Παντελίτσα Αντωνίου ν. Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας κ.α., Αρ. Έφεσης-Αίτησης: 148/15, 9/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A80 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Έφεσης-Αίτησης: 148/15 Επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο αρ. 9/1965 και επί τοις αφορώσι τον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεων) Νόμο 82/2002 και τον Περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ.224, ως και τις τροποποιήσεις τους. Μεταξύ: Παντελίτσα Αντωνίου Εφεσείουσα-Αιτήτρια - Και-
- Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας
- Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αστυνομικών και Στρατιωτικών Κύπρου Λτδ Εφεσίβλητοι/Καθ΄ ων η Αίτηση ---------------------- Ημερομηνία: 09/02/2016 Εμφανίσεις: Για την Εφεσείουσα-Αιτήτρια: κος Δημητρίου για κο Α. Μαθηκολώνη Για τον Εφεσίβλητο-Καθ΄ ου η Αίτηση 1: κα Δρυμιώτου για Γενικό Εισαγγελέα Για τους Εφεσίβλητους-Καθ΄ ων η Αίτηση 2: κος Λ. Χατζηπέτρου ---------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η (Ex-Tempore) Η Εφεσείουσα-Αιτήτρια (στο εξής «Αιτήτρια»), με την παρούσα αίτηση αιτείται: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου διαττάτον την ακύρωση της απόφασης του καθ' ου η αίτηση 1 που λήφθηκε κατά ή περί την 31/03/2015 με την οποία ο καθ' ου η αίτηση 1 αποφάσισε την δια δημοσίου πλειστηριασμού πώληση του ακινήτου με αρ.εγγραφής 0/7963 που βαρύνεται με την υποθήκη Υ2422/2006 και που βρίσκεται στην Αλάμπρα της Επαρχίας Λευκωσίας τοποθεσία Καραμμίτης και η οποία θα γίνει σε ημερομηνία που θα καθοριστεί μετά την πάροδο 30 ημερών από την 31/03/2015 ήτοι μετά την 01/05/
- Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να αναστέλλει ή και να ακυρώνει την διαδικασία αναγκαστικής πώλησης του ως άνω ακινήτου της Αιτήτριας. Γ. Οιονδήποτε άλλο διάταγμα ή θεραπεία ως ήθελε το Δικαστήριο κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις συνθήκες. Δ. Τα έξοδα πλέον Φ.Π.Α.» Η αίτηση εδράζεται επί των Περί Δικαστηρίου Διαδικαστικών Κανονισμών Δ.48 θ.1-9, επί των Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Θεσμών του 1956, επί του Νόμου 14/60 άρθρα 31 και 32, επί του Κεφ.224 άρθρο 80, επί του Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεων) Ν.82(Ι)/2002άρθρα 3-8, επί του Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Ακινήτων Νόμος 9/1965 άρθρα 37-51 και επί του Περί Οφειλετών (Αναβολή Πωλήσεων Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου (107/1973), τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στον περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμο 1999(158(Ι)/1999) και των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Προβάλλονται οι ακόλουθοι είκοσι ένα
(21)λόγοι έφεσης-αίτησης: «1. Η Αιτήτρια ουδέποτε ήτο υπερήμερη δια περίοδο άνω των 120 ημερών όπως προνοεί το άρθρο 37
(1)του Ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 (Ν. 9/ 1965). 2. Η Αιτήτρια ουδέποτε έλαβε την εκ του νόμου προβλεπόμενη κατά τύπο ορθή ειδοποίηση από τους καθ ων η αίτηση 2 όπως προνοείται στο άρθρο 37
(1)του Ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 (Ν. 9/1965)και ουδέποτε ενημερώθηκε επαρκώς για την οφειλή. 3. Η Αιτήτρια ουδέποτε έλαβε ειδοποίηση και κατάσταση λογαριασμού βάσει του άρθρου 37
(1)του Ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 (Ν. 9/1965)με την οποία να της γνωστοποιείται η πραγματική οφειλή. 4. Ουδέποτε κατατέθηκε η εκ του νόμου προβλεπόμενη και κατά τύπο ορθή αίτηση πωλήσεως ακινήτου κατά παράβαση των προνοιών των άρθρων 37
(2)και 38
(2)του Ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 (Ν. 9/1965)και η απόφαση του καθ ου η αίτηση 1 είναι αδικαιολόγητη και αυθαίρετη. 5. Η απόφαση του καθ ου η αίτηση 1 είναι παράτυπη και παραβιάζει τις πρόνοιες του άρθρου 40
(1)(γ) Ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 (Ν. 9/1965)καθότι δεν αναφέρει κατά πόσο καθόρισε το ποσό ή και ποιο ακριβώς είναι το ποσό το οποίο θα εξοφληθεί με την πώληση του ακινήτου. 6. Ο καθ ου η αίτηση 1 ουδέποτε απέστειλε ή και παρείχε γνωστοποίηση 30 ημερών που να αναφέρει το ποσό που καθόρισε, κατά παράβαση του άρθρου 40
(2)(β) του Ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 (Ν. 9/1965). 7, Η απόφαση του καθ ου η αίτηση 1 παράνομα αποστάληκε σε λανθασμένη διεύθυνση.
- Η απόφαση του καθ ου η αίτηση 1 είναι λανθασμένη ή και αδικαιολόγητη ή και παράνομη και δεν αναφέρει την επιφυλασόμενη τιμή πώλησης.
- Το επίδικο ακίνητο αποτελεί την πρώτη και μόνη κατοικία της Αιτήτριας και της οικογένειας της.
- Η υποθήκη ή και η δήλωση υποθηκεύσεως ή και η σύμβαση υποθήκης επί των οποίων βάσισε την απόφαση του ο καθ ου η αίτηση 1 είναι άκυρες, αόριστες, ασαφείς και ανεφάρμοστες.
- Η Αιτήτρια αμφισβητεί την εγκυρότητα της υποθήκης και της οφειλής δια μέσου Αιτήσεων - Εφέσεων που καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας κατά Διαιτητικής απόφασης και οι οποίες εκκρεμούν.
- Η υποθήκη και η οφειλή είναι επίδικο θέμα σε αίτηση περιουσιακών ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας η οποία εκκρεμεί.
- Ο καθ ου η αίτηση 1 εξέδωσε την απόφαση του παραβιάζοντας το δικαίωμα της Αιτήτριας σε ακρόαση ή και να προβάλει την δική της θέση ή και εξέδωσε την απόφαση χωρίς να ακούσει την Αιτήτρια.
- Η απόφαση του καθ ου η αίτηση 1 αποστερεί το δικαίωμα της Αιτήτριας να αμφισβητήσει την εγκυρότητα της υποθήκης και της οφειλής δια μέσου των Αιτήσεων - Εφέσεων που εκκρεμούν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
- Η απόφαση του καθ ου η αίτηση 1 είναι ελλιπής και ανεπαρκής και δεν ενημερώνει την Αιτήτρια για τις θεραπείες που μπορεί να λάβει κατά της εν λόγω απόφασης.
- Η απόφαση του καθ ου η αίτηση 1 είναι εντελώς αναιτιολόγητη.
- Ο καθ ου η αίτηση 1 παραβίασε την αρχή της ισότητας.
- Ο καθ ου η αίτηση 1κατά την έκδοση της απόφασης τελούσε υπό πλάνη ως προς τα πραγματικά γεγονότα.
- Ο καθ ου η αίτηση 1 δεν προέβηκε σε καμία έρευνα πριν την έκδοση της απόφαση του.
- Ο καθ ου η αίτηση 1 λανθασμένα αποφάσισε την πώληση του ακινήτου χωρίς να έχει ενώπιον του όλα τα στοιχεία εφόσον η παρούσα περίπτωση απαιτεί την λήψη και αξιολόγηση μαρτυρίας.
- Η απόφαση του καθ ου η αίτηση 1 είναι καταπιεστική και καταχρηστική.» Η αίτηση συνοδεύεται από την εξασέλιδη ένορκη δήλωση Αιτήτριας, με την οποία επισυνάπτεται αριθμός τεκμηρίων. Η ένορκη δήλωση παρατίθεται αυτούσια: «Η υπογεγραμμένη Παντελίτσα Αντωνίου εκ Λευκωσίας ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα :
- Είμαι η Αιτήτρια - Εφεσείουσα στην υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση -έφεση και γνωρίζω πολύ καλά όλα τα γεγονότα που έχουν σχέση με την παρούσα αίτηση - έφεση πλην εκείνων των γεγονότων που δεν γνωρίζω προσωπικά και εξ ιδίας γνώσεως και για τα οποία θα αναφέρω την πηγή των πληροφοριών μου. Έχω διαβάσει την αίτηση μου και συμφωνώ και την υιοθετώ και για οποιαδήποτε νομικά ζητήματα που αφορούν την παρούσα υπόθεση έχω λάβει την συμβουλή των Δικηγόρων μου και μου έχουν επεξηγηθεί.
- Ο καθ' ου η αίτηση αριθμός 1 είναι ο επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας, ο δε καθ' ου η αίτηση αριθμός 2 είναι το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αστυνομικών και Στρατιωτικών Κύπρου Λτδ. Η παρούσα αίτηση-έφεση υποβάλλεται εναντίον της απόφασης του καθ' ου η αίτηση αριθμός 1 που λήφθηκε κατά ή περί την 31/03/2015 με την οποία ο καθ' ου η αίτηση 1 αποφάσισε την δια δημοσίου πλειστηριασμού πώληση του ακινήτου μου με αρ.εγγραφής 0/7963 που βαρύνεται με την υποθήκη Υ2422/2006 που βρίσκεται στην Αλάμπρα της Επαρχίας Λευκωσίας τοποθεσία Καραμμίτης και η οποία θα γίνει σε ημερομηνία που θα καθοριστεί μετά την πάροδο 30 ημερών από την 31/03/2015 ήτοι μετά την 01/05/2015 ακίνητο το οποίο βαρύνεται με την υποθήκη Υ2422/06 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας.
- Η εν λόγω απόφαση του καθ' ου η αίτηση αριθμός 1 έχει αποσταλεί παράτυπα και λανθασμένα μαζί με γνωστοποίηση ημερ. 31/03/2015 του καθ ου η αίτηση 1 προς εμένα με την οποία με πληροφορεί ότι κατατέθηκε αίτηση πώλησης του ακινήτου μου και ταυτόχρονα με πληροφορεί με την προσβαλλόμενη απόφαση του ημερομηνίας 31/03/2015 ότι αποφάσισε να το πωλήσει. Επισυνάπτω στην παρούσα και σημειώνω ως Τεκμήριο 1 την εν λόγω επιστολή γνωστοποίηση και ως τεκμήριο 2 την απόφαση του καθ ου η αίτηση 1 για πώληση του ακινήτου μου.
- Η εν λόγω υποθήκη είναι άκυρη και καταχωρίστηκε παράνομα και παράτυπα καθότι όπως με πληροφορούν οι Δικηγόροι μου σχετικά με τα νομικά ζητήματα της παρούσης υπόθεσης η επίδικη υποθήκη ως φαίνεται από το σώμα της, καταρτίστηκε και εγγράφηκε παράνομα και ότι είναι άκυρη και δέον όπως ακυρωθεί διότι οι όροι στην δήλωση αλλά και στην σύμβαση υποθήκης δεν συμμορφώνονται και δεν καλύπτονται και παραβιάζουν και είναι καθ υπέρβαση των ρητών προνοιών των άρθρων 5, 6, 8, 9, 10 & 21της Περί Υποθηκών Νομοθεσίας Νόμος 9/65 αφού μεταξύ άλλων το επιτόκιο όπως καθορίζεται και προβλέπεται στα εν λόγω έγγραφα δεν είναι σε ποσοστό καθορισμένο ή δυνάμενο να προσδιοριστεί με αναφορά σε οποιονδήποτε άλλο ποσοστό όπως επίσης και διότι με βάση τα εν λόγω έγγραφα η εν λόγω υποθήκη παρουσιάζεται να καλύπτει προφανώς ποσά ή και υποχρεώσεις που είναι εκτός και αντίθετα με τις πρόνοιες της υποπαραγράφου (γ) του άρθρου 21
(1)της εν λόγω Νομοθεσίας. Παρουσιάζω ως τεκμήριο 3 την δήλωση υποθηκεύσεως στην οποία δεν καθορίζεται ο τύπος του τόκου και κατά πόσο αυτός είναι απλούν ή σύνθετος με αποτέλεσμα να είναι αδύνατο να καθοριστεί το πραγματικό ποσό που βαραίνει την υποθήκη.
- Περαιτέρω θα πρέπει να αναφέρω ότι το εν λόγω ακίνητο επιβαρύνεται και με δεύτερη υποθήκη από την ίδια τράπεζα και τα δύο δάνεια έγιναν από τον πρώην σύζυγο μου και των οποίων εξασφάλιση είναι οι υποθήκες επί των οποίων βάσισε την απόφαση του ο καθ ου η αίτηση
- Καταθέτω ως τεκμήριο 4 το έγγραφο υποθήκης εκ μέρους τρίτου για την υποθήκη Υ2422/
- Το εν λόγω δάνειο έγινε από τον πρώην σύζυγο μου και εγγυήθηκα προσωπικά εγώ και υποθηκεύτηκε το επίδικο ακίνητο μου για σκοπούς εξασφάλισης. Ο πρώην σύζυγος μου σπατάλησε τα χρήματα του δανείου σε προσωπικές του απασχολήσεις και έπαψε να πληρώνει τις υποχρεώσεις του. Και τα δύο δάνεια συμπεριλαμβανομένου και του δανείου που αφορά την παρούσα υποθήκη έχουν τερματιστεί μονομερώς από την τράπεζα δηλαδή τους καθ ων η αίτηση
- Στην συνέχεια η τράπεζα προχώρησε σε διαιτησία όπου διόρισα Δικηγόρο ο οποίος με εκπροσώπησε και διαφωνήσαμε στα οφειλόμενα ποσά και κατ'επέκταση στην εγκυρότητα των υποθηκών.
- Ο Διαιτητής εξέδωσε απόφαση, καταθέτω ως τεκμήριο 5 την απόφαση υπ αρ 3/12, την οποία εφεσίβαλα ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με την αίτηση - έφεση 2658/13 η οποία εκκρεμεί και δεν έχει ολοκληρωθεί, καταθέτω ως τεκμήριο 6 αντίγραφο της αίτησης - έφεσης που εκκρεμούν. Με την αίτηση - έφεση αυτή αμφισβητείται το οφειλόμενο υπόλοιπο, η απόδειξη ολόκληρης της οφειλής και κατ'επέκταση η εγκυρότητα της υποθήκης αλλά και η εγκυρότητα της διαιτητικής διαδικασίας καθότι αυτή έγινε παράτυπα.
- Επίσης επιθυμώ να αναφέρω ότι ουδεμία απόφαση Δικαστηρίου εκδόθηκε εναντίον μου σχετικά με τα εν λόγω δάνεια και υποθήκες τα οποία αμφισβητώ με τις νόμιμες Δικαστικές διαδικασίες που ανέφερα ανωτέρω.
- Είναι η θέση μου αλλά και η συμβουλή του δικηγόρου μου ότι υπό τις συνθήκες και για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια η πιο πάνω απόφαση του καθ' ου η αίτηση αριθμός 1 είναι άκυρη ή και ανυπόστατη ή και λήφθηκε κατά παράβαση του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων 9/65 άρθρα 37-51 και του Νόμου 82
(1)/ 2002 άρθρα 3-8 και κατά παράβαση Συνταγματικών και άλλων δικαιωμάτων μου και δέον όπως ακυρωθεί. Οι λόγοι στους οποίους αναφέρομαι ανωτέρω είναι οι ακόλουθοι: 8.
- Ο καθ' ου η αίτηση αριθμός 1 στην πραγματικότητα ουδέποτε απέστειλε κατευθείαν σε μένα την ειδοποίηση του και την απόφαση του να πωλήσει την οικία μου δια δημόσιου πλειστηριασμού. Η διεύθυνση μου είναι Χρίστου Νικολαϊδή 9Γ 2563 Αλάμπρα και η απόφαση αποστάληκε λανθασμένα στην διεύθυνση Χρίστου Νικολαιδη 9Α 2563 Αλάμπρα. 8.
- Ουδέποτε παρέλαβα οποιανδήποτε ειδοποίηση από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αστυνομικών και Στρατιωτικών Κύπρου λτδ και όπως με πληροφορούν οι Δικηγόροι μου αυτό παραβαίνει τις πρόνοιες του νόμου. Θα έπρεπε να αποσταλεί ειδοποίηση βάση του άρθρου 37
(1)του Ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 (Ν. 9/1965)με την οποία να ενημερώνομαι ότι είμαι όντως υπερήμερη για περισσότερο από 120 μέρες, να με ενημερώνουν με κατάσταση λογαριασμού για το οφειλόμενο ποσό το οποίο να καθορίζεται επακριβώς μαζί με τους τόκους και τα έξοδα. 8.
- Ουδέποτε ήμουν υπερήμερη για το χρονικό διάστημα που προνοείται και ουδέποτε συμφωνήθηκε με την τράπεζα όπως τα εν λόγω ποσά να είναι πληρωτέα σε πρώτη ζήτηση. Η σύμβαση δανείου, όπως με πληροφορούν οι Δικηγόροι μου δεν προνοεί ότι το ποσό είναι πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση ή όποτε θελήσει και το ζητήσει η τράπεζα. 8.
- Στην απόφαση του καθ ου η αίτηση 1 δεν αναφέρεται επιφυλαχθείσα τιμή πώλησης και ούτε ο καθ' ου η αίτηση αριθμός 1 με πληροφόρησε για τον καθορισμό της αξίας του ακινήτου ή για τον καθορισμό της επιφυλασσόμενης τιμής πώλησης ή και την ημερομηνία της πώλησης. 8.
- Ο καθ ου η αίτηση 1 ουδέποτε με ενημέρωσε με την απόφαση του ή προηγουμένως για την ισχυριζόμενη αίτηση πώλησης και ουδέποτε με ενημέρωσε επαρκώς για την εν λόγω αίτηση ούτως ώστε να γνωρίζω την βάση της αίτησης και να γνωρίζω επί ποιών γεγονότων αποφάσισε την πώληση του ακινήτου μου. 8.
- Το εν λόγω ακίνητο αποτελεί την πρώτη και μόνη κατοικία της οικογένειας μου και είναι η μόνη ακίνητη ιδιοκτησία που έχω επ ' ονόματι μου και δεν έχω οπουδήποτε αλλού για να στεγαστώ και να στεγάσω τα μέλη της οικογένειας μου. 8.
- Στην εν λόγω ειδοποίηση-απόφαση ο επαρχιακός κτηματολογικός λειτουργός Λευκωσίας καθ' ου η αίτηση αριθμός 1 με πληροφορεί ότι έχει ήδη αποφασίσει να διατάξει την πώληση της οικίας μου σε δημοπρασία και δεν αναφέρει ούτε πότε αλλά ούτε και με βάση ποια γεγονότα και στοιχεία έλαβε την εν λόγω απόφαση. Επίσης οι Δικηγόροι μου με πληροφορούν ότι σύμφωνα με το άρθρο 40
(2)(β) του Ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 (Ν. 9/1965)ο καθ ου η αίτηση έπρεπε να με ενημερώσει στην απόφαση του για το επακριβές ποσό το οποίο καθόρισε ότι θα εξοφληθεί με την πώληση του ακινήτου μου. 8.
- Όπως με πληροφορούν οι Δικηγόροι μου δεν ακολουθήθηκε η ορθή και κατά τύπο και νόμο ορθή διαδικασία για να ληφθεί η εν λόγω απόφαση του καθ ου η αίτηση 1 αλλά ούτε και η ειδοποίηση της ίδια ημερομηνίας αποστάληκε κατά νόμο και τύπο ορθά. 8.
- Διότι στην πραγματικότητα ο καθ ου η αίτηση με την επίδικη απόφαση του δεν καθόρισε σύμφωνα με το Νόμο ημερομηνία πώλησης αλλά ειδοποιούσε για την πρόθεση του να καθορίσει ημερομηνία πώλησης. 8.
- Η απόφαση του καθ ου η αίτηση 1 παραβιάζει τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης αφού εκδόθηκε χωρίς να μου δοθεί το δικαίωμα να ακουστώ ή εν πάση περιπτώσει να ακούσει την δική μου πλευρά και τις δικές μου θέσεις. Εμφαίνεται ξεκάθαρα ότι την ίδια ημέρα με ίδιας ημερομηνίας ειδοποίηση με ενημερώνει ότι κατατέθηκε αίτηση πώλησης και με την απόφαση του ίδιας πάλι ημερομηνίας με ενημερώνει ότι αποφάσισε να διατάξει την πώληση του ακινήτου μου, της μόνης μου στέγης και κατοικίας. 8.
- Η απόφαση του καθ ου η αίτηση 1 μου αποστερεί το δικαίωμα για δίκαιη δίκη και μου αφαιρεί αναφαίρετα συνταγματικά μου δικαιώματα καθότι ουδέποτε μου δόθηκε η ευκαιρία να παρουσιάσω την δική μου θέση και ουδέποτε μου δόθηκε η ευκαιρία να εκδικαστώ ενώπιον Δικαστηρίου με τις διαδικασίες που ήγειρα κατά της απόφασης του διαιτητή αλλά και δια μέσω των περιουσιακών διαφορών ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Είναι άδικη θεωρώ και πιστεύω η απόφαση του καθ ου η αίτηση 1 καθότι τα Δικαστήρια δεν έχουν ακόμα αποφασίσει τελεσίδικα για την εγκυρότητα και νομιμότητα των δανείων και των λογαριασμών και των υποθηκών ή της υποθήκης επί της οποίας ο καθ ου η αίτηση 1 βάσισε την απόφαση του. 8.
- Περαιτέρω η απόφαση του καθ ου η αίτηση 1 η οποία θίγει άμεσα τα δικαιώματα και συμφέροντα μου είναι εντελώς αναιτιολόγητη και δεν αναφέρει πουθενά που βασίστηκε για να αποφασίσει να πωλήσει την οικία μου ή τουλάχιστο τους λόγους που αποφάσισε να πωλήσει την οικία μου. Η απόφαση του αποτελεί όπως με ενημερώνουν οι Δικηγόροι μου και ως το αντιλαμβάνομαι ένα πολύ δυσμενείς μέτρο το οποίο είναι και εξαιρετικό μέτρο ενέργειας. Η απόφαση του καθ ου η αίτηση 1 στην ουσία δεν έχει ίχνος αιτιολογίας. 8.
- Επίσης από το σώμα της απόφασης του καθ ου η αίτηση 1 διαφαίνεται ότι ουδέποτε με ενημέρωσε επαρκώς για τα μέσα ή τις θεραπείες στις οποίες μπορώ να προβώ κατά της απόφασης του. 8.
- Επίσης ο καθ ου η αίτηση 1 προτού λάβει το εν λόγω μέτρο καταναγκασμού δεν με ειδοποίησε για να μπορώ με οιονδήποτε νόμιμο τρόπο να αντικρούσω την οιανδήποτε επερχόμενη απόφαση του αφού η ειδοποίηση ημερ.31/3/2015 με την οποία με ενημέρωσε ότι κατατέθηκε αίτηση πώλησης είναι ίδιας ημερομηνίας δηλαδή 31/03/2015 με την απόφαση του να διατάξει την πώληση της οικίας μου. 8.
- Ο καθ ου η αίτηση 1 με την απόφαση του παραβίασε ξεκάθαρα την αρχή της ισότητας εφόσον αποφάσισε ακούοντας μόνο τις θέσεις και τους ισχυρισμούς της Τράπεζας και χωρίς να ακούσει ή τουλάχιστο να ζητήσει να ακούσει τις δικές μου θέσεις. 8.
- Περαιτέρω φαίνεται ξεκάθαρα από τα πιο πάνω δεδομένα και γεγονότα ότι ο καθ ου η αίτηση 1 ενάσκησε λανθασμένα την εξουσία του. 8.
- Επίσης ο καθ ου η αίτηση 1 δεν προέβηκε σε καμία έρευνα για να μπορεί να λάβει ορθώς και νόμιμα την εν λόγω απόφαση του και τελούσε υπό πλάνη αφού άκουσε μόνο την πλευρά της τράπεζας η οποία επιμελώς απέφυγε να τον ενημερώσει για τις διαδικασίες οι οποίες εκκρεμούν σχετικά με τα εν λόγω δάνεια, λογαριασμούς και υποθήκες. 8.
- Επιπρόσθετα, η απόφαση του καθ ου η αίτηση 1 είναι καταπιεστική και καταχρηστική καθότι δεν αναφέρει τις απαραίτητες και επαρκή πληροφορίες και λεπτομέρειες που θα έπρεπε να γνωρίζω σχετικά με την διαδικασία που ακολουθήθηκε και που θα ακολουθήσει και καθίσταται η διαδικασία αυτή αφόρητη και καταπιεστική ενόσω εκκρεμεί καθότι αποτελεί εξαιρετικό και πολύ δυσμενείς μέτρο. Η απόφαση του καθ ου η αίτηση 1 εμφαίνεται από το σώμα της ότι είναι ελλιπής και δεν αναφέρει επ' ακριβώς την όλη διαδικασία αλλά και το τι πρόκειται να γίνει με το ακίνητο μου με αποτέλεσμα η πίεση που ασκείται σε μένα να είναι αφόρητη.
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους εξ όσων κάλλιο γνωρίζω και πιστεύω και όπως με πληροφορεί ο δικηγόρος μου κύριος Ανδρέας Θ Μαθηκολώνης η απόφαση του καθ ου η αίτηση 1 να πωληθεί το επίδικο ακίνητο μου με δημόσιο πλειστηριασμό πρέπει να ακυρωθεί. 10 Όλα τα ανωτέρω ορκίζομαι και λέγω ότι είναι αληθινά και ορθά εξ όσων κάλλιο γνωρίζω και πιστεύω». Ως ήταν αναμενόμενο ακολούθησε ένσταση τόσο εκ μέρους του Διευθυντή Χωρομετρίας και Κτηματολογίου Λευκωσίας, Εφεσίβλητος-Καθ΄ ου η Αίτηση 1 (στο εξής «Καθ' ου η Αίτηση 1»), όσο και από την Εφεσίβλητη-Καθ' ης η Αίτηση 2 (στο εξής «Καθ' ης η Αίτηση 2»). Η ένσταση, εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση 1, βασίζεται: «
(1)Στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.1, Θ. 2, Δ.2, Θ. 1, Δ.39, Θ. 2, Δ.48, Θ. 1 -4, Δ.64.
(2)Στον περί Δικαστηρίων Νόμο, άρθρα 31 και 32.
(3)Στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Θεσμούς του 1956.
(4)Στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, άρθρα 4 και 9.
(5)Στη σύμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.
(6)Στον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο (Κεφ. 224), άρθρο 80.
(7)Στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 (9/1965), άρθρα 37 έως 51.
(8)Στον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεων) Νόμος του 2002, Ν.82(Ι)/2002, άρθρα 2 έως 9.
(9)Στον περί Οφειλετών (Αναβολή Πωλήσεων Ακινήτου Ιδιοκτησίας) Νόμο του 1973 (107/1973), άρθρα 2 έως 10.
(10)Στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας
(11)Στη Νομολογία, Πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Σεβαστού Δικαστηρίου.» Προβάλλονται δε οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: «Καταρχήν ο Καθ' ου η Αίτηση 1 υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης που παρατίθενται στην ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση
- Περαιτέρω σημειώνει και τα εξής:
- Προδικαστικές Ενστάσεις (α) Η Αίτηση-Έφεση της Αιτήτριας είναι νομικά αβάσιμη καθότι τόσο στον τίτλο της Αίτησης όσο και στο κείμενο της και/ή στη νομική της στοιχειοθέτηση δεν περιλαμβάνει τα ορθά άρθρα με βάση τα οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. (β) Η Αίτηση-Έφεση της Αιτήτριας ενάγει παράνομα και ή παράτυπα και ή λανθασμένα τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λευκωσίας αντί τον Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, σύμφωνα με το Νόμο. (γ) Εν πάση περιπτώσει ούτε και ο Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δύναται ορθά και/ή νόμιμα να είναι διάδικος στην αίτηση/έφεση της Αιτήτριας καθότι δυνάμει του Κ.5
(2)των Κανονισμών του 1956 ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ενάγεται μόνο ως προς τις ρητά καθορισμένες διαδικασίες του σχετικού Νόμου μεταξύ των οποίων δεν συμπεριλαμβάνεται η παρούσα από όπου εκπορεύθηκε η επίμαχη «απόφαση».
- Ανεξάρτητα και άνευ βλάβης των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων ο Καθ' ου η Αίτηση 1 προβάλλει τα πιο κάτω σημεία ένστασης: (α) Ο Καθ' ου η Αίτηση 1 ισχυρίζεται ότι τόσο η προσβαλλόμενη απόφαση όσο και οι προγενέστερες και μετέπειτα ενέργειες του έγιναν ορθά και νόμιμα μετά από δέουσα έρευνα και σύμφωνα με τους προβλεπόμενους Κανονισμούς και διαδικασίες, βάση του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224 ως έχει τροποποιηθεί, τους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956 και τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/
- (β) Η νομική βάση την οποία επικαλείται η Εφεσειούσα/Αιτήτρια και/ή στην οποία βασίζεται η παρούσα Αίτηση είναι παράτυπη και/ή η παρούσα Αίτηση είναι πραγματικά και/ή νομικά αστήρικτη και/ή ανεδαφική. (γ) Δεν προβάλλονται σοβαροί εύλογοι και τεκμηριωμένοι λόγοι για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. (δ) Η χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών δεν είναι δίκαιη και/ή λογική και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις και/ή δεν δικαιολογείται κάτω από τη σχετική νομοθεσία και/ή κάτω από τις αρχές της επιείκειας. (ε) Οι ισχυρισμοί και/ή τα αιτήματα της Εφεσειούσας/Αιτήτριας είναι παντελώς αδικαιολόγητοι και η καταχώρηση της παρούσας αίτησης συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.» Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Άννας Κούκου, Λειτουργού στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας, με την οποία επισυνάπτεται αριθμός τεκμηρίων και η οποία έχει ως ακολούθως: «
- Είμαι η Άννα Κούκου, Λειτουργός στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας. Γνωρίζω τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προσωπικά, από έγγραφα που επισυνάπτονται στο φάκελο με αριθμό ΑΝΠ 6/2015 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας και που έχω στην κατοχή μου λόγω της θέσης μου.
- Δεν παραδέχομαι τα όσα αναγράφονται στην ένορκη δήλωση της Αιτούσας και παραθέτω κάτωθι τα αληθή γεγονότα.
- Στις 24 Φεβρουαρίου 2006 έγινε αποδοχή της υποθήκης με αριθμό Υ2422/2006 από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας για το ποσό των €85.430,07 ευρώ (£50.000,00 πενήντα χιλιάδων λιρών), Κεφάλαιο. Η υποθήκη αφορά αμπέλι, υπάρχουν κτίρια που δεν αναφέρονται στην εγγραφή, στην κοινότητα Αλάμπρα, με αριθμό εγγραφής 0/7963 το 1/6 μερίδιο. Ως ενυπόθηκος οφειλέτης αναγράφεται η Παντελίτσα Αντωνίου με Δ.Τ. 848601 και ως ενυπόθηκος δανειστής το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αστυνομικών Κύπρου Λτδ τώρα Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αστυνομικών και Στρατιωτικών Κύπρου Λτδ. Αντίγραφο του εγγράφου υποθήκης με αριθμό Υ2422/2006 επισυνάπτεται ως ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
- Το εν λόγω ακίνητο βαρύνεται επίσης με την υποθήκη Υ12469/2006 προς όφελος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Αστυνομικών και Στρατιωτικών Κύπρου Λτδ, καθώς και την αίτηση Αναγκαστικής Πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου με αριθμό φακέλου ΑΝΠ7/
- Στις 19 Ιανουαρίου 2015 το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αστυνομικών και Στρατιωτικών Κύπρου Λτδ αφού προηγουμένως προέβηκε στη νενομισμένη Ένορκο Δήλωση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, υπέβαλε προς το Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λευκωσίας αίτηση για πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/7963 (1/6 μερίδιο) στη κοινότητα Αλάμπρας, η οποία έγινε αποδεκτή με αριθμό φακέλου ΑΝΠ6/
- Αντίγραφο της Αίτησης Πώλησης Ενυπόθηκης Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Τύπος Ν.276) και της απόδειξης πληρωμής δικαιωμάτων επισυνάπτονται ως ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ 2 και 2Α.
- Προηγουμένως η κα Σοφία Σταματάρη Ιδιώτης Δικαστικός Επιδότης, επέδωσε στην κα Παντελίτσα Αντωνίου, στις 12 Δεκεμβρίου 2014, Ειδοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 37
(1)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου αριθμός 9/1965 προς Υπερήμερο Ενυπόθηκο Οφειλέτη (Τύπος Ν.275) με συνημμένη Κατάσταση Λογαριασμού. Η Κατάσταση Λογαριασμού για την υποθήκη Υ2422/2006, η Ένορκη Δήλωση Επίδοσης με ημερομηνία επίδοσης 16 Δεκεμβρίου 2014 και η ειδοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 37
(1)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Αριθ. 9 του 1965 (Τύπος Ν.275) με ημερομηνία 08 Δεκεμβρίου 2014 επισυνάπτονται ως ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ 3, 3Α και 3Β.
- Ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός ακολουθώντας όλες τις δέουσες ενέργειες όπως προνοούνται με βάση τα άρθρα 37-43 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Αριθμός 9 του 1965, απέστειλε γνωστοποιήσεις προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη και τον ενυπόθηκο δανειστή.
- Συγκεκριμένα στις 31 Μαρτίου 2015 στάληκε γνωστοποίηση προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη, για κατάθεση αίτησης αναγκαστικής πώλησης, σύμφωνα με το άρθρο 37 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου αρ. 9 του 1965, με κοινοποίηση στον ενυπόθηκο δανειστή. Στις 31 Μαρτίου 2015 στάληκε επίσης γνωστοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 40
(2)(α) του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου αρ. 9 του 1965 προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη και ενυπόθηκο δανειστή. Οι προαναφερόμενες γνωστοποιήσεις ΔΕ141 και ΔΕ144 επισυνάπτονται ως ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 4 και 4Α.
- Επιπρόσθετα των πιο πάνω σχετικών τεκμηρίων του φακέλου αναγκαστικής πώλησης με αριθμό ΑΝΠ6/2015, για το ίδιο ακίνητο υπάρχει ο φάκελος αναγκαστικής πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου με αριθμό ΑΝΠ7/2015 δυνάμει της υποθήκης με αριθμό Υ12469/
- Όλα τα σχετικά με το φάκελο αναγκαστικής πώλησης ΑΝΠ7/2015 έγγραφα, επισυνάπτονται ως ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ 5 μέχρι 5Κ.
- Ειδικότερα αναφορικά με το σημείο 5 της Ένορκης Δήλωσης της κας Παντελίτσας Αντωνίου έχω να δηλώσω ότι είναι ξεκάθαρο ότι ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας ακολούθησε όλες τις δέουσες ενέργειες όπως αυτές προνοούνται με βάση τα άρθρα 37-43 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Αριθμός 9 του 1965, από το σημείο αποδοχής των εγγράφων για αίτηση αναγκαστικής πώλησης μέχρι και της αποστολής των σχετικών γνωστοποιήσεων. Σχετικά είναι τα ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ 1 έως 4Α.
- Περαιτέρω επισημαίνω ότι σύμφωνα με το έντυπο ΔΕ144, ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας ενημέρωνε ότι η δημοπρασία θα διεξαχθεί μετά την πάροδο τριάντα ημερών την ημερομηνία της γνωστοποίησης και σε ημερομηνία που θα οριστεί αργότερα. Σχετικό είναι το ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 4Α.
- Περαιτέρω επισημαίνεται ότι σε περίπτωση ύπαρξης διαφοράς αναφορικά με το ύψος του απαιτητού ποσού αυτή θα επιλυθεί μέσω της δικαστικής οδού.» Η ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση 2 βασίζεται:
(1)Στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.1, Θ. 2, Δ.2, Θ. 1, Δ.39, Θ. 2, Δ.48, Θ. 1 -4, Δ.64.
(2)Στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, άρθρα 31 και 32.
(3)Στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Θεσμούς του 1956.
(4)Στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, άρθρα 4 και 9.
(5)Στη σύμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.
(6)Στον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο (Κεφ. 224), άρθρο 80.
(7)Στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 (9/1965), άρθρα 37 έως 51.
(8)Στον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεων) Νόμος του 2002, Ν. 82(Ι)/2002, άρθρα 2 έως 9.
(9)Στον Περί Οφειλετών (Αναβολή Πωλήσεων Ακινήτου Ιδιοκτησίας) Νόμο του 1973 (107/1973), άρθρα 2 έως 10.
(10)Στον Περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμο 1999 [158(Ι)/1999].
(11)Στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρθρο 146. Προβάλλονται οι κατωτέρω λόγοι ένστασης: «Ι. Προδικαστικά (
- i)Το επίδικο θέμα της υπόθεσης 148/2015 αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη η οποία δεν μπορεί να προσβληθεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Συνεπώς το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης. (
- ii)Το δικαστήριο δεν κέκτειται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα διαδικασία ως διαδικασία κατά της απόφασης του Καθ' ου η αίτηση 1 υπό την ιδιότητα του ως όργανο, αρχή ή πρόσωπο ασκούντων εκτελεστικήν ή διοικητικής λειτουργίαν. (iii) Το δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εφαρμόσει τον Περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμο 1999 [158(Ι)/1999]. II. Διαζευκτικά, σε περίπτωση που ήθελε αποφασιστεί από το Δικαστήριο ότι η διαδικασία που έχει καταχωρίσει η Αιτούσα δεν αφορά σε διοικητική πράξη ή σε περίπτωση που ήθελε αποφασιστεί ότι το εν λόγω ζήτημα δεν θα αποφασιστεί προδικαστικά, προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης (
- i)Η Καθ' ης η Αίτηση 2 επαναλαμβάνει τους λόγους ενστάσεις στις παραγράφους I(
- i)έως I(iii) πιο πάνω. (
- ii)Η διαδικασία είναι θνησιγενής και/ή άκυρη και/ή παράτυπη αφού θα έπρεπε να είχε εγερθεί υπό τύπον αγωγής και όχι έφεσης ή αίτησης. (iii) Η πρωτογενής διαδικασία δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε αγώγιμο ή άλλο νόμιμο δικαίωμα εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση 1 ή της Καθ' ης η Αίτηση 2. (
- iv)Ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας δεν αποτελεί ορθό διάδικο στην παρούσα διαδικασία. Ο ορθός διάδικος σε διαδικασίες εναντίον της Δημοκρατίας είναι ο Γενικός Εισαγγελέας και στις διαδικασίες βάσει του άρθρου 80 του Κεφ. 224, είναι ο διευθυντής του Κτηματολογίου. (ν) Το άρθρο 80 του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (Κεφ. 224), δεν παρέχει στην Αιτούσα δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο αφού η παρούσα διαδικασία δεν βασίζεται σε παράπονο κατά οποιασδήποτε διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου η οποία να διενεργήθηκε, δόθηκε ή λήφθηκε δυνάμει των διατάξεων του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (Κεφ. 224). (νi) Ο Περί Οφειλετών (Αναβολή Πωλήσεων Ακινήτου Ιδιοκτησίας) Νόμος του 1973 (Ν. 107/1973)δεν παρέχει στην Αιτούσα αγώγιμο δικαίωμα αφού αυτή δεν είναι οφειλέτης εντός της έννοιας του άρθρου 2 του εν λόγω νόμου αφού (α) το κύριο επάγγελμα της δεν είναι η γεωργία αλλά ούτε (β) καταγίνεται με την γεωργία. (vii) Η παρούσα διαδικασία της Αιτούσας βάσει του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεων) Νόμου, Ν. 82(Ι)/2002, δεν παρέχει στην αιτούσα αγώγιμο δικαίωμα ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου. (viii) Οι όποιες περιουσιακές διαφορές της Αιτούσας με τρίτο πρόσωπο ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου δεν μπορούν να αποτελούσουν αγώγιμο δικαίωμα ή δικαίωμα έγερσης της παρούσας διαδικασίας. (
- ix)Η Διαδικασία είναι άκυρη και/ή θνησιγενής και/ή παράτυπη αφού δεν έχει καθοριστεί διεύθυνση επίδοσης εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου το οποίο εκδικάζει την παρούσα υπόθεση. (
- x)Η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη η οποία θα έπρεπε να είχε αμφισβητηθεί με καταχώριση αίτησης προσφυγής ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 146.1 του Συντάγματος, εντός 75 ημερών. Η παρούσα διαδικασία είναι καταχρηστική αφού γίνεται μάταια επίκληση της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου. (
- xi)Η αμφισβήτηση της ίδιας της υποθήκης δεν μπορεί να γίνει στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. (xii) Η αμφισβήτηση του δανείου δεν μπορεί να γίνει στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. (xiii) Το επιτόκιο καθορίζεται από τα επισυνημμένα στην υποθήκη έγγραφα. (xiv) Η διαιτησία για την επίλυση των διαφορών της Αιτούσας και των Καθ' ων η Αίτηση 2 έχει ολοκληρωθεί. Η αιτούσα έχει καταχωρίσει έφεση κατά της εν λόγω διαιτητικής απόφασης. Η παρούσα αίτηση είναι ως εκ τούτου καταχρηστική αφού η εν λόγω διαιτητική απόφαση δεν μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. (
- xv)Το γεγονός ότι η ενυπόθηκη ακίνητη περιουσία αποτελεί τη πρώτη και μόνη κατοικία της Αιτούσας, δεν αποτελεί λόγο για τη μη εκποίηση της. (xvi) Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν κέκτειται δικαιοδοσίας να εξετάσει τα στοιχεία και γεγονότα τα οποία ο επαρχιακός κτηματολογικός λειτουργός έλαβε ή θα έπρεπε να είχε λάβει υπόψη του προτού λάβει την επίδικη απόφαση του. (xvii) Αφού ενυπόθηκος δανειστής έχει συμπληρώσει τη διαδικασία ενώπιον του Κτηματολογίου βάσει του άρθρου 37
(1)του περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, τότε ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου είτε εναντίον του Κτηματολογίου είτε εναντίον του ενυπόθηκου δανειστή. (xviii) Η Αιτούσα όντως ήταν υπερήμερη διά περίοδο άνω των 120 ημερών, ως προνοείται στο άρθρο 37
(1)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965. (xix) Η Αιτούσα έλαβε την εκ του νόμου προβλεπόμενη ειδοποίηση βάσει του άρθρου 37
(1)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του
- (xx) Η Αιτούσα έλαβε κατάσταση λογαριασμού με την οποία της γνωστοποιούταν η οφειλή.» Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Στέλιου Φρακάλα, με την οποία επισυνάπτεται αριθμός τεκμηρίων και η οποία έχει ως εξής: «Εγώ ο Στέλιος Φρακάλας από τη Λευκωσία, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
- Είμαι ο διευθυντής τραπεζικών εργασιών της Καθ' ης η Αίτηση
- Γνωρίζω τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προσωπικά, από έγγραφα που έχω στην κατοχή μου και λόγω της θέσης μου.
- Δεν παραδέχομαι την παράγραφο 1 της ένορκης δήλωσης της Αιτούσας.
- Παραδέχομαι την παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης της Αιτούσας.
- Αρνούμαι την παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης της Αιτούσας. Περαιτέρω διευκρινίζω ότι δεν έχει καθοριστεί ακόμη επιφυλαχθείσα τιμή πώλησης, ούτε έχει καθοριστεί ημερομηνία δημοπρασίας, ούτε έχει γίνει (εξ' όσων γνωρίζω) επιτόπια έρευνα για την εκτίμηση της ακίνητης περιουσίας.
- Αρνούμαι την παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης της Αιτούσας. Παραπέμπω το δικαστήριο στο Τεκμήριο 3 της ένορκης δήλωσης της Αιτούσας.
- Απο την παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης της Αιτούσας παραδέχομαι μόνο ότι: (α) το ακίνητο επιβαρύνεται και με δεύτερη υποθήκη από τους Καθ' ου η Αίτηση 2 (γ) τα ενυπόθηκα δάνεια έχουν τερματιστεί (δ) η διαφορά παραπέμφθηκε σε διαιτησία και εκδόθηκε διαιτητική απόφαση. Αρνούμαι τους υπόλοιπους ισχυρισμούς.
- Από την παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης της Αιτούσας παραδέχομαι μόνο ότι (α) ο διαιτητής εξέδωσε απόφαση (β) η Αιτούσα έχει εφεσιβάλει την εν λόγω απόφαση μέσω της αίτησης 2658/13 η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί. Αρνούμαι τους υπόλοιπους ισχυρισμούς.
- Από την παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης παραδέχομαι ότι δεν έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση εναντίον της Αιτούσας. Δεν παραδέχομαι τους υπόλοιπους ισχυρισμούς.
- Αρνούμαι την παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης της Αιτούσας.
- Δεν παραδέχομαι την παράγραφο 8.1 της ένορκης δήλωσης της Αιτούσας. Ανεξαρτήτως διεύθυνσης, φαίνεται ότι η Αιτούσα έλαβε τις ειδοποιήσεις του Καθ' ου η Αίτηση 1 αφού αυτές βρίσκονται στην κατοχή της και έχουν επισυναφθεί ως Τεκμήρια στην ένορκη της δήλωση.
- Αρνούμαι την παράγραφο 8.2 της ένορκης δήλωσης της Αιτούσας. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 1 στην παρούσα, αντίγραφο ειδοποίησης που απεστάληκε στην Αιτούσα και παραλήφθηκε από τον αδελφό και συγκάτοικο της, κάποιον Αντρέα Αντωνίου.
- Αρνούμαι την παράγραφο 8.3 της ένορκης δήλωσης της Αιτούσας.
- Δεν παραδέχομαι τις παραγράφους 8.4 έως και 8.18 της ένορκης δήλωσης της Αιτούσας.
- Αρνούμαι τις παραγράφους 9, 10, 9 και 10 της ένορκης δήλωσης της Αιτούσας.» Στη γραπτή αγόρευσή του, ο δικηγόρος της Αιτήτριας, ουσιαστικά, επαναλαμβάνει τους λόγους έφεσης-αίτησης και τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση, με περισσότερες λεπτομέρειες και με επιχειρηματολογία που εδράζεται στις διατάξεις των Νόμων, μερικών από τους λόγους που αναφέρονται στη νομική βάση της αίτησης, στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1956 με επίκληση και σχετική νομολογία. Γίνεται δε σχολιασμός και των λόγων των ενστάσεων. Η δικηγόρος του Καθ' ου η Αίτηση 1, και αυτή με τη σειρά της, ουσιαστικά επανέλαβε τους λόγους που καταγράφονται στην ένσταση και όσα καταγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση με πολύ συνοπτικό τρόπο. Ο δικηγόρος της Καθ' ης η Αίτηση 2, πέραν από τη γραπτή αγόρευσή του, που και αυτός ουσιαστικά με πολύ περιληπτικό τρόπο αναφέρει αυτά που προβάλλονται στην ένσταση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, επιπλέον, στη συμπληρωματική προφορική αγόρευσή του, αναφέρθηκε στο πρόωρο της διαδικασίας εκ μέρους της Αιτήτριας, ότι από τη στιγμή που υπήρχε αμφισβήτηση σε γεγονότα που αναφέρετο η Αιτήτρια, είχε το βάρος αυτή να τα αποδείξει και τέλος ότι η βλάβη στα συμφέροντα της Αιτήτριας πρέπει να εξηγείται και όχι απλώς να αναφέρεται. Πρώτο θέμα το οποίο χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο ο Καθ' ου η Αίτηση 1 περιγράφεται, ως προβλέπεται στον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ. 224, αφού στο άρθρο 2 του Νόμου αυτού αναφέρεται ότι: «''Διευθυντής'' σημαίνει το Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και περιλαμβάνει οποιοδήποτε λειτουργό που διορίζεται από το Διευθυντή για όλους ή οποιοδήποτε από τους σκοπούς του Νόμου αυτού είτε γενικά είτε για οποιοδήποτε συγκεκριμένο σκοπό» Διαφαίνεται από την πιο πάνω ερμηνευτική διάταξη ότι δεν περιγράφεται με το ορθό όνομα και ως εκ τούτου κρίνω ότι υπάρχει λανθασμένη περιγραφή του ονόματος του Καθ' ου η Αίτηση
- Ανεξάρτητα, όμως, με αυτό, προχωρώντας στο δεύτερο θέμα, που το Δικαστήριο καταπιάνεται, είναι, εάν περιγράφετο με το ορθό όνομα, ο Καθ' ου η Αίτηση 1, εάν θα μπορούσε να είναι διάδικος στην παρούσα αίτηση. Το άρθρο 5
(2)του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1956 έχει ως εξής: «All interested parties shall be joined as parties to the proceedings: Provided that, unless otherwise directed by the Court, the Director shall not be joined as a party except in proceedings under sections 41, 43, 58, 59, 68, 69 and 69A of the Law.» Διαπιστώνεται ότι δεν εμπίπτει σε μια από αυτές τις διατάξεις του Νόμου, Κεφ. 224 και τα αντίστοιχα προς αυτά άρθρα της μεταγενέστερης Νομοθεσίας. Επομένως, αφού δεν εμπίπτει σε μια από αυτές τις περιπτώσεις και αφού δεν έδωσε άδεια το Δικαστήριο να είναι διάδικος ο Διευθυντής, κρίνεται ότι δεν θα έπρεπε να ήταν διάδικος στην παρούσα διαδικασία. Το τρίτο, κατά σειρά, θέμα, το οποίο το Δικαστήριο εξετάζει, αν και ίσως θα έπρεπε να ήταν το πρώτο, είναι κατά πόσο είναι ορθή η νομική βάση της αίτησης. Έχοντας κατά νου ότι η αίτηση εδράζεται στο άρθρο 51 του Περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεως Νόμου, Ν.9/1965 και στο άρθρο 80 του Κεφ. 224, κρίνω ότι βασίζεται στην ορθή νομική βάση, αν και εκείνο που εξετάζεται δεν είναι η αναφορά, στη νομική βάση, του άρθρου 51 του Ν.9/1965, αλλά ο προσδιορισμός της απόφασης που εφεσιβάλλεται, αφού η απόφαση του Διευθυντή δεν αποτελεί ενδιάμεση αίτηση αλλά εναρκτήρια διαδικασία με την έννοια που ενέχει ο όρος αυτός στο άρθρο 2 του Ν.14/1960, στον ορισμό αγωγής (βλ. υπόθεση Μάριος Μαχλουζαρίδης ν. Χρίστου Ιωαννίδη κ.ά.
(1990)1 ΑΑΔ 965). Το τέταρτο θέμα, με το οποίο ενασχολείται το Δικαστήριο, αφορά τη θέση των δικηγόρων των ενισταμένων, ότι η διαδικασία είναι πρόωρη. Τέτοια θέση δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο αφού διαταγή, ειδοποίηση και απόφαση του Διευθυντή μπορεί να εφεσιβληθεί, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Ν.9/1965 και άρθρο 80 του Κεφ. 224. Όσον αφορά την προδικαστική ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση 2 ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία, γιατί το επίδικο θέμα αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, δεν με βρίσκει σύμφωνο, αφού από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 80 και 81 του Κεφ. 224 και στο άρθρο 51 του Ν.9/1965, διαφαίνεται η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αυτού να επιληφθεί τέτοιου θέματος. Η δεύτερη προδικαστική ένσταση απαντάται από τα πιο πάνω, ενώ η τρίτη προδικαστική ένσταση απαντάται κατωτέρω, όταν το Δικαστήριο θα αναφέρεται στις αρχές που διέπουν τον έλεγχο της απόφασης του Διευθυντή από το Δικαστήριο. Η Αιτήτρια είναι ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/7963, έκτασης 2 δεκαρίων και 7 τμ, 1/6 μερίδιο, στην Αλάμπρα της Επαρχίας Λευκωσίας, το οποίο περιγράφεται ως αμπέλι αλλά υπάρχουν κτίρια που δεν αναφέρονται στον τίτλο, το οποίο όλο μερίδιο υποθήκευσε προς όφελος της Καθ' ης η Αίτηση 2, ως καταδεικνύεται από τα Τεκμήρια που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά αποτελεί και παραδεκτό γεγονός με βάση την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, για δάνειο που η Καθ' ης η Αίτηση 2 παρείχε στον Παναγιώτη Παπαδόπουλο. Επειδή, κατ' ισχυρισμό της Καθ' ης η Αίτηση 2, δεν εκπληρώθηκαν οι υποχρεώσεις του πιο πάνω προσώπου, σύμφωνα με τη σύμβαση δανείου που παραχώρησε, τα ενυπόθηκα χρέη κατέστησαν υπερήμερα και απαιτητά, αφού απέστειλε επιστολές τερματισμού, κίνησε τη διαδικασία της εκποίησης του αναφερθέντος ακινήτου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου αρ. 9/1965 και ως εκ τούτου ο Διευθυντής του Επαρχιακού Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (στο εξής «Διευθυντής»), απέστειλε στην Αιτήτρια την προνοούμενη από το Νόμο γνωστοποίηση για την απόφασή του να πωλήσει το επίδικο ακίνητο. Νομική Πτυχή Όπως καταδεικνύεται από τη νομολογία, η έφεση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου αποτελεί τη μόνη οδό για αναθεώρηση απόφασης του Διευθυντή προκειμένου να ελεγχθεί, όχι μόνο η νομιμότητα, αλλά και η ορθότητα της απόφασης (βλ. Σάββας Χρ. Παπαγεωργίου ν. Ιωάννη Πατσαλίδη
(2001)1 ΑΑΔ 1365). Όσον αφορά τον έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή, που παρέχεται από το άρθρο 80 του Κεφ. 224 στο Δικαστήριο και ότι το Δικαστήριο εφαρμόζει τις αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων, καθώς και την εξουσία αντικατάστασης της κρίσης του Διευθυντή, όπου υπάρχουν ισχυροί λόγοι, σχετικές είναι οι υποθέσεις Georghios Chr. Kafieros a.a. ν. Androulla A. Theocharous a.o.
(1978)1 CLR 619, Charalambos Christodoulou Peyiotis a.a. v. Andreas Christodoulou Polemidis
(1982)1 CLR 442, Μενέλαος Γεωργίου Αθανάση κ.ά. ν. Μάμα Βαρνάβα Χατζημάμα κ.ά.
(1990)1 ΑΑΔ 208, Νεόφυτος Αγαπίου Κουμής ν. Αδούλα Κυριάκου Κούντουρου
(1992)1 ΑΑΔ 1312, Ελένη Νίκου Σάββα κ.ά. ν. Ουρανίας Γεωργίου Κώστα
(2003)1 ΑΑΔ 1944, Τρύφωνας Πατσαλίδης ν. Μαρικκούς Κωστή Δαμασκηνού κ.ά.
(2004)1 ΑΑΔ 1248, Ελένη Θεοδώρου Κουντουρίδη κ.ά. ν. Χρυσήλιου Ιωάννου Νικολάου
(2008)1 ΑΑΔ 412 και Πίτσα Γεωργίου Είκοσι κ.ά. ν. Βύρωνα Αργυρού Αργυρίδη
(2012)1 ΑΑΔ 1859. Το άρθρο 51
(1)έχει ως ακολούθως: «Εφέσεις 51.-
(1)Παν πρόσωπον ούτινος τα νόμιμα συμφέροντα παραβλάπτονται εξ οιασδήποτε διαταγής, γνωστοποιήσεως ή αποφάσεως του Διευθυντού δυνάμει του παρόντος Νόμου, δύναται εντός τριάκοντα ημερών από της κοινοποιήσεως εις αυτόν των άνω να υποβάλη έφεσιν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω( επί τούτω αι διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου και των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών θα τυγχάνωσι, τηρουμένων των αναλογιών, εφαρμογής επί της τοιαύτης εφέσεως ως και επί εφέσεως ασκηθείσης δυνάμει των διατάξεων του ειρημένου Νόμου. Νοείται ότι το Ανώτατον Δικαστήριον δύναται να εκδώση Κανονισμούς δι' οιονδήποτε ζήτημα ή διαδικασίαν αγομένην ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.» Η εξουσία του Διευθυντή για αναγκαστική πώληση υποθηκευμένης περιουσίας δυνάμει του Ν.9/1965 ρυθμίζεται από το Μέρος VI του Νόμου με τίτλο «Πώληση Ενυπόθηκου Ακινήτου», το οποίο μέρος συμπεριλαμβάνει τα άρθρα 37 ως 44. «Πώλησις ενυποθήκου λόγω υπερημερίας 37.-
(1)Εν περιπτώσει υπερημερίας περί την πληρωμήν ενυποθήκου χρέους διά περίοδον εκατόν είκοσι
(120)ημέρες ή μείζονα τοιαύτην από της ημερομηνίας καθ' ην τούτο κατέστη πληρωτέον συμφώνως προς τους όρους της υποθήκης ή, αναλόγως της περιπτώσεως, τας διατάξεις του παρόντος Νόμου, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώση τω ενυποθήκω οφειλέτη κατάστασιν λογαριασμού και έγγραφον ειδοποίησιν καλούσαν τούτον όπως πληρώση το οφειλόμενον ποσόν ως καθορίζεται εν τη άνω μνησθείση καταστάσει, και πληροφορούσαν τούτον ότι, εάν συνεχισθή η υπερημερία πληρωμής του ποσού τούτου διά περίοδον ενός μηνός από της ημερομηνίας της επιδόσεως της τοιαύτης ειδοποιήσεως, θα υποβληθή τω Διευθυντή αίτησις πωλήσεως του ακινήτου όπερ βαρύνεται διά του ενυποθήκου χρέους προς εξόφλησιν αυτού.
(2)Εάν ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν συμμορφωθή προς την επιδοθείσαν αυτώ συμφώνως ταις διατάξεσι του εδαφίου
(1)ειδοποίησιν εντός της διά ταύτης καθοριζομένης προθεσμίας, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται δι' αιτήσεως να ζητήση παρά του Διευθυντού την πώλησιν του ως είρηται ακινήτου, προσάγων ένορκον δήλωσιν περί του γεγονότος ότι το εκτιθέμενον εν τη ως είρηται καταστάσει ποσόν κατέστη πληρωτέον, ότι ετηρήθησαν αι διατάξεις του προμνησθέντος εδαφίου και ότι το ως είρηται ποσόν ή μέρος αυτού παραμένει εισέτι απλήρωτον.
(3)Οσάκις ακίνητον αναφορικώς προς ο εγένετο αίτησις πωλήσεως δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου βαρύνεται ωσαύτως διά της πληρωμής οιουδήποτε ποσού εξασφαλιζομένου δι' έτερας υποθήκης, προγενεστέρας ή μεταγενεστέρας της υποθήκης προς εξόφλησιν της οποίας εγένετο η αίτησις, άμα τη λήψει της αιτήσεως ο Διευθυντής γνωστοποιεί το γεγονός τούτο εις τον ενυπόθηκον δανειστήν πάσης μεταγενεστέρας υποθήκης όπως εντός ενός μηνός παράσχη τω Διευθυντή ένορκον δήλωσιν περί το εξασφαλιζόμενον υπό της ως είρηται υποθήκης ποσόν ως και περί το δυνάμει ταύτης εκάστοτε πληρωτέον τοιούτο: Νοείται ότι άπαντα τα δυνάμει του εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου εισπρακτέα τέλη και δικαιώματα διά την υπό του Διευθυντού διενεργηθησομένην γνωστοποίησιν προκαταβάλλονται υπό του αιτούντος την πώλησιν ενυποθήκου δανειστού και λογίζονται ως προσηκόντως υπ' αυτού διενεργηθέντα έξοδα εν αναφορά προς νόμιμα μέτρα ληφθέντα προς είσπραξιν του υπό της υπέρ αυτού συσταθείσης υποθήκης εξασφαλιζομένου ποσού.
(4)Εάν ο Διευθυντής πεισθή ότι ετηρήθησαν αι διατάξεις των προηγουμένων εδαφίων δύναται, τηρουμένων των διατάξεων του περί Παραγραφής Νόμου και των άρθρων 39, 40, 41 και 51 του παρόντος Νόμου, να μεριμνήση διά την συμφώνως τω παρόντι Νόμω πώλησιν του ακινήτου του βαρυνομένου διά της πληρωμής του ενυποθήκου χρέους.» «Τύπος ειδοποιήσεως προς ενυπόθηκον οφειλέτην και αιτήσεως πωλήσεως 38.-
(1)Η συμφώνως ταις διατάξεσι του εδαφίου
(1)του άρθρου 37 υπό του ενυποθήκου δανειστού τω ενυποθήκω οφειλέτη επιδιδομένη ειδοποίησις θα είναι εν τω τύπω Ζ ως ούτος εκτίθεται εν τω Δευτέρω Παραρτήματι.
(2)Η συμφώνως ταις διατάξεσι του εδαφίου
(2)του άρθρου 37 υπό του ενυποθήκου δανειστού υποβαλλομένη τω Διευθυντή αίτησις θα είναι εν τω τύπω Η ως ούτος εκτίθεται εν τω Δευτέρω Παραρτήματι, βεβαιούται δε δι' όρκου, συμφώνως προς τον εκάστοτε εν ισχύϊ Διαδικαστικόν Κανονισμόν τον αφορώντα εις ενόρκους δηλώσεις επί αστικών υποθέσεων, παρεχομένου ουχί ενωρίτερον των επτά ημερών προ της υπό του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου παραλαβής της αιτήσεως.» «Διακριτική εξουσία Διευθυντού αναφορικώς προς την πώλησιν 39. Εάν εκ των παρασχεθεισών αποδείξεων αίτινες διαλαμβάνονται ή επισυνάπτονται εις αίτησιν πωλήσεως ακινήτου βαρυνομένου διά της πληρωμής οιουδήποτε ποσού εξασφαλιζομένου διά τινος υποθήκης ο Διευθυντής κρίνη ότι η γενομένη ειδοποίησις προς πληρωμήν του ως είρηται ποσού δεν έφθασεν εις γνώσιν του ενυποθήκου οφειλέτου, ή ότι λόγω απουσίας αυτού εκ Κύπρου ή δι' οιονδήποτε έτερον λόγον ούτος δεν είχεν επαρκή χρόνον ίνα συμμορφωθή προς την τοιαύτην ειδοποίησιν εντός της διά ταύτης καθοριζομένης προθεσμίας, ή ότι επιβάλλεται η παροχή περαιτέρω στοιχείων και αποδείξεων αφορωσών εις οιονδήποτε των αναφερομένων εν άρθρω 37 ζητημάτων, κέκτηται διακριτικήν εξουσίαν όπως- (α) αρνηθή ή (β) αναβάλη διά καθωρισμένον τινα χρόνον ή (γ) αναβάλη μέχρις ου παρασχεθώσιν ως εν τοις ανωτέρω περαιτέρω στοιχεία και αποδείξεις, την πώλησιν του τοιούτου ακινήτου, ως ούτος ήθελε κρίνει δίκαιον.» «Ποσόν προς εξόφλησιν του οποίου το ακίνητον εκτίθεται εις πώλησιν 40.-
(1)Εάν ο Διευθυντής αποφασίση να διατάξη την διεξαγωγήν πωλήσεως συμφώνως ταις διατάξεσι του παρόντος Μέρους, ούτος καθορίζει ωσαύτως το ποσόν προς εξόφλησιν του οποίου το ακίνητον εκτίθεται εις πώλησιν και το οποίον περιλαμβάνει τα ακόλουθα επί μέρους ποσά- (α) τέλη, φόρους, δικαιώματα, άτινα δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου βαρύνουσι κατά πρώτον λόγον το αποτελούν το αντικείμενον της πωλήσεως ακίνητον και ικανοποιούνται κατά προτεραιότητα έναντι παντός ετέρου βάρους επί του αυτού ακινήτου (β) το ποσόν όπερ αναφέρεται εν οιωδήποτε διατάγματι Επαρχιακού Δικαστηρίου εκδοθέντι δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 41 αναφορικώς προς το ποσόν το εξασφαλιζόμενον δι' οιασδήποτε υποθήκης προγενεστέρας της υποθήκης προς εξόφλησιν της οποίας υπεβλήθη η αίτησις πωλήσεως (γ) το κεφάλαιον ή οιονδήποτε εισέτι οφειλόμενον μέρος αυτού και άπαντας τους τόκους οίτινες καθίστανται πληρωτέοι μέχρι της ημερομηνίας καθ' ην σκοπείται η διεξαγωγή της πωλήσεως, δυνάμει των όρων της υποθήκης προς όφελος του ενυποθήκου δανειστού όστις ητήσατο την τοιαύτην πώλησιν ή δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, και άπαντα τα έξοδα άτινα κατά την γνώμην του Διευθυντού διενηργήθησαν προσηκόντως υπό του ως είρηται ενυποθήκου δανειστού εν αναφορά προς την λήψιν νομίμων μέτρων διά την είσπραξιν του διά της υποθήκης εξασφαλιζομένου ποσού, όπως αυτά βεβαιώνονται στην ένορκη δήλωση του ενυπόθηκου δανειστή ή σε νέα ένορκη δήλωση του ενυπόθηκου δανειστή κατόπιν υπόδειξης του Διευθυντή, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 37, 38 και 39.
(2)Πριν ή ο Διευθυντής καθορίση την ημερομηνίαν διεξαγωγής πωλήσεως δυνάμει του παρόντος Μέρους, ούτος παρέχει τριάκοντα ημερών γνωστοποίησιν- (α) εις τον ενυπόθηκον οφειλέτην και τους ενυποθήκους δανειστάς απασών των υποθηκών αίτινες συνέστησαν προς εξασφάλισιν οιουδήποτε ποσού διά την πληρωμήν ούτινος βαρύνεται το προς πώλησιν ακίνητον, περί την απόφασιν αυτού όπως διατάξη την πώλησιν και (β) εις τον ενυπόθηκον οφειλέτην, περί το ποσόν όπερ ούτος καθώρισε δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1).» «Πώλησις ακινήτου υποκειμένου εις προγενεστέραν υποθήκην 41.-
(1)Οσάκις ακίνητον αναφορικώς προς ο εγένετο αίτησιν πωλήσεως δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 37 βαρύνεται διά της πληρωμής οιουδήποτε ποσού εξασφαλιζομένου δι' υποθήκης προγενεστέρας της υποθήκης προς απόσβεσιν της οποίας εγένετο η εν τοις ανωτέρω αίτησις (εν τοις εφεξής εν τω παρόντι άρθρω αναφερομένης ως "προγενεστέρα υποθήκη"), και ολόκληρον το ποσόν το ούτω εξασφαλιζόμενον υπό της προγενεστέρας υποθήκης κατέστη πληρωτέον, ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οιοσδήποτε ενυπόθηκος δανειστής, πλην του ενυποθήκου δανειστού της ως είρηται προγενεστέρας υποθήκης, δύναται, εντός τριάκοντα ημερών από της ημερομηνίας αφ' ης επεδόθη αυτώ η γνωστοποίησις του Διευθυντού δυνάμει της παραγράφου (α) του εδαφίου
(2)του άρθρου 40, να υποβάλη αίτησιν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω ζητών δήλωσιν αυτού ότι το ως είρηται ακίνητον δύναται να πωληθή ελεύθερον πάσης τοιαύτης προγενεστέρας υποθήκης.
(2)Άμα τη υποβολή αιτήσεως συμφώνως τω εδαφίω
(1)και τη επιδόσει ειδοποιήσεως περί της γενομένης αιτήσεως προς το πρόσωπον ή πρόσωπα άτινα τούτο ήθελε καθορίσει, το Επαρχιακόν Δικαστήριον δύναται, εφ' όσον θεωρεί τούτο εύλογον, διά διατάγματος αυτού να διατάξη όπως εντός δεκαπέντε ημερών από της ημερομηνίας του τοιούτου διατάγματος ο αιτών καταβάλη τω Δικαστηρίω, ή άλλως πως εξασφαλίση κατά τρόπον ικανοποιούντα το Επαρχιακόν Δικαστήριον την πληρωμήν αυτού, τοιούτο ποσόν ως κατά την γνώμην του Επαρχιακού Δικαστηρίου ήθελε κριθή επαρκές διά την εξόφλησιν παντός εξασφαλιζομένου υπό τοιαύτης προγενεστέρας υποθήκης και εισέτι οφειλομένου ποσού.
(3)Άμα ως καταβληθή τω Δικαστηρίω υπό του αιτητού ή άλλως πως εξασφαλισθή υπ' αυτού η πληρωμή του εν τω διατάγματι τω αναφερομένω εν εδαφίω
(2)καθοριζομένου ποσού, το Επαρχιακόν Δικαστήριον δηλοί ότι το ως είρηται ακίνητον δύναται να εκτεθή εις πώλησιν ελεύθερον της προγενεστέρας υποθήκης( το Επαρχιακόν Δικαστήριον διατάσσει περαιτέρω όπως το καταβληθέν τω Δικαστηρίω ποσόν, ή το ποσόν ούτινος η πληρωμή εξησφαλίσθη συμφώνως τω προμνησθέντι εδαφίω, αναλόγως της περιπτώσεως, καταβληθή εις τον ενυπόθηκον δανειστήν της προγενεστέρας υποθήκης εις τοιούτον χρόνον και υπό τοιούτους όρους ως το Επαρχιακόν Δικαστήριον ήθελε κρίνει εύλογον να καθορίση: Νοείται ότι το Επαρχιακόν Δικαστήριον δεν διατάσσει την διενέργειαν τοιαύτης πληρωμής πριν ή το ως είρηται ακίνητον πωληθή δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους.
(4)Άμα τη προσαγωγή κεκυρωμένου αντιγράφου της εν εδαφίω
(3)αναφερομένης δηλώσεως ο Διευθυντής εκθέτει, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 39 και 51, το ως είρηται ακίνητον εις πώλησιν, ελεύθερον πάσης προγενεστέρας υποθήκης εις ην η τοιαύτη δήλωσις αφορά.
(5)Οσάκις υποβάλλεται αίτησις τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω διά δήλωσιν αυτού δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου- (α) ο αιτών την τοιαύτην δήλωσιν παρέχει τω Διευθυντή κεκυρωμένον αντίγραφον της αιτήσεως (β) όταν η αίτησις εκδικασθή υπό του Επαρχιακού Δικαστηρίου, ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου γνωστοποιεί εγγράφως εις τον Διευθυντήν κατά πόσον η περί την δήλωσιν αίτησις εγένετο αποδεκτή ή, αναλόγως της περιπτωσεως, απερρίφθη( εις ην δε περίπτωσιν εγένετο αποδεκτή, ο Πρωτοκολλητής παρέχει τω Διευθυντή κεκυρωμένον αντίγραφον της τοιαύτης δηλώσεως (γ) άμα τη λήψει του κεκυρωμένου αντιγράφου της αιτήσεως ως προνοείται εν παραγράφω (α) του παρόντος άρθρου, ανεξαρτήτως οιασδήποτε διατάξεως διαλαμβανομένης εν οιωδήποτε ετέρω άρθρω του παρόντος Νόμου, ο Διευθυντής αναστέλλει πάσαν ενέργειαν εις ην ούτος υδύνατο να προβή δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους του παρόντος Νόμου, μέχρις ου γενή υπό του Πρωτοκολλητού του Επαρχιακού Δικαστηρίου η εν παραγράφω (β) του παρόντος εδαφίου προνοουμένη γνωστοποίησις: Νοείται ότι ουδέν των εν τη παρούση παραγράφω διαλαμβανομένων τυγχάνει εφαρμογής εφ' οιασδήποτε περιπτώσεως καθ' ην ο Διευθυντής λαμβάνει το κεκυρωμένον αντίγραφον της αιτήσεως μετά την έκδοσιν ειδοποιήσεως πωλήσεως ως προνοείται εν Κανονισμω 3 των Κανονισμών Πωλήσεως.
(6)Eάν δεν προσαχθή κεκυρωμένον αντίγραφον δηλώσεως ως εν εδαφίω
(4), τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 39 και 51, ο Διευθυντής εκθέτει εις πώλησιν το ως είρηται υποκείμενον εις την προγενεστέραν υποθήκην, και διά σημειώσεως επί των ειδοποιήσεων της τοιαύτης πωλήσεως των προνοουμένων εν Κανονισμώ 3 των Κανονισμών Πωλήσεως φέρει εις γνώσιν παντός πλειοδότου το γεγονός ότι το ως είρηται ακίνητον θα πωληθή υποκείμενον εις την προγενεστέραν υποθήκην, ο δε πλειοδότης επί τούτω λογίζεται λαβών γνώσιν του τοιούτου γεγονότος ως και παντός στοιχείου αφορώντος εις την προγενεστέραν υποθήκην( άμα τη πωλήσει του ακινήτου ως εν τοις ανωτέρω αι διατάξεις της παραγράφου (γ) της εν εδαφίω
(1)του άρθρου 31 επιφυλάξεως και του ως είρηται εδαφίου
(4)τυγχάνουσι, τηρουμένων των αναλογιών, εφαρμογής ως εάν το τοιούτο ακίνητον είχε μεταβιβασθή υποκείμενον εις την προγενεστέραν υποθήκην δυνάμει των διατάξεων του εν τοις ανωτέρω μνησθέντος άρθρου: Νοείται ότι ουδέν των εν τω παρόντι εδαφίω εφαρμόζεται- (α) εφ' οιασδήποτε προγενεστέρας υποθήκης δηλωθείσης προ της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου, μέχρις ου προσαχθή τω Διευθυντή ή έγγραφος συναίνεσις του προγενεστέρου ενυποθήκου δανειστού και παντός εγγυητού του ενυποθήκου οφειλέτου προς διενέργειαν της σκοπουμένης πωλήσεως ή (β) εφ' οιασδήποτε προγενεστέρας υποθήκης δι' ης εξασφαλίζεται οιονδήποτε ποσόν διά την πληρωμήν του οποίου βαρύνονται δύο ή πλείονα ακίνητα, εκτός εάν- (
- i)ανεξαρτήτως οιασδήποτε προνοίας των Κανονισμών Πωλήσεως, άπαντα τα τοιαύτα ακίνητα εκτεθώσι προς πώλησιν και πωληθώσιν ομού ως ενιαίον σύνολον κατά την ως είρηται πώλησιν και (
- ii)προσαχθή τω Διευθυντή η προηγουμένη έγγραφος συναίνεσις προς πώλησιν, ως προνοείται εν υποπαραγράφω (α) της παρούσης παραγράφου, του ενυποθήκου οφειλέτου και παντός εγγυητού αυτού ως και απάντων των αναφορικώς προς τα ως είρηται ακίνητα ενυποθήκων δανειστών και λοιπών ησφαλισμένων πιστωτών του ενυποθήκου οφειλέτου πλην του προγενεστέρου ενυποθήκου δανειστού.» «Πολιτική αγωγή διά πώλησιν ενυποθήκου ακινήτου 44.-
(1)Ουδέν των εν τω παρόντι Νόμω διαλαμβανομένων επενεργεί ώστε ν' αποκλείση οιονδήποτε ενυπόθηκον δανειστήν από του να επιδιώξη διά πολιτικής αγωγής την πώλησιν του ενυποθήκου ακινήτου προς εξόφλησιν του διά της υποθήκης εξασφαλιζομένου ποσού( τοιαύτη δε αγωγή δύναται να εγερθή οποτεδήποτε, προ ή κατόπιν αιτήσεως προς τον Διευθυντήν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους: Νοείται ότι οσάκις το Δικαστήριον θεωρεί ότι η τοιαύτη διαδικασία, αντί της υπό του παρόντος Μέρους προνοουμένης, δεν ήτο λογικώς αναγκαία διά την επίτευξιν του δ' αυτής επιδιωκομένου σκοπού, το Δικαστήριον δύναται να διατάξη όπως άπαντα τα έξοδα της αγωγής, περιλαμβανομένων και των εξόδων του εναγομένου, πληρωθώσιν υπό του ενάγοντος.
(2)Οσάκις η πώλησις ενυπόθηκου ακινήτου προς εξόφλησιν του διά της υποθήκης εξασφαλιζομένου ποσού διατάσσηται υπό του Δικαστηρίου, αι ακόλουθοι διατάξεις τυγχάνουσιν εφαρμογής, εκτός εάν το Δικαστηρίον άλλως διατάσση:- (α) αι διατάξεις του εδαφίου
(3)του άρθρου 37 τυγχάνουσιν εφαρμογής, τηρουμένων των αναλογιών, ως εάν το διάταγμα του Δικαστηρίου ήτο αίτησις δυνάμει του εδαφίου
(2)του προμνησθέντος άρθρου (β) αι διατάξεις των άρθρων 41 και 42 τυγχάνουσιν εφαρμογής, τηρουμένων των αναλογιών, ως εάν ο Διευθυντής είχεν αποφασίσει να διατάξη την διεξαγωγήν πωλήσεως συμφώνως ταις διατάξεσι του παρόντος Μέρους, της υπό του εδαφίου
(1)του άρθρου 41 προνοουμένης τριακονθημέρου περιόδου λογιζομένης από της ημερομηνίας της δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(3)του άρθρου 37 υπό του Διευθυντού γενομένης γνωστοποιήσεως.» «ΜΕΡΟΣ VIA ΠΩΛΗΣΗ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟ ΔΑΝΕΙΣΤΗ Εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Μέρους σε υφιστάμενες και νέες συμβάσεις υποθήκης 44Α.-
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου ή η οποία εγγράφεται στο κτηματικό μητρώο μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(2)Καμία διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.
(3)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI: Νοείται ότι, σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Μέρους, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος δύναται να τυγχάνουν εφαρμογής από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(4)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου.» «Υπερημερία 44Β.-
(1)Σε περίπτωση υπερημερίας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27, ως αποτέλεσμα της οποίας ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο και η υπερημερία αφορά σε περίοδο όχι μικρότερη των εκατόν είκοσι
(120)ημερών από την ημερομηνία που αυτό καθίσταται πληρωτέο, δυνάμει των όρων της σύμβασης ή των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στη διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν Μέρος, εκτός εάν με βάση τις διατάξεις οποιωνδήποτε άλλων νόμων ή Κανονισμών ή οδηγιών, η προώθηση της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης του ενυποθήκου ακινήτου εκ μέρους του ενυπόθηκου δανειστή, ανασταλεί.
(2)(α) Οποιαδήποτε ειδοποίηση ως προς παρατηρηθείσα υπερημερία ή απαίτηση για πληρωμή του ενυπόθηκου χρέους, η οποία αποστέλλεται από τον ενυπόθηκο δανειστή, όταν ο ενυπόθηκος δανειστής είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα δυνάμει των διατάξεων του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή προς οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, συνοδεύεται από την ειδοποίηση που αναφέρεται στον Τύπο "Θ" του Δεύτερου Παραρτήματος: (β) Η ειδοποίηση που αναφέρεται στον Τύπο «Θ» συνοδεύει και την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Γ, δεν συνοδεύει όμως οποιαδήποτε άλλη ειδοποίηση προβλέπεται στο παρόν Μέρος.
(3)Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο παρόν Μέρος, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν αποκλείουν τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο από του να ασκήσει το δικαίωμά του να προχωρήσει με ένδικα μέσα ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου με βάση οποιουσδήποτε άλλους εν ισχύι νόμους και Κανονισμούς αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.» «Επίδοση ειδοποιήσεων για τη σκοπούμενη πώληση 44Γ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού: Νοείται ότι, με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.
(2)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των τριάντα
(30)ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) εκκρεμεί αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1).» «Διαδικασία εκτίμησης ενυπόθηκου ακινήτου 44Δ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ, διορίζονται δύο
(2)εκτιμητές, ένας εκ μέρους του ενυπόθηκου δανειστή και ένας εκ μέρους του ενυπόθηκου οφειλέτη για τη διενέργεια, ταυτόχρονα, ανεξάρτητων εκτιμήσεων του ενυπόθηκου ακινήτου για σκοπούς υπολογισμού της αγοραίας αξίας αυτού, στους οποίους επιδίδονται από τον ενυπόθηκο οφειλέτη και από τον ενυπόθηκο δανειστή ή/και λαμβάνονται από αρμόδια τμήματα ή υπηρεσίες της Δημοκρατίας, τα ίδια στοιχεία και πληροφορίες όσον αφορά το ενυπόθηκο ακίνητο: Νοείται ότι, ο ενυπόθηκος οφειλέτης δύναται αντί να προβεί στο διορισμό εκτιμητή σύμφωνα με τα πιο πάνω, να ζητήσει όπως η αξία γενικής εκτίμησης που αφορά ενυπόθηκο ακίνητο, όπως αυτή εκάστοτε ορίζεται στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, είναι η εκτιμημένη αγοραία αξία του εν λόγω ακινήτου: Νοείται περαιτέρω ότι, ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή/και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, καθώς και ο ενυπόθηκος δανειστής πρέπει να συνεργάζονται και να διευκολύνουν τον εκτιμητή στην εκτέλεση του έργου του.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής επιδίδει ειδοποίηση στον ενυπόθηκο οφειλέτη, κατά τον Τύπο «ΙΒ» του Δεύτερου Παραρτήματος, αναφέροντας σε αυτήν ότι εντός δέκα
(10)ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης θα προχωρήσει στο διορισμό εκτιμητή: Νοείται ότι, ο ενυπόθηκος οφειλέτης ενημερώνει τον ενυπόθηκο δανειστή για την ταυτότητα του εκτιμητή που διόρισε πριν από τη λήξη της προθεσμίας των δέκα
(10)ημερών, ώστε ο ενυπόθηκος δανειστής να καταστεί δυνατό να διορίσει τον εκτιμητή του: Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν έχει προβεί στο διορισμό εκτιμητή εντός της καθορισμένης προθεσμίας, ο ενυπόθηκος δανειστής προχωρεί στο διορισμό δύο
(2)εκτιμητών για τον καθορισμό της αγοραίας αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, τα μέρη καταβάλλουν το κόστος υπηρεσιών του εκτιμητή, του οποίου έκαστος διορίζει.
(3)Οι εκτιμητές, με βάση τις διατάξεις του εδαφίου
(1), συντάσσουν τις εκθέσεις εκτίμησης ταυτόχρονα, ανεξάρτητα και χωρίς να διαβουλεύονται μεταξύ τους και χωρίς να ανακοινώνουν την εκτίμησή τους ο ένας στον άλλο ή σε τρίτο μέρος μέχρι την επίσημη παράδοσή τους˙ οι εκθέσεις παραδίδονται στον ενυπόθηκο δανειστή και στον ενυπόθηκο οφειλέτη, στον τόπο και στο χρόνο που καθορίζεται στην ειδοποίηση που αναφέρεται στο εδάφιο
(1), σε καμία όμως περίπτωση μετά από την πάροδο της χρονικής περιόδου των τριάντα
(30)ημερών από το διορισμό του εκτιμητή εκ μέρους του ενυπόθηκου δανειστή: Νοείται ότι, σε περίπτωση που οποιοσδήποτε από τους δύο
(2)εκτιμητές παραλείπει να παραδώσει εντός της προθεσμίας των τριάντα
(30)ημερών την έκθεση εκτίμησής του, τότε ο ενυπόθηκος δανειστής εντός δέκα
(10)ημερών από την ημερομηνία της παράλειψης ζητά από το Επιστημονικό και Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου το διορισμό ανεξάρτητου εκτιμητή, ο οποίος προβαίνει στην ετοιμασία ανεξάρτητης εκτίμησης εντός τριάντα
(30)ημερών από το διορισμό του, τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(4),
(5)και
(6).
(4)Σε περίπτωση που η ψηλότερη εκτίμηση με βάση τις εκθέσεις εκτίμησης που αναφέρονται στο εδάφιο
(3), είναι μικρότερη από τη χαμηλότερη εκτίμηση συν το είκοσι πέντε τοις εκατόν (25%) αυτής, τότε ως αγοραία αξία θεωρείται ο μέσος όρος των δύο
(2)εκτιμήσεων και η αγοραία αυτή αξία είναι τελική.
(5)Σε περίπτωση που η ψηλότερη εκτίμηση με βάση τις εκθέσεις εκτίμησης που αναφέρονται στο εδάφιο
(3), είναι ίση ή μεγαλύτερη από τη χαμηλότερη εκτίμηση συν το είκοσι πέντε τοις εκατόν (25%) αυτής, ο ενυπόθηκος δανειστής οφείλει εντός πέντε
(5)ημερών από την ημέρα παραλαβής των εκθέσεων εκτίμησης, να ζητήσει από το Επιστημονικό και Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου, το διορισμό τρίτου ανεξάρτητου εκτιμητή εντός δέκα
(10)ημερών, ο οποίος, εντός προθεσμίας τριάντα
(30)ημερών από το διορισμό αυτού ετοιμάζει ανεξάρτητη εκτίμηση του ενυπόθηκου ακινήτου και παραδίδει ταυτόχρονα πιστό αντίγραφο της έκθεσης εκτίμησής του στον ενυπόθηκο δανειστή, στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο.
(6)Σε περίπτωση διορισμού τρίτου ανεξάρτητου εκτιμητή, δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(5), ως αγοραία αξία του ενυπόθηκου ακινήτου θεωρείται, λαμβανομένων υπόψη και των εκτιμήσεων που έχουν ληφθεί δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(3), ο μέσος όρος των δύο πλησιέστερων εκτιμήσεων: Νοείται ότι, σε περίπτωση που οι τρεις
(3)εκτιμήσεις διαφέρουν μεταξύ τους ισομερώς, τότε ως αγοραία αξία θεωρείται ο μέσος όρος των τριών εκτιμήσεων.» Επειδή έγινε αναφορά και στο Νόμο 82(Ι)/2002, αναφέρω ότι ο Νόμος αυτός αντικατέστησε τον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πώλησης) Νόμο, Κεφ. 223, ο οποίος επιβάλλει στον Διευθυντή όπως καθορίζει την επιφυλαχθείσα τιμή. Το άρθρο 3
(1)του Νόμου 82(Ι)/2002 προνοεί: «3.-
(1)Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 6, ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός, σε κάθε πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας καθορίζει επιφυλασσόμενη τιμή. Εξουσία για τον καθορισμό επιφυλασσόμενης τιμής.
(2)Η επιφυλασσόμενη τιμή που καθορίζεται από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό αναγράφεται στις αγγελίες πώλησης και καμιά προσφορά για την ακίνητη ιδιοκτησία στην οποία αναφέρεται η επιφυλασσόμενη τιμή γίνεται αποδεκτή, εκτός αν είναι ίση ή ξεπερνά την τιμή αυτή.» Το άρθρο 5 προβλέπει τα εξής: «5.-
(1)Η εκτίμηση της αξίας της ακίνητης ιδιοκτησίας με βάση την οποία ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός καθορίζει την επιφυλασσόμενη τιμή, γίνεται εντός εύλογου χρόνου μετά από επιτόπια έρευνα, από υπάλληλο του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου που ορίζεται από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό για το σκοπό αυτό: Νοείται ότι για την ημέρα και ώρα της επιτόπιας έρευνας ειδοποιούνται με συστημένες επιστολές όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα: Νοείται περαιτέρω ότι για την καλύτερη επίτευξη του σκοπού και της ανάγκης της εκτίμησης τυγχάνουν εφαρμογής, τηρουμένων των αναλογιών, οι διατάξεις των άρθρων 78 και 79 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου.
(2)Για τον καθορισμό της επιφυλασσόμενης τιμής πώλησης, ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός δύναται να χρησιμοποιεί και τις υπηρεσίες εκτιμητών του ιδιωτικού τομέα, μελών του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου.
(3)Το Υπουργικό Συμβούλιο εγκρίνει, από καιρό σε καιρό, με γνωστοποίηση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, την αμοιβή των ιδιωτών εκτιμητών, η οποία θεωρείται έξοδο πώλησης και αφαιρείται από το προϊόν της πώλησης.» Σύμφωνα με διάλεξη του τέως Δικαστή Ι. Πογιατζή, η οποία καταγράφεται στην έκδοση του Συμβουλίου Νομικών Σπουδών, Τεύχος 2, 1988, σελίδες 256-262, υπό τον τίτλο CORPUS DE JURE CYPRII, η οποία όμως δεν καταγράφεται καθ' ολοκληρία αυτούσια, αλλά κάποια σημεία από αυτήν παραλείπονται, ενώ σε άλλα γίνεται κάποια αλλαγή, όπως π.χ. η αρίθμηση με γράμματα και η προσθήκη κάποιων αναφορών από νομολογία, αυτά τα οποία πρέπει να έχει υπόψη του κάποιος για το άρθρο 80 του Κεφ. 224 είναι τα ακόλουθα: «1. Έφεση χωρεί εναντίον οποιασδήποτε διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του Διευθυντή με μία βασική όμως προϋπόθεση ότι δηλαδή η διαταγή, ειδοποίηση ή απόφαση του Διευθυντή θα πρέπει απαραιτήτως να έχει διενεργηθεί, δοθεί ή ληφθεί δυνάμει των διατάξεων του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου, τώρα Κεφ. 224.» Έτσι π.χ. αν και ο Διευθυντής δυνάμει του Κεφ. 223, ο οποίος έχει αντικατασταθεί με το Νόμο 82(Ι)/2002, έχει, μεταξύ άλλων, εξουσία να καθορίζει την επιφυλαχθείσα τιμή (reserved price) ακίνητης ιδιοκτησίας, την οποία έχει διατάξει το Δικαστήριο ή της οποίας διενεργείται πώληση, βάσει των προνοιών του Κεφ. 6: «Παρά το γεγονός ότι και αυτή η απόφαση του Διευθυντή αφορά και επηρεάζει ιδιωτικά δικαιώματα, είναι αδύνατο να εφεσιβληθεί από οποιοδήποτε παραπονούμενο πρόσωπο δυνάμει του άρθρου 80 εφόσον δεν έχει ληφθεί δυνάμει των προνοιών του Νόμου, Κεφ. 224.» Επί αυτού του ζητήματος, δηλαδή της δικαιοδοσίας, παρεμβάλλω, σε αυτό το σημείο, για να αναφερθώ στην υπόθεση Μιχάλης Παύλου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 275, όπου είχε καταχωρηθεί αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο εναντίον απόφασης του Διευθυντή σε σχέση με επιφυλαχθείσα τιμή με βάση το Κεφ.
- Ο Εφεσείοντας πρόταξε ότι η επιφυλαχθείσα τιμή, που καθορίστηκε από το Διευθυντή, ήταν επαρκής. Ζήτησε με την αγωγή, και όχι με διαδικασία όπως η παρούσα, ότι η καθορισθείσα τιμή ήταν πάρα πολύ χαμηλή και ότι έπρεπε να αναθεωρηθεί, ως επίσης και ότι η διαδικασία εκποίησης, με δημόσιο πλειστηριασμό, του ακινήτου, έπασχε και επομένως έπρεπε να ακυρωθεί. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν υπήρχε δυνατότητα προσβολής της επιφυλαχθείσας τιμής και απέρριψε την αγωγή. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι όντως δεν παρείχετο από το Κεφ. 223 θεραπεία σε οποιοδήποτε πρόσωπο που θεωρεί ότι θίγονται τα συμφέροντα του από τις διαδικασίες που προβλέπονται σε αυτό συμπεριλαμβανομένου και τις καθορισθείσας επιφυλαχθείσας τιμής, όμως, σε εκείνη την υπόθεση, εκποίηση δεν είχε γίνει μόνο στη βάση του Κεφ. 223 αλλά και στη βάση του Ν.9/
- Με βάση δε το άρθρο 51 του τελευταίου νόμου που προβλέπει ότι μπορεί να επιδιωχθεί μια τέτοια θεραπεία με έφεση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου και εκεί, επειδή δεν είχε ασκήσει τέτοια έφεση, αλλά είχε ασκήσει αγωγή, κρίθηκε ότι ορθά απορρίφθηκε. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Είναι γεγονός ότι στο Νόμο Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεων), Κεφ. 223, δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε πρόνοια που παρέχει θεραπεία σε ένα ενδιαφερόμενο πρόσωπο που θεωρεί ότι θίγονται τα συμφέροντα του από τις διαδικασίες που προβλέπονται σε αυτό, περιλαμβανομένης και της εξουσίας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού να ορίζει επιφυλασσόμενη τιμή για υπό εκποίηση ακίνητη ιδιοκτησία. Αυτό όμως που διέλαθε της προσοχής του εκδικάσαντος Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου, και των διαδίκων μέχρι της συζήτησης της παρούσας έφεσης, οπόταν και το υπέδειξε ο κ. Παναγιώτου, δικηγόρος του εφεσίβλητου 5, είναι ότι η διαδικασία εκποίησης της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας δεν έγινε βάσει των προνοιών του Κεφ. 223 μόνο, αλλά και αυτών του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 1965 (9/65) και κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου στην αγωγή 1823/82 υπέρ της εφεσίβλητης
- ............................... Το άρθρο 51 του νόμου 9/65 παρέχει δικαιοδοσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο να εξετάζει κατ' έφεση οποιαδήποτε διαταγή, γνωστοποίηση ή απόφαση του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού που παίρνει σύμφωνα με τις πρόνοιες του νόμου αυτού.» Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, προκύπτει ότι, σε διαδικασίες πώλησης, που διεξάγονται σύμφωνα με το Ν.9/1965, το άρθρο 51
(1)παρέχει την ευχέρεια σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος να εφεσιβάλει την επιφυλαχθείσα τιμή που θα καθορίσει ο Διευθυντής δυνάμει του Ν.82(Ι)/02. Στην υπόθεση Lombard Natwest Bank Limited v. Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λάρνακας κ.ά
(2002)1 ΑΑΔ 1990, όπου η διαδικασία της αναγκαστικής πώλησης έγινε με βάση το Κεφ. 223 και στη βάση Δικαστικού εντάλματος πώλησης που κρίθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφ. 6, ήταν αντίθετη η κατάληξη του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταλήγοντας ότι δεν παρείχετο η ευχέρεια έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο για αναγκαστική πώληση ακινήτου μετά από έκδοση εντάλματος πώλησης. Κρίθηκε, δηλαδή, ότι ούτε το άρθρο 51
(1)του Ν.9/1965 ούτε το άρθρο 80 του Κεφ. 224 είχαν εφαρμογή. Καταγράφεται σχετικό απόσπασμα. «Από τη διατύπωση τόσο του άρθρου 80 του Κεφ.224 όσο και του άρθρου 51
(1)του Ν.9/65 είναι σαφές ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την υποβολή έφεσης/αίτησης στο Δικαστήριο εναντίον οιασδήποτε διαταγής, γνωστοποιήσεως ή αποφάσεως του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι ότι αυτή θα πρέπει να έχει εκδοθεί, δοθεί ή ληφθεί είτε δυνάμει των διατάξεων του Κεφ.224 είτε δυνάμει των διατάξεων του Ν.9/65. Αυτό υποδηλοί η φράση «δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου» στο άρθρο 80 του Κεφ.224 και η φράση «δυνάμει του παρόντος Νόμου» στο άρθρο 51
(1)του Ν.9/65. (Βλ. Παύλου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1981)1 Α.Α.Δ. 275 επ.). Στην προκείμενη περίπτωση, ο Διευθυντής του Κτηματολογίου δεν έλαβε οποιαδήποτε απόφαση είτε δυνάμει του Κεφ.224 είτε δυνάμει του Ν.9/65· και τούτο διότι το μεν άρθρο 80 του Κεφ.224 δεν αφορά αποφάσεις σε διαδικασία αναγκαστικής πώλησης, εφόσον τέτοια διαδικασία δεν προβλέπεται στο Κεφ.224, το δε άρθρο 51
(1)του Ν.9/65 αφορά μόνο αποφάσεις σε διαδικασία αναγκαστικής πώλησης η οποία προβλέπεται ρητά στο Ν.9/65και όχι άλλες διαδικασίες αναγκαστικής πώλησης, όπως είναι η διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 ή δυνάμει των διατάξεων του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεων) Νόμου, Κεφ.
- Η προκείμενη περίπτωση αφορούσε αναγκαστική πώληση δυνάμει δικαστικού εντάλματος πώλησης (writ of sale) στην υπ' αριθμό 2407/95 αγωγή της εφεσείουσας εναντίον της εφεσίβλητης
- Ήταν, δηλαδή, διαδικασία αναγκαστικής πώλησης δυνάμει των διατάξεων του Κεφ.
- Επομένως, το Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί κατ' έφεση είτε στα πλαίσια του άρθρου 80 του Κεφ.224 είτε στα πλαίσια του άρθρου 51
(1)του Ν.9/65.» «
- Προϋπόθεση για την ύπαρξη δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου να ελέγξει και να επικυρώσει ή ακυρώσει οποιαδήποτε διαταγή, ειδοποίηση ή απόφαση του Διευθυντή, αποτελεί η καταχώρηση από το παραπονούμενο πρόσωπο της έφεσης που προνοεί το άρθρο
- Κανένα Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί οποιασδήποτε αγωγής ή άλλης διαδικασίας αναφορικά με οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο ο Διευθυντής έχει εξουσία να ενεργεί δυνάμει των διατάξεων του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου.
- Δικαίωμα εφέσεως έχει κάθε πρόσωπο που έχει παράπονο (any person aggrieved). Εις την υπόθεση Πεγιώτη ν. Πολεμίτη (supra) ο Δικαστής Στυλιανίδης υιοθέτησε την άποψη ότι η λέξη «aggrieved» (παραπονούμενο πρόσωπο) δεν είναι συνώνυμη με τη λέξη «dissatisfied» (δυσαρεστημένο πρόσωπο) αλλά ενέχει το στοιχείο του νομικού παραπόνου (legal grievance) όπως π.χ. στέρηση από κάτι ή δυσμενή επηρεασμό του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Υιοθέτησε επίσης την άποψη ότι η φράση «person aggrieved» (παραπονούμενο πρόσωπο) δεν πρέπει να ερμηνεύεται στενά ή περιοριστικά. Είπε ακόμα ο Δικαστής Στυλιανίδης ότι η έννοια του όρου «παραπονούμενο πρόσωπο» δεν καθορίζεται στο Νόμο και δεν επιδέχεται ακριβή ορισμό, έχει όμως την ίδια έννοια με εκείνη του προσώπου που έχει έννομο συμφέρο στη σφαίρα του Δημόσιου Διοικητικού Δικαίου.
- Η έφεση πρέπει να καταχωρηθεί εντός 30 ημερών από της ημερομηνίας της κοινοποίησης της διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης. Η προθεσμία αυτή είναι δυνατό να παραταθεί από το Δικαστήριο εάν ικανοποιηθεί ότι ένεκα απουσίας από τη Δημοκρατία, ασθένειας ή άλλης εύλογης αιτίας το παραπονούμενο πρόσωπο εμποδίζετο να υποβάλει έγκαιρα την έφεση του. Για να εξασφαλίσει την παράταση το παραπονούμενο πρόσωπο υποβάλλει γραπτήν αίτηση διά κλήσεως, και όχι ex-parte, όπως ρητά προνοεί ο Κανονισμός αρ. 5 των περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών του
- Σχετική επίσης επί του προκειμένου είναι η απόφαση του υποφαινόμενου στην υπόθεση Δέσποινας Κυριάκου Χαραλάμπους ν. Χρυσταλλούς Σάββα
(1975)10 J.S.C. 1555.» «5. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 5
(1)η διαδικασία αρχίζει: (α) Με την καταχώρηση της έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο. (β) Η έφεση έχει τη μορφή αίτησης διά κλήσεως στο πρότυπο της φόρμας αρ. 2 που παρατίθεται στο παράρτημα των Κανονισμών. (γ) Η έφεση συνοδεύεται με μία ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις αναφορικά με τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η έφεση. (δ) Όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα πρέπει απαραιτήτως να προστεθούν σαν διάδικοι στην έφεση. (ε) Ο Διευθυντής δεν είναι ενδιαφερόμενο πρόσωπο και δεν πρέπει να εμφανίζεται σαν διάδικος εκτός στις περιπτώσεις που η υπό έφεση απόφαση λήφθηκε από τον Διευθυντή δυνάμει των προνοιών των άρθρων 42, 44, 60, 61, 70, 71 και 72 ή εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει να προστεθεί σαν διάδικος. (στ) Αντίγραφο όμως της έφεσης/αίτησης επιδίδεται πάντοτε στον Διευθυντή. Σχετικές είναι οι παράγραφοι
(2)και
(3)του Κανονισμού 5. (ζ) Οποιοδήποτε παραπονούμενο πρόσωπο που πληροφορεί τον Διευθυντή ότι σκοπεύει να καταχωρήσει έφεση εναντίον της απόφασης του δικαιούται να απαιτήσει και να λάβει από τον Διευθυντή γραπτό δικαιολογητικό (statement of his reasons) της απόφασης του, το οποίο ο εφεσείων καταχωρεί στο Πρωτοκολλητείο μαζί με την έφεση του. Εάν το παραπονούμενο μέρος δεν ασκήσει το δικαίωμα του να εφοδιασθεί με αντίγραφο του δικαιολογητικού της απόφασης, έχει καθήκο ο Διευθυντής να καταχωρήσει ο ίδιος στο Πρωτοκολλητείο τέτοιο δικαιολογητικό εντός 14 ημερών από της ημέρας επίδοσης σ' αυτόν αντιγράφου της έφεσης/αίτησης, μαζί με δύο αντίγραφα για κάθε διάδικο σ' αυτήν. Σχετικές πρόνοιες περιέχονται στις παραγράφους
(1),
(2)και
(3)του Κανονισμού αρ.
- (η) Στην έφεση πρέπει απαραιτήτως να αναφέρονται οι λόγοι της έφεσης και στην ακρόαση της έφεσης ο εφεσείων μπορεί μόνο να στηριχθεί πάνω στους λόγους που ρητά αναφέρονται στην έφεση, εκτός βεβαίως στις περιπτώσεις που το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας επιτρέψει επιχειρηματολογία πάνω σε επιπρόσθετους λόγους. Σχετικός είναι ο Κανονισμός αρ.
- (θ) Η ημερομηνία ακρόασης της έφεσης ορίζεται από το Πρωτοκολλητείο κατά την καταχώρηση και αναφέρεται πάνω στην έφεση, δεν μπορεί δε να είναι λιγότερο από 21 μέρες από της ημέρας καταχωρήσεως. (ι) Οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος επιθυμεί να ενστεί στην έφεση πρέπει να καταχωρήσει, μέσα σε χρόνο μικρότερο των 14 ημερών από την ημέρα που του επιδόθηκε, ειδοποίηση ενστάσεως (notice of intention to oppose) που είναι σύμφωνη με το πρότυπο της φόρμας 3 που περιέχεται στο Παράρτημα των Κανονισμών και να επιδώσει αντίγραφο της στον εφεσείοντα αιτητή. Στην ειδοποίηση αυτή πρέπει απαραιτήτως να αναφέρονται το άρθρο του Νόμου ή/ και ο συγκεκριμένος Κανονισμός πάνω στον οποίο βασίζεται η ένσταση. Εάν η ένσταση στηρίζεται πάνω σε γεγονότα που δεν είναι εμφανή από την μέχρι της στιγμής εκείνης διαδικασία, τα γεγονότα αυτά πρέπει να συμπεριληφθούν σε μία ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις που θα συνοδεύουν την ειδοποίηση ενστάσεως και θα επιδοθούν στον εφεσείοντα-αιτητή ταυτόχρονα με την ειδοποίηση. Σχετικοί με τα θέματα αυτά είναι ο Κανονισμός αρ. 9 και οι παράγραφοι
(1)και
(2)του Κανονισμού αρ. 10. (ια) Ο Κανονισμός 10
(3), ως τροποποιήθηκε στις 22/11/2006, έχει ως ακολούθως: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.» Η ακροαματική διαδικασία, σύμφωνα με τον Κανονισμό 10
(3), διεξάγεται με τον ίδιο τρόπο που διεξάγεται η ακρόαση αιτήσεων διά κλήσεως. Αναφορικά με τα γεγονότα που ισχυρίζονται οι δύο πλευρές, η κάθε μια πλευρά πρέπει να αποδείξει τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται, στο βαθμό που, με τα συνηθισμένα κριτήρια, το βάρος της αποδείξεως βρίσκεται πάνω της. (ιβ) Εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου χωρεί έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο που πρέπει να καταχωρηθεί μέσα σε 14 μέρες από της έκδοσης της απόφασης. (ιγ) Το Επαρχιακό Δικαστήριο, στην άσκηση της κατ' έφεση δικαιοδοσίας του, επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Διευθυντή και στη μορφή του διατάγματος το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει. Αφετερία για την ορθή προσέγγιση του θέματος αυτού είναι το γεγονός ότι ο Νομοθέτης έχει κατά πρώτο λόγο εμπιστευθεί τη λήψη της επίδικης απόφασης στον Διευθυντή και όχι στο Δικαστήριο και ότι η επίδικη απόφαση είναι το αποτέλεσμα άσκησης πλατειάς διακριτικής εξουσίας που ο Διευθυντής έχει πάνω σε καθορισμένα θέματα δυνάμει ρητών διατάξεων του Νόμου (βλ. υποθέσεις Γεωργίου Καφιέρον ν. Ανδρούλλας Θεοχάρους
(1978)1 C.L.R. 619, Ανδριανής Ιωάννου ν. Μαρίας Πέτρου, Πεγιώτη ν. Πολεμίτη και Δέσποινας Χαραλάμπους ν. Χρυστάλλας Σάββα). Βαρύ είναι το έργο που θα πρέπει να επιτελέσει εκείνος που αμφισβητεί την απόφαση του Διευθυντή και ότι στην κατ' έφεση δικαιοδοσία τους, κατά κανόνα, τα Δικαστήρια δεν επεμβαίνουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Διευθυντή εκτός εάν αποδειχθούν ουσιαστικοί λόγοι που να δικαιολογούν την επέμβαση. (ιδ) Λόγοι που όταν αποδειχθούν, δικαιολογούν και επιβάλλουν την επέμβαση του δικαστηρίου, από τη νομολογία διαφαίνεται, θα έλεγα, ως γενική διατύπωση, ότι θα επέμβει εάν αποδειχθεί η ύπαρξη κάποιου λόγου ένεκα του οποίου το Ανώτατο Δικαστήριο στην αναθεωρητική του δικαιοδοσία σαν Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146
(1)του Συντάγματος, έχει ακυρώσει διοικητική πράξη εκτελεστικού οργάνου της Δημοκρατίας κατόπι προσφυγής από πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρο: Ανάλυση του θέματος αυτού γίνεται στην υπόθεση Δέσποινας Χαραλάμπους ν. Χρυστάλλας Σάββα. Έτσι π.χ. στην υπόθεση Χ'' Φεσά τονίστηκε ότι η μη συμμόρφωση του Διευθυντή προς τις διατάξεις των Κανονισμών που καθορίζουν ορισμένη διαδικασία στο στάδιο της έρευνας που διεξάγει, αποτελεί λόγο ακύρωσης της απόφασης του. Φαίνεται ότι οποιαδήποτε παράβαση από τον Διευθυντή οποιουδήποτε Κανονισμού που καθορίζει την ακολουθητέα διαδικασία μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση της απόφασής του. Στην υπόθεση Πεγιώτη ν. Πολεμίτη, το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση του Διευθυντή που αφορούσε παραχώρηση διόδου στον εφεσίβλητο μέσω του ακινήτου του εφεσείοντα, επειδή ο Διευθυντής, κάτω από πλάνη αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, δεν παραχώρησε τη διαζευκτική δίοδο που είχε προταθεί και που ήταν συντομότερη. Πλάνη ως προς τα πραγματικά γεγονότα όπως και παράλειψη διεξαγωγής πλήρους έρευνας αναφορικά με όλα τα σχετικά γεγονότα αποτελούν ασφαλώς λόγους ακύρωσης είτε διοικητικής πράξης από το Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 146
(1)του Συντάγματος είτε απόφασης του Διευθυντή από το Επαρχιακό Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 80 του Νόμου, τώρα Κεφ. 224. Πλάνη αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα περιλαμβάνει την περίπτωση που ο διευθυντής είτε λαμβάνει υπόψη του γεγονότα ή παράγοντες που δεν έπρεπε να λάβει, είτε παραλείπει για οποιοδήποτε λόγο να λάβει υπόψη του γεγονότα ή παράγοντες που έπρεπε να είχε λάβει. Το ίδιο συμβαίνει εάν αποδειχθεί υπέρβαση εξουσίας (ίδε π.χ. υπόθεση Ιωάννου ν. Πέτρου ή πλάνη αναφορικά με την ερμηνεία των διατάξεων του Νόμου ή των Κανονισμών. Υπέρβαση εξουσίας συμπεριλαμβάνει την έλλειψη δικαιοδοσίας και την περίπτωση που για τη λήψη της ορθής απόφασης παρίσταται ανάγκη να ακουσθεί μαρτυρία από τον Διευθυντή ο οποίος ουδέποτε έχει εξουσία να ακούει και να αξιολογεί μαρτυρία πάνω σε αμφισβητούμενα γεγονότα. Ανάμεσα στους λόγους που επηρεάζουν την νομιμότητα της απόφασης του Διευθυντή και οδηγούν στην ακύρωση της από τα Δικαστήρια συγκαταλέγονται επίσης η παράλειψη του Διευθυντή να συμμορφωθεί με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης, η περίπτωση στην οποία ο Διευθυντής λαμβάνει υπόψη του στη λήψη της απόφασης του γεγονότα η αλήθεια των οποίων δεν αποδεικνύεται με μαρτυρία που είναι αποδεκτή (admissible evidence) σύμφωνα με τους συνήθεις κανόνες περί αποδείξεως, όπως και η περίπτωση που η απόφαση του Διευθυντή είναι φανερά άδικη (manifestly unjust). Οι τρεις τελευταίοι λόγοι αναφέρονται στην υπόθεση Ιωάννου ν. Πέτρου. Θα πρέπει τέλος να έχετε υπόψη σας την υπόθεση Χριστίνας Μιχαήλ Χ'' Σάββα και άλλων ν. Απόστολου Θωμά Λοΐζου
(1982)1 C.L.R. στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο διά στόματος του Δικαστή Σαββίδη θεώρησε μοιραία την παράλειψη του αποκτώντος μέρους που ήταν ιδιοκτήτης μόνο κατά 2/3 μερίδια του δεσπόζοντος ακινήτου, να ενώσει τον συνιδιοκτήτη του σαν ενδιαφερόμενο μέρος στη διαδικασία ενώπιο του Διευθυντή και στην έφεση ενώπιο του Δικαστηρίου, και στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση του Διευθυντή για τον μοναδικό αυτό λόγο. Η έκταση των εξουσιών του Επαρχιακού Δικαστηρίου στην κατ' έφεση δικαιοδοσία του αναφορικά με τη μορφή που είναι δυνατό να λάβει η επέμβαση του Δικαστηρίου στην απόφαση του Διευθυντή εκεί που έχουν αποδειχθεί αρκετοί λόγοι για μια τέτοια επέμβαση. Το άρθρο 80 που ρητά προνοεί ότι το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα θεωρεί δίκαιο, έχει ερμηνευθεί με τρόπο που παρέχει το δικαίωμα στο Δικαστήριο αυτό όχι μόνο να ακυρώσει την απόφαση του Διευθυντή αλλά να την αντικαταστήσει με δική του απόφαση θέτοντας έτσι τέλος στη διαφορά των διαδίκων. Δεν πρέπει όμως να εκληφθεί ότι το Δικαστήριο έχει και υποχρέωση να προβεί το ίδιο στην λήψη νέας απόφασης σε αντικατάσταση της απόφασης του Διευθυντή. Η επιπρόσθετη αυτή εξουσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου στην κατ' έφεση δικαιοδοσία του δυνάμει του άρθρου 80 έχει αναγνωρισθεί στις υποθέσεις Καφιέρου ν. Θεοχάρους, Ανδριανής Ιωάννου ν. Μαρίας Πέτρου και Πεγιώτη ν. Πολεμίτη. Τα Δικαστήρια αρνούνται βέβαια να αντικαταστήσουν με δική τους απόφαση την απόφαση του Διευθυντή που ακυρώνουν, εάν από μια τέτοια δική τους απόφαση θα επηρεασθούν δικαιώματα προσώπων που δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να ακουσθούν στο χρόνο και με τον τρόπο που προνοούν σχετικές διατάξεις του Νόμου ή Κανονισμών. Το Δικαστήριο θα περιορισθεί επίσης στην ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή και στην παραπομπή του θέματος για επανεξέταση και λήψη από τον Διευθυντή νέας απόφασης εάν, όπως συνέβη στην υπόθεση Πεγιώτη ν. Πολεμίτη, φανεί από την ενώπιο του διαδικασία ότι οι περιστάσεις που ίσχυαν όταν λήφθηκε η ακυρωθείσα απόφαση έχουν έκτοτε ουσιαστικά αλλάξει και επιβάλλεται, επομένως, η πραγματοποίηση νέας επιτόπιας εξέτασης και έρευνας.» Αρχίζοντας με την εξέταση των λόγων αίτησης, προβαίνω στις εξής διαπιστώσεις: 1. Όσον αφορά το λόγο 1 της αίτησης, ότι η Αιτήτρια δεν ήταν υπερήμερη για περίοδο άνω των 120 ημερών, αρκεί κάποιος να αποταθεί στην ίδια την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, που συνοδεύει την αίτηση, και δη στην παράγραφο 5, όπου παραδέχεται ότι ο πρώην σύζυγός της σπατάλησε τα χρήματα του δανείου σε προσωπικές του απασχολήσεις και έπαψε να πληρώνει τις υποχρεώσεις του. Επίσης, στη σελίδα 2, του Τεκμηρίου 5, αναφέρεται στις επιστολές που στάληκαν, από την Καθ' ης η Αίτηση 2, προς τον πρωτοφειλέτη και την εγγυήτρια. Επομένως ο λόγος αυτός δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. 2. Όσον αφορά το λόγο 2 της αίτησης, ότι δεν έλαβε την εκ του Νόμου προβλεπόμενη κατά τύπο ορθή ειδοποίηση από την Καθ' ης η Αίτηση 2, όπως προνοείται στο άρθρο 37
(1)του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 (Ν.9/1965) και ουδέποτε ενημερώθηκε επαρκώς, καταδεικνύεται από την ένορκη δήλωση της επίδοσης, που αποτελεί το Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση 2, ότι τούτο δεν ευσταθεί. Το γεγονός ότι στην ίδια διεύθυνση, αλλά σε διαφορετικό αριθμό, επιδόθηκε τούτο, στον αδελφό της Αντρέα Αντωνίου, ο οποίος είναι ενήλικας και συγκάτοικος, και δεν υπάρχει αντίθετη μαρτυρία επί τούτου, δεν παίζει κανένα ρόλο. Άλλωστε, διαφάνηκε, από το γεγονός ότι η Αιτήτρια καταχώρησε την 30η ημέρα που δικαιούτο την έφεση-αίτηση, ότι έλαβε γνώση από αυτό το πρόσωπο. Μπορεί κάποιος δε, όσον αφορά σε ποιόν μπορεί να γίνει η επίδοση, να αποταθεί στη Δ.5 θ.2
(1)(i) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, και δεν με βρίσκει, βεβαίως, σύμφωνο ότι θα έπρεπε να γίνει προσωπικά η επίδοση στην Αιτήτρια. Έπεται ότι απορρίπτεται αυτός ο λόγος αίτησης. 3. Σε σχέση με το λόγο 3 της αίτησης, ότι δεν έλαβε ειδοποίηση και κατάσταση λογαριασμού, με βάση το άρθρο 37
(1)του Ν.9/1965, καταδεικνύεται ότι μαζί με το Τεκμήριο 2 που επισυνάπτεται με την ένσταση, επισυνάπτεται κατάσταση λογαριασμού που έγινε με βάση το άρθρο 37
(1). Ως εκ τούτου απορρίπτεται και αυτός ο λόγος αίτησης.
- Ούτε βεβαίως ευσταθεί ο λόγος 4 της αίτησης, αφού, όπως φαίνεται από τα παραρτήματα της ένστασης του Καθ' ου η Αίτηση 1, η διαδικασία έγινε ακριβώς όπως προβλέπεται στα άρθρα αυτά. Άρα πίπτει και αυτός ο λόγος αίτησης.
- Όσον αφορά το λόγο 5 της αίτησης, πρέπει να αναφερθεί ότι καταγράφεται το ποσό με βάση το οποίο έγινε η υποθήκη, όπως και το ποσό που οφείλεται, όπως αναφέρεται στην κατάσταση λογαριασμού, ενώ σε σχέση με την επιφυλασσόμενη τιμή αυτό θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο ως οι πρόνοιες του Ν.81(Ι)/
- Ούτε βέβαια ευσταθεί ο λόγος 6 της αίτησης, αφού αυτό έγινε από το Διευθυντή και τον πληροφορούσε για την απόφασή του να διατάξει την πώληση σε ημερομηνία μεγαλύτερη των 30 ημερών, η οποία επισυνάπτεται ως παράρτημα 4Α, που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση της ένστασης του Καθ' ου η Αίτηση
- Τοιουτοτρόπως απορρίπτεται και αυτός ο λόγος αίτησης.
- Όσον αφορά το λόγο 7 της αίτησης, ήδη έχει γίνει αναφορά και βεβαίως απορρίπτεται.
- Όσον αφορά το λόγο 8 της αίτησης, ότι χρειάζεται να λεχθεί, είναι ότι δεν χρειάζεται να αναφερθεί η επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης σε αυτό το στάδιο. Έτσι απορρίπτεται και αυτός ο λόγος αίτησης.
- Όσον αφορά το λόγο 9 της αίτησης, δεν έχει καμιά σημασία ότι είναι η πρώτη και η μόνη κατοικία της Αιτήτριας, αφού αυτή γίνεται με βάση το Ν.9/1965 και όχι με βάση το Κεφ.
- Συνεπώς δεν μπορεί να επιτύχει ούτε αυτός ο λόγος αίτησης.
- Όσον αφορά το λόγο 10 της αίτησης, να αναφερθεί ότι, ούτε ο Διευθυντής είχε, ούτε το Δικαστήριο έχει εξουσία να εξετάσει θέματα ουσίας, όπως είναι αυτό. Άρα αποτυγχάνει και αυτός ο λόγος αίτησης.
- Για τον ίδιο λόγο δεν ευσταθεί και ο λόγος 11 της αίτησης.
- Ούτε και ο λόγος 12 της αίτησης ευσταθεί, όπως θα αναφέρω κατωτέρω, όταν θα συνοψίζω τις διαπιστώσεις μου και θα αναφέρω ειδικά τι έχει προκύψει από την ενώπιόν μου μαρτυρία. Επομένως απορρίπτεται ο λόγος 12 της αίτησης.
- Ούτε και ο λόγος 13 της αίτησης μπορεί να βρει θετική ανταπόκριση, αφού δεν προβλέπεται στο Νόμο και τους Κανονισμούς, ούτε έχει καμιά υποχρέωση ο Διευθυντής να καλέσει, για να ακούσει την άποψη του ενυπόθηκου οφειλέτη. Ως εκ τούτου απορρίπτεται ο λόγος αυτός της αίτησης.
- Ούτε ο λόγος 14 της αίτησης έχει προοπτική επιτυχίας, για τους ίδιους λόγους που ανάφερα προηγουμένως και απορρίπτεται
- Ούτε ο λόγος 15 της αίτησης ευσταθεί, γιατί ο Διευθυντής δεν έχει καμιά υποχρέωση από το Νόμο ή οποιοδήποτε Κανονισμό να ενημερώσει την Αιτήτρια για τις θεραπείες που μπορεί να λάβει κατά της απόφασής του. Συνεπώς απορρίπτεται και αυτός ο λόγος αίτησης.
- Ούτε βεβαίως ο λόγος 16 της αίτησης μπορεί να τύχει θετικής κατάληξης, αφού εκείνο που χρειάζεται να πράξει ο Διευθυντής είναι να τηρήσει τα όσα αναφέρονται στα σχετικά, πιο πάνω, άρθρα, για την πώληση ενυπόθηκου δανείου με βάση το Ν.9/
- Απορρίπτεται και αυτός ο λόγος αίτησης.
- Ούτε βεβαίως ευσταθεί ο λόγος 17 της αίτησης και απορρίπτεται.
- Σε ότι σχετίζεται με το λόγο 18 της αίτησης, δεν φαίνεται πουθενά ότι ο Διευθυντής επλανήθη ως προς τα πραγματικά γεγονότα, αφού τα γεγονότα, όπως καταγράφονται στις ένορκες δηλώσεις, είναι αυτά που έλαβε υπόψη του με βάση τα άρθρα του Ν.9/1965, που ήδη έχουν αναφερθεί. Κατά συνέπεια απορρίπτεται και αυτός ο λόγος αίτησης.
- Σε σχέση με το λόγο 19 της αίτησης, εκείνο το οποίο ο Διευθυντής είχε να πράξει, ήταν να διαπιστώσει κατά πόσο αποστάληκε η σχετική ειδοποίηση από τον ενυπόθηκο δανειστή στον ενυπόθηκο οφειλέτη σύμφωνα με το σχετικό άρθρου του Ν.9/1965 και να ακολουθήσει τη σχετική διαδικασία για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Έπεται ότι απορρίπτεται και αυτός ο λόγος αίτησης.
- Ούτε βεβαίως ευσταθεί ο λόγος 20 της αίτησης, διότι εκείνο το οποίο χρειάζεται ο Διευθυντής να πράξει είναι να ακολουθήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα του Ν.9/1965 που αναφέρονται ανωτέρω. Ως εκ τούτου απορρίπτεται και αυτός ο λόγος αίτησης.
- Τέλος, ούτε ο λόγος 21 της αίτησης ευσταθεί και απορρίπτεται, αφού ο Διευθυντής ακολούθησε τα όσα προβλέπονται από το σχετικό Νόμο και τους σχετικούς Κανονισμούς. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, και δη τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την εξέταση της νομιμότητας και ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή με βάση τα σχετικά άρθρα που καταγράφονται ανωτέρω, και τα όσα περιλαμβάνονται στην αίτηση και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και τα επισυναπτόμενα με αυτή τεκμήρια, καθώς και από την άλλη τους λόγους των ενστάσεων και των ενόρκων δηλώσεων που τη συνοδεύουν και τα επισυναπτόμενα με αυτές τεκμήρια, όπως επίσης και τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με τις ενδιαφέρουσες αγορεύσεις των δικηγόρων και κατόπιν ενδελεχούς μελέτης του μαρτυρικού υλικού που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτουν τα ακόλουθα: (α) Η Καθ΄ ης η αίτηση 2 είναι ενυπόθηκος δανειστής του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/7963, με έκταση 2 δεκάρια και 7 τ.μ., 1/6 μερίδιο, στην τοποθεσία Καραμμίτης, στην Αλάμπρα της επαρχίας Λευκωσίας, είδος ακινήτου αμπέλι όπου υπάρχουν κτίρια που δεν αναφέρονται, δυνάμει σύμβασης υποθήκης Υ2422/06 του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας ημερομηνίας 24/02/
- Την αναφερθείσα υποθήκη την παραχώρησε η Αιτήτρια προς όφελος της Καθ΄ ης η Αίτηση 2, ως εξασφάλιση για δάνεια αυτής προς τον Παναγιώτη Παπαδόπουλο, ήτοι το δάνειο με αριθμό λογαριασμού 7100507-0 δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 24/02/
- (β) Η Καθ΄ ης η Αίτηση 2 απέστειλε επιστολές που αναφέρονται στη σελίδα 2 του Τεκμηρίου 5, ημερομηνίας 31/07/2012, 16/05/2012, τόσο στον πρωτοφειλέτη όσο και στην Αιτήτρια και ημερομηνίας 12/03/2012 και 20/04/2012 στον πρωτοφειλέτη, όπως άλλωστε είναι και η παραδοχή της Αιτήτριας στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, ότι ο πρωτοφειλέτης έπαψε να πληρώνει τις υποχρεώσεις του και ως εκ τούτου κατέστη υπερήμερος. Τούτο, άλλωστε, καταδεικνύεται και από το Τεκμήριο 1 που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση 2 και ως εκ τούτου καταδεικνύεται, από τη μέρα που έχουμε αναφέρει προηγουμένως μέχρι την ημερομηνία που εστάληκε το Τεκμήριο 1, 08/12/2014, ότι πέρασε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από τις 120 μέρες. (γ) Στη συνέχεια, σε περίοδο μεγαλύτερη των 30 ημερών από τη μέρα που το χρέος κατέστη απαιτητό, η Καθ΄ ης η Αίτηση 2 επέδωσε, μέσω ιδιώτη επιδότη, στην Αιτήτρια, την ειδοποίηση που προβλέπει το άρθρο 37
(1)του Ν.9/1965, Τεκμήριο 1 στην ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση 2 ημερομηνίας 12/12/2014. Με την πιο πάνω ειδοποίηση επισυνάπτεται κατάσταση λογαριασμού σύμφωνα με την οποία το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό ανέρχεται στο ποσό των €79.558,76 με τόκο 8% ετησίως από 01/01/2014 μέχρι εξόφλησης του τόκου κεφαλαιοποιούμενου την 30/06 και 31/12 εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης, πάνω στην ασφάλεια της υποθήκης με αρ. Υ422/06 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας και ημερομηνία 24/02/2006, η οποία εξασφαλίζει το ποσό των €85.430,07 πλέον τόκους πάνω σε αυτό 5,25% ετησίως, κυμαινόμενο από την 24/02/2006 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30/06 και 31/12 κάθε έτους μέχρι εξόφλησης. Στην ειδοποίηση αναφέρεται επίσης ότι αν δεν καταβληθεί ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό μαζί με τους τόκους και τα έξοδα μέσα σε ένα μήνα από την επίδοση της ειδοποίησης, θα υποβάλλετο αίτηση στο Διευθυντή σύμφωνα με το άρθρο 37 του Ν.9/1965 και θα ζητούσε την πώληση του ακινήτου για την πληρωμή του ενυπόθηκου χρέους. Η σχετική ειδοποίηση φέρει ημερομηνία 08/12/2014, παραρτήματα 3, 3Α και 3Β. (δ) Επειδή, κατά τους ισχυρισμούς της Καθ΄ ης η αίτηση 2, η Αιτήτρια δεν συμμορφώθηκε με την πιο πάνω ειδοποίηση, εντός της προνοούμενης προθεσμίας του ενός μηνός, η Καθ΄ ης η Αίτηση 2, στις 19/01/2015 υπέβαλε την αίτηση ΑΝΠ 6/15, (Παράρτημα 2 στην ένσταση) στον Διευθυντή, σύμφωνα με τον τύπο που προβλέπεται στο άρθρο 38
(2), η οποία βασιζόταν στην απαίτηση του δανείου 7100507-0, δυνάμει του άρθρου 37
(2)του Ν.9/1965, για πώληση του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου, η οποία συνοδευόταν από ένορκη δήλωση με την οποία επισυνάπτεται η ειδοποίηση, η ένορκη δήλωση επίδοσης της ειδοποίησης και επίσης παρατίθενται στοιχεία για το ενυπόθηκο χρέος, ήτοι κατάσταση λογαριασμού, για τον ισχυρισμό υπολοίπων οφειλόμενων ποσών, η δήλωση υποθήκης και αντίγραφο πιστοποιητικού εγγραφής του ενυπόθηκου ακινήτου, όπως φαίνονται στην ένορκη δήλωση της ένστασης του Καθ' ου η Αίτηση 1. (ε) Επειδή η Καθ΄ ης η Αίτηση 2 είναι ενυπόθηκος δανειστής, ο Διευθυντής απέστειλε στις 31/03/2015 στην Καθ΄ ης η Αίτηση 2 ειδοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 37
(3)του Ν.9/1965, με την οποία την ειδοποιούσε για την απόφαση του να προχωρήσει με δημοπρασία για το ακίνητο, όπως φαίνεται από το τεκμήριο που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση 1 (παράρτημα 4). (στ) Στις 31/03/2015, που φαίνεται από το παράρτημα 4Α, που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση 1, ο Διευθυντής εξέδωσε και απέστειλε στην Αιτήτρια και στην Καθ΄ ης η Αίτηση 2 τη γνωστοποίηση δυνάμει του άρθρου 40
(2)(α) του Ν.9/1965, με την οποία τους πληροφορούσε για την απόφασή του να διατάξει, σε ημερομηνία μεγαλύτερη των 30 ημερών, που θα όριζε αργότερα, την πώληση του ακινήτου σε δημοπρασία. Στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι, το γεγονός ότι υπάρχουν κτίρια και ότι αυτή είναι η πρώτη και μόνη κατοικία της Αιτήτριας, κάτι που ανάφερα και πιο πριν, δεν έχει σημασία αφού η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε με βάση το Ν.9/1965 και όχι με βάση τις πρόνοιες του Περί Πολιτικής Δικονομίας Κεφ. 6. Σύμφωνα δε με το άρθρο 44
(1): «Ουδέν των εν τω παρόντι Νόμω διαλαμβανομένων επενεργεί ώστε ν' αποκλείση οιονδήποτε ενυπόθηκον δανειστήν από του να επιδιώξη διά πολιτικής αγωγής την πώλησιν του ενυποθήκου ακινήτου προς εξόφλησιν του διά της υποθήκης εξασφαλιζομένου ποσού( τοιαύτη δε αγωγή δύναται να εγερθή οποτεδήποτε, προ ή κατόπιν αιτήσεως προς τον Διευθυντήν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους: Νοείται ότι οσάκις το Δικαστήριον θεωρεί ότι η τοιαύτη διαδικασία, αντί της υπό του παρόντος Μέρους προνοουμένης, δεν ήτο λογικώς αναγκαία διά την επίτευξιν του δ' αυτής επιδιωκομένου σκοπού, το Δικαστήριον δύναται να διατάξη όπως άπαντα τα έξοδα της αγωγής, περιλαμβανομένων και των εξόδων του εναγομένου, πληρωθώσιν υπό του ενάγοντος.» Παρόμοια πρόβλεψη υπάρχει και στο άρθρο 44Α
(4)και στο άρθρο 44Β
(3). Ως εκ τούτου, η αναφορά της Αιτήτριας, ότι υπέβαλε αίτηση κατά της απόφασης του Διαιτητή, με κανένα τρόπο δεν αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας, ούτε ανασταλτικό παράγοντα για μη συνέχιση της παρούσας διαδικασίας. Αν και το έχω αναφέρει και προηγουμένως, καταγράφεται και τώρα ότι, η θέση της Αιτήτριας, ως προς τα θέματα ουσίας για την εγκυρότητα του δανείου ή της εγγύησης ή της υποθήκης, στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης, ο Διευθυντής, εκτός του ότι δεν υπεισέρχεται σε τέτοια θέματα, ούτε το Δικαστήριο προχωρεί σε αυτού του είδους την εξέταση, αφού το Δικαστήριο εξετάζει τη νομιμότητα και την ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή. Σε ότι αφορά, ως προέκταση, αυτού που ισχυρίστηκε η Αιτήτρια, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το κατ΄ ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας αλλά μόνο στα πλαίσια αγωγής (βλ. υπόθεση Άγγελος Αγγελίδης ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Παλλουριώτισσας
(1997)1 ΑΑΔ 1771, 1779). Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ο Διευθυντής ενέργησε μέσα στα πλαίσια των σχετικών προνοιών του Ν.9/1965 και δεν βρίσκει ότι υπάρχει οτιδήποτε που θα μπορούσε να πλήξει τη νομιμότητα ή την ορθότητα των διαδικασιών που τηρήθηκαν. Όπως έχει αναφερθεί, στη συνέχεια είναι που θα ακολουθηθεί επιτόπια εξέταση και καθορισμός της επιφυλαχθείσας τιμής για το ακίνητο, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.82(Ι)/2002 ή και τις πρόνοιες του Ν.9/1965 ως έχει τροποποιηθεί με το Ν.142(Ι)/
- Το Δικαστήριο περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή εξετάζοντας συγκεκριμένα και περιορισμένα το κατά πόσο έχουν τηρηθεί οι πρόνοιες και τα προβλεπόμενα από το Ν.9/1965 στην υπό κρίση απόφαση του Διευθυντή για αναγκαστική πώληση του συγκεκριμένου ακινήτου. Επίσης, αν θα χρειάζετο να αναφερθεί κάτι περισσότερο προς πλήρη διασαφήνιση των όσων έχει καταλήξει το Δικαστήριο, είναι ότι, κανένας από τους λόγους έφεσης-αίτησης δεν έχει τεκμηριωθεί, όπως αυτοί προβάλλονται σε αυτήν και υποστηρίζονται από την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και τα επισυναπτόμενα με αυτήν Τεκμήρια. Εν κατακλείδι, εξετάζοντας κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορούσε να εκδώσει διάταγμα αναστολής της απόφασης του Διευθυντή, όπως ζητείται, διαζευκτικά, με την αίτηση, από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό δεν φαίνεται να μπορεί να επιτύχει ούτε αυτό το μέρος της αίτησης, αφού δεν έχει καταδειχθεί οιοσδήποτε λόγος που να ικανοποιεί τούτο. Γίνεται αντιληπτό ότι, με βάση τα όσα έχουν αναφερθεί, έστω και αν δεν αναφέρεται ειδικά, το Δικαστήριο, είτε στους λόγους αίτησης, είτε στους λόγους των ενστάσεων, αυτοί απαντώνται μέσα από όσα έχουν αναφερθεί προηγουμένως. Με βάση τα όσα προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω, κρίνω ότι η έφεση-αίτηση αποτυγχάνει. Κατά συνέπεια η έφεση-αίτηση απορρίπτεται με €2.000 έξοδα υπέρ του Εφεσίβλητου-Καθ' ου η Αίτηση 1 και εναντίον της Εφεσείουσας-Αιτήτριας και €2.000 έξοδα συν ΦΠΑ υπέρ της Εφεσίβλητης-Καθ' ης η Αίτηση 2 και εναντίον της Εφεσείουσας-Αιτήτριας, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της αίτησης ημερομηνίας 30/04/
- (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο