Ελεονώρας, άλλως γνωστής ως Νόρας Σιακατίδου ν. Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd, Αρ. Αγωγής: 7799/2007, 18/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A111 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7799/2007 Μεταξύ: Ελεονώρας, άλλως γνωστής ως Νόρας Σιακατίδου Ενάγουσας v. Liberty Life Insurance Ltd Εναγομένης Και Δι΄ Ανταπαιτήσεως Liberty Life Insurance Ltd Ενάγουσας v. 1. Ελεονώρας, άλλως γνωστής ως Νόρας Σιακατίδου 2. Σταύρου Ζήνωνος 3. Σπύρου Σιακατίδη 4. Παναγιώτη Σπυρίδη Εναγομένων Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημ. 2.2.09 Μεταξύ: Ελεονώρας, άλλως γνωστής ως Νόρας Σιακατίδου Ενάγουσας v. Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd Εναγομένης Και Δι΄ Ανταπαιτήσεως Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd Ενάγουσας v. 1. Ελεονώρας, άλλως γνωστής ως Νόρας Σιακατίδου 2. Σταύρου Ζήνωνος 3. Σπύρου Σιακατίδη 4. Παναγιώτη Σπυρίδη Εναγομένων Αίτηση ημ. 22 Μαΐου 2015 από Εξ Αναπαιτήσεως Εναγόμενο 2 για Τροποποίηση Υπεράσπισης Ημερομηνία: 18 Φεβρουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για τον Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 2 - Αιτητή: κα X. Πιερή για Γιώργος Χαραλαμπίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγομένη - Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Α. Κόνιας για Ανδρέας Π. Ερωτοκρίτου & Σια ΔΕΠΕ Για τον Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 3 - Καθ΄ ου η Αίτηση: κα Σ. Ευριπίδου για Χριστόφορο Χριστοφόρου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 4 - Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Γ. Αντωνιάδης για Κώστας Τσιρίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 2 - Αιτητής (εφεξής «ο Αιτητής») ζητά την τροποποίηση της Υπεράσπισης του στην τροποποιημένη δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημ. 4.3.15 Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της Εναγομένης - Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας (εφεξής «η Καθ΄ ης η Αίτηση»). Η Αγωγή αφορά συμφωνία αντιπροσώπου μεταξύ της Ενάγουσας - Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 1 (εφεξής «η Ενάγουσα») και της Καθ΄ ης, δυνάμει της οποίας η Ενάγουσα αξιώνει οφειλόμενες σε αυτή προμήθειες. Στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της Καθ΄ ης, όπως αυτή τροποποιήθηκε δυνάμει του διατάγματος ημ. 4.3.15, αυτή ισχυρίζεται πως η Ενάγουσα ενεργούσε ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος της Καθ΄ ης στην Κύπρο και στη Νότιο Αφρική και πως αυτή (η Ενάγουσα) επέδειξε δόλια συμπεριφορά και οικειοποιήθηκε χρήματα εις βάρος της Καθ΄ ης. Ισχυρίζεται περαιτέρω πως οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 3 και 4 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της Ενάγουσας ενώ ο Αιτητής είχε επίσης συνάψει συμφωνία αντιπροσώπου με την Καθ΄ ης και ενεργούσε από κοινού με την Ενάγουσα διατηρώντας και κοινούς λογαριασμούς. Αναφέρει ακόμη πως η συνεργασία της με την Ενάγουσα και τον Αιτητή τερματίστηκε καθ΄ ον χρόνον οι κοινοί λογαριασμοί τους είχαν πιστωθεί με προμήθειες τις οποίες δεν δικαιούντο και τις οποίες αξιώνει από όλους τους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους με την Ανταπαίτηση της. Παρόλο που με την αιτούμενη τροποποίηση ζητείται η αντικατάσταση ολόκληρου του δικογράφου του Αιτητή, εντούτοις είναι πρόδηλο πως στην ουσία ζητείται: (Α) Η προσθήκη δύο προδικαστικών ενστάσεων ότι η Καθ΄ ης δεν νομιμοποιείται και ή εμποδίζεται στην έγερση της Ανταπαίτησης της καθότι αυτή βασίζεται σε παράνομες συμφωνίες και ή δραστηριότητες, και συγκεκριμένα ότι: (
- i)Οι αξιώσεις της Καθ΄ ης στηρίζονται και ή απορρέουν από παράνομες πράξεις αυτής και ή από εξ υπαρχής άκυρες συμφωνίες μεταξύ αυτής, από τη μια, και της Ενάγουσας και του Αιτητή, από την άλλη, ήτοι ότι η παροχή ασφαλιστικών εργασιών από την Καθ΄ ης στη Νότιο Αφρική και η εξαγωγή συναλλάγματος από τη Ν. Αφρική ήταν παράνομες, καθότι η τελευταία δεν είχε τις απαιτούμενες προς τούτο άδειες από τις αρμόδιες αρχές και αυτές οι ενέργειες αντέκειντο στη νομοθεσία της Κύπρου και της Ν. Αφρικής, καθώς επίσης παραβίαζαν το καταστατικό της Καθ΄ ης. (
- ii)Όλες οι αξιώσεις εναντίον του στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής δεν δύνανται να προωθηθούν λόγω δεδικασμένου για τον λόγο ότι αυτές έχουν εγερθεί, ακουστεί και διευθετηθεί στα πλαίσια της Αγωγής 5353/04 Ε.Δ. Λευκωσίας, και επομένως η Καθ΄ ης εμποδίζεται από του να προχωρήσει την παρούσα Ανταπαίτηση της εναντίον του (estoppel). (Β) Η συμπερίληψη ισχυρισμών πως: (
- i)Tα όποια ποσά εισπράχθηκαν από την Ενάγουσα και ή τον Αιτητή στη Ν. Αφρική παραδίδονταν σε τρίτα πρόσωπα χωρίς απόδειξη και πάντοτε με τη σύμφωνη γνώμη και καθ΄ υπόδειξη της Καθ΄ ης. Η οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία διακίνησης αυτών γινόταν χωρίς τον έλεγχο και ή τη γνώση της Ενάγουσας και ή του Αιτητή. (
- ii)Για τυχόν ποσά ήθελε φανεί πως δεν κατατίθεντο στην Καθ΄ ης, ευθύνη φέρει αποκλειστικά η ίδια και ή οι υπάλληλοι και ή αντιπρόσωποι της. (iii) Στην Αγωγή 1852/08 Ε.Δ. Λευκωσίας, στις 24.6.12 το Δικαστήριο απέρριψε παρόμοιας μορφής ισχυρισμούς και αξιώσεις της Καθ΄ ης εναντίον της Ενάγουσας. Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως στην αρχική Υπεράσπιση του ο Αιτητής αρνείτο γενικά τους ισχυρισμούς περί δόλιας συμπεριφοράς και ή οικειοποίησης χρημάτων από την Ενάγουσα και την όποια ευθύνη του αναφορικά με πράξεις της Ενάγουσας. Στην προτεινόμενη τροποποιημένη Υπεράσπιση ο Αιτητής προβαίνει σε ειδική άρνηση της κάθε παραγράφου του δικογράφου της Καθ΄ ης, επαναλαμβάνει αυτές τις θέσεις καθώς επίσης προβάλλει τους νέους ισχυρισμούς του όπως αυτοί περιγράφονται ανωτέρω. Στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης δεν υπήρξε εμφάνιση της Ενάγουσας, ενώ οι Εξ Ανταπαίτησεως Εναγόμενοι 3 και 4 δεν έφεραν ένσταση σε αυτή. Μόνο η Καθ΄ ης καταχώρισε ένσταση προβάλλοντας ότι: 1) Η Αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική, 2) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έγκριση της, 3) Ο Αιτητής υπέδειξε υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης, 4) Οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν ισχυρισμούς οι οποίοι ήταν έκδηλα εις γνώσιν του Αιτητή από καιρό, 5) Δεν προβάλλεται επαρκής αιτιολογία για την ύπαρξη αντικειμενικών δυσκολιών για την καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης, 6) Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα εκτροχιάσει την πορεία της υπόθεσης και θα επιφέρει σημαντική καθυστέρηση πλήττοντας τα δικαιώματα της Καθ΄ ης, και 7) Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα προκαλέσει στην Καθ΄ ης ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία δεν μπορεί να θεραπευτεί με διαταγή για έξοδα. Τόσο η Αίτηση όσο και η ένσταση συνοδεύονται από ένορκη δήλωση προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων. Κατά την ακρόαση της Αίτησης, οι δικηγόροι περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις. Ι. Νομική Πτυχή Η Δ.25 θ.1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στην οποία στηρίζεται η Αίτηση, παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να επιτρέπει τροποποίηση σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας και με τέτοιους όρους όπως θεωρεί δίκαιον καθώς επίσης προνοεί πως θα πρέπει να γίνονται όλες οι τροποποιήσεις οι οποίες κρίνονται αναγκαίες για την επίλυση της διαφοράς μεταξύ των μερών. Στο The Annual Practice 1958, σελ. 622, με αναφορά στην αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια O.28 r.1, η γενική αρχή τίθεται ως εξής: «In Tildesley v. Harper, 10 Ch.D. pp.396, 397, Bramwell, L.J., said: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder, he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". "However negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs" . An amendment ought to be allowed if thereby "the real substantial question can be raised between the parties", and multiplicity of legal proceedings avoided.» Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος είναι πλούσια και ιδιαίτερα διαφωτιστική. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις στις οποίες η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 11 και Χρίστου v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου & άλλης
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223, η πιο πάνω αρχή περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. v. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψιν το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. ΙΙ. Ιστορικό μέχρι την Καταχώριση της Αίτησης Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Χάρη Χαραλαμπίδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τον Αιτητή. Ο ενόρκως δηλών αρχικά αναφέρεται στο ιστορικό της διαδικασίας το οποίο δεν αντικρούεται από την Καθ΄ ης και εν πάση περιπτώσει επιβεβαιώνεται από τον φάκελο του Δικαστηρίου. Αυτό έχει ως ακολούθως: (α) Αρχικώς η Ενάγουσα και ο Αιτητής εκπροσωπούντο από τον ίδιο δικηγόρο, ήτοι το δικηγορικό γραφείο Ρίκκος Ν. Ερωτοκρίτου & Σια, ο οποίος στις 23.10.09 καταχώρισε σε ένα δικόγραφο την Απάντηση της Ενάγουσας στην Υπεράσπιση της Καθ΄ ης και την κοινή Υπεράσπιση της Ενάγουσας και του Αιτητή στην Δι΄ Ανταπαιτήσεως Απαίτηση της Καθ΄ ης εναντίον τους. (β) Στις 20.6.12 το Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφαση του, εξέδωσε διάταγμα για απόρριψη της Απαίτησης της Ενάγουσας και διαγραφή της Απάντησης της Ενάγουσας στην Υπεράσπιση και της Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση λόγω μη συμμόρφωσης της Ενάγουσας με προηγηθέν διάταγμα αποκάλυψης. (γ) Έτσι παρέμεινε πλέον η Υπεράσπιση του Αιτητή στην Ανταπαίτηση της Καθ΄ ης στα πλαίσια του εν λόγω δικογράφου. (δ) Στις 25.2.15 έγινε αλλαγή δικηγόρου για τον Αιτητή, την εκπροσώπηση του οποίου ανέλαβε το δικηγορικό γραφείο Γιώργος Χαραλαμπίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. (ε) Κατόπιν αίτησης ημ. 3.11.14 εκ μέρους της Καθ΄ ης για τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της και των Περαιτέρω και Καλύτερων Λεπτομερειών, και με τη σύμφωνη γνώμη των υπόλοιπων διαδίκων, στις 4.3.15 το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα για τροποποίηση και έδωσε οδηγίες για την καταχώριση των τροποποιημένων δικογράφων. (στ) Η τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της Καθ΄ ης ως επίσης και οι τροποποιημένες Περαιτέρω και Καλύτερες Λεπτομέρειες εκ μέρους της καταχωρίστηκαν στις 20.3.
- Οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 3 και 4 καταχώρισαν την τροποποιημένη Υπεράσπιση τους και η Καθ΄ ης την τροποποιημένη Απάντηση της εντός της καθορισθείσας από το Δικαστήριο προθεσμίας. (ζ) Στις 7.4.15 το Δικαστήριο ενέκρινε μονομερή αίτηση του Αιτητή ίδιας ημερομηνίας με την οποία δόθηκε παράταση του χρόνου καταχώρισης της τροποποιημένης Υπεράσπισης του για 30 μέρες από την έγκριση της αίτησης. Αξίζει να σημειωθεί πως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι μόλις στις 30.3.15 ο δικηγόρος που χειριζόταν την παρούσα υπόθεση ανακοίνωσε στο δικηγορικό γραφείο ότι θα αποχωρούσε από αυτό στα μέσα Απριλίου και έτσι, παρόλη την προσπάθεια του να ανταποκριθεί σε όλες τις εκκρεμότητες του, δεν κατέστη δυνατή η επικοινωνία με τον Αιτητή για να διευθετηθεί συνάντηση και συζήτηση μαζί του για την υπόθεση για σκοπούς ετοιμασίας του τροποποιημένου δικογράφου του. (η) Ακολούθησε η καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης στις 22.5.
- ΙΙΙ. Εξέταση της Αίτησης Ο ενόρκως δηλών στην Αίτηση ισχυρίζεται πως η αιτούμενη τροποποίηση αφορά τόσο νομικά όσο και πραγματικά γεγονότα τα οποία «εκ παραδρομής ή λόγω αβλεψίας ή παραλείψεως δεν καταγράφηκαν στην Υπεράσπιση» του Αιτητή καθώς επίσης και γεγονότα «που προέκυψαν μέσω δικαστικών διαδικασιών μεταγενέστερα της καταχώρισης της Υπεράσπισης» του. Αναφέρει επίσης πως αυτά είναι ουσιαστικά για την υπεράσπιση του Αιτητή και για την πλήρη και αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, ειδικότερα σε ό,τι αφορά το θέμα της νομιμότητας των συμβάσεων και πράξεων της Καθ΄ ης επί των οποίων βασίζονται οι αξιώσεις της. Ακολούθως ο ενόρκως δηλών συγκεκριμενοποιεί τα στοιχεία τα οποία περιήλθαν εις γνώσιν του από την ανάγνωση και μελέτη των εγγράφων που κατείχε. Ειδικότερα παραπέμπει σε επιστολή του δικηγορικού γραφείου Ρίκκου Ερωτοκρίτου ημ. 11.7.03 προς την Καθ΄ ης στην οποία αναφέρεται πως η παροχή ασφαλιστικών εργασιών στη Ν. Αφρική γίνεται κατά παράβαση των όρων της άδειας της Καθ΄ ης και έξω από τον χώρο της δικαιοδοσίας της, και έτσι η Ανταπαίτηση της είναι παράνομη. Ισχυρίζεται πως αυτή η επιστολή περιήλθε στην κατοχή του Αιτητή μετά την καταχώριση των τροποποιημένων Περαιτέρω και Καλύτερων Λεπτομερειών. Όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου η επιστολή ημ. 11.7.03 αποτελεί το Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση της Καθ΄ ης για τροποποίηση ημ. 3.11.
- Επομένως, εξάγεται το εύλογο συμπέρασμα πως αυτή η επιστολή περιήλθε εις γνώσιν των νέων δικηγόρων του Αιτητή στα πλαίσια εκείνης της αίτησης (τροποποίησης), εφόσον μετά την αλλαγή δικηγόρου εμφανίστηκαν για τον Αιτητή και δεν έφεραν ένσταση στην αίτηση. Είναι επίσης ορθή η διαπίστωση κ. Γιάννου Μαρούχου, υπεύθυνου του λογιστηρίου της Καθ΄ ης, στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση πως αυτή η θέση ήταν από πολύ προγενέστερα γνωστή στην πλευρά του Αιτητή και ειδικότερα κατά τον χρόνο καταχώρισης της Υπεράσπισης του το 2009, εφόσον η επιστολή είχε συνταχθεί από τον δικηγόρο που αρχικώς εκπροσωπούσε την Ενάγουσα και τον Αιτητή. Είναι γνωστή η αρχή πως η αλλαγή δικηγόρου δεν αποτελεί εφ΄ εαυτής λόγο για την τροποποίηση δικογράφων ούτε δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Σχετική είναι η υπόθεση Γραμμές Στρίντζη v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607. Αυτή υιοθετήθηκε στην πιο πρόσφατη υπόθεση ICOS CIF LTD v. Martin Coward κ.ά., Πολ. Έφ. 137/13 και 138/13, ημ. 20.3.14, όπου επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση με την οποία η αίτηση για τροποποίηση απορρίφθηκε λόγω μακράς και αδικαιολόγητης καθυστέρησης. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό: «.. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 607 και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. .. Η αναφορά σε αλλαγή των δικηγόρων της Εφεσείουσας, στην προσπάθεια στήριξης της αναγκαιότητας για τροποποίηση, δε συνιστούσε βάσιμο λόγο αλλά ούτε και δικαιολογία της παρατηρηθείσας, ήδη, καθυστέρησης.» Στην προκειμένη περίπτωση ο Αιτητής δεν αποδίδει την καθυστέρηση για την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης στην αλλαγή δικηγόρου αλλά σε παραδρομή, αβλεψία και παράλειψη της πλευράς του στην συμπερίληψη αυτού του ισχυρισμού στο δικόγραφο του. Επί του ίδιου θέματος ο κ. Χαραλαμπίδης παραπέμπει επίσης στην Αγωγή 1852/08, για την οποία γίνεται αναφορά στην τροποποιημένη Υπεράσπιση της Καθ΄ ης. Όπως φαίνεται από την Απόφαση στην εν λόγω Αγωγή ημ. 24.6.14,Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του κ. Χαραλαμπίδη, η Αγωγή καταχωρίστηκε από τον Σωτήρη Γκενέ εναντίον της Καθ΄ ης και της Ενάγουσας (εκεί Εναγομένων 1 και 2 αντίστοιχα) με την οποία αξίωνε ασφάλιστρα τα οποία ισχυρίζετο ότι κατέβαλε χωρίς ποτέ να ασφαλιστεί, καθώς επίσης αποζημιώσεις. Στην Απόφαση καταγράφεται πως για την Καθ΄ ης κλήθηκε ως μάρτυρας και ο Αιτητής. Είναι η θέση του κ. Χαραλαμπίδη πως στα πλαίσια της μαρτυρίας του Αιτητή αποκαλύφθηκε ο παράνομος τρόπος εξαγωγής των ασφαλίστρων από τη Ν. Αφρική. Ομολογουμένως, κάτι τέτοιο δεν προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο της Απόφασης, πλην όμως αυτός ο ισχυρισμός δεν αντικρούεται από την Καθ΄ ης και γίνεται δεκτός από το Δικαστήριο. Σημειωτέον πως τελικώς εκδόθηκε απόφαση υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον της Καθ΄ ης ενώ η Αγωγή απέτυχε και απερρίφθη όσον αφορά την Ενάγουσα. Με βάση το περιεχόμενο του φακέλου, προκύπτει πως στην αρχική Υπεράσπιση της Καθ΄ ης γίνεται αναφορά μόνο σε απαίτηση του Σωτήρη Γκενέ από την Καθ΄ ης για την πληρωμή ασφαλίστρων τα οποία ο ίδιος κατέβαλε. Ανάμεσα στις τροποποιήσεις που ζητήθηκαν στην αίτηση ημ. 3.11.14 και βεβαίως εγκρίθηκαν είναι και η προσθήκη ισχυρισμού για την έγερση διάφορων Αγωγών από πελάτες της Ν. Αφρικής για ασφάλιστρα τα οποία κατέβαλαν έναντι αποδείξεων τις οποίες η Ενάγουσα εξέδωσε όμως δεν παρέδιδε στην Καθ΄ ης, συμπεριλαμβανομένης και της Αγωγής 1852/
- Επομένως ο ισχυρισμός του κ. Χαραλαμπίδη πως αναφορά στην εν λόγω Αγωγή γίνεται στην τροποποιημένη Υπεράσπιση της Καθ΄ ης είναι ορθός. Βεβαίως, αναφορά στην εν λόγω Αγωγή περιέχεται και στην εν λόγω αίτηση τροποποίησης η οποία επαναλαμβάνεται ότι περιήλθε εις γνώσιν των (νέων) δικηγόρων του Αιτητή. Παραμένει όντως γεγονός πως τόσο η ύπαρξη της εν λόγω Αγωγής όσο και η κατάθεση του Αιτητή ως μάρτυρος στα πλαίσια εκείνης ήταν ήδη γνωστά στον Αιτητή από προηγουμένως. Όμως ο Αιτητής αποδίδει σημασία στην Απόφαση δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο απέρριψε παρόμοιες αξιώσεις και ισχυρισμούς της Ενάγουσας και είναι αυτό το γεγονός το οποίο επιθυμεί να περιλάβει στο τροποποιημένο του δικόγραφο. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει στην αξιολόγηση αυτού του ισχυρισμού παρά μόνο περιορίζεται πρώτον, στη διαπίστωση πως αυτός (ο ισχυρισμός) είναι σχετικός με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης καθότι αφορά το ουσιώδες ζήτημα της συμπεριφοράς της Ενάγουσας, το οποίο συνδέεται με τυχόν ευθύνη του Αιτητή, και δεύτερον, στο γεγονός ότι η Απόφαση εκδόθηκε πολύ μεταγενέστερα της καταχώρισης της τροποποιημένης Υπεράσπισης. Ο κ. Μαρούχος προβάλλει τη θέση πως ο ισχυρισμός του κ. Χαραλαμπίδη αναφορικά με την Αγωγή 1852/08 βρίσκεται σε αντίφαση με τον ισχυρισμό του πως το θέμα της παράνομης εξαγωγής ασφαλίστρων περιήλθε εις γνώσιν του μετά τις 20.3.15 και καταδεικνύει την κακοπιστία του. Το Δικαστήριο θεωρεί πως αυτή η θέση δεν ευσταθεί. Ο κ. Χαραλαμπίδης αναφέρει πως είναι η επιστολή ημ. 11.7.03 που περιήλθε στην κατοχή του Αιτητή μετά τις 20.3.15 και όχι τα ίδια τα γεγονότα, παραπέμπει στην Απόφαση στην Αγωγή 1852/08 και για το αποτέλεσμα αυτής όσον αφορά την Ενάγουσα και όχι μόνο για τη μαρτυρία του Αιτητή, και παρουσιάζει και τα δύο αυτά δεδομένα (την επιστολή και την Απόφαση στην Αγωγή) στην ίδια παράγραφο. Το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει ότι αυτές οι θέσεις είναι αντιφατικές ούτε και ότι αποτελούν με οποιονδήποτε τρόπο ένδειξη κακοπιστίας εκ μέρους του. Τέλος, ο κ. Χαραλαμπίδης παρουσιάζει αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος στην Αγωγή 5353/04 Ε.Δ. Λευκωσίας και την Απόφαση σε αυτή ημ. 27.3.12, ως Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα. Αυτή η Αγωγή ηγέρθη από την Καθ΄ ης εναντίον του Αιτητή, της Ιωάννας Κυριακίδου και της εδώ Ενάγουσας (ως εκεί Εναγομένων 1-3 αντίστοιχα) και αφορά τη συμφωνία μεταξύ Καθ΄ ης και Αιτητή υπό την εγγύηση των λοιπών Εναγομένων με αξίωση ποσού δυνάμει συμφωνίας και ή ως υπόλοιπο λογαριασμού. Είναι γεγονός πως στην Αγωγή γίνεται αναφορά σε κοινό λογαριασμό του Αιτητή και της Ενάγουσας, για τον οποίο ο κ. Χαραλαμπίδης αναφέρει πως αυτός είναι ο προσωπικός λογαριασμός του Αιτητή ενώ οι μόνοι κοινοί λογαριασμοί είναι διαφορετικοί και είναι αυτοί που αναφέρονται στην παρούσα Αγωγή. Το Δικαστήριο εξέδωσε Απόφαση υπέρ της εκεί Ενάγουσας (Καθ΄ ης) και εναντίον του εκεί Εναγομένου 1 (Αιτητή) ενώ η Αγωγή απερρίφθη εναντίον των άλλων δύο Εναγομένων. Στα πλαίσια της Αγωγής ο Αιτητής εκπροσωπείτο από το δικηγορικό γραφείο Ρίκκου Ερωτοκρίτου. Αυτά τα δεδομένα ουδόλως αντικρούονται από την Καθ΄ ης η οποία περιορίζεται στην ύπαρξη υπέρμετρης καθυστέρησης και παντελούς έλλειψης δικαιολογίας στην υποβολή του σχετικού αιτήματος. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως εκείνη η Αγωγή εκκρεμούσε από το
- Όμως σημαντικό είναι το γεγονός της έκδοσης Απόφασης, το οποίο και παρέχει πλέον το δικαίωμα στον Αιτητή να προβάλει τον νομικό ισχυρισμό περί δεδικασμένου στη βάση του ότι η όποια απαίτηση της Καθ΄ ης εναντίον του έχει τελεσίδικα και οριστικά αποφασιστεί στα πλαίσια της Αγωγής του
- Η εν λόγω Απόφαση εκδόθηκε το 2012, επομένως το Δικαστήριο διαπιστώνει πως αυτό το γεγονός ήταν έκτοτε εις γνώσιν των τότε δικηγόρων του. Έχει ήδη λεχθεί πως ο Αιτητής προβάλλει ως ένα εκ των λόγων για την υποβολή της υπό κρίση Αίτησης σε αυτό το στάδιο την παραδρομή, αβλεψία και παράλειψη. Το Δικαστήριο επισημαίνει πως η πλευρά της Καθ΄ ης τελικώς αναγνωρίζει ότι αυτός είναι λόγος που προβάλλεται από τον Αιτητή προς υποστήριξη της Αίτησης, πλην όμως ισχυρίζεται πως τα ανωτέρω γεγονότα που επικαλείται δεν προέκυψαν μετά την καταχώριση της τροποποιημένης Υπεράσπισης. Το Δικαστήριο έχει ήδη προβεί στις δικές του διαπιστώσεις επί αυτού του ζητήματος. Η Καθ΄ ης ισχυρίζεται επίσης πως ο Αιτητής παραλείπει να διασαφηνίσει ποια γεγονότα δεν συμπεριλήφθηκαν στην αρχική Υπεράσπιση εκ παραδρομής ή αβλεψίας και ποια γεγονότα προέκυψαν μετά την καταχώριση της τροποποιημένης Υπεράσπισης. Το Δικαστήριο θεωρεί πως αυτή η θέση δεν βρίσκει έρεισμα στα όσα αναφέρει ο Αιτητής. Είναι σαφές από όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω πως ο κ. Χαραλαμπίδης παραπέμπει σε συγκεκριμένα γεγονότα προβάλλοντας τις θέσεις του επί αυτών οι οποίες έτυχαν αξιολόγησης από το Δικαστήριο. Είναι δε αυτονόητο πως τελικώς τα δεδομένα που δεν θα μπορούσαν να βρίσκονται εις γνώσιν της πλευράς του Αιτητή πριν την καταχώριση της αρχικής Υπεράσπισης του είναι οι Αποφάσεις στις Αγωγές 1852/08 και 3535/04, καθότι αυτές εκδόθηκαν μεταγενέστερα. Είναι γεγονός ότι παρατηρείται μεγάλη, πολυετής, καθυστέρηση στην υποβολή του υπό κρίση αιτήματος, πολύ μεγαλύτερη όσον αφορά το θέμα της νομιμότητας και λιγότερη όσον αφορά το δεδικασμένο. Όμως ο χρόνος είναι στοιχείο το οποίο αξιολογείται και συνυπολογίζεται λαμβάνοντας υπόψιν κυρίως τη φύση της αιτούμενης τροποποίησης και την ύπαρξη ή μη κακοπιστίας εκ μέρους του αιτητή. Αναφορικά με τον χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Astor Co. κ.ά. v. A & G Leventis Ltd. κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, στην οποία λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός, δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας, όπως και οι υπόλοιποι παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Στις περιπτώσεις που υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην υπόθεση Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, κρίθηκε ότι η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Φοινιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd. κ.ά.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση. Ιδιαίτερα καθοδηγητική είναι η πιο πρόσφατη υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, στην οποία αναφέρθηκε ότι «ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι . να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους.» Αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου πως οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν κυρίως νομικά θέματα τα οποία άπτονται της νομιμότητας και εγκυρότητας της επίδικης συμφωνίας και των επίδικων πράξεων, καθώς και της νομιμοποίησης της Καθ΄ ης στην έγερση απαίτησης εναντίον του Αιτητή. Αναμφίβολα αυτά τα θέματα είναι αρκετά σοβαρά και επηρεάζουν άμεσα τη δυνατότητα της Καθ΄ ης να εγείρει την αξίωση της εναντίον του Αιτητή αλλά και των υπολοίπων Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων. Επίσης οι αιτούμενες τροποποιήσεις περιλαμβάνουν και εξειδικευμένους ισχυρισμούς αναφορικά με την τυχόν ευθύνη του Αιτητή οι οποίοι και πάλι είναι σημαντικοί όσον αφορά την πιθανότητα επιτυχίας της Καθ΄ ης στις αξιώσεις της εναντίον του. Ως εκ τούτου, στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο καταλήγει πως οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι άκρως σχετικές με τα επίδικα θέματα της Απαίτησης της Καθ΄ ης και αφορούν ουσιώδεις ισχυρισμούς οι οποίοι ως τέτοιοι κρίνονται πως θα πρέπει να περιλαμβάνονται και εκδικαστούν στα πλαίσια της υπόθεσης. Το Εφετείο προέβη σε ανάλογη διαπίστωση στην υπόθεση Παφίτης & Υίοι Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 745, στην οποία τονίστηκε πως «Tα συμφέροντα των διαδίκων και ταυτόχρονα της δικαιοσύνης, εξυπηρετούνται με το να τεθούν όλα τα αναγκαία στοιχεία ενώπιον του δικαστηρίου, πράγμα που φαίνεται ότι πρωτίστως στόχευε η έγκριση της αίτησης από το πρωτόδικο δικαστήριο». Παρά το μεγάλο χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από την καταχώριση της αρχικής Υπεράσπισης μέχρι και την υποβολή της υπό κρίση Αίτησης, η όλη διαδικασία της παρούσας Αγωγής αναλώθηκε σε ενδιάμεσες διαδικασίες, οι οποίες αφορούσαν ενδιάμεσα διατάγματα, αποκαλύψεις, περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες, ανταλλαγή και καταχώριση δικογράφων και αιτήματα για αναστολή της διαδικασίας με αποτέλεσμα την έκδοση διαφόρων ενδιάμεσων αποφάσεων. Ακολούθησε η αίτηση της Καθ΄ ης για τροποποίηση η οποία επέβαλε την καταχώριση νέων τροποποιημένων δικογράφων. Σε εκείνο το στάδιο προέκυψε η αναγκαιότητα αιτήματος για παράταση του χρόνου καταχώρισης του τροποποιημένου δικογράφου του Αιτητή για τους λόγους που εξηγούνται στην ανάλογη αίτηση. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του κ. Χαραλαμπίδη, είναι κατά τη μελέτη από τους δικηγόρους του Αιτητή που διεφάνη η ανάγκη για τις υπό κρίση αιτούμενες τροποποιήσεις. Η περιγραφόμενη ανωτέρω πορεία της διαδικασίας αλλά και η όλη συμπεριφορά των δικηγόρων του Αιτητή ουδόλως καταδεικνύουν κακοπιστία, πλην όμως αποδίδουν στην πλευρά του αμέλεια και παράλειψη των δικηγόρων του να προβάλουν βασικούς και σοβαρούς νομικούς ισχυρισμούς οι οποίοι κρίνονται αναγκαίοι για τη δίκαιη και αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων της παρούσας υπόθεσης. Παρόλο το μακρό της καθυστέρησης, εντούτοις τα δεδομένα της υπόθεσης συνηγορούν υπέρ της διαπίστωσης ότι πρόκειται για μια γνήσια προσπάθεια του Αιτητή να περιλάβει αυτούς τους ισχυρισμούς στο δικόγραφο του. Έτσι και ο λόγος ένστασης πως η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας κρίνεται αβάσιμος. Σχετική και επί αυτού του θέματος είναι η υπόθεση Παφίτης & Υίοι Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω), στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: «Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη. . Όμως, ακόμη και αν η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια, με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον μας στοιχεία που να δείχνουν ή από τα οποία εμείς να συμπεράνουμε ότι σκόπιμα καθυστέρησε η καταχώρηση της αίτησης με απώτερο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής.» Ο ισχυρισμός του Αιτητή πως η τροποποίηση του δικογράφου της Καθ΄ ης ήταν ουσιαστική αντικρούεται από την πλευρά της Καθ΄ ης η οποία εισηγείται πως η τροποποίηση αφορούσε τη διόρθωση μόνο αριθμητικών λαθών και την προσθήκη διευκρινιστικών λεπτομερειών επί των επίδικων θεμάτων τα οποία ηγέρθησαν στο αρχικό της δικόγραφο. Το Δικαστήριο επισημαίνει πως δεν υπήρξε ένσταση στο εν λόγω αίτημα της Καθ΄ ης και εν πάση περιπτώσει θεωρεί πως η φύση εκείνων των τροποποιήσεων ουδόλως αφορά την παρούσα διαδικασία. Επίσης η Καθ΄ ης ισχυρίζεται πως με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρείται η καταχώριση νέου δικογράφου Υπεράσπισης με εξ ολοκλήρου νέους ισχυρισμούς, εκτροχιάζοντας έτσι τα επίδικα θέματα όπως αυτά ήταν διαμορφωμένα εδώ και αρκετά χρόνια. Το Δικαστήριο επισημαίνει πως οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν κυρίως νομικά ζητήματα και ισχυρισμούς οι οποίοι ουδόλως εκτροχιάζουν την πορεία της υπόθεσης ή δημιουργούν πολυπλοκότητα στα επίδικα θέματα. Άλλωστε όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Παφίτης & Υίοι Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω): «Οι Εφεσείοντες προβάλλουν επίσης στα πλαίσια του τρίτου λόγου έφεσης, ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έπρεπε να επιτρέψει την τροποποίηση, εφόσον με αυτή προστίθεντο νέες βάσεις υπεράσπισης. Συνήθως η συγκεκριμένη ένσταση εγείρεται σε περιπτώσεις που γίνεται προσπάθεια να προστεθούν νέες βάσεις αγωγής εντελώς διαφορετικές από τις αρχικές, κάτι το οποίο θεωρείται ότι τείνει να περιπλέξει τα επίδικα θέματα. Ορισμένες φορές μάλιστα, οι νέες αιτίες αγωγής ενδέχεται να έχουν παραγραφεί. Όμως η προσθήκη νέων υπερασπίσεων, δεν έχει την ίδια δυναμική, εφόσον ο ενάγων έχει πάντοτε τη δυνατότητα να αντικρούσει τους όποιους ισχυρισμούς, με την Απάντησή του στην Υπεράσπιση (βλ. Σύγγραμμα Annual Practice 1958, σελ. 627). Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η οποία δεν έχει παραγραφεί, η οποία θεωρείται πολύ πιο σοβαρή δικονομική ενέργεια από την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη, αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία (βλ. Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707).» Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης σοβαρά υπόψιν πως η ακρόαση της Αγωγής δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, στάδιο στο οποίο διατηρεί ευρεία ευχέρεια να επιτρέψει τροποποίηση όταν αυτό θεωρείται αναγκαίο. Τέλος, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν και το γεγονός ότι η Αγωγή καταχωρίστηκε το 2007 σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος που επιτάσσουν τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος - βλ. Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα (ανωτέρω) και Φοινιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd. κ.ά. (ανωτέρω). Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο καταλήγει πως η έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης δεν προκαλεί τέτοιον επηρεασμό στα δικαιώματα της Καθ΄ ης που δεν μπορεί να θεραπευτεί με την ανάλογη διαταγή για έξοδα. IV. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, η παρούσα Αίτηση επιτυγχάνει. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της Υπεράσπισης του Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένου 2 στην τροποποιημένη δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημ. 4.3.15 Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της Εναγομένης - Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας ως οι παρ. Α και Β της Αίτησης. Η τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός 20 ημερών από σήμερα και αντίγραφο να παραδοθεί στους υπόλοιπους διαδίκους αυθημερόν. Τυχόν Απάντηση στην τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός περαιτέρω 20 ημερών από την καταχώριση της τελευταίας και αντίγραφο να παραδοθεί στους υπόλοιπους διαδίκους αυθημερόν. Όσον αφορά τα έξοδα της Αίτησης λαμβάνοντας υπόψιν αφενός, ότι η Εναγομένη - Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα καταχώρισε ένσταση και προχώρησε σε ακρόαση και αφετέρου, ότι για τους Εξ Αναταπαιτήσεως Εναγόμενους 3 και 4 ήταν αρκετή μια εμφάνιση για να δηλώσουν τη θέση τους, κρίνω ορθό όπως επιδικαστεί για την πρώτη το σύνολο αυτών και για τους δεύτερους μέρος αυτών. Ως εκ τούτου: (i) Επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης - Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας - Καθ΄ ης, και εναντίον του Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένου 2 - Αιτητή τα έξοδα τόσο της παρούσας Αίτησης όσο και αυτά που παραμερίζονται λόγω της τροποποίησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της Αγωγής. (ii) Επιδικάζονται υπέρ των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 3 και 4 - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον του - Αιτητή Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένου 2 - Αιτητή έξοδα αναφορικά μόνο με τη δικάσιμο 15.6.15 (κατά την οποία δήλωσαν πως δεν έφεραν ένσταση στην Αίτηση) καθώς επίσης και αυτά που παραμερίζονται λόγω της τροποποίησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της Αγωγής. (Υπ.) Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής E.E./Α.Λ.Ο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο