Αναφορικά με την εταιρεία CYPRUS AIRWAYS PUBLIC LIMITED, Αίτηση Αρ. 78/15, 4/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A70 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αίτηση Αρ. 78/15 Αναφορικά με την εταιρεία CYPRUS AIRWAYS PUBLIC LIMITED - και - Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 όπως τροποποιήθηκε Ημερομηνία: 4 Φεβρουαρίου, 2016. Αίτηση Ημερομηνίας 3.11.15 Για Παρουσίαση Προφορικής Μαρτυρίας ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: Οι κ.κ. Σ. Βασιλείου και Σ. Καρακατσάνη, για Αργεντούλα Ιωάννου ΔΕΠΕ (Δ.Θ.83). Για τους Καθ' ων η Αίτηση: Ο κ. Γ. Μίτλετον, για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ (Δ.Θ.1). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο αιτητής (Μαρίνος Ευσταθίου), ζητεί όπως η ακροαματική διαδικασία εκδίκασης της κυρίως αίτησης (ημερομηνίας 9.2.15), για «. εκκαθάριση της εταιρείας CYPRUS AIRWAYS PUBLIC LIMITED.», διεξαχθεί με την παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας, θέση στην οποία εναντιώνονται οι καθ' ων η αίτηση ισχυριζόμενοι (μεταξύ άλλων), πως κάτι τέτοιο, όχι μόνο δεν δικαιολογείται στην ουσία του, αλλά έτσι κι αλλιώς, παρεκκλίνει και από το γενικό κανόνα ότι «.ακρόαση ενός Petition. πρέπει να γίνεται μέσα στα πλαίσια των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν τα δικόγραφα». Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι αναδίπλωσαν διεξοδικώς τις τοποθετήσεις τους στις γραπτές τους αγορεύσεις, με παραπομπή σε ημεδαπή και ξένη νομολογία και συγγράμματα. Ο αιτητής προτείνει πως οι εταιρικές εναρκτήριες αιτήσεις (όπως παραδεκτώς και πράγματι είναι η επίδικη), πρέπει να εκδικάζονται ως να είναι αγωγές και ως όχι ενδιάμεσες αιτήσεις, με επακόλουθο να μην επιτρέπεται η δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, ή (εξ ορισμού πλέον), απαντητικών ενόρκων δηλώσεων. Οι καθ' ων η αίτηση εισηγούνται κατ' ουσίαν πως εναρκτήριες εταιρικές αιτήσεις δεν εκδικάζονται κατά τα δικονομικά πρότυπα που ισχύουν για την εκδίκαση αγωγών διότι πρόκειται περί ξεχωριστών (στη φύση τους) διαδικασιών, οι οποίες, ακριβώς για τούτο, πρέπει να διεκπεραιώνονται στη βάση συνοδευτικών ενόρκων δηλώσεων, με αυτονόητο το δικαίωμα αντεξέτασης των ομνυόντων και καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, προς ολοκληρωτική διαμόρφωση των προτασσόμενων εκδοχών. Έλαβα υπόψη καθετί που τέθηκε και αναπτύχθηκε ενώπιον μου. Ως ζήτημα λογικής αλληλουχίας, προέχει η ενασχόληση με την άποψη των καθ' ων η αίτηση ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει το παρόν ενδιάμεσο αίτημα είναι αντικανονική επειδή ομνύουσα είναι η δικηγόρος Ελένη Χαραλάμπους που, ως εκ της ιδιότητας της αυτής, ήταν ανεπιθύμητο να προβεί στην ενέργεια δίχως μάλιστα να δίδει συναφώς και οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση. Αυτή η εξέλιξη, λέγουν οι καθ' ων η αίτηση στη γραπτή τους αγόρευση, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης «. αποκλειστικά και μόνο λόγω της ανεπάρκειας και/ή παρατυπίας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση». Δεν συμφωνώ. Όλα όσα καταθέτει η ομνύουσα, δηλώνοντας σαφώς την πηγή των κρίσιμων γνώσεων της, προέρχονται από δική της προσωπική γνώση αλλά και εμπλοκή που είχε με άλλον δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση, όπως και από μελέτη του φακέλου που σχηματίστηκε στο δικηγορικό γραφείο που αντιπροσωπεύει τον αιτητή. Η περίπτωση ως περιγράφεται πιο πάνω βρίσκεται σε γενική σύμπνοια με το σκεπτικό στην Rybolovlev και Άλλων v Rybolovleva
(2010)1(Α) AAΔ 82, 92-94, με όλες ασφαλώς τις αιρέσεις που εκτίθενται εκεί για το ανεπιθύμητο κατάρτισης και υποβολής ένορκων δηλώσεων από δικηγόρους σε δικαστικές διαδικασίες. Υπό τα δοσμένα και με εκλαμβανόμενη ως ακριβή τη θέση πως δεν είναι η ομνύουσα Ελένη Χαραλάμπους που χειρίζεται την υπόθεση στην ουσία της, η επιλογή της να ορκιστεί για σκοπούς της τρέχουσας ενδιάμεσης διαδικασίας δεν είναι ανεπίτρεπτη (βλ. κατ' αναλογίαν, Ζωγράφου και Άλλων ν Drosoneri Farm Limited, ΠΕ 379/12, ημ. 21.5.15). Η ένσταση απορρίπτεται. Προτάσσεται προσέτι από τους καθ' ων η αίτηση στη γραπτή αγόρευση, ότι ο αιτητής καθυστέρησε «... αισθητά στην προώθηση του αιτήματος.» και πως τυχόν έγκριση της αίτησης, θα «.εκτροχιάσει την υπόθεση, προκαλώντας περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκασή της». Ούτε και με αυτό συμφωνώ. Μολονότι η καθυστέρηση στη διεκδίκηση ενδιάμεσης θεραπείας (ή διαβήματος), μπορεί, τωόντι, να αποτελέσει κρίσιμη μεταβλητή για το κατά πόσο τούτο θα εγκριθεί (βλ. κατ' αναλογίαν, TA Micrologic Computer Consultants Ltd v Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802), δεν υπήρξε εν προκειμένω (και ως ζήτημα πραγματικού πλέον γεγονότος), καθυστέρηση, τουλάχιστον της εμβέλειας εκείνης που θα μπορούσε δυνητικώς να κατατάξει τα πράγματα υπό διαφορετικό πρίσμα. Απεναντίας, εγκαίρως οι δικηγόροι του αιτητή είχαν πληροφορήσει το Δικαστήριο για τον προβληματισμό τους ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε (ή θα αναμενόταν) να παρουσιάσουν την υπόθεση κατά τη δίκη. Η αντιμετώπιση του πράγματος από τον αιτητή - σε ό,τι δηλαδή αφορά στην από απόψεως χρόνου προώθηση του αιτήματος - κρίνεται εύλογη και γνωστική. Μήτε και η επιδιωκόμενη διαδικασία θα μπορούσε υπό τις αναλυθείσες περιστάσεις να συνθέσει επιτυχή προώθηση ισχυρισμού περί κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, μετατρέποντας τουτέστιν την ενάσκηση δικονομικού δικαιώματος σε ένδειξη κακοπιστίας και αλλότριας διάθεσης από μέρους του αιτητή. Τα γεγονότα δεν κατατείνουν προς τέτοιους συνειρμούς. Αναφορικώς με τα περί εκτροχιασμού της διαδικασίας, σημειώνω πως και αυτά παρέμειναν αίολα πραγματικού υποβάθρου και άρα απορριπτέα. Σε τούτη τη θεματική όμως θα επανέλθω σε καταλληλότερη στιγμή πιο κάτω, υπό διαφορετική οπτική και στόχευση. Απορρίπτεται και αυτή η ένσταση των καθ' ων η αίτηση. Εν σχέσει με την ουσία του (τωρινού) αιτήματος, συγκλίνω με τις θέσεις του αιτητή, αποκλίνοντας ταυτοχρόνως με σεβασμό από εκείνες των καθ' ων η αίτηση. Εξηγώ. Η κυρίως αίτηση (ένεκα και των δικονομικών της καταβολών) - εκπορευόμενων τούτων από τον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 και τους διαδικαστικούς κανονισμούς που τον περιβάλλουν - δεν αποτελεί (στην απουσία άλλης επί τούτω δικονομικής πρόβλεψης), τίποτε περισσότερο από πολιτική διαδικασία συμφώνως του (δικαιοδοτικού) άρθρου 2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ήτοι, ως προβλεπόμενη (η κυρίως αίτηση), από συγκεκριμένο (εταιρικό εδώ), διαδικαστικό κανονισμό. Το υπό αναφορά άρθρο (καθώς και το ευρύτερο νομοθέτημα που το εμπερικλείει), θα πρέπει, με την αναμενόμενη πάντοτε δικαστική σύνεση - και κατά το ερμηνευτικό αξίωμα ut res magis valeat quam pereat (βλ. κατ' αναλογίαν, Σολωμού v Κυπριακής Δημοκρατίας
(1997)4(Δ) ΑΑΔ 2418, 2422-2423, Varnavides v Ioannou and Another
(1982)1 CLR 263, 268) - να αποδοθεί διασταλτικώς ώστε να πραγματώνει και όχι να εξοβελίζει τον εναργή νομοθετικό σκοπό (βλ. επίσης, F A R Bennion, Statutory Interpretation: A Code, Butterworths, 3η έκδ.,1997, σελ. 432). Κατ' ακολουθίαν, η εκδίκαση της κυρίως αίτησης οφείλει να οδεύσει επί των συναφώς καθοριζομένων στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς και ιδιαίτερα επί των προνοιών της Δ.33 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, με τις αναλογούσες εύλογες αναπροσαρμογές, κάτι που δεν εξυπακούει ότι το συνταίριασμα θα ακυρώσει ή αντικαταστήσει τα όσα ιδιωνύμως, κατά τα άλλα, προβλέπονται για την έναρξη και διεκπεραίωση των περί ων ο λόγος πρωτογενών ή εναρκτήριων εταιρικών αιτήσεων. Αυτό, θα κατέληγε σε δικονομικό παραλογισμό. Παρεμβάλλω, πως σύμφωνα και με το σκεπτικό στην Karaoglanian & Sons Ltd v Karaoglanian and Another
(1976)12 JSC 1875, είναι επιτρεπτό να καταφύγει κανείς στους Περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμούς 1933 και στους Περί Εταιρειών Κανονισμούς, με βάση τους οποίους οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί μπορεί να εφαρμοστούν σε περιπτώσεις εκδίκασης αιτημάτων που εκπηγάζουν από τους κανονισμούς αυτούς, στο βαθμό που τούτο είναι πρακτικό και νοουμένου ότι, όπως εδώ, ελλείπει άλλο δικαιοδοτικό υπόβαθρο. Δεν υφίσταται νομιμοποιητικός λόγος, γιατί είναι που θα πρέπει να απαγορευθεί (ή να μην επιτραπεί), η κατά τη δικαιϊκή και δικονομική τάξη των πραγμάτων παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας κατά την εκδίκαση της κυρίως αίτησης (δίχως να περιορίζεται η παρεχόμενη δυνατότητα μόνο στην αντεξέταση ενόρκως δηλούντα που επιλέγει να μην δώσει προφορική μαρτυρία). Εν πάση περιπτώσει, το αντικείμενο της κυρίως αίτησης σχετίζεται με αίτημα το οποίο υπέχει (ή θα μπορούσε να υπέχει), καταλυτικές επιπτώσεις για τα ουσιαστικά δικαιώματα του αιτητή (και κατ' επέκτασιν των καθ' ων η αίτηση) και την ως εκ των ων ουκ άνευ υποχρέωση του Δικαστηρίου να διατυπώσει ευρήματα επί του πυρήνα των διιστάμενων γεγονότων και όχι απλώς διαπιστώσεις ή εκ πρώτης όψεως συμπεράσματα στη βάση του περιεχομένου και μόνον των ενόρκων δηλώσεων. Για να καταστεί τούτο εφικτό, θα πρέπει να δοθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να παρουσιάσουν την υπόθεση τους μέσω των μηχανισμών του αντιπαραθετικού συστήματος και στο Δικαστήριο, η ευχέρεια να αποφανθεί αιτιολογημένα επί όσων επιβάλλεται να πράξει με βάση τα επίδικα θέματα. Αυτό επιτάσσει, κατά την ταπεινή μου αντίληψη, το συμφέρον της δικαιοσύνης, το οποίο ταυτίζεται (και εν πολλοίς οριοθετείται), από την ανάγκη διασφάλισης της δίκαιης δίκης, με την τελευταία να συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεση όσο και με εκείνο της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Το ένα δεν αναιρεί το άλλο. Αντιθέτως, το συμπληρώνει. Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων - δίχως τούτη να αποτελεί αυτοσκοπό και συγκαλυμμένη πρόφαση για περιστολή δικαιωμάτων και νόμιμων επιδιώξεων - συναποτελεί μέσο για την επίτευξη της συζητούμενης προσδοκίας, που δεν είναι άλλη από την προστασία των δικαιωμάτων των διαδίκων και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης (βλ. κατ' αναλογίαν, Andrenal Shipping Company Ltd και Άλλων v Compania Naviera Iris SA και Άλλων, ΠΕ 49/14, ημ. 4.6.15 (Ολομέλεια)). Η Αναφορικά με την Αίτηση του Σάββα Ιωάννη Κασπαρή
(2013)1(Γ) ΑΑΔ 2467, 2481 (Πρωτοβάθμια Δικαιοδοσία), στην οποία παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση για να θεμελιώσει, εν μέρει τουλάχιστον, την επιχειρηματολογία του, δεν απαγορεύει κατ' αρχήν την παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας σε παρόμοιες πρωτογενείς αιτήσεις, αλλά αφήνει το ζήτημα στην ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, καταγράφοντας συν τω χρόνω (η εν λόγω απόφαση που εκδόθηκε από την Έντιμη Σταματίου, Δ.) - με κύρια αναφορά στην KMC Motors Limited v Jorephanco Trading and Contracting Company
(1984)1 ΑΑΔ 390 και στο σύγγραμμα Pennington's Company Law, 4η εκδ., σελ. 698 («The evidence on the hearing [of a winding up petition] consists of the affidavits filed in support of and against the petition, unless the court permits testimony to be given orally.») - ότι, κατά κανόνα (και άρα όχι απαρεγκλίτως), η εκδίκαση παρόμοιων εταιρικών αιτημάτων διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που στηρίζουν την αίτηση και την ένσταση, ως τούτα πιστοποιούνται από τις συνοδευτικές ένορκες δηλώσεις. Επομένως, η κάθε περίπτωση αποφασίζεται αναλόγως των γεγονότων της. Η φύση του κυρίως αιτήματος και τα όσα φαίνεται να το περιστοιχίζουν, δικαιολογούν και αιτιολογούν την αναγκαιότητα για παράθεση προφορικής μαρτυρίας. Δεν είναι του παρόντος να αποφασίσει κανείς περί του ευσταθούς και βαρύνοντος των λόγων που υποβάλλονται ως ενισχυτικών της αίτησης. Κάτι τέτοιο θα προδίκαζε την ουσία των πραγμάτων. Πληρούν όμως τούτα, τις κατ' ελάχιστον προϋποθέσεις για ένταξη τους εντός των παραμέτρων της εκτυλισσόμενης προβληματικής ως σημαντικά και κυρίως, ως επιβαλλόμενα να αποφασιστούν, στο ορθό δικονομικό πλαίσιο. Τη δίκη. Σε ό,τι αφορά στα περί πιθανού εκτροχιασμού και επιβράδυνσης της διαδικασίας σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, εκείνο που αναδύεται είναι πως παρούσα ενδιάμεση αίτηση δεν καταχωρίστηκε ευκαιριακώς ούτως ώστε να δοθεί λαβή για σκέψεις συμβατές με εκείνες των καθ' ων η αίτηση (βλ. κατ' αναλογίαν, Μαρκίδης ν Ellinas Finance Public Company Ltd, ΠΕ 97/11, ημ. 10.9.14). Μηδέ και η όποια τυχόν περιπλοκή της διαδικασίας (λόγω ακριβώς της προσαγωγής προφορικής μαρτυρίας), θα μπορούσε ποτέ να αφεθεί στο να εκτρέψει την προσοχή από το ζητούμενο και να αποτελέσει αίτιο να μην τροχοδρομηθούν τα πράγματα στην ορθή δικονομική τους πορεία (βλ. κατ' αναλογίαν, Θεοφάνους ν Γεωργίου και Άλλου
(2011)1(Β) ΑΑΔ 991,999). Η δυνατότητα κλήσης μαρτύρων ή παράθεσης προφορικής μαρτυρίας, δεν υποδηλοί παροχή ανέλεγκτου προς τούτο δικαιώματος σε οιονδήποτε των διαδίκων. Κάθε άλλο. Το Δικαστήριο - με σταθερά τις έγγραφες προτάσεις (εδώ της αίτησης και ένστασης) - έχει εξουσία να ρυθμίζει την ενώπιον του διαδικασία με τρόπο που να αποτρέπει εν τη γενέσει του το συχνό φαινόμενο κατάχρησης της διαδικασίας και της κατασπατάλησης του πολύτιμου δικαστικού χρόνου, φαινόμενο που επιτείνει και την ολοένα αυξανόμενη καθυστέρηση εκδίκασης των υποθέσεων (βλ. κατ' αναλογίαν, Παπαχρυσοστόμου ν Κώστας Γρηγοριάδης & Συνέταιροι και Άλλων, ΠΕ 228/10, ημ. 4.6.15). Δεν θα επιτραπεί παρέλκυση της διαδικασίας. Οι οδηγίες για διεκπεραίωση της ακροαματικής διαδικασίας θα καλούν σε αυστηρή εφαρμογή των προνοιών της Δ.30 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών (στην εφαρμοζόμενη εκδοχή της) και σε παρουσίαση της μαρτυρίας, με επιστράτευση (ανάμεσα σε άλλα και αν χρειαστεί) και των προνοιών του άρθρου 25 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9, που διαλαμβάνει τα περί της κατάθεσης στη διαδικασία (ως μέρος της κυρίως εξέτασης μάρτυρα), γραπτής κατάθεσης ή γραπτής δήλωσης από μέρους του. Αυτά όμως - και άλλα πολλά εν σχέσει με τη δικαστική διαχείριση της υπόθεσης - στην ώρα τους. Εν κατακλείδι. Η αίτηση επιτυγχάνει. Η διαδικασία που θα ακολουθηθεί κατά την ακρόαση της κυρίως αίτησης θα λάβει χώραν διά της παράθεσης προφορικής μαρτυρίας (και αντεξέτασης, αν έτσι επιθυμείται), των μαρτύρων ή των ενόρκως δηλωσάντων. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ' ων η αίτηση όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) .......... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο