Αναφορικά με την Κυπριακή Δημοκρατία, Γεν. Αίτ. 14/08, 23/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A120 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Γεν. Αίτ. 14/08 Αναφορικά με την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ.7.2.12 στην Παραπομπή Αρ.14/08 Και Αναφορικά με την Κυπριακή Δημοκρατία Ημερομηνία: 23.2.16 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή : κ. Μ. Α. Χατζητζιοβάνης Για Κυπριακή Δημοκρατία. Κα Μ. Στυλιανού Για Τράπεζα Κύπρου - Μεσεγγυούχο : κα Μ. Ναθαναήλ Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 7.2.12 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση όπως η Αποζημιούσα Αρχή, η Κυπριακή Δημοκρατία, καταβάλει ως αποζημίωση στον Απαιτητή το ποσό των €400.000 με τόκο 9% ετησίως από 20.4.06 μέχρι τελικής εξόφλησης. Επίσης επιδίκασε €2.000 εκτιμητικά έξοδα πλέον ΦΠΑ με νόμιμο τόκο από 7.2.12 καθώς και τα δικηγορικά έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή. Με την καταβολή των πιο πάνω ποσών το μέρος του επιδίκου κτήματος, να εγγραφεί στο όνομα της Δημοκρατίας. Την 25.9.15 ο Απαιτητής καταχώρισε διαδικασία κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, δυνάμει των προνοιών των Αρ.73 - 81 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, με την οποία επιζητούσε την έκδοση διατάγματος του δικαστηρίου που να επιτρέπει την έκδοση εντάλματος κατασχέσεως των πιο πάνω ποσών της απόφασης του δικαστηρίου, όπου τα ποσά ευρίσκονται εις χείρας της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ προς όφελος και/ή στο όνομα της Καθ ης η αίτηση Κυπριακής Δημοκρατίας, ως καταθέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς και/ή φυλάττονται ως γραμμάτια που διατηρούνται στην τράπεζα. Ο λόγος, σύμφωνα με την υποστηρίζουσα ένορκη δήλωση, είναι γιατί η Δημοκρατία δεν έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό από το ρηθέν εξ αποφάσεως χρέος. Είναι επίσης η θέση του αιτητή ότι η Δημοκρατία διατηρεί στο όνομα της διάφορα ποσά υπό την μορφή καταθέσεων και γραμματίων στην Μεσεγγυούχο τράπεζα, αλλά δεν γνωρίζει ούτε τους αριθμούς των λογαριασμών, ούτε και σε ποια παραρτήματα διατηρεί τους λογαριασμούς. Η αίτηση τέθηκε μονομερώς ενώπιον του δικαστηρίου και το δικαστήριο έδωσε οδηγίες να επιδοθεί τόσο στην Δημοκρατία όσο και στην Τράπεζα, χωρίς να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα. Στην συνέχεια, τόσο η Τράπεζα, όσο και η Δημοκρατία καταχώρισαν ενστάσεις υποστηριζόμενες από ένορκες δηλώσεις. Η μεν Δημοκρατία, δι' ενόρκου δηλώσεως της Εισαγγελέως Λουίζας Χριστοδουλίδου Ζαννέτου, που γνωρίζει τα γεγονότα, αναφέρει ότι η Γενική Λογίστρια του Κράτους την πληροφόρησε ότι δεν υπάρχουν επ' ονόματι της Κυριακής Δημοκρατίας οποιαδήποτε ποσά στην Τράπεζα Κύπρου, παρά μόνο μεσάζοντες λογαριασμοί. Η Τράπεζα εισπράττει για λογαριασμό της υπηρεσίας Φ.Π.Α και πριν τα εμβάσουν στην Κεντρική Τράπεζα τα καταθέτει σε ένα δικό της suspense λογαριασμό, που δεν ανήκει στην Κυπριακή Δημοκρατία, αλλά χρησιμοποιείται ως μεσάζον. Υπάρχει επίσης ακόμα ένας παρόμοιος λογαριασμός της Τράπεζας Κύπρου που αφορά τις καταθέσεις των κυβερνητικών τμημάτων σε σχέση με τις εισπράξεις τους. Δεν υπάρχει λογαριασμός που να αφορά το νομικό πρόσωπο του Κράτους και των κυβερνητικών τμημάτων. Πέραν αυτού, κανένας δεν γνωρίζει αν κατά την ημερομηνία επίδοσης της αίτησης υπήρχαν οποιαδήποτε χρήματα γιατί αυτά εμβάζονται στην Κεντρική Τράπεζα. Η μεσεγγυούχος τράπεζα από την πλευρά της, δια της ενόρκου δηλώσεως της Μαρίας Μιχαήλ, πέραν των προδικαστικών ενστάσεων που εγείρει ως προς την τήρηση της ορθής διαδικασίας, επί της ουσίας αναφέρει ότι η τράπεζα λειτουργεί ως «εισπράκτορας» εκ μέρους του Κράτους, με την έννοια ότι διατηρούνται δυο ειδών λογαριασμοί στους οποίους καταλήγουν χρηματικά ποσά τα οποία καταβάλλονται από τους πολίτες ως οφειλόμενα υπ' αυτούς προς την Κυπριακή Δημοκρατία. Οι εν λόγω λογαριασμοί είναι λειτουργικοί λογαριασμοί και/ή άλλως ενδιάμεσοι λογαριασμοί γνωστοί ως utilities bills, στους οποίους καταβάλλονται μεταξύ άλλων, εισπραχθέντα χρήματα από διάφορα κυβερνητικά τμήματα και ταχυδρομικές υπηρεσίες, των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ΦΠΑ, εξώδικες πληρωμές από πολίτες προς το Κράτος και φορολογίες. Τα υπόλοιπα των λογαριασμών δεν είναι σταθερά και δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να θεωρηθούν ως καταθέσεις και μεταφέρονται εντός τριών εργασίμων ημερών στην Κεντρική Τράπεζα. Βάση των πιο πάνω η τράπεζα δεν διατηρεί λογαριασμούς εκ μέρους και/ή προς όφελος των εναγομένων, αφού οι ρηθέντες λογαριασμοί σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν καταθετικοί στη φύση τους. Κατ' ακολουθία, ως είναι η θέση της, δεν υπάρχει οποιαδήποτε σχέση πιστωτή - οφειλέτη μεταξύ των εναγομένων και της τράπεζας, ώστε να μπορεί να τύχει εφαρμογής η διαδικασία κατάσχεσης στα χέρια τρίτου. Οι λογαριασμοί αυτοί είναι φορείς και διάμεσοι χωρίς σταθερά ποσά, δια των οποίων τα όποια ποσά περνούν δια μέσου των λογαριασμών των μεσεγγυούχων και μεταφέρονται στην Κεντρική Τράπεζα. Εκείνο επίσης που προβάλλεται είναι ότι αν η μεσεγγυούχος κληθεί να καταβάλει τα όποια ποσά βρίσκονται εκείνη την ημέρα κατατεθειμένα στους λογαριασμούς, τότε ο απαιτητής στην ουσία θα ανακτήσει χρήματα των πολιτών που καταβάλλουν προς εξόφληση διαφόρων υποχρεώσεων τους προς τις διάφορες Κρατικές Αρχές. Χωρίς να αντεξεταστεί οποιοσδήποτε από τους ομνύοντες, οι δικηγόροι προχώρησαν σε αγορεύσεις. Ο κ. Χατζητζιοβάνης για τον αιτητή αναφέρεται στις αρχές και σε νομολογία που αφορά την κατάσχεση στα χέρια τρίτου και με αναφορά στους ισχυρισμούς της Δημοκρατίας και της Τράπεζας, αναφέρει ότι προβάλλουν αντιφατικούς μεταξύ τους ισχυρισμούς και ότι δεν έχουν αποδείξει ότι δεν πρόκειται για καταθετικούς λογαριασμούς. Είναι η θέση του ότι υπάρχει σαφής σχέση πιστωτή και οφειλέτη μεταξύ της Δημοκρατίας και της Τράπεζας, γιατί ως ρητά αναφέρει η τράπεζα, η Δημοκρατία διατηρεί λογαριασμούς στην Τράπεζα. Η κα Στυλιανού για την Δημοκρατία υιοθέτησε την ένσταση και ήταν η θέση της ότι με την αίτηση ο αιτητής ουσιαστικά ψαρεύει λογαριασμούς και δεν έδωσε θετική μαρτυρία ή στοιχεία ότι υπάρχουν τέτοιοι λογαριασμοί. Είναι επίσης η θέση της ότι δεν υπάρχουν τέτοιοι λογαριασμοί και η τράπεζα είναι διαμετακομιστικός σταθμός. Η κα Ναθαναήλ για την μεσεγγυούχο Τράπεζα, αφού υιοθέτησε την ένσταση ανέφερε ότι το αιτούμενο διάταγμα είναι πολύ γενικό και πρόκειται λειτουργικούς λογαριασμούς. Με αναφορά στα Αρ.73 και 74 του Κεφ.6 και στην αντίστοιχη Διαταγή 45 των Αγγλικών Θεσμών, του Annual Practice 1956, ήταν η θέση της ότι δεν υπάρχει σχέση οφειλέτη και πιστωτή μεταξύ της τράπεζας και της Δημοκρατίας. Η διαδικασία της μεσεγγύησης αποτελεί μια μέθοδο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης που προβλέπεται στο άρθρο 14
(1)(γ) του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 ως έχει τροποποιηθεί. Η μέθοδος με την οποία επιτυγχάνεται η κατάσχεση κινητής περιουσίας στα χέρια τρίτου προβλέπεται στα Άρθρα 73-81 του Κεφ.6. Καθοδηγητική ως προς την διαδικασία είναι και η υπόθεση F. Hoffman-La Roche and Co. A.G. v. Inter-Continental Pharmaceuticals (Bletchley) Limited Curtis & Co Ltd and Sygmunt (Chemist) Ltd and the Chartered Bank Of Famagusta
(1969)1 C.L.R. 106, όπου αρκούντως περιγράφεται η μέθοδος κατάσχεσης στα χέρια τρίτου. Αρκετά κατατοπιστική είναι η επεξήγηση που γίνεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 3η έκδοση V.16 σελ. 79 παρα.119: « .. a judgment creditor is enabled to reach money due to the judgement debtor which is in the hands of a third person. For this purpose the ordinary methods of execution are inapplicable; but there is power to order the third person to pay to the judgment creditor the debt due from him to the judgment debtor, or as much of it as may be sufficient to satisfy the judgment creditor's claim». Στην συνέχεια (παρα.120-122), επεξηγείται ότι η διαδικασία αυτή μπορεί να προωθηθεί από οποιονδήποτε που εξασφάλισε δικαστική απόφαση για την ανάκτηση ή πληρωμή κάποιου χρηματικού ποσού. Οι τραπεζικοί πιστωτικοί λογαριασμοί, ως επεξηγείται, ήταν πάντοτε αντικείμενο κατάσχεσης προς ικανοποίηση δικαστικής απόφασης. Τέτοιας φύσεως διατάγματα εκδίδονται στην βάση των αρχών της επιεικείας και ως τέτοια ανάγονται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Τίθενται όμως συγκεκριμένες προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται πριν ασκηθεί η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Πολύ συνοπτικά, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη δικαστικής απόφασης και περαιτέρω θα πρέπει να υπάρχει μεταξύ του εξ αποφάσεως οφειλέτη και μεσεγγυούχου σχέση πιστωτή και οφειλέτη κατά την ημέρα επίδοσης του διατάγματος. Στο Annual Practice 1956 σελ.1093, εξηγείται ότι η ύπαρξη σχέσεως πιστωτή δανειστή μεταξύ του εξ αποφάσεως χρεώστη και του μεσεγγυούχου είναι ουσιώδης. Ένα σημαντικό κριτήριο που μπορεί να τεθεί για την ανεύρεση αυτής της σχέσης, είναι αν ο εξ αποφάσεως χρεώστης - εναγόμενος - μπορεί να ενάξει τον μεσεγγυούχο για την ανάκτηση του ποσού. Υποδεικνύεται περαιτέρω ότι θα πρέπει να υπάρχουν συγκεκριμένα και οφειλόμενα χρήματα από τον μεσεγγυούχο προς τον εξ αποφάσεως πιστωτή. Και ο λόγος καθώς επεξηγείται, είναι γιατί ο εξ αποφάσεως πιστωτής δεν μπορεί, δια της διαδικασίας της μεσεγγύησης, να είναι σε καλύτερη θέση σε σχέση προς τον μεσεγγυούχο από ότι μπορεί να είναι ο εξ αποφάσεως χρεώστης. Στους Halsbury's ανωτέρω, σελ.80 υποδεικνύεται ότι: « ... all debts owing or accruing from any person to the judgment debtor whether they are legal or equitable may be attached» Ένα ενδιαφέρον παράδειγμα που αναφέρεται (υποσημείωση r σελ.81) αφορά χρήματα που ανεβρέθηκαν από τρίτο και ανήκουν στο εξ αποφάσεως πιστωτή, τα οποία ως εξηγείται μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης στα χέρια τρίτου. Η θέση του κ. Χατζητζιοβάνη - σελ.10 της αγόρευσης του - είναι ότι η τράπεζα αναφέρει ότι η Δημοκρατία διατηρεί λογαριασμούς κοντά της. Εξ όσων είναι αντιληπτό δεν είναι αυτό ακριβώς που αναφέρει η μεσεγγυούχος τράπεζα. Εκείνο το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 5 της ενόρκου δηλώσεως, είναι ότι οι μεσεγγυούχοι λειτουργούν ως εισπράκτορες εκ μέρους του Κράτους με την έννοια ότι διατηρούνται δυο ειδών λογαριασμοί του Κράτους, που δεν είναι καταθέσεις και συνεπώς η τράπεζα δεν έχει καταθέσεις των εναγομένων. Πρόκειται για ενδιάμεσους λογαριασμούς και τα όποια ποσά βρίσκονται στους εν λόγω λογαριασμούς, τα οποία δεν είναι σταθερά, «περνούν» από τους λογαριασμούς των μεσεγγυούχων και σε σύντομο χρονικό διάστημα μεταφέρονται στην Κεντρική Τράπεζα. Ανάλογη είναι και η θέση της Δημοκρατίας, αφού στην παράγραφο 6 της ένστασης ρητώς αναφέρεται ότι η Δημοκρατία δεν διατηρεί λογαριασμούς στην Τράπεζα και οι εισπράξεις εκ μέρους της τράπεζας γίνονται σε ένα δικό της - της τράπεζας - suspense - λογαριασμό που δεν ανήκει στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ουσιαστικά ως αναφέρει και η Τράπεζα, τα ποσά μεταφέρονται προς την Κεντρική Τράπεζα από τους «λογαριασμούς των μεσεγγυούχων». Στην αντίστοιχη Αγγλική Διαταγή 45, Annual Practice ανωτέρω σελ.1095, υπό τον τίτλο Judgment Debtor's Bank Balance, επεξηγείται ότι υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που αναφέρονται εκεί, καταθετικοί καθώς και τρεχούμενοι λογαριασμοί υπόκεινται σε κατάσχεση, εκτός αν πρόκειται για καταθέσεις τρίτων προσώπων τα οποία ο εξ αποφάσεως οφειλέτης δεν μπορεί να διαθέσει ή να τα διακινήσει. Οι θέσεις συνεπώς τόσο της Τράπεζας όσο και της Δημοκρατίας ως προς το κατά πόσο υπάρχουν λογαριασμοί προς όφελος του Κράτους και ποια μορφή έχουν, δεν είναι αρκετή ούτε και επιλύει το θέμα. Υπό όποια μορφή και να υπάρχουν οι λογαριασμοί αυτοί, γιατί η ουσία είναι ότι υπάρχουν, με την έννοια ότι διακινούνται μέσω της μεσεγγυούχου τράπεζας Κρατικά ποσά, εφαρμόζοντας το κριτήριο και συνάμα το ερώτημα που τίθεται στο Annual Practice ανωτέρω, αν τα ποσά αυτά είναι ανακτήσιμα από την τράπεζα δι΄αγωγής από το Κράτος, η απάντηση είναι σαφώς καταφατική, αφού τα χρηματικά αυτά ποσά δεν ανήκουν στην Τράπεζα, αλλά ως αμφότερες οι πλευρές παραδέχονται, ανήκουν στο Κράτος και διαμετακομίζονται στην Κεντρική Τράπεζα. Κάτω από οποιοδήποτε συνεπώς λογιστικό, ή άλλο καταθετικό μανδύα διατηρεί τα χρήματα αυτά η Τράπεζα, τα εισπράττει και τα διατηρεί για λογαριασμό του Κράτους, τα οποία ανήκουν και παραμένουν ιδιοκτησία του Κράτους, αφού θα πρέπει να διαβιβαστούν, μέσω της Τράπεζας, στην Κεντρική Τράπεζα. Κατά συνέπεια οι λογαριασμοί αυτοί αφορούν ή και περιέχουν χρήματα που ανήκουν στο Κράτος και ως τέτοια υπόκεινται σε κατάσχεση. Μια άλλη προϋπόθεση που τίθεται - Annual Practice ανωτέρω, στην παράγραφο 30 σελ.1099 - είναι ότι δεν μπορεί να κατασχεθεί υπόλοιπο τραπεζικού λογαριασμού, εκτός αν τίθεται ορθώς το όνομα του λογαριασμού (name of the account) όπως αυτός είναι καταγραμμένος στα τραπεζικά βιβλία. Τίθεται το όλο θέμα ως εξής: « Where the debtor has and operates an account in a name other than his own, that name must be inserted in the order nisi» Από όσα έχουν εκτεθεί, εξάγεται ότι επί τραπεζικών λογαριασμών τίθενται δυο προϋποθέσεις, το βάρος των οποίων είναι στον αιτητή να τις ικανοποιήσει. Η μια αφορά το πλήρες όνομα και τον αριθμό λογαριασμού που επιζητείται να κατάσχει και συνακόλουθα, το ακριβές ποσό που επιζητείται να κατασχεθεί. Από το αιτητικό της αίτησης είναι φανερό ότι καμιά προϋπόθεση δεν ικανοποιείται, αφού κανένα στοιχείο του ισχυριζόμενου λογαριασμού δεν καταγράφεται, όπως ούτε και το ακριβές ποσό που υπάρχει στον λογαριασμό. Από την άλλη, τόσο η μεσεγγυούχος Τράπεζα όσο και η Δημοκρατία, αναφέρουν ότι δεν υπάρχουν σταθερά ποσά. Αυτά από μόνα τους αποτελούν επαρκείς λόγους για απόρριψη της αίτησης. Κρίνεται όμως ότι συντρέχει και άλλος λόγος που συνηγορεί στην απόρριψη της αίτησης, στον οποίο θα γίνει αναφορά αμέσως στην συνέχεια, ανεξάρτητος από το είδος και την μορφή του λογαριασμού που αναφέρουν ότι υπάρχουν, τόσο η Δημοκρατία όσο και η Τράπεζα. Εκ των παρατεθέντων συνάγεται ότι εισπράξεις του Κράτους, ως για παράδειγμα φορολογίες και άλλων ειδών εισπράξεις, διακινούνται μέσω της μεσεγγυούχου Τράπεζας, η οποία ουσιαστικά μεσολαβεί, ως μεσάζον, στην διαμετακόμιση των χρημάτων αυτών προς κατάθεση στην Κεντρική Τράπεζα. Κατά συνέπεια ο αιτητής είχε το βάρος να ανατρέψει τις πρόνοιες του Αρ.16 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, σύμφωνα με το οποίο: 16. Τα ακόλουθα πράγματα του οφειλέτη χρέους εξαιρούνται από την εκτέλεση: ............................................................... θ) όταν ο οφειλέτης χρέους είναι κρατική ή δημόσια υπηρεσία: ......................................................................... (v) συναλλαγματικά αποθέματα, ομόλογα, χρηματικοί τίτλοι και αξίες, καθώς και καταθέσεις που αντιστοιχούν σε δαπάνες που προνοούνται σε εγκρινόμενο από τη Βουλή προϋπολογισμό. Το αιτούμενο διάταγμα κατάσχεσης δεν εκδόθηκε μονομερώς και τόσο η μεσεγγυούχος τράπεζα, όσο και η Δημοκρατία αρνήθηκαν την ύπαρξη καταθετικού λογαριασμού. Δεδομένης όμως της είσπραξης χρημάτων εκ μέρους της τράπεζας για λογαριασμό του Κράτους, όποια μορφή και αν έχουν οι λογαριασμοί, ο αιτητής θα έπρεπε να αποδείξει ότι οι εισπράξεις αυτές και οι αντίστοιχες καταθέσεις ή λογαριασμοί, δεν αποτελούν μέρος των συναλλαγματικών αποθεμάτων του Κράτους, ούτε και αντιστοιχούν σε δαπάνες που προνοούνται από τον προϋπολογισμό που εγκρίθηκε από την Βουλή. Άλλως, ως ρητώς αναφέρει ο Νόμος, οι καταθέσεις αυτές εξαιρούνται από την εκτέλεση. Σημειωτέον ότι στην Αγγλία καμιά εκτέλεση δικαστικής απόφασης εναντίον του Κράτους επιτρέπεται, συμπεριλαμβανομένης και διαδικασίας μεσεγγυήσεως, ούτε κάποιο πρόσωπο ευθύνεται προσωπικά, ή κυβερνητικό τμήμα, ή και αξιωματούχος του Κράτους, ως τέτοιος, φέρει κάποια ευθύνη (δες Halsbury's ανωτέρω, σελ.11-12). Είναι γεγονός ότι ούτε η πλευρά του αιτητή, αλλά ούτε και της Δημοκρατίας έστρεψαν στην προσοχή τους στο πιο πάνω άρθρο του Νόμου. Συνακόλουθα με αυτό και ως υποδεικνύεται στο Annual Practice ανωτέρω, σελ. 1107 επ. όταν ο μεσεγγυούχος αρνείται ή αμφισβητεί ευθύνη, το δικαστήριο αντί να εκδώσει διάταγμα εκτέλεσης, μπορεί να θέσει το θέμα προς εκδίκαση και να το αποφασίσει με τον ίδιο τρόπο που εκδικάζεται μια αγωγή. Αυτό, ως επεξηγείται, εκδικάζεται νοουμένου ότι ο μεσεγγυούχος αρνείται εντελώς ευθύνη και προβάλει (set up) εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Αν όμως με τα στοιχεία που προβάλει πείσει το δικαστήριο, τότε η αίτηση του ενάγοντα απορρίπτεται. Μόνο εκεί που υπάρχει λογική αμφιβολία το θέμα τίθεται προς εκδίκαση. Αναγνωρίζεται βεβαίως ότι δεν υπάρχουν αντίστοιχες δικονομικές διατάξεις είτε στον Νόμο Κεφ.6, είτε στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, αλλά από την άλλη, ως επεξηγεί η νομολογία - δες Χαραλάμπους κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. Πολ. Έφεση 311/12, ημερ.15.1.15 - κάθε αίτηση δυνάμει των προνοιών του Κεφ.6 δεν είναι ενδιάμεση αίτηση, αλλά συνιστά αυτόνομη διαδικασία και έχει πρωτογενή χαρακτήρα, σηματοδώντας με αυτό τον τρόπο τον φέροντα και το βάρος απόδειξης. Ο αιτητής ως φέρον και το βάρος, δεν το έχει αποσείσει για να ασκηθεί προς όφελος του η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Κατά συνέπεια και για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται. Λόγω της φύσεως της διαδικασίας κρίνεται δίκαιο να μην εκδοθεί καμιά διαταγή για τα έξοδα. (υπ.) Ν. Γιαπανάς, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο