← Κύπρος

Αίτηση από τον κ. Μάριο Καλλία, Παραλήπτη-Διαχειριστή της εταιρείας Intercosmetics Limited, Αρ. Αίτησης: 42/2015, 29/2/2016

Αίτηση από τον κ. Μάριο Καλλία, Παραλήπτη-Διαχειριστή της εταιρείας Intercosmetics Limited, Αρ. Αίτησης: 42/2015, 29/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A144 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 42/2015 Αναφορικά με την εταιρεία Intercosmetics Limited και Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, όπως τροποποιήθηκε και Αίτηση από τον κ. Μάριο Καλλία, Παραλήπτη-Διαχειριστή της εταιρείας Intercosmetics Limited Αίτηση ημ. 27 Ιανουαρίου 2015 για Οδηγίες δυνάμει του άρθρου 337 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 Ημερομηνία: 29 Φεβρουαρίου 2016 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Μ. Τσικουρής με κ. Τ. Χρυσικό για Σ. Α. Ευαγγέλου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Έφορο Φορολογίας: κα Μ. Κοτσώνη για Γενικόν Εισαγγελέα Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής ζητά τα ακόλουθα: (
  2. i)Διάταγμα και ή Οδηγίες και ή Δήλωση ότι το ποσό των €21.970,90 το οποίο αντιπροσωπεύει φόρους, επιβαρύνσεις και τόκους αναφορικά με το φορολογικό έτος 1999 και το οποίο η εταιρεία Intercosmetics Ltd (εφεξής «η εταιρεία») όφειλε κατά τον διορισμό του ιδίου ως Παραλήπτη-Διαχειριστή της εταιρείας και το οποίο (ο Αιτητής) πλήρωσε περί τον Δεκέμβριο του 2009 αποτελεί προνομιακό χρέος (preferential debt) σύμφωνα με το άρθρο 300 του Κεφ. 113. (
  3. ii)Επιπρόσθετα και ή διαζευκτικά Διάταγμα και ή Οδηγίες και ή Δήλωση ότι ο Έφορος Φορολογίας δεν δικαιούται να αξιώσει ως προνομιακά χρέη άλλους φόρους τους οποίους η εταιρεία όφειλε κατά την ημερομηνία διορισμού του Αιτητή ως Παραλήπτη-Διαχειριστή πέραν του προαναφερθέντος ποσού των €21.970,90. (iii) Επιπρόσθετα και ή διαζευκτικά Διάταγμα και ή Οδηγίες και ή Δήλωση αναφορικά με το ποιοι από τους οφειλόμενους, κατά την ημερομηνία διορισμού του Παραλήπτη-Διαχειριστή, φόρους αποτελούν προνομιακά χρέη σύμφωνα με το άρθρο 300 του Κεφ. 113. Η Αίτηση βασίζεται στα άρθρα 2 και 337 του Κεφ. 113, στους Καν. 2, 3, 6(
  4. w)και 12 των περί Εταιρειών Κανονισμών και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Παραλήπτη-Διαχειριστή στην οποία αναφέρει ότι περί τον Δεκέμβριο του 2009 πλήρωσε το επίδικο ποσό των €21.970,90 μαζί με άλλα ποσά, στα πλαίσια διαδικασίας πώλησης και μεταβίβασης ακίνητης περιουσίας της εταιρείας και ότι η πληρωμή τους ήταν αναγκαία για την έκδοση σχετικού πιστοποιητικού φορολογικής απαλλαγής ούτως ώστε να είναι δυνατή η ολοκλήρωση της μεταβίβασης του ακινήτου. Αναφέρει επίσης πως το ποσό των €21.970,90 αντιπροσωπεύει φόρους, τόκους και επιβαρύνσεις για το έτος 1999, για το οποίο ο Έφορος εξέδωσε βεβαίωση, ενώ πλήρωσε επίσης ποσό €56.319,36 ως φόρο κεφαλαιουχικών κερδών και ποσό €14.765,34 ως φόρο ακίνητης ιδιοκτησίας, επιβαρύνσεις και τόκους. Ισχυρίζεται περαιτέρω πως στις 11.3.14 πλήρωσε το συνολικό ποσό των €200.952,60, το οποίο αντιπροσώπευε οφειλόμενους φόρους, τόκους και επιβαρύνσεις αναφορικά με το φορολογικό έτος 2009, οι οποίοι είχαν καταστεί πληρωτέοι κατά τους 12 μήνες πριν τον διορισμό του. Ισχυρίζεται ακόμη πως αυτές οι πληρωμές αποτελούν προνομιακά χρέη δυνάμει του άρθρου 300 του Κεφ. 113 και ουσιαστικά ζητά τις οδηγίες του Δικαστηρίου ότι οι υπόλοιποι οφειλόμενοι φόροι δεν αποτελούν προνομιακά χρέη, ούτως ώστε να προχωρήσει στην ικανοποίηση των υπόλοιπων πιστωτών της εταιρείας κατά σειρά προτεραιότητας δυνάμει του εν λόγω άρθρου. Η ένσταση η οποία καταχωρίστηκε από τον Έφορο Φορολογίας έχει την ίδια νομική βάση ως η Αίτηση και επίσης περιλαμβάνει το άρθρο 9 του περί Τμήματος Φορολογίας Ν. 70(Ι)/14, το άρθρο 29 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60και τη Δ.48 θ.1-4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: 1. Η Αίτηση στερείται ουσιαστικού και νομικού ερείσματος και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. 2. Το Δικαστήριο είναι καθ΄ ύλην αναρμόδιο να εκδικάσει τέτοια Αίτηση. 3. Ο ενόρκως δηλών δεν έχει εξουσία και ή δεν είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση της Αίτησης. 4. Η νομική βάση της Αίτησης είναι παράτυπη και λανθασμένη. 5. Ο Αιτητής ζητά αντινομικές και παράλογες αξιώσεις με σκοπό να μην εξοφλήσει τα οφειλόμενα χρέη της εταιρείας προς την Κυπριακή Δημοκρατία. 6. Η ένορκη δήλωση της Αίτησης είναι γενική και αόριστη και δεν αποκαλύπτει καλό λόγο για την έγκριση αυτής. 7. Η αιτούμενη θεραπεία υπ΄ αρ. (
  5. i)δεν ευσταθεί καθότι το ποσό απαιτείται λόγω του ότι η ιδιοκτησία της εταιρείας έχει επιβαρυνθεί με την πληρωμή των οφειλόμενων φόρων δυνάμει δικαστικής απόφασης σύμφωνα με τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, και έτσι το εν λόγω ποσό δεν μπορεί να θεωρείται προνομιακό. 8. Η αιτούμενη θεραπεία υπ΄ αρ. (
  6. ii)αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και ή δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αφού το τι συνιστά προνομιακό χρέος ορίζεται ρητά στο άρθρο 300 του Κεφ. 113. 9. Η αιτούμενη θεραπεία υπ΄ αρ. (iii) είναι επίσης καταχρηστική και υπερβαίνει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. 10. Η Αίτηση γίνεται κακόπιστα, επιπόλαια και καταχρηστικά με μοναδικό σκοπό την αποφυγή αποπληρωμής των χρεών προς την Κυπριακή Δημοκρατία. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Κλέλιας Παπαδοπούλου, Λειτουργού στο Τμήμα Φορολογίας. Βασική θέση της ενόρκως δηλούσας είναι πως το επίδικο ποσό των €21.970,90, καθώς επίσης και οι υπόλοιποι οφειλόμενοι φόροι δεν αποτελούν προνομιακά χρέη αλλά οφειλές δυνάμει δικαστικών αποφάσεων υπέρ του Εφόρου Φορολογίας για τις οποίες ο Έφορος κατέθεσε εμπράγματα βάρη (memo) επί της ακίνητης περιουσίας της εταιρείας. Έτσι ισχυρίζεται πως η πληρωμή των οφειλόμενων φόρων είναι αναγκαία για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση των ακινήτων, με βάση τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, και πως το άρθρο 300 του Κεφ. 113 δεν τυγχάνει εφαρμογής. Κατόπιν ενδιάμεσης απόφασης ο Αιτητής καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Κατά την ακρόαση της Αίτησης οι δικηγόροι περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις. Ι. Πραγματικό Υπόβαθρο Αίτησης Με βάση τις θέσεις των δύο πλευρών διαφαίνεται πως τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα Αίτηση είναι ως επί το πλείστον κοινώς αποδεκτά. Αυτά έχουν ως ακολούθως: (α) Σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του Αιτητή, στις 14.5.09 αυτός διορίστηκε Παραλήπτης-Διαχειριστής της εταιρείας από την Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως σύμφωνα με τις πρόνοιες δύο κυμαινόμενων επιβαρύνσεων τις οποίες η εταιρεία είχε παραχωρήσει προς όφελος της Τράπεζας. Η επιστολή διορισμού και η σχετική κοινοποίηση αυτού στον Έφορο Εταιρειών αποτελούν τα Τεκμήρια 1 και 2 στην ένορκη δήλωση της Αίτησης αντίστοιχα. Τα δύο Ομόλογα Επιβαρύνσεων επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 3 και 5 (η αναφορά σε Τεκμήριο 4 είναι προφανώς λανθασμένη). (β) Παραμένει επίσης αδιαμφισβήτητος ο ισχυρισμός του Εφόρου πως εκδόθηκαν αποφάσεις υπέρ του και εναντίον της εταιρείας, δυνάμει των οποίων ο Έφορος κατέθεσε εμπράγματα βάρη επί της ακίνητης ιδιοκτησίας της εταιρείας ως εξής: 1) Απόφαση στην Αίτηση 814/08 Ε.Δ. Λευκωσίας η οποία εκδόθηκε στις 23.10.08 για ποσό €203.055,71 πλέον τόκους. Κατατέθηκαν τρία εμπράγματα βάρη στις 17.11.08, 24.11.10 και 14.12.10. 2) Απόφαση στην Αίτηση 998/11 Ε.Δ. Λευκωσίας η οποία εκδόθηκε στις 8.5.12 για ποσό €132.848,93 πλέον τόκους. Κατατέθηκαν τέσσερα εμπράγματα βάρη στις 13.7.12, 19.7.12, 2.4.14 και 17.4.14. 3) Απόφαση στην Αίτηση 810/12 Ε.Δ. Λευκωσίας η οποία εκδόθηκε στις 8.11.12 για ποσό €182.639,55 πλέον τόκους. Κατατέθηκαν τέσσερα εμπράγματα βάρη στις 8.1.13, 16.1.13, 2.4.14 και 4.4.14. Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 1-3 στην ένορκη δήλωση της ένστασης. (γ) Περαιτέρω παραμένει αναντίλεκτος ο ισχυρισμός του Αιτητή πως ο Έφορος απέστειλε στον Αιτητή τις καταστάσεις ημ. 25.5.09, Τεκμήριο 4 (η αναφορά σε Τεκμήριο 5 είναι προφανώς λανθασμένη) και ημ. 20.12.13, Τεκμήριο 6. Αυτές καταδεικνύουν τους οφειλόμενους φόρους από την εταιρεία. (δ) Το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της κας Παπαδοπούλου αναφορικά με τις οφειλές της εταιρείας προς τον Έφορο, καθώς επίσης και το ότι γι΄ αυτές εκδόθηκαν αποφάσεις και καταχωρήθηκαν εμπράγματα βάρη (memo) γίνεται ρητώς παραδεκτό από τον Αιτητή στη συμπληρωματική ένορκη του δήλωση. Επομένως αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου πως η εταιρεία έχει προβεί σε πληρωμές και εξακολουθεί να οφείλει τους φόρους, όπως περιέχονται στις καταστάσεις Τεκμήρια 4 και 5 στην ένορκη δήλωση της ένστασης. Ειδικότερα σημειώνεται πως υπάρχουν οφειλές οι οποίες ήταν πληρωτέες κατά το 2009 και παραμένουν απλήρωτες μέχρι σήμερα ενώ οι φορολογίες που περιέχονται στο Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση στην Αίτηση για τα έτη 2012 και 2013 αφορούν φόρο ακίνητης ιδιοκτησίας, για τις οποίες δεν έχουν κατατεθεί εμπράγματα βάρη. (ε) Είναι επίσης κοινώς αποδεκτό πως ο Αιτητής πλήρωσε στον Έφορο το ποσό των €21.970,90 το οποίο αφορούσε φόρο εισοδήματος, τόκους και επιβαρύνσεις για το φορολογικό έτος 1999 και πως η εν λόγω πληρωμή έγινε στα πλαίσια διαδικασίας πώλησης και μεταβίβασης ακινήτου της εταιρείας με σκοπό την έκδοση φορολογικής απαλλαγής για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του ακινήτου. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί πως η κα Παπαδοπούλου δέχεται την πιο πάνω θέση, όμως ο Αιτητής στη συμπληρωματική ένορκη του δήλωση αναφέρει πως πλήρωσε το εν λόγω ποσό τον Δεκέμβριο του 2009 όταν μεταβίβασε το ακίνητο υποστηρίζοντας ότι αυτό αφορούσε φόρο εισοδήματος, τόκους και επιβαρύνσεις και όχι το ακίνητο. Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο διαπιστώνει κάποια διαφοροποίηση στις θέσεις του Αιτητή μεταξύ της αρχικής και της συμπληρωματικής ένορκης του δήλωσης. Ενώ στην πρώτη συνδέει το ποσό με την έκδοση φορολογικής απαλλαγής στη συμπληρωματική επιχειρεί να τα διαχωρίσει. Γεγονός όμως παραμένει πως η πληρωμή του εν λόγω ποσού εντάσσεται από τον ίδιο τον Αιτητή στο συνολικό ποσό το οποίο ο τελευταίος πλήρωσε για να εκδοθεί πιστοποιητικό φορολογικής απαλλαγής και αποδεσμευτεί το ακίνητο. Επομένως, το Δικαστήριο αποδέχεται πως η πληρωμή του εν λόγω ποσού έγινε στα πλαίσια της διαδικασίας αποδέσμευσης και μεταβίβασης του ακινήτου. Με δεδομένη τη θέση του Αιτητή και την παρουσίαση από τον Έφορο των στοιχείων των αποφάσεων και των επιβαρύνσεων, οι θέσεις του δικηγόρου του Αιτητή αφενός πως απαιτείτο η παρουσίαση εγγράφου που να αποδεικνύει τον ισχυρισμό του Εφόρου ότι η πληρωμή έγινε λόγω οφειλής σε δικαστική απόφαση και αφετέρου πως ο Έφορος δεν αναφέρει σε ποιαν απόφαση αφορά το εν λόγω ποσό και για ποιον λόγο το απαίτησε, κρίνονται ανεδαφικές. (στ) Περαιτέρω παραμένει αναντίλεκτος ο ισχυρισμός του Αιτητή πως στις 11.3.14 πλήρωσε στον Έφορο το συνολικό ποσό των €200.952,60, το οποίο αφορούσε το φορολογικό έτος 2009. Σχετική είναι η απόδειξη είσπραξης φόρων ημ. 11.3.14, Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση της Αίτησης. (ζ) Τέλος, είναι παραδεκτό πως ο Αιτητής απέστειλε στον Έφορο επιστολή ημ. 11.3.14, Τεκμήριο 8, στην οποία ο Έφορος απάντησε με επιστολή ημ. 4.6.14, Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση της Αίτησης. Στο Τεκμήριο 8 ο Αιτητής ζητά όπως ο Έφορος τον ενημερώσει κατά πόσον απαιτεί την πληρωμή οποιασδήποτε φορολογίας που εμπίπτει εντός του άρθρου 300 του Κεφ. 113 και την οποία ο Αιτητής θα πρέπει να καταβάλει δυνάμει του άρθρου 89. Στο Τεκμήριο 9 γίνεται παραπομπή στο άρθρο 300(α)(
  7. ii)του Κεφ. 113 και στο άρθρο 45 του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Ν.4/78, δυνάμει των οποίων ο Έφορος εκφράζει τη θέση πως είτε σε περίπτωση εκκαθάρισης με βάση το άρθρο 300 είτε σε περίπτωση παραλήπτη δυνάμει ομολόγων γενικής επιβάρυνσης «τα παρακρατηθέντα ποσά από εργοδότη ως φόρος από τις αποδοχές υπαλλήλων ικανοποιούνται κατά προτεραιότητα». Στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται επίσης πως στις περιπτώσεις που έχει εγγραφεί απόφαση (memo), τότε το εμπράγματο αυτό βάρος έχει σειρά ανάλογα με την ημερομηνία εγγραφής του στα αρχεία του Κτηματολογίου και πως οι φόροι ακίνητης ιδιοκτησίας και κεφαλαιουχικών κερδών βαρύνουν το ακίνητο και ως εκ τούτου έχουν προτεραιότητα σε περίπτωση μεταβίβασης. Το μοναδικό σημείο επί γεγονότων στο οποίο οι δύο πλευρές διαφωνούν αφορά το πότε έγινε η πληρωμή του ποσού των €21.970,90. Ενώ η θέση του Αιτητή είναι πως αυτή έγινε τον Δεκέμβριο του 2009, η κα Παπαδοπούλου ισχυρίζεται πως η καταβολή του ποσού έγινε στις 11.3.14. Αξίζει να σημειωθεί πως ο Αιτητής, στη συμπληρωματική ένορκη του δήλωση, απορρίπτει τη θέση της κας Παπαδοπούλου και εμμένει στη δική του. Όπως ορθώς επισημαίνει ο δικηγόρος του Αιτητή, το εν λόγω ποσό φέρει κωδικό "300". Αυτό φαίνεται και στις δύο καταστάσεις, Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση της Αίτησης και Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση της ένστασης. Αυτός ο κωδικός αντιστοιχεί με φόρο εισοδήματος, όπως ρητώς αναγράφεται στην τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 6 και στο Τεκμήριο 4 της ένορκης δήλωσης της ένστασης. Στην απόδειξη είσπραξης ημ. 11.3.14, Τεκμήριο 7, τα τρία ποσά τα οποία πληρώθηκαν (συνολικού ύψους €200.952,60) φέρουν άλλους κωδικούς, ήτοι "601" τα πρώτα δύο και "623" το τρίτο, οι οποίοι έχουν διαφορετική περιγραφή και δεν αφορούν φόρο εισοδήματος. Ως εκ τούτου, συνάγεται το εύλογο συμπέρασμα πως το συνολικό ποσό των €200.952,60 που πληρώθηκε στις 11.3.14 δεν αφορά φόρο εισοδήματος και επομένως σε αυτό δεν συμπεριλαμβάνεται το ποσό των €21.970,90, το οποίο προφανώς πληρώθηκε σε άλλη ημερομηνία. Επομένως, ελλείψει οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας το Δικαστήριο αποδέχεται τον ισχυρισμό του Αιτητή πως το ποσό των €21.970,90 καταβλήθηκε τον Δεκέμβριο του 2009. Όπως προκύπτει από όσα αναφέρονται ανωτέρω, στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης η βασική διαφωνία μεταξύ των μερών αφορά τη φύση της πληρωμής του ποσού των €21.970,90 και ειδικότερα κατά πόσον αυτό θεωρείται "προνομιακό χρέος" όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρο 300 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο καλείται στην ουσία να αποφασίσει επί του νομικού αυτού ζητήματος, ήτοι κατά πόσον η πληρωμή του ποσού των €21.970,90 υπό τις συνθήκες που αναφέρονται ανωτέρω εντάσσεται ως προνομιακό χρέος δυνάμει του άρθρου 300 του Κεφ. 113 και να δώσει οδηγίες ως προς το ποιοι οφειλόμενοι φόροι αποτελούν προνομιακά χρέη δυνάμει του ιδίου άρθρου. ΙΙ. Νομική Πτυχή Προς τον σκοπό αυτό ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα Αίτηση με βάση το άρθρο 337

(1)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Το εν λόγω άρθρο προνοεί τα εξής: «337.-
(1)Παραλήπτης ή διαχειριστής της περιουσίας εταιρείας που διορίζεται µε βάση τις εξουσίες που περιέχονται σε οποιοδήποτε έγγραφο δύναται να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για οδηγίες σχετικά µε οποιοδήποτε θέµα που εγείρεται αναφορικά µε την εκτέλεση των καθηκόντων του, και σε οποιαδήποτε τέτοια αίτηση το Δικαστήριο δύναται να δώσει τέτοιες οδηγίες, ή δύναται να εκδώσει τέτοια διαταγή που να δηλώνει τα δικαιώµατα προσώπων ενώπιον του Δικαστηρίου ή διαφορετικά, όπως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο.» Το άρθρο 337 είναι πανομοιότυπο με το Αγγλικό άρθρο 369 του Companies Act 1948 το οποίο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 35 του Insolvency Act 1986. Χρήσιμη καθοδήγηση αναφορικά με τον τρόπο εφαρμογής του εν λόγω άρθρου προσφέρει το σύγγραμμα Company Law, Brenda Hannigan, όπου στη σελ. 734, κάτω από τον τίτλο «Ability to seek Directions from the Court» αναφέρονται τα εξής: «Given the peculiarities of the receiver's position, it is important that it is possible under IA 1986, s 35 for a receiver, or the creditor appointing him, to apply to the court for directions in relation to any particular matter arising in connection with the performance of his functions. This statutory provision is drafted widely and should be given wide scope to ensure that the receiver has easy access to the court to sort out any difficulties which might arise. On such an application, the court may give such directions, or may make such order declaring the rights of persons before the court or otherwise, as it thinks fit.» Στο εν λόγω σύγγραμμα γίνεται παραπομπή στην υπόθεση In re Therm-A-Stor Ltd. (In Administrative Receivership)
(1996)1 W.L.R. 1338, στην οποία αναφέρεται πως το άρθρο 35 επιτρέπει στον Παραλήπτη να αποταθεί στο Δικαστήριο για καθοδήγηση και οδηγίες αναφορικά με τον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων του και πως πρέπει να δίνεται ευρεία ερμηνεία στο εν λόγω άρθρο. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι καθοδηγητικό: «. section 35 allows the Companies Court to be consulted, at the behest of the receiver or persons responsible for his appointment, for guidance or instructions as to the way in which the receiver should perform his functions. In so far as the application is made by the receiver, the primary function of the section is to protect him against subsequent challenges to any controversial actions he may take in carrying out his duties. . . this [s. 35
(1)of the Insolvency Act 1986] is drafted in wide terms and should be given a wide scope. The objective is to allow the receiver, manager or appointer easy access to the court to sort out any difficulty "in connection" with the performance of the receiver's or manager's duties.» Σχετική είναι και η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Νίνου Α. Χατζηρούσου (υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτη της εταιρείας Y. Liasides Developers Ltd)
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1703, η οποία αφορούσε αίτηση διάλυσης της εταιρείας. Σε αυτή αποφασίστηκε πως ο Παραλήπτης-Διαχειριστής δεν είχε δυνατότητα αμφισβήτησης της αίτησης διάλυσης όμως αναγνωρίστηκε η δυνατότητα χρήσης της διαδικασίας του άρθρου 337
(1)από αυτόν επιδιώκοντας οδηγίες από το Δικαστήριο σε θέματα που αφορούν την εκτέλεση των καθηκόντων του. Στην προκειμένη περίπτωση είναι κοινώς αποδεκτό πως ο Παραλήπτης-Διαχειριστής διορίστηκε νομότυπα δυνάμει Ομολόγων εξασφαλισμένων με κυμαινόμενες επιβαρύνσεις. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 89 του Κεφ. 113, σε τέτοια περίπτωση και νοουμένου ότι η εταιρεία δεν βρίσκεται σε εκκαθάριση κατά τον χρόνο διορισμού, όπως ισχύει στην παρούσα, τα χρέη τα οποία πληρώνονται κατά προτεραιότητα των υπολοίπων χρεών σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους V πληρώνονται από ενεργητικό που περιέρχεται εις χείρας του Παραλήπτη με τον ίδιο τρόπο κατά προτεραιότητα οποιασδήποτε αξίωσης για κεφάλαιο ή τόκο αναφορικά με τα χρεωστικά ομόλογα. Το Μέρος V αφορά την "Εκκαθάριση" και περιλαμβάνει το άρθρο 300 το οποίο καθορίζει τις προνομιακές πληρωμές. Ειδικότερα το άρθρο 300
(1)προνοεί τα ακόλουθα: «300.—
(1)Κατά την εκκαθάριση καταβάλλονται µε προτεραιότητα σε σχέση µε οποιαδήποτε άλλα χρέη: (α) Τα ακόλουθα ποσοστά και φόροι— . (ii) όλοι οι κυβερνητικοί φόροι και τέλη που οφείλονται από την εταιρεία τη σχετική ηµεροµηνία και οι οποίοι κατέστησαν οφειλόµενοι και πληρωτέοι µέσα σε δώδεκα µήνες πριν από εκείνη την ηµεροµηνία και, σε περίπτωση βεβαιωµένων φόρων, που δεν υπερβαίνει συνολικά βεβαίωση για ένα έτος·» Ο Παραλήπτης-Διαχειριστής επικαλείται την εφαρμογή αυτού του άρθρου αναφορικά με την πληρωμή του ποσού των €21.970,90 και ζητά σχετικές οδηγίες από το Δικαστήριο τόσο για το συγκεκριμένο ποσό, όσο και ως προς το ποιοι οφειλόμενοι φόροι αποτελούν προνομιακά χρέη. Εφόσον ο Παραλήπτης-Διαχειριστής έχει υποχρέωση δυνάμει του άρθρου 89 να προχωρήσει σε πληρωμές από το ενεργητικό της εταιρείας σύμφωνα με τη σειρά που καθορίζει το άρθρο 300, τότε είναι σαφές πως το όλο ζήτημα το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας Αίτησης αφορά και συναρτάται άμεσα με την εκτέλεση των καθηκόντων του ως Παραλήπτη-Διαχειριστή. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου αναμφίβολα οδηγεί στο συμπέρασμα πως ο Αιτητής είχε κάθε δυνατότητα και δικαίωμα να υποβάλει την παρούσα Αίτηση ζητώντας οδηγίες αναφορικά με τον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων του. Με γνώμονα την ευρεία ερμηνεία που πρέπει να δίδεται στο άρθρο 337, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η υπό κρίση περίπτωση είναι κατάλληλη για την επίκληση του εν λόγω άρθρου. Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα πως ο Αιτητής αντιμετωπίζει δυσκολία και αβεβαιότητα στον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων του ενόψει της διαφωνίας που έχει προκύψει αναφορικά με τον τρόπο και τη σειρά πληρωμής των οφειλόμενων φόρων και γι΄ αυτό ακριβώς ζητά οδηγίες από το Δικαστήριο για να τύχει προστασίας από τυχόν μελλοντική αμφισβήτηση των ενεργειών και ή παραλείψεων του. Άλλωστε, όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση In re Therm-A-Stor Ltd. (In Administrative Receivership) (ανωτέρω), αυτός είναι ο πρωταρχικός σκοπός του εν λόγω άρθρου. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο ικανοποιείται πως η παρούσα Αίτηση είναι νομότυπη και δεν έχει διαφανεί πως αυτή υποβάλλεται με αλλότρια κίνητρα ούτε ότι είναι κακόπιστη και καταχρηστική. Είναι επίσης ορθή η παρατήρηση του δικηγόρου του Αιτητή πως το παρόν Δικαστήριο έχει καθ΄ ύλην αρμοδιότητα να εκδικάσει την παρούσα Αίτηση. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 2 του Κεφ. 113 "το Δικαστήριο" σε σχέση με εταιρεία σημαίνει αυτό που έχει δικαιοδοσία για τη διάλυση της εταιρείας με βάση το άρθρο 209. Το άρθρο 209
(1)δίδει δικαιοδοσία εκκαθάρισης εταιρείας εγγεγραμμένης στη Δημοκρατία στο Δικαστήριο της επαρχίας όπου βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Με βάση το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 3 και 5 στην ένορκη δήλωση της Αίτησης, το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας βρίσκεται στην οδό Προπυλαίων 16, Νέα Βιομηχανική Περιοχή Στροβόλου, Λευκωσία. Η κλίμακα καθορίζεται με βάση την αξία του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας και λόγω αυτής η Αίτηση τέθηκε ενώπιον Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Ως εκ τούτου οι λόγοι ένστασης πως το Δικαστήριο είναι καθ΄ ύλην αναρμόδιο να εκδικάσει την Αίτηση και πως η κλίμακα δεν δικαιολογεί τις αιτούμενες θεραπείες κρίνονται αβάσιμοι. Ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της Αίτησης είναι ο ίδιος ο Παραλήπτης-Διαχειριστής, ο οποίος δηλώνει προσωπική γνώση των γεγονότων τόσο λόγω της ιδιότητας του, όσο και από διάφορα έγγραφα και αλληλογραφία που έχει στην κατοχή του, ενώ για νομικά θέματα έτυχε συμβουλής από τους δικηγόρους της εταιρείας. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Νίνου Α. Χατζηρούσου (ανωτέρω), ένας παραλήπτης θεωρείται αντιπρόσωπος ("agent") των κατόχων των ομολόγων χωρίς όμως να οφείλει καθήκον πραγματικού αντιπροσώπου προς την εταιρεία, η οποία δεν δύναται να του δίνει οδηγίες ως προς τον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων του και ο ίδιος δεν καθίσταται υπόλογος προς την εταιρεία για αμελή εκτέλεση των καθηκόντων του. Σύμφωνα όμως με τις ρητές πρόνοιες των υπό κρίση Ομολόγων (παρ. 11), ο Παραλήπτης είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας η οποία είναι η μόνη υπεύθυνη για τις πράξεις και παραλείψεις του αναφορικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του, τα οποία είναι βασικά η διεξαγωγή των εργασιών της εταιρείας και ο έλεγχος και η ρευστοποίηση της περιουσίας της εταιρείας προς όφελος του κατόχου των Ομολόγων. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, 1987, Τόμος Ι, σελ. 1294-1295, παρ. 86-04. Με δεδομένη τη φύση της ιδιότητας του Αιτητή και τη δυνατότητα που του παρέχεται από το άρθρο 337 για υποβολή αίτησης για οδηγίες, δεν κρίνεται αναγκαία η παροχή οποιασδήποτε εξουσιοδότησης προς αυτόν είτε από τον κάτοχο των Ομολόγων είτε από την ίδια την εταιρεία. Από τη στιγμή που το νομότυπο του διορισμού του Παραλήπτη, η ιδιότητα του, η γνώση του και η πηγή αυτής ουδόλως αμφισβητούνται, και ενόψει της φύσης της Αίτησης το Δικαστήριο θεωρεί πως αυτός έχει εξουσία και καθίσταται κατάλληλο πρόσωπο για να προβεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. Ως εκ τούτου ο λόγος ένστασης πως ο ενόρκως δηλών δεν έχει εξουσία και ή δεν είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση της Αίτησης είναι άνευ ερείσματος και δεν γίνεται δεκτός. ΙΙΙ. Εξέταση Αίτησης Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο δύναται τώρα να προχωρήσει να εξετάσει την Αίτηση επί της ουσίας αυτής. Το περιεχόμενο του επίμαχου άρθρου 300
(1)(α) παρατίθεται αυτούσιο ανωτέρω. Επί της ερμηνείας αυτού δεν παρατηρείται οποιαδήποτε δυσκολία, εξ ου και οι δύο πλευρές συμφωνούν επί τούτου. Ειδικότερα, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, καταβάλλονται κατά προτεραιότητα ως προνομιακά χρέη:
(1)Όλοι οι κυβερνητικοί φόροι και τέλη που οφείλονται από την εταιρεία κατά την ημερομηνία διορισμού του Παραλήπτη (ήτοι 14.5.99) και οι οποίοι κατέστησαν πληρωτέοι μέσα σε δώδεκα μήνες πριν από εκείνη την ημερομηνία, και
(2)Για βεβαιωμένους φόρους, ποσό που δεν υπερβαίνει συνολικά βεβαίωση ενός έτους. Είναι κοινώς αποδεκτό πως το ποσό των €21.970,90 αποτελεί βεβαιωμένο φόρο. Αυτό άλλωστε συνάδει και με τις πρόνοιες των περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμων του 1978 μέχρι 1995, όπως τροποποιήθηκαν. Ειδικότερα το άρθρο 13, στο Μέρος ΙΙΙ υπό τον τίτλο "Βεβαίωσις Φορολογίας", παρέχει εξουσία στον Διευθυντή του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων του Υπουργείου Οικονομικών να προβαίνει σε βεβαίωση της φορολογίας παντός προσώπου το ταχύτερον μετά την προβλεπόμενη προθεσμία για υποβολή δήλωσης από τον φορολογούμενο. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου η θέσπιση του περί Τμήματος Φορολογίας Ν.70(Ι)/14. Το άρθρο 3
(1)προνοεί πως το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων και η Υπηρεσία Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ενοποιούνται και μετονομάζονται σε Τμήμα Φορολογίας. Το άρθρο 9, το οποίο περιλαμβάνεται στη νομική βάση της ένστασης, παρέχει το δικαίωμα στον Έφορο Φορολογίας να εμφανίζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Επιπρόσθετα από την πιο πάνω πρόνοια, ήτοι από το άρθρο 300, υπάρχει ειδική διάταξη στους προαναφερόμενους περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμους επί του θέματος. Συγκεκριμένα, το άρθρο 45 προνοεί ότι: «45. Οσάκις έχει παρακρατηθή φόρoς εκ τωv απoδoχώv δυvάμει τωv διατάξεωv τoυ επιβαλόvτoς τov φόρov vόμoυ- . (β) εις τας απαιτήσεις αίτιvες δυvάμει τoυ άρθρoυ 300 τoυ περί Εταιρειώv Νόμoυ ικαvoπoιoύvται κατά τηv διάλυσιv εταιρείας τιvός περιλαμβάvovται πάvτα τα πoσά τα παρακρατηθέvτα υπό τoυ εργoδότoυ ως φόρoς εκ τωv απoδoχώv υπαλλήλoυ τιvός και μη καταβληθέvτα πρoς τov Διευθυvτήv κατά τηv διάρκειαv της περιόδoυ τωv δώδεκα μηvώv τωv πρoηγoυμέvωv της "σχετικής ημερoμηvίας" (relevant date) ως αύτη καθoρίζεται εv τω ειρημέvω άρθρω (γ) εις περιπτώσεις καθ' ας oι κάτoχoι oμoλoγιώv εταιρείας τιvός, η έκδoσις τωv oπoίωv εγέvετo κατόπιv παρoχής υπό της εταιρείας εγγυήσεως υπό μoρφήv γεvικής επιβαρύvσεως της περιoυσίας της εταιρείας (floating charge) διoρίζoυσι παραλήπτηv (receiver) ή διεvεργείται παραλαβή υπό ή εκ μέρoυς τωv oμoλoγιoύχωv, στoιχείωv εvεργητικoύ της εταιρείας περιλαμβαvoμέvωv εις τηv τoιαύτηv γεvικήv επιβάρυvσιv, εις τας απαιτήσεις αίτιvες δυvάμει τoυ άρθρoυ 89 τoυ περί Εταιρειώv Νόμoυ ικαvoπoιoύvται κατά πρoτεραιότητα έvαvτι oιασδήπoτε απαιτήσεως διά κεφάλαιov ή τόκoυς αvαφoρικώς πρoς τας oμoλoγίας περιλαμβάvovται και oι εκ τωv απoδoχώv υπαλλήλoυ τιvός υπό τoυ εργoδότoυ παρακρατηθέvτες φόρoι oίτιvες δεv κατεβλήθησαv εις τov Διευθυvτήv κατά τηv διάρκειαv της περιόδoυ τωv δώδεκα μηvώv τωv πρoηγoυμέvωv της ημερoμηvίας καθ' ηv διωρίσθη o παραλήπτης, ή, αvαλόγως της περιπτώσεως, της ημερoμηvίας καθ' ηv διεvηργήθη παραλαβή ως εκτίθεται εv τoις αvωτέρω.» Με βάση τις πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες, είναι αυτονόητο πως ο Παραλήπτης οφείλει να πληρώσει κατά προτεραιότητα τους φόρους όπως αναφέρεται στο άρθρο 300
(1)(α) του Κεφ. 113 και μετά να ακολουθήσει τη σειρά όπως αυτή καθορίζεται στα εδάφια (β), (γ) και (δ) του άρθρου 300
(1)και στο άρθρο 300
(2)-
(5), ήτοι οφειλόμενες αποδοχές του μισθωτού και οποιοδήποτε ποσό κατακρατήθηκε από τον εργοδότη από τις αποδοχές του μισθωτού για την πληρωμή υποχρεώσεων του μισθωτού το οποίο ο εργοδότης δεν έχει καταβάλει, ακολούθως αποζημιώσεις σε μισθωτό, μετά οφειλόμενα ποσά σε μισθωτούς και υπαλλήλους, και ακολούθως προηγούμενα χρέη. Τα χρέη της εταιρείας προς τον πιστωτή-κάτοχο ομολόγου εντάσσονται στα προηγούμενα χρέη και πληρώνονται κατά σειρά σύμφωνα με το άρθρο 300
(3). Επιπλέον δυνάμει του άρθρου 45 των περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμους του 1978 μέχρι 1995, πριν την πληρωμή οποιωνδήποτε χρεών της εταιρείας προς τον κάτοχο ομολόγου, θα πρέπει να καταβληθούν όλοι οι οφειλόμενοι φόροι που είχαν παρακρατηθεί από αποδοχές υπαλλήλων της εταιρείας και που κατέστησαν πληρωτέοι κατά τη διάρκεια των δώδεκα μηνών που προηγούνται του διορισμού του παραλήπτη. Βασικά κρίνεται ότι οι πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες ρυθμίζουν σαφώς το όλο ζήτημα και ο Παραλήπτης οφείλει να ακολουθήσει τη σειρά που προβλέπεται σε αυτές, χωρίς να καθίσταται αναγκαίο για το Δικαστήριο να δώσει περαιτέρω οδηγίες αναφορικά με την σειρά πληρωμής εφόσον αυτή καθορίζεται από το Νόμο. Ο Παραλήπτης όμως ζητά πρωτίστως οδηγίες αναφορικά με τη φύση της πληρωμής του ποσού των €21.970,90. Αυτό αποτελεί οφειλόμενο φόρο εισοδήματος, τόκους και επιβαρύνσεις για το έτος 1999 και καταβλήθηκε στα πλαίσια διαδικασίας πώλησης και μεταβίβασης ακινήτου με σκοπό την έκδοση πιστοποιητικού φορολογικής απαλλαγής. Ακόμη είναι παραδεκτό πως ο Έφορος κατέθεσε εμπράγματα βάρη επί της ακίνητης ιδιοκτησίας της εταιρείας κατόπιν έκδοσης αποφάσεων υπέρ του και εναντίον της εταιρείας. Με αυτόν τον τρόπο διαφαίνεται πως ο Έφορος, ως εξ αποφάσεως πιστωτής της εταιρείας, άσκησε νομίμως το δικαίωμα εγγραφής των αποφάσεων με επιβάρυνση γης όπως προνοείται στα άρθρα 53-62 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Δυνάμει του άρθρου 53, με την κατάθεση εμπράγματου βάρους η επίδικη ακίνητη περιουσία της εταιρείας κατέστη εγγύηση για την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 57, «το συμφέρον του οφειλέτη χρέους επί της ιδιοκτησίας επιβαρύνεται με την πληρωμή του οφειλόμενου χρέους δυνάμει της δικαστικής απόφασης κατά προτεραιότητα έναντι όλων των χρεών ή υποχρεώσεων του οφειλέτη χρέους». Επομένως, δεν έχει προκύψει ότι η πληρωμή του οφειλόμενου εξ αποφάσεως χρέους έγινε διότι απέκτησε προτεραιότητα στη βάση του άρθρου 300. Τα υπάρχοντα στοιχεία καταδεικνύουν ότι ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την αποδέσμευση του ακινήτου και συνακόλουθα τη δυνατότητα μεταβίβασης αυτού. Αυτό άλλωστε προνοείται και στο άρθρο 12 των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 έως 1981. Είναι γι΄ αυτόν τον σκοπό που η καταβολή του ποσού των €21.970,90 κατέστη αναγκαία, καθότι χωρίς την ικανοποίηση του εξασφαλισμένου εξ αποφάσεως πιστωτή δεν ήταν δυνατή η αποδέσμευση του ακινήτου. Επομένως, προκύπτει πως το εν λόγω ποσό δεν πληρώθηκε κατόπιν απαίτησης του Εφόρου με βάση το συγκεκριμένο έτος αλλά λόγω του ότι αυτό ήταν πληρωτέον ως οφειλή δυνάμει της εξασφάλισης-εγγύησης του Εφόρου με βάση τη δικαστική απόφαση, την οποίαν ενέγραψε δεόντως στο Κτηματολόγιο. Με γνώμονα τα όσα αναφέρονται ανωτέρω η θέση του δικηγόρου του Αιτητή πως η εγγραφή από τον Έφορο δικαστικών αποφάσεων για οφειλόμενους φόρους ως επιβάρυνση δεν διαφοροποιεί την κατάσταση και δεν έχει σχέση με την Αίτηση δεν είναι απολύτως ορθή. Η εγγραφή έχει τη σημασία της και επηρεάζει την υποχρέωση πληρωμής προς τον Έφορο ως εξασφαλισμένου εξ αποφάσεως πιστωτή, ανεξαρτήτως των προνοιών του άρθρου 300. Η πληρωμή αυτή γίνεται στο πλαίσιο των θεσμοθετημένων μεθόδων εκτέλεσης του Κεφ. 6 και όχι βεβαίως στο πλαίσιο πληρωμών με βάση την προτεραιότητα που καθορίζει το άρθρο 300. Ήταν περαιτέρω η εισήγηση του δικηγόρου του Αιτητή πως η εγγραφή memo (
  1. i)δίνει απλά τη δυνατότητα στον Έφορο, τηρουμένων των δικαιωμάτων άλλων δικαιούχων εμπράγματων βαρών που προηγούνται, να εισπράξει τους οφειλόμενους φόρους σε περίπτωση πώλησης της περιουσίας, (
  2. ii)δεν εξασφαλίζει απαραίτητα την πληρωμή των οφειλόμενων φόρων και (iii) δεν περιορίζει τα δικαιώματα άλλων δικαιούχων εμπράγματων βαρών περιλαμβανομένων αγοραστών οι οποίοι κατέθεσαν τις συμφωνίες πώλησης ακινήτων για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Το Δικαστήριο θεωρεί πως αυτές οι θέσεις είναι γενικά βάσιμες αλλά στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης παραμένουν μετέωρες και δεν υποστηρίζονται από όσα έχουν τεθεί ενώπιον του στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης. Επομένως το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι όντως η πληρωμή του ποσού των €21.970,90 έγινε με σκοπό την αποδέσμευση του ακινήτου και όχι ως προνομιακή πληρωμή. Κατ΄ αναλογίαν προφανώς θα ακολουθείται η ίδια διαδικασία κάθε φορά που επιχειρείται η πώληση ή μεταβίβαση οποιουδήποτε άλλου ακινήτου το οποίο δεσμεύεται με την κατάθεση από τον Έφορο εμπράγματου βάρους, δηλαδή θα πρέπει να γίνεται η πληρωμή των αναλογούντων οφειλόμενων φόρων με σκοπό την αποδέσμευση του ακινήτου. Υπό τέτοιες περιστάσεις δεν νοείται πως κάθε τέτοια πληρωμή αποτελεί απαίτηση του Εφόρου για συγκεκριμένο έτος και ή προνομιακό χρέος δυνάμει του άρθρου 300. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν δύναται να καταλήξει ούτε ότι το ποσό των €21.970,90 αποτελεί προνομιακό χρέος ούτε και ότι ο Έφορος δεν δικαιούται να αξιώνει την πληρωμή άλλων οφειλόμενων φόρων πέραν του εν λόγω ποσού. Επομένως, τα αιτητικά (
  3. i)και (
  4. ii)δεν μπορούν να εγκριθούν. Όσον αφορά το αιτητικό (iii), από τη στιγμή που υπάρχουν ακόμη οφειλόμενοι φόροι για διάφορα έτη και εμπράγματα βάρη ως εξασφαλίσεις για δικαστικές αποφάσεις, το Δικαστήριο δεν μπορεί στο παρόν στάδιο να καθορίσει την προτεραιότητα πληρωμών παρά μόνο να επαναλάβει τα όσα αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με την καθοριζομένη από το Νόμο σειρά των πληρωμών, πράγμα που καθιστά αχρείαστη την έκδοση οποιασδήποτε διαταγής η οδηγίας. IV. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω το Δικαστήριο καταλήγει ότι η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Εφόρου Φορολογίας - Καθ΄ ου και εναντίον του Αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν Φ.Π.Α. (Υπ.) Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής E.E./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.