Άννα Κυριάκου ν. Κυριάκος Χ" Μιχαήλ, Αρ. Αγωγής 8208/07, 2/2/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2016:A65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 8208/07 Άννα Κυριάκου Ενάγουσα και Κυριάκος Χ" Μιχαήλ Εναγόμενος και
- Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας
- Δρα Ανδρέας Παναγιώτου Τριτοδιάδικοι Ημερομηνία: 2.2.
- Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Κ. Δημητριάδης (για να ακούσει απόφαση ο κ. Χρ. Δημητριάδης). Για τον Εναγόμενο: κα Στ. Ερωτοκρίτου (για να ακούσει απόφαση ο κ. Αδ. Κόνιας). Για τον Τριτοδιάδικο 1: κα Μ. Τσαγγάρη. Για τον Τριτοδιάδικο 2: κ. Γ. Κορφιώτης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 14.11.2006 επεσυνέβη τροχαίο ατύχημα στο δρόμο Λευκωσίας-Τροόδους στο ύψος του πλαγιόδρομου που οδηγεί στον Άγιο Θεόδωρο Σολέας και πριν το χωριό Ευρύχου. Πιο συγκεκριμένα η Ενάγουσα που οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΒΑS782 από Ευρύχου προς Λευκωσία στο ύψος του δρόμου που οδηγεί στο χωριό Άγιος Θεόδωρος ελάττωσε ταχύτητα και σταμάτησε (όπως η ίδια διατείνεται) με πρόθεση να εισέλθει στον πλαγιόδρομο δεξιά προς τον Άγιο Θεόδωρο Σολέας με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΗΒΒ797 το οποίο οδηγούσε ο Εναγόμενος και το οποίο ακολουθούσε προς την ίδια κατεύθυνση το όχημα της Ενάγουσας με κατεύθυνση προς Λευκωσία να κτυπήσει με το δεξιό μπροστινό μέρος στο πίσω αριστερό μέρος του οχήματος της Ενάγουσας το οποίον κινήθηκε (σπρώχθηκε) προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας συγκρούστηκε με εξ αντιθέτου ερχόμενο όχημα (μπετονιέρα) το οποίο ανατράπηκε. Σαν αποτέλεσμα τα τρία ενεχόμενα οχήματα υπέστησαν εκτεταμένες ζημιές και η Ενάγουσα ένα σοβαρό τραυματισμό για τον οποίο αξιώνει αποζημιώσεις από τον Εναγόμενο ο οποίος όπως διατείνεται είναι ο αποκλειστικός υπεύθυνος για το ατύχημα. ΕΥΘΥΝΗ Για το θέμα της ευθύνης έχουν καταθέσει ενώπιον μου ο εξεταστής του ατυχήματος Λοχίας 4755 Χριστόδουλος Χριστοδούλου (ΜΕ1) η Ενάγουσα (κατάθεση Τεκμήριο 7 ληφθείσα 18.12.06) και ο Εναγόμενος (κατάθεση Τεκμήριο 8 ληφθείσα 15.11.06). Επίσης κατατέθηκε και η γραπτή κατάθεση του οδηγού της μπετονιέρας Θεοτόκη Στυλιανού (Τεκμήριο 9). Ο εξεταστής του ατυχήματος Λοχ. Χριστόδουλος Χριστοδούλου αφού κατάθεσε και επεξήγησε τα Τεκμήρια 2 (πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής του ατυχήματος) και Τεκμήριο 3 (συμμετρικό σχεδιαγράφημα της σκηνής του ατυχήματος) ανέφερε ότι το όριο ταχύτητας στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου είναι 80 χλμ και η ορατότητα πέραν των 150 μέτρων εκατέρωθεν των δύο κατευθύνσεων. Για το ατύχημα όπως ανέφερε κατηγορήθηκε ο οδηγός του οχήματος ΗΒΒ797 (εναγόμενος) για αμελές οδήγημα και του επεβλήθη πρόστιμο €500 και 3 βαθμοί ποινής (ποινική υπόθεση 29964/07 Ε. Δ. Λευκωσίας). Με το σημείο χ εσημείωσε επί των Τεκμηρίων 2 και 3 το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων της Ενάγουσας και του Εναγόμενου και με το σημείο Χ1 το σημείο σύγκρουσης του οχήματος της Ενάγουσας με την μπετονιέρα (με το οποίο εσυμφώνησαν και οι τρεις οδηγοί). Ήταν η θέση του ως εξεταστής του δυστυχήματος ότι η Ενάγουσα αρχικά ελάττωσε ταχύτητα και εσταμάτησε με πρόθεση να στρίψει δεξιά προς Άγιο Θεόδωρο Σολέας ενώ αντίθετα ο Εναγόμενος που την ακολουθούσε σε απόσταση 50 μέτρων δεν αντελήφθη έγκαιρα την πρόθεση της Ενάγουσας να στρίψει δεξιά με αποτέλεσμα την σύγκρουση. Όταν ο Εναγόμενος αντελήφθη από τα φώτα φρεναρίσματος (stop lights) του οχήματος της Ενάγουσας την πρόθεση της αυτή έκανε χρήση των φρένων του και έστριψε αριστερά αλλά δεν απέφυγε τη σύγκρουση. Κατά την αντεξέταση του επέμενε ότι τόσο η Ενάγουσα όσο και ο Εναγόμενος στις καταθέσεις τους αναφέρουν ότι το όχημα της Ενάγουσας είχε σταματήσει την ώρα της σύγκρουσης. Όταν του υπεβλήθη ότι στο στατιστικό έντυπο (Τεκμήριο 10) που ο ίδιος ετοίμασε 7 περίπου ημέρες μετά το ατύχημα δεν αναφέρει ότι εσταμάτησε το όχημα της η Ενάγουσα πριν τη σύγκρουση παραδέχτηκε ότι τέτοια αναφορά δεν υπάρχει αλλά υπάρχει στις καταθέσεις αμφοτέρων των εμπλεκόμενων οδηγών Ενάγουσας και Εναγόμενου. Επίσης δέχθηκε ότι το σημείο σύγκρουσης Χ είναι λίγα μέτρα πριν την πάροδο προς τον Άγιο Θεόδωρο Σολέας και ότι υπήρχε ελαφριά κλίση του οχήματος της Ενάγουσας προς τα δεξιά ενώ ο οδηγός της μπετονιέρας στην κατάθεση του δεν επιβεβαιώνει ότι το εξ αντιθέτου ερχόμενο όχημα της Ενάγουσας είχε σταματήσει. Η Ενάγουσα (ΜΕ3) στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία της ισχυρίστηκε ότι 200 μέτρα πριν την πάροδο έδειξε με το trafficator την πρόθεση της να στρίψει δεξιά και ελάττωσε ταχύτητα. Εκείνη την ώρα δεν αντελήφθη από το καθρεφτάκι του οχήματος της κανένα όχημα να την ακολουθεί. Έστριψε ελαφρά προς τα δεξιά, ελαττώνοντας ταχύτητα αφού πρόθεση της ήταν να στρίψει δεξιά στην πάροδο προς Άγιο Θεόδωρο Σολέας, οπότε σε απόσταση όπως είπε "λίγο παραπάνω που την αίθουσα αυτή" και ενώ ήταν σχεδόν στην διασταύρωση (αφού δεν μπορεί να προσδιορίσει αποστάσεις) είδε τη μπετονιέρα και σταμάτησε "λίγο πριν την πάροδο" απορρίπτοντας κατηγορηματικά τη θέση που της υπέβαλε η κα Ερωτοκρίτου ότι επεχείρησε να στρίψει διαγώνια αρχίζοντας την κλίση προς τα δεξιά πολύ πριν την πάροδο αφού το σημείο σύγκρουσης Χ είναι 12-13 μέτρα πριν από αυτήν. Ο ίδιος ο Εναγόμενος (ΜΥ2) ακολουθούσε όπως ανέφερε σε απόσταση 30 μέτρων το όχημα της Ενάγουσας με ταχύτητα 70-80 χλμ. Αντελήφθη την πρόθεση της Ενάγουσας να στρίψει δεξιά από το γεγονός ότι (α) ελάττωσε ταχύτητα, (β) πάτησε τα φρένα του οχήματος της και (γ) έκανε ελαφριά κίνηση προς τα δεξιά χωρίς όμως να κάνει με σήμα γνωστή αυτήν την πρόθεση της να στρίψει δεξιά. Ήταν η θέση του ότι η Ενάγουσα προσπάθησε να στρίψει δεξιά στην πάροδο χωρίς να σταματήσει αλλά όταν αντελήφη την μπετονιέρα επειδή δεν προλάμβανε σταμάτησε κάποια μέτρα πίσω από την πάροδο για να ανασκευάσει αμέσως μετά και να πει ότι δεν σταμάτησε εντελώς το όχημα της Ενάγουσας, αλλά αυτό ήταν σε κίνηση την ώρα της σύγκρουσης και ότι αν δεν ερχόταν η μπετονιέρα η Ενάγουσα θα εισέρχετο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Ο ίδιος αρχικά ελάττωσε ταχύτητα χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματος του όταν απείχε περίπου 10 μέτρα από το όχημα της Ενάγουσας και έστριψε προς τα αριστερά αλλά το όχημα του κτύπησε στο πίσω αριστερό μέρος του οχήματος της Ενάγουσας με αποτέλεσμα να το σπρώξει στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με την μπετονιέρα. Κατά την αντεξέταση του αρνήθηκε ότι ήταν 50 μέτρα πίσω από το όχημα της Ενάγουσας (αλλά μόνο 30 μέτρα) ισχυρίστηκε ότι ελάττωσε και ο ίδιος ταχύτητα αλλά όπως είπε επειδή αντελήφθη ότι η Ενάγουσα θα έστριβε δεξιά ο ίδιος θα συνέχιζε κανονικά την πορεία του στην αριστερή λωρίδα η οποία θα απελευθερώνετο. Η απόσταση όμως μεταξύ των δύο οχημάτων μειωνόταν και όταν η Ενάγουσα σταμάτησε η απόσταση είχε μηδενιστεί για να επαναλάβει ότι όταν η Ενάγουσα σταμάτησε και ο ίδιος χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματος του η απόσταση των δύο οχημάτων ήταν 10-15 μέτρα και η σύγκρουση αναπόφευκτη για να επαναλάβει αμέσως μετά ότι το όχημα της Ενάγουσας δεν σταμάτησε εντελώς αλλά εκινείτο ελαφρά. Αμφότεροι οι δικηγόροι (Ενάγουσας και Εναγόμενου) στις αγορεύσεις τους επικεντρώθηκαν στο ερώτημα κατά πόσο η Ενάγουσα σταμάτησε ή όχι πριν στρίψει στη δεξιά πάροδο προς Άγιο Θεόδωρο Σολέας και εάν έκαμε γνωστή την πρόθεση της αυτή με τον σηματοδείκτη του οχήματος της (δηλαδή να στρίψει δεξιά προς την πάροδο) στα οχήματα που κατά τον ουσιώδη χρόνο την ακολουθούσαν. Με όλο το σεβασμό από τη μαρτυρία του Εναγόμενου την οποία δέχομαι ανεπιφύλακτα (όπως επίσης και τη μαρτυρία του Λοχ.4755 εξεταστή του δυστυχήματος) ήταν απόλυτα σαφές στον ίδιο αρχικά από το γεγονός ότι η Ενάγουσα ελάττωσε ταχύτητα και το γεγονός ότι κινήθηκε προς το κέντρο του δρόμου ότι η πρόθεση της ήταν να εισέλθει στη δεξιά πάροδο κάτι το οποίο ήταν επιβεβαιωμένο στον ίδιο όταν η Ενάγουσα χρησιμοποίησε και τα φρένα του οχήματος της. Κατά συνέπεια δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία αν η Ενάγουσα ακινητοποίησε το όχημα της χρησιμοποιώντας τα φρένα του ή αν αυτό συνέχιζε να κινείται ελαφρώς κατά τη στιγμή της σύγκρουσης ούτε βεβαίως θα άλλαζε την κατάσταση αν η πρόθεση της να στρίψει δεξιά εγίνετο και με το σηματοδείκτη του οχήματος της από τη στιγμή που ο ίδιος ο Εναγόμενος όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο αντελήφθη ότι αυτή επρόκειτο να κινηθεί προς τη δεξιά πάροδο και με τον τρόπο αυτό θα ελευθερώνετο για δική του αποκλειστική χρήση η αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου. Το ατύχημα οφειλόταν στη λανθασμένη αυτή εκτίμηση του Εναγομένου (σε συνάρτηση με την ταχύτητα του και την μικρή απόσταση που τηρούσε από το προπορευόμενο όχημα) ότι η Ενάγουσα θα εισέρχετο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και έτσι δεν θα απέκοπτε την ελεύθερη και απρόσκοπτη χρήση της αριστερής λωρίδας από τον ίδιο. Η μαρτυρία της Ενάγουσας όσον αφορά τον τρόπο που επεσυνέβη το ατύχημα δεν γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Είναι ασαφής και αόριστη όχι μόνο ως συγκρουόμενη με την αντικειμενική μαρτυρία (π.χ. ότι έδειξε με το trafficator 200 μ. πριν την πάροδο ή ότι ήταν σε απόσταση 10 μ. από την πάροδο όταν αντελήφθη τη μπετονιέρα) αφού όπως είπε δεν μπορεί να καθορίσει αποστάσεις αλλά και αναληθής ως προς το ότι έδειξε με το traficcator την πρόθεση της να στρίψει δεξιά και/ή ότι ήλεγξε από το καθρεφτάκι και δεν την ακολουθούσε οποιοδήποτε αυτοκίνητο και κατά συνέπεια δεν γίνεται πιστευτή. Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι αφού είχε ίδια αντίληψη ο Εναγόμενος (από το γεγονός ότι η Ενάγουσα ελάττωσε ταχύτητα, το αυτοκίνητο της επήρε κλίση προς τα δεξιά και εφρέναρε) ότι η Ενάγουσα οδήγησε δεξιότερα προς τη δεξιά λωρίδα με πρόθεση να εισέλθει στη δεξιά πάροδο, ο ίδιος δεν ελάττωσε ως όφειλε ταχύτητα όπως ο ίδιος διατείνεται αλλά συνέχισε με την ίδια ταχύτητα αφού θα ελευθερώνετο η αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας που χρησιμοποιούσε και εχρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματος του όταν πλέον η απόσταση των δύο οχημάτων μηδενίστηκε (ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το όχημα της Εναγόμενης εκινείτο ελαφρά ή σταμάτησε εντελώς) από τη διαφορά ταχύτητος που αυτά κινούντο (αφού δέχομαι ότι όντως το όχημα της Ενάγουσας εκινείτο ελαφρά και δεν ήταν εντελώς σταματημένο κατά την ώρα της σύγκρουσης). Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγω και από την αντικειμενική μαρτυρία και συγκεκριμένα τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος του Εναγομένου που είναι 14.20 μ. μέχρι το σημείο σύγκρουσης Χ και 26.50μ. - 27μ. μέχρι την τελική θέση του οχήματος του αλλά και τη σφοδρότητα της σύγκρουσης. Ο Εναγόμενος όφειλε να ακολουθεί το όχημα της Ενάγουσας από ασφαλή απόσταση (ιδιαίτερα όταν πλησίαζε πάροδο σε κύριο δρόμο) και όχι την απόσταση των 30 μέτρων και με ταχύτητα 70-80 χλμ την ώρα για να είχε τη δυνατότητα όταν αντελήφθη την πρόθεση της να στρίψει δεξιά, είτε να σταματήσει ή κάμνοντας χρήση του αριστερού παγκέτου να αποφύγει τη σύγκρουση. Αν τέλος η απόσταση που τον εχώριζε από το προπορευόμενο όχημα της Ενάγουσας ήταν 30 μ. (κατά τον ίδιο στην κατάθεση του και στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του) ήταν ορατή από τον ίδιο η εξ αντιθέτου ερχόμενη μπετονιέρα και κατά συνέπεια προβλέψιμη η συμπεριφορά αναμονής (από την ελαττωμένη ταχύτητα) της Ενάγουσας, της διέλευσης της για να επιχειρήσει να στρίψει δεξιά. Η υπόθεση στην οποία με παρέπεμψε η κα Ερωτοκρίτου Κυριάκος Τσαρτσίδης ν. Ιατρικού Διαγνωστικού Κέντρου Μαγνητικής Τομογραφίας Αγ. Θέρισσος Λτδ
(2008)1 ΑΑΔ 1143 για καταλογισμό συντρέχουσας αμέλειας στην Ενάγουσα είχε εντελώς διαφορετικά γεγονότα από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Στην πιο πάνω αυθεντία καταλογίστηκε 30% ευθύνη σε οδηγό που έκαμε γνωστή την πρόθεση του να στρίψει δεξιά σε χωμάτινη πάροδο 10 μ. πριν απ΄ αυτή αλλά παρέλειψε να αντιληφθεί την ύπαρξη του αυτοκινήτου που τον ακολουθούσε σε μικρή απόσταση των 20 μ. Ο οδηγός του προπορευόμενου οχήματος ήλεγξε μόνο από το δεξιό καθρεφτάκι του αν τον προσπερνούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο άλλο αυτοκίνητο. Από το γεγονός και μόνο ότι η σύγκρουση έγινε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας όπου είχε εισέλθει το προπορευόμενο όχημα είναι φανερό ότι ο οδηγός του οχήματος που ακολουθούσε ήταν στη διαδικασία προσπεράσματος και κακώς δεν έγινε αντιληπτός από τον οδηγό του προπορευόμενου οχήματος. Κατά συνέπεια θεωρώ ως αποκλειστικό υπεύθυνο του ατυχήματος τον Εναγόμενο ο οποίος είχε την πρώτη και αποκλειστική ευθύνη για τον έλεγχο της τροχαίας κίνησης που προπορεύετο και την οποία ακολουθούσε από πολύ μικρή απόσταση και σχετικά με αυξημένη ταχύτητα (70-80 χλμ την ώρα). ΣΩΜΑΤΙΚΕΣ ΒΛΑΒΕΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ Συνεπεία του τροχαίου αυτού ατυχήματος η Ενάγουσα τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε αυθημερόν στις 14.11.06 στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Οι πιο σοβαροί από τους τραυματισμούς που η Ενάγουσα υπέστη ήσαν: (α) Κάκωση αριστερού βραχιονίου που συνίστατο σε συντριπτικό κάταγμα κεφαλής αριστερού βραχιονίου και (β) Ήπιον συμπιεστικόν κάταγμα του πρόσθιου τμήματος του σώματος του τέταρτου οσφυϊκού σπονδύλου 04 σταθερό χωρίς παρεκτόπιση χωρίς επηρεασμό του σπονδυλικού νωτιαίου σωλήνα, χωρίς νευρολογικό έλλειμμα. Οι λοιποί ελαφρότεροι τραυματισμοί της Ενάγουσας ήσαν κρανιοεγκεφαλική κάκωση, εγκεφαλικό οίδημα, μεγάλο θλαστικό τραύμα στον πώγωνα και το κάτω χείλος, αιμοθώρακας. Στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας η Ενάγουσα παρέμεινε για 14 μέρες μέχρι τις 27.11.
- Στις 27.11.06 η ασθενής πήρε εξιτήριο από το νοσοκομείο με οδηγίες ως προς την ακολουθητέα κατ΄ οίκον θεραπεία και καθορίστηκε επίσης επίσκεψη της για παρακολούθηση της κατάστασης της υγείας της στα εξωτερικά ιατρεία του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας στις 30.11.
- Η Ενάγουσα επανήλθε στα εξωτερικά ιατρεία του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας για επανεξέταση της κατάστασης της υγείας της στις 14.12.
- Την επόμενη μέρα αποτάθηκε για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε του κατάγματος στον ώμο στον Δρα Ανδρέα Παναγιώτου (ΜΕ8 -Τριτοδιάδικο 2) ο οποίος την χειρούργησε στον ώμο και ένα σχεδόν χρόνο αργότερα στις 4.11.07 την υπέβαλε σε εγχείρηση διπλής σπονδυλοδεσίας για το κάταγμα του οσφυϊκού σπονδύλου 04 με αποτέλεσμα να έχει επιπλοκές οφειλόμενες στην επέμβαση, οι οποίες επιδείνωσαν την κατάσταση του τραυματισμού της. Σαν συνέπεια έχει δυσκολίες στην κίνηση (ανέβασμα σε σκάλες, ανύψωση βαρών, διεκπεραίωση βαριών χειρονακτικών εργασιών στο σπίτι, αδυναμία να κάθεται ή να στέκεται για πολλή ώρα, κτλ). Η όλη μετατραυματική πορεία της Ενάγουσας περιγράφεται στα ιατρικά πιστοποιητικά των θεράποντων γιατρών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, Τεκμήρια 34-37, όπως επίσης και στο ιατρικό πιστοποιητικό του Δρα Α. Παναγιώτου (Τριτοδιάδικος 2) ο οποίος την εξέτασε για τελευταία φορά στις 17.8.
- Επίσης τα Τεκμήρια 75 και 80 (ιατρικά πιστοποιητικά Δρα Αχιλλέα Περδίου και Οδυσσέα Αθάνατου) καταδεικνύουν την κατάσταση της ασθενούς μετά τη θεραπεία στην οποία αυτή υπεβλήθη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και από τον Δρα Παναγιώτου. Η εγχείρηση στην οποία η ασθενής υπεβλήθη στον ώμο στις 19.12.06 από τον Δρα Παναγιώτου ήταν καθ΄ όλα επιτυχής ενώ αντίθετα η εγχείρηση στην οποία αυτή υπεβλήθη της διπλής σπονδυλοδεσίας στις 4.11.07 παρά το ότι ήταν επιτυχής δεν έφερε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα (λόγω των επιπλοκών) με αποτέλεσμα την υπαισθησία (ή δυσαισθησία) του νεύρου του αριστερού κάτω άκρου η οποία είναι μόνιμη βλάβη και η οποία εμποδίζει την Ενάγουσα σε παρατεταμένη ορθοστασία ή καθιστική θέση, στην άρση βαριών αντικειμένων (π.χ. γκάζι) και την διεκπεραίωση βαριών οικιστικών εργασιών. Βέβαια η κα Ερωτοκρίτου απέδωσε τον πόνο στην οσφυϊκή μοίρα της Ενάγουσας που εξακολουθεί να υπάρχει και υπήρχε και πριν αλλά και μετά τη διπλή σπονδυλοδεσία (βασίζοντας τη θέση της στις μαρτυρίες των ιατρών Αχ. Περδίου και Ο. Αθάνατου) στις άσχετες με το ατύχημα υπερτροφικού τύπου εκφυλιστικές αλλοιώσεις (που εμφαίνονται στη μαγνητική τομογραφία ημερ. 27.3.10 - Τεκμήριο 71) οι οποίες προκαλούν εκτός από πόνο, δυσκαμψία και περιορισμό των κινήσεων, θέση όμως που δεν υποστηρίζεται από την ενώπιον μου ιατρική μαρτυρία. Η μόνιμη βλάβη στο αριστερό κάτω άκρο στην Ενάγουσα ήταν αποτέλεσμα επηρεασμού του νεύρου κατά την εγχείρηση της διπλής σπονδυλοδεσίας στην οποία υπεβλήθη από τον Δρα Παναγιώτου. Οι μόνιμες βλάβες που παρέμειναν στην Ενάγουσα είναι: "
- Ουλή κάθετη στο πηγούνι, η οποία φτάνει μέχρι το κάτω χείλος, (πώγωνα). Η μετατραυματική ουλή είναι μόνιμη.
- Χωλότητα κατά την βάδιση προς τα αριστερά.
- Τομή 9 εκατοστόμετρων στην οσφυϊκή μοίρα.
- Τομή 12 εκατοστόμετρων στην αριστερή κοιλιακή χώρα.
- Αδυναμία μυών του μηρού και της κνήμης αριστερά.
- Υποευαισθησία στην έξω πλευρά του μηριαίου.
- Υπερευαισθησία με μυϊκό άλγος στην έσω πλευρά του γαστροκνημίου μυός.
- Αδυναμία τετρακέφαλου μυός αριστερά με αδυναμία έκτασης του γόνατος.
- Αδυναμία κάμψης στο ισχίο.
- Ατονία των κοιλιακών μυών αριστερά.
- Στην οσφυϊκή μοίρα η Ενάγουσα παρουσιάζει έντονο πιεστικό άλγος με συνεχόμενους πόνους.
- Η Ενάγουσα δεν μπορεί πλέον να εκτελεί χειρονακτικές ασκήσεις και/ή εργασίες (π.χ. να απλώνει ρούχα - έντονο άλγος, δυσκαμψία). Δεν μπορεί να κάνει οικιακές εργασίες και/ή να εργάζεται.
- Κατά τις καιρικές αλλαγές παρουσιάζει έντονο άλγος στην περιοχή των χειρουργικών επεμβάσεων." Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Ενάγουσας ούτε κατά τη διάρκεια της παραμονής της στο νοσοκομείο της παραχωρήθηκε κηδεμόνας - ζώνη ούτε της συνεστήθη όταν αυτή απελύθη από το νοσοκομείο να φορά κηδεμόνα, ούτε φορούσε τέτοιο κηδεμόνα, όταν πήγε στο σπίτι της. Δεν μπορούσε να κινητοποιηθεί και όσες φορές επιχειρήθηκε να την κινητοποιήσουν στο νοσοκομείο αισθανόταν αφόρητους πόνους στη μέση. Επιπλέον ανέφερε ότι δεν κοιμόταν καθιστή στο κρεβάτι της είτε στο Νοσοκομείο είτε στο σπίτι και το μόνο που έκαμε γιατί πίστευε ότι θα την βοηθούσε, ήταν να αγοράσει ένα ορθοπεδικό κρεβάτι (βλέπε Τεκμήριο 57). Περιέγραψε με μελανά χρώματα την μετατραυματική πορεία της στο σπίτι από την ακινησία και την ανάγκη βοήθειας από άλλα μέλη της οικογένειας της για τις προσωπικές της ανάγκες. Ο Εναγόμενος αποδίδοντας ευθύνη στους θεράποντες ιατρούς του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και τον Δρα Α. Παναγιώτου κατόπιν αιτήσεως της συνηγόρου του εξασφάλισε στις 26.3.09 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, διάταγμα, για να εκδώσει και επιδώσει στον Γενικό Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας (κατά νόμο υπεύθυνο για πράξεις και/ή παραλείψεις ιατρικών λειτουργών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας) και τον Δρ. Ανδρέα Παναγιώτου, Ειδοποίηση Τριτοδιαδίκου, διότι όπως αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του, δικαιούται να αποζημιωθεί από αυτούς και να ζητήσει συνεισφορά (contribution) λόγω της αμέλειας που επέδειξαν στην περίθαλψη της τόσο οι θεράποντες ιατροί του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας όπως επίσης και μεταγενέστερα ο Δρ. Ανδρέας Παναγιώτου, σύμφωνα με το άρθρο 64 του περί Αστικών Δικαιωμάτων Νόμου Κεφ.
- Στο νοσοκομείο η Ενάγουσα εξετάστηκε από γιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων, καθότι ήταν πολυτραυματίας και ο καθένας την υπέβαλε σε ξεχωριστή και εξειδικευμένη θεραπεία. Τις πρώτες μέρες της παραμονής της στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, δηλαδή από τις 14.11.06 νοσηλευόταν στο χειρουργικό τμήμα για αντιμετώπιση της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης την οποία υπέστη και η οποία εθεωρήθηκε ότι έπρεπε να αντιμετωπιστεί πρωταρχικά, πλην όμως συνέχιζε να παρακολουθείται και από άλλες ειδικότητες. Στο χειρουργικό θάλαμο, παρέμεινε κλινήρης υπό συνεχή παρακολούθηση και φροντίδα. Στις 17.11.06, δηλαδή τρεις μέρες μετά το ατύχημα, έγινε νευροχειρουργική εκτίμηση από τον Δρα Χριστόπουλο Νευροχειρουργό (Μ2 Τριτοδιαδίκου 1) ο οποίος εισηγήθηκε κινητοποίηση της έξι μέρες μετά το ατύχημα στις 20.11.2006 με lumbar support, δηλαδή οσφυϊκό κηδεμόνα (ζώνη). Αποφασίστηκε όπως εξήγησε ο Δρ. Χριστόπουλος όσον αφορά το τραύμα του σπονδύλου να ακολουθηθεί συντηρητική θεραπεία αφού τέτοιου είδους κατάγματα (σταθερά χωρίς παρεκτόπιση, χωρίς επηρεασμό του σπονδυλικού νωτιαίου σωλήνα και χωρίς νευρολογικά ελλείμματα) αντιμετωπίζονται επιτυχέστερα με συντηρητική θεραπεία αντί της χειρουργικής επέμβασης η οποία ενδείκνυται σε πιο σοβαρά κατάγματα με νευρολογικά ελλείμματα και η οποία είναι πιθανόν να έχει σοβαρές μετεγχειρητικές επιπλοκές. Η "υποτιθέμενη" κινητοποίηση της ασθενούς επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 36, το περιεχόμενο του οποίου έγινε εκ συμφώνου δεκτό από τους διαδίκους. Η Ενάγουσα σύμφωνα με το Τεκμήριο 36 "μεταφέρθηκε στο Ορθοπεδικό Τμήμα στις 21.11.2006 για συνέχιση της νοσηλείας της και άρχισε να κινητοποιείται προοδευτικά με ορθοπεδική ζώνη λόγω του κατάγματος του οσφυϊκού σπονδύλου." Το τραύμα του αριστερού βραχιονίου (ώμου) θεωρήθηκε ότι έπρεπε να αντιμετωπιστεί με χειρουργική επέμβαση αφού σταθεροποιείτο η κατάσταση της ασθενούς (Βλέπε Τεκμήρια 17, 18 και 19). Αντίθετα με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας στη μαρτυρία της ότι αυτή δεν εκινητοποιήθηκε στις 21.11.06 ως οι υποδείξεις του Δρος Χριστόπουλου, στο Τεκμήριο 13 υπάρχει σημείωση ότι στις 22.11.06 έγινε κινητοποίηση της ασθενούς με ζώνη υποστήριξης (κηδεμόνα) κάτι το οποίο επιβεβαίωσε στη μαρτυρία του και ο ειδικευόμενος γιατρός Δρ. Γαρπόζης (Μ1 Τριτοδιαδίκου 1) αλλά και ο Δρ. Χριστόπουλος (Μ2 Τριτοδιαδίκου 1) ο οποίος εθεώρησε ότι οι οδηγίες του για συντηρητική θεραπεία (κινητοποίηση με κηδεμόνα) ακολουθήθηκαν κατά την παραμονή της ασθενούς στο Νοσοκομείο. Υπάρχει σημείωση στο Τεκμήριο 13 ότι η ασθενής κοιμάται καθιστή και επίσης σημείωση ότι είναι κινητοποιημένη. Όλα αυτά τα διέψευσε με τη μαρτυρία της η πλέον αρμόδια, η ίδια η Ενάγουσα. Κατά συνέπεια καταλήγω ότι παρά τις οδηγίες των γιατρών και τις προσπάθειες να κινητοποιηθεί στο Νοσοκομείο αυτό δεν έγινε κατορθωτό λόγω των αφόρητων πόνων, η δε ασθενής δεν έφερε κηδεμόνα και δεν κοιμόταν καθιστή όπως αναφέρεται στα Τεκμήρια 13 και
- Επίσης, λόγω του συντριπτικού κατάγματος του αριστερού βραχιονίου, το αριστερό της χέρι τοποθετήθηκε σε κρεμαστό επίδεσμο ενώ στις 21.11.06 η ασθενής μετακινήθηκε από το χειρουργικό τμήμα του Νοσοκομείου στην Ορθοπεδική κλινική του νοσοκομείου όπου το χέρι της τοποθετήθηκε σε κρεμάμενο γύψο. Κατά την παραμονή της στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας υπεβλήθηκε σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου, αυχένα, οσφύος, θώρακα, κοιλιάς και λεκάνης και ακτινολογικό έλεγχο άκρων. Εξήλθε από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας στις 27.11.
- Το Τεκμήριο 24 είναι το εξιτήριο που δόθηκε στην Ενάγουσα στο οποίο αναγράφεται ως διάγνωση κάταγμα κεφαλής βραχιονίου ΑΡ, ως θεραπεία συντηρητική θεραπεία hanging cast lt (κρεμάμενος γύψος αριστερά) και στις οδηγίες - συστάσεις για την κατ΄ οίκον ακολουθητέα θεραπεία καταγράφεται η "υποτιθέμενη" κινητοποίηση της ασθενούς με την προτροπή η ασθενής να κοιμάται εάν είναι δυνατό σε καθιστή θέση (να σημειωθεί ότι οι οδηγίες αυτές δόθησαν από το Ορθοπεδικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και τον ειδικευόμενο τότε γιατρό Δρα Γαρπόζη, Μ. Τριτοδιάδικου 1). Καταγράφεται επίσης στο ίδιο τεκμήριο επανεκτίμηση (Ε/Ε) στις 30.11.06 στην κλινική καταγμάτων (Εξωτερικά Ιατρεία Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας). Η Ενάγουσα απετάθει για πρώτη φορά στον Τριτοδιάδικο 2 ένα μήνα μετά το ατύχημα και 18 ημέρες μετά την έξοδο της από το Νοσοκομείο στις 15.12.2006, όταν την προηγούμενη μέρα 14.12.06 επεσκέφθηκε την κλινική καταγμάτων του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και της συνέστησαν ότι επιβάλλετο χειρουργική επέμβαση στον ώμο κάτι που είχε αποφασιστεί από τις 17.11.06 (αλλά δεν της ανακοινώθηκε όπως επιβάλλει το ιατρικό πρωτόκολλο) ζητώντας του να αντιμετωπίσει το τριπλό μετατοπισμένο υποκεφαλικό κάταγμα βραχιονίου οστού που είχε, με αποτέλεσμα να την υποβάλει 4 ημέρες αργότερα στις 19.12.06 σε χειρουργική επέμβαση, η οποία ήταν καθ΄ όλα επιτυχής και η Ενάγουσα επανέκτησε καλή κινητικότητα του ώμου. Σε εκείνο το χρονικό διάστημα της εγχείρησης στον ώμο η Ενάγουσα δεν ζήτησε (παρά το ότι ανέφερε το πρόβλημα που αντιμετώπιζε στον οσφυϊκό σπόνδυλο) από τον Τριτοδιάδικο 2 να επιληφθεί του τραύματος του οσφυϊκού της σπονδύλου, και παρά το ότι ο Τριτοδιάδικος 2, όπως προκύπτει από τη δική του μαρτυρία, της υπέδειξε ότι η συντηρητική αγωγή που συνεστήθη στην ίδια στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας δεν είχε οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Η θέση αμφοτέρων τόσο της Ενάγουσας όσο και του Τριτοδιαδίκου 2 κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία τους ήταν ότι κατά τον ουσιώδη αυτό χρόνο επιβάλλετο η αντιμετώπιση του τριπλού μετατοπισμένου υποκεφαλικού κατάγματος του βραχιονίου οστού και αφέθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο η αντιμετώπιση της κατάστασης του τραύματος του οσφυϊκού σπονδύλου. Ο Τριτοδιάδικος 2 ανέφερε κατά τη μαρτυρία του ότι εξήγησε στην Ενάγουσα η οποία παραπονείτο και για το πρόβλημα του οσφυϊκού σπονδύλου τα υπέρ και τα κατά της συντηρητικής θεραπείας την οποία ακολουθούσε όπως επίσης και της χειρουργικής επέμβασης και αφέθηκε να αποφασίσει η ίδια την ακολουθητέα θεραπεία. Η Ενάγουσα για τα προβλήματα του οσφυϊκού σπονδύλου αποτάθηκε αργότερα το καλοκαίρι του 2007 λόγω του συνεχιζόμενου αφόρητου πόνου, σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία της, σε νευροχειρουργό στην Αθήνα ο οποίος της συνέστησε χειρουργική επέμβαση. Αποφάσισε να υποβληθεί σε εγχείρηση από τον Δρα Παναγιώτου γιατί όπως η ίδια διατείνεται στη μαρτυρία της η κατάσταση του τραύματος του οσφυϊκού σπονδύλου της δημιουργούσε εκτός του αφόρητου πόνου πολλά προβλήματα στην κινητικότητα και τη διεκπεραίωση των εργασιών της. Την 4.11.07 ένα χρόνο μετά το ατύχημα, ο Τριτοδιάδικος 2 που είναι σε ειδικότητα ορθοπεδικός-τραυματιολόγος μαζί με τον Διευθυντή Νευροχειρουργικής Κλινικής σε νοσοκομείο του Βερολίνου Θεόδωρο Κόμπο, υπέβαλαν την Ενάγουσα σε επέμβαση διπλής σπονδυλοδεσίας, η οποία αν και επιτυχής είχε κατά γενική ομολογία ακόμα και του ίδιου του Δρα Παναγιώτου μετεγχειρητικές επιπλοκές που επιδείνωσαν αντί να βελτιώσουν την κατάσταση της υγείας της ασθενούς ως προς τον πόνο, την κινητικότητα της και τη διεκπεραίωση των εργασιών της. Ο κ. Παναγιώτου διέγνωσε από την απεικονιστική εικόνα που είχε (αξονική τομογραφία στις 16.11.06 στο Γενικό Νοσοκομείου Λευκωσίας και ακτινογραφίες) ότι το κάταγμα του 4ου οσφυϊκού σπονδύλου ήταν ασταθές και παρεκτοπισμένο (και όχι σταθερό, χωρίς παρεκτόπιση και ήπιο συμπιεστικό), όπως αναφέρει στη μαρτυρία του. Το σώμα του οσφυϊκού σπονδύλου ανέφερε είχε "συντριβή". Ο ίδιος υπέβαλε την Ενάγουσα σε μαγνητική τομογραφία MRI στις 8.3.07 στο Αχίλλειο Νοσοκομείο και την παρέπεμψε για μαγνητική τομογραφία (και όχι αξονική) στον Άγιο Θέρισσο στις 17.9.07 χωρίς όμως να παρουσιαστούν αποτελέσματα αυτής της μαγνητικής τομογραφίας στο Δικαστήριο. Είναι άγνωστο αν η Ενάγουσα προσήλθε στον Άγιο Θέρισσο και υπεβλήθη σε αυτήν την εξέταση ούτε η εξέταση αυτή θα μπορούσε να καταδείξει την πώρωση ή μη πώρωση του κατάγματος του 4ου οσφυϊκού σπονδύλου, που μόνο αξονική τομογραφία και ακτινογραφίες θα μπορούσαν να καταδείξουν, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία των Δρ. Χριστόπουλου, Δρ. Περδίου και Δρ. Αθάνατου. Η Ενάγουσα - όπως ανέφερε στη μαρτυρία του - όταν τον επισκέφθη ένα μήνα μετά το ατύχημα στις 15.12.06 έφερε κηδεμόνα και ο ίδιος διαφώνησε όπως εξήγησε στο Δικαστήριο με τη συντηρητική θεραπεία για πώρωση του κατάγματος αφού για τον ίδιο όλα τα κατάγματα χρήζουν χειρουργικής επέμβασης για να κινητοποιηθεί γρήγορα ο ασθενής και να αποφεύγονται άλλες επιπλοκές από τον κλινωστατισμό. NOVUS ACTUS INTERVINIENS O Εναγόμενος στην υπεράσπιση του προβάλλει ως τέτοια το novus actus interviniens, ισχυρίζεται δηλαδή ότι ανεξάρτητα από τη δική του αμέλεια στη δημιουργία του ζημιογόνου αποτελέσματος υπεδείχθηκε αμέλεια από τρίτο πρόσωπο που ήταν και η αποφασιστική αιτία της ζημιάς. Ουσιαστικά ισχυρίζεται ότι η θεραπεία στην οποία υπεβλήθη η Ενάγουσα στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και από τον Δρα Παναγιώτου ήταν η αποφασιστική αιτία της μόνιμης βλάβης που αποκόμισε (βλέπε Νεάρχου ν. Στεφανίδη
(2003)1 ΑΑΔ 351 και Θεοφάνη Καζάκου ν. Δωρέττας Αβρααμίδου κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 1626). Είναι για αυτό το λόγο που προσεπικλήθηκαν από τον Εναγόμενο οι Τριτοδιάδικοι 1 και 2 για να συνεισφέρουν στη ζημιά που η Ενάγουσα υπέστη συνεπεία του τραυματισμού της. Σε αγωγές που έχουν ως βάση το αστικό αδίκημα της αμέλειας το "novus actus interviniens" είναι δυνατό να αποτελέσει υπεράσπιση του Εναγομένου έναντι του Ενάγοντα. Όπως έχει νομολογηθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων και σε αρκετά νομικά συγγράμματα (βλέπε Street of Torts, 13η έκδοση σελ. 170-176, Clerk & Lindsell on Torts, 16η έκδοση, σελ. 81-90) "novus actus interviniens" μπορεί να δημιουργηθεί σε τρεις περιπτώσεις. i. Λόγω ανωτέρας βίας (act of nature or act of God). ii. Λόγω ενεργειών ή εν γένει συμπεριφοράς του Ενάγοντα. iii. Λόγω ενεργειών τρίτων προσώπων που είναι η αποφασιστική αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος Στην παρούσα υπόθεση, η υπεράσπιση επικαλείται novus actus λόγω ενεργειών τρίτων προσώπων, δηλαδή των δύο Τριτοδιαδίκων, οι οποίοι διά αμελών πράξεων ή παραλείψεων τους (και αυτή είναι η αποφασιστική αιτία) προκάλεσαν στην Ενάγουσα τα προβλήματα υγείας που συνεχίζει να αντιμετωπίζει αντί να της παρέχουν σωστή περίθαλψη και θεραπεία στα τραύματα που υπέστη από το ατύχημα και τα οποία ήταν θεραπεύσιμα. Στην υπόθεση Σπύρου κ.α. ν. Λανίτου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 1538 γίνεται εκτενής αναφορά και ανάλυση της αρχής του novus actus όπου αναφέρονται τα εξής: "Δεν θα σπεύσουμε να συνυπογράψουμε πως το άρθρο 56
(1)του κεφ. 148 ενσωματώνει στο σύνολό της την αρχή novus actus interveniens. Αναφέρεται σε αμέλεια τρίτου ως την ενδεχόμενη αποφασιστική αιτία ενώ, κατά την πιο πάνω αρχή, το ερώτημα δεν συνίσταται στο κατά πόσο παρενεβλήθη νέα αμέλεια αλλά νέα αιτία. (S.S. Singleton Abbey v. S.S. Paludina [1927] A.C. 16). Το θέμα αφορά στην αιτιώδη συνάφεια της αμέλειας του εναγομένου και της ζημιάς και αυτό επιλύεται με αναφορά στο κατά πόσο αυτή η συνάφεια, στο πλαίσιο των γεγονότων, διακόπηκε, όπως εξηγήθηκε στην The Oropesa [1943] 1 All ER 211. (βλέπε επίσης Clerk and Lindsell (ανωτέρω) σελ. 83 § 1-120) από κάτι το αυτόβουλο, παράλογο ή εξωγενές που διαταράσσει τη σειρά των γεγονότων. Παραθέτουμε ολόκληρο το απόσπασμα από τη σελ. 215: "The question is not whether there was new negligence, but whether there was a new cause. I think that is what Lord Summer is emphasising in one of the passages in a case to which I shall refer in a moment, S.S. Singleton Abbey v. S.S. Paludina. Ιt must always be shown that there is something which I will call ultroneous, something unwarrantable, a new cause coming in disturbing the sequence of events, something that can be described as either unreasonable or extraneous or extrinsic. I doubt very much whether the law can be stated more precisely than that." Και, όπως λέχθηκε στην Impress (Worcester) Ltd v. Rees [1971] 2 All ER 357 με βάση τις γενικές αρχές της αιτιώδους συνάφειας, το ερώτημα είναι κατά πόσο η παρεμβληθείσα αιτία ήταν τόσο δυνατής φύσης ώστε η συμπεριφορά των εφεσειόντων σε εκείνη την περίπτωση, δεν ήταν καθόλου αιτία αλλά απλώς μέρος των περιβαλλουσών περιστάσεων (σελ. 358): "On general principles of causation, the question which the justices ought to have asked themselves was whether that intervening cause was of so powerful a nature that the conduct of the appellants was not a cause at all but was merely part of the surrounding circumstances." Δεν χρειάζεται όμως να επεκταθούμε σ' αυτό το θέμα. Δεν προσλαμβάνει σημασία στην παρούσα υπόθεση. Όχι μόνο γιατί δεν έχει συζητηθεί οτιδήποτε το σχετικό αλλά και γιατί το πρωτόδικο Δικαστήριο τελικά εξέτασε στην ουσία της τη σημασία της ενέργειας της εκκλησίας, στην οποία δεν καταλογιζόταν ούτε ήταν δυνατό να καταλογιστεί αμέλεια. Και, περαιτέρω, επειδή η κατάληξη, όπως θα δούμε, δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί με αναφορά στην ποιότητα της παρεμβαίνουσας αιτίας ως της αποφασιστικής ή ως ανεξάρτητης, εξωγενούς και παράλογης, σε βαθμό που να εξαλείφει την αμέλεια της εναγομένης. Όπως σε κάθε τέτοια περίπτωση, σε τελική ανάλυση, το ζήτημα είναι πραγματικό και συνίσταται στο κατά πόσο, κάτω από τις περιστάσεις η παρεμβληθείσα ενέργεια ή παράλειψη διέκοψε την αιτιώδη συνάφεια της αμέλειας της εναγομένης προς το τελικό αποτέλεσμα." Στην υπόθεση Νεάρχου ν. Στεφανίδης
(2003)1 ΑΑΔ 351 αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Το άρθρο 56
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 στο οποίο γίνεται αναφορά στην Νικηφόρου Σπύρου (ανηλίκου) (ανωτέρω) προνοεί ότι: «Σε αγωγή που εγείρεται για αμέλεια συνιστά υπεράσπιση, ανεξάρτητα από το ότι ο εναγόμενος επέδειξε αμέλεια, το ότι κάποιος τρίτος επέδειξε αμέλεια και η αμέλεια που επιδείχθηκε από τον τρίτο ήταν η αποφασιστική αιτία της ζημιάς.» Τόσο από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης αλλά και από τα λεχθέντα στην Νικηφόρου Σπύρου (ανηλίκου) (ανωτέρω), συνάγεται ότι η επίκληση της πιο πάνω αρχής για σκοπούς υπεράσπισης προϋποθέτει προβολή του σχετικού ισχυρισμού στα δικόγραφα με την ίδια λεπτομέρεια που απαιτείται σε κάθε περίπτωση περιγραφής αμέλειας. Ανάλογη ήταν και η διαπίστωση στην Θεοφάνη Γ. Καζάκου ν. Δωρέττας Αβρααμίδου κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1626". Στην υπό εκδίκαση αγωγή, οι δύο ιατροί που παρουσίασε η υπεράσπιση του Εναγομένου, δηλαδή ο Δρ. Αχιλλέας Περδίος και ο Δρ. Οδυσσέας Αθάνατος, δεν ανάφεραν ότι κάποιες συγκεκριμένες ενέργειες ή παραλείψεις των δύο Τριτοδιαδίκων ήταν τέτοιες που να διέκοψαν την αιτιώδη συνάφεια της αμέλειας του Εναγομένου προς το τελικό αποτέλεσμα που είναι η μόνιμη βλάβη/αναπηρία στην οποία περιήλθε κατ΄ ισχυρισμό η Ενάγουσα ή κάτι περαιτέρω από μέρος των περιβάλλουσων περιστάσεων. Το αντίθετο μάλιστα ισχυρίστηκαν αμφότεροι. Το γεγονός ότι η Ενάγουσα αναγκάστηκε τελικά να προβεί σε εγχείρηση σπονδυλοδεσίας ήταν το αποτέλεσμα του τραυματισμού της στο τροχαίο ατύχημα. Κατά συνέπεια δεν παρενεβλήθη άλλη αιτία που προκάλεσε το ζημιογόνο αποτέλεσμα πλην του τροχαίου ατυχήματος. Ο Δρ. Οδυσσέας Αθάνατος (Μ.Υ.2) στη σελίδα 18 των στενοτυπημένων πρακτικών του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12.1.2015 αναφέρει επί λέξει: "Ε. Είναι το αποτέλεσμα του δυστυχήματος ημερομηνίας 14/11/2006 που μας έφερε εδώ; Α. Η εγχείρηση είναι αποτέλεσμα του κατάγματος που υπέστη στο αυτοκινητιστικό δυστύχημα". Ο Δρ. Χριστόπουλος του οποίου τη μαρτυρία αποδέχομαι στην ολότητα της ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο με παραπομπή σε συγγράμματα ότι η συντηρητική θεραπεία συνίσταται σε ένα σταθερό μη παρεκτοπισμένο και χωρίς νευρολογικά ελλείμματα κάταγμα του οσφυϊκού σπονδύλου σε αντίθεση με τον Δρα Παναγιώτου και τον Δρα Κόμπο που είχαν αντίθετη άποψη και θα χειρουργούσαν όπως οι ίδιοι ανέφεραν από την πρώτη ημέρα του ατυχήματος της ασθενούς. Είναι ορθό επίσης ότι κανένας γιατρός δεν είπε ότι η μόνιμη βλάβη που παρουσιάζει η Ενάγουσα, οφείλεται σε αμέλεια των Τριτοδιαδίκων 1 και 2 στις ακολουθητέες ιατρικές πρακτικές για αποκατάσταση της υγεία της. Αντίθετα, όλοι οι γιατροί ανέφεραν ότι σ΄ αυτές τις επιβεβλημένες εγχειρήσεις της διπλής σπονδυλοδεσίας, είναι πιθανόν να παραμείνουν μόνιμες βλάβες στον ασθενή λόγω επιπλοκών που παρουσιάζονται κατά τη διάρκεια της εγχείρησης (όπως π.χ. τον επηρεασμό του νεύρου από τις βίδες ή χειρουργικά εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν). Πιο συγκεκριμένα, ο Δρ. Αχιλλέας Περδίος επεξηγεί τον πιθανό λόγο που προκλήθηκε στην Ενάγουσα η μόνιμη υπαισθησία του αριστερού κάτω άκρου και ο μόνιμος πόνος στον αριστερό μηρό και καταλήγει με τα εξής: "Δεν λέω ότι φταίει ο γιατρός γι΄ αυτό αλλά είναι μια πιθανή επιπλοκή της εγχείρησης, είτε από βίδες είτε από άλλους λόγους." Σε ερώτηση επίσης του κ. Δημηριάδη: "Δηλαδή έτσι για να το καταλάβουμε ξεκάθαρα, συμβαίνει σ΄ εσάς τους Νευροχειρούργους την ώρα που πας να βάλεις βίδα να τραυματίσεις το νεύρο και να προκαλέσεις κάποια βλάβη, η οποία βλάβη εκείνη επιφέρει και την αισθησία, την αισθητή αδυναμία στον αριστερό μηρό;" Ο Δρ. Αχιλλέας Περδίος απάντησε "Ναι, σωστά," Φυσικά ο Δρ. Ανδρέας Χριστόπουλος (Μ.Υ.2 για τον Τριτοδιάδικο 1) ανάφερε στη μαρτυρία του ότι το κάταγμα του 4ου οσφυϊκού σπονδύλου ήταν σταθερό σφηνοειδές, με ήπια συμπίεση του σώματος, συνήθως αυτά τα κατάγματα θεραπεύονται συντηρητικά και δεν χρειάζεται καμία χειρουργική επέμβαση ή αν χρειάζεται, αντιμετωπίζεται με μια πιο απλή χειρουργική επέμβαση, την σπονδυλοπλαστική και ότι το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας έκανε την ενδεδειγμένη διάγνωση και θεραπεία και ότι έδωσε τις κατάλληλες οδηγίες στην Ενάγουσα κατά την έξοδο της από το νοσοκομείο. Θα συμφωνήσω με τον κ. Χριστόπουλο ότι δόθηκαν οι κατάλληλες οδηγίες κατά την έξοδο της από το Νοσοκομείο όσον αφορά το κάταγμα του ώμου όχι όμως και για την συντηρητική θεραπεία (κλινοστατισμός και προοδευτική κινητοποίηση με κηδεμόνα) για πώρωση του κατάγματος του 4ου οσφυϊκού σπονδύλου που αγνοήθηκε παντελώς. Το αποτέλεσμα στο τέλος ήταν ότι η Ενάγουσα ένα χρόνο μετά χρειάστηκε να υποβληθεί στη διπλή σπονδυλοδεσία, την ανάγκη της οποίας (εφ΄ όσον συνεχίζονταν οι αφόρητοι πόνοι της Ενάγουσας) δεν αμφισβήτησαν ούτε οι γιατροί της υπεράσπισης, όπως αναφέρω και πιο πάνω. Οι Δρ. Αχιλλέας Περδίος, Δρ. Ο. Αθάνατος και Δρ. Χριστόπουλος αμφισβήτησαν την αναγκαιότητα ή καλύτερα το επιβεβλημένο μιας τέτοιας πολύ δύσκολης εγχείρησης χωρίς να υποβληθεί η Ενάγουσα σε εξειδικευμένη εξέταση ακτινολογικού ελέγχου και αξονικής τομογραφίας που να καταδεικνύει το πρόβλημα και την αναγκαιότητα επίλυσης του με χειρουργική επέμβαση. Κανένας λογικά σκεπτόμενος και υγιής άνθρωπος δεν καταφεύγει στη χειρουργική επέμβαση αν δεν έχει ενοχλήσεις (πόνο) που ο ίδιος και ο θεράπων ιατρός του πιστεύει ότι με αυτόν τον τρόπο θα εξαλειφθούν. Η διπλή σπονδυλοδεσία στην οποία η Ενάγουσα υπεβλήθη ήταν απότοκο και συνέπεια του τροχαίου ατυχήματος και στη συνέχεια της αναποτελεσματικής και/ή καθόλου θεραπείας στην οποία αυτή υπεβλήθη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όσον αφορά την αντιμετώπιση του κατάγματος του τέταρτου οσφυϊκού σπονδύλου. Κατά συνέπεια στην παρούσα περίπτωση δεν θεωρώ ότι διακόπηκε η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αιτίας και του ζημιογόνου αποτελέσματος που προέκυψε από υπαιτιότητα είτε της Ενάγουσας, είτε τρίτων προσώπων, δηλαδή των Τριτοδιαδίκων. Το θέμα που εγείρεται είναι κατά πόσο είτε ο Τριτοδιάδικος 1, είτε ο Τριτοδιάδικος 2, ήσαν αμελείς ο μεν πρώτος στις οδηγίες που δόθησαν στην Ενάγουσα κατά την έξοδο της από το νοσοκομείο για την αντιμετώπιση του κατάγματος του οσφυϊκού σπονδύλου, ο δε δεύτερος κατά πόσο ήταν επιβεβλημένη μια δύσκολη και επικίνδυνη εγχείρηση διπλής σπονδυλοδεσίας στην οποία τελικά υπέβαλε την Ενάγουσα. Παρά το ότι η Ενάγουσα αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι δεν έχει κανένα παράπονο ούτε από τους γιατρούς του Νοσοκομείου Λευκωσίας ούτε από τον Δρα Παναγιώτου, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει κατά πόσον υπέχουν έναντι της λόγω αμέλειας ή παράλειψης, ευθύνη για τη μόνιμη βλάβη που ισχυρίζεται ότι εξακολουθεί να έχει συνέπεια του τροχαίου ατυχήματος. Από την ενώπιον μου μαρτυρία και τα τεκμήρια έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το κάταγμα του οσφυϊκού σπονδύλου Ο4 δεν αντιμετωπίστηκε αποτελεσματικά και/ή καθόλου στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Η πεποίθηση μου αυτή προκύπτει από το γεγονός ότι η Ενάγουσα στη μαρτυρία της επέμενε ότι ουδέποτε εκινητοποιήθηκε με ζώνη ή χωρίς ζώνη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας (όπως το Τεκμήριο 13 αποκαλύπτει, σύμφωνα με τις οδηγίες των θεραπόντων γιατρών) και ενισχύεται από το γεγονός ότι στο εξιτήριο Τεκμήριο 24 δεν δίδονται οδηγίες για την αποκατάσταση (πώρωση) του κατάγματος και/ή τη θεραπεία του κατάγματος του οσφυϊκού σπονδύλου 04 παρά μόνο οδηγίες για την αποκατάσταση και/ή θεραπεία του κατάγματος του αριστερού βραχιονίου. Μάλιστα αντίθετες με τη θεραπεία που απαιτείται για την αποκατάσταση και/ή θεραπεία του κατάγματος σπονδύλου (δηλαδή να κοιμάται σε καθιστή θέση αντί του κλινοστατισμού που επηρεάζει σύμφωνα με την ιατρική μαρτυρία των Δρος Περδίου και Δρος Αθάνατου τη συντηρητική θεραπεία του κατάγματος του σπονδύλου). Το επιβεβλημένο και/ή το αναγκαίο μιας διπλής χειρουργικής επέμβασης σπονδυλοδεσίας, σύμφωνα με τον Δρα Χριστόπουλο, η οποία διενεργείται ένα χρόνο μετά τον τραυματισμό θα πρέπει να είναι το αποτέλεσμα εξειδικευμένων εξετάσεων (ακτινογραφίες κάθε μήνα για να διαπιστωθεί αν το κάταγμα επωρώθη και αξονικής τομογραφία σπονδύλου) τις οποίες όπως διεφάνη ο Τριτοδιάδικος 2 δεν διενήργησε και βασίστηκε μόνο στην αξονική τομογραφία που έγινε στο νοσοκομείο στις 16.11.06 και Μ.R.I. που διενεργήθηκε στο Αχίλλειο Νοσοκομείο οκτώ περίπου μήνες πριν την χειρουργική επέμβαση, τον Μάρτιο του 2007. Περαιτέρω, ο Δρ. Ανδρέας Χριστόπουλος αναφέρει ότι με τίποτα δεν θα χειρουργούσε ο ίδιος την Ενάγουσα, ένα περίπου χρόνο μετά το δυστύχημα, εάν δεν έκαμνε ακτινογραφίες ή αξονική τομογραφία του σπονδύλου που να καταδεικνύει την μη πώρωση του κατάγματος. Ο Δρ. Ανδρέας Παναγιώτου, εξήγησε ότι από την κλινική εικόνα της Ενάγουσας, έχοντας υπόψη του τα δεδομένα των ακτινογραφιών και της αξονικής τομογραφίας του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας ημερομηνίας 16.11.06 καθώς επίσης το M.R.I. ημερ. 8.3.2007 (Τεκμήριο 30), δεν χρειαζόταν να υποβάλει την Ενάγουσα σε άλλες ακτινογραφίες, αξονική τομογραφία ή M.R.I. σε αντίθεση με όλους τους υπόλοιπους γιατρούς που ισχυρίστηκαν ότι δεν θα κατέφευγαν σε μια επικίνδυνη και δύσκολη επέμβαση χωρίς τις εξειδικευμένες αυτές εξετάσεις. Ήταν η θέση του Δρα Ανδρέα Παναγιώτου ότι ο ίδιος θα συνιστούσε στην Ενάγουσα να χειρουργηθεί από την πρώτη ημέρα. Συμφώνησε δε ότι η μόνιμη υπαισθησία λόγω διαταραχής των νευρικών στοιχείων, είναι μετεγχειρητική επιπλοκή η οποία πιθανόν να συμβεί σε τέτοιες εγχειρήσεις, κάτι που επιβεβαίωσε και ο Μ.Υ.1 Δρ. Αχιλλέας Περδίος. Να αναφέρω επίσης ότι ο Δρ. Σπύρος Συμεωνίδης (Μ.Ε.4) ο οποίος είναι υφιστάμενος του Δρ. Ανδρέα Χριστόπουλου (τότε Διευθυντή του Νευροχειρουργικού Τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας), στην ιατρική του έκθεση (Τεκμήριο 60) αναφέρει ότι η χειρουργική επέμβαση της διπλής σπονδυλοδεσίας ήταν ανεπίλεκτη και είχε άριστο αποτέλεσμα, άφησε όμως τα κατάλοιπα που άφησε και τα οποία εμποδίζουν την Ενάγουσα να υποβάλλεται σε διάφορες δραστηριότητες όπως ορθοστασία, οδήγηση, άρση βαριών αντικειμένων, ανέβασμα σκαλών, διεκπεραίωση βαριών οικιακών εργασιών. Θεωρώ ότι πλην του Εναγομένου που ευθύνεται για τον τραυματισμό της Ενάγουσας παράλληλα ευθύνονται και "οι περιθάλψαντες" αυτήν γιατροί του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, όπως επίσης και ο διενεργήσας τη διπλή σπονδυλοδεσία Δρ. Ανδρέας Παναγιώτου. Εναντίον αμφοτέρων των Τριτοδιαδίκων η Ενάγουσα διεκδικεί συνεισφορά δυνάμει του άρθρου 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 εφ΄ όσον έχω ήδη αποφασίσει ότι δεν διεκόπη η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του τραυματισμού εκ του ατυχήματος και του ζημιογόνου αποτελέσματος από πράξεις ή παραλείψεις των Τριτοδιαδίκων αυτοί θα έπρεπε να συνενωθούν από την Ενάγουσα ως συνεναγόμενοι και όχι να προσεπικληθούν από τον Εναγόμενο ως Τριτοδιάδικοι. Θεωρώ ότι από την πεποίθηση που η Ενάγουσα είχε για τη ζημιά που υπέστη και η οποία δεν παραπονέθηκε για την θεραπεία στην οποία υπεβλήθη στο Νοσοκομείο και από τον Δρα Παναγιώτου αυτή δεν ήταν δυνατό να συνενώσει στην αγωγή της - στο αρχικό στάδιο - ως συνεναγόμενους τους Τριτοδιάδικους, προφανώς γιατί δεν επίστευε ότι ευθύνοντο και ακόμη και αν ήταν σε αμφιβολία για την ευθύνη τους δεν μπορεί να αναμένετο με λογική προσπάθεια να εξακριβώσει γεγονότα που σχετίζοντο με την αμέλεια ενός εκάστου (βλέπε Ιωάννου ν. Βασιλείου
(1989)1 ΑΑΔ 699). Το άρθρο 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα: "64.
(1). Αν πρόσωπο υποστεί ζημιά συνεπεία αστικού αδικήματος οποιοιδήποτε συναδικοπραγήσαντες που υπέχουν ευθύνη σε σχέση με την εν λόγω ζημιά δύνανται να τύχουν συνεισφοράς από οποιοδήποτε άλλο αδικοπραγήσαντα, ο οποίος υπέχει, ή αν εναγόταν θα υπείχε, ευθύνη σε σχέση με τη ζημιά αυτή, είτε ως συναδικοπραγήσας είτε άλλως πως, ούτως ώστε κανένα πρόσωπο να μη δικαιούται να τύχει συνεισφοράς δυνάμει του άρθρου αυτού από πρόσωπο που δικαιούται σε κάλυψη από αυτό σε σχέση με την ευθύνη σχετικά με την οποία επιδιώκεται η συνεισφορά.
(2)Σε κάθε δικαστικό μέτρο δυνάμει του άρθρου αυτού το ποσό της συνεισφοράς που πρέπει να καταβληθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο είναι το ποσό το οποίο το Δικαστήριο ήθελε βρει ως δίκαιο λαμβάνοντας υπόψη την έκταση της ευθύνης του προσώπου αυτού για τη ζημιά και το Δικαστήριο έχει εξουσία να απαλλάσσει οποιοδήποτε πρόσωπο από την υποχρέωση για συνεισφορά ή να διατάσσει όπως η συνεισφορά που πρέπει να καταβληθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο αναχθεί σε πλήρη κάλυψη." Όπως στο πιο πάνω άρθρο ρητά προβλέπεται, θέμα συνεισφοράς τίθεται όταν ζημιά προκαλείται από: (α) συναδικοπραγήσαντες (joint tortfeasors). (β) από άλλο αδικοπραγήσαντα, που έχει ευθύνη σε σχέση με την ίδια ζημιά (concurrent tortfeasor). (γ) από μη αδικοπραγήσατα, που "άλλως πως" υπέχει ευθύνη για την ζημία. Σχετικά με το πιο πάνω άρθρο τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου. Επίσης σχετικά με το θέμα τα αναφέρομαι στα συγγράμματα Halsbury΄s Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 37 σελίδες 136-141 Παράρτημα 3, Clerk & Lindsell on Torts, 17η έκδοση, σελίδες 147-161 Παράρτημα
- Όπως αναφέρεται πιο πάνω για να υπάρξει θέμα συνεισφοράς πρέπει να υπάρχει συναδικοπραγείσας (joint tortfeasor) και/ή άλλος αδικοπραγήσας που έχει ευθύνη σε σχέση με την "ίδια ζημιά" (concurrent tortfeasor). Είναι άποψη μου ότι τόσο ο Τριτοδιάδικος 1, όσο και ο Τριτοδιάδικος 2 δεν είναι ούτε συναδικοπραγήσαντες (joint tortfeasors) και/ή άλλοι αδικοπραγήσαντες (concurrent tortfeasors) στην πρόκληση της "ίδιας ζημιάς". Κατά συνέπεια εφ΄ όσον από πράξεις ή παραλείψεις τους συνάγεται ότι έχουν παράλληλα και/ή ταυτόχρονα με τον Εναγόμενο αδικοπραγήσει, θα έπρεπε να συνενωθούν ως συνεναγόμενοι, όχι για την πρόκληση "ίδιας ζημιάς" αλλά για τη ζημιά που ένας έκαστος προκάλεσε στην Ενάγουσα και κακώς συμπεριλήφθησαν ως Τριτοδιάδικοι από τον Εναγόμενο, ως εκ τούτου δίνονται οδηγίες δυνάμει της Δ.9 θ.10 όπως τα ονόματα τους απαλειφθούν ως Τριτοδιάδικοι και συνενωθούν στην αγωγή της Ενάγουσας ως συνεναγόμενοι που ευθύνονται (όχι σε συνεισφορά) ο κάθε ένας στο δικό του βαθμό για πρόκληση όχι της "ίδιας ζημιάς". Όπως έχει προκύψει από τη μαρτυρία, η αμέλεια και παράβαση των νομίμων καθηκόντων του Τριτοδιαδίκου 1 υπεύθυνου για πράξεις ή παραλείψεις γιατρών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας συνίστατο στο ότι ιατρικοί λειτουργοί έδωσαν κακή και λανθασμένη συμβουλή στην Ενάγουσα να κοιμάται καθιστή μέσα στο νοσοκομείο 7 μέρες μετά τον τραυματισμό της και όπως συνεχίσει να κοιμάται καθιστή και μετά που έλαβε εξιτήριον στις 27.11.
- Με την παράλειψη τους να υποβάλουν την Ενάγουσα σε χειρουργική επέμβαση του ώμου ως η ειλημμένη απόφαση τους στις 17.11.06 απέτρεψαν τον επιβαλλόμενον κλινοστατισμό της Ενάγουσας σε ανάσκελη θέση για περίοδο πέραν των 7 ημερών όπως επιβάλλετο, εφόσον όπως η Ενάγουσα ισχυρίσθηκε είχε συνεχείς και αφόρητους πόνους. Δεν συνεστήθη ούτε υπεδείχθη στην Ενάγουσα κατά την έξοδο της από το νοσοκομείο στις 27.11.06 να χρησιμοποιεί ορθοπεδική ζώνη κατά την κινητοποίηση της για περίοδο 3 μηνών και ουδεμία σύσταση ή οδηγία εδόθη για το κάταγμα του σπονδύλου, εφόσον όπως η Ενάγουσα ισχυρίσθηκε είχεν αφόρητους πόνους. Δεν υπέδειξαν ούτε συνέστησαν στην Ενάγουσα τον απαιτούμενον μηνιαίο ακτινολογικόν έλεγχο, και ούτε υπέβαλαν την Ενάγουσα στον αναγκαίο ακτινολογικόν έλεγχον, αξονική τομογραφία, μαγνητική τομογραφίαν, ένα τουλάχιστο μήνα μετά τον τραυματισμό της όταν προσήλθε στα εξωτερικά ιατρεία στις 14.12.06 για την διαπίστωση της πώρωσης του κατάγματος και την σύμφωνα με τα αποτελέσματα γνωστοποίηση νέων οδηγιών ως προς τις ακολουθητέες θεραπείες. Ουσιαστικά το κάταγμα του 4ου οσφυϊκού σπονδύλου στο Νοσοκομείο (εκτός της εκτίμησης της κατάστασης από τον Δρα Χριστόπουλο και των οδηγιών που έδωσε και δεν ακολουθήθηκαν) αγνοήθηκε πλήρως. Ο Δρ. Παναγιώτου στη δική του μαρτυρία αναληθώς κατέθεσε ότι σύμφωνα με την αξονική τομογραφία του Νοσοκομείου, Τεκμήριο 69, το κάταγμα ήτο ασταθές και παρεκτοπισμένο. Σημειώνεται ότι ο ίδιος παραδέχθηκε ότι σε ένα σταθερό κάταγμα παρεκτόπιση δεν υπάρχει. Όπως απεδείχθη από το πόρισμα του ακτινοδιαγνωστικού τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας (Τεκμήρια 21, 22) και τα υπόλοιπα τεκμήρια του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας όπως επίσης την υπόλοιπη μαρτυρία των γιατρών μαρτύρων ή περιγραφή, απεικόνιση και διάγνωση από το Τεκμήριο 69 ήταν αντίθετη με όσα ο Δρ. Παναγιώτου αντιλήφθηκε απ΄ αυτήν δηλαδή ότι αφορούσε ένα μη σταθερό και παρεκτοπισμένο κάταγμα. Ο Δρ. Παναγιώτου αναληθώς επινόησεν να αναφέρεται σε ευρήματα από το Τεκμήριο 69 (που στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν), για να δικαιολογήσει την αχρείαστη και επικίνδυνη εγχείρηση σωματεκτομής και σπονδυλοδεσίας στην οποία υπέβαλε την Ενάγουσα ένα χρόνο μετά το ατύχημα, χωρίς να την υποβάλει σε περαιτέρω εξετάσεις, ακτινολογικό έλεγχο και αξονική τομογραφία, η οποία ως επέμβαση όσο επιτυχημένη και να ήταν άφησε στην Ενάγουσα το νευρολογικό έλλειμμα της δυσαισθησίας στον έσω μηρό, που η ενδεδειγμένη όπως επιβάλλετο στο εν λόγω κάταγμα συντηρητική θεραπεία δεν θα προκαλούσε. Όλοι οι γιατροί, Δρ. Συμεωνίδης, Δρ. Περδίος, Δρ. Αθάνατος και Δρ. Χριστόπουλος, ήσαν επικριτικοί για την αδικαιολόγητη και αντενδεικνυόμενη διαδικασία διπλής σπονδυλοδεσίας που ο Δρ. Παναγιώτου ακολούθησε ένα χρόνο μετά το ατύχημα, και που κανένας τους αναντίλεκτα δεν θα ακολουθούσε για ένα σταθερό κάταγμα με ήπια καθίζηση χωρίς συμπίεση των νευρικών στοιχείων και χωρίς παρεκτόπιση. Ο Δρ. Περδίος κατέθεσε ότι για τον ίδιο ήτο πρωτάκουστο να ακούει τον Δρα Κόμπο (Νευροχειρούργο με τον οποίο ο Δρ. Α. Παναγιώτου χειρούργησε την Ενάγουσα) ότι χειρίζεται τέτοια περιστατικά πάντοτε, ή οποιονδήποτε κάταγμα, με χειρουργική επέμβαση και/ή σωματεκτομή στην οποία υπέβαλαν και την Ενάγουσα. Τέτοια επέμβαση γίνεται ανέφερε ο Δρ. Περδίος (του οποίου επίσης τη μαρτυρία αποδέχομαι) παραπέμποντας σε επιστημονικά συγγράμματα, μόνο όταν πιέζονται νευρικά στοιχεία και πρόκειται για μία επικίνδυνη επέμβαση. Είναι δε όπως είπεν απαραίτητο να εξηγηθούν οι επιπλοκές που δυνατόν να επιφέρει μία χειρουργική επέμβαση σωματεκτομής και σπονδυλοδεσίας έτσι ώστε ο ασθενής να αποφασίσει εάν θα υποβληθεί στη χειρουργική επέμβαση ή αν θα μείνει στο κρεβάτι ή με νάρθηκα. Άκρως και ιδιαίτερα επικριτικός εναντίον της σωματεκτομής και σπονδυλοδεσίας που ο Δρ. Παναγιώτου υπέβαλε την Ενάγουσα, ήτο ο Δρ. Χριστόπουλος. Ο Δρ. Χριστόπουλος, εξέφρασε την πλήρη αντίθεση του με τη διαδικασία που ο Δρ. Παναγιώτου ακολούθησε χωρίς ουσιαστικά έστω και σήμερα να μπορεί να αποδείξει με εξειδικευμένες εξετάσεις την αναγκαιότητα της καταφεύγοντας αποκλειστικά και μόνον σε διαφορετικές διαγνώσεις από εξειδικευμένες εξετάσεις που έγιναν πολύ πιο πριν και όχι από τον ίδιο. Όπως ο Δρ. Χριστόπουλος κατέθεσε, όταν ένας γιατρός βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα κάταγμα του βραχιονίου και με ένα ασταθές κάταγμα του οσφυϊκού σπονδύλου (όπως η διάγνωση του Δρος Παναγιώτου) άμεσα επιβάλλεται να δώσει προρεραιότητα στη χειρουργική επέμβαση όχι του βραχίονα, αλλά του ασταθούς κατάγματος του σπονδύλου για να αποτρέψει την παραπληγία και παράλυση των κάτω άκρων. Είναι έκδηλα προφανές από την ιατρική μαρτυρία ότι ο Δρ. Παναγιώτου επέλεξε να υποβάλει σε μια επικίνδυνη και δύσκολη εγχείρηση την Ενάγουσα (σωματεκτομή και σπονδυλοδεσία) για ένα σταθερό και ήπιο συμπιεστικό κάταγμα του 4ου οσφυϊκού χωρίς παρεκτόπιση, αποδίδοντας την αναγκαιότητα της στην αστάθεια του κατάγματος, και την παρεκτόπιση του που στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν. Η επέμβαση στην οποία ο Δρ. Παναγιώτου υπέβαλε την Ενάγουσα ήταν ανεπίτρεπτη, αντενδείκνυτο και/ή τουλάχιστον δεν υπάρχουν στοιχεία ότι ενδείκνυτο και έγινε κατά παράβαση της ιατρικής δεοντολογίας. Αυτό από μέρους του συνιστά αμέλεια άσκησης του καθήκοντος του που συνέτεινε στη μόνιμη βλάβη της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα αναντίλεκτα με τη μαρτυρία που η ίδια προσκόμισε, απέδειξε και δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση ότι υπέστη ένα ήπιον, χωρίς παρεκτόπιση, σταθερό χωρίς συμπίεση του σπονδυλικού νωτιαίου σωλήνα, χωρίς νευρολογικό έλλειμμα συμπιεστικό κάταγμα του πρόσθιου τμήματος (πρόσθιας κολώνας) του Ο4 σπονδύλου. Τα πιο πάνω προκύπτουν από το φάκελο της νοσηλείας του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας που η ίδια η Ενάγουσα προσκόμισε ως μαρτυρία όπως και από τη μαρτυρία του μάρτυρα της Δρος Συμεωνίδη (Δέστε Τεκμήρια 11, 13, 17-22, 34-36, 60, 69 αξονική τομογραφία ημερ. 16.11.06 και Τεκμήριο 70 ακτινογραφίες 14.11.06). Η Ενάγουσα κατέθεσε ότι από την ημέρα του ατυχήματος μέχρι που υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση ένα χρόνο μετά, είχε αφόρητους πόνους. Όταν για πρώτη φορά επισκέφθηκε τον Δρα Παναγιώτου στις 15.12.06 είχε όπως είπε τους πόνους και συνεννοήθηκαν με τον Δρ. Παναγιώτου να τελειώσουν πρώτα με το χέρι και μετά το σπόνδυλο. Ο Δρ. Παναγιώτου αντίθετα κατέθεσε ότι όταν για πρώτη φορά στις 15.12.06 τον επισκέφθηκε η Ενάγουσα φέρουσα κηδεμόνα στη θωρακοοσφυϊκή μοίρα (που η ίδια δεν θυμόταν ότι φορούσε ποτέ), πονούσε αφόρητα και της συνέστησε ότι χρειαζόταν άμεσα σπονδυλοδεσία, που όμως η Ενάγουσα αρνήθηκε διότι ήθελε να συνεχίσει τη συντηρητική αγωγή που της συνέστησαν στο νοσοκομείο. Η αντίφαση στη μαρτυρία Ενάγουσα Δρος Παναγιώτου τόσο στο αν αυτή τον επισκέφθηκε φορώντας κηδεμόνα όσο και στην ενδεικνυόμενη θεραπεία του κατάγματος του σπονδύλου που ενώ ασταθές και παρεκτοπισμένο (σύμφωνα με τον Δρα Παναγιώτου) αφέθηκε να χειρουργηθεί ένα χρόνο αργότερα αφήνουν έκθετη σε απόρριψη τη μαρτυρία του Δρος Παναγιώτου. Ο Δρ. Παναγιώτου επεχείρησε ανεπιτυχώς να δικαιολογήσει την αναγκαιότητα της χειρουργικής επέμβασης που πραγματοποίησε ένα χρόνο μετά αφού είχε διαπιστώσει μόλις ένα μήνα μετά το ατύχημα ότι η συντηρητική θεραπεία (που θα έπρεπε να ακολουθείται για τουλάχιστον 3 μήνες για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα ως προς την πώρωση του κατάγματος) ήταν αναποτελεσματική. Στην προσπάθεια του αυτή ο Δρ. Παναγιώτου (της δικαιολόγησης της καταφυγής σε εγχείρηση) ανέφερε επίσης στη μαρτυρία του ότι ως όφειλε δεν είχε πουθενά στο αρχείο του οποιαδήποτε καταγραφή ότι η Ενάγουσα έφερε όταν τον επισκέφθηκε στις 15.12.06 υποστηρικτικό κηδεμόνα. Η περιγραφή του υποστηρικτικού κηδεμόνα που έδωσε ότι άρχιζε από τη θωρακική μοίρα και κατέληγε στη λεκάνη ήτο αντίθετη με την περιγραφή του Δρος Χριστόπουλου που συνέστησε την οσφυϊκή ζώνη την οποία ο Δρ. Χριστόπουλος περίγραψε ως ζώνη οσφυϊκής μοίρας ενισχυμένη και όχι θωρακοοσφυϊκό κηδεμόνα. Δεν είχε πουθενά στο αρχείο του οποιαδήποτε καταγραφή ότι η Ενάγουσα έχρηζε σπονδυλοδεσίας ή ποια ήταν τα υπέρ και τα κατά που της εξήγησε και ουδέποτε η Ενάγουσα κατέθεσε ότι της εξηγήθηκαν τα υπέρ και τα κατά της σπονδυλοδεσίας. Αναληθώς κατέθεσε ότι από το υλικό που είχε δει μέχρι την ημέρα που έδιδε μαρτυρία στο Δικαστήριο, είδε ότι κατά το εξιτήριο από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας συνεστήθη στην Ενάγουσα να φέρει ορθοπεδική ζώνη. Η θέση αυτή πλήττει ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του γιατί θα έπρεπε να γνώριζε (αφού ισχυρίζεται ότι το είδε) ότι στο εξιτήριο Τεκμήριο 24 δεν υπάρχει καμία αναφορά για ορθοπεδική ζώνη και καμία σύσταση συντηρητικής θεραπείας για τον σπόνδυλο. Ενώ η Ενάγουσα κατέθεσε στο Δικαστήριο, κι αυτό ανέφερε και στον Δρα Περδίο ότι από το Νοσοκομείο δεν της συνεστήθη να χρησιμοποιεί ζώνη, ο Δρ. Παναγιώτου κατέθεσε ότι παίρνοντας στις 15.12.06 το ιστορικό από την Ενάγουσα, η Ενάγουσα - που έφερε ζώνη όταν τον επισκέφθηκε - του είπε ότι "βγήκα από το Νοσοκομείο και μου συνεστήθη να φορώ τη ζώνη αυτή". Εφόσον σύμφωνα με το εξιτήριο Τεκμήριο 24, η συντηριτική θεραπεία που της συνεστήθη ήταν να κοιμάται ακόμα και καθιστή, που σύμφωνα με τον ίδιον και τον ΜΕ9 Δρ. Κόμπο, ήτο μία κακή συμβουλή, θα έπρεπε να υποβληθεί σε εξειδικευμένες εξετάσεις για να καταφανεί η πώρωση του κατάγματος. Εάν ο Δρ. Παναγιώτου λάμβανε όπως έπρεπε να λάβει και καταγράψει το ιστορικό, θα πληροφορείτο ότι αυτό που συνεστήθη στην Ενάγουσα κατά την έξοδο της από το Νοσοκομείο, δεν είχε καμία σχέση με συστάσεις για τον σπόνδυλο, είτε κλινοστατισμού είτε χρήσης κηδεμόνα που κατά τον ίδιον πάντα περιλαμβάνεται στη συντηρητική θεραπεία. Είναι για αυτούς τους λόγους που δεν αποδέχομαι στην ολότητα της τη μαρτυρία του Δρος Παναγιώτου (την οποία προσπάθησε ανεπιτυχώς να ενισχύσει ο Δρ. Θεόδωρος Κόμπος) και θεωρώ πιο αξιόπιστους και αληθινούς μάρτυρες όλους τους υπόλοιπους γιατρούς (Γαρπόζη, Συμεωνίδη, Χριστόπουλο, Περδίο, Αθάνατο). Η προσδοκώμενη πλήρης πώρωση του κατάγματος που θα επιτυγχάνετο με την διπλή σπονδυλοδεσία και σωματεκτομή και θα επέτρεπε - σύμφωνα με τον Δρα Παναγιώτου στην Ενάγουσα ακόμα και να ποδηλατεί, αποδείχθηκε ότι προκάλεσε πρόσθετα προβλήματα που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί. Ο Δρ. Θεόδωρος Κόμπος (ΜΕ9) Διευθυντής Νευροχειρουργικής Κλινικής στο Βερολίνο ο οποίος εκλήθη (γιατί "ήταν περίπλοκο περιστατικό" όπως ανέφερε) από τον Δρα Παναγιώτου να παρίσταται και να είναι βοηθός κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης που πραγματοποίησε ο Δρ. Παναγιώτου, την ασθενή Ενάγουσα την είδε για πρώτη φορά την ημέρα της εγχείρησης αλλά προηγουμένως είχαν σταλεί σ΄ αυτόν μαγνητική αξονική τομογραφία και ακτινογραφίες (αξονική τομογραφία δεν έγινε μετά τον Νοέμβριο του 2006) από τις οποίες διαπίστωσε ένα χρόνο αργότερα, το 2007 ότι το κάταγμα υπέστη "περαιτέρω καθίζηση" και ως εκ τούτου θα το εχαρακτήριζε - όπως είπε - εκ του λόγου τούτου "ασταθές" και παρεκτοπισμένο. Ο ίδιος ανέφερε ότι ο κηδεμόνας χρησιμοποιείται μόνο για τον περιορισμό του πόνου και επανέλαβε τη θέση του Δρος Παναγιώτου ότι θα έκανε αμέσως μετά τον τραυματισμό διπλή σπονδυλοδεσία για να κινητοποιηθεί άμεσα ο ασθενής. Η μαρτυρία του Δρος Κόμπου είναι επίσης έκθετη σε απόρριψη. Αρχικά εκλήθη αφού το περιστατικό εθεωρήθη "περίπλοκο" ουσιαστικά για να καταδειχθεί από τον Δρα Παναγιώτου ότι ως "περίπλοκο" το αντιμετώπιζε με σοβαρότητα και γι΄ αυτό εκλήτευσε ένα επιφανή νευροχειρουργό να παρίσταται (όχι να χειρουργήσει) ο οποίος δήθεν εδιαπίστωσε από ανύπαρκτες εξειδικευμένες εξετάσεις την "περαιτέρω καθίζηση" και την αναγκαιότητα της χειρουργικής επέμβασης αφού το τραύμα συνεπεία της "περαιτέρω καθίζησης" κατέστη δήθεν "ασταθές". Η κλήτευση του Δρος Κόμπου κατά την εγχείρηση και ως μάρτυρα στο Δικαστήριο επιβεβαιώνει παρά διαψεύδει τις παραλείψεις του Δρος Παναγιώτου να διεξαγάγει εξειδικευμένες εξετάσεις πριν την επέμβαση, παράλληλα με το γεγονός ότι η κλήτευση αυτή έγινε με αποκλειστικό σκοπό να δικαιολογηθεί η παράλειψη εξειδικευμένων εξετάσεων για ένα "περίπλοκο" περιστατικό, να ενισχυθεί η θέση του Δρος Παναγιώτου ότι χρειαζόταν χειρουργική επέμβαση (χωρίς εξειδικευμένες εξετάσεις), και επιπλέον να υπάρχει ένας νευροχειρουργός σε μια δύσκολη, πολύπλοκη και επικίνδυνη εγχείρηση αυτής της ειδικότητας και όχι της ειδικότητας του Ορθοπεδικού - Τραυματιολόγου που έχει ο Δρ. Παναγιώτου. Ανεξάρτητα από τη θέση του Δρος Κόμπου ότι στη Γερμανία τέτοιες εγχειρήσεις διενεργούν κατά το πλείστον ορθοπεδικοί, εντούτοις θεωρώ ότι η επικινδυνότητα μιας τέτοιας εγχείρησης που ήταν εκτός της ιατρικής ειδικότητας του Δρος Παναγιώτου την καθιστούσε ακόμα πιο δύσκολη για τον ίδιο, ο οποίος αποτόλμησε μια τέτοια εγχείρηση διπλής σπονδυλοδεσίας (με είσοδο από μπροστά) χωρίς εξειδικευμένη γνώση (αφού ο νευροχειρουργός Δρ. Κόμπος απλώς παρίστατο) και χωρίς εξειδικευμένες εξετάσεις πριν την καταφυγή σ΄ αυτήν. Κατά συνέπεια θα πρέπει να αποφασιστεί σύμφωνα με την αυθεντία Μαυρίδης ν. Dharaghji
(1990)1 ΑΑΔ 1013, όπου ο Στυλιανίδης, Δ. εξήγησε τον τρόπο προσέγγισης του καταμερισμού ευθύνης των συνεναγομένων το ποσοστό ευθύνης ενός εκάστου στο ζημιογόνο αποτέλεσμα. Η ιδιαιτερότητα της υπόθεσης αυτής είναι ότι οι αδικοπραγήσαντες (Εναγόμενος και Τριτοδιάδικοι) δεν ευθύνονται για την "ίδια ζημιά". "Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα Άρθρα 51, 57 και 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Η ορθή προσέγγιση του Δικαστηρίου, όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Fitzgerald v. Lane [1988] 2 All E.R. 961, η οποία ανέτρεψε την απόφαση του Lord Pearce στην υπόθεση The Miraflores and The Abadesa [1967] 1 All E.R. 672, 677, είναι: To Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική, τότε εξετάζει με βάση το Άρθρο 57 αν ο ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ εναγομένων, από τη μια, και εναγόντα, από την άλλη, και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα. Εάν επιδόθηκαν ειδοποιήσεις, με βάση το Άρθρο 64 και τη Δ.10, θ.12
(1)των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, προχωρεί στον καταμερισμό της ευθύνης και στον καθορισμό του ποσοστού της συνεισφοράς ή αποζημίωσης μεταξύ των εναγομένων. Αυτή την προσέγγιση πρέπει να ακολουθούν τα πρωτόδικα Δικαστήρια στις υποθέσεις του είδους τούτου." Δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε ευθύνη της Ενάγουσας στην δημιουργία του ζημιογόνου αποτελέσματος (είτε συνεπεία του τραυματισμού της στο ατύχημα είτε της μόνιμης βλάβης απότοκο της εγχείρησης) όπως δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε ευθύνη της Ενάγουσας όσον αφορά το ατύχημα. Η Ενάγουσα υπέστη ένα σοβαρό τραυματισμό και ουσιαστικά ένα από τα τραύματα της δεν αντιμετωπίστηκε καθόλου και/ή επαρκώς στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας με αποτέλεσμα η κατάσταση του οσφυϊκού σπονδύλου αφού δεν ακολουθήθηκε (όχι από δική της υπαιτιότητα) η ενδεδειγμένη συντηρητική θεραπεία να "επιδεινωθεί" και ή τουλάχιστον να παραμείνει χωρίς καμία ουσιαστική βελτίωση τουλάχιστον μέχρι τον Μάρτιο του 2007 με αποτέλεσμα να υποστεί μια επώδυνη, επικίνδυνη και δύσκολη εγχείρηση διπλής σπονδυλοδεσίας η οποία είχε ως αποτέλεσμα μετεγχειρητικές επιπλοκές που επεδείνωσαν περαιτέρω αντί να βελτιώσουν την κατάσταση της με αφόρητους πόνους, αδυναμία ορθοστασίας ή καθιστής θέσης για πολλή ώρα, και της κινητικότητας της Ενάγουσας (λόγω της υπαισθησίας [ή δυσαισθησίας] στο έσω μέρος του αριστερού κάτω άκρου) όπως επίσης και αδυναμίας διενέργειας βαριών χειρονακτικών και οικιακών εργασιών. ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Σύμφωνα με τις παραγράφους η και θ της σελίδας 6 της Έκθεσης Απαίτησης η Ενάγουσα διεκδικεί το ποσό των €46.000 για απώλεια εισοδημάτων από την εργασία της στη ψησταριά που διατηρούσε ο γιος της μέχρι την καταχώρηση της αγωγής (€16.000) και απώλεια εισοδημάτων μέχρι την ημέρα της δίκης (υπολογιζόμενα €30.000). Σύμφωνα με τη μαρτυρία της η Ενάγουσα εργαζόταν σε ψησταριά που είχε ο γιος της με μηνιαίες απολαβές £600. Η θέση αυτή της Ενάγουσας ελέγχεται ως μη ανταποκρινόμενη στην αλήθεια. Από την ενώπιον μου μαρτυρία τόσο της ίδιας όσο και του γιου της προκύπτει ότι αυτή δεν ήταν εργοδοτούμενη στην επιχείρηση ψησταριάς του γιου της. Ο γιος της Μ.Ε.6 Χρύσανθος Κυριάκου ο οποίος προσπάθησε να επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό περί εργοδότησης της μητέρας του και κλεισίματος της ψησταριάς μετά το ατύχημα της λόγω της αδυναμίας της να εργοδοτείται πλέον στη ψησταριά δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει τον ισχυρισμό αυτό ούτε τον ισχυρισμό ότι το κλείσιμο οφείλετο στον τραυματισμό και την αδυναμία της μητέρας του να συνεχίσει την εργοδότηση της. Δεν γνώριζε πότε ενοικίασε την ψησταριά, πότε την έκλεισε, δεν τηρούσε οποιαδήποτε βιβλία, δεν κατέβαλλε φόρους και βεβαίως ούτε Κοινωνικές Ασφαλίσεις για την εργοδοτούμενη μητέρα του. Η μητέρα του, Ενάγουσα, στην κατάθεση της στην Αστυνομία δήλωσε ως επάγγελμα της "οικοκυρά" και καμία νύξη όσον αφορά το επάγγελμα της δεν έκανε στον Τριτοδιάδικο 2 (Μ.Ε.8) Δρα Ανδρέα Παναγιώτου για δήθεν διακοπή της εργοδότησης της λόγω του ατυχήματος. Κατά συνέπεια θεωρώ ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την εργοδότηση της και την απώλεια εισοδημάτων λόγω του ατυχήματος ούτε επιβεβαιώνεται ότι το κλείσιμο της ψησταριάς έγινε λόγω αδυναμίας της Ενάγουσας να συνεχίσει την υποτιθέμενη εργοδότηση της εκεί. Παραπέμπω στην υπόθεση Navichkova v. Βλάβη
(2012)1 ΑΑΔ 1111 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφορικά με την απώλεια εισοδημάτων επανάλαβε ότι αυτά πρέπει να δικογραφούνται με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Επισημαίνω ότι η μαρτυρία της Ενάγουσας ήταν ασαφής ή και ανύπαρκτη ως προς την εισοδηματική της ικανότητα, ή το ποσό που κέρδιζε λόγω της εργασίας της, σημειώνοντας ότι η Ενάγουσα δεν ήτο εργοδοτούμενη με εισφορές στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, δεν κατέβαλλε φόρο εισοδήματος, ούτε υπέβαλε φορολογικές δηλώσεις και δεν προσκόμισε κατά την μαρτυρία της οποιαδήποτε πραγματικά δεδομένα με υποστηρικτικά έγγραφα ότι ασκούσε εργασία. Η πιθανή βοήθεια που παρείχε η Ενάγουσα στην ψησταριά του γιου της δεν μπορεί να εκληφθεί ως εργοδότηση της με απολαβές τις οποίες κατ΄ ισχυρισμό απώλεσε συνεπεία του τραυματισμού της. Σύμφωνα με τη νομολογία οι ειδικές αποζημιώσεις εκτός του ότι πρέπει να δικογραφούνται με λεπτομέρεια, πρέπει με αυστηρότητα, σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία να αποδεικνύονται (βλέπε επίσης Ζήνων Μερκής Λτδ ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1999)1 ΑΑΔ 1923). Το υπό στοιχεία Στ στην Έκθεση Απαίτησης υπολογιζόμενο και δικογραφημένο ποσό των €1.000 για οδοντιατρική θεραπεία (αποκατάσταση) αυξήθηκε με το άνευ ημερομηνίας Τεκμήριο 38 της οδοντιάτρου Στάλως Ευλογημένου σε £1.400 (€2.392,10). Σε αυτό δεν αναφέρεται πότε η οδοντίατρος εξέτασε την Ενάγουσα και πότε διαπίστωσε τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο
- Η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε στις 2.12.08 και παραμένει άγνωστο εφόσον το Τεκμήριο 38 δεν φέρει ημερομηνία αν αυτό εξεδόθη πριν ή μετά την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης. Παρά ταύτα θεωρώ ότι η αποκατάσταση της οδοντοστοιχίας της Ενάγουσας είχε κόστος €2.392,
- Στις λεπτομέρειες σωματικών βλαβών της έκθεσης απαίτησης απαιτείται ποσό €3.000 για μελλοντική αποκατάσταση της οδοντοστοιχίας (που είναι φανερό ότι έγινε) και εκόστισε €2.392,10 και πρέπει να επιδικαστεί προς όφελος της Ενάγουσας το ποσό αυτό των €2.392,
- (Στην παράγραφο Στ της έκθεσης απαίτησης αξιώνεται το υπολογισμένο ποσό των €1.000 για οδοντιατρική θεραπεία). Από τα Τεκμήρια 33, 54 και 55 έχουν αποδειχθεί έξοδα για φάρμακα €591,36 ([ε] των λεπτομερειών των ειδικών ζημιών της έκθεσης απαίτησης). Από φυσιοθεραπείες, ηλεκτροθεραπείες, υπέρηχοι ([δ] της έκθεσης απαίτησης) έχουν αποδειχθεί με τα Τεκμήρια 47-50 €868,56 (και όχι €1.868,55 που απαιτούνται). Το μαξιλάρι επαγωγής ([γ] της έκθεσης απαίτησης) σύμφωνα με το Τεκμήριο 51 είναι £70 που αντιστοιχεί με €119,60 και όχι €219,60 που αξιώνονται. Έχει αποδειχθεί επίσης ότι η Ενάγουσα κατέβαλε για M.R.I. που διενεργήθηκε στις 17.3.07 €290 ([β] της έκθεσης απαίτησης). Από το αξιούμενο ποσό των ιατρικών εξόδων €19.665 έχουν αποδειχθεί €11.421,31 (παράγραφος α της έκθεσης απαίτησης) που κατανέμονται (σύμφωνα με μια λεπτομερή καταγραφή της κας Ερωτοκρίτου με αναφορά στα κατατεθέντα τεκμήρια) ως ακολούθως: (α) Ώμος Implants €1.095.46 (Τεκμήριο 40) (β) Χειρουργική επέμβαση ώμου €1.535,85 (γ) Implants σπονδύλου €3.297,68 (δ) Εγχείρηση σπονδύλου από 2 χειρούργους €5.492,32 Σύνολο €11.421,31 Δεν θεωρώ ότι έχουν αποδειχθεί τα κονδύλια για μελλοντικές επεμβάσεις ύψους €30.000 για κίνδυνο ανάπτυξης οστεονέκρωσης της κεφαλής του βραχιονίου και επέκτασης της σπονδυλοδεσίας σύμφωνα με τον Δρα Παναγιώτου και επειδή αναφέρεται στο Τεκμήριο 33 ότι η σπονδυλοδεσία μπορεί να οδηγήσει σε κάκωση των δίσκων. Είναι αμφότερα μια απομακρυσμένη πιθανότητα που μπορεί να συμβεί σε βάθος 20 έως 30 χρόνων, όπως εξήγησε με πολλή λεπτομέρεια ο Δρ. Αθάνατος. Επίσης δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με τα υπό στοιχεία Ι και ΙΑ κονδύλια των λεπτομερειών ειδικών ζημιών της έκθεσης απαίτησης για υπηρεσίες προσφερθείσες από τη θυγατέρα, τα παιδιά, τον σύζυγο και συγγενικά πρόσωπα της Ενάγουσας, χαριστικής πληρωμής προς αυτή (gratuities). Κατά συνέπεια οι ειδικές αποζημιώσεις στις οποίες η Ενάγουσα δικαιούται είναι συνολικά €15.682,
- Παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την Ανδρούλλα Οικονομίδου ν. Σωτήρη Κουβέλλα
(2012)1 ΑΑΔ 2299 όπου ο Νικολαΐδης Δ. αναφέρει ότι το δικαίωμα αυτό των συγγενών είναι αυτοτελές και μπορούν να αξιώσουν προσωπικά εναντίον του Εναγομένου αν οι υπηρεσίες τους προς τον Ενάγοντα παρασχέθηκαν χαριστικά. "Νομίζουμε ότι δεν τίθεται έτσι το θέμα. Με την επιδίκαση αποζημιώσεων για τη φροντίδα συγγενών δεν επιτρέπεται στον αδικοπραγήσαντα να επωφεληθεί από την ετοιμότητα των στενών συγγενών να προσφέρουν χαριστικές υπηρεσίες, ούτε, στην αντίθετη περίπτωση, δίδεται η ευκαιρία στον τραυματία ενάγοντα να ανταμείψει τους οικείους του για τη φροντίδα που του προσφέρουν. Ο σύζυγος ή οι στενοί συγγενείς δυνατόν να δικαιούνται αποζημίωσης για τις υπηρεσίες και φροντίδες που προσέφεραν στον τραυματισθέντα, αλλά αυτό τους το δικαίωμα είναι αυτοτελές και θα μπορούσαν να το αξιώσουν προσωπικά εναντίον του εναγόμενου. Αν οι υπηρεσίες τους ανταμείφθηκαν με χρηματική καταβολή και η ενάγουσα μπορεί να διεκδικήσει το σχετικό κονδύλι που κατέβαλε. Θεωρούμε την όλη προσέγγιση της Constantinou Kritikos, ανωτέρω, ως νομικά εσφαλμένη, αφού ουσιαστικά παρέχονται αποζημιώσεις στην ενάγουσα για απώλεια την οποία δεν έχει η ίδια υποστεί, μια και οι υπηρεσίες παραχωρήθηκαν δωρεάν. Θεωρούμε εξ ίσου νομικά αστήρικτη και τη δικαιολογία ότι δίδεται η δυνατότητα στον ενάγοντα να ανταμείψει τους οικείους του για τη φροντίδα που του προσφέρουν." Παραμένει το θέμα της οικιακής βοηθού. Η Ενάγουσα κατέθεσε ότι η φροντίδα της και η ανάγκη διεκπεραίωσης των οικιακών της καθηκόντων ως οικοκυρά και/ή μέχρι σήμερα την ανάγκασε να εργοδοτεί αλλοδαπή οικιακή βοηθό στην οποία κατέβαλλε €600 μηνιαίως. Προς τούτο κατέθεσε στο Δικαστήριο το Τεκμήριο 58 (σύμβαση εργοδότησης) και το Τεκμήριο 59 (κατάσταση λογαριασμού του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Σολέας Λτδ) όπως επίσης κατάσταση πληρωμών από την Ενάγουσα μέχρι την ημέρα που έδωσε κατάθεση. Από τη μαρτυρία που η Ενάγουσα προσκόμισε, δηλαδή της ίδιας, του ΜΕ6 υιού της Χρύσανθου Κυριάκου και ΜΕ7 θυγατέρας της Ελένης Κυριάκου (η οποία προσπάθησε επίσης ανεπιτυχώς να ενισχύσει τη θέση ότι η μητέρα της έφερε ζώνη στο σπίτι), φαίνεται ότι η οικιακή βοηθός προσελήφθη για την εξυπηρέτηση και προσφορά υπηρεσιών στην ευρύτερη οικογένεια που αποτελείται από τους δύο ενήλικες υιούς της ηλικίας 36 και 34 ετών οι οποία διαμένουν μαζί της, την θυγατέρα της η οποία διατηρεί κομμωτήριο με τον ένα εκ των υιών της και είναι παντρεμένη και προμηθεύεται για την οικογένεια της τον σύζυγο και τα παιδιά της, το φαγητό που παρασκευάζει η οικιακή βοηθός για τα πολλά άτομα της οικογένειας όπως ανέφερε η ίδια στη μαρτυρία της η (ΜΕ7 Ελένη Κυριάκου). Επίσης η οικιακή βοηθός προσφέρει υπηρεσίες στο κομμωτήριο που διατηρεί ο ένας εκ των υιών της με την θυγατέρα της με τον οποίο η ενάγουσα κατέθεσε ότι έχει μαζί του διευθετήσει τη συνεισφορά του στις απολαβές της οικιακής βοηθού όπως χαρακτηριστικά είπε: "Εν έχουμε πρόβλημα με τον γιό μου, εγώ την πληρώνω και τα βρίσκουμε με τον γιο μου". Ουδεμία διευκρίνηση εδόθη για το πόσο συμβάλλει και τι πληρώνει ο υιός της, που "μεταξύ τους τα βρίσκουν", για την οικιακή βοηθό. Από την ιατρική μαρτυρία που η Ενάγουσα προσκόμισε, δεν δικαιολογείται ούτε υποστηρίζεται η ανάγκη οικιακής βοηθού επί καθημερινού και συνεχούς ωραρίου προς εξυπηρέτηση των αναγκών όλης της οικογένειας. Ο Εναγόμενος ουδεμία υποχρέωση έχει να αποζημιώσει την Ενάγουσα για την οικιακή βοηθό για να εξυπηρετούνται οι καθημερινές ανάγκες των δύο ενηλίκων υιών της Ενάγουσας 36 και 34 ετών που διαμένουν μαζί της και οι οποίοι είναι εργαζόμενοι, αρτιμελείς και υγιείς. Οι υιοί και η θυγατέρα της Ενάγουσας δεν μπορούν να θεωρούνται ως εξαρτώμενα πρόσωπα της Ενάγουσας τα οποία είναι υποχρεωμένη να φροντίζει και εξυπηρετεί. Δεν είναι υποχρέωση του Εναγομένου να επιφορτισθεί τις υπηρεσίες της οικιακής βοηθού για να εξυπηρετούνται οι καθημερινές ανάγκες των δύο υιών και η ετοιμασία καθημερινού φαγητού για τους δύο ενήλικες υιούς της Ενάγουσας, την θυγατέρα της, και την οικογένεια της θυγατέρας της. Ούτε έχει υποχρέωση ο Εναγόμενος να αποζημιώσει για τις υπηρεσίες της οικιακής βοηθού για την εξυπηρέτηση των αναγκών του κομμωτηρίου για τις οποίες όπως προέκυψε ο υιός που διατηρεί το κομμωτήριο συμβάλλει στις απολαβές της οικιακής βοηθού χωρίς να υπάρξει μαρτυρία σε ποια έκταση συμβάλλει. Η ανάγκη φροντίστριας (και όχι οικιακής βοηθού) για την ανίκανη κατά τον ουσιώδη χρόνο Ενάγουσα να επιμεληθεί τον εαυτό της και να διεκπεραιώσει τα οικιακά της καθήκοντα είναι υπαρκτή. Ως εκ τούτου η ανάγκη της Ενάγουσας να την βοηθά κάποιος και παράλληλα να την αντικαταστήσει στις οικιακές εργασίες για την ίδια και τον σύζυγο της ήταν γνήσια και θα πρέπει να αποζημιωθεί γι΄ αυτό αλλά όχι για την έξτρα καταβολή χρημάτων προς την οικιακή βοηθού για περισσότερες ώρες εργασίας για εξυπηρέτηση όλης της οικογένειας. Καταλήγω ότι η Ενάγουσα δικαιούται μέχρι την ημέρα που η Ενάγουσα κατέθεσε στο Δικαστήριο (10.4.14) το ποσό των €300 μηνιαίως για να έχει οικιακή βοηθό (το ποσό των €282 μηνιαίως είναι το ποσό που καταβάλλετο τότε μηνιαία και το οποίο αυξομειώνεται κατά καιρούς από το Υπουργείο Εργασίας και κυμαίνεται πέριξ των €300) ήτοι 89 μήνες χ €300 συνολικά €26.700 (από την ημερομηνία του ατυχήματος μέχρι την ημερομηνία που κατέθεσε η Ενάγουσα στο Δικαστήριο). Η οικιακή βοηθός θεωρώ επίσης ότι θα είναι αναγκαία για το προσδόκιμο της ζωής της Ενάγουσας η οποία ναι μεν μπορεί να επιληφθεί σήμερα του εαυτού της αλλά δεν μπορεί να κάμει βαριές οικιακές εργασίες. Ως εκ τούτου η Ενάγουσα που ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο του δυστυχήματος 54 ετών και σήμερα 63 ετών θα πρέπει να έχει οικιακή βοηθό φροντίστρια για το υπόλοιπο της ζωής της. Για το σκοπό αυτό θα υιοθετήσω ως πολλαπλασιαστή τα 10 χρόνια επί €300 μηνιαίως ήτοι €36.000 (€3.600 ετησίως επί 10 χρόνια = €36.000) (Βλέπε Polycarpou v. Adamou
(1978)1 CLR 727 και A. Panayides Constructing Ltd v. Ν. Χαραλάμπους
(2009)1 ΑΑΔ 416). ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Ο κ. Κώστας Δημητριάδης στην αγόρευση του επικαλούμενος τις αυθεντίες D G Icos Sicapi Ltd κ.ά. ν. D.G. Products Ltd κ.ά.
(2012)1 ΑΑΔ 2315 και Ανδρούλλα Οικονομίδου κ.ά. ν. Σωτήρη Κουβέλλα κ.ά.
(2012)1 ΑΑΔ 2299, εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ότι η Ενάγουσα δικαιούται για τον τραυματισμό της, τον πόνο και την ταλαιπωρία υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων ένα ποσό πέραν των €400.000. Αντίθετα η κα Στ. Ερωτοκρίτου επικαλούμενη τις αποφάσεις στην Daria Novichkova v. Θέμη Βλάβη
(2012)1 AAΔ 1111 και Μαρία Πέτρου ν. Ιωάννου Γαλάνη
(2009)1 ΑΑΔ 84 εισηγήθηκε την καταβολή του ποσού των €40.000 υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων. Ο καταμερισμός των αποζημιώσεων (και όχι συνεισφορά για την ίδια ζημιά) μεταξύ των αδικοπραγήσαντων που δεν είναι ούτε joint tortfeasors ούτε concurrent tortfeasors στην πρόκληση όχι της ίδιας ζημιάς αλλά διαφορετικών σωματικών βλαβών της Ενάγουσας στην παρούσα αποτέλεσε ένα δύσκολο εγχείρημα. Άντλησα καθοδήγηση από την αυθεντία Rahman v. Arearose Limited and another
(2000)3 WLR 1184 όπου σε μια εμπεριστατωμένη ανάλυση ο Lord Justice Laws ενδιέτριψε στο πως θα πρέπει να καταμερίζονται οι αποζημιώσεις σε περιπτώσεις που δεν έχουμε συναδικοπραγήσαντες (Joint Tortfeasors) και/ή άλλους αδικοπραγήσαντες (concurrent Tortfeasors) που συνέτειναν με πράξεις ή παραλείψεις τους στην παραγωγή της "ίδιας ζημιάς" από τους οποίους ή από οποιονδήποτε εκ των οποίων ο Ενάγων μπορεί να απαιτήσει ολόκληρη τη ζημιά του. Η υπόθεση αφορά ένα νεαρό 21 ετών ο οποίος κτυπήθηκε βάναυσα από δύο νεαρούς μαύρους σε κατάστημα του Κεντρικού Λονδίνου του οποίου ήταν διευθυντής και το οποίο πωλούσε έτοιμο φαγητό. Υπέστη ένα σοβαρό τραυματισμό μεταξύ άλλων και στο δεξιό μάτι. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο και εκεί υπεβλήθη αρχικά σε εγχείρηση από την οποία προξενήθηκε από ιατρική αμέλεια στο οπτικό νεύρο βλάβη στο μάτι και σε δεύτερη εγχείρηση χωρίς όμως να σωθεί η όραση του από το δεξί μάτι την οποία απώλεσε. Εγέρθηκε αγωγή από τον τραυματισμένο νεαρό ενάντια τόσο των εργοδοτών του (για την παράλειψη τους να του παρέχουν ασφαλείς συνθήκες εργασίας) όσο και του νοσοκομείου που τον περιέθαλψε μετά τον τραυματισμό του. Οι πιο σοβαρές συνέπειες ήταν τα μόνιμα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετώπιζε ο νεαρός τόσο από την επίθεση όσο και την απώλεια του ενός ματιού του. Το πρωτόδικο δικαστήριο αποφάσισε ότι όσον αφορά γενικές αποζημιώσεις (πόνο, ταλαιπωρία και απώλεια απολαύσεων της ζωής) οι εργοδότες του, Εναγόμενοι 1, θα έπρεπε να καταβάλουν £7.500 και το Νοσοκομείο £55.000. Ο Lord Justice Laws εξετάζοντας κατ΄ έφεση επιστάμενα τα άρθρα 1
(1)και 2
(1)του Civil Liability (contribution) Act 1978 (αντίστοιχα δικά μας του άρθρου 64
(1)
(2)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148) (για δίκαιη συνεισφορά μεταξύ των αδικοπραγήσαντων για "ίδια ζημιά" που σημαίνει ένα είδος μοναδικού αδιαίρετου τραύματος - single indivisible injury) ανέφερε: "The reason for the rule that each concurrent tortfeasor is liable to compensate for the whole of the damage is not hard to find. In any such case, the claimant cannot prove that either tortfeasor singly caused the damage, or caused any particular part or portion of the damage. Accordingly his claim would fall to be dismissed, for want of proof of causation. But that would be the plainest injustice; hence the rule. However, the rule was a potential source of another injustice. A defendant against whom judgment had been given, under the rule, for the whole of the claimant΄s damages had a common law no cause of action against his fellow concurrent tortfeasor to recover any part of what he had to pay under the judgment; so that the second tortfeasor, if for whatever reason he was not sued by the claimant, might escape scot free. Hence the Act of 1978 and its predecessor the Law Reform (Married Women and Tortfeasors) Act 1935. It provides a right of contribution between concurrent tortfeasors. The expression "same damage" in s.1
(1)therefore means (and means only) the kind of single indivisible injury as arises at common law in a case of concurrent torts." Εξετάζοντας περαιτέρω το θέμα της επιδίκασης αποζημιώσεων για αποκατάσταση των ζημιών του Εφεσείοντα από τους εργοδότες του πέραν αυτών του τραυματισμού του οι οποίες προκλήθηκαν από την αμέλεια των γιατρών αν αυτό δεν συνέβαινε ανέφερε: "Upon the correct view of the sense to be accorded to "concurrent" tortfeasors, the case before us is, in my judgment, not one of concurrent torts. The reason is that on the evidence the respective torts committed by the defendants were the causes of distinct aspects of the claimant΄s overall psychiatric condition, and it is positively established that neither caused the whole of it. So much is demonstrated by the document which sets out the conclusions of the three experts. It is true that this agreed evidence does not purport to distribute causative responsibility for the various aspects of the claimant΄s psychopathology between the defendants with any such degree of precision as would allow for an exact quantification by the trial court; no doubt any attempt to do so would be highly artificial. But the lack of it cannot drive the case into the regime of the 1978 Act to which, in principle, it does not belong. This view of the matter is by no means displaced by consideration of the oral testimony of the doctors, to which Mr Livesey invited our attention. The fact-finding court΄s duty is to arrive at a just conclusion on the evidence as to the respective damage caused by each defendant, even if it can only do it on a broad-brush basis which then has to be translated into percentages. ......... The issue here, as I expressed it in paragraph 15, is whether the first defendants should be held responsible for any loss or damage beyond that which the claimant would have suffered if the eye injury, caused by the second defendants΄ negligence, had not occurred. As with the first issue, then, we are here concerned with a question of causation. Mr Walker submits that this is not a case in which it is suggested that the negligent eye operation was itself a foreseeable consequence of his clients΄ negligence, so as to fix them with liability for it; and, so far as it goes, that is plainly right. Mr Livesey accepts that the second defendants are solely responsible for the loss of the eye. But the, says Mr Walker, if the first defendants are not responsible for the loss of the eye, they cannot be responsible for any of the consequences of that loss. In assessing the damages payable by the first defendants, the question for the court is, and is only, what would the position have been if there had been no second tort: once any possibility of concurrent torts is rejected on the facts (as I have rejected
- it)there is no other question to be asked." (οι υπογραμμίσεις δικές μου) Τέλος ο Lord Justice Laws εθεώρησε ότι ήταν (όπως και η παρούσα) μια περίπτωση όπου σε διαφορετικό χρόνο οι διαφορετικοί αδικοπραγήσαντες χωρίς να διακοπεί η αιτιώδης συνάφεια πρέπει να καταβάλουν το μέρος της ζημιάς που έχουν προκαλέσει στο θύμα των διάφορων αδικοπραξιών τους και που είναι δύσκολο με ακρίβεια ποιο ουσιαστικό μέρος της ζημιάς έχει προκαλέσει ένας έκαστος απ΄ αυτούς. "But this is not the only kind of instance of concurrent torts. It is the first of the two types identified by Professor Glanville Williams in the passage from his work which I have cited. The second, it will be remembered, was "where either cause would be sufficient of itself to produce the consequence, as where two persons independently shoot at another at the same time, both shots being fatal". Is there a third kind of instance? I have in mind a case where it is shown that (
- a)each tortfeasor caused some part of the damage, but (
- b)neither caused the whole, and (
- c)some part (but not all) of the damage would therefore have been occasioned to the claimant if only one tort - either of them - had been committed, but (
- c)on the evidence it is impossible to identify with any precision what part or element of the damage had been caused by which defendant". (η υπογράμμιση δική μου) Η δική μας περίπτωση εμπίπτει στην περίπτωση αυτή όπου έχουμε διαφορετικούς αδικοπραγήσαντες έκαστος των οποίων προκάλεσε κάποιο μέρος της ζημιάς (some part of the damage) αλλά κανένας ολόκληρη τη ζημιά, που μπορούσε να προκληθεί εάν μια αδικοπραξία (οποιαδήποτε) είχε διαπραχθεί αλλά από τη μαρτυρία είναι αδύνατο να διαφανεί με ακρίβεια ποιο στοιχείο της ζημιάς έχει προκληθεί από ένα έκαστο των Εναγομένων. Οι αδικοπραγήσαντες ενήργησαν σε διαφορετικό χρόνο και δεν είναι ούτε joint ούτε concurrent tortfeasors και θα πρέπει να καταμεριστεί μεταξύ τους η δίκαιη αποζημίωση για τη ζημιά που προκάλεσαν. Σύμφωνα με την πιο πάνω αυθεντία Rahman και τον Lord Justice Laws που επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που κατένειμε το ποσοστό ευθύνης όσον αφορά ειδικές αποζημιώσεις σε 75% - 25% μεταξύ των εναγομένων (αντίστοιχα) ο κάθε αδικοπραγήσας θα έπρεπε να αποζημιώσει τον Απαιτητή με το ποσό που δίκαια θα θεωρηθεί υπεύθυνος ότι προκάλεσε χωρίς να παραγνωρίζεται η ευθύνη του πρώτου αδικοπραγήσαντος στην παρούσα περίπτωση του Εναγομένου 1. "The law is that every tortfeasor should compensate the injured claimant in respect of that loss and damage for which he should justly be held responsible. To make that principle good, it is important that the elusive conception of causation should not be frozen into constricting rules. It is true that the idea of a supervening cause - novus actus interveniens - is generally deployed in cases where it is suggested that the first tortfeasor should bear responsibility for the effects of the second tort, and this is not such a case: Mr Livesey accepts that the second defendants are solely responsible for the loss of the eye. However the spirit of novus actus rattles its chains at the suggestion that the first defendants should bear some responsibility, given that this is not a case of concurrent torts, for the continuing effects of the claimant΄s psychological damage after the loss of vision in the right eye". (η υπογράμμιση δική μου) Τέλος καταμερίζοντας αποζημιώσεις για παρελθούσες και μελλοντικές ζημιές (loss of past and future earnings) και ειδικές αποζημιώσεις που συμποσούνται σε £509.942 στους Εναγόμενους το Εφετείο ανέφερε ότι το ποσοστό ευθύνης μεταξύ των διαφόρων συναδικοπραγησάντων πρέπει να καθορίζεται και αφορά αυτές τις ειδικές αποζημιώσεις (και μάλιστα όχι όλες τις ειδικές αποζημιώσεις) αφού πρωταρχικά αποφασιστεί το θέμα των γενικών αποζημιώσεων (πόνος, ταλαιπωρία και απώλεια απολαύσεων της ζωής) και πρέπει να κατανείμετε δίκαια μεταξύ αυτών. "However the three quarters/one quarter apportionment should not apply (as the judge applied
- it)to every head of damage save general damages for pain, suffering and loss of amenity. The first defendants should be liable in full for the first three years loss of earnings (together with the small item for removal expenses, £578) since Mr Walker correctly conceded that his clients were entirely responsible for those items. The fact that, as in fairness I should acknowledge, the concession was made in the context of a submission that those heads (plus the £7.500 general damages) ought to represent the whole of the first defendants΄ responsibility does not rob it of its essential accuracy. Here, the question what would the position have been if the second tort had not been committed is highly material: the second defendants are not to be held responsible for damage the whole of which had already been inflicted on the claimant by the first defendants". Ακολουθώντας τη Rahman (ανωτέρω) και έχοντας υπόψιν μου και την Οικονομίδου ν. Σωτήρη Κουβέλλα
(2012)1 ΑΑΔ 2299 στην οποία με παρέπεμψε ο κ. Δημητριάδης και στην οποία η Ενάγουσα 45 ετών υπέστη πιο σοβαρά τραύματα, ήτοι κρανιοεγκεφαλική κάκωση, συντριπτικό κάταγμα της αριστερής ωμοπλάτης, κάταγμα του έσω σφυρού της δεξιάς ποδοκνημικής άρθρωσης, κάταγμα του αριστερού ηβοΐσχιακού κλάδου και πολλαπλά κατάγματα πλευρών και το επιδικασθέν ποσό γενικών αποζημιώσεων €51.258 αυξήθηκε κατ΄ έφεση σε €119.602, θεωρώ ότι πρέπει να αποφασίσω πρωταρχικά τις γενικές αποζημιώσεις που θεωρούνται δίκαιες και η Ενάγουσα δικαιούται από ένα έκαστο των τριών αδικοπραγήσαντων που αμελώς και/ή παραλείποντας να ενεργήσουν συνέτειναν στο ζημιογόνο αποτέλεσμα της σημερινής μόνιμης βλάβης. Θεωρώ ότι ο Εναγόμενος ο οποίος ήταν υπεύθυνος για την ζημιά που προκλήθηκε στην Ενάγουσα από τον τραυματισμό της κατά το τροχαίο ατύχημα θα πρέπει να επιβαρυνθεί με το ποσό των €60.000 ενώ αντίθετα οι άλλοι δύο τριτοδιάδικοι που θα έπρεπε να είχαν προστεθεί ως συνεναγόμενοι θα πρέπει να επιβαρυνθούν με τη ζημιά που ένας έκαστος εξ αυτών προκάλεσε στην Ενάγουσα και που τελικά προκάλεσε μόνιμη βλάβη σ΄ αυτήν. Θεωρώ ότι την μεγαλύτερη ευθύνη φέρει ο Τριτοδιάδικος 2 που υπέβαλε την Ενάγουσα σε μια επώδυνη επικίνδυνη εγχείρηση άνευ λόγου και αιτίας έναντι του Τριτοδιάδικου 1 που δεν αντιμετώπισε επαρκώς και/ή καθόλου και/ή αποτελεσματικά το τραύμα του 4ου οσφυϊκού σπονδύλου. Ως εκ τούτου πρέπει να επιβαρυνθούν με άλλες €75.000 σε ποσοστό 2/3 ο Τριτοδιάδικος 2 (€50.000) και 1/3 ο Τριτοδιάδικος 1 (€25.000) Η αμέλεια του Εναγόμενου 2 (Τριτοδιάδικος 1) είναι ότι δεν αντιμετώπισε καθόλου και/ή αποτελεσματικά και/ή επαρκώς το τραύματα του οσφυϊκού σπονδύλου 04 του δε Εναγόμενου 3 (Τριτοδιάδικου 2) ότι επέβαλε την Ενάγουσα ένα χρόνο μετά κατά παράβαση του καθήκοντος ιατρικής επιμέλειας σε μια αχρείαστη αλλά δύσκολη, πολύ επικίνδυνη και μη επιβεβλημένη εγχείρηση διπλής σπονδυλοδεσίας, χωρίς εξειδικευμένες ιατρικές εξετάσεις που θα απεδείκνυαν την αναγκαιότητα της με αποτέλεσμα να προκαλέσει σε αυτήν μόνιμη βλάβη που δεν οφείλεται στις εκφυλιστικές αλλοιώσεις όπως εισηγήθηκε η κα Ερωτοκρίτου, αλλά στον επηρεασμό του νεύρου από οποιαδήποτε αιτία κατά την εγχείρηση. Το ποσό των €36.000 για μελλοντικά έξοδα για την αναγκαιότητα ύπαρξης φροντίστριας και/ή οικιακής βοηθού πρέπει να αποδοθεί στους Εναγόμενους 2 και 3 (πρώην Τριτοδιάδικους 1 και 2) σε ποσοστό 2/3 στον Εναγόμενο 3 και 1/3 στον Εναγόμενο 2 σύμφωνα με την Rahman (ανωτέρω) ενώ αντίθετα το ποσό των €3.600 έξοδα οικιακής βοηθού μέχρι την εγχείρηση σπονδυλοδεσίας 4.11.07 (ήτοι 12 μήνες χ €300 = €3.600) θα πρέπει να βαρύνουν τον Εναγόμενο 1. Επίσης το υπόλοιπο ποσό μέχρι την ημερομηνία κατάθεσης της Ενάγουσας ενώπιον του Δικαστηρίου (για οικιακή βοηθό) θα πρέπει να καταβληθεί σε αναλογία 1/3 : 2/3 από τους Εναγόμενους 2 και 3 αντίστοιχα (πρώην Τριτοδιάδικοι 1 και 2) (77 μήνες χ 300 = €23.100), ήτοι €15.400 από Τριτοδιάδικο 2 και €7.700 από Τριτοδιάδικο 1). Από τις αποδειχθείσες ειδικές αποζημιώσεις των €15.682,93 θα πρέπει το ποσόν των €8.790 (€5.492,32 + €3.297,68) έξοδα εγχείρησης σπονδυλοδεσίας να επιβαρυνθεί αποκλειστικά ο Εναγόμενος 3 και το υπόλοιπο ποσό των ειδικών αποζημιώσεων €6.892,93 (€15.682,93 - €8.790 = €6.892,93) θα πρέπει να επιβαρυνθεί ο Εναγόμενος 1. Ως εκ των ανωτέρω θα εκδοθεί απόφαση εναντίον του Εναγόμενου και των πρώην Τριτοδιάδικων 1 και 2 όπως πιο πάνω αναφέρεται και η οποία δεν θα συνταχθεί (drawn up) μέχρις ότου καταχωρηθεί τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα και έκθεση απαίτησης στο οποίο να συμπεριλαμβάνονται οι Τριτοδιάδικοι ως Εναγόμενοι 2 και 3 αντίστοιχα. Αναφορικά με την επιδίκαση τόκου σε περιπτώσεις αστικών αδικημάτων, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 58Α του Κεφ. 148 (όπως έχει τροποποιηθεί με το Άρθρο 5 του Νόμου 156/85) σε αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες ή θάνατο, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να επιδικάζει, εκτός αν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι περί του αντιθέτου, τόκο προς 6% επί ολοκλήρου ή μέρος της περιόδου μεταξύ της ημερομηνίας που γεννήθηκε το αγώγιμο δικαίωμα και της ημερομηνίας έκδοσης της απόφασης. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 101
(1)/96 ο τόκος του 6% αυξήθηκε σε 8% από τις 29.11.
- Η διαφοροποίηση αυτή επιτρέπει στο Δικαστήριο σε περιπτώσεις αστικών αδικημάτων να επιδικάζει τόκο όχι μόνο από την ημερομηνία της απόφασης αλλά από την ημερομηνία της δημιουργίας του αγώγιμου δικαιώματος μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Μετά την έκδοση της απόφασης εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 33 του Ν.14/
- Με το άρθρο 4 του Νόμου 102
(1)/96 τροποποιήθηκε το άρθρο 33 του Ν.14/60 και δόθηκε η ευχέρεια επιδίκασης τόκου 8% από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής πάνω σε ολόκληρο ή μέρος του επιδικαζόμενου ποσού (Λουκά Στυλιανού ν. Παναγιώτας Αργυρού Μάτση κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 1288). Το θέμα του καθορισμού του τόκου εμπίπτει εντός των πλαισίων της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Εκτενής ανάλυση του θέματος με ειδική αναφορά στην Αγγλική νομολογία έγινε στην υπόθεση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 ΑΑΔ
- Στην πιο πάνω υπόθεση τονίστηκε μεταξύ άλλων ότι ένας παράγοντας που δεν μπορεί να παραγνωριστεί είναι ο τρόπος με τον οποίο προωθείται η αγωγή προς εκδίκαση, αφού μια αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της μπορεί να έχει ως επακόλουθο τον περιορισμό της χρονικής έκτασης καθορισμού του τόκου. Στην παρούσα υπόθεση θεωρώ ότι δεν υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής, έχοντας υπόψη την ημερομηνία του επίδικου ατυχήματος και την ημερομηνία που καταχωρήθηκε η αγωγή. Συγκεκριμένα ενώ το ατύχημα επεσυνέβη στις 14.11.06 η παρούσα αγωγή καταχωρήθη στις 20.7.
- Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση ως ακολούθως: Α. Εναντίον του Εναγόμενου 1
- €60.000 για γενικές αποζημιώσεις πλέον τον εκάστοτε ισχύοντα νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής στις 20.7.07 μέχρι εξόφλησης.
- €3.600 ειδικές αποζημιώσεις για φροντίστρια πλέον τον εκάστοτε ισχύοντα νόμιμο τόκο από την ημερομηνία του ατυχήματος 14.11.06 μέχρι εξόφλησης.
- €6.892,93 ειδικές αποζημιώσεις για ιατρικά έξοδα πλέον τον εκάστοτε ισχύοντα νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής 20.7.07 μέχρι εξόφλησης. Β. Εναντίον του Εναγόμενου 2
- €25.000 γενικές αποζημιώσεις πλέον τον εκάστοτε ισχύοντα νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής 20.7.07 μέχρι εξόφλησης.
- €7.700 έξοδα φροντίστριας (μέχρι την ημερομηνία κατάθεσης της Ενάγουσας στο Δικαστήριο) με νόμιμο τόκο από 4.11.07 μέχρι εξόφλησης.
- €12.000 μελλοντικά έξοδα φροντίστριας με νόμιμο τόκο από σήμερα. Γ. Εναντίον του Εναγόμενου 3
- €50.000 γενικές αποζημιώσεις πλέον τον εκάστοτε ισχύοντα νόμιμο τόκο από την ημερομηνία της επέμβασης 4.11.07 μέχρι εξόφλησης.
- €15.400 έξοδα φροντίστριας (μέχρι την ημερομηνία κατάθεσης της Ενάγουσας στο Δικαστήριο) με νόμιμο τόκο από 4.11.07 μέχρι εξόφλησης.
- €8.790 ειδικές αποζημιώσεις για εγχείρηση σπονδυλοδεσίας πλέον τον εκάστοτε ισχύοντα νόμιμο τόκο από 4.11.07 μέχρι εξόφλησης.
- €24.000 μελλοντικά έξοδα φροντίστριας με νόμιμο τόκο από σήμερα. Τα έξοδα της αγωγής (απαίτηση Ενάγουσας) πλέον ΦΠΑ θα είναι προς όφελος της Ενάγουσας όπως θα υπολογιστούν από Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα βαρύνουν ανά 1/3 τους Εναγομένους 1-
- Τα έξοδα της διαδικασίας Τριτοδιαδίκου πλέον ΦΠΑ θα είναι προς όφελος του Εναγομένου 1 και θα βαρύνουν σε αναλογία 1/3 προς 2/3 τους Εναγομένους 2 και 3 αντίστοιχα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................................. Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο