόνων. Επίσης αναφέρει ότι ενόψει της συμφωνίας που είχε με τους αιτητές, ουδέποτε έδωσε οδηγίες να γίνει πληρωμή στα γραφεία των αιτητών και ουδέποτε έδωσε οδηγίες σε οποιοδήποτε υπάλληλο να στείλει πληρωμή στους αιτητές, ούτε ειδοποίησε τους αιτητές ότι είχε να δώσει οποιαδήποτε από τα ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 03/07/2015 και εάν πράγματι λήφθηκε οποιοδήποτε ποσό από οδηγό των αιτητών, τότε αυτό δόθηκε χωρίς τις οδηγίες του από πρόσωπο που ήταν εξουσιοδοτημένο να προβεί σε μικροπληρωμές μέχρι συγκεκριμένου ποσού και το οποίο δεν γνώριζε για τη συμφωνία. Όπως δε υποστηρίζει λόγω του βεβαρημένου καθημερινού προγράμματος εργασίας του, δεν ασχολείται με τη παραγγελία ή λήψη ή πληρωμή των αναψυκτικών που έρχονται στο γραφείο του. Οι αιτητές διατείνονται ότι ο αιτητής δεν παρουσιάζει καλή «υπεράσπιση» εν τη εννοία της Διαταγής 18 και της ερμηνεύουσας αυτή νομολογίας. Ο πρώτος πυλώνας της εισήγησης των αιτητών περιστρέφεται γύρω από το ότι, όπως υποστηρίζουν, ο καθ' ου η αίτηση ψεύδεται. Το ψεύδος του αποκαλύπτεται σύμφωνα με τους αιτητές (βλ. σελ. 1 - 2 και 12-13 της γραπτής αγόρευσης των αιτητών) εν πρώτοις από την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 3 και τις αποδείξεις που επισυνάπτονται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Ξενοφώντος, από τα οποία φαίνεται, σύμφωνα πάντα με τους αιτητές, ότι έγιναν πληρωμές από τον καθ' ου η αίτηση έναντι των προϊόντων που αγόραζε. Όμως η εισήγηση αυτή των αιτητών παραγνωρίζει το ότι ο καθ' ου η αίτηση προβάλλει κάποια εξήγηση για τις πληρωμές που διενεργήθηκαν, αφού υποστηρίζει πως έγιναν από ταμείο μικροπληρωμών που διατηρεί στο γραφείο του και από υπάλληλο που δεν είχε γνώση της προφορικής συμφωνίας που ο ίδιος επικαλέστηκε. Εισηγούνται επίσης ότι η εκδοχή του καθ' ου η αίτηση περί προφορικής συμφωνίας διαψεύδεται από το γεγονός ότι για κάθε πώληση εκδίδονταν τιμολόγια τα οποία παραδίδονταν στον εναγόμενο ή στους αντιπροσώπους του και τα οποία είναι όλα υπογραμμένα, εισήγηση η οποία παραγνωρίζει πλήρως το γεγονός ότι ο καθ' ου η αίτηση αρνείται με την παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, τόσο ότι υπέγραψε οιοδήποτε τιμολόγιο, όσο και το ότι εξουσιοδότησε οποιοδήποτε πρόσωπο να υπογράψει οποιοδήποτε τιμολόγιο. Η δε αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων που προβάλλονται σίγουρα δεν είναι έργο του Δικαστηρίου στα πλαίσια αιτήσεως της φύσης που εξετάζεται. Παραπέμπω προς τούτο σχετικά στην υπόθεση J & M Loizides Agencies Ltd κ.α v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2011)1Β ΑΑΔ 1280, όπου τονίστηκε πως στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει, αφού κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. Όπως τονίζεται στην εν λόγω απόφαση στο στάδιο αυτό της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν. Επομένως η προσέγγιση της μαρτυρίας αναμένεται, σύμφωνα πάντα με νομολογηθέντα στην ως άνω υπόθεση, να περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της διαδικασίας για έκδοση συνοπτικής απόφασης, αποκλειστικός στόχος της οποίας είναι η διαπίστωση ύπαρξης καλής υπεράσπισης και/ή ύπαρξης τέτοιων γεγονότων που να παρέχουν στον εναγόμενο το δικαίωμα υπεράσπισης. Εξάλλου, όπως επεξηγεί το Ανώτατο Δικαστήριο στην ίδια απόφαση διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματά του, σύμφωνα με το άρθρο 30 του Συντάγματος. Επίσης σχετική είναι και η υπόθεση Λαζάρου v. Μακεδόνα
(1999)1Β Α.Α.Δ. 817, όπου μνημονεύθηκαν τα όσα λέχθηκαν στην Bhogal v. Punjab National Bank v. Punjab National Bank [1988] 2 All E.R. 296 στη σελ. 303 από τον Bingham L.J. ο οποίος ανέφερε τα εξής: "But the correctness of factual assertions such as these cannot be decided on an application for summary judgment unless the assertions are shown to be manifestly false either because of their inherent implausibility or because of their inconsistency with the contemporary documents or other compelling evidence." Επίσης στην Λαζάρου (πιο πάνω) έγινε αναφορά και στην Standard Chartered Bank v. Yaacoub [1990] CA Transcript 699 όπου λέχθηκε ότι: "It is sometimes said that in an application under Ord. 14 the court is bound to accept the assertion of a defendant on affidavit unless it is self-contradictory or inconsistent with other parts of the defendant' s own evidence, and that the court cannot reject an assertion on the simple ground that it is inherently incredible." Από τις πιο πάνω αποφάσεις προκύπτει ότι ισχυρισμοί γεγονότων δεν μπορούν να αποφασίζονται στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση, εκτός εάν οι ισχυρισμοί φαίνονται να είναι πρόδηλα λανθασμένοι ή λόγω εγγενούς έλλειψης πειστικότητας τους ή αντίφασης τους με έγγραφα ή άλλα αδιάσειστα στοιχεία ή την ίδια την εκδοχή ή μαρτυρία που προβάλλει ο ίδιος ο εναγόμενος. Όμως η παρούσα δεν θεωρώ ότι είναι τέτοια περίπτωση. Με απλά λόγια δεν θεωρώ ότι η παρούσα είναι περίπτωση που το Δικαστήριο μπορεί ή θα πρέπει να αποφανθεί ως προς την ορθότητα ισχυρισμών γεγονότων που προβάλλονται, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ότι καθ' ου η αίτηση δεν αποδέχεται τα ουσιώδη έγγραφα - τιμολόγια- τα οποία συνθέτουν τη βάση της αξίωσης των αιτητών ως προκύπτει και από την κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασαν, ενώ για τις ισχυριζόμενες πληρωμές που εμφαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού προβάλλει συγκεκριμένη θέση, αναφορά στην οποία έγινε πιο πάνω. Στα πιο πάνω θα πρέπει να προστεθεί και το γεγονός ότι ενώ σύμφωνα με τους αιτητές το ισχυριζόμενο χρέος συσσωρεύετο από το 2002, παρά ταύτα και παρά το γεγονός ότι στην περίοδο 2002 - 2013 έγιναν μόνο 9 πληρωμές, η αγωγή καταχωρήθηκε το 2013, περίοδο κατά την οποία ο καθ' ου η αίτηση διατείνεται ότι επήλθε ρήξη στη σχέση του με την αδελφή του, η οποία είναι μέτοχος και διοικητική σύμβουλος στους αιτητές και δια της οποίας ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι είχε προβεί στη συμφωνία με τους αιτητές, που τώρα επικαλείται. Αυτά τα επισημαίνω, όχι βεβαίως για να υποδείξω ότι η υπεράσπιση του καθ' ου η αίτηση θα επιτύχει, πράγμα που είναι ολότελα εκτός του πλαισίου της παρούσας διαδικασίας, αλλά για να καταδείξω ότι η παρούσα δεν είναι η πρέπουσα περίπτωση όπου το Δικαστήριο μπορεί ή θα πρέπει να καταλήξει ως προς την ορθότητα αντικρουόμενων ισχυρισμών γεγονότων που προβάλλονται εκατέρωθεν. Τουναντίον από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η υπό εξέταση περίπτωση δεν είναι από τις περιπτώσεις όπου είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν απαντούν πιστεύω και στην εισήγηση των αιτητών ότι ο καθ΄ου η αίτηση ψεύδεται, διότι σύμφωνα πάντα με αυτούς, δεν είναι ποτέ δυνατόν μια δημόσια εταιρεία εγγεγραμμένη στο Χρηματιστήριο να συνάψει συμφωνία για να παρέχει επ' άπειρον προϊόντα δωρεάν στον οποιοδήποτε, ούτε και είναι δυνατόν οι αιτητές να εξέδωσαν τιμολόγια και να χρέωναν ΦΠΑ το οποίο πλήρωναν, εάν υπήρχε η συμφωνία που επικαλείται ο καθ' ου η αίτηση. Δεν χρειάζεται να πω περισσότερα αρκεί να προσθέσω ότι εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ως προς το χρόνο κατά τον οποίο οι ενάγοντες κατέστησαν δημόσια εταιρεία[4], και κατά συνέπεια δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ήταν δημόσια εταιρεία κατά το χρόνο που έγινε η κατ' ισχυρισμό συμφωνία που επικαλείται ο καθ' ου η αίτηση, ενώ θα πρέπει να πω ότι υπό τις περιστάσεις και λαμβανομένων υπόψη των εκατέρωθεν θέσεων στο σύνολο τους, σίγουρα δεν μπορώ να προβώ στην απόρριψη της υπεράσπισης διαδίκου, στο στάδιο μάλιστα αυτό, βασιζόμενη στο τι θα θα ήταν δυνατόν ή αδύνατον να πράξει κάποιο άλλο πρόσωπο, όπως στην ουσία εισηγούνται οι αιτητές. Τη δε πιο πάνω κατάληξη μου ότι η παρούσα δεν είναι η πρέπουσα περίπτωση όπου το Δικαστήριο μπορεί ή θα πρέπει να καταλήξει ως προς την ορθότητα αντικρουόμενων ισχυρισμών, δεν μπορεί να διαφοροποιήσει η εισήγηση των αιτητών, ότι η υπεράσπιση που αρχικά είχε προβάλει ο καθ' ου η αίτηση[5], διαφοροποιήθηκε στη συνέχεια, έτσι που η εν λόγω διαφοροποίηση της υπεράσπισης καθιστά φανερό ότι η υπεράσπιση του καθ' ου η αίτηση δεν είναι καλόπιστη και δεν μπορεί να θεωρηθεί καλή υπεράσπιση εν τη εννοία της Δ.18. Πιο συγκεκριμένα είναι η θέση των αιτητών ότι μετά που οι ίδιοι με τη συμπληρωματική τους ένορκη δήλωση παρουσίασαν τις αποδείξεις πληρωμών, ο καθ' ου καταχώρησε και αυτός συμπληρωματική ένορκη δήλωση και αναίρεσε τον αρχικό του ισχυρισμό, ότι ποτέ πριν την αποστολή των τεκμηρίων 5 και 6, δεν έγινε οποιαδήποτε απαίτηση για πληρωμή από τους ενάγοντες, παραδεχόμενος τις πληρωμές αλλά λέγοντας ότι αυτές έγιναν από εξουσιοδοτημένα πρόσωπα που όμως δεν γνώριζαν για την ύπαρξη της συμφωνίας. Η εισήγηση αυτή των αιτητών στο σύνολο της δεν με βρίσκει σύμφωνη, αφού δεν θεωρώ ότι η θέση του καθ' ου η αίτηση ως παρουσιάζεται στην αρχική του ένορκη δήλωση, σε συνάρτηση με τη θέση του στη συμπληρωματική ότι οι πληρωμές που επικαλούνται οι αιτητές έγιναν σε μεμονομένες περιπτώσεις από υπάλληλο του από το ταμείο μικροπληρωμών που διατηρεί στο γραφείο του χωρίς ο εν λόγω υπάλληλος να γνωρίζει τη συμφωνία, καθιστούν την όλη εκδοχή του κακόπιστη ή αβάσιμη σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που να πρέπει να του αποστερηθεί το δικαίωμα να ακουστεί στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας. Ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι από το 2003 μέχρι και το 2011 δεν υπάρχει κανένας ισχυρισμός περί πληρωμής και παρά ταύτα οι αιτητές δεν είχαν κινηθεί προς είσπραξη του κατ' ισχυρισμό οφειλόμενου ποσού και το έπραξαν μόνο σε χρόνο που, σύμφωνα με τον καθ' ου η αίτηση, οι σχέσεις του διασαλεύθηκαν με την αδελφή του, που ήταν και το πρόσωπο δια του οποίου προέβη στη συμφωνία με τους αιτητές που τώρα επικαλείται. Τούτο το επισημαίνω και πάλι όχι για να υποδείξω ότι η υπεράσπιση του καθ' ου η αίτηση θα επιτύχει, πράγμα που ως έχω ήδη πει είναι ολότελα εκτός του πλαισίου της παρούσας διαδικασίας, αλλά για να καταδείξω ότι από την αντιπαραβολή των εκατέρωθεν θέσεων προκύπτει δικάσιμο ζήτημα. Και για να γίνει πιο κατανοητή η κατάληξη μου, κρίνω χρήσιμο στο σημείο αυτό να επανέλθω και να παραπέμψω εκ νέου και κατ' αναλογία στην υπόθεση Λαζάρου (πιο πάνω), όπου η υπεράσπιση που ήγειραν οι εφεσείοντες με την ένορκη τους δήλωση ήταν ότι το γραμμάτιο είχε εξοφληθεί με διακανονισμό που είχε γίνει μεταξύ των διαδίκων, σχετιζόμενο με διάφορες δοσοληψίες που είχαν μεταξύ τους και υποστήριξαν πως ήταν για αυτό το λόγο που από το 1989 μέχρι το 1995 ο εφεσίβλητος δεν έλαβε κανένα μέτρο εναντίον τους. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού εξέτασε και ανέλυσε τη μαρτυρία, όπως περιεχόταν στις πολυάριθμες ένορκες δηλώσεις που είχε ενώπιον του και αφού αναφέρθηκε στις νομικές αρχές και τη νομολογία, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εφεσείοντες δεν είχαν καλόπιστη υπεράσπιση και αρνήθηκε να τους δώσει άδεια για υπεράσπιση. Ως συνέπεια εξέδωσε απόφαση με έξοδα υπέρ του εφεσίβλητου, απόφαση η οποία ανατράπηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο το οποίο επεσήμανε μεταξύ άλλων ότι τα συμπεράσματα και η κατάληξη του Δικαστηρίου βασίστηκαν στην όλη αξιολόγηση που έκαμε του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων και πως με το να εξετάσει τη μαρτυρία που υπήρχε και να αποφανθεί επ' αυτής, εξήλθε από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της διαδικασίας της Δ.18 και μετέτρεψε τη διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας. Σε κάθε περίπτωση θυμίζω ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια αιτήσεων της φύσεως που εξετάζεται θα πρέπει να εντοπίζει την ύπαρξη επίδικων ζητημάτων και όχι να αποφασίζει εάν τελικά η υπεράσπιση που προβάλλεται θα επιτύχει, ούτε βέβαια να προβαίνει σε εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο της δίκης της αγωγής. Σχετική είναι υπόθεση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.α ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε Πολ. Έφεση 10458 ημερ. 30.3.2001, όπου στην σελίδα 6 λέχθηκαν τα ακόλουθα τα οποία πολύ περιεκτικά αποδίδουν κατά την κρίση μου την ουσία του πράγματος και τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής στην παρούσα: «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν την διεξαγωγή κανονικής Δίκης. Εφ' όσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο Εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και σχετικής επι του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο Δίκης στην Αγωγή.» (η έμφαση δική μου) Ο δεύτερος πυλώνας της εισήγησης των αιτητών περί μη κατάδειξης καλής υπεράσπισης στηρίζεται στο ότι (βλ. σελ. 2 της γραπτής αγόρευσης των αιτητών) η υπεράσπιση του καθ' ου η αίτηση «προσκρούει στον νομικό κανόνα του δικαίου της απόδειξης, γνωστού ως "parol evidence rule", που προβλέπει ότι δεν είναι δυνατόν να γίνει επίκληση προφορικής μαρτυρίας (για τη δήθεν προφορική συμφωνία) για τροποποιηθεί γραπτή συμφωνία και/ή γραπτό κείμενο (ήτοι τα τιμολόγια.)». Πιο συγκεκριμένα ισχυρίζονται (βλ. και σελ. 15 της γραπτής αγόρευσης) ότι δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τα υπογραμμένα τιμολόγια αποτελούν έκαστο μια γραπτή συμφωνία μεταξύ του εκδόσαντος και υπογράψαντος. Κατά συνέπεια συνεχίζει η εισήγηση εφόσον υπάρχουν υπογραμμένα τιμολόγια από τον εναγόμενο ή τους αντιπροσώπους του και δεν υπάρχει ισχυρισμός πλαστογραφίας, αυτά αποτελούν γραπτές συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων έτσι που αποκλείεται η επίκληση από τον εναγόμενο προφορικής συμφωνίας. Και αυτή η εισήγηση θα πρέπει να απορριφθεί. Και τούτο διότι κατ' αρχάς ο καθ' ου η αίτηση αρνείται ρητώς ότι ο ίδιος υπέγραψε οποιοδήποτε τιμολόγιο ή ότι εξουσιοδότησε οποιοδήποτε πρόσωπο να υπογράψει οποιοδήποτε τιμολόγιο (βλ. παρ. 10 της ένορκης δήλωσης ημερ. 4/11/2014 που συνοδεύει την ένσταση). Πέραν όμως και ανεξαρτήτως τούτου, ο κανόνας που επικαλούνται οι αιτητές έχει εξαιρέσεις και σίγουρα το στάδιο αυτό δεν είναι το κατάλληλο για να αποφασίσει το Δικαστήριο αν ο κανόνας τυγχάνει πράγματι εφαρμογής στη βάση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, αφού όπως επισημάνθηκε σαφέστατα στην υπόθεση Ζερβός (ανωτέρω) στη σελίδα 1972, αυτό που αναμενόταν από τον εναγόμενο να δείξει ήταν πως έχει υπεράσπιση σε βαθμό που ενδείκνυται να του επιτραπεί το δικαίωμα της προβολής της και πως το κατά πόσο νομικά ευσταθούσε, θα ήταν βέβαια το αντικείμενο της δίκης. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Η ένορκη δήλωση του εφεσείοντα περιείχε τα στοιχεία στα οποία εδράζεται η υπεράσπιση που θέλει να προβάλει, και η υπό αναφορά συνοπτική διαδικασία δεν ήταν η δίκη της υπόθεσης για να προσκομίσει τη μαρτυρία που διέθετε. Αυτό που αναμενόταν να δείξει ήταν πως έχει υπεράσπιση σε βαθμό που ενδείκνυται να του επιτραπεί το δικαίωμα της προβολής της. Και βεβαίως, το κατά πόσο νομικά ευσταθεί, θα είναι το αντικείμενο της δίκης.» Τα πιο πάνω απαντούν και στην εισήγηση των αιτητών ότι η υπεράσπιση του καθ' ου η αίτηση προσκρούει στον κανόνα της εξ ακοής μαρτυρίας στη βάση του ότι ο εναγόμενος δεν αποκαλύπτει ποια ήταν τα πρόσωπα που τον πληροφόρησαν ότι προέβαιναν στις πληρωμές εκ μέρους του χωρίς να γνωρίζουν περί της ύπαρξης της κατ' ισχυρισμό συμφωνίας. Και τούτο διότι και εδώ όπως και στη Ζερβός (πιο πάνω) θεωρώ πως η ένορκη δήλωση περιέχει τα στοιχεία που η υπεράσπιση θέλει να προβάλει και η παρούσα διαδικασία δεν είναι η δίκη της υπόθεσης για να τίθεται θέμα προσκόμισης από τον καθ' ου η αίτηση, της μαρτυρία που διαθέτει. Το μόνο που πρέπει να προσθέσω εδώ ενόψει του ότι γίνεται λόγος για εξ ακοής μαρτυρία, είναι ότι σε κάθε περίπτωση η εισαγωγή εξ ακοής μαρτυρίας στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας δεν αποκλείεται. Αντίθετα μετά και την τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, επιτρέπεται, και η βαρύτητα που θα της δοθεί κάθε φορά είναι ζήτημα που αποφασίζει το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ άλλων και τους παράγοντες που αναφέρονται στο άρθρο 26 του Νόμου. Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως έχει ήδη λεχθεί, η παρούσα διαδικασία δεν προσφέρεται για αυτού του είδους τη διεργασία. Συνοψίζοντας θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ στην Banque de Paris et des Pays-Bas (Suisse) SA v. de Naray [1984] 1 Lloyd's Rep. 21, στη σελ. 23, αναφορά στην οποία έγινε στη Λαζάρου (πιο πάνω) όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: "It is of course trite law that O.14 proceedings are not decided by weighing the two affidavits. It is also trite that the mere assertion in an affidavit of a given situation which is to be the basis of a defence does not, ipso facto, provide leave to defend; the Court must look at the whole situation and ask itself whether the defendant has satisfied the Court that there is a fair or reasonable probability of the defendants' having a real or bona fide defence." (η έμφαση δική μου) Στην προκειμένη περίπτωση εξετάζοντας συνολικά τα θέματα και τις θέσεις του καθ' ου η αίτηση καταλήγω ότι έχει καταδειχθεί μια εύλογη πιθανότητα ο καθ' ου η αίτηση να έχει μια πραγματική και καλόπιστη υπεράσπιση, την οποία θα πρέπει κατά την κρίση μου να του δοθεί η ευκαιρία να προβάλει. Προσθέτω εδώ πως όσο απομακρυσμένη και αν ήθελε θεωρηθεί η πιθανότητα επιτυχίας της υπεράσπισης αυτής, στο πολύ πρώιμο στάδιο στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση, κρίνω ότι εφόσον έχει καταδειχθεί επαρκώς ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με τα επίδικα θέματα, τα οποία αν ευσταθούν νομικά ή πραγματικά δεν είναι ζήτημα της παρούσας, η παρούσα δεν είναι κατάλληλη περίπτωση για να εκδοθεί συνοπτική απόφαση, εφόσον αυτό δεν θα ήταν υπό τις περιστάσεις ορθό και δίκαιο. Υπενθυμίζω ότι ως έχει λεχθεί δικαστικά όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης, αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση (δέστε Supreme Court Practice 1999 1st Ed. p. 174, para. 14/4/9). Επαναλαμβάνω δε ότι το Δικαστήριο σε αιτήσεις συνοπτικής απόφασης θα πρέπει να περιορίζεται στον εντοπισμό επίδικων ζητημάτων τα οποία εδώ για τους λόγους που έχω επεξηγήσει και πιο πάνω υπάρχουν, και δεν θα πρέπει να αποφασίζει εάν τελικά η υπεράσπιση που προβάλλεται θα επιτύχει ή να προβαίνει σε υπολογισμούς επιτυχίας της έξω από το πλαίσιο της δίκης της αγωγής (βλ. και Λούκος ανωτέρω). Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του καθ' ου η αίτηση (εναγόμενου) και εναντίον των αιτητών (εναγόντων) ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. Δίδεται άδεια στον εναγόμενο να καταχωρήσει την υπεράσπιση του εντός 14 ημερών από σήμερα. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι θεσμοί. [Υπ.].......... Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Οι οποίοι σύμφωνα με την ομνύσασα μέχρι την 20/5/2005 ονομάζονταν Α & P Andreou & Paraskevaides Enterprises Ltd ενώ από 20/5/2005 μετονομάστηκαν σε Α & P (Andreou & Paraskevaides) Enterprises Public Company Ltd. (βλ. Τεκμήριο 2). [2] Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την Σπηταλιώτης: "Όπως έχει λεχθεί από το Δικαστή Buckley L.J. στην Pathè Fréres Cinema Ltd., v. United Electric Theatres Limited [1914] 3 K.B. 1253 (που έχει υιοθετηθεί στην απόφαση Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130), "In the present case the plaintiffs are a company; they cannot swear; somebody must therefore do it for them. The affidavit is made by a clerk in their employ; he describes himself as a clerk of the plaintiffs and in their employ and says that the facts are within his own knowledge; that, in my opinion, brings this affidavit reasonably within the rule. I think the affidavit complies with the requirements of the rule." Σε ελεύθερη μετάφραση, "Στην παρούσα περίπτωση η ενάγουσα είναι εταιρεία· δεν μπορούν να ορκιστούν· κάποιος πρέπει να το κάμει εκ μέρους των. Η ένορκη δήλωση έχει ετοιμασθεί από ένα υπάλληλο της εταιρείας· περιγράφει τον εαυτό του σαν υπάλληλο της ενάγουσας και λέει ότι είναι γνώστης των γεγονότων· αυτό κατά την άποψη μου τοποθετεί την ένορκη δήλωση μέσα στα πλαίσια του κανόνα. Νομίζω ότι η ένορκη δήλωση συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις του κανόνα." Στην παρούσα περίπτωση φαίνεται ότι ο Παναγιώτης Χ" Παναγή ήταν γνώστης του περιεχομένου της συμφωνίας της 22/11/96 (που είχε ακυρώσει τη συμφωνία της 19/9/94), έχει επισυνάψει τα πιο πάνω έγγραφα στην ένορκη του δήλωση (Chain Gulf Trends v. Λαϊκής Τράπεζας
(1997)1 Α.Α.Δ. 1168), ήταν παρών στην υπογραφή της συμφωνίας της 22/11/96 από τον α΄ εφεσείοντα, γνώριζε από τα διάφορα έγγραφα της εφεσίβλητης τις κινήσεις του λογαριασμού του α΄ εφεσείοντος και είχε τερματίσει στις 21/9/98 ο ίδιος τη συμφωνία της εφεσίβλητης με τον α΄ εφεσείοντα. Όλα τα πιο πάνω γεγονότα τον καθιστούσαν σαν πρόσωπο που μπορούσε να ορκιστεί θετικά για το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης. (Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 782). Η εισήγηση των εφεσειόντων απορρίπτεται." [3] Όπου επίσης γίνεται αναφορά στην αγγλική Pathe Freres Cinema Ltd η οποία μνημονεύθηκε στην Σπηταλιώτης πιο πάνω. [4] Σημειώνω ότι στην αγωγή γίνεται αναφορά σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ενώ στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γίνεται αναφορά στο ότι οι ενάγοντες είναι δημόσια εταιρεία περιορισμένης χωρίς όμως να αναφέρεται από πότε, ενώ στη συνέχεια γίνεται αναφορά σε αλλαγή ονόματος που έλαβε χώρα το 2005. [5] ότι συμφώνησε με την αδελφή του να του παρέχονται τα προϊόντα επ' άπειρον δωρεάν και πως ποτέ πριν την αποστολή των τεκμηρίων 5 και 6, δεν έγινε οποιαδήποτε απαίτηση για πληρωμή από τους ενάγοντες cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.