Συλβάνα Ελευθεριάδου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αγωγή αρ.: 183/2015, 23/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A121 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 183/2015 Μεταξύ: Συλβάνα Ελευθεριάδου Ενάγουσα -και- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων ---------------- Αίτηση ημερ. 21.1.2015 για προσωρινά διατάγματα Ημερομηνία: 23 Φεβρουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κ. Μ. Χριστοφόρου Για την Εναγόμενη/Καθ'ης η Αίτηση: κα Κλ. Πολυβίου ---------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα ήταν πελάτιδα της πρώην Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (στη συνέχεια «η Λαϊκή Τράπεζα»), η οποία, όπως είναι γνωστό, τέθηκε υπό καθεστώς εξυγίανσης, με βάση των Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013 (Ν.17
(1)/2013), ενώ με βάση το Διάταγμα 104/2013 συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις της μεταφέρθηκαν στην Εναγόμενη Τράπεζα. Η Ενάγουσα, ως ισχυρίζεται, διατηρούσε διάφορους λογαριασμούς στη Λαϊκή Τράπεζα, ανάμεσα στους οποίους και τον λογαριασμό υπ' αρ. 008-09Ι047583, ο οποίος στις 14.03.2013 παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο ύψους €2.091.177,
- Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι στις 14.3.2013, έδωσε εντολή στη Λαϊκή Τράπεζα για τη μεταφορά του υπολοίπου που ήταν κατατεθειμένο στον πιο πάνω λογαριασμό, σε συγκεκριμένο λογαριασμό της στην Ελληνική Τράπεζα. Στην πιο πάνω εντολή της δεν έλαβε απάντηση, εφόσον ακολούθησαν τα γνωστά γεγονότα με την κατάρρευση της Κυπριακής Οικονομίας και τη θέσπιση του αναφερθέντος Νόμου Περί Εξυγίανσης. Θεωρώντας αντισυμβατική και αδικαιολόγητη την παράλειψη της Λαϊκής Τράπεζας να συμμορφωθεί με την εντολή της, καταχώρισε εναντίον της και άλλων προσώπων την αγωγή αρ. 2213/2013, στα πλαίσια της οποίας εξασφάλισε μονομερώς προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους εκεί Εναγόμενους να αποξενώσουν και/ή απομειώσουν το ποσό των €2.091.177,81, πλέον τόκους. Το υπό αναφοράν προσωρινό διάταγμα εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Η Λαϊκή Τράπεζα καταχώρισε ένσταση, υποστηρίζοντας ότι έχει συντελεστεί απομείωση του ποσού, ένεκα εφαρμογής της νομοθεσίας και των Διαταγμάτων που εκδόθηκαν για την εξυγίανση των Τραπεζών. Η Ενάγουσα υποστηρίζει πως κατά την προετοιμασία για την ακρόαση της αίτησης για το προσωρινό διάταγμα, διαπίστωσε πως το επίδικο ποσό έχει μεταφερθεί από τη Λαϊκή Τράπεζα στην Εναγόμενη Τράπεζα και βρίσκεται κατατεθειμένο στο λογαριασμό με αρ. 357009764521 (στη συνέχεια «ο επίδικος λογαριασμός»). Της αποστάληκαν, μάλιστα, από την Εναγόμενη καταστάσεις λογαριασμού, στις οποίες παρουσιάζεται στον επίδικο λογαριασμό το ποσό που ήταν κατατεθειμένο στην Εναγόμενη Τράπεζα καθώς και οι τόκοι. Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 3, 4 και 5 που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της που υποστηρίζει την αίτηση για προσωρινό διάταγμα στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Ενόψει της πιο πάνω εξέλιξης, την οποία δεν γνώριζε, ως αναφέρει, προηγουμένως, έδωσε οδηγίες για καταχώριση νέας αγωγής εναντίον της Τράπεζας Κύπρου για να διαφυλαχθεί το ποσό της κατάθεσης της. Στις 21.1.2015 καταχωρίστηκε από την Ενάγουσα η πιο πάνω αγωγή, με την οποία διεκδικεί από την Εναγόμενη το ποσό που βρίσκεται πλέον κατατεθειμένο στον επίδικο λογαριασμό, μετά από την μεταφορά του από την Λαϊκή Τράπεζα. Την ίδια ημέρα καταχώρισε την επίδικη αίτηση, με την οποία ζητά την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων τα οποία να εμποδίζουν την Εναγόμενη από του να μεταφέρει, απομειώσει ή μεταβάλει καθ' οιονδήποτε τρόπο το επίδικο ποσό μαζί με τους τόκους. Το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για επίδοση της αίτησης στην Εναγόμενη, η οποία καταχώρισε ένσταση, υποστηρίζοντας πως η Ενάγουσα δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της. Σε κάθε όμως περίπτωση, ισχυρίζεται ότι το επίδικο ποσό δεν εμπίπτει στα περιουσιακά στοιχεία τα οποία μεταφέρθηκαν στην Εναγόμενη Τράπεζα, με βάση τις πρόνοιες του Περί Εξυγίανσης Νόμου και του Διατάγματος Κ.Δ.Π. 104/
- Υποστηρίζει ότι τα Διατάγματα που έχουν εκδοθεί είναι νόμιμα και εκτελεστά και εγείρει σειρά προδικαστικών ενστάσεων. Επί πλέον υποστηρίζει πως η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και πολλαπλότητα διαδικασιών, ενόψει της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος στην αναφερθείσα αγωγή αρ. 2213/
- Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων, με παραπομπές στη γνωστή επί του θέματος νομολογία. Ο συνήγορος της Ενάγουσας υποστήριξε πως συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Εφόσον επεσήμανε, το ποσό της κατάθεσης της Ενάγουσας, αποδεδειγμένα μεταφέρθηκε στον επίδικο λογαριασμό, θα πρέπει να διασφαλιστεί η διατήρηση του, με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Εκ των πραγμάτων, υποστήριξε, το ποσό της κατάθεσης της Ενάγουσας δεν έχει απομειωθεί, αφού μεταφέρθηκε ολόκληρο από τη Λαϊκή Τράπεζα στην Εναγόμενη, όπως επιμαρτυρείται από τα Τεκμήρια 4 και
- Ουδένα, συνεπώς, δικαίωμα, εισηγήθηκε ο συνήγορος, έχει η εναγόμενη να κατακρατά τα χρήματα της αλλά αντίθετα έχει υποχρέωση να καταβάλει ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, μαζί με τους τόκους, που βρίσκονται κατατεθειμένα στον επίδικο λογαριασμό. Το ισοζύγιο της ευχέρειας, κατέληξε ο συνήγορος, συνηγορεί υπέρ της έκδοσης των διαταγμάτων ώστε να διατηρηθεί το status quo ante. Η συνήγορος της Εναγόμενης υποστήριξε με τη σειρά της πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
- Παραπέμποντας στις πρόνοιες του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου και του Διατάγματος 104/13, εισηγήθηκε πως η αξίωση της Ενάγουσας είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Σε κάθε περίπτωση, εισηγήθηκε, δεν συντρέχει το τρίτο κριτήριο αφού δεν υπάρχει μαρτυρία για αδυναμία απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Τα αιτούμενα διατάγματα, επεσήμανε η συνήγορος, είναι αντίθετα με τα αποφασισθέντα στην υπόθεση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μυρτώ Χριστοδούλου κ.α. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.ά,
(2013)3 Α.Α.Δ.
- Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρύτατα γνωστές. Καθώς έχει νομολογηθεί, ο Αιτητής οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι:
- Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση,
- με ορατή πιθανότητα επιτυχίας και
- εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις αναλύθηκαν και ερμηνεύθηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, (βλ. ανάμεσα σε άλλες, Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Πέραν των πιο πάνω προϋποθέσεων, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας, (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 152). Έχει επίσης νομολογηθεί πως στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων επί του πραγματικού και νομικού υποβάθρου των επιδίκων θεμάτων (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. v. Χριστόφορου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Όπως υποδείχθηκε στην Τ.Α. Micrologic Comp. Consult. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1802), στην ενδιάμεση αυτή διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Έχω εξετάσει την αίτηση υπό το πρίσμα των πιο πάνω νομικών αρχών, έχοντας υπόψη τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Το αίτημα κρίνεται εντελώς αδικαιολόγητο, για τους ακόλουθους λόγους: Είναι παραδεκτό ότι κατά τον επίδικο χρόνο, η Ενάγουσα διατηρούσε την επίδικη κατάθεση της σε λογαριασμό της Λαϊκής Τράπεζας, η οποία τέθηκε υπό καθεστώς εξυγίανσης δυνάμει του Νόμου 17
(1)/
- Για την κατ' ισχυρισμόν παράλειψη της Λαϊκής Τράπεζας να εκτελέσει την εντολή της Ενάγουσας για μεταφορά της κατάθεσης στην Ελληνική Τράπεζα, κατεχωρήθη άλλη αγωγή, στα πλαίσια της οποίας η Ενάγουσα εξασφάλισε διάταγμα το οποίο απαγορεύει στη Λαϊκή Τράπεζα να προχωρήσει με απομείωση του ποσού. Είναι φανερό ότι η «λογιστική», όπως υποστηρίζει η Εναγόμενη, μεταφορά της επίδικης κατάθεσης από τη Λαϊκή στην Τράπεζα Κύπρου (Εναγόμενη), οφείλεται αποκλειστικά στην υποχρέωση τους για συμμόρφωση με το υπό αναφοράν προσωρινό διάταγμα. Ουδεμία άλλη νόμιμη αιτία υπήρχε για τη μεταφορά του ποσού της κατάθεσης της Ενάγουσας, από τη Λαϊκή στην Εναγόμενη Τράπεζα. Τέτοια εντολή, δεν υποστηρίχθηκε από την Ενάγουσα ότι δόθηκε, πλην της εντολής για μεταφορά του ποσού στη Ελληνική Τράπεζα. Όπως ορθά υποδείχθηκε από τη συνήγορο της Εναγόμενης, στην Τράπεζα Κύπρου δεν μπορούσε να μεταφερθεί ποσό πέραν των €100.000, με βάση τις πρόνοιες της Κ.Δ.Π. 104/
- Ο μόνος λόγος, συνεπώς, που παρουσιάζεται η κατάθεση στον επίδικο λογαριασμό, είναι η ύπαρξη του αναφερθέντος προσωρινού διατάγματος. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν θα μπορούσαν να επιτύχουν οι αξιώσεις της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης. Υποδεικνύεται, συναφώς, πως η όποια αξίωση, πέραν του εξασφαλισμένου ποσού των €100.000, είναι αντίθετη με τις διαπιστώσεις της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην αναφερθείσα υπόθεση Μυρτώ Χριστοδούλου, στην οποία λέχθηκαν, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα: «Βεβαίως, δεν πρέπει να λησμονείται ότι το αντικείμενο των αστικών διαδικασιών δεν μπορεί να είναι άλλο παρά η όποια χρηματική ζημία στους καταθέτες κατέστη προκύπτουσα από ενέργειες των τραπεζών, της Πολιτείας ή των εμπλεκομένων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων. Και το ζητούμενο θα είναι, σε τελευταία ανάλυση, αυτό που το ίδιο το Άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου προνοεί, εκφράζοντας, όπως είπαμε, πάγιες νομικές αρχές - το κατά πόσο η ζημία στους καταθέτες είναι μεγαλύτερη από αυτή που θα υφίσταντο αν τα διατάγματα δεν είχαν εκδοθεί και οι τράπεζες είχαν αφεθεί στην πορεία τους. Δεν θα μπορούσαν δηλαδή οι καταθέτες να ευρίσκονται σε δυσμενέστερη εκείνης θέση, όπως όμως δεν θα μπορούσαν να ευρίσκοντο ποτέ και σε ευνοϊκότερη - και τούτο πρέπει να είναι συνεχώς υπ' όψη, διότι είναι τα δεδομένα που αφορούν την κατάσταση των τραπεζών κατά το χρόνο των Διαταγμάτων που καθορίζουν και την πραγματική αξία των καταθέσεων κατά το χρόνο εκείνο, με κυρίαρχο στοιχείο ότι οι καταθέτες δεν είναι παρά πιστωτές της τράπεζας.» Ανεξάρτητα, όμως από τα ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει βάσιμη την εισήγηση της Εναγόμενης πως δεν έχει καταδειχθεί κίνδυνος πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στην Ενάγουσα, στην περίπτωση που δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στη σελίδα 38 της αναφερθείσας υπόθεσης Μυρτώ Χριστοδούλου κ.α.: «Η σχέση καταθέτη και Λαϊκής είναι εκείνη πιστωτή και οφειλέτη. Ο καταθέτης ουσιαστικά παραδίδει τα χρήματα του στην τράπεζα, τα οποία και απορροφούνται στο όλο ενεργητικό της ως δικά της πλέον περιουσιακά στοιχεία, και η τράπεζα οφείλει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσης του, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης κατάθεσης. Ο λογαριασμός του με την Τράπεζα δεν του δίδει δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα παρά μόνο συνιστά ακριβώς το δούναι και λαβείν του, ως λογαριασμού, με την τράπεζα, υπό τη μορφή της καταγεγραμμένης κατάστασης της συμβατικής τους σχέσης. Η θέση του καταθέτη σε θυρίδα της τράπεζας είναι εντελώς διαφορετική, αφού εκείνος διατηρεί την ιδιοκτησία του στα συγκεκριμένα χρήματα ή άλλα αντικείμενα που ευρίσκονται στη θυρίδα. Ο μέτοχος της τράπεζας διαφέρει βεβαίως από τον καταθέτη κατά το ότι είναι ιδιοκτήτης αναλόγου μεριδίου της περιουσίας της τράπεζας, ο όποιος δικός του όμως επηρεασμός θα μπορούσε να συναρτάτο μόνο προς επηρεασμό των ίδιων των μετοχών του.» Στην εξεταζόμενη υπόθεση, δεν υπήρξε ισχυρισμός από την Ενάγουσα πως η Εναγόμενη δεν θα ήταν σε θέση να την αποζημιώσει με το ποσό της επίδικης κατάθεσης, στην περίπτωση που επιτύχει στις αξιώσεις της. Ως εκ των ανωτέρω, η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, αλλά να είναι πληρωτέα στο τέλος. (Υπ.) ............. Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο