ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. SANTA MARIA FISHERIES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 9972/04, 12/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A96 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9972/04 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας και
- SANTA MARIA FISHERIES LTD
- ΜΑΡΟΥΛΛΑ ΛΟΥΚΑ ΡΩΤΗ
- ΜΙΧΑΛΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΡΩΤΗ ΜΙΧΑΗΛ
- ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΩΤΗ Εναγομένων Αίτηση για παραμερισμό της απόφασης 12 Φεβρουαρίου 2016 Για τον εναγόμενο - αιτητή: κος Μάμαντος Για την ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κος Κουρσάρης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της επίδικης αίτησης είναι ο παραμερισμός και/ή ακύρωση της απόφασης που εκδόθηκε την 03.03.
- Αιτητής εν προκειμένω είναι ο εναγόμενος 3 και η περί ου ο λόγος απόφαση εκδόθηκε στην απουσία του. Προτού όμως υπεισέλθω σε ό,τι αφορά την αίτηση και την ένσταση που καταχωρίστηκαν, κρίνω σκόπιμο να πραγματευτώ τις δικανικές αρχές που διέπουν το αίτημα, εφόσον με αυτό τον τρόπο θα προσδιοριστούν και τα επίδικα θέματα. Όπως έχει νομολογηθεί, o παραμερισμός απόφασης εξαρτάται, κατά κύριο λόγο, από το κατά πόσο ο αιτητής αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο (βλ. Λευκίδου v. Κανναουρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ 528 και Siberia Air v. Βαρασίδα Πουλλίκα
(2005)1 Β Α.Α.Δ 893). Βεβαίως ο έλεγχος του δικαστηρίου δεν μπορεί να μην επεκταθεί και στους λόγους δια τους οποίους ο εναγόμενος παρέλειψε να εμφανιστεί στο δικαστήριο. Ασύγγνωστη συμπεριφορά, εν προκειμένω αδιαφορία που ισούται με καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, δεν επιτρέπει παραμερισμό της απόφασης (βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1Β Α.Α.Δ 941 και Λευκίδου, πιο πάνω). Στην Milouca, πιο πάνω, επαναλήφθηκε η βασική αρχή, όπως καθιερώθηκε στην υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R.
- Λέχθηκε λοιπόν ότι· «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απολεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert ν. Mainland Market [197η 2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-d)). Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Ας δούμε τώρα τη σχετική δικογραφία. Η επίδικη αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, συγκεκριμένα Δ.17 κ10, Δ.40 κκ7 και 11 και Δ.48 κκ1 έως και 9 και στη γενική πρακτική και συμφυή εξουσία του δικαστηρίου. Ανάλογη είναι και η νομική βάση της ένστασης, στην οποία προστίθενται απλώς οι θεσμοί Δ.26 κκ2, 10 και 14, Δ.33 κκ3 και 5 και Δ.57 κ2, καθώς επίσης ο περί Δικαστηρίων Νόμος, Ν.14/
- Οι λόγοι ένστασης που αναφέρονται στην ειδοποίηση είναι πολυάριθμοι και καλύπτουν ευρύ φάσμα. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω κάθε τι που εκεί αναφέρεται, αρκεί να υποδείξω ότι η θεματολογία διακρίνεται τόσο σε νομικό όσο και πραγματικό ζήτημα. Η καθ' ης η αίτηση υποστηρίζει πως η αίτηση είναι παράτυπη, συνιστά κατάχρηση διαδικασίας (abuse of process) και ότι δεν αποκαλύπτει επαρκείς και/ή βάσιμους λόγους δια έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Σε πραγματικό επίπεδο αναφέρει πως ο αιτητής δεν επεξηγεί γιατί παρέλειψε να καταχωρίσει σημείωμα εμφανίσεως, όπως ούτε το χρόνο που διέρρευσε από την έκδοση απόφασης μέχρι και την καταχώριση της επίδικης αίτησης. Επιπλέον, υποστηρίζει πως η αίτηση δεν αποκαλύπτει καλόπιστη υπεράσπιση και τέλος, ότι η γραφολογική εξέταση (τεκμήριο 6) είναι παντελώς λανθασμένη και βασισμένη σε λανθασμένο πραγματικό υπόβαθρο. Τώρα, προτού συνοψίσω τη μαρτυρία που προσκομίστηκε στο δικαστήριο, χρήσιμο είναι να παραθέσω τις διαπιστώσεις που προκύπτουν από το περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου. Το κλητήριο ένταλμα καταχωρίστηκε την 26.10.
- Ο τίτλος τούτου αποκαλύπτει ότι ενάγων είναι η καθ' ης η αίτηση τράπεζα και εναγόμενοι πέντε πρόσωπα, ένα νομικό και τέσσερα φυσικά, μεταξύ αυτών και ο εναγόμενος 3, δηλαδή ο αιτητής στην επίδικη αίτηση. Σύμφωνα με ένορκη δήλωση του δικαστικού επιδότη Σταύρου Κωνσταντίνου, την 21.01.2005 το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στη Μαρία Νικολάου, μητέρα και συγκάτοικο του αιτητή, πάντα σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ίδια ένορκη δήλωση. Δοθέντος ότι ο αιτητής δεν καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης, την 25.02.2005 η καθ' ης η αίτηση τράπεζα καταχώρισε μονομερή αίτηση για έκδοση απόφασης. Τούτη ορίστηκε την 03.03.2005, ότε και η υπόθεση αποδείχτηκε και εκδόθηκε απόφαση εις βάρος του αιτητή. Είναι αξιοσημείωτο ότι από την 03.03.2005 που εκδόθηκε η απόφαση που ζητείται να παραμεριστεί, ουδεμία άλλη αίτηση καταχωρίστηκε μέχρι την 11.11.
- Τότε ήταν που ο αιτητής καταχώρισε αίτηση με την οποία ζητούσε να επιτραπεί σε γραφολόγο να προβεί σε γραφολογική εξέταση συγκεκριμένων εγγράφων εντός του δικαστικού φακέλου. Το αίτημα εγκρίθηκε την 21.11.2014 και ακολούθως την 18.12.2014 καταχωρίστηκε η επίδικη αίτηση. Όλα τα πιο πάνω συνιστούν διαπιστώσεις που προκύπτουν από το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του δικαστηρίου. Ό,τι απομένει πλέον να εξεταστεί είναι η μαρτυρία που έκαστος των εμπλεκομένων προσκόμισε. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του αιτητή. Σε αυτήν όμως την ένορκη δήλωση επισυνάπτεται ως τεκμήριο και η έκθεση του γραφολόγου Μάριου Μαρκίδη (βλ. τεκμήριο 6). Στον αντίποδα η ένσταση υποστηρίζεται από δύο ένορκες δηλώσεις. Η πρώτη ανήκει σε υπάλληλο της καθ' ης η αίτηση, ονόματι Ανδρέας Βανέζη, και η άλλη στο δικαστικό επιδότη Σταύρο Κωνσταντίνου. Και η ένσταση όμως υποστηρίζεται από επιστημονική μαρτυρία. Το τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση Βανέζη, δηλαδή την πρώτη από τις δύο δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση, είναι η έκθεση του γραφολόγου Ανδρέα Παναγιώτου. Τούτη η έκθεση, τεκμήριο 1 στην ένσταση, σχολιάζει τη γραφολογική έκθεση που προσκομίστηκε από τον αιτητή. Πέραν των ανωτέρω την 30.10.2015 ο αιτητής καταχώρισε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αφότου βεβαίως υπέβαλε σχετική αίτηση. Μέσω της συμπληρωματικής ο αιτητής προσκόμισε στο δικαστήριο και δεύτερη γραφολογική έκθεση του γραφολόγου Μαρκίδη. Ας δούμε τώρα τους ισχυρισμούς εκάστου μέρους. Ο αιτητής διατείνεται πως ουδέποτε έλαβε το κλητήριο ένταλμα και συνεπώς δεν γνώριζε οτιδήποτε για την αγωγή, πόσω μάλλον ότι εκδόθηκε απόφαση. Μόλις την 17.10.2014 πληροφορήθηκε την ύπαρξη τόσο της αγωγής όσο και της απόφασης. Μάλιστα τούτο έγινε καθ' ότι την 09.10.2014 η καθ' ης η αίτηση του απέστειλε επιστολή (βλ. τεκμήριο 2 στην αίτηση) με την οποία τον ενημέρωνε για τρίτη αγωγή, ήτοι την αγωγή 10106/
- Αμέσως επικοινώνησε με την τράπεζα, καθ' ης η αίτηση, για να πληροφορηθεί όμως την έκδοση και τρίτης απόφασης, δηλαδή της επίδικης (βλ. τεκμήριο 3 στην αίτηση). Αμέσως εξουσιοδότησε τους συνηγόρους του να διερευνήσουν το θέμα και σε αυτό το πλαίσιο πληροφορήθηκε ότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ένορκη δήλωση του επιδότη Σταύρου Κωνσταντίνου, το κλητήριο ένταλμα είχε επιδοθεί στη μητέρα του. Εν τούτοις αυτός ο ισχυρισμός, αναφέρει ο αιτητής, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, εφόσον η μητέρα του τον πληροφόρησε ότι ουδέποτε έγινε τέτοια επίδοση και επιπλέον, δεν αναγνωρίζει την υπογραφή που στο τεκμήριο 4 στην αίτηση φαίνεται ως δική της. Το τεκμήριο 4 στην αίτηση είναι αντίγραφο της ενόρκου δηλώσεως του επιδότη, καθώς και του κλητηρίου εγγράφου που επισυνάπτεται στην ίδια ένορκη δήλωση. Σε αυτό το στάδιο επιβάλλεται να ανοιχθεί παρένθεση ώστε να διευκρινιστεί ό,τι σχετικό με τον πάρα πάνω ισχυρισμό. Η ένορκη δήλωση του επιδότη Κωνσταντίνου η οποία αφορά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον αιτητή, βρίσκεται στο φάκελο του δικαστηρίου και αναφέρει ότι το κλητήριο παραδόθηκε σε κάποια Μαρία Νικολάου, μητέρα και συγκάτοικο του εναγομένου 3, δηλαδή του αιτητή. Αναφέρει δε ότι το κλητήριο αφέθηκε στο εν λόγω πρόσωπο έναντι της υπογραφής τούτου. Το κλητήριο ένταλμα που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του επιδότη φέρει χειρόγραφα το όνομα Μαρία Νικολάου. Αυτή η σημείωση εντοπίζεται στο δεξιό άνω άκρο του κλητηρίου εντάλματος. Μάλιστα αυτό το όνομα είναι που ο αιτητής εξέλαβε ως την υπογραφή της μητέρας του και αυτό το όνομα είναι που εξετάστηκε από το γραφολόγο Μαρκίδη και κρίθηκε πως δεν γράφτηκε από τη μητέρα του αιτητή, Μαρία Νικολάου. Εν τούτοις η καθ' ης η αίτηση δέχεται πως η εν λόγω χειρόγραφη σημείωση, δηλαδή το όνομα Μαρία Νικολάου, δεν γράφτηκε από τη μητέρα του αιτητή. Ο επιδότης Κωνσταντίνου προέβη σε ένορκη δήλωση, είναι τούτη η δεύτερη από τις δύο δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση, στην οποία ρητά αναφέρει πως η συγκεκριμένη σημείωση γράφτηκε από τον ίδιο. Η υπογραφή του προσώπου που παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα, αναφέρει, είναι τα αρχικά Μ.Ν. στον τίτλο του κλητηρίου, συγκεκριμένα αριστερότερα του ονόματος του 3ου εναγομένου, δηλαδή του αιτητή. Μετά από αυτή τη δήλωση του επιδότη κατέστη γνωστό στον αιτητή ποια είναι η ισχυριζόμενη υπογραφή της μητέρας του και γι' αυτό το λόγο προέβη σε νέα γραφολογική έκθεση, αυτή τη φορά σε σχέση με τα αρχικά Μ.Ν., τα αποτελέσματα της οποίας επισυνάπτονται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Είναι λοιπόν κατανοητό και αποδεχτό απ' όλες τις πλευρές, ότι η υπογραφή που σύμφωνα με τον ισχυρισμό της καθ' ης η αίτηση έθεσε η μητέρα του αιτητή άμα την παραλαβή του κλητηρίου, δεν είναι άλλη από τα αρχικά Μ.Ν. στο κλητήριο ένταλμα (τεκμήριο 4 στην αίτηση). Συνεπώς η όποια μαρτυρία του αιτητή αλλά και του γραφολόγου Μαρκίδη (βλ. τεκμήριο 6 στην αίτηση), δεν είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και οφείλεται σε λάθος εντύπωση, ως έχει ήδη επεξηγηθεί. Κατ' επέκταση αυτή η μαρτυρία δεν θα απασχολήσει περαιτέρω. Επανέρχομαι όμως στα ισχυριζόμενα από τον αιτητή. Στην 4η παράγραφο της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως αναφέρει πως· «Σύμφωνα με τη νέα έκθεση του εμπειρογνώμονα δικαστικού γραφολόγου κου Μαρκίδη ημερ. 02/06/2015, ως προς την εξέταση της μονογραφής «Μ Ν» προκύπτει ότι, η αμφισβητούμενη γραφή/υπογραφή δεν είναι γνήσια μονογραφή της μητέρας μου και ως εκ τούτου δεν ανήκει σε αυτήν.» Καταλήγει συνεπώς ότι βάσει της νέας γραφολογικής έκθεσης (τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική), συνάγεται ότι ουδέποτε του επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα. Επί της ουσίας του πράγματος είναι η θέση του ότι έχει καλή υπεράσπιση. Η σχέση του, αναφέρει, με την καθ' ης η αίτηση τράπεζα, περιορίζεται σε ένα εγγυητήριο που χορήγησε ως εγγύηση δια τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 εταιρείας. Το εν λόγω εγγυητήριο επισυνάπτεται ως τεκμήριο 7 στην αίτηση. Είναι εν τούτοις η θέση του αιτητή ότι λανθασμένα λήφθηκε υπόψιν τούτο το εγγυητήριο στην έκδοση απόφασης, εφόσον χρησιμοποιήθηκε στην αγωγή 9526/
- Επί του προκειμένου είναι η θέση του αιτητή ότι το εν λόγω εγγυητήριο έγγραφο (τεκμήριο 7 στην αίτηση) δεν συνιστά συνεχή εγγύηση και δεν μπορεί να καλύπτει οτιδήποτε πέραν της συμφωνίας στην αγωγή 9526/04, δηλαδή την αγωγή στην οποία χρησιμοποιήθηκε. Στον αντίποδα η ένορκη δήλωση του υπαλλήλου της καθ' ης η αίτηση, δηλαδή του Ανδρέα Βανέζη, δεν προσθέτει οιονδήποτε γεγονός, εφόσον το μόνο που σχολιάζει είναι την υπογραφή που λανθασμένα αποδόθηκε στον παραλήπτη του κλητηρίου τη στιγμή που αυτή είχε τεθεί από τον επιδότη. Στο ίδιο πλαίσιο κυμαίνεται και η έκθεση του γραφολόγου Παναγιώτου που απλώς σχολιάζει την πρώτη έκθεση Μαρκίδη, δηλαδή την έκθεση που αφορά λάθος υπογραφή (βλ. τεκμήριο 1 στην ένσταση). Συνεπώς αυτή η πτυχή των εκεί αναφερομένων δεν θα απασχολήσει. Κατά τα λοιπά η δήλωση Βανέζη απλώς αναπαραγάγει τους λόγους ένστασης. Αν χρειάζεται να ειπωθεί κάτι απ' όσα αναφέρει, αρκεί να υποδειχθεί ο ισχυρισμός πως το εγγυητήριο που υπέγραψε ο αιτητής είναι γενικό και για απεριόριστο ποσό και ως εκ τούτου καλύπτει όλες τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη. Ο επιδότης Κωνσταντίνου είναι το δεύτερο πρόσωπο που ορκίζεται την ένσταση της καθ' ης η αίτηση. Αφότου αναφέρει ποια από τα χειρόγραφα στο κλητήριο ένταλμα ανήκουν στον ίδιο, καταλήγει ότι επέδωσε το κλητήριο στη μητέρα και συγκάτοικο του αιτητή, η οποία έθεσε επί του αντιγράφου τα αρχικά Μ.Ν.. Αυτά τα αρχικά, ως έχει ήδη αναφερθεί, είναι το αντικείμενο της συμπληρωματικής δήλωσης του αιτητή, εφόσον εξετάστηκαν από το γραφολόγο Μαρκίδη και η έκθεσή του κατατέθηκε ως τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του αιτητή. Απ' όλα τα πιο πάνω καθίσταται αντιληπτό ότι εκείνο που προέχει είναι να αποφασιστεί ό,τι σχετικό της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Σε αυτό το πλαίσιο παρατηρώ ότι ο επιδότης Κωνσταντίνου δεν αντεξετάστηκε, και αυτό παρ' ότι προέβη σε δεύτερη ένορκη δήλωση, δηλαδή αυτή που συνοδεύει την ένσταση, και επανέλαβε τον ισχυρισμό ότι επέδωσε το κλητήριο ένταλμα στη μητέρα του αιτητή. Περαιτέρω, η κατ' ισχυρισμό παραλήπτρια του κλητηρίου, εν προκειμένω η μητέρα του αιτητή, δεν προέβη σε ένορκη δήλωση. Ο αιτητής περιορίστηκε απλώς στη δεύτερη έκθεση του γραφολόγου Μαρκίδη, δηλαδή το τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική. Το άλλο που επισημαίνω είναι πως ο αιτητής δεν αποδίδει με ακρίβεια τη θέση του γραφολόγου Μαρκίδη στη δεύτερη έκθεση τούτου (βλ. τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση). Ο γραφολόγος δεν είναι με απόλυτη ακρίβεια που αναφέρει ότι η μονογραφή Μ.Ν. δεν ανήκει στη μητέρα του αιτητή. Επεξηγεί εν προκειμένω τις δυσκολίες εξακρίβωσης της αλήθειας, λόγω του ότι πρόκειται για δύο μόνο γράμματα, εξ ου και αναφέρει πως η εκφορά απόλυτης γνώμης είναι επισφαλής και γι' αυτό καταλήγει ότι του δημιουργείται· «ισχυρή πεποίθηση ότι η αμφισβητούμενη μονογραφή . δεν είναι γνήσια μονογραφή της Μαρίας Νικολάου». Απλή και μόνο ανάγνωση των πιο πάνω φανερώνει τη δυστοκία και προβληματισμό του γραφολόγου δια την ορθότητα του συμπεράσματος, εξ ου και μεταχειρίζεται όρους όπως πεποίθηση και ισχυρή, εις αντιδιαστολή σιγουριάς και επιστημονικής βεβαιότητας. Τώρα, έχοντας κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε στο δικαστήριο και με δεδομένη μια κάποια υποβόσκουσα αμφιβολία για τη βεβαιότητα και συνακόλουθα την ορθότητα της κρίσης του γραφολόγου Μαρκίδη, αμφιβολία που αναδεικνύει ο ίδιος, είμαι της γνώμης ότι η αλήθεια του πράγματος, εν προκειμένω της επίδοσης και υπογραφής του κλητηρίου, εντοπίζεται στα λεγόμενα του επιδότη Κωνσταντίνου. Δεν είναι όμως μόνο η αβεβαιότητα δια την κατάληξη του γραφολόγου εκείνο που με οδήγησε στο προαναφερθέν συμπέρασμα. Έτι περισσότερο σημαντική είναι η μαρτυρία του επιδότη και δη τα εγγενή τούτης χαρακτηριστικά. Και εξηγώ· Δεδομένο είναι ότι η επίδοση συντελείται άμα την παράδοση του εγγράφου, είτε είναι δικόγραφο είτε είναι αίτηση, σε οιονδήποτε από τα πρόσωπα που αναφέρονται στον κ2 της Δ.
- Σε αυτό το πλαίσιο είναι κατανοητό ότι δεν επιβάλλεται υπογραφή του κλητηρίου. Είναι αρκετό να αφεθεί τούτο σε πρόσωπο αρμόδιο και ικανό να το παραλάβει. Υπό αυτή την έννοια, και έχοντας ως δεδομένο ότι η αίτηση δεν αμφισβητεί πως κατά τον επίδικο χρόνο η Μαρία Νικολάου ήταν τόσο μητέρα όσο και συγκάτοικος του αιτητή, διερωτώμαι πραγματικά· τι χρεία είχε ο επιδότης Κωνσταντίνου να πλαστογραφήσει το κλητήριο. Του ήταν αρκετό απλώς να το αφήσει στη Μαρία Νικολάου και να αποχωρήσει. Γιατί να θέσει τον εαυτό του σε κίνδυνο τη στιγμή που ούτως ή άλλως ο σκοπός επιτεύχθη, δηλαδή η επίδοση, με την άφεση του κλητηρίου. Επιπλέον, έκπληξη προκαλεί και το εξής· πώς ο επιδότης κατέστη κοινωνός του αδιαμφισβήτητου γεγονότος ότι η μητέρα του αιτητή, και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο συγκάτοικος τούτου, ονομάζεται Μαρία Νικολάου, ώστε να αναγράψει το όνομά της επί του αντιγράφου του κλητηρίου, αν όχι επειδή η ίδια του το γνωστοποίησε και ακολούθως, γιατί να πλαστογραφήσει τα αρχικά αυτής και όχι του αιτητή που ήτο και ο ενδιαφερόμενος, δηλαδή ο εναγόμενος. Τα προαναφερθέντα ερωτήματα δεικνύουν τη λογική του πράγματος· ο επιδότης δεν θα μπορούσε να γνώριζε όλες αυτές τις λεπτομέρειες, πλην μόνο εάν του τις ανέφερε η εν λόγω Μαρία Νικολάου. Και τέλος, ουδέν συμφέρον είχε ο επιδότης να πλαστογραφήσει το αντίγραφο του κλητηρίου, εφόσον η απλή και μόνο παράδοση τούτου στη Μαρία Νικολάου θα ήτο αρκετή και νομότυπη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι ο επιδότης Κωνσταντίνου, ο οποίος δεν αντεξετάστηκε και επιπλέον η εκδοχή του δεν αντικρούστηκε από εκείνη της Μαρίας Νικολάου και ούτε ακυρώνεται από την έκθεση του γραφολόγου Μαρκίδη, ομιλεί τη γλώσσα της αλήθειας. Καταλήγω συνεπώς ότι η επίδοση έγινε με τον τρόπο που περιέγραψε ο επιδότης, δηλαδή το κλητήριο παραδόθηκε στη Μαρία Νικολάου, μητέρα και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο συγκάτοικο του αιτητή. Με διαγεγραμμένο πλέον το πραγματικό πλαίσιο και ιδιαίτερα μετά τη διαπίστωση ότι το κλητήριο επιδόθηκε στη Μαρία Νικολάου, καθίσταται αντιληπτό ότι η αίτηση απογυμνώνεται αναφορικά με το χρόνο που παρήλθε από την ημερομηνία επίδοσης της αγωγής. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη αιτιολόγηση ώστε να καταλήξει κανείς σε συμπέρασμα ασύγγνωστης συμπεριφοράς, καθώς ότι η δράση του αιτητή αφορμάται από υστεροβουλία. Η αγωγή επιδόθηκε την 21.01.2005 και η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε 10, σχεδόν, έτη μετά, συγκεκριμένα την 18.12.
- Ουδεμία επεξήγηση δόθηκε γι' αυτό το χρόνο που διέρρευσε και βεβαίως οι αρχές της τελεσιδικίας και το δικαίωμα της καθ' ης η αίτηση να δρέψει τους καρπούς της επιτυχίας της, δεν αφήνουν περιθώριο άλλο από απόρριψη της αίτησης. Ο χρόνος που διέρρευσε από την επίδοση της αγωγής φανερώνει την αδιαφορία του αιτητή, που στην προκείμενη περίπτωση είναι ασυγχώρητη. Πρόβλημα εν τούτοις διαπιστώνεται και στην άλλη παράμετρο που εξετάζεται, εν προκειμένω εκ πρώτης όψεως απόδειξη υπεράσπισης. Τούτη η θέση του αιτητή εδράζεται στο εγγυητήριο έγγραφο, τεκμήριο 7 στην αίτηση. Ο αιτητής διατείνεται πως το εν λόγω έγγραφο δεν συνιστά συνεχή εγγύηση και συνεπώς η τράπεζα δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τούτο πέραν της μιας φοράς. Με όλο το σεβασμό αλλά η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Διεξήλθα με προσοχή το έγγραφο. Αν χρειάζεται να επικεντρώσω την προσοχή μου σε κάποιο άρθρο τούτου, αυτά είναι τα άρθρα 2 και 3 τα οποία αναφέρουν ότι: «
- Εγώ ο πιο κάτω υπογεγραμμένος, με την παρούσα εγγυούμαι όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα, είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν ή που πιθανό να καταστούν απαιτητές, είτε αυτές είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσοι ή έμμεσοι, αναλαμβάνω δε να σας πληρώσω μόλις μου το ζητήσετε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο σε σας σε σχέση με τις ρηθείσες υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη ή οποιαδήποτε από αυτές, πλέον τόκους .......
- Συμφωνώ ότι η παρούσα εγγύηση μου είναι μια συνεχής εγγύηση προς την Τράπεζα και δεν θα τερματίζεται παρά μόνο αφού περάσουν επτά ημέρες από την ημέρα από την ημέρα που θα λάβει η Τράπεζα στο Κατάστημα Κάτω Λακατάμια, Λ/σία γραπτή ειδοποίηση με ασφαλισμένη επιστολή μου για την πρόθεσή μου να τερματίσω την παρούσα εγγύηση και, σε περίπτωση θανάτου μου η ευθύνη μου βάσει της παρούσας εγγύησης θα εξακολουθεί να ισχύει μέχρι την ημέρα που θα έχουν περάσει επτά μέρες από την ημερομηνία τερματισμού της από τους διαχειριστές της περιουσίας ή εκτελεστές της διαθήκης μου. ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ ΟΤΙ θα ευθύνομαι για όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη που θα έχουν δημιουργηθεί μέχρι την ημέρα που θα δοθεί η ειδοποίηση τερματισμού, ανεξάρτητα αν οι υποχρεώσεις αυτές κατέστησαν απαιτητές ή όχι, όπως και για όλες τις υποχρεώσεις που θα δημιουργήσει ο Πρωτοφειλέτης μέσα στην περίοδο των επτά ημερών μετά την ειδοποίηση τερματισμού της εγγύησης μου.» Τι έστι συνεχής εγγύηση και ποια τα ιδιαίτερα γνωρίσματα τούτης, απασχόλησε την υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. T.G. & Sons Importing Ltd κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 180, 189 όπου λέχθηκε ότι· «Το κατά πόσο σε μια συγκεκριμένη υπόθεση μια εγγύηση είναι συνεχής ή όχι είναι ζήτημα που σχετίζεται με την πρόθεση των μερών όπως εκφράζεται μέσα από το λεκτικό που χρησιμοποίησαν, όπως αυτό γίνεται δίκαια αντιληπτό με την έννοια που έχει χρησιμοποιηθεί και η πρόθεση αυτή διακριβώνεται με τον καλύτερο τρόπο με το να εξετάζεται η σχετική κατάσταση των μερών κατά το χρόνο συγγραφής του εγγράφου* (βλ. Pollock and Mulla Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η εκ., 1972, σελ. 619). Έχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι το θέμα δεν μπορεί να αποφασισθεί με βάση μόνο την απλή ερμηνεία του εγγράφου χωρίς να εξεταστούν οι συνθήκες που το περιβάλλουν για να ανευρεθεί ποιό ήταν το αντικείμενο το οποίο τα μέρη είχαν κατά νούν όταν δόθηκε η εγγύηση** (Hefffield v. Meadows [1869] L.R. 4 C.P. 595, 599).» Όλα τα ανωτέρω φανερώνουν πως το υπό κρίση εγγυητήριο σαφώς και είναι συνεχής εγγύηση. Αυτό αναφέρεται ρητά στο ίδιο το έγγραφο και θεωρείται ότι αποδίδει τη βούληση των μερών που το υπέγραψαν. Ποια όμως είναι τα αποτελέσματα ή επιπτώσεις της πάρα πάνω κατάληξης; Είμαι της γνώμης ότι τα πιο πάνω αποδεικνύουν περίτρανα ότι ο αιτητής δεν απέδειξε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, αφού ένας ήταν ο λόγος που πρόταξε, δηλαδή το συνεχές ή μη της εγγύησης που παρείχε. Συνακόλουθα, το γεγονός ότι η σχετική θέση έχει απορριφθεί μοιραία συμπαρασύρει και την εισήγηση περί υπεράσπισης και αποκαλύπτει ότι ο αιτητής δεν έχει αποδείξει τέτοια στο επίπεδο του εκ πρώτης όψεως. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση κρίνεται ανυπόστατη και συνεπώς απορρίπτεται. Τα έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εις βάρος του αιτητή. (Υπ)...................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο